
The Project Gutenberg EBook of Republic Volume 4 (of 4), by Plato
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
with this eBook or online at www.gutenberg.org
Title: Republic Volume 4 (of 4)
Author: Plato
Translator: Ioannis Gryparis
Release Date: April 24, 2012 [EBook #39530]
Language: Greek
*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC VOLUME 4 (OF 4) ***
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason
Konstantinides. Thanks to George Canonis for his major
work in proofreading.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes. // Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.
— Έστω· εμείναμεν λοιπόν σύμφωνοι, αγαπητέ Γλαύκων, ότι εις μίαν πολιτείαν, η οποία μέλλει να κυβερνάται άριστα, θα είναι κοιναί μεν αι γυναίκες, κοινά τα τέκνα, κοινή όλη η εκπαίδευσις, κοινά όλα τα έργα τα αναφερόμενα εις τον πόλεμον και την ειρήνην, η δε ανωτάτη αρχή θα δίδεται εις τους αναδεικνυομένους αρίστους εις την φιλοσοφίαν και εις τα πολεμικά· — Μάλιστα, εμείναμεν σύμφωνοι. — Επίσης παρεδέχθημεν ότι αφού τοιουτοτρόπως εκλεχθώσιν οι άρχοντες, θα κατοικήσωσι μετά των στρατιωτών των εις οικίας τοιαύτας, όπως τας προείπομεν, κοινάς δηλαδή δι' όλους και όπου κανείς δεν θα έχη τίποτε ιδικόν του^ εκτός δε της κατοικίας, ενθυμείσαι βέβαια ακόμη και τι παρεδέχθημεν και σχετικώς με την ιδιοκτησίαν. — Και βέβαια ενθυμούμαι, ότι κανείς από αυτούς δεν πρέπει να έχη οιανδήποτε ατομικήν περιουσίαν, όπως συμβαίνει σήμερον^ αλλ' ως αθληταί, που θα είναι, προωρισμένοι διά τον πόλεμον και την φρούρησιν της πόλεως, θα λαμβάνουν ως μισθόν διά τας υπηρεσίας των παρά των άλλων την τροφήν των μόνον, όση τους χρειάζεται δι' ένα χρόνον, και θα φροντίζουν αποκλειστικώς διά την ασφάλειαν την ιδικήν των και της πόλεως. — Πολύ σωστά· έλα λοιπόν τώρα, αφού είπαμεν όσα είχαμεν να ειπούμεν δι' αυτά, να ενθυμηθούμεν, πού ευρισκόμεθα, όταν εισήλθαμεν εις αυτήν την παρέκβασιν, διά να αναλάβωμεν την σειράν του λόγου μας.
— Δεν είναι δύσκολον· διότι, όπως και τώρα, εφαίνετο ότι είχες τελειώση και τότε τον λόγον περί της πόλεως και κατέληξες εις το συμπέρασμα ότι, διά να είναι αρίστη μία πολιτεία, οφείλει να ομοιάζη με εκείνην, που περιέγραψες, επίσης δε και τέλειος άνθρωπος, εκείνος που θα ωμοίαζε με αυτήν, αν και ημπορούσες, καθώς έλεγες, να δώσης και καλύτερον ακόμη πρότυπον του τελείου ανθρώπου και της πόλεως· επρόσθεσες όμως ότι, αφού αυτή η μορφή της πολιτείας ήτο η αρίστη, όλαι αι άλλαι κατ' ανάγκην είναι ελαττωματικαί· καθόσον δε ενθυμούμαι, έλεγες ότι υπάρχουν τέσσερα είδη τοιούτων πολιτειών, τα οποία θα ήξιζε τον κόπον να μελετήση κανείς, διά να ίδη τα ελαττώματά των, καθώς και των ανθρώπων που αντιστοιχούν προς αυτάς, ούτως ώστε, αφού σπουδάσωμεν επιμελώς όλους αυτούς και αναγνωρίσωμεν, ποίος είναι ο καλύτερος και ποίος ο χειρότερος, να είμεθα εις θέσιν να κρίνωμεν αν πράγματι ο πρώτος είναι ο ευτυχέστερος, και ο δεύτερος είναι ο αθλιώτερος, ή εάν το πράγμα έχη διαφορετικά· και ενώ εγώ σε ερωτούσα να μου ειπής, ποία είναι αυτά τα τέσσερα είδη των πολιτειών, μας διέκοψαν ο Πολέμαρχος και ο Αδείμαντος, και σε ηνάγκασαν τοιουτοτρόπως να κάμης την παρέκβασιν αυτήν, η οποία τώρα ετελείωσε.
— Πολύ σωστά τα ενθυμείσαι. — Κάμε λοιπόν τώρα όπως οι παλαισταί· δόσε μου πάλιν το ίδιον πιάσιμον και απάντησε εις την ιδίαν μου εκείνην ερώτησιν ό,τι επρόκειτο να μου αποκριθής τότε. — Ευχαρίστως, εάν ημπορώ. — Επιθυμώ λοιπόν να ακούσω, ποία είναι τα τέσσερα είδη των πολιτειών, που έλεγες.
— Δεν είναι δύσκολον να το ακούσης· είναι πολύ γνωστά και αι τέσσαρες και με τα ονόματά των· η πρώτη, που επαινείται μάλιστα από τους περισσοτέρους, είναι η Κρητική και η Λακωνική· η δευτέρα, η οποία έρχεται και δευτέρα εις την εκτίμησιν των πολλών, είναι η καλουμένη ολιγαρχία, έχουσα όχι ολίγα ελαττώματα· η τρίτη, όλως διόλου αντίθετος με αυτήν και ολιγώτερον εκτιμωμένη, η δημοκρατία· και τελευταίον η περίφημος δα εκείνη τυραννίς, εντελώς διαφορετική απ' όλας τας άλλας, το τέταρτον και χειρότερον νόσημα διά μίαν πόλιν· αυτά λοιπόν είναι τα τέσσερα είδη των πολιτειών· ή μήπως γνωρίζεις εσύ και καμμίαν άλλην, που να αποτελή ίδιον και σαφώς διακεκριμένον είδος; διότι αι δυναστείαι και αι αγορασταί βασιλείαι και άλλαι τοιαύται ημπορούν να εισέλθουν ως διάμεσοι μορφαί μεταξύ των ανωτέρω, και ευρίσκονται όχι ολιγώτερον συχνά εις τους βαρβάρους, παρά εις τους Έλληνας. — Υπάρχουν πράγματι πολλά και περίεργα πολιτεύματα τοιαύτα.
— Γνωρίζεις λοιπόν, ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχουν και άλλα τόσα είδη ανθρωπίνων χαρακτήρων, όσα και πολιτευμάτων; ή νομίζεις ότι τα πολιτεύματα γίνονται από δρυν ή από πέτραν, και όχι από τα ήθη των πολιτών, τα οποία κατά την διεύθυνσιν, που θα λάβουν, θα συμπαρασύρουν και όλα τα λοιπά; — Πραγματικώς από τα ήθη και μόνον. — Αφού λοιπόν υπάρχουν πέντε είδη πολιτευμάτων, δεν πρέπει επίσης να υπάρχουν και πέντε είδη χαρακτήρων της ψυχής; — Πώς όχι; — Και τον μεν χαρακτήρα, ο οποίος αντιστοιχεί προς την αριστοκρατίαν, τον επραγματεύθημεν ήδη, και ορθώς είπαμεν, ότι είναι αγαθός και δίκαιος. — Μάλιστα. — Μετά τούτον λοιπόν πρέπει τώρα να διεξέλθωμεν τους χειροτέρους χαρακτήρας, και εν πρώτοις τον φίλαρχον και φιλόδοξον, ο οποίος αντιστοιχεί προς το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων, και ακολούθως τον ολιγαρχικόν και τον δημοκρατικόν και τον τυραννικόν· και αφού αναγνωρίσωμεν τον αδικώτατον εξ όλων, τον αντιπαραβάλωμεν προς τον δικαιότατον, διά να ημπορέσωμεν εν τέλει να κρίνωμεν, ποία είναι η σχέσις της ακράτου δικαιοσύνης προς την άκρατον αδικίαν ως προς την ευτυχίαν ή την αθλιότητα του έχοντος, και τοιουτοτρόπως να επιδιώκωμεν ή την αδικίαν, συμφώνως προς τας συμβουλάς του Θρασυμάχου, ή την δικαιοσύνην, συμφώνως με το λογικόν συμπέρασμα που εξάγεται εξ αυτής της συζητήσεως. — Αυτό πράγματι έχομεν να κάμωμεν.
— Λοιπόν, όπως αρχίσαμεν ήδη να εξετάζωμεν τα ήθη των πολιτειών πριν από τα ήθη των ατόμων, επειδή μας εφάνη η μέθοδος αυτή φωτεινωτέρα, δεν εγκρίνεις να εξακολουθήσωμεν εφαρμόζοντες αυτήν, και αφού εξετάσωμεν κατά πρώτον την φίλαρχον πολιτείαν (διότι δεν γνωρίζω ποίον άλλο όνομα να της δώσω· εκτός εάν ίσως πρέπη να την ονομάσω τιμοκρατίαν ή τιμαρχίαν) να εξετάσωμεν ακολούθως τον άνθρωπον που αντιστοιχεί προς αυτήν, έπειτα την ολιγαρχίαν και τον ολιγαρχικόν άνθρωπον, ύστερον να στραφώμεν και να μελετήσωμεν την δημοκρατίαν και τον δημοκρατικόν, και τελευταίον, αφού εξετάσωμεν το τυραννικόν πολίτευμα και ιδούμεν και την ψυχήν του τυραννικού ανθρώπου, να δοκιμάσωμεν να εκφέρωμεν δικαιολογημένην την κρίσιν μας επί του ζητήματος, που ανελάβαμεν να λύσωμεν; — Μάλιστα, τοιουτοτρόπως θα ήτο σύμφωνος με την λογικήν και η εξέτασις και η κρίσις μας.
— Ας δοκιμάσωμεν λοιπόν πρώτα πρώτα να εξετάσωμεν πώς γίνεται η μετάβασις από την αριστοκρατίαν εις την τιμοκρατίαν· ή δεν είναι απλουστάτη αλήθεια, ότι πάσα μεταβολή εν τω πολιτεύματι προέρχεται από το μέρος το οποίον διαχειρίζεται την αρχήν, όταν τύχη και συμβή καμμία διατάραξις εις αυτό, ενώ, εφ' όσον διατηρή αδιατάρακτον την αρμονίαν του, όσον μικρόν και αν υποτεθή αυτό το μέρος, είναι αδύνατον να επέλθη καμμία μεταβολή εις την πολιτείαν; — Έτσι είναι πραγματικώς. — Πώς λοιπόν, Γλαύκων, θα υποστή μεταβολήν η πολιτεία η ιδική μας; και από πού θα εισχωρήση μεταξύ των επικούρων και των αρχόντων μας η διχόνοια και προς αλλήλους και προς τους εαυτούς των; ή θέλεις, καθώς ο Όμηρος, να επικαλεσθώμεν τας Μούσας να μας ειπούν, πώς κατά πρώτον ενέπεσε μεταξύ των η έρις και να φαντασθώμεν ότι μας αποκρίνωνται με ένα ύφος τραγικόν και μεγαλόστομον, ως να σοβαρεύωνται και να σπουδαιολογούν, ενώ θα παίζουν και θα χαριεντολογούν με ημάς σαν με παιδιά; — Πώς;
— Κατ' αυτόν τον τρόπον περίπου: Δύσκολον βέβαια είναι μία πόλις, ούτω συγκεκροτημένη, όπως η ιδική σας, να μετακινηθή· αλλ' αφού παν ό,τι γεννάται υπόκειται και εις φθοράν, ούτε το πολιτικόν σας αυτό σύνταγμα θα μείνη εις αιώνα αναλλοίωτον, αλλά θα έλθη ημέρα να διαλυθή· και ιδού πώς. Υπάρχει, όχι μόνον διά τα φυτά, που γεννώνται εις τους κόλπους της γης, αλλά προσέτι και διά τας {???} και τα σώματα των ζώων, που ζουν επί της επιφανείας αυτής, περίοδος ευφορίας και αφορίας· συμβαίνει δε τούτο, όταν έκαστον είδος τελειώνη και ξαναρχίζη τον κύκλον της εξελίξεως αυτού, ο οποίος είναι βραχύτερος ή μακρότερος, αναλόγως της διαρκείας της ζωής εκάστου είδους· οι δε ιδικοί σας άρχοντες, τους οποίους σεις εξεπαιδεύσατε, όσον σοφοί και αν είναι, δυνατόν να συμβή να μην εννοήσουν ή να μην υπολογίσουν ακριβώς τας περιόδους αυτάς της ευφορίας και της αγονίας του είδους σας και τοιουτοτρόπως να τους διαφύγη ο κατάλληλος καιρός και να τεκνοποιήσουν, όταν δεν πρέπη· και διά μεν τα θεία γένη η περίοδος αύτη περιλαμβάνεται εντός αριθμού τελείου· διά δε το ανθρώπινον γένος υπάρχει ένας τοιούτος αριθμός γεωμετρικός, (1) ο οποίος κανονίζει την περίοδον των χειροτέρων και των καλυτέρων γεννήσεων, όταν δει από άγνοιαν αυτού, οι άρχοντές σας συνάψωσιν εις ακατάλληλον εποχήν τους μεταξύ των ανδρών και γυναικών γάμους, τότε εξ αυτών θα προέλθουν τέκνα όχι με καλά φυσικά ούτε ευτυχισμένα. Και θα εγκαταστήσουν μεν τους καλυτέρους μεταξύ αυτών εις την αρχήν οι προκάτοχοι, επειδή όμως θα είναι ανάξιοι να τους διαδεχθούν, θα αρχίσουν πρώτα πρώτα να παραμελούν την φρούρησίν μας, μη δίδοντες την δέουσαν σημασίαν εις τα της μουσικής [ακολούθως δε και εις την γυμναστικήν]· ένεκα τούτου οι νέοι μας θα γίνουν αμουσότεροι· και όσοι εξ αυτών γίνουν κατόπιν άρχοντες δεν θα έχουν την προσήκουσαν ικανότητα να διακρίνουν τα κατά τον Ησίοδον γένη, που παρεδέχθημεν και ημείς, το χρυσούν, το αργυρούν, το χαλκούν και το σιδηρούν· επειδή δε θα ανακατωθούν το σιδηρούν με το αργυρούν, και το χαλκούν με το χρυσούν, θα επέλθη ανομοιότης και ανάρμοστος ανωμαλία, ελαττώματα τα οποία, όπου και αν παρουσιάζωνται, γεννούν πάντα τον πόλεμον και την έχθραν. — Και πολύ σωστά θα ειπούμεν ότι μας απεκρίθησαν αι Μούσαι. — Κατ' ανάγκην, αφού βέβαια είναι Μούσαι. — Ας ιδούμεν λοιπόν τι λέγουν και παρακάτω.
— Αφού άπαξ προέκυψεν η διχόνοια μεταξύ των, αφ' ενός μεν τα δύο γένη, το χαλκούν και το σιδηρούν, ήρχισαν να τραυούν προς τον πλουτισμόν και την απόκτησιν γης και οικιών και χρυσίου και αργύρου, τα δε δύο άλλα πάλιν αφ' ετέρου, το χρυσούν και το αργυρούν, επειδή αυτά δεν είχαν έλλειψιν, αλλ' ήσαν εκ φύσεως πλούσια, εξηκολούθουν να σύρουν τας ψυχάς προς την αρετήν και την αρχαίαν εν γένει κατάστασιν· μετά πολλούς τέλος αγώνας και διαμάχας, συνεβιβάσθησαν να μοιράσουν μεταξύ των την γην και τας κατοικίας, να υποδουλώσουν δε εκείνους, που εφρούρουν πριν, και τους οποίους ελευθέρους όντας τους εθεώρουν φίλους και τροφούς των, και να τους καταστήσουν τώρα περιοίκους και οικέτας των, μόνοι των δε πλέον να έχουν την φροντίδα του πολέμου και της κοινής ασφαλείας. — Από αυτό πράγματι μου φαίνεται, πως ήρχισεν η μετάβασις. — Αυτό δε το νέον πολίτευμα δεν θα είναι κάτι τι μεταξύ αριστοκρατίας και ολιγαρχίας; — Βεβαιότατα.
— Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα επέλθη η μεταπολίτευσις· οποία δε τις θα είναι τώρα η νέα διοίκησις; δεν είναι φανερόν ότι, αφ' ενός μεν θα διατηρήση μερικά από το παλαιόν πολίτευμα, άλλα δε θα πάρη από την ολιγαρχίαν, αφού κείται μεταξύ των δύο, αφ' ετέρου δε θα έχη κάτι όλως διόλου ξεχωριστόν και ιδικόν της; — Έτσι είναι. — Δεν θα διατηρήση λοιπόν η τάξις των προμάχων από μεν την αριστοκρατίαν τον προς τους άρχοντας σεβασμόν, την αποχήν από της γεωργίας και των χειρωνακτικών εργασιών και εν γένει όλων των προσοδοφόρων επαγγελμάτων, το σύστημα των κοινών συσσιτίων, την επιμέλειαν της γυμναστικής και των πολεμικών γυμνασίων και όλα τα τοιαύτα; — Ναι. — Ξεχωριστά δε ιδικά της δεν θα έχη τον φόβον να ανυψώνη εις τα ανώτατα αξιώματα τους σοφούς, επειδή δεν θα ευρίσκη πλέον εις τους κόλπους της τοιούτους ανθρώπους μονομερείς και αποκλειστικούς, αλλά μικτούς; και επομένως δεν θα αποκλίνη προς ανθρώπους μάλλον θυμοειδείς και ολιγώτερον μορφωμένους, και γεννημένους μάλλον δια τον πόλεμον παρά διά την ειρήνην; και δεν θα δίδη μεγαλυτέραν αξίαν εις τα στρατηγήματα και τους δόλους του πολέμου, τον οποίον θα θεωρή ως την μοναδικήν της πάντοτε ενασχόλησιν; — Ναι. — Επομένως θα είναι οι τοιούτοι άπληστοι χρημάτων, όπως συμβαίνει εις τας ολιγαρχίας, και θα λατρεύουν μανιωδώς εν κρυπτώ και παραβύστω τον χρυσόν και τον άργυρον, αφού θα έχουν ίδια ταμεία και θησαυροφυλάκια, όπου θα τα φυλάττουν κρυμμένα, επίσης δε και κατοικίας απομονωμένας, αληθινάς φωλεάς ιδικάς των, όπου θα κάμνουν μεγάλα έξοδα και σπατάλην με γυναίκας και με οποίους άλλους θέλουν. — Σωστότατα. — Επομένως θα είναι φιλάργυροι μεν διά τα ιδικά των χρήματα, αφού θα τα λατρεύουν και θα τα φυλάττουν κρυφά, σπάταλοι όμως διά τα ξένα, από την επιθυμίαν να ικανοποιούν τα πάθη των· παραδεδομένοι δε κρυφίως εις όλας τας ηδονάς, θα κυττάζουν πώς να διαφύγουν τον νόμον, σαν άτακτα παιδιά τον πατέρα των, εξ αιτίας της ανατροφής των, η οποία στηρίζεται εις την βίαν και όχι εις την πειθώ, επειδή παρημελήθη η Μούσα η αληθινή των λόγων και της φιλοσοφίας, και επροτιμήθη η γυμναστική αντί της μουσικής. — Όλως διόλου πράγματι είναι ανακατωμένη αυτή η πολιτεία με καλά και με κακά. — Ανακατωμένη, μάλιστα· ένα δε μόνον είναι καθαρόν και διαφανέστατον εις αυτήν, αφού επικρατεί το θυμοειδές, η φιλαρχία και η φιλοδοξία. — Και πάρα πολύ μάλιστα.
— Αυτή λοιπόν είναι η αρχή και η μορφή του πολιτεύματος τούτου, το οποίον, εννοείς, περιωρίσθην να σχεδιαγραφήσω απλώς και όχι να επεξεργασθώ τελείως, επειδή αρκεί και τόσον διά να γνωρίσωμεν τον δικαιότατον και τον αδικώτατον άνθρωπον, που ζητούμεν, θα ήτο δε εξ άλλου και ατελείωτον το έργον, αν ηθέλαμεν να διέλθωμεν όλα τα πολιτεύματα, χωρίς να παραλείπωμεν καμμίαν λεπτομέρειαν. — Και πολύ σωστά.
— Ποίος λοιπόν είναι ο άνθρωπος, που αντιστοιχεί προς αυτό το πολίτευμα; πώς μορφούται και ποίος είναι ο χαρακτήρ του; — Τον φαντάζομαι, διέκοψεν ο Αδείμαντος, να παρομοιάζη κάπως με τον Γλαύκωνα αυτόν, όσον αφορά τουλάχιστον την φιλοδοξίαν. — Ίσως κατά τούτο μόνον· μου φαίνεται όμως ότι διαφέρει κατά πολλά άλλα. — Ποία; — Εν πρώτοις πρέπει να είναι εκείνος αυθαδέστερος και κάπως αμουσότερος, αν και θα αγαπά την μουσικήν· θα αγαπά επίσης τους λόγους και τα ακροάματα, δεν θα έχη όμως ο ίδιος καμμίαν ρητορικήν ιδιοφυίαν· προς τους δούλους θα είναι σκληρός, αντί να τους περιφρονή, όπως εκείνοι που έλαβαν την τελείαν ανατροφήν, προς τους ελευθέρους ήμερος και προς τους άρχοντας ευπειθέστατος· φίλαρχος δε και φιλόδοξος επί πάσι, θα επιζητή τα αξιώματα όχι χάρις εις την ρητορικήν του ικανότητα, αλλά χάρις εις την πολεμικήν του αξίαν και τα πολεμικά του κατορθώματα, και θα είναι επομένως μανιώδης διά τας σωματικάς ασκήσεις και το κυνήγιον. — Αυτά αλήθεια θα είναι τα ήθη του ανθρώπου εκείνης της πολιτείας. — Αλλά ακόμη ο τοιούτος, εφ' όσον μεν είναι νέος, ίσως να περιφρονή τα χρήματα, όσον όμως προχωρή η ηλικία, θα του αναπτύσσεται επί μάλλον και μάλλον και το πάθος αυτό, διότι και εκ φύσεως μετέχει της φιλοχρηματίας και διότι και η αρετή του δεν είναι καθαρά και ακεραία, επειδή εξ αρχής εστερήθη του αρίστου αυτής φύλακος. — Τίνος; ηρώτησεν ο Αδείμαντος. — Της διαλεκτικής, συνδυασμένης με την μουσικήν διότι μόνον αυτή ημπορεί να διασώση την αρετήν καθ' όλον τον βίον εις την καρδίαν εκείνου, που την κατέχει. — Καλά λέγεις. — Τοιούτος λοιπόν είναι και ο χαρακτήρ του νέου, ο οποίος ομοιάζει με το τιμοκρατικόν πολίτευμα. — Πράγματι.
— Ιδού δε τώρα κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται· συμβαίνει ο νέος μας να έχη πατέρα κατοικούντα εις πόλιν κακώς κυβερνωμένην, ο οποίος αποφεύγει τας τιμάς και τα αξιώματα και όλας τας ενοχλήσεις που συνεπάγουν και προτιμά να μην έχη καμμίαν θέσιν εις την πόλιν, φθάνει να έχη εξησφαλισμένην την ησυχίαν του. — Λοιπόν πώς διαπλάσσεται ο χαρακτήρ του υιού; — Ακούει εν πρώτοις την μητέρα του να δυσανασχετή και να παραπονήται διαρκώς, διότι ο σύζυγός της δεν είναι από τους επισήμους και δι' αυτό δεν έχει και αυτή καμμίαν κοινωνικήν σειράν μεταξύ των άλλων γυναικών, διότι τον βλέπει να μη φροντίζη καθόλου να αυξήση την περιουσίαν του και να προτιμά να υφίσταται ανάνδρως κάθε ζημίαν των συμφερόντων του, παρά να έχη ανακατώματα και διαφοράς εις τα δικαστήρια, να ενασχολήται μόνον περί του εαυτού του, να δεικνύη δε τελείαν αδιαφορίαν περί αυτής· καθημερινώς λοιπόν την ακούει να επαναλαμβάνη και να λέγη, ότι ο πατέρας του δεν είναι άνδρας, ότι δεν είναι καμμιά προκοπή από αυτόν, και όλα τα τέτοια που συνηθίζουν να ψάλλουν αι γυναίκες εις αυτάς τας περιστάσεις. — Αυτό το έχουν πραγματικώς αι γυναίκες, είπεν ο Αδείμαντος. — Γνωρίζεις δε ακόμη ότι και οι υπηρέται της οικίας, θέλοντες να δείξουν ζήλον και ενδιαφέρον διά τον υιόν του κυρίου των, του ομιλούν ενίοτε κρυφίως με την ιδίαν γλώσσαν, και όταν παραδείγματος χάριν βλέπουν, ότι ο πατέρας του δεν έρχεται εις βοήθειάν του, ή διά να πληρώση κανένα του χρέος, ή διά να ξεμπλέξη από καμμιά βρωμοδουλειά, τον συμβουλεύουν και τον παρακινούν, όταν μεγαλώση, να κυνηγά τους εχθρούς του και να μην αφήνη να του πατούν το δίκιο και να είναι περισσότερον άνδρας από τον πατέρα του· και όταν εξέρχεται έξω όλο τα ίδια ακούει, και βλέπει ότι, όσοι περιορίζονται εις το έργον των, θεωρούνται ηλίθιοι και παραγκωνίζονται, ενώ όσοι κάθε άλλο κυττάζουν παρά την δουλειάν των, τιμώνται και δοξάζονται. Τότε λοιπόν ο νέος, όσον από το ένα μέρος βλέπει και ακούει αυτά, από το άλλο όμως πάλιν ακούει τους λόγους του πατέρα του και βλέπει πόσον η διαγωγή του και ο τρόπος του διαφέρει από τους άλλους, αισθάνεται τον εαυτόν του να τον τραβούν και από τα δύο μέρη, διότι ενώ ο πατέρας του καλλιεργεί και ενισχύει το λογιστικόν μέρος της ψυχής του, οι άλλοι απεναντίας του εξάπτουν το επιθυμητικόν και το θυμοειδές· και επειδή το φυσικόν του δεν είναι κακόν, αλλά απλώς έχει παρασυρθή από κακάς συναναστροφάς, ελκόμενος και από τα δύο μέρη, καταντά να πάρη τον μέσον δρόμον και να παραδώση πάσαν επί του εαυτού του εξουσίαν εις το θυμοειδές και φιλόνεικον μέρος της ψυχής του, το οποίον επίσης είναι το μέσον μεταξύ του λογιστικού και του επιθυμητικού· και τοιουτοτρόπως έγινεν άνθρωπος φιλόδοξος και υψηλόφρων. — Μου φαίνεται ότι πολύ καλά εξήγησες την γένεσιν αυτού του χαρακτήρος. — Έχομεν λοιπόν το δεύτερον είδος του πολιτεύματος και του ανθρώπου; — Το έχομεν. — Κατόπιν από αυτόν, δεν θα μεταβώμεν, καθώς λέγει ο Αισχύλος, εις «άλλον τώρα σ' άλλη κληρωμένο πόλη» (2) ή μάλλον πρώτα εις άλλο πολίτευμα, διά να ακολουθήσωμεν την τάξιν; — Εννοείται. — Το πολίτευμα που έρχεται, καθώς νομίζω, κατόπιν είναι η ολιγαρχία. — Και ποίαν μορφήν του πολιτεύματος ονομάζεις ολιγαρχίαν; — Το πολίτευμα το οποίον στηρίζεται επί της περιουσίας των πολιτών και εις το οποίον λαμβάνουν μέρος μόνον οι πλούσιοι, αποκλείονται δε οι πτωχοί. — Ενόησα. — Λοιπόν δεν πρέπει πρώτον να ειπούμεν πώς γίνεται η μετάβασις από την τιμοκρατίαν εις την ολιγαρχίαν; — Ναι. — Και τυφλός όμως το βλέπει, υποθέτω, πώς γίνεται. — Πώς; — Ο χρυσός ο συσσωρευόμενος εις τα ιδιωτικά ταμεία των πολιτών, είναι εκείνος που επιφέρει την καταστροφήν του πολιτεύματος· διότι πρώτον μεν δημιουργούν δαπάνας δια τους εαυτούς των και επομένως παραχαράττουν τον νόμον και αυτοί και αι γυναίκες των. — Φυσικά. — Έπειτα, νομίζω, το παράδειγμα αυτών ωθεί και τους άλλους να τους μιμηθούν και δεν αργούν να γίνουν όλοι οι ίδιοι. — Βεβαίως. — Ακολούθως το πάθος του χρηματισμού τους κυριεύει ολοένα και περισσότερον, και όσο δίδουν μεγαλυτέραν εκτίμησιν εις τον πλούτον, τόσον εκπίπτει η αξία της αρετής· διότι πραγματικώς η αρετή και ο πλούτος δεν έχουν τοιαύτην διαφοράν μεταξύ των, ώστε αν τα βάλωμεν εις τας δύο πλάστιγγας του ζυγού, όσον ανεβαίνει το ένα τόσον θα κατεβαίνη το άλλο; — Και βέβαια. — Ώστε εφ' όσον τιμώνται εις την πόλιν τα πλούτη και οι πλούσιοι, επί τοσούτον θα περιφρονούνται η αρετή και οι χρηστοί άνθρωποι. — Αυτό είναι φανερόν. — Επιδιώκεται όμως πάντοτε ένα πράγμα που το εκτιμούν, απεναντίας δε παραμελείται εκείνο που περιφρονούν. — Έτσι είναι. — Ώστε από φιλόδοξοι και φιλότιμοι που ήσαν εις την τιμοκρατίαν, καταντούν εις το τέλος να γίνουν φιλοχρήματοι και άπληστοι, και τον μεν πλούσιον εγκωμιάζουν και θαυμάζουν και ανυψώνουν εις τα αξιώματα του κράτους, τον δε πτωχόν περιφρονούν. — Αναμφιβόλως.
— Τότε λοιπόν θεσπίζουν διά νόμου ως όρον της συμμετοχής εις την εξουσίαν το ποσόν της περιουσίας, περισσότερον ή ολιγώτερον αναλόγως του βαθμού της ολιγαρχίας, αποκλείοντες της αρχής πάντας, όσων η περιουσία δεν ανέρχεται εις το ορισθέν τίμημα· όλα δε αυτά ή τα επιβάλλουν διά της βίας και των όπλων, ή και απλώς επισείοντες τον φόβον αναγκάζουν και τους άλλους να τα παραδεχθούν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι. — Ιδού λοιπόν εν συντόμω πώς λαμβάνει την σύστασίν του αυτό το πολίτευμα. — Μάλιστα· αλλά ποία είναι τα ήθη του και τα ελαττώματα, τα οποία είπαμεν ότι έχει;
— Πρώτον πρώτον αυτός ο θεμελιώδης όρος του πολιτεύματος· διότι, ειπέ μου, τι θα συνέβαινεν, αν εξελέγοντο οι κυβερνήται των πλοίων επί τη βάσει της περιουσίας των, και απεκλείετο ο πτωχός, με όλην την μεγαλυτέραν εμπειρίαν που θα είχεν εις τα ναυτικά; — Πάρα πολύ κακά θα επήγαινε τότε η τοιαύτη ναυτιλία. — Δεν θα συνέβαινε δε το ίδιον προκειμένου και διά κάθε άλλην αρχήν; — Υποθέτω. — Εκτός ίσως διά την αρχήν της πόλεως· ή και δι' αυτήν επίσης; — Δι' αυτήν ίσα ίσα περισσότερον από κάθε άλλην, αφού είναι το δυσκολώτατον και σπουδαιότατον είδος της αρχής. — Ώστε αυτό το μέγιστον ελάττωμα έχει εν πρώτοις η ολιγαρχία. — Φαίνεται.
— Αλλά τι; αυτό το άλλο σου φαίνεται τάχα μικρότερον; — Το ποίον; — Ότι κατ' ανάγκην η ολιγαρχική πόλις δεν είναι μία, αλλά δύο, η μία μεν των πτωχών και η άλλη των πλουσίων, οίτινες κατοικούν μεν ομού, θέλουν δε το κακόν οι μεν των δε. — Δεν είναι, μα την αλήθειαν, μικρότερον. — Αλλ' ακόμη δεν είναι και αυτό καλόν, ότι δεν ημπορούν ίσως να κάμουν και πόλεμον, διότι είναι ηναγκασμένοι ή να οπλίσουν προς τούτο το πλήθος, οπότε θα εφοβούντο αυτό μάλλον ή τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου, οπότε θα εφαίνοντο πραγματικώς ολιγαρχικοί εις την μάχην, εκτός του ότι οι πλούσιοι δεν εννοούν και να συνεισφέρουν χρήματα, αφού είναι φιλάργυροι. — Αλήθεια δεν είναι καλόν. — Τι δε; εκείνο που κατεδικάσαμεν προηγουμένως, να καταγίνωνται δηλαδή οι ίδιοι εις πολλά έργα συγχρόνως και να είναι μαζί και γεωργοί και έμποροι και πολεμισταί, όπως συμβαίνει εις αυτήν την πολιτείαν, σου φαίνεται τάχα πως είναι σωστόν; — Καθόλου μάλιστα.
— Βλέπε τώρα, αν απ' όλα αυτά τα κακά το μεγαλύτερον δεν εμφανίζεται κατά πρώτον εις αυτήν την πολιτείαν. — Το ποίον; — Ότι επιτρέπεται εις τον καθένα να εκποιήση όλην του την περιουσίαν, και εις ένα άλλον να την αγοράση από αυτόν, και εκείνος που την επώλησε να παραμένη εις την πόλιν, χωρίς να είναι πλέον τίποτε δι' αυτήν, ούτε έμπορος, ούτε τεχνίτης, ούτε ιππεύς, ούτε οπλίτης, αλλά να ονομάζεται απλώς πτωχός και άπορος. — Έχεις δίκαιον. — Δεν εμποδίζεται λοιπόν αυτό εις τας ολιγαρχικάς πολιτείας· διότι αλλέως δεν θα ήταν οι μεν υπέρπλουτοι, οι δε πάμπτωχοι. — Σωστά. — Πρόσεξε ακόμη και εις αυτό· όταν, καθ' όν καιρόν ήτο πλούσιος, εξώδευεν αλύπητα ο τοιούτος, είχε από αυτό καμμίαν ωφέλειαν η πολιτεία; εθεωρείτο τότε ένας από τους αρχηγούς της, ή πράγματι δεν ήτο ούτε άρχων ούτε υπηρέτης, αλλ' απλώς εξοδευτής των ετοίμων; — Όπως το λέγεις· δεν ήτο τίποτε άλλο παρά εξοδευτής. — Θέλεις λοιπόν να τον ονομάσωμεν αυτόν, όπως είναι ο κηφήν εις την κυψέλην νόσημα του σμήνους, τοιουτοτρόπως και αυτός νόσημα της πόλεως; — Ακούς εκεί δεν θέλω; — Όμως, ω Αδείμαντε, τους μεν πτερωτούς κηφήνας ο θεός τους έκαμε δίχως κέντρον, ενώ από αυτούς τους δίποδας κηφήνας, εις μερικούς μεν δεν έδωσεν επίσης κέντρον, εις άλλους όμως έδωσε και πολύ φοβερόν μάλιστα· και αυτοί μεν που δεν έχουν, αποθνήσκουν εις τα γηρατειά των πτωχοί, από δε τους άλλους γίνονται όλοι εκείνοι, που ονομάζονται κακούργοι· δεν είναι αλήθεια; — Βεβαιότατα. — Είναι λοιπόν φανερόν, ότι εις μίαν πόλιν, όπου θα ιδής πτωχούς, υπάρχουν κρυμμένοι το δίχως άλλο κλέπται και λωποδύται και ιερόσυλοι και εν γένει εργάται πάσης τοιαύτης κακίας. — Φανερόν. — Τι λοιπόν; εις τας ολιγαρχουμένας πόλεις υπάρχουν πτωχοί; — Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι εκτός των αρχόντων. — Πώς λοιπόν να μη πιστεύωμεν, ότι θα υπάρχουν εις αυτάς και πλήθος κακούργοι με κέντρα, τους οποίους φροντίζουν οι άρχοντες και συγκρατούν διά της βίας; — Βεβαίως. — Και από ποίαν άλλην αφορμήν προέρχεται τούτο, παρά από την απαιδευσίαν και την κακήν ανατροφήν και από την ελαττωματικήν σύστασιν της πολιτείας; — Από καμμίαν άλλην. — Τοιαύτη τις λοιπόν σχεδόν είναι η ολιγαρχουμένη πόλις και αυτά τα ελαττώματά της, ίσως δε και περισσότερα. — Μάλιστα. — Και ας θεωρήσωμεν επομένως τελειωμένην την απεικόνισιν και αυτής της πολιτείας, την οποίαν ονομάζουν ολιγαρχίαν και της οποίας οι άρχοντες γίνονται επί τη βάσει της περιουσίας· τώρα ας εξετάσωμεν και τον άνθρωπον, που της είναι όμοιος, και πώς σχηματίζεται και ποίος είναι ο χαρακτήρ του. — Ας ίδωμεν. — Δεν σου φαίνεται, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον μεταπίπτει από του τιμοκρατικού εκείνου εις τον ολιγαρχικόν; — Πώς; — Ο υιός από την παιδικήν του ηλικίαν κατά πρώτον μεν φιλοτιμείται να μιμηθή τον πατέρα του και να βαδίση επί τα ίχνη του· αλλ' ακολούθως, όταν ιδή έξαφνα, ότι ο πατέρας του προσέκρουσεν εις την πόλιν, όπως επάνω εις βράχον, και αφού έκαμε αβαρίαν και της περιουσίας του και του εαυτού του, κατά την διαχείρισιν είτε στρατηγίας τινός ή καμμιάς άλλης αρχής, έπεσε εις τα δικαστήρια και εις τα νύχια των συκοφαντών, και κατεδικάσθη ή εις θάνατον ή εις εξορίαν ή εις την στέρησιν των πολιτικών του δικαιωμάτων και την δήμευσιν της περιουσίας του, — Όπως συμβαίνει φυσικά. — Όταν, λέγω, ιδή όλα αυτά και πάθη και φοβηθή τα ίδια και διά τον εαυτόν του, τότε, νομίζω, και αυτός κρημνίζει κατακέφαλα από τον θρόνον της ψυχής του την φιλοδοξίαν και το θυμοειδές εκείνο, και ταπεινωθείς από την πτωχείαν δεν σκέπτεται άλλο παρά πώς να κάμη περιουσίαν, και κατά μικρόν με πολλάς στερήσεις, μεγάλην οικονομίαν και αδιάκοπον εργασίαν το κατορθώνει· δεν νομίζεις λοιπόν τότε, ότι εις εκείνον τον θρόνον, από τον οποίον εδίωξε την φιλοδοξίαν, θα αναβιβάση την φιλοχρηματίαν και το επιθυμητικόν, το οποίον θα ανακηρύξη μέγαν βασιλέα του και θα του φορέση τιάρας και στρεπτούς και ακινάκας; — Το πιστεύω. — Το δε λογιστικόν βέβαια και το θυμοειδές θα τα ρίψη χάμω δούλους και υποπόδια εκατέρωθεν του θρόνου του, και εις μεν το ένα δεν θα επιτρέπη να σκέπτεται και να συλλογίζεται τίποτε άλλο, παρά πώς θα κάμη από ολιγώτερα περισσότερα τα χρήματά του, το δε άλλο πάλιν τίποτε να μη θαυμάζη και τιμά παρά τον πλούτον και τους πλουσίους και να μην έχη άλλην φιλοδοξίαν παρά την απόκτησιν χρημάτων και οτιδήποτε άλλο οδηγεί προς τούτο. — Δεν υπάρχει άλλη μετάβασις τόσον ταχεία και ισχυρά δι' ένα νέον, όσον από την φιλοδοξίαν εις την φιλοχρηματίαν. — Αυτός λοιπόν δεν είναι ο ολιγαρχικός; — Η μεταβολή τουλάχιστον που τον έκαμε τοιούτον είναι ομοία με την μεταβολήν, εκ της οποίας προήλθεν η ολιγαρχία. — Ας εξετάσωμεν λοιπόν αν είναι όμοιος με αυτήν. — Ας το εξετάσωμεν.
— Πρώτη λοιπόν ομοιότης δεν είναι, ότι εκτιμά τα χρήματα περισσότερον από κάθε άλλο; — Πώς όχι; — Έπειτα, ότι είναι φειδωλός και εργατικός και δεν ικανοποιεί παρά μόνον τας απολύτους ανάγκας και επιθυμίας του και απαγορεύει κάθε άλλην δαπάνην εις τον εαυτόν του και υποδουλώνει όλας τας άλλας επιθυμίας του ως ματαίας. — Πραγματικώς. — Είναι επομένως βρωμερά γλίσχρος, αφού ζητεί από το κάθε τι να κερδίση, με μίαν λέξιν άνθρωπος θησαυροποιός, από εκείνους δα που θαυμάζει το πλήθος· ή δεν είναι αυτός, που ομοιάζει με το ολιγαρχικόν πολίτευμα; — Μάλιστα, διότι και από τα δύο μέρη τα χρήματα είναι που έχουν την μεγαλυτέραν αξίαν και εκτίμησιν. — Διά τον λόγον, ότι καμμίαν προσοχήν, υποθέτω, δεν έδωσεν ο τοιούτος άνθρωπος διά την μόρφωσίν του. — Και εγώ το υποθέτω, διότι άλλως δεν θα ελάμβανεν ένα οδηγόν τυφλόν και δεν θα τον εξετίμα τόσον. — Πολύ ωραία το είπες· πρόσεχε δε τώρα εις αυτό· δεν θα έχωμεν δίκαιον να ειπούμεν, ότι η απαιδευσία του εγέννησεν επιθυμίας ως του κηφήνος, άλλας μεν πτωχικάς, άλλας δε κακούργους, τας οποίας μόλις και μετά βίας προσπαθεί να συγκρατή; — Μάλιστα. — Και γνωρίζεις πού θα ίδης εκδηλουμένας τας κακούργους διαθέσεις των; — Πού; — Όταν αναλάβουν έξαφνα την επιτροπείαν ορφανών, ή τίποτε άλλο ανάλογον, που θα έχουν όλην την ελευθερίαν να καταχρασθούν και να αδικήσουν. — Αλήθεια λέγεις. — Δεν είναι λοιπόν εκ τούτου φανερόν ότι εις τας άλλας του συναλλαγάς, εις τας οποίας ευδοκιμεί θεωρούμενος έντιμος και δίκαιος κατορθώνει, με όχι μικράν επιβολήν επί του εαυτού του να συγκρατήση τας αγρίας επιθυμίας που κρύπτει μέσα του, όχι διότι είναι πεπεισμένος ότι αυτό είναι καλύτερον, ούτε διότι τας χαλιναγωγεί διά του ορθού λόγου, αλλ' εξ ανάγκης και από φόβον, διότι τρέμει μήπως χάση και την άλλην περιουσίαν; — Αναμφιβόλως. — Αλλ' όταν πρόκειται να εξοδεύσουν τα ξένα χρήματα, τότε μα την αλήθειαν, φίλε μου, θα ανακαλύψης εις τους πλείστους εξ αυτών κεκρυμμένας τας φυσικάς εκείνας επιθυμίας του κηφήνος. — Και εις τον υπέρτατον μάλιστα βαθμόν. — Ο τοιούτος λοιπόν άνθρωπος δεν θα είναι απηλλαγμένος εσωτερικών στάσεων, ούτε θα είναι ένας, αλλά διπλούς, διότι αι καλύτεραι και αι χειρότεραι επιθυμίαι, που έχει μέσα του, θα πολεμούν μεταξύ των, θα υπερισχύουν όμως οπωσδήποτε αι καλύτεραι. — Έτσι είναι. — Διά τούτο δε νομίζω θα τηρή ο τοιούτος τα εξωτερικά τουλάχιστον προσχήματα καλύτερα από πολλούς άλλους· η αληθινή όμως αρετή, η οποία προέρχεται από την εσωτερικήν ομόνοιαν και αρμονίαν της ψυχής, θα είναι βέβαια πράγμα τελείως άγνωστον δι' αυτόν. — Το πιστεύω. — Προκειμένου δε περί ευγενούς αμίλλης μεταξύ των πολιτών, ή διά καμμίαν νίκην, ή δι' ό,τι άλλο από τα ωραία αγωνίσματα της φιλοτιμίας, ο φιλοχρήματος κάθε άλλο παρά να λαμβάνη ενεργητικόν μέρος εις αυτά, διότι δεν θέλει να εξοδεύη χρήματα διά την δόξαν και τους τοιούτους αγώνας, και φοβείται να εξεγείρη μέσα του τας εξοδευτικάς επιθυμίας και να τας προσκαλέση εις βοήθειάν του και εις σύμπραξιν· πολεμεί λοιπόν με ολίγιστον μέρος από τα ιδικά του, πράγματι ολιγαρχικώς, και επομένως νικάται μεν πάντοτε, αλλά και πάντοτε μένει πλούσιος. — Έτσι είναι. — Θα αμφιβάλλωμεν λοιπόν ακόμη περί της πλήρους ομοιότητος, που υφίσταται μεταξύ της ολιγαρχουμένης πολιτείας και του φιλοχρημάτου και φειδωλού ανθρώπου; — Καθόλου.
— Έρχεται τώρα η σειρά της δημοκρατίας, να εξετάσωμεν πώς σχηματίζεται και ποίος είναι ο χαρακτήρ αυτής, ούτως ώστε, αφού γνωρίσωμεν και τον χαρακτήρα του ανθρώπου, που της ομοιάζει, να υποβάλωμεν και αυτόν υπό την κρίσιν μας. — Θα ακολουθήσωμεν δηλαδή και εις αυτό την ιδίαν μας μέθοδον. — Ιδού λοιπόν πώς γίνεται η μετάβασις από την ολιγαρχίαν εις την δημοκρατίαν, ένεκα της απληστίας προς επαύξησιν της κεκτημένης περιουσίας, πράγμα το οποίον θεωρείται ως το ανώτατον αγαθόν εν τη ολιγαρχική πολιτεία. — Πώς γίνεται; — Επειδή οι άρχοντες εν αυτή οφείλουν το αξίωμά των εις τα μεγάλα των πλούτη, δεν τους συμφέρει να περιορίσουν διά νόμου την ελευθερίαν των ασώτων νέων, ώστε να μην έχουν το δικαίωμα να σπαταλούν και να καταβροχθίζουν τας περιουσίας των, διά να αγοράζουν αυτοί τα αγαθά των ή να τους δανείζουν με βαρείς τόκους και τοιουτοτρόπως να αυξάνουν ακόμη περισσότερον τα πλούτη των και την υπόληψίν των. — Αναμφιβόλως. — Είναι όμως ήδη φανερόν, ότι αδύνατον συγχρόνως και να τιμούν τον πλούτον εις μίαν πόλιν, και να εξασκούν την εγκράτειαν και την σωφροσύνην, αλλά κατ' ανάγκην ή το ένα θα παραμελούν ή το άλλο. — Εκτός πάσης αμφιβολίας. — Παραμελούντες λοιπόν οι άρχοντες εις τας ολιγαρχικάς πολιτείας και μη φροντίζοντες να περιορίσουν την ακολασίαν, ηνάγκασαν πολλούς, ανθρώπους ίσως εκ φύσεως ευγενών αισθημάτων, να καταντήσουν εις την εσχάτην ένδειαν. — Μάλιστα. — Κάθηνται λοιπόν αυτοί εις την πόλιν με το κέντρον έτοιμον και ωπλισμένοι, άλλοι μεν κατάχρεοι, άλλοι στερημένοι τα πολιτικά τους δικαιώματα, άλλοι και τα δύο μαζί, με την καρδίαν γεμάτην έχθραν και επιβουλήν εναντίον εκείνων, που επλούτησαν με τα λείψανα της περιουσίας των, και εναντίον όλων εν γένει των πολιτών, τρέφοντες σχέδια γενικής ανατροπής των πραγμάτων. — Έτσι είναι. — Εν τω μεταξύ οι χρηματισταί, πεσμένοι με τα μούτρα εις τη δουλειά των, χωρίς να κάνουν πως τους προσέχουν καν αυτούς, περιμένουν τίνος από τους άλλους θα έλθη τώρα η σειρά να πέση εις τα νύχια των, διά να τον αφαιμάξουν, δανείζοντες εις αυτόν και λαμβάνοντες τόκους πολύ περισσοτέρους από το αρχικόν κεφάλαιον και αυξάνοντες τοιουτοτρόπως τον αριθμόν των πτωχών και των κηφήνων εις την {πόλιν}. — Πώς βέβαια να μην τον αυξάνουν; — Δεν εννοούν μολαταύτα ν' ανακόψουν την πρόοδον του κακού, που υποβόσκει, είτε απαγορεύοντες εις τους ιδιώτας, να διαθέτουν όπως τους φανή την περιουσίαν των, είτε και με ένα άλλο μέσον, διά του οποίου προλαμβάνονται όλα αυτά τα κακά. — Και ποίον είναι αυτό το μέσον; — Ένας νόμος, ο οποίος, ελλείψει του πρώτου, θα ηνάγκαζε τους πολίτας να είναι τίμιοι εις τας συναλλαγάς των· διότι αν ήθελέ τις ορίση τα τοιούτου είδους συμβόλαια να γίνωνται επί κινδύνω των δανειστών, και η τοκογλυφία θα εξησκείτο ολιγώτερον αναιδώς εις την πόλιν, και ολιγώτερα από αυτά τα κακά, που είπαμεν τώρα, θα ανεφύοντο εν αυτή. — Πολύ σωστά. — Ενώ τώρα οι άρχοντες δι' όλους αυτούς τους λόγους γίνονται αφορμή να περιέρχωνται εις αυτήν την κατάστασιν οι υπήκοοί των· αυτοί δε οι ίδιοι και τα τέκνα των ζώντες βίον τρυφηλόν και μη γυμνάζοντες ούτε τα σώματα ούτε τας ψυχάς των, καταντούν μαλθακοί και ανίκανοι να αντισταθούν και εις τας ηδονάς και εις τας λύπας. — Πράγματι. — Αλλ' αφού αυτοί οι πατέρες δεν σκέπτονται τίποτε άλλο, παρά πώς να αυξήσουν την περιουσίαν των, είναι δυνατόν να φροντίζουν περί αρετής περισσότερον από την τάξιν των πτωχών; — Όχι βέβαια.
— Λοιπόν, υπό τοιαύτας συνθήκας, όταν τύχη και ευρεθούν μαζί άρχοντες και υπήκοοι, είτε εις καμμίαν πορείαν, ή αποστολήν, ή εκστρατείαν κατά ξηράν ή θάλασσαν ως συστρατιώται ή συμπλωτήρες, ή εις οιανδήποτε άλλην περίστασιν και γνωρισθούν καλά μεταξύ των εις τους κινδύνους, βέβαια δεν θα έχουν λόγον οι πλούσιοι να περιφρονούν τους πτωχούς· αλλ' απεναντίας, όταν ένας πτωχός, ξερακιανός και ηλιοκαμμένος, τύχη να έχη παραστάτην εις τον πόλεμον κανένα πλούσιον, που δεν τον είδε ποτέ ο ήλιος και γεμάτον περιττά κρέατα και πάχη, και τον ιδή να λαχανιάζη και να μην ηξεύρη πώς να εξοικονομήση τον εαυτόν του, δεν νομίζεις πως θα σκεφθή αμέσως, ότι από την ιδικήν των την ανανδρίαν είναι πλούσιοι οι τοιούτοι, και δεν θα λέγουν ο ένας του άλλου, όταν συναντώνται ιδιαιτέρως, ότι «οι άνθρωποί μας δεν αξίζουν τίποτε»; — Πολύ καλά το γνωρίζω, ότι αυτό πράγματι γίνεται.
— Λοιπόν, όπως ένα σώμα ασθενικόν δεν χρειάζεται παρά την ελαχίστην αφορμήν απέξω διά να πέση κάτω, ενίοτε δε υφίσταται γενικήν διατάραξιν και χωρίς καμμίαν εξωτερικήν αιτίαν, το ίδιον και μία πολιτεία, ευρισκομένη εις την αυτήν κατάστασιν, αρκεί μικρά αφορμή, διά να αναστατωθή και παραδοθή εις τον εμφύλιον πόλεμον, όταν ή οι πτωχοί επικαλεσθούν την βοήθειαν μιας δημοκρατουμένης πόλεως, ή οι πλούσιοι ολιγαρχουμένης, ενίοτε δε και χωρίς να γίνη και αυτό. — Πολύ σωστά. — Και το πολίτευμα μεταβάλλεται εις δημοκρατικόν, όταν, μου φαίνεται, υπερισχύσουν οι πτωχοί και άλλους μεν φονεύσουν, άλλους δε εξορίσουν, και μοιράσουν με τους λοιπούς εξ ίσου τας αρχάς και τα αξιώματα της πολιτείας [εκλεγομένων ως επί το πλείστον των αρχόντων διά του κλήρου]. — Κατ' αυτόν πράγματι τον τρόπον γίνεται η σύστασις της δημοκρατίας, είτε αν νικήσουν διά των όπλων οι πτωχοί, είτε αν οι πλούσιοι από φόβον αποφασίσουν να αποχωρήσουν μόνοι των εκ της πόλεως.
— Ποίος λοιπόν θα είναι τώρα ο τρόπος της διοικήσεως, και ποία τα ήθη της πολιτείας ταύτης; διότι είναι φανερόν ότι εξ αυτής της εξετάσεως θα ευρεθή τοιούτος και ο δημοκρατικός άνθρωπος. — Βεβαίως — Λοιπόν εν πρώτοις όλοι των είναι ελεύθεροι, και επικρατεί εις την πολιτείαν πλήρης ελευθερία και παρρησία και εξουσία να κάμνη ο καθένας ό,τι θέλει. — Αυτό τουλάχιστον λέγεται. — Όπου όμως υπάρχει αυτή η εξουσία, είναι φανερόν ότι έκαστος πολίτης θα διαθέτη και θα κανονίζη τον βίον του κατ' αρέσκειαν. — Μάλιστα, φανερόν. — Επομένως θα υπάρχη εις αυτήν την πολιτείαν μεγίστη ποικιλία ανθρωπίνων τύπων και χαρακτήρων. — Και πώς όχι; — Μα την αλήθειαν κινδυνεύει να θεωρηθή η ωραιοτέρα από όλας τας πολιτείας αυτή, καθώς φόρεμα κεντημένον με πολυποίκιλα άνθη, τοιουτοτρόπως στολισμένη και αυτή με παντοειδή ήθη και χαρακτήρας· και δι' αυτό ίσως, όπως τα παιδιά και αι γυναίκες θαυμάζουν την ποικιλίαν του στολισμού, να κρίνουν και οι πολλοί ωραιοτέραν αυτήν την πολιτείαν. — Δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω. — Και εις αυτήν την πολιτείαν είναι που ημπορεί κανείς να έλθη να διαλέξη το είδος του πολιτεύματος που του έρχεται εις τον λογαριασμόν. — Πώς αυτό; — Διότι περικλείει όλα τα είδη των πολιτευμάτων, χάρις εις την εξουσίαν που έχει ο καθένας να ζη όπως θέλει· και φαίνεται, πως αν ήθελε κανείς να χαράξη το σχέδιον μιας πολιτείας, όπως δα εκάμναμεν και ημείς τώρα, δεν θα έχη ανάγκην παρά να μεταβή εις μίαν δημοκρατουμένην πάλιν, όπως πηγαίνει κανείς εις την αγοράν ή εις το παντοπωλείον, και να διαλέξη το είδος της αρεσκείας του, σύμφωνα με το οποίον να εκτελέση το σχέδιόν του. — Ίσως πράγματι δεν θα του λείψουν πρότυπα.
— Δεν φαίνεται δε θαυμασία εκ πρώτης όψεως και πολύ χαριτωμένη η τοιαύτη διευθέτησις των πραγμάτων, ώστε να μην έχης την υποχρέωσιν να αναλαμβάνης καμμίαν δημοσίαν λειτουργίαν, όσην και αν έχης ικανότητα προς τούτο, ούτε πάλιν να υπόκεισαι εις καμμίαν εξουσίαν, εάν δεν θέλης, ούτε να πηγαίνης εις τον πόλεμον, ενώ οι άλλοι πηγαίνουν, ούτε να έχης ειρήνην, όταν έχουν οι άλλοι, εάν δεν το επιθυμής εσύ, ή, εάν κανείς νόμος σου αποκλείη το δικαίωμα να γίνης άρχων και δικαστής, εσύ μολαταύτα να γίνεσαι, εάν σου κατέβη εις το κεφάλι; — Ίσως πράγματι εκ πρώτης όψεως. — Έπειτα, τι σου λέγει εκείνη ενίοτε η επιείκεια προς τους καταδικασμένους; ή δεν έτυχε ποτέ να ιδής εις τοιαύτην πολιτείαν ανθρώπους καταδικασθέντας εις θάνατον ή εις εξορίαν, να μένουν και να αναστρέφωνται εν μέσω των άλλων, και ως να μην τον επρόσεχε ή τον έβλεπε κανείς, να περιφέρεται αρειμανίως εν μέση αγορά ως ήρως; — Και πολλούς μάλιστα είδα.
— Εκείνη δε η συγκαταβατικότης των, η απηλλαγμένη και του ελαχίστου ίχνους μικρολογίας; εκείνη η καταφρόνησις προς όλας τας αρχάς, τας οποίας ημείς με τόσην σοβαρότητα και σεβασμόν πραγματευόμεθα, όταν εσχεδιάζαμεν την πόλιν μας, λέγοντες ότι, ουδέποτε, εκτός αν έχη τις τελείαν εκ φύσεως προδιάθεσιν, εκτός αν εκ παιδικής ηλικίας και εν μέσω των παιγνίων του ζη με τα παραδείγματα του καλού και ακολούθως σπουδάση επιμελώς όλα αυτά, είναι δυνατόν να γίνη κανείς ενάρετος και καλός άνθρωπος; με πόσην μεγαλοπρέπειαν ποδοπατή όλας αυτάς τας αρχάς και χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται να γνωρίση με ποίαν προπαρασκευήν κατήλθεν εις το πολιτικόν στάδιον ο δείνα πολιτευόμενος, τον περιβάλλει με όλην του την εκτίμησιν και υποστήριξιν, αρκεί μόνον να διακηρύττη εκείνος ότι είναι φίλος και προστάτης των συμφερόντων του λαού! — Τι γενναία πράγματι συγκατάβασις! — Αυτά έχει και άλλα πολλά, όμοια πλεονεκτήματα η δημοκρατία και είναι, καθώς βλέπεις, πολίτευμα ευχάριστον, με μεγάλην ποικιλίαν και με τελείαν αναρχίαν, αφού διανέμει την ισότητα ομοίως μεταξύ ίσων και ανίσων. — Πράγματα πολύ γνωστά μας λέγεις.
— Πρόσεξε τώρα και οποίος τις θα είναι ο χαρακτήρ του ατόμου εις μίαν δημοκρατίαν· ή θέλεις πρώτα να εξετάσωμεν, όπως το εκάμαμεν και διά το πολίτευμα, κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται; — Μάλιστα. — Λοιπόν ως εξής κατά την ιδέαν μου· ο φιλοχρήματος εκείνος και ολιγαρχικός έχει υιόν, ο οποίος ανατραφείς υπό του πατρός του έχει τα ίδια αισθήματα με αυτόν. — Πώς όχι; — Και ούτος λοιπόν διά της βίας κατορθώνει και χαλιναγωγεί τας επιθυμίας του εκείνας, αι οποίαι χωρίς να του φέρουν κανένα κέρδος, απεναντίας είναι δαπανηραί, και δι' αυτό και ονομάζονται όχι αναγκαίαι. — Μάλιστα. — Θέλεις λοιπόν, διά να κάμωμεν σαφέστερα τα πράγματα, να ορίσωμεν πρώτα ποίας λέγομεν αναγκαίας επιθυμίας και ποίας όχι; — Θέλω. Αναγκαίαι λοιπόν επιθυμίαι δεν πρέπει να ονομασθούν δικαίως εκείναι, που δεν ημπορούμεν να τας αποφύγωμεν και των οποίων η ικανοποίησις μας είναι ωφέλιμος; διότι είναι φανερόν ότι και τα δύο αυτά είναι ανάγκαι επιβεβλημέναι υπό της φύσεως. — Και πολύ μάλιστα. — Ώστε έχομεν δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις αυτάς τον χαρακτηρισμόν του αναγκαίου. — Βεβαίως. — Τι δε; εκείνας, από τας οποίας θα ημπορούσε κανείς να απαλλαχθή, αν το έκαμνε έργον του από νεαράς ηλικίας, και αι οποίαι κανένα κα\ον δεν μας κάμνουν που υπάρχουν, αλλά το εναντίον, δεν θα ήτο ορθόν, αν ηθέλομεν τας ονομάση όχι αναγκαίας; — Πολύ ορθόν. — Να λάβωμεν τώρα ένα παράδειγμα και διά τα δύο είδη, διά να έχωμεν ένα τύπον αυτών; — Πρέπει βέβαια. — Λοιπόν, η επιθυμία του να φάγωμεν απλώς όσον χρειάζεται διά την υγείαν μας και την ευεξίαν ή και η επιθυμία ηρτυμένου φαγητού, δεν είναι αναγκαία; — Το νομίζω. — Και η μεν επιθυμία απλώς του να φάγωμεν είναι και διά τους δύο λόγους, νομίζω, αναγκαία, και διότι είναι ωφέλιμος και διότι χωρίς αυτό δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν. — Ναι. — Του δε ηρτυμένου φαγητού, εφ' όσον παρέχει κάποιαν ωφέλειαν διά την ευεξίαν μας. — Πολύ σωστά. — Πέραν όμως από αυτό η επιθυμία φαγητών ασυνηθίστων και αλλοκότων παρασκευασμάτων, επιθυμία βλαβερά μεν διά το σώμα, επιβλαβής δε και διά την σωφροσύνην και την νηφαλιότητα της ψυχής, και από της οποίας διά της καταλλήλου εκπαιδεύσεως δύνανται οι περισσότεροι εκ νεαράς ηλικίας να απαλλαχθούν, η τοιαύτη επιθυμία δεν δύναται δικαίως να ονομασθή όχι αναγκαία; — Και πολύ μάλιστα. — Ημπορούμεν λοιπόν ακόμη αυτάς μεν να τας ονομάσωμεν και δαπανηράς, τας δε πρώτας επικερδείς, διότι χρησιμεύουν να μας κάμνουν ικανούς να εργαζώμεθα — Πώς όχι; — Δεν συμβαίνει δε το ίδιον και με τας ερωτικάς και με όλας τας άλλας επιθυμίας; — Το ίδιον. — Εκείνον λοιπόν που ωνομάσαμεν προηγουμένως κηφήνα, δεν είναι αυτός που κυριαρχείται από τας τοιαύτας ηδονάς και επιθυμίας τας μη αναγκαίας, ενώ απεναντίας ο φιλοχρήματος και ολιγαρχικός έχει μόνον τας αναγκαίας; — Πώς όχι;
— Ας το εξηγήσωμεν λοιπόν τώρα εξ αρχής πώς από τον ολιγαρχικόν γίνεται ο δημοκρατικός· κατ' αυτόν τον τρόπον μου φαίνεται πως γίνεται το πράγμα ως επί το πλείστον. — Πώς; — Όταν ένας νέος, ανατεθραμμένος, όπως ελέγαμεν, με την αγάπην του κέρδους και εν γένει αμελώς, γευθή άπαξ από το μέλι των κηφήνων και τύχη να συναναστραφή με τα δεινά και φοβερά εκείνα θηρία, που ημπορούν να του παρασκευάσουν ποικίλας και παντοειδείς ηδονάς, από αυτήν την στιγμήν, γνώριζε, αρχίζει να μεταβάλλεται η εν αυτώ ολιγαρχική φύσις εις δημοκρατικήν. — Κατ' ανάγκην. — Και όπως η ολιγαρχική πολιτεία μεταβάλλει μορφήν, όταν την δημοκρατικήν μερίδα την βοηθήσουν έξωθεν σύμμαχοι των αυτών φρονημάτων, δεν μεταβάλλεται επίσης και ο νέος, όταν έξωθεν όμοιαι και συγγενείς επιθυμίαι, βοηθήσουν το έτερον είδος των εν αυτώ επιθυμιών; — Βεβαιότατα. — Και εάν μεν σπεύση αφ' ετέρου προς βοήθειαν της εν αυτώ ολιγαρχικής μερίδος των επιθυμιών καμμία άλλη συμμαχία, ο πατέρας του δηλαδή και οι άλλοι οικείοι του με τας νουθεσίας των και τας επιπλήξεις των, τότε, νομίζω, συνάπτεται μέσα του πόλεμος σωστός μεταξύ των δύο μερίδων. — Πώς όχι; — Και άλλοτε μεν συμβαίνει να ηττηθή η δημοκρατική μερίς υπό της ολιγαρχικής, και τότε αι κακαί επιθυμίαι εν μέρει μεν τελείως εξαφανίζονται, εν μέρει δε εκδιώκονται εκ της ψυχής του νέου, μέσα εις την οποίαν γεννάται το αίσθημα της εντροπής, και επανέρχεται τοιουτοτρόπως εις την ευθείαν οδόν. — Πράγματι συμβαίνει αυτό ενίοτε. — Πάλιν όμως μετ' ολίγον, εξ αιτίας της κακής ανατροφής, που έλαβε από τον πατέρα του, άλλαι επιθυμίαι ισχυρότεραι και περισσότεραι διαδέχονται εκείνας που κατώρθωσε να εξορίση. — Πράγματι και αυτό γίνεται συνήθως. — Τον παρασύρουν λοιπόν προς τας αυτάς κακάς συναναστροφάς, και από την λαθραίαν αυτήν επιμιξίαν γεννώνται πλήθος νέων επιθυμιών μέσα του. Πώς όχι; Εις το τέλος όμως καταλαμβάνουν την ακρόπολιν της ψυχής νέου αντιληφθείσαι, ότι είναι κενή μαθήσεως και καλών έξεων και αληθινών αρχών, που χρησιμεύουν ως οι καλύτεροι φρουροί και φύλακες διά την διάνοιαν των θεοφιλών ανθρώπων. — Αναμφιβόλως. — Κρίσεις δε ψευδείς και δοξασίαι επιπόλαιαι και αλλαζονικαί αναβαίνουν και πιάνουν την θέσιν, που έπρεπε να κατέχουν εκείναι. — Αυτό γίνεται. Τότε λοιπόν δεν επιστρέφει και μένει διά παντός πλέον φανερά μαζί με τους λωτοφάγους εκείνους και αν τύχη να έλθη εκ μέρους των οικείων του καμμία ενίσχυσις εις την αντίθετον, την φειδωλήν μερίδα της ψυχής του, αι αλαζονικαί δοξασίαι δεν κλείουν τας πύλας του εν αυτώ βασιλικού τείχους και ούτε εις αυτήν την επικουρίαν επιτρέπουν την είσοδον, ούτε θέλουν να ακούσουν τους λόγους, που φέρει πρεσβεία ανθρώπων πρεσβυτέρων και συνετών; αλλ' αφού εξησφάλισαν υπέρ εαυτών την νίκην με την βοήθειαν πλήθους ανωφελών επιθυμιών, εκδιώκουν μεν ατίμως την εντροπήν ονομάζοντες αυτήν ηλιθιότητα, κυνηγούν με πολλούς προπηλακισμούς την σωφροσύνην, την οποίαν αποκαλούν ανανδρίαν, και στέλλουν εις εξορίαν την μετριότητα και ολιγάρκειαν, τας οποίας χαρακτηρίζουν ως χωριατοσύνην και προστυχιάν. — Αληθινά. — Αφού λοιπόν τοιουτοτρόπως απαλλάξουν από αυτάς και καθαρίσουν την ψυχήν του νέου, που επήραν εις την κατοχήν των και τον μυούν εις τα μεγάλα μυστήρια, τότε δα πλέον εισάγουν εις αυτήν, μετά μεγάλης και λαμπράς ακολουθίας και με στεφάνους εις την κεφαλήν, την αυθαιρεσίαν και την αναρχίαν και την ακολασίαν και την αναίδειαν, τας οποίας στολίζουν με εγκώμια και χαϊδευτικά ονόματα, αποκαλούντες την μεν αυθαιρεσίαν τρόπον του φέρεσθαι καθώς πρέπει, την αναρχίαν ελευθερίαν, την ακολασίαν μεγαλοπρέπειαν, και την αναίδειαν ανδρείαν. Δεν είναι πράγματι κατ' αυτόν τον τρόπον, που ένας νέος συνηθισμένος εκ παιδικής ηλικίας να ικανοποιή τας αναγκαίας μόνον επιθυμίας του, μεταβάλλει κατάστασιν και παραδίδεται με όλην την ελευθερίαν και την άδειαν εις τας μη αναγκαίας και ωφελίμους ηδονάς; — Με μεγάλην πράγματι ακρίβειαν και ζωηρότητα εζωγράφισες την μεταβολήν του.
— Ζη δε πλέον απ' εδώ κ' εμπρός ο τοιούτος χωρίς να κάμνη καμμίαν διάκρισιν μεταξύ των αναγκαίων και περιττών ηδονών, διά την ικανοποίησιν των οποίων δεν φείδεται ούτε χρημάτων, ούτε κόπου, ούτε χρόνου· αλλ' εάν έχη τύχην και δεν παρασυρθή υπ' αυτών μέχρι παροξυσμού, με τον καιρόν δε και με την ηλικίαν, αφού κατευνασθή οπωσδήποτε η τρικυμία των παθών, ανακαλέση εκ της εξορίας μερικούς εκ των φυγάδων και δεν παραδώση μέχρι τέλους και ανεπιφυλάκτως τον εαυτόν του εις τους επεισελθόντας, αποκαθιστά τότε κάποιαν ισορροπίαν μεταξύ των επιθυμιών του και παραδίδει εκάστοτε την διοίκησιν της ψυχής του εις την μερίδα την οποίαν ήθελεν, ούτως ειπείν, ευνοήση ο κλήρος και πάλιν εις την άλλην, αφού κορεσθή με την πρώτην, χωρίς να κάμνη διάκρισιν, αλλά την αυτήν εύνοιαν τρέφων και διά τας δύο. — Πολύ σωστά. — Και δεν δέχεται, εννοείται, να ακούση ουδ' επιτρέπει την είσοδον εις το φρούριον, εάν έλθη ο ορθός λόγος να του είπη, ότι υπάρχουν δύο ειδών ηδοναί, αι μεν αποτέλεσμα των καλών και χρηστών επιθυμιών, αι δε των πονηρών και φαύλων, και ότι τας μεν πρώτας οφείλει να επιζητή και να εκτιμά, τας δε άλλας να καταστέλλη και να δαμάζη· αποκρούει κάθε τοιαύτην εισήγησιν και λέγει ότι πρέπει όλας εξ ίσου να εκτιμά. — Αυτό βέβαια πρέπει να κάμνη εις την κατάστασιν, που ευρίσκεται.
— Περνά λοιπόν την ζωήν του ημέραν με την ημέραν κατ' αυτόν τον τρόπον χαριζόμενος εις την πρώτην, που θα του παρουσιασθή επιθυμίαν του· σήμερον παραδίδεται εις την μέθην και την διασκέδασιν, αύριον εις την υδροποσίαν και την αυστηροτέραν δίαιταν, άλλοτε εις την αργίαν και την τελείαν αμεριμνησίαν των πάντων, και άλλοτε τάχα εγκύπτει εις την φιλοσοφίαν· το συχνότερον πολιτεύεται, ανέρχεται επί του βήματος και ό,τι φθάση λέγει και κάμνει· και άν ποτε ζηλώση την πολεμικήν δόξαν, επιδίδεται εις τα πολεμικά, άλλοτε πάλιν ζηλεύει τους επιχειρηματίας, και ιδού αυτός τοιούτος· και εν γένει καμμίαν τάξιν δεν έχει εις την ζωήν του, ούτε εννοεί να στενοχωρηθή από τίποτε, και αυτόν τον βίον εξακολουθεί μέχρι τέλους, τον οποίον ονομάζει ευχάριστον, ελεύθερον και μακάριον. Θαυμάσια εξεικόνισες τον χαρακτήρα του φίλου της ισονομίας. — Χαρακτήρα πολυσύνθετον, ο οποίος ενώνει εν εαυτώ ποικιλίαν ηθών και χαρακτήρων, όπως και εκείνη η δημοκρατική πολιτεία· και δεν είναι παράδοξον να τον ευρίσκουν πολλοί και πολλαί αξιοζήλευτον, αφού περιέχει όλα τα είδη των πολιτευμάτων και των χαρακτήρων. — Έτσι είναι. — Δεν αντιστοιχεί λοιπόν προς την δημοκρατικήν πολιτείαν ο τοιούτος άνθρωπος, ώστε να τον ονομάσωμεν ορθώς δημοκρατικόν; — Αντιστοιχεί βέβαια.
— Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα πλέον να διεξέλθωμεν το κάλλιστον είδος του πολιτεύματος και τον άριστον ανθρώπινον χαρακτήρα, την τυραννίδα και τον τύραννον. — Μάλιστα. — Ας ίδωμεν λοιπόν, αγαπητέ φίλε, κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται η τυραννίς· και ότι μεν την αρχήν της έχει από την δημοκρατίαν είναι σχεδόν φανερόν. — Βεβαίως. — Και άραγε κατά τον ίδιον τρόπον, που γίνεται από την ολιγαρχίαν η δημοκρατία, κατά τον ίδιον γίνεται και από την δημοκρατίαν η τυραννίς; — Πώς; — Εκείνο το οποίον εν τη ολιγαρχία εθεωρήθη το ανώτατον αγαθόν, και εις το οποίον εχρεώστει, είπαμεν, την γέννησίν της αύτη — ήτο δε τούτο ο πλούτος· ή όχι; — Ναι. — Η απληστία λοιπόν του πλούτου και η παραμέλησις όλων των άλλων προς απόκτησιν αυτού, είναι εκείνο που επέφερε την καταστροφήν της. — Αλήθεια. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον και η απληστία εκείνου, που θεωρείται εν τη δημοκρατία το ανώτατον αγαθόν, δεν επιφέρει και αυτής την καταστροφήν; — Και ποίον είναι αυτό το αγαθόν; — Η ελευθερία· διότι αυτό θα ακούσης να λέγουν εις μίαν δημοκρατουμένην πολιτείαν, ότι είναι το καλύτερον πράγμα που υπάρχει, και δι' αυτό εις τοιαύτην μόνον πολιτείαν αξίζει να ζη ένας, που είναι εκ φύσεως ελεύθερος. — Πραγματικώς λέγεται και πολύ μάλιστα αυτός ο λόγος. — Δεν είναι λοιπόν, και αυτό ακριβώς επρόκειτο να είπω τώρα, η απληστία της ελευθερίας και η αδιαφορία δι' όλα τα άλλα, που επιφέρει την κατάπτωσιν και αυτού του πολιτεύματος και παρασκευάζει την ανάγκην της τυραννίδος; — Πώς δηλαδή;
— Όταν μία δημοκρατουμένη πολιτεία, που έχει άσβεστον δίψαν ελευθερίας, τύχη να κυβερνάται από κακούς οινοχόους, και μεθύση, διότι της κερνούν παρά πάνω απ' ό,τι πρέπει άκρατον, τότε λοιπόν, αν δεν είναι παραπολύ καλόβολοι οι άρχοντες και δεν εξακολουθούν να της δίνουν ελευθερίαν όσην θέλη, τους κατηγορεί και τους τιμωρεί με την πρόφασιν ότι είναι καταχθόνιοι και αποβλέπουν εις την ολιγαρχίαν. — Το κάμνουν πραγματικώς αυτό. — Και όσοι μεν των πολιτών εξακολουθούν να υπακούουν εις τους άρχοντας, τους προπηλακίζει, ότι είναι δούλοι εκούσιοι και δεν αξίζουν τίποτε, τους δε άρχοντας που είναι όμοιοι με τους υπηκόους, και τους υπηκόους που είναι όμοιοι με τους άρχοντας, επαινεί και τιμά και ιδία και δημοσία· κατ' ανάγκην λοιπόν δεν θα εξαπλωθή παντού η ελευθερία εις μίαν τοιαύτην πόλιν; — Πώς όχι; — Θα εισδύση μάλιστα, φίλε μου, και εις τους κόλπους της οικογενείας, και εις το τέλος τέλος θα μεταδοθή το μίασμα της αναρχίας και εις αυτά τα κατοικίδια ζώα. — Τι εννοείς με τούτο; — Θέλω να είπω ότι οι πατέρες θα συνηθίσουν να θεωρούν τα τέκνα ως ίσους και ομοίους των και να φοβούνται τους υιούς των, το ίδιον πάλιν οι υιοί τους πατέρας και ούτε θα τους σέβωνται, ούτε θα τους φοβούνται, διά να είναι βέβαια ελεύθεροι· οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους πολίτας, οι πολίται με τους μετοίκους, ωσαύτως δε και οι ξένοι. — Αυτό ακριβώς και συμβαίνει.
— Αυτά λοιπόν γίνονται και άλλα μικρότερα τοιαύτα, εις αυτήν την πολιτείαν· ο διδάσκαλος φοβείται και περιποιείται τους μαθητάς του, οι μαθηταί καμμίαν σημασίαν δεν δίδουν διά τους διδασκάλους και τους παιδαγωγούς των· και εν γένει οι νέοι εννοούν να περνούν το ένα με τους γεροντοτέρους και να συνερίζωνται με αυτούς και εις τους λόγους και τα έργα, οι δε γέροντες πάλιν συγκατερχόμενοι μέχρι των νέων σπουδάζουν να μιμούνται τους τρόπους των και να κάμνουν τον χαρίεντα και τον ευτράπελον, διά να μη θεωρούνται φορτικοί και δεσποτικοί. — Αυτό είναι αλήθεια. — Αλλ' η πλέον ανυπόφορος κατάχρησις της ελευθερίας που συμβαίνει εις την τοιαύτην πολιτείαν, είναι να βλέπης τους δούλους τους αγορασμένους και τας δούλας, να απολαμβάνουν όχι μικροτέραν ελευθερίαν από εκείνους που τους ηγόρασαν· ελησμόνησα δε σχεδόν να είπω, πόση ισονομία και ελευθερία επικρατεί εις τας μεταξύ ανδρών και γυναικών σχέσεις. — Ας μη λησμονώμεν τίποτε και, κατά τον Αισχύλον, ας λέγωμεν ό,τι μας έρχεται εις το στόμα. — Πολύ καλά· και εγώ αυτό θα κάμω. Θα εδυσκολεύετο κανείς να το πιστεύση, αν τουλάχιστον δεν το έβλεπε, πόσον και αυτά τα ζώα τα εις την υπηρεσίαν των ανθρώπων απολαμβάνουν εδώ μεγαλυτέραν ελευθερίαν ή παντού αλλού· διότι πραγματικώς, όπως λέγει και η παροιμία, κατά τον αφέντη και το σκυλί, οι δε ίπποι και οι όνοι, συνηθισμένοι να πηγαίνουν ελεύθερα και με όλην των την μεγαλοπρέπειαν εις τους δρόμους, πίπτουν επάνω εις όσους τύχη να συναντήσουν, εάν δεν παραμερίσουν αυτοί· και τέλος πάντων όλα απολαμβάνουν απόλυτον ελευθερίαν. — Μου διηγείσαι το ιδικόν μου το όνειρον συχνά μου συμβαίνει αυτό, όταν πηγαίνω εις την εξοχήν.
— Εννοείς λοιπόν, ποίον είναι το κεφάλαιον όλων αυτών αν τα προσθέσωμεν· η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσον ευπαθής, ώστε και εις την ελαχίστην υποψίαν καταναγκασμού, που θα ήθελέ τις να τους επιβάλη, αγανακτούν και εξεγείρονται· γνωρίζεις δε βέβαια ότι εις το τέλος καταντούν να μη λαμβάνουν καθόλου υπ' όψιν των και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους αγράφους, διά να μην έχουν κανένα απολύτως κύριον. — Το γνωρίζω και πολύ καλά.
— Αυτή λοιπόν, φίλε μου, είναι η τόσον καλή και χαριτωμένη μορφή του πολιτεύματος, εκ της οποίας, κατά την ιδέαν μου, λαμβάνει την αρχήν η τυραννίς. — Πραγματικώς χαριτωμένη· αλλά τι συμβαίνει κατόπιν; — Το ίδιον νόσημα, το οποίον ανεφάνη εις την ολιγαρχίαν και επέφερε την καταστροφήν της, το ίδιον παρουσιάζεται και εις αυτήν αλλά υπό μορφήν βαρυτέραν, ένεκα της γενικής αμεριμνησίας, και επιφέρει την υποδούλωσιν της δημοκρατίας· διότι τωόντι η υπερβολή εις κάθε πράγμα επιφέρει συνήθως την μετάπτωσιν εις την εναντίαν υπερβολήν, όπως παρατηρείται εις τας εποχάς του έτους, εις τα φυτά, εις τα σώματά μας και μάλιστα και εις τας πολιτείας προπάντων. — Είναι πολύ φυσικόν να γίνεται. — Και λοιπόν και η υπερβολική ελευθερία, είτε εις τους ιδιώτας είτε και εις τα κράτη, εις τίποτε άλλο, φαίνεται, δεν οδηγεί παρά εις την ασυλείαν. — Έτσι είναι. — Είναι λοιπόν φυσικόν να μη προέρχεται εξ άλλης πολιτείας η τυραννίς παρά εκ της δημοκρατίας, εκ της ακροτάτης δηλαδή ελευθερίας η μεγαλύτερα και αγριωτέρα δουλεία. — Το πράγμα έχει τον λόγον του. — Δεν είναι όμως αυτό που με ερωτούσες, αλλά ποίον νόσημα παρουσιάζεται εις την δημοκρατίαν, το ίδιον απαράλλακτα όπως κανείς την ολιγαρχίαν, και επιφέρει την υποδούλωσιν αυτής. — Έχεις δίκαιον.
— Εννοώ λοιπόν εκείνο το είδος των αργών και πολυδαπάνων ανθρώπων, εκ των οποίων οι μεν γενναιότεροι τίθενται επί κεφαλής, οι δε άλλοι, οι ανανδρότεροι, τους ακολουθούν τους πρώτους, ενθυμείσαι, τους παρεβάλαμεν με τους κηφήνας, που έχουν κέντρα, και τους άλλους με τους κηφήνας, που δεν έχουν. — Και πολύ ορθώς. — Αυτά λοιπόν τα δύο είδη των ανθρώπων επιφέρουν γενικήν διατάραξιν εις πάσαν πολιτείαν, που εμφανίζονται, απαράλλακτα όπως συμβαίνει με το φλέγμα και την χολήν εις το ανθρώπινον σώμα· πρέπει λοιπόν ο καλός ιατρός και νομοθέτης της πολιτείας να λάβη εξ αρχής όλα τα μέτρα του, όπως ένας έμπειρος μελισσουργός, προπάντων μεν διά να μη εισχωρήσουν καθόλου εις την κυψέλην, αν δε τύχη και εισχωρήσουν, να τους πετάξη έξω μίαν ώραν αρχύτερα μαζί με τας βεβλαμμένας κηρήθρας. — Δεν έχει, μα την αλήθειαν, καλύτερον να κάμη. — Ας λάβωμεν όμως το πράγμα ως εξής, διά να εννοήσωμεν σαφέστερα αυτό που θέλομεν. — Πώς; — Ας διαιρέσωμεν την δημοκρατουμένην πολιτείαν εις τρεις τάξεις, πράγμα το οποίον άλλως τε είναι και αληθές· η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς ακριβώς που ελέγαμεν τώρα, και οι οποίοι από την γενικήν ελευθερίαν, πολλαπλασιάζονται όχι ολιγώτερον παρά εις την ολιγαρχικήν πολιτείαν. — Έτσι είναι — Είναι δε, εννοείται, και πολύ βλαβερώτεροι εις την δημοκρατικήν παρά εις εκείνην. — Πώς; — Εκεί μεν, επειδή το είδος αυτό των ανθρώπων, δεν έχει καμμίαν υπόληψιν και το απομακρύνουν από κάθε αρχήν, μένει ούτως ειπείν αγύμναστον και ατροφικόν· ενώ απεναντίας εις μίαν δημοκρατίαν αυτό διαχειρίζεται, ως γνωστόν, την ανωτάτην εξουσίαν, εκτός ολίγων εξαιρέσεων και οι μεν επιτηδειότεροι εξ αυτών λέγουν και πράττουν, οι δε άλλοι περιβομβούν προσκολλημένοι γύρω εις το βήμα και δεν επιτρέπουν εις κανένα να έχη την αντίθετον γνώμην, ώστε τα πάντα διεξάγονται εις αυτήν την πολιτείαν υπό των τοιούτων, εκτός ενός πολύ μικρόν αριθμού. — Είναι αληθές. — Είναι τώρα μία δευτέρα τάξις, η οποία μένει πάντα χωρισμένη από το πλήθος. — Ποία είναι αυτή; — Επειδή όλοι εις αυτήν την πολιτείαν εργάζονται διά να πλουτήσουν, οι φρονιμώτεροι και πλέον μετρημένοι εκ φύσεως μεταξύ των γίνονται και πλουσιώτεροι. — Φυσικά. — Και από αυτούς είναι, νομίζω, που τραυούν το περισσότερον μέλι και προχειρότερα οι κηφήνες. — Και τι να τραυήξουν βέβαια από εκείνους, που δεν έχουν τίποτε; — Αυτοί λοιπόν οι πλούσιοι είναι, που τους λέγουν: το βοτάνι των κηφήνων. — Επάνω κάτω. — Η δε τρίτη τάξις είναι ο μικρός λαός, όσοι είναι τεχνίται και δεν πολυανακατώνονται εις τα πράγματα και που μόλις επαρκούν να ζήσουν με τα ολίγα που έχουν· και είναι μολαταύτα εις μίαν δημοκρατίαν η πολυπληθεστέρα και κυριωτέρα τάξις αύτη, όταν συσσωματωθή.
Έτσι είναι· αλλά δεν συνηθίζει να το κάμνη αυτό συχνά, εάν δεν πάρη και αυτός το μερίδιόν του από το μέλι. — Και το παίρνει πραγματικώς, καθόσον οι προεστώτες κάμνουν ό,τι ημπορούν δι' αυτό· αφαιρούν τας περιουσίας των πλουσίων και τας μοιράζουν εις τον λαόν, αφού, εννοείται, κρατήσουν αυτοί το μεγαλύτερον μέρος. — Κατ' αυτόν τον τρόπον πραγματικώς λαμβάνει και αυτός το μερίδιόν του. — Αναγκάζονται λοιπόν και οι πλούσιοι, των οποίων τας περιουσίας παίρνουν, να υπερασπίζωνται, λαμβάνοντες τον λόγον εις τας συναθροίσεις του δήμου ή ενεργούντες όπως άλλως δύνανται. — Πώς όχι; — Κατηγορούνται λοιπόν υπό των άλλων, και χωρίς να επιδιώκουν καμμίαν καινοτομίαν πολιτικήν, ότι τάχα σχεδιάζουν την ανατροπήν του δημοκρατικού πολιτεύματος και είναι ολιγαρχικοί. — Βεβαίως. — Και αυτοί λοιπόν εις το τέλος, αφού βλέπουν ότι ο δήμος, όχι ίσως τόσον από κακήν θέλησιν, αλλά εξ αγνοίας και απατώμενος από τους συκοφάντας, θέλει όλο να τους αδική, τότε πλέον, είτε το θέλουν είτε όχι, γίνονται πραγματικώς ολιγαρχικοί· και δεν πταίουν αυτοί, αλλ' αφορμή πάλιν του κακού είναι εκείνος ο ίδιος ο κηφήν, που τους καταδιώκει με το κέντρον του. — Αναμφιβόλως. — Αρχίζουν λοιπόν καταγγελίαι και κρίσεις και δικαστικοί αγώνες μεταξύ των. — Βέβαια. — Δεν έχει δε την συνήθειαν ο δήμος να αναδεικνύη εκάστοτε ένα κατ' εξοχήν προστάτην του, και να τον περιβάλλη με πάσαν ισχύν και εξουσίαν; — Μάλιστα. — Είναι λοιπόν φανερόν, ότι από αυτήν την ρίζαν των προστατών του δήμου ξεφυτρώνει ο τύραννος και από πουθενά άλλου. — Και πολύ μάλιστα φανερόν.
— Ποία λοιπόν είναι η αρχή της μεταβολής από του προστάτου εις τον τύραννον; δεν είναι προφανώς, όταν αρχίση ο προστάτης να κάμνη το ίδιον μ' εκείνο, που συμβαίνει, κατά τον μύθον, εις το εν Αρκαδία ιερόν του Λυκαίου Διός; — Τι δηλαδή; — Ότι τάχα εκείνος, που γευθή από το ένα ανθρώπινον σπλάγχνον, που είναι κομμένον μέσα εις τα πολλά άλλα σπλάγχνα των άλλων θυμάτων, κατ' αναπόδραστον ανάγκην μεταβάλλεται εις λύκον· ή δεν έχεις ποτέ σου ακούση αυτόν τον μύθον; — Μάλιστα. — Μήπως λοιπόν τοιουτοτρόπως και ο προστάτης του δήμου, όταν εύρη όχλον πρόθυμον να τον υπακούη και δεν κρατήση τας χείρας του καθαράς από το αίμα συμπολιτών του, αλλά με αδίκους κατηγορίας, όπως γίνεται πολύ συνήθως, ενώπιον των δικαστηρίων γίνη αφορμή να αδικοθανατήση άνθρωπος και γευθή τοιουτοτρόπως με γλώσσαν και στόμα ανόσιον συγγενικό αίμα και εξορίζει και φονεύει και υπόσχεται απόσβεσιν χρεών και αναδασμόν γης, μήπως, λέγω, κατ' ανάγκην τότε, ύστερ' απ' όλ' αυτά, είναι πεπρωμένον ο τοιούτος ή να πέση και αυτός θύμα των εχθρών του, ή να γίνη τύραννος και να μεταβληθή από άνθρωπος εις λύκον; Κατ' ανάγκην αυτό θα συμβή. — Αυτός λοιπόν είναι που στήνει πόλεμον με εκείνους που έχουν τας μεγάλας περιουσίας. — Αυτός. — Και εάν, αφού μίαν φοράν εξορισθή, επανέλθη παρ' όλην την αντίστασιν των εχθρών του, δεν επανέρχεται τέλειος πλέον τύραννος; — Αναμφιβόλως. — Αλλ' εάν δεν ημπορέσουν να τον εξορίσουν ή να τον φονεύσουν, κατηγορούντες αυτόν ενώπιον του δήμου, δεν συνωμοτούν να τον δολοφονήσουν κρυφίως; — Αυτό τουλάχιστον γίνεται συνήθως. — Και τότε συμβαίνει το πολυθρύλητον εκείνο τέχνασμα των τυράννων, εις το οποίον καταφεύγουν, όταν τα πράγματα καταντήσουν εις αυτό το σημείον, να ζητούν δηλαδή από τον δήμον σωματοφύλακας, διά να μην τους πάθη τίποτε ο υπερασπιστής του δήμου. — Μάλιστα. — Και του δίδουν πράγματι, επειδή φοβούνται μεν δι' εκείνον, δεν φοβούνται δε τίποτε διά τον εαυτόν τους. — Και βέβαια.
— Όταν λοιπόν το πράγμα φθάση εις αυτό το σημείον, κάθε άνθρωπος με μεγάλην περιουσίαν, και ο οποίος δι' αυτόν τον λόγον θεωρείται ως εχθρός του δήμου, εφαρμόζει τον χρησμόν, που εδόθη εις τον Κροίσον, και
στο χαλικοστρωμένον Έρμον
φεύγει, δε μένει, και δειλός δε ντρέπεται να γίνη.
— Διότι βέβαια δεν θα του δοθή περίστασις να εντραπή άλλην φοράν πλέον. — Πραγματικώς, διότι αν συλληφθή, θα λάβη άφευκτον θάνατον. — Κατ' ανάγκην. — Όσον δε αφορά τον προστάτην του δήμου, εκείνος πλέον τότε φαρδύς πλατύς, όχι πέφτει καταγής (όπως λέγει ο στίχος) αλλά, αφού καταρρίψη και άλλους πολλούς, ενθρονίζεται εις το άρμα της πόλεως και παρουσιάζεται πλέον τέλειος τύραννος αντί προστάτου. — Και ποίος θα τον ημπόδιζε;
— Ας ίδωμεν τώρα την ευδαιμονίαν αυτού του ανθρώπου και της πόλεως, η οποία θα έχη την ευτυχίαν να τον αποκτήση. — Ας ίδωμεν. — Και εις μεν τας πρώτας ημέρας της αρχής του, δεν φέρεται φιλομειδέστατα και καταδεκτικώτατα εις όλους που συναντά, και δεν αποστέργει και αυτό το όνομα του τυράννου; δεν σκορπίζει αφειδώς υποσχέσεις και ιδία και δημοσία και αναστέλλει πράγματι τα χρέη και μοιράζει γαίας εις τον δήμον και εις τους ανθρώπους του και εν γένει υποκρίνεται προς όλους τον πράον και ήμερον; — Είναι ηναγκασμένος να το κάμνη. Όταν όμως ησυχάση άπαξ με τους εξωτερικούς του εχθρούς, και με άλλους μεν εξ αυτών συμφιλιωθή, άλλους δε τους εξοντώση, πρώτον μεν αρχίζει να υποκινή κάθε φοράν και κάποιον πόλεμον, διά να έχη πάντοτε ο δήμος ανάγκην αρχηγού. — Είναι φυσικόν. — Αλλά προ πάντων δεν το κάμνει, διά να συνεισφέρουν εις τας ανάγκας δήθεν του πολέμου και τοιουτοτρόπως, μόλις επαρκούντες πλέον εις τας καθημερινάς των ανάγκας, να μην είναι εις θέσιν να τον επιβουλεύωνται; — Φανερόν. — Και διά να έχη ακόμη το μέσον να απαλλάσσεται με εύσχημον πρόφασιν από εκείνους, που υποπτεύεται ότι έχουν αρκετά φιλελεύθερον το φρόνημα, διά να μην υποκύψουν υπό τον ζυγόν του, εκθέτων αυτούς εις τους κινδύνους του πολέμου; δι' όλους αυτούς τους λόγους δεν έχει ανάγκην πάντοτε ο τύραννος να προκαλή κάποιον πόλεμον; — Μάλιστα. — Όλα όμως αυτά δεν τον κάμνουν να γίνεται επί μάλλον και μάλλον μισητός εις τους πολίτας; — Πώς όχι; — Μερικοί δε από εκείνους που συνετέλεσαν εις την ανύψωσίν του και έχουν διά τούτο κάποιαν δύναμιν πλησίον του, δεν θα αρχίσουν να κάμνουν λόγον μετά παρρησίας διά τας πράξεις του μεταξύ των, οι δε τολμηρότεροι και προς αυτόν τον ίδιον να τας κατακρίνουν; — Φυσικώτατα. — Όλους λοιπόν αυτούς πρέπει να τους βγάλη ο τύραννος από την μέσην, εάν θέλη να διατηρήση την εξουσίαν, έως ότου δεν αφίση κανένα, ούτε φίλον ούτε εχθρόν, που να έχη κάποιαν αξίαν. — Αυτό είναι φανερόν. — Πρέπει λοιπόν με άκραν οξύτητα να διακρίνη και να βλέπη ποίος είναι ανδρείος, ποίος μεγαλόφρων, ποίος φρόνιμος, ποίος πλούσιος· και τόσον ευτυχής είναι, ώστε πρέπει, εκών άκων, να τους θεωρή όλους αυτούς εχθρούς του και να επιζητή την καταστροφήν των, έως ότου καθαρίση τελείως την πόλιν από αυτούς. — Ωραίος καθαρισμός! — Ωραίος πράγματι, αλλ' αντίθετος από εκείνον που κάμνουν εις τα σώματα οι ιατροί· εκείνοι δηλαδή αφαιρούν τα χειρότερα και αφήνουν τα καλύτερα· αυτός δε το εναντίον. — Καθώς φαίνεται είναι ανάγκη να το κάμνη αυτό, αν εννοή να διατηρήση την αρχήν.
— Με αξιολάτρευτον, μα την αλήθειαν, ανάγκην είναι δεσμευμένος, η οποία του επιβάλλει, ή να ζη με τους πολλούς τους φαύλους και μάλιστα μισούμενος υπ' αυτών, ή να αποθάνη. — Αυτή είναι η θέσις του. — Αλλά όσον μισητότερος γίνεται εις τους πολίτας με αυτάς τας πράξεις του, δεν θα έχη ανάγκην και τόσον περισσοτέρων και πιστοτέρων δορυφόρων; — Πώς όχι; — Αλλά πού θα εύρη αυτούς τους πιστούς και από πού θα τους προσκαλέση; — Μόνοι των θα έλθουν πολλοί πετώντας, αρκεί να τους πληρώνη κανείς καλά. — Μου φαίνεται, μα τον κύνα, πως εννοείς κάποιους κηφήνας πάλιν, ξενικούς και κάθε λογής. — Σωστά το ηύρες. — Τι τάχα; δεν θα ημπορούσεν άραγε να είχεν εντοπίους; — Πώς; — Να πάρη τους δούλους από τους κυρίους των, να τους απελευθερώση και να αποτελέση από αυτούς την σωματοφυλακήν του. — Καλά το εσκέφθης, διότι αυτοί πραγματικώς θα του είναι και τελείως αφωσιωμένοι. — Τι αξιοζήλευτον πράγμα, αλήθεια, που μας παριστάνεις τον τύραννον, αφού θα έχη τέτοιους φίλους και πιστούς ανθρώπους, διά να αντικαταστήση εκείνους τους άλλους που εξέκαμε πριν! — Και όμως αυτούς έχει. — Και τον θαυμάζουν βέβαια αυτοί οι νέοι του σύντροφοι και ζουν με οικειότητα μαζί του οι νέοι αυτοί πολίται, ενώ οι χρηστοί τον μισούν και τον αποφεύγουν. — Πώς να μη γίνεται αυτό;
— Έχουν λοιπόν δίκαιον να θεωρούν την τραγωδίαν εν γένει ταμείον πάσης σοφίας, και ιδιαιτέρως εν αυτή τον Ευριπίδην. — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι είπε μεταξύ των άλλων και αυτήν την βαθυστόχαστον ρήσιν ότι «γίνονται σοφοί οι τύραννοι με την συναναστροφήν των σοφών»· και έλεγε βέβαια σοφούς, αυτούς που ζουν με οικειότητα μαζί των. — Και ως ισόθεον ακόμη εγκωμιάζει την τυραννίδα και αυτός και οι άλλοι ποιηταί. — Πιστεύω όμως μολαταύτα, ότι, καθώς είναι σοφοί οι ποιηταί της τραγωδίας, θα μας συμπαθήσουν και ημάς και όλους, όσοι πολιτεύονται σύμφωνα με τας ιδικάς μας αρχάς, που δεν θα τους παραδεχθούμεν εις την πολιτείαν μας, επειδή εξυμνούν τους τυράννους. — Θα μας συμπαθήσουν, πιστεύω και εγώ, τουλάχιστον οι λεπτότεροι μεταξύ των. — Ημπορούν όμως, εννοείται, αξιόλογα να περιοδεύουν εις τας άλλας πολιτείας, να συναθροίζουν τους όχλους και μισθώνοντες τας ωραιοτέρας και ισχυροτέρας και πειστικωτέρας φωνάς, να προσελκύουν τα πλήθη υπέρ των τυραννίδων και των δημοκρατιών. Βεβαίως. — Δι' όλα αυτά μάλιστα λαμβάνουν και πλουσίας αμοιβάς και τιμάς, προπάντων μεν από τους τυράννους, κατά δεύτερον δε λόγον από τας δημοκρατίας· αλλ' όσον, εννοείται, παίρνουν τον ανήφορον προς τα τελειότερα πολιτεύματα, τόσον αποκάμνει και η υπόληψίς των, ως να την έπιασεν άσθμα και δεν ημπορεί να τους παρακολουθήση. — Έχεις δίκαιον.
— Αλλ' ας επανέλθωμεν από αυτήν την παρέκβασιν, που εκάμαμεν, και ας ιδούμεν τώρα πώς ο τύραννος θα διαθρέψη το ωραίον και πολυάριθμον και πολυποίκιλον και πάντοτε ανανεούμενον στρατόπεδόν του εκείνο. — Είναι φανερόν, ότι θα θέση χείρα βέβηλον εις τους ναούς και τους ιερούς θησαυρούς της πόλεως, και εφόσον το εκ της πωλήσεως αυτών χρήμα τον εξαρκεί, δεν θα επιβάλλη εις τον λαόν πολύ μεγάλας καταναγκαστικάς εισφοράς. — Αλλά τι θα γίνη όταν τελειώσουν αυτά; — Τότε βέβαια θαρχίση να τρέφεται και αυτός και οι καλεσμένοι του και οι φίλοι του και αι φίλαι του από τα πατρικά του. — Ενόησα· ότι ο λαός δηλαδή, που εγέννησε τον τύραννον, θα θρέψη και αυτόν και τους συντρόφους του. — Έχει βέβαια αυτήν την υποχρέωσιν. — Πώς το λέγεις αυτό; αλλ' αν ο λαός αγανακτήση επί τέλους και του είπη, ότι δεν είναι δίκαιον να τρέφεται από τον πατέρα του ένας υιός εις αυτήν την ηλικίαν πλέον, αλλά το εναντίον ο πατέρας επί τον υιόν, και ούτε τον εγέννησε και τον ανάστησε διά να του γίνη, όταν μεγαλώση, δούλος των δούλων του και να τον τρέφη και αυτόν και τους δούλους και όλον τον άλλον συρφετόν της ακολουθίας του, αλλά διά να απελευθερωθή με την βοήθειαν και την προστασίαν του από τους πλουσίους και τους ονομαζομένους επιφανείς, και τώρα τον προστάζει να φύγη από την πόλιν, και αυτός και οι φίλοι του, όπως ένας πατέρας που εκδιώκει από την οικίαν του τον υιόν του μαζί με τους οχληρούς συντρόφους του; — Τότε, μα τον θεόν, θα γνωρίση πλέον ο δήμος ποίον θρέμμα εγέννησε και εθέρμανε εις τον κόλπον του και εμεγάλωσε και ότι εκείνοι, που θέλει να εκδιώξη, είναι πολύ ισχυρότεροι του. — Τι κάθεσαι και λέγεις; θα τολμήση να επιβάλη βίαν εις τον πατέρα του ο τύραννος, και αν δεν υποχωρήση, να τον κτυπήση ακόμη; — Μάλιστα, αφού πρώτα τον αφοπλίση. — Μα εσύ μας τον παριστάνης τον τύραννον σωστόν πατροφάγον και διεστραμμένον γηροτρόφον και, καθώς φαίνεται, αυτό πραγματικώς είναι που ονομάζει όλος ο κόσμος τυραννίδα· ο λαός, κατά το λεγόμενον, διά να αποφύγη τον καπνόν της δουλείας ανθρώπων ελευθέρων, έπεσε μέσα εις τη φωτιά δεσποτείας δούλων και ήλλαξε το φόρεμα της μεγάλης εκείνης και αναρμόστου ελευθερίας με το φόρεμα της σκληροτάτης και πικροτάτης δουλείας των δούλων. — Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα. — Και λοιπόν, θα είχαμεν τώρα άδικον να ισχυρισθώμεν, ότι αρκετά καλά ανεπτύξαμεν πώς γίνεται η μετάβασις από την δημοκρατίαν εις την τυραννίδα, και ποίος είναι ο χαρακτήρ αυτής; — Και πολύ καλά μάλιστα.