Πολιτεία, Τόμος 4

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.


 — Μας μένει λοιπόν να εξετάσωμεν τον τυραννικόν άνθρωπον, π;vς σχηματίζεται από τον δημοκρατικόν, ποία είναι τα ήθη του και αν ο τρόπος της ζωής του είναι άθλιος ή μακαριστός. — Αυτό πράγματι μας μένει να εξετάσωμεν. — Γνωρίζεις όμως τι επιθυμώ εγώ ακόμη; — Τι; — Μου φαίνεται, ότι δεν φτάσαμεν αρκετά ακριβώς το περί των επιθυμιών κεφάλαιον, ποία είναι η φύσις και τα διάφορα είδη αυτών· και εφ' όσον δεν γίνη τούτο, θα είναι πάντοτε ασαφεστέρα η εξέτασις εκείνου, που ζητούμεν. — Και δεν είναι ακόμη καιρός να το κάμωμεν; — Είναι βέβαια· και πρόσεξε τι κυρίως θέλω να γνωρίσωμεν περί αυτών· μεταξύ των επιθυμιών και των ηδονών, τας οποίας εχαρακτηρίσαμεν ως μη αναγκαίας, υπάρχουν μερικαί, που τας θεωρώ παρανόμους· αυταί ενυπάρχουν γενικώς εις όλους σχεδόν τους ανθρώπους, αλλά εις μερικούς μεν περιστέλλονται υπό των νόμων και υπό άλλων καλυτέρων επιθυμιών, ούτως ώστε ή φεύγουν καθ' ολοκληρίαν ή, όσαι μένουν, είναι ολίγαι και ασθενέστεραι, εις άλλους όμως είναι πολλαί και ισχυρότεραι. — Και ποίαι είναι αυταί αι επιθυμίαι, που λέγεις; — Εκείναι αι οποίαι εξεγείρονται κατά την διάρκειαν του ύπνου, όταν κοιμάται μεν το άλλο μέρος της ψυχής, που είναι λογικόν, ήμερον και αρχικόν, το δε κτηνώδες και άγριον, υπό την επίδρασιν ή πολυφαγίας ή μέθης, αρχίζει να σκιρτά και, αφού τέλος αποδιώξη τον ύπνον, ζητή να διαφύγη και να ικανοποιήση τας ορέξεις του· και γνωρίζεις, ότι δεν είναι τίποτε που να μη τολμά να το κάμη τότε, ως να είχεν απαλλαχθή και αποτινάξη πάντα χαλινόν εντροπής και φρονήσεως· διότι δεν διστάζει να επιχειρήση, καθώς φαντάζεται, οιανδήποτε βδελυρίαν, χωρίς να κάμνη διάκρισιν ή μητρός, ή άλλου οποιουδήποτε ανθρώπου, ή θεού, ή ζώου, κάθε μιαιοφονίαν ημπορεί να διαπράξη και καμμίαν ακαθαρσίαν δεν αποτροπιάζεται, και μ' ένα λόγον δεν υπάρχει παραφροσύνη και αναισχυντία, που να την αφήση. — Είναι αληθέστατα αυτά που λέγεις.

 — Όταν όμως ένας άνθρωπος έχη ρυθμίση την δίαιτάν του με τους κανόνας της υγιεινής και της σωφροσύνης· όταν, πριν παραδοθή εις τον ύπνον, εξεγείρη το λογιστικόν του και το θρέψη με καλούς διαλογισμούς και σκέψεις και συγκεντρώνη εις αυτάς όλην του την διάνοιαν· όταν, χωρίς να παραφορτώση το επιθυμητικόν, του παραχωρή όσον του χρειάζεται απολύτως, διά να αποκοιμηθή και να μην έρχεται να ταράσση την καλυτέραν μερίδα της ψυχής με την χαράν του ή την λύπην του, αλλά την αφήση μόνην της και ανεπηρέαστον να αναζητή και να λαχταρά να μάθη, ό,τι δεν γνωρίζει, ή από τα παρελθόντα, ή από τα ενεστώτα, ή από τα μέλλοντα· όταν επίσης αυτός ο άνθρωπος κατευνάση το θυμοειδές μέρος της ψυχής του και κοιμηθή χωρίς να έχη την καρδίαν του ταραγμένην από θυμόν εναντίον τινός· όταν τέλος καθησυχάση αυτά τα δύο μέρη της ψυχής, κρατήση δε εν εξεγέρσει το τρίτον μόνον μέρος, εις το οποίον εδράζει η φρόνησις, και τοιουτοτρόπως αναπαυθή, γνωρίζεις βέβαια ότι προσεγγίζει τότε το πνεύμα του πλησιέστερα εις την αλήθειαν, και κάθε άλλο παρά φαντασίαι παράνομοι του παρουσιάζονται εις τα όνειρά του. — Και εγώ παραδέχομαι ότι τοιουτοτρόπως γίνονται τα πράγματα. — Και ίσως μεν να εξετείναμεν πέραν του δέοντος αυτήν την παρέκβασιν· εκείνο οπωσδήποτε, που μας ενδιαφέρει να γνωρίζωμεν, είναι, ότι έχει μέσα του ο καθένας μας, και εκείνοι ακόμη που θεωρούνται περισσότερον κύριοι των παθών των, ένα είδος επιθυμιών κτηνωδών, αγρίων και παρανόμων· αυτό δε προπάντων αποδεικνύεται από τα όνειρα· σκέψου λοιπόν τώρα αν σου φαίνεται πως έχω δίκαιον και συμφωνής μαζί μου. — Αλλά συμφωνώ βέβαια.

 — Λοιπόν ενθυμήσου τώρα την εικόνα που εκάμαμεν του δημοκρατικού ανθρώπου· ελέγαμεν, ότι ανετράφη εκ νεότητος υπό πατρός φειδωλού, όστις μόνον τας επικερδείς επιθυμίας εξετίμα, τελείως δε περιεφρόνει τας μη αναγκαίας, που αποβλέπουν μόνον εις την διασκέδασιν και τον καλλωπισμόν· ή όχι; — Ναι. — Αλλά σχετισθείς με ανθρώπους παραλυμένους και εκδότους εις όλας τας επιθυμίας και ηδονάς, που ανεφέραμεν προ ολίγου, παραδίδεται και αυτός εις πάσαν διαφθοράν και εις παν είδος των επιθυμιών εκείνων, από μίσος προς την φιλαργυρίαν του πατέρα του· επειδή όμως είχε καλυτέραν φύσιν από τους διαφθορείς του, ελκόμενος κατά δύο αντιθέτους διευθύνσεις, διέπλασεν ένα μέσον μεταξύ των δύο χαρακτήρα και απολαμβάνων με το μέτρον, καθώς φαντάζεται, τα καλά του ενός και του άλλου, ζη βίον ούτε ανελεύθερον ούτε παράνομον, μεταβληθείς τοιουτοτρόπως από δημοκρατικού εις ολιγαρχικόν. — Αυτήν πραγματικώς την ιδέαν εσχηματίσαμεν και έχομεν περί του τοιούτου.

 — Τώρα φαντάσου πάλιν αυτόν τον άνθρωπον, προχωρημένον πλέον εις την ηλικίαν, να έχη υιόν νέον, ο οποίος βέβαια θα ανετράφη με τας ιδίας αρχάς του πατρός του. — Πολύ καλά. — Φαντάσου κατόπιν ότι συμβαίνουν και με αυτόν τα ίδια, που συνέβησαν και με τον πατέρα του, ότι δηλαδή παραδίδεται εις πάσαν παραλυσίαν, την οποίαν ονομάζουν ελευθερίαν εκείνοι που τον παρέσυραν εις αυτήν και ότι ο πατέρας του και οι άλλοι οι οικείοι του έρχονται εις βοήθειαν των διαμέσων εκείνων επιθυμιών του, επεμβαίνουν δε συγχρόνως και οι άλλοι υπέρ της ιδικής των μερίδος· όταν όμως οι τελευταίοι ούτοι, μάγοι φοβεροί και επιτηδειότατοι να δημιουργούν τυράννους, απελπισθούν, ότι θα ημπορέσουν να κρατήσουν τον νέον προς το μέρος των με κάθε άλλον τρόπον, μηχανώνται το κάθε τι διά να γεννηθή εις την καρδίαν του ο έρως εκείνος, όστις προΐσταται των αργών και σπατάλων επιθυμιών, και ο οποίος είναι, κατά την ιδέαν μου, ένας μεγάλος και πτερωτός κηφήν· ή νομίζεις εσύ ότι είναι τίποτε άλλο αυτός ο έρως; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Όταν λοιπόν αι άλλαι επιθυμίαι έλθουν και περιβομβούν γύρω του, στεφανωμέναι με άνθη, μυρωμέναι, μεθυσμέναι με οίνους και θυμιάματα, συνοδευόμεναι με όλας τας αχαλινώτους ηδονάς και αρχίσουν να τον τρέφουν με το παραπάνω και να τον μεγαλώνουν έως ότου του αναπτυχθή το κέντρον του πόθου και της φιλοδοξίας, τότε πλέον δορυφορούμενος υπό της μανίας και οιστρηλατούμενος ο προστάτης αυτός της ψυχής, εάν εύρη ακόμη μέσα του μερικά αισθήματα και επιθυμίας χρηστάς και ίχνη εντροπής, τα αποτελειώνει και τα εκδιώκει κακήν κακώς έξω από την ψυχήν του, την οποίαν αφού τοιουτοτρόπως καθαρίση από κάθε σωφροσύνην, γεμίζει με την απέξω φερμένην παραφροσύνην του. — Είναι πιστοτάτη εικών του τρόπου, κατά τον οποίον γεννάται ο τυραννικός άνθρωπος. — Δεν είναι άραγε δι' αυτόν τον λόγον που ωνομάσθη παλαιόθεν τύραννος και ο Έρως; — Έτσι φαίνεται. — Και ένας άνθρωπος επίσης μεθυσμένος δεν παρουσιάζει κάπως τυραννικάς διαθέσεις; — Μάλιστα. — Αλλά και ένας παράφρων και με σαλευμένας τας φρένας δεν φαντάζεται ότι είναι ικανός να κυβερνήση όχι μόνον τους ανθρώπους αλλά και τους θεούς; — Αναμφιβόλως. — Λοιπόν, καλέ μου, τυραννικός γίνεται ένας άνθρωπος, όταν, ή εκ φύσεως ή εξ ανατροφής, ή και εκ των δύο, καταστή επιρρεπής εις την μέθην και εις τον έρωτα και εις την παραφροσύνην. — Πολύ σωστά.

 — Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον γίνεται και τοιούτος είναι ο χαρακτήρ του· ποία δε είναι η ζωή του; — Όπως λέγουν παίζοντες «αυτό θα μου το πης εσύ κ' εμένα». — Θα σου το ειπώ· ύστερ' απ' αυτό, ρίπτονται πλέον κατακέφαλα εις τας εορτάς, εις τους κώμους, εις τα συμπόσια, εις τας εταίρας και όλα τα τοιαύτα εκείνοι, εις τας ψυχάς των οποίων ενθρονισθείς ο Έρως τύραννος, τους κυβερνά καθ' ολοκληρίαν. — Κατ' ανάγκην. — Εκάστην δε νύκτα και ημέραν δεν θα ξεφυτρώνουν και όλο νέαι και φοβεραί επιθυμίαι, με ένα σωρόν απαιτήσεις διά να ικανοποιηθούν; — Βεβαιότατα. — Εάν υπάρχουν λοιπόν τίποτε πρόσοδοι, δεν θ' αργήσουν να εξαντληθούν. — Πώς όχι; — Κατόπιν λοιπόν θα αρχίσουν τα δάνεια και ο τμηματικός εξαφανισμός της περιουσίας. — Εννοείται. — Όταν δε τελειώσουν όλα, δεν θ' αρχίσουν κατ' ανάγκην να φωνάζουν θορυβωδώς αι πολλαί και σφοδραί επιθυμίαι, που εμφωλεύουν μέσα των; αυτοί δε κεντρούμενοι και από τας άλλας επιθυμίας, προ πάντων όμως υπό του Έρωτος, ο οποίος ως αρχηγός ούτως ειπείν, έχει όλας τας άλλας δορυφόρους του, δεν θα καταληφθούν υπό μανίας και θα τρέχουν δεξιά και αριστερά να κυττάξουν, ποίος έχει τίποτε, που να ημπορούν να το αφαιρέσουν διά της απάτης ή και διά της βίας; — Βεβαιότατα. — Είναι λοιπόν αναγκασμένοι να μαζεύουν από παντού και ό,τι λάχη, ειδεμή να υποφέρουν τας σκληροτέρας βασάνους και πόνους. — Δίχως άλλο. — Καθώς δε τα πάθη, που εισήλθον κατόπιν εις την ψυχήν του, εξετόπισαν τας παλαιάς επιθυμίας και τας απεγύμνωσαν από τα υπάρχοντά των, τοιουτοτρόπως άραγε και αυτός θα ζητήση, αν και νεώτερος, να δείξη την πλεονεξίαν του εις βάρος του πατρός του και της μητρός του και να τους στερήση και το μερίδιόν των, αφού εσπατάλησε το ιδικόν του; — Πώς όχι; — Και αν δεν του το επιτρέψουν, δεν θα τολμήση να κλέψη και να εξαπατήση τους γονείς του; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Και αν δεν το κατορθώση, δεν θα καταφύγη εις την βίαν και την αρπαγήν; — Το πιστεύω. — Και αν αντιτάξουν εις την βίαν του αντίστασιν, θα σεβασθή άραγε τα γηρατειά των και θα τον εμποδίση τίποτε, να τους μεταχειρισθή με τρόπον τυραννικόν; — Δεν σου τους εξασφαλίζω πάρα πολύ τους γονείς τοιούτου ανθρώπου.

 — Αλλά χάριν μιας φίλης χθεσινής, χάριν μιας εταίρας με την οποίαν δεν τον συνδέει κανείς ιερός δεσμός, ή χάριν ενός νεαρού φίλου, ο οποίος χθες ακόμη του ήτο αδιάφορος, πιστεύεις, Αδείμαντε, ότι θα ετόλμα να σηκώση χείρα εναντίον της παλαιάς φίλης, της μητρός του, με την οποίαν τον συνδέουν οι ιερώτατοι δεσμοί, ή του αρχαιοτέρου φίλου του, του παρήλικος πλέον και γέροντος πατρός του, και να τους υποδουλώση εις τους έρωτάς του εκείνους, εάν έφθανε και μέχρι του να τους εισαγάγη εις την αυτήν οικίαν; — Ναι, μα την αλήθειαν, το πιστεύω. — Πολύ αξιομακάριστον λοιπόν πράγμα φαίνεται πως είναι, να γεννήση κανείς υιόν τοιούτου χαρακτήρος. — Πολύ βέβαια.

— Τι δε; όταν τέλος τελειώσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν οι γονείς του, πολλαπλασιασθή δε και αυξηθή μέσα εις την καρδίαν του το σμήνος των ηδονών, τότε δεν θα τολμήση εις τας αρχάς να τρυπήση τον τοίχον καμμιάς οικίας, ή να προβή εις την λωποδυσίαν κανενός νυκτερινού διαβάτου, μετά ταύτα δε να απογυμνώση και κανένα ναόν; Όλα τότε πλέον τα αισθήματα της τιμής και της σωφροσύνης, που είχε μάθη από την παιδικήν του ηλικίαν να διακρίνη, θα υποταχθούν νικημένα εις τα πάθη του, τα οποία νεωστί απελευθερώσας ο έρως από την δουλείαν έχει κάμει δορυφόρους του· και τα πάθη αυτά, τα οποία πρότερον, ότε ακόμη ήτο εις την εξουσίαν του πατρός του και των δημοκρατικών νόμων, μόλις καθ' ύπνους εις τα όνειρά του ετόλμων να απολυθούν, τώρα, που ο έρως έγινε τύραννός του, τον κάμνουν πλέον διά παντός τοιούτον, οποίος πριν εγίνετο ενίοτε εις τον ύπνον του· τώρα ούτε ο δεινότερος φόνος, ούτε το βδελυρώτερον βρώμα, ούτε το χειρότερον κακούργημα θα τον σταματήση· αλλά ο έρως, ο οποίος τυραννικώς ζη και βασιλεύει μέσα του εν πάση ανομία και αναρχία, ως απόλυτος μονάρχης εις μίαν πόλιν, θα τον αναγκάση τα πάντα να αποτολμήση, διά να διαθρέψη και τον εαυτόν του και την πολυθόρυβον εκείνην ακολουθίαν των παθών, τα οποία, άλλα μεν εισήλθον έξωθεν από τας κακάς συναναστροφάς, άλλα δε ανεπτύχθησαν μόνα των μέσα του από την ελευθερίαν και την χειραφέτησιν που τους παρεχώρησεν ο ίδιος· ή δεν είναι αυτός ο βίος που διάγει ο τοιούτος άνθρωπος; — Αυτός και όχι άλλος.

 — Και αν μεν ευρίσκωνται ολίγοι τοιούτοι εις μίαν πολιτείαν, οι δε λοιποί πολίται είναι συνετοί, τότε αναγκάζονται να αναχωρήσουν, διά να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις κανένα άλλον ξένον τύραννον, ή διά να καταταχθούν ως μισθοφόροι, εάν υπάρχη πουθενά πόλεμος· και αν η πόλις διατελή εν ειρήνη και ησυχία, διαπράττουν τότε εν αυτή πολλά μικρά κακά. — Τι είδους δηλαδή; — Παραδείγματος χάριν κλοπάς, διαρρήξεις, λωποδυσίας, ιεροσυλίας, σωματεμπορίας· ενίοτε δε, αν έχουν κάποιαν ευγλωττίαν, μετέρχονται και το επάγγελμα του συκοφάντου, και ψευδομαρτυρούν ή πωλούν την συνείδησίν των. — Πραγματικώς μικρά κακά, εάν είναι ολίγοι οι τοιούτοι. — Διότι βέβαια τα μικρά είναι μικρά εν συγκρίσει προς τα μεγάλα· και όλα αυτά παραβαλλόμενα προς όσα υποφέρει μία πόλις, όταν από την ιδίαν της αθλιότητα και διαφθοράν αποκτήση τύραννον, είναι μηδαμινά και καμμίαν αίσθησιν δεν κάμνουν· όταν όμως εις μίαν πόλιν αυξηθή ο αριθμός των τοιούτων και προστεθούν και άλλοι εις αυτούς και αισθανθούν την υπεροχήν των, τότε ούτοι, συνεργούσης και της μωρίας του μικρού λαού, προμηθεύουν εις την πόλιν τον τύραννον, και μάλιστα εκείνον μεταξύ αυτών, όστις έχει μέσα εις την ψυχήν του τον μεγαλύτερον και ισχυρότερον τύραννον. — Πολύ φυσικά, διότι αυτός θα ήτο και ο τυραννικώτερος.

 — Και λοιπόν, εάν μεν η πόλις το πάρη απόφασιν και κλίνη την κεφαλήν, χωρίς να φέρη καμμίαν αντίστασιν, καλώς έχει· ειδεμή, εάν θελήση να εναντιωθή, όπως μετεχειρίσθη τότε την μητέρα του και τον πατέρα του, τα ίδια θα κάμη τώρα και με την πατρίδα του, εάν ημπορέση· θα την πιέση, θα την βασανίση και θα την αναγκάση αυτήν, την παλαιάν του φίλην, την μητρίδα, καθώς την λέγουν οι Κρήτες, και την πατρίδα, να κάμνη τον δούλον εις τους νέους του φίλους, που έφερεν απ' έξω, και να τους διατρέφη· και εις αυτό το τέλος θα καταλήξουν αι επιθυμίαι του τοιούτου ανθρώπου. — Εις αυτό μάλιστα.

 — Άλλως τε τοιαύτη είναι η διαγωγή των και εις τον ιδιωτικόν των βίον και πριν ακόμη καταλάβουν την εξουσίαν· πρώτον μεν, όσοι τους περιστοιχίζουν, ή θα είναι κόλακες πρόθυμοι να τους εξυπηρετούν εις κάθε περίστασιν, ή και αυτοί οι ίδιοι, όταν έχουν την ανάγκην των, δεν θα διστάζουν να ταπεινώνωνται και να έρπουν εμπρός των και να λαμβάνουν όλα τα σχήματα, διά να τους αποδείξουν τάχα την αγάπην των, μόλις όμως κατορθώσουν τον σκοπόν των, ούτε θέλουν πλέον να τους γνωρίζουν. — Πολύ σωστά. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν περνούν όλην την ζωήν των, χωρίς ποτέ να είναι φίλοι με κανένα, αλλά πάντοτε ή δεσπόται των άλλων ή δούλοι, και το χαρακτηριστικόν ακριβώς της τυραννικής φύσεως είναι να μη γνωρίση ποτέ ούτε την αληθινήν ελευθερίαν, ούτε την αληθινήν φιλίαν. — Βεβαιότατα. — Δεν θα είχαμεν λοιπόν δίκαιον να τους ονομάσωμεν τους τοιούτους απίστους; — Πώς όχι; Ακόμη δε και αδίκους εις τον υπέρτατον βαθμόν, εάν τουλάχιστον ήσαν σωστά, όσα προηγουμένως παρεδέχθημεν περί της δικαιοσύνης; — Αλλά ήσαν βέβαια σωστά.

 — Ας συγκεφαλαιώσωμεν λοιπόν τώρα τον χείριστον των ανθρώπων· και θα είναι βέβαια χείριστος εκείνος, που εις την πραγματικότητα θα είναι ίδιος με αυτόν, του οποίου αμυδράν εικόνα εδώσαμεν ημείς. — Βεβαίως. — Θα είναι λοιπόν ο άνθρωπος, ο οποίος έχων εκ φύσεως τον τυραννικώτατον χαρακτήρα, γίνη και απόλυτος μονάρχης· και όσον περισσότερον διατηρήση αυτήν την εξουσίαν, τόσον μάλλον και χειρότερος γίνεται. — Κατ' ανάγκην, είπε λαβών τον λόγον ο Γλαύκων. — Αλλ' εάν είναι ο χειρότερος των ανθρώπων, είπα εγώ, δεν θα είναι και ο αθλιώτερος; και δεν θα είναι τόσον αθλιώτερος, όσον περισσότερον χρόνον και με τον μάλλον απόλυτον τρόπον εξασκήση την τυραννικήν εξουσίαν; αδιάφορον τι φρονούν περί του πράγματος οι πολλοί. — Κατ' ανάγκην είναι όπως τα λέγεις. — Ο τυραννικός λοιπόν άνθρωπος, που τυραννείται από τα πάθη του, δεν αντιστοιχεί κατά την ομοιότητα προς την τυραννουμένην πόλιν, όπως ο δημοκρατικός προς την δημοκρατουμένην, και οι άλλοι ομοίως; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Οποίαν επομένως σχέσιν έχει μία πόλις προς μίαν άλλην, ως προς την αρετήν και την ευδαιμονίαν, την αυτήν δεν έχει και ένας άνθρωπος προς ένα άλλον; — Πώς όχι; — Αλλά ποίαν σχέσιν έχει, ως προς την αρετήν, μία πόλις τυραννουμένη προς την βασιλευομένην εκείνην πόλιν, όπως πρώτην την περιεγράψαμεν; — Είναι όλως διόλου αντίθετοι· διότι η μία είναι η καλυτέρα και η άλλη η χειροτέρα. — Δεν θα σε ερωτήσω ποίαν λέγεις καλυτέραν και ποίαν χειροτέραν· διότι είναι φανερόν· αλλά την αυτήν άραγε ιδέαν έχεις και περί της ευδαιμονίας και αθλιότητος αυτών ή διαφορετικήν; και ας μη συγχύσωμεν τα πράγματα λαμβάνοντες υπ' όψει μας τον τύραννον μόνον, που είναι ένας, ούτε τον μικρόν αριθμόν των ευνοουμένων του, αλλά να εισέλθωμεν και να εξετάσωμεν, καθώς πρέπει, ολόκληρον την πόλιν, να διεισδύσωμεν παντού και τοιουτοτρόπως ν' αποφανθώμεν δι' όσα ίδωμεν. — Είναι πολύ δίκαιον αυτό που ζητείς· και είναι φανερόν διά τον καθένα, ότι δεν υπάρχει πολιτεία αθλιωτέρα από την τυραννουμένην, ούτε ευτυχεστέρα από την βασιλευομένην. — Και δεν θα είχα άραγε δίκαιον, να ζητήσω το ίδιον και προκειμένου περί των ανθρώπων, και να θέλω να στηριχθώ εις την περί αυτών κρίσιν εκείνου μόνον, όστις δύναται να διεισδύση διά της διανοίας και εννοήση κατά βάθος τον εσωτερικόν αυτών χαρακτήρα, χωρίς να θαμβώνεται, σαν να ήταν παιδί, από την εξωτερικήν παράστασιν και τα προσχήματα, που υποδύονται οι τύραννοι εμπρός εις τον κόσμον; εάν λοιπόν ισχυριζόμην ότι δεν πρέπει να ακούσωμεν, επί του προκειμένου ζητήματος, παρά μόνον εκείνον, όστις, εκτός της περί το κρίνειν ικανότητός του, έχει ακόμη συζήση και μετά των τυράννων, και τους παρηκολούθησεν εις όλας τας κατ' ιδίαν πράξεις των και εις τας προς τους οικείους αυτών σχέσεις των, όπου παρουσιάζονται χωρίς την θεατρικήν εκείνην διασκευήν και πομπήν, και τους είδεν ακόμη και πώς φέρονται κατά τους δημοσίους κινδύνους, και τον παρακαλέσωμεν αυτόν να μας ειπή και ημάς, αφού τα εγνώρισε όλα κατά βάθος, ποίαν ιδέαν έχει περί της ευτυχίας ή αθλιότητος του τυράννου εν σχέσει προς τους άλλους ανθρώπους; . . . — Δεν θα ημπορούσες να εξέλεγες καλύτερον κριτήν. — Θέλεις λοιπόν να υποθέσωμεν προς στιγμήν, ότι ημείς είμεθα οι ικανοί να κρίνωμεν, και ότι εκτός τούτου συνεζήσαμεν ήδη με τυράννους, ώστε να έχωμεν κάποιον να μας απαντά εις τας ερωτήσεις μας; — Θέλω μάλιστα.

 — Εμπρός λοιπόν τώρα κύτταξε όπως σου λέγω· ενθυμούμενος την ομοιότητα, που υπάρχει μεταξύ της πόλεως και του ατόμου, εξέτασε την μίαν και τον άλλον με την σειράν, και ειπέ μου την κατάστασιν και των δύο. — Ποίαν κατάστασιν; — Πρώτον μεν, διά να αρχίσωμεν από την πόλιν, θα ονομάσης ελευθέραν ή δούλην μίαν πόλιν τυραννουμένην; — Δούλην και εις τον ανώτατον μάλιστα βαθμόν. — Και όμως ευρίσκεις και εις αυτήν δεσπότας και ελευθέρους. — Ναι, αλλά εις ελάχιστον αριθμόν· ενώ, αληθώς ειπείν, το μεγαλύτερον και υγιέστερον εν αυτή μέρος υπόκειται εις την αθλιωτέραν και ατιμωτέραν δουλείαν. — Αφού λοιπόν συμβαίνει το ίδιον και με το άτομον, ό,τι και με την πόλιν, δεν θα υπάρχη και εις αυτόν η ιδία κατάστασις πραγμάτων, δεν θα είναι η ψυχή του γεμάτη από την μεγαλυτέραν δουλείαν και ανελευθερίαν, και θα δουλεύη μεν το υγιέστερον και καλύτερον αυτής μέρος, θα δεσπόζη δε το μικρότερον, το και ελεεινότερον και μανιωδέστερον; — Κατ' ανάγκην. — Τι λοιπόν; δούλην θα ονομάσης αυτήν την ψυχήν ή ελευθέραν; — Δούλην αναμφιβόλως. — Η πόλις πάλιν η τυραννουμένη και επομένως δούλη ημπορεί ποτέ να κάμνη ό,τι θέλη; — Κάθε άλλο. — Και η τυραννουμένη ψυχή κατά συνέπειαν κάθε άλλο, παρά να κάμνη ό,τι θέλη ημπορεί· και ομιλώ δι' ολόκληρον την ψυχήν· αλλά παρασυρομένη βιαίως υπό του οίστρου των παθών της, θα είναι πάντα γεμάτη από ταραχήν και μεταμέλειαν. — Πώς όχι; — Και τι ημπορεί να είναι μία πόλις τυραννουμένη, πλουσία ή πτωχή; — Πτωχή. — Και η τυραννική επομένως ψυχή θα είναι τοιαύτη και, ως εκ της πτωχείας της, και άπληστος συγχρόνως κατ' ανάγκην. — Έτσι είναι. — Ακόμη δε κατ' ανάγκην δεν θα διατελή υπό το κράτος παντοτινού φόβου και η τοιαύτη πόλις και ο τοιούτος άνθρωπος; — Μάλιστα. — Οδυρμούς δε και στεναγμούς και θρήνους και πόνους, πιστεύεις ότι ημπορείς να εύρης περισσοτέρους εις καμμίαν άλλην πόλιν; — Καθόλου. — Ή και εις κανένα άλλον άνθρωπον περισσοτέρους παρά εις τον τυραννικόν αυτόν, που τον κάμνουν έξω φρενών ο έρως και τα άλλα του πάθη; — Πώς είναι δυνατόν; — Ώστε όλα αυτά, νομίζω, και άλλα τοιαύτα ακόμη, έλαβες υπ' όψιν σου, διά να κρίνης, ότι αυτή η πόλις είναι η αθλιεστέρα απ' όλας τας πόλεις. Και δεν έχω τάχα δίκαιον; — Πολύ μεγάλον μάλιστα· αλλά τι λέγεις και διά τον τυραννικόν άνδρα, αν λάβης υπ' όψιν σου όλα αυτά τα ίδια; — Ότι είναι κατά πολύ αθλιώτερος απ' όλους τους ανθρώπους. — Α, εις αυτό όμως δεν έχεις επίσης δίκαιον. — Πώς; — Δεν είναι ακόμη εις τόσον βαθμόν άθλιος ο τοιούτος. — Και ποίος λοιπόν είναι; — Θα παραδεχθής, πιστεύω, ότι είναι αυτός, που θα σου ειπώ. — Ποίος; — Εκείνος όστις, ενώ είναι και εκ φύσεως τυραννικός, δεν διέλθη την ζωήν του ως απλούς ιδιώτης, αλλά η κακή του τύχη, προς μεγάλην του συμφοράν, του παρουσιάση την ευκαιρίαν να γίνη τύραννος. — Συμπεραίνω, εξ όσων είπαμεν προηγουμένως, ότι έχεις δίκαιον. — Πολύ καλά· αλλά εις ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, όπου πρόκειται να εύρωμεν, ποίος βίος είναι ο ευτυχέστερος και ποίος ο δυστυχέστερος, δεν πρέπει να περιοριζώμεθα εις εικασίας μόνον, αλλά να τα υποβάλωμεν εις τον αυστηρότερον έλεγχον του ορθού λόγου. — Έχεις μέγα δίκαιον.

 — Πρόσεξε λοιπόν να ιδής· διά να κρίνωμεν καλώς περί του τυράννου, ιδού, μου φαίνεται, πώς πρέπει να τον εξετάσωμεν. — Πώς; — Να τον συγκρίνωμεν προς ένα έκαστον των άλλων πλουσίων ιδιωτών, οι οποίοι έχουν πολλούς δούλους· διότι αυτοί έχουν τούτο τουλάχιστον το κοινόν προς τους τυράννους, ότι έχουν πολλούς εις την εξουσίαν των· η διαφορά έγκειται μόνον εις τον αριθμόν. — Πράγματι. — Γνωρίζεις δε βέβαια ότι οι ιδιώται ούτοι ζουν ήσυχα και δεν έχουν κανένα φόβον από τους δούλους των. — Και τι θα είχαν να φοβηθούν; — Τίποτε· αλλά γνωρίζεις τον λόγον; Βεβαίως· διότι ολόκληρος η πόλις προστατεύει έκαστον ιδιώτην. — Πολύ σωστά· αλλά αν κανείς από τους θεούς σηκώση από μέσα από την πόλιν ένα από αυτούς τους πλουσίους, που να έχη πεντήκοντα δούλους ή και περισσοτέρους και τον μεταφέρη με την γυναίκα του και τα τέκνα και με όλην του την περιουσίαν και τους δούλους του εις μίαν ερημίαν, όπου να μην υπάρχη κανείς άλλος άνθρωπος ελεύθερος να τον βοηθήση εν ανάγκη, εις ποίον διηνεκή φόβον φαντάζεσαι ότι θα ευρίσκετο, μη σηκωθούν οι δούλοι και τον σκοτώσουν και αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του; — Δεν είναι δύσκολον να το φαντασθή κανείς. — Δεν θα ηναγκάζετο λοιπόν τότε να περιποιήται και να θωπεύη μερικούς από τους δούλους του και να τους δίδη ένα σωρόν υποσχέσεις και να τους απελευθερώση ακόμη, χωρίς να το αξίζουν, και ενί λόγω να καταντήση αυτός κόλαξ των ιδίων του δούλων; — Κατ' ανάγκην, διότι άλλως θα διέτρεχε κίνδυνον η ζωή του. — Αλλά και τι ακόμη θα συνέβαινεν, εάν ο ίδιος ο θεός έβαζε γύρω εις την κατοικίαν αυτού του πλουσίου και πολλούς άλλους γείτονας, που να μην υποφέρουν, ένας άνθρωπος να έχη υπό την εξουσίαν του άλλους ομοίους του, αλλ' όπου εύρουν κανένα τοιούτον, να του επιβάλλουν τας εσχάτας τιμωρίας; — Η θέσις του θα ήτο ακόμη περισσότερον χειροτέρα, αφού θα περιεστοιχίζετο πανταχόθεν από ανθρώπους όλους εχθρούς του.

 — Εις μίαν λοιπόν τοιαύτην ειρκτήν δεν ευρίσκεται φυλακισμένος και αλυσοδεμένος ο τύραννος; έχων εκ φύσεως τοιούτον χαρακτήρα, όπως τον εζωγραφίσαμεν, δεν θα διατελή διαρκώς υπό το κράτος φόβων και επιθυμιών παντοειδών; με όλην δε την απληστίαν της ψυχής του, δεν θα είναι ο μόνος εκ των πολιτών, που ούτε να ταξειδεύση θα ημπορή πουθενά, ούτε να ιδή τίποτε από εκείνα, που έχουν οι άλλοι την περιέργειαν να βλέπουν, αλλά κατάκλειστος ως επί το πολύ μέσα εις την οικίαν του, σαν γυναίκα, ζηλεύει τους άλλους, που ημπορούν να ταξειδεύουν και να βλέπουν τόσον ωραία πράγματα; — Πολύ σωστά τα λέγεις.

Ο άνθρωπος λοιπόν ο τυραννικός, ο δούλος των παθών και των επιθυμιών του, τον οποίον ήδη συ εχαρακτήρισες ως τον αθλιώτατον των ανθρώπων, καρπούται πολύ περισσότερα ακόμη κακά, όταν δεν διέλθη την ζωήν του ως απλούς ιδιώτης, αλλ' αναγκασθή από κάποιαν κακήν του τύχην να γίνη τύραννος, και ενώ δεν είναι ικανός να κυβερνήση τον εαυτόν του, αναλάβη να κυβερνά τους άλλους· απαράλλακτα δηλαδή όπως ένας άνθρωπος ασθενικός, που δεν ημπορεί καλά καλά να επαρκέση εις τον εαυτόν του, αντί να περιορισθή να φροντίζη διά την υγείαν του, ήθελε αναγκασθή να περάση την ζωήν του αγωνιζόμενος προς άλλους αθλητάς και μαχόμενος. Η παρομοίωσίς σου είναι ακριβεστάτη και αληθεστάτη. — Ώστε η κατάστασις αυτή δεν είναι υφ' όλας τας επόψεις η χειροτέρα, και από εκείνον τον οποίον συ έκρινες αθλιώτερον, δεν ζη πολύ αθλιώτερα ακόμη ο τύραννος; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν.

 — Είναι λοιπόν τη αληθεία, και αν κανείς δεν ήθελε να το παραδεχθή, ο πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποκείμενος εις την μεγίστην δουλείαν και εξευτελισμόν, και κόλαξ των ταπεινοτάτων ανθρώπων· ποτέ δεν ημπορεί να ικανοποιήση και να χορτάση και τας κοινοτέρας του επιθυμίας, αλλά στερείται των πάντων και παρουσιάζεται πράγματι πτωχός εις εκείνον, που γνωρίζει να εξετάση όλον το βάθος της ψυχής του, και διατελεί καθ' όλον τον βίον του υπό το κράτος φόβων και σφαδασμών και οδυνών, εάν είναι αληθές ότι ομοιάζει με την πόλιν της οποίας είναι ο κύριος· και ομοιάζει πράγματι· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα. — Ακόμη δε ας προσθέσωμεν εις τας τόσας αθλιότητας και εκείνα, που είπαμεν προηγουμένως, ότι από ημέρας εις ημέραν γίνεται αναγκαίως, χάρις εις την αρχήν την οποίαν κατέχει, ακόμη περισσότερον από πριν φθονερός, άπιστος, άδικος, άφιλος, ανόσιος, πάσης κακίας πανδοχείον και οικοτροφείον, και δι' όλους αυτούς τους λόγους δυστυχής μεν ο ίδιος, αφορμή δε της δυστυχίας και όλων των άλλων, που τον πλησιάζουν. — Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα έχη την παραμικροτέραν αντίρρησιν εις όλα αυτά.

 — Έλα λοιπόν τώρα κάμε μου την χάριν, όπως ο κριτής που εκφέρει την τελικήν κρίσιν μετά το πέρας όλων των αγώνων, να εκφέρης και συ τώρα πλέον την κρίσιν σου, ποίος κατά την ιδέαν σου έρχεται πρώτος ως προς την ευδαιμονίαν, ποίος δεύτερος και ούτω καθ' εξής, από τους πέντε που έχομεν να κρίνωμεν, τον βασιλικόν, τιμοκρατικόν, ολιγαρχικόν, δημοκρατικόν και τυραννικόν. — Αλλά καθόλου δύσκολος δεν είναι η κρίσις· εγώ τουλάχιστον τους κρίνω, υπό έποψιν αρετής και κακίας, ευδαιμονίας και δυστυχίας, κατά την σειράν που εισήλθον, όπως οι χοροί των τραγωδιών, εις την σκηνήν. — Θέλεις λοιπόν να μισθώσωμεν ένα κήρυκα, ή να κάμω εγώ ο ίδιος αυτό το έργον και να κηρύξω ότι, ο υιός του Αρίστωνος τον εναρετώτατον και δικαιότατον άνθρωπον έκρινεν ως τον ευτυχέστατον, και αυτός είναι ο βασιλικώτατος, εκείνος δηλαδή που εξουσιάζει περισσότερον τον εαυτόν του, τον δε κάκιστον και αδικώτατον ως τον δυστυχέστατον, και αυτός πάλιν είναι εκείνος που έχει τον τυραννικώτατον χαρακτήρα και εξασκεί του χειροτέρου είδους την τυραννίαν και επί του εαυτού του και επί της πόλεως; — Μάλιστα, να το κηρύξης εκ μέρους μου. — Να προσθέσω δε εις το κήρυγμά μου: και αν ακόμη τους γνωρίζουν ή δεν τους γνωρίζουν, ότι είναι τοιούτοι, όλοι και θεοί και άνθρωποι; — Να το προσθέσης.

 — Πολύ καλά· αύτη λοιπόν είναι μία απόδειξις του ζητουμένου μας· υπάρχει όμως και μία άλλη, την οποίαν, εάν θέλης, ημπορώ να σου δώσω. — Και ποία είναι αυτή; — Επειδή, όπως μία πολιτεία είναι διηρημένη εις τρία μέρη, τοιουτοτρόπως και η ψυχή του καθενός μας διαιρείται επίσης εις τρία μέρη, ημπορούμεν, μου φαίνεται, να εξαγάγωμεν εξ αυτού και μίαν άλλην απόδειξιν. — Να την ακούσωμεν. — Ιδού την· εις τα τρία αυτά μέρη της ψυχής αντιστοιχούν και τρία είδη ηδονών, μία διά το καθένα· επίσης και τρία είδη επιθυμιών και αρχών. — Εξήγησέ μου το καλύτερα. — Το πρώτον εκ των μερών τούτων της ψυχής είναι, είπομεν, εκείνο διά του οποίου ο άνθρωπος μανθάνει· το δεύτερον εκείνο, διά του οποίου θυμούται· το δε τρίτον έχει πολλάς διαφόρους μορφάς, ώστε να δύναται να περιληφθή υπό ένα ιδιαίτερον όνομα· από το ισχυρότερον όμως και επικρατέστερον χαρακτηριστικόν του, το ωνομάσαμεν επιθυμητικόν, ένεκα της μεγάλης σφοδρότητος, που έχουν αι επιθυμίαι του φαγητού και του ποτού και των αφροδισίων και των άλλων σχετικών, ακόμη δε και φιλοχρήματον, επειδή διά των χρημάτων προ πάντων ικανοποιούνται αυταί αι επιθυμίαι. — Και πολύ σωστά. — Και αν άραγε ηθέλαμεν ειπή, ότι η ηδονή και η αγάπη του μέρους τούτου της ψυχής είναι η αγάπη του κέρδους, δεν θα καθωρίζαμεν γενικώς την ιδιαιτέραν φύσιν αυτού, ώστε να έχωμεν σαφή αντίληψιν του πράγματος, οσάκις ηθέλαμεν να το ονομάσωμεν; δεν θα είχαμεν δίκαιον να το ονομάσωμεν φιλοχρήματον και φιλοκερδές; — Αυτό λέγω και εγώ.

 — Το δε θυμοειδές μέρος της ψυχής δεν είναι εκείνο, διά του οποίου ορμάται αύτη ολόκληρος να επιζητή την ευδοκίμησιν, την επικράτησιν, την νίκην; — Μάλιστα. — Δεν θα εταίριαζε λοιπόν τάχα να το ονομάσωμεν αυτό ακόμη και φιλόνικον και φιλότιμον; — Και πολύ μάλιστα. — Όσον δε αφορά το μέρος, διά του οποίου μανθάνομεν, είναι φανερόν εις όλους, ότι τείνει ολόκληρον να γνωρίση την αλήθειαν, πανταχού όπου υπάρχει, και ότι καμμίαν σημασίαν δεν δίδει διά τα πλούτη και την δόξαν και τα τοιαύτα. — Μάλιστα. — Δεν θα ημπορούσαμεν λοιπόν να το ονομάσωμεν δικαίως φιλομαθές και φιλόσοφον; — Πώς όχι; — Δεν είναι ακόμη αληθές, ότι εις άλλους μεν ανθρώπους επικρατεί το ένα απ' αυτά, εις άλλους δε το άλλο, κατά πώς τύχη; — Έτσι είναι. — Και δι' αυτόν τον λόγον ακριβώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τρία κύρια είδη των ανθρωπίνων χαρακτήρων είναι ο φιλόσοφος, ο φιλόδοξος και ο φιλοκερδής; — Βεβαιότατα. — Και τρία είδη επίσης ηδονών αντιστοιχούντα εις έκαστον από αυτούς τους τρεις χαρακτήρας; — Μάλιστα. — Γνωρίζεις δε, ότι, αν ερωτήσης τρεις τοιούτους ανθρώπους τον καθένα χωριστά, ποίον από αυτούς τους βίους θεωρεί ευτυχέστερον, θα εγκωμιάση έκαστος περισσότερον τον ιδικόν του· ο φιλοκερδής έξαφνα δεν θα μας είπη, ότι η ηδονή της μαθήσεως ή της δόξης δεν έχουν καμμίαν αξίαν εμπρός εις την ηδονήν του κέρδους, εφόσον τουλάχιστον δεν μας παρέχουν και καμμίαν υλικήν ωφέλειαν; — Είναι αληθές. — Τι δε ο φιλόδοξος; την μεν ηδονήν του κέρδους δεν την θεωρεί ταπεινήν, την δε της μαθήσεως αφ' ετέρου καπνόν και φλυαρίαν, εκτός τουλάχιστον αν προσπορίζη και κάποιαν δόξαν και τιμάς; — Έτσι είναι. — Ο δε φιλόσοφος, τι φαντάζεσαι ότι νομίζει τας άλλας ηδονάς εμπρός εις εκείνην, που παρέχει η γνώσις της αληθείας και η αποκλειστική εις αυτήν αφοσίωσις; δεν θα έλεγεν ότι πολύ απέχουν της αληθινής ηδονής και ότι είναι το πολύ ανάγκαι τας οποίας ούτε καν θα εσκέπτετο, αν δεν τας επέβαλλεν η φύσις; — Δι' αυτό δα πρέπει να είμεθα τελείως βέβαιοι.

 — Αφού λοιπόν αμφισβητούνται τα τρία ταύτα είδη των ηδονών και οι αντιστοιχούντες προς αυτά βίοι, πώς θα κάμωμεν διά να κρίνωμεν ποίος από τους τρεις έχει δίκαιο; πώς να εύρωμεν, αν όχι ποίος βίος από αυτούς είναι ωραιότερος και ασχημότερος ή καλύτερος και χειρότερος, αλλά τουλάχιστον ευχαριστότερος και αλυπότερος; — Ξεύρω κ' εγώ; — Σκέψου να ιδής· πώς δυνάμεθα να κρίνωμεν ασφαλώς περί της αληθείας ενός πράγματος; ουχί διά της εμπειρίας, της φρονήσεως και του ορθού λόγου; ή μήπως έχομεν κανένα άλλο καλύτερον κριτήριον; — Όχι βέβαια. — Πρόσεξε λοιπόν ποίος από αυτούς τους τρεις ανθρώπους έχει μεγαλυτέραν εμπειρίαν όλων των ηδονών, που ανεφέραμεν; νομίζεις ότι ο φιλοκερδής, αν επεδίδετο εις την σπουδήν της αληθείας, θα ήτο ικανώτερος να κρίνη περί της ηδονής, την οποίαν παρέχει η γνώσις, ή ο φιλόσοφος περί της ηδονής, την οποίαν παρέχει το κέρδος; — Πολύ διαφέρει το πράγμα· διότι ο μεν φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος από την παιδικήν του ηλικίαν να δοκιμάζη και τας άλλας ηδονάς, ενώ ο φιλοκερδής δεν έχει καμμίαν ανάγκην να σπουδάση την αλήθειαν της φύσεως των όντων, διά να δοκιμάση, πόσον γλυκεία είναι αυτή η ηδονή, και να αποκτήση επομένως την εμπειρίαν της· μάλλον δε, και αν είχε όλην την καλήν διάθεσιν και προθυμίαν, το πράγμα θα ήτο ανώτερον των δυνάμεών του. — Ώστε ο φιλόσοφος υπερτερεί κατά πολύ τον φιλοκερδή ως προς την εμπειρίαν αμφοτέρων των ηδονών. — Πολύ μάλιστα. — Τον δε φιλότιμον; έχει τάχα ολιγωτέραν εμπειρίαν της ηδονής, που δίδουν αι τιμαί και η δόξα, παρ' όσην έχει ο φιλότιμος της ηδονής, που παρέχουν η μάθησις και η επιστήμη; — Κάθε άλλο· διότι τιμάς μεν και δόξαν ευρίσκει έκαστος των τριών αυτών ανθρώπων, όταν ευδοκιμήση εξαιρετικώς εις το έργον εις το οποίον ήθελεν επιδοθή, και ο πλούσιος τιμάται υπό πολλών όπως και ο ανδρείος και ο σοφός· ώστε, όσον δι' αυτήν την ηδονήν των τιμών, τι πράγμα είναι, όλοι έχουν ίσην εμπειρίαν ενώ, ποίαν ηδονήν παρέχει η εύρεσις της αληθείας των όντων, κανείς άλλος δεν ημπορεί να την έχη δοκιμάση παρά μόνον ο φιλόσοφος. — Επομένως, όσον εξαρτάται από την εμπειρίαν, ο φιλόσοφος είναι εις θέσιν να κρίνη πολύ καλύτερα από τους δύο άλλους. — Χωρίς καμμίαν αντίρρησιν.

 — Αλλ' είναι και ο μόνος ακόμη ο οποίος, μετά της εμπειρίας συνδυάζει και την φρόνησιν. — Πώς όχι; — Προσέτι δε και το όργανον, διά του οποίου δυνάμεθα να κρίνωμεν ορθώς, δεν ανήκει εις τον φιλοκερδή ουδέ εις τον φιλότιμον, αλλ' αποκλειστικώς εις τον φιλόσοφον. — Το ποίον; — Δεν είπαμεν ότι χρειάζεται ο ορθός λόγος διά να κρίνωμεν ορθώς; — Ναι. — Αλλ' ακριβώς το προσιδιάζον όργανον του φιλοσόφου είναι ο ορθός λόγος. — Πώς όχι; — Λοιπόν, εάν ήρκει το κέρδος και τα πλούτη διά να κρίνωμεν ορθώς περί των πραγμάτων, εκείνα τα οποία θα επήνει ή θα έψεγεν ο φιλοκερδής, κατ' ανάγκην θα ήσαν και τα αληθέστερα. — Βεβαίως. — Εάν δε ήρκει η τιμή, η νίκη και η ανδρεία, τότε δεν θα ήσαν αληθή εκείνα, τα οποία θα επήνει ο φιλότιμος και ο φιλόνικος; — Φανερόν. — Αφού όμως τα πράγματα κρίνονται διά της εμπειρίας, της φρονήσεως και του ορθού λόγου; — Τότε κατ' ανάγκην αληθή είναι εκείνα μόνον, τα οποία επαινεί ο φιλόσοφος, ο φίλος του ορθού λόγου. — Και επομένως, από τας τρεις ηδονάς της ψυχής, γλυκυτέρα είναι η ηδονή της μαθήσεως και της επιστήμης, και εκείνος ο άνθρωπος, εις τον οποίον επικρατεί αύτη, θα διάγη βέβαια τον γλυκύτερον βίον. — Πώς ημπορεί να είναι αλλέως; έχει πράγματι όλα του τα δίκαια ο φιλόσοφος, όταν επαινή ως άριστον τον ιδικόν του βίον. — Ποίον δε βίον και ποίαν ηδονήν θέτει εις την δευτέραν σειράν ο κριτής; — Φυσικά του φιλοδόξου και του πολεμικού· διότι αυτόν θεωρεί πλησιέστερον προς τον ιδικόν του, ή του χρηματιστού. — Ώστε, καθώς φαίνεται, εις τον τελευταίον τούτον δίδει την τελευταίαν θέσιν. — Αναμφιβόλως.

 — Ιδού λοιπόν δύο αλλεπάλληλοι νίκαι, εις τας οποίας ο δίκαιος ενίκησε τον άδικον· αλλά και τρίτην ακόμη θα νικήση, αληθώς ολυμπιακήν, διά την οποίαν θα αποδώση χάριτας εις τον σωτήρα τον Ολύμπιον Δία· και ιδού αυτή: κάθε άλλη ηδονή, εκτός του σοφού, δεν είναι τελείως αληθής και καθαρά, αλλ' είναι απλώς μία σκιαγραφία της ηδονής, καθώς ενθυμούμαι να ήκουσα από κάποιον σοφόν· και αυτό βέβαια θα ήτο η μεγαλυτέρα και τελειωτική ήττα του αδίκου. — Βέβαια· αλλά πώς το αποδεικνύεις; — Εσύ αποκρίνου εις τας ερωτήσεις μου και από κοινού αναζητούντες θα το εύρωμεν. — Ερώτα με λοιπόν. — Σε ερωτώ· η λύπη δεν λέγομεν ότι είναι το εναντίον της ηδονής; — Είναι βέβαια. — Δεν υπάρχει δε και μία κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε χαίρομεν ούτε λυπούμεθα; — Μάλιστα. — Και η κατάστασις αύτη, κειμένη εν τω μέσω της ηδονής και της λύπης, αποτελεί διά την ψυχήν μίαν κατάστασιν ησυχίας απέναντι και των δύο· ή δεν είναι αυτή η ιδέα σου; — Αυτή μάλιστα. — Αλλά ενθυμείσαι άραγε τους λόγους, που λέγουν οι άρρωστοι κατά την ασθένειάν των; — Ποίους λόγους; — Ότι δεν υπάρχει γλυκύτερον πράγμα από την υγείαν, αλλά δεν ήσαν εις θέσιν να γνωρίζουν όλην του την αξίαν πριν ασθενήσουν. — Ναι, τους ενθυμούμαι. — Δεν ήκουsες επίσης και εκείνους, που υποφέρουν από καμμίαν μεγάλην λύπην, να λέγουν, ότι τίποτε δεν είναι γλυκύτερον παρά να μην υποφέρη κανείς πλέον; — Μάλιστα. — Αλλά και εις πολλάς άλλας τοιαύτας περιστάσεις κάμνουν, νομίζω, το ίδιον οι άνθρωποι· όταν λυπούνται, εγκωμιάζουν ως το γλυκύτερον πράγμα το να μη λυπάται κανείς, την απαλλαγήν από της λύπης και την ησυχίαν, και όχι την χαράν. — Διότι αυτό ίσως τους φαίνεται τότε γλυκύ και ευχάριστον πράγμα, η ησυχία. — Κατά τον ίδιον επομένως λόγον και όταν παύση κανείς να χαίρη, αυτή η ησυχία της χαράς, θα του επροξενούσε λυπηρόν συναίσθημα. — Κατά πάσαν πιθανότητα. — Ώστε αυτή η ησυχία της ψυχής, η οποία είπαμεν ότι κείται μεταξύ της ηδονής και της λύπης, θα είναι, κατά τας περιστάσεις και τα δύο, και λύπη και ηδονή. — Έτσι φαίνεται. — Αλλά είναι δυνατόν, αφού δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, να είναι και τα δύο μαζί; — Δεν το πιστεύω. — Κάθε λυπηρόν ή ευχάριστον συναίσθημα δεν παραδέχεσαι ότι είναι κάποια κίνησις της ψυχής; — Ναι. — Ενώ απεναντίας το να μην αισθάνεται κανείς ούτε χαράν ούτε λύπην, δεν είπαμεν ότι είναι μία κατάστασις ησυχίας και κάτι τι το διάμεσον μεταξύ των δύο εκείνων συναισθημάτων; — Μάλιστα. — Πώς είναι λοιπόν λογικόν να παραδεχθή κανείς, ότι η άρνησις της λύπης είναι ηδονή, και η άρνησις της ηδονής λύπη; — Καθόλου βέβαια λογικόν δεν είναι. — Ώστε αυτή η κατάστασις της ησυχίας δεν είναι καθ' εαυτήν ούτε ευχάριστον ούτε δυσάρεστον συναίσθημα· αλλά φαίνεται απλώς ευχάριστον παραβαλλόμενον προς την λύπην, και δυσάρεστον εν σχέσει προς την ηδονήν· και εις όλα επομένως αυτά τα φαντάσματα δεν υπάρχει αληθής ηδονή, αλλά μόνον κάποια γοητεία. — Καθώς τουλάχιστον απεδείχθη διά του συλλογισμού. . . .

 — Διά να μη σου μένη λοιπόν κανένας λόγος να φαντάζεσαι, ότι δεν είναι άλλο τίποτε η ηδονή εις αυτόν τον κόσμον παρά απαλλαγή από της λύπης και η λύπη απαλλαγή από της ηδονής, πρόσεξε να ιδής ηδονάς, αι οποίαι δεν προέρχονται κατόπιν από λύπας. — Πού είναι αυταί και ποίου είδους; — Πολλαί μεν και άλλαι, αλλά πρόσεξε, διά να εννοήσης, τας ηδονάς της οσφρήσεως· αυταί, χωρίς να προηγηθή κανένα δυσάρεστον αίσθημα, προξενούν έξαφνα ισχυροτάτην εντύπωσιν εις την ψυχήν, και αφού παύσουν, δεν της αφήνουν καμμίαν λύπην. — Είναι αλήθεια αυτό. — Ας μη φανταζώμεθα λοιπόν, ότι η καθαρά ηδονή είναι απλώς απαλλαγή από την λύπην, και η πραγματική λύπη απαλλαγή από την ηδονήν. — Όχι. — Και μολαταύτα αι λεγόμεναι ακριβώς ηδοναί, όσαι διά των αισθήσεων του σώματος φθάνουν εις την ψυχήν, αι περισσότεραι, ίσως και αι ισχυρότεραι, ανήκουν εις αυτό το είδος, είναι δηλαδή απαλλαγαί από κάποιαν λύπην. — Σύμφωνος. — Δεν συμβαίνει δε το ίδιον και με τας προαισθήσεις της χαράς και της λύπης, που προκαταβολικώς δοκιμάζομεν επί τη προσδοκία ευχαρίστου τινός ή δυσαρέστου πράγματος; — Το ίδιον.

 — Γνωρίζεις δε τι είναι αύται αι ηδοναί και με τι δύναταί τις να τας παραβάλη; — Με τι; — Δεν αγνοείς ότι υπάρχει εις την φύσιν άνω, κάτω, και μέσον. — Μάλιστα. — Ένας, ο οποίος μεταβαίνει από το κάτω εις το μέσον, δεν φαντάζεται ότι πηγαίνει προς τα άνω; και όταν φθάση εις το μέσον και γυρίζη και βλέπη από πού εξεκίνησε, τι άλλο ημπορεί να φαντασθή, παρά ότι ευρίσκεται εις το άνω, επειδή δεν είδεν ακόμη το πραγματικώς άνω; — Μα την αλήθειαν, δεν νομίζω ότι θα φαντασθή αλλέως το πράγμα. — Εάν δε πάλιν εφέρετο προς τα κάτω, θα επίστευε βέβαια ότι καταβαίνει, και δεν θα είχεν άδικον να το πιστεύη. — Όχι βέβαια. — Όλα δε αυτά θα τα επάθαινε, διότι δεν γνωρίζει το πραγματικόν άνω, και το κάτω, και το μέσον. — Φυσικά. — Θα παραξενευθής λοιπόν, εάν άνθρωποι άπειροι της αληθείας έχουν εσφαλμένην ιδέαν, όπως περί πολλών άλλων πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και περί ηδονής και λύπης και της μέσης εκείνης μεταξύ αυτών καταστάσεως; ούτως ώστε, όταν περιπίπτουν εις καμμίαν λύπην, πιστεύουν ότι υποφέρουν, και υποφέρουν πράγματι· αλλ' όταν εκ της λύπης μεταβαίνουν εις την μέσην κατάστασιν, είναι τελείως πεπεισμένοι ότι ευρίσκονται εις την πλήρη ικανοποίησιν, εις την πλήρη απόλαυσιν της ηδονής; ενώ απλούστατα απατώνται από άγνοιαν της πραγματικής ηδονής και διότι θεωρούν την λύπην κατ' αντιπαραβολήν μόνον προς την έλλειψιν της λύπης, όπως ένας, που δεν γνωρίζει το λευκόν χρώμα, θα έπαιρνε το φαιόν διά λευκόν, εν συγκρίσει προς το μέλαν. — Πολύ περισσότερον θα μου εφαίνετο παράξενον, αν το εναντίον συνέβαινε.

 — Τώρα πρόσεχε εις αυτό, που θα σου είπω· η πείνα, η δίψα και αι άλλαι φυσικαί ανάγκαι, δεν αποτελούν διά το σώμα ένα είδος κενού, το οποίον ζητεί να πληρωθή; — Μάλιστα. — Παρομοίως δε η άγνοια και η αφροσύνη δεν είναι ένα είδος κενού και αυταί διά την ψυχήν; — Αναμφιβόλως. — Και το μεν κενόν, που δημιουργεί η πείνα, δεν το γεμίζει ο άνθρωπος λαμβάνων τροφήν, το δε κενόν της ψυχής τρέφων την διάνοιάν του; — Πώς όχι; — Και ποία είναι τελειοτέρα πλήρωσις, εκείνη που γίνεται με πράγματα περισσότερον ουσιαστικά, ή ολιγώτερον; — Με πράγματα βέβαια περισσότερον ουσιαστικά. — Και ποία πράγματα σου φαίνεται ότι μετέχουν περισσότερον της καθαράς ουσίας του όντος, τα φαγητά άραγε και τα ποτά και εν γένει αι τροφαί, ή αι αληθείς δοξασίαι; και αι επιστήμαι και τα διανοήματα και με μίαν λέξιν όλαι αι αρεταί; κρίνε δε το πράγμα ως εξής· περισσοτέραν πραγματικότητα σου φαίνεται ότι έχει εκείνο, που προέρχεται από το ον το πάντοτε αναλλοίωτον και αθάνατον και αληθές και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτου τινός, ή εκείνο που προέρχεται από πράγματα υποκείμενα εις την αλλοίωσιν και την φθοράν και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτων; — Εκείνο βέβαια που προέρχεται από το πάντοτε αναλλοίωτον. — Τα δε πράγματα τα υποκείμενα εις αλλοίωσιν μήπως μετέχουν τάχα περισσοτέρας πραγματικότητος ή επιστήμης; — Διόλου. Μήπως τάχα αληθείας; — Ούτε τούτο. — Αφού λοιπόν μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας, δεν θα μετείχον και ολιγωτέρας πραγματικότητος; Κατ' ανάγκην. — Ώστε γενικώς, όλα, όσα χρησιμεύουν προς συντήρησιν του σώματος δεν μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας και πραγματικότητος, παρ' εκείνα, που χρησιμεύουν εις την συντήρησιν και θεραπείαν της ψυχής; — Αναμφιβόλως. — Και αυτό δε το σώμα δεν έχει ολιγωτέραν πραγματικότητα από την ψυχήνq — Μάλιστα. — Η πλήρωσις επομένως της ψυχής, αφού γίνεται με πράγματα ουσιαστικώτερα, μετέχει δε και η ιδία περισσοτέρας πραγματικότητος, είναι τωόντι πολύ πραγματικωτέρα από την πλήρωσιν του σώματος. — Πώς όχι;

 — Εάν λοιπόν η ηδονή συνίσταται εις το να πληρούται τι με τα πράγματα, που είναι σύμφωνα με την φύσιν του, εκείνο που πληρούται αληθώς με τα πράγματα, τα οποία έχουν περισσοτέραν πραγματικότητα, οφείλει βεβαίως να απολαμβάνη μίαν ηδονήν όντως πραγματικωτέραν και αληθεστέραν, ενώ εκείνο το οποίον πληρούται με πράγματα ολιγώτερον μετέχοντα από την πραγματικότητα, θα πληρούται κατά τρόπον ολιγώτερον αληθή και βέβαιον και η ηδονή, την οποίαν απολαμβάνει, θα είναι πολύ ολιγώτερον αληθής και βεβαία. — Είναι απόλυτος ανάγκη να συμβαίνη αυτό. — Εκείνοι επομένως που δεν γνωρίζουν τι θα ειπή σοφία και αρετή, και είναι παραδομένοι εις τας απολαύσεις της κοιλίας και άλλας τοιαύτας υλικάς ηδονάς, φέρονται διαρκώς προς τα κάτω και το πολύ πάλιν έως εις το μέσον, και εις όλην των την ζωήν ανεβοκαταιβαίνουν μεταξύ των δύο τούτων σημείων, χωρίς ποτέ να ημπορέσουν να το υπερβούν και χωρίς ποτέ να σταθούν ικανοί, να σηκώσουν τα βλέμματά των προς το αληθώς άνω, ούτε να απολαύσουν πραγματικώς το αληθώς ον, και να γευθούν την καθαράν και γνησίαν ηδονήν· αλλά πάντοτε βλέποντες προς τα κάτω, δίκην ζώων, και σκυμμένοι επάνω εις την γην και εις τραπέζας βόσκουν κτηνωδώς χορταίνοντες την κοιλίαν των και τας σαρκικάς των επιθυμίας, και από την πλεονεξίαν αυτών των ηδονών λακτίζονται και κερατίζονται μεταξύ των και εις το τέλος και αλληλοφονεύονται με τα σιδηρά των κέρατα και τας οπλάς επάνω εις την λύσσαν της απληστίας των, διότι δεν είναι εις θέσιν να γεμίσουν με πράγματα ουσιαστικά το μέρος εκείνο του εαυτού των, που μετέχει περισσότερον του όντος και που είναι το μόνον επιδεκτικόν αληθούς πληρώσεως. — Πιστότατα ως χρησμολόγος απεικόνισες τον βίον των πολλών, Σωκράτη. — Δεν είναι λοιπόν ανάγκη και να γνωρίζουν μόνον ηδονάς αναμεμιγμένας με λύπας, απλά είδωλα της αληθούς ηδονής, ατελείς σκιαγραφίας, που λαμβάνουν χρώμα μόνον εκ της προς αλλήλας αντιπαραθέσεως και φαίνονται τόσον ισχυραί και αι δύο, ώστε γεννούν λυσσώδεις έρωτας εις τους άφρονας, και γίνονται τόσον περιμάχητοι, όπως έγινε περιμάχητον, κατά τον Στησίχορον, το είδωλον της Ελένης εις τους εν Τροία, επειδή δεν εγνώριζαν την αληθινήν Ελένην; — Πράγματι τοιούτον τι θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με αυτό.

 — Αλλά πώς; το ίδιον δεν θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με το θυμοειδές, όταν η φιλοδοξία υποδαυλιζομένη υπό του φθόνου, το φιλόνικον του χαρακτήρος υπό της αυθαιρεσίας και η φυσική αγριότης υπό της οργής, ωθούν τον άνθρωπον να επιδιώκη δίχως νουν και κρίσιν την πλησμονήν της τιμής, της νίκης και του θυμού; — Τοιαύτα θα συμβαίνουν κατ' ανάγκην και με αυτό. — Τι λοιπόν; δεν δυνάμεθα να είπωμεν μετά θάρρους, ότι και αι επιθυμίαι, που ανήκουν εις τα δύο αυτά μέρη της ψυχής, το φιλόνικον και το φιλοκερδές, όταν οδηγούνται υπό της επιστήμης και του λογικού και υπό την οδηγίαν αυτών δεν επιδιώκουν άλλας ηδονάς, παρά όσας υποδεικνύει η φρόνησις, θα αισθανθώσι τότε τας αληθεστάτας ηδονάς και τας πλέον συμφώνους προς την φύσιν των που είναι δυνατόν να δοκιμάσουν, διότι αφ' ενός μεν τας οδηγεί η αλήθεια και διότι, αφ' ετέρου, εκείνο το οποίον είναι συμφερώτερον εις κάθε πράγμα, είναι συγχρόνως και οικειότερον προς την φύσιν του; — Είναι πράγματι αληθές τούτο. — Όταν λοιπόν ολόκληρος η ψυχή βαδίζη όπισθεν του λογικού και δεν επικρατή στάσις μεταξύ των διαφόρων αυτής μερών, εκτός του ότι έκαστον εξ αυτών περιορίζεται εις το να πράττη το έργον του, συμφώνως με τον ορισμόν της δικαιοσύνης, καρπούται προσέτι και τας ηδονάς, που του ανήκουν, τας καθαρωτέρας δηλαδή και αληθεστέρας ηδονάς, που ημπορεί να απολαύση — Δίχως αμφιβολίαν. — Ενώ απεναντίας, όταν επικρατήση κανένα από τα δύο άλλα μέρη της ψυχής, συμβαίνει ώστε εν πρώτοις αυτό το ίδιον να μην ημπορή να εύρη την ηδονήν, που του προσιδιάζει, εξαναγκάζει δε αφ' ετέρου και τα άλλα να επιδιώκουν ηδονάς ξένας προς την φύσιν των και επομένως όχι αληθινάς. — Έτσι είναι. — Ώστε εκείνα, που περισσότερον απέχουν από την φιλοσοφίαν και τον ορθόν λόγον, αυτά ακριβώς δεν θα έφερον τα ολέθρια ταύτα αποτελέσματα; — Χωρίς άλλο. — Δεν απέχει δε ένα πράγμα από τον ορθόν λόγον, όσον περισσότερον απέχει από τον νόμον και την τάξιν; — Φανερόν. — Δεν εύρομεν δε ότι περισσότερον από κάθε άλλο απέχουν αι τυραννικαί και αι ερωτικαί επιθυμίαι; — Μάλιστα. — Ολιγώτερον δε αι βασιλικαί και αι κόσμιαι; — Ναι. — Κατά συνέπειαν περισσότερον μεν θα απέχη από την αληθινήν και προσιδιάζουσαν εις τον άνθρωπον ηδονήν ο τύραννος, ολιγώτερον δε ο βασιλεύς· — Κατ' ανάγκην. — Επομένως η δυστυχεστέρα μεν ζωή και αηδεστέρα θα είναι του τυράννου, η ευχαριστοτέρα δε και ευτυχεστέρα του βασιλέως. — Αυτό είναι αναντίρρητον. — Και γνωρίζεις κατά πόσον είναι δυστυχεστέρα η ζωή του τυράννου από του βασιλέως. — Αν μου το ειπής . . .

 — Υπάρχουν, καθώς παρεδέχθημεν, τρεις ηδοναί, εκ των οποίων η μία αληθινή, αι δε δύο άλλαι νόθοι· ο τύραννος λοιπόν εχθρός του νόμου και του ορθού λόγου και περιστοιχούμενος πάντοτε υπό ακολουθίας ηδονών δουλικών, κείται εις το έσχατον άκρον των νόθων ηδονών, και πόσον επομένως υστερεί του άλλου κατά την ευτυχίαν, είναι δύσκολον να το ορίσωμεν, εκτός ίσως κατ' αυτόν τον τρόπον. — Κατά ποίον; — Ο τύραννος έρχεται εις την σειράν τρίτος, ευθύς κατόπιν από τον ολιγαρχικόν, διότι μεταξύ αυτών ευρίσκεται ο δημοκρατικός — Μάλιστα. — Επομένως, εάν όσα είπαμεν παραπάνω είναι αληθινά, το είδωλον της ηδονής, που απολαμβάνει ο τύραννος, είναι το έν τρίτον, ως προς την αλήθειαν, της ηδονής του ολιγαρχικού. — Ναι. — Ο δε ολιγαρχικός πάλιν έρχεται τρίτος εις την σειράν κατόπιν του βασιλικού και αριστοκρατικού, εάν δεχθώμεν αυτούς ως έν και μόνον πρόσωπον. — Μάλιστα τρίτος. — Ώστε ο τύραννος απέχει της αληθούς ηδονής το τριπλάσιον του τριπλασίου. — Φαίνεται. — Θα ηδύνατο επομένως το είδωλον της ηδονής του τυράννου, επί τη βάσει του αριθμού τούτου του μήκους, να παρασταθή δι' ενός επιπέδου. — Μάλιστα. — Εάν δε πολλαπλασιάσωμεν τον αριθμόν τούτον εφ' εαυτόν και τον υψώσωμεν εις την τρίτην του δύναμιν, είναι δύσκολον να ίδωμεν εις πόσην απόστασιν ευρίσκεται από την αληθινήν ηδονήν. — Βέβαια είναι εύκολον εις ένα μαθηματικόν να το υπολογίση. Εάν λοιπόν τώρα αντιστρέψωμεν αυτήν την αναλογίαν και ζητήσωμεν, πόσον η ηδονή του βασιλέως είναι αληθεστέρα από του τυράννου, θα εύρωμεν, ως εξαγόμενον του πολλαπλασιασμού, ότι ο βασιλεύς ζη επτακοσίας είκοσι εννέα φοράς ευτυχέστερον του τυράννου, και ο τύραννος δυστυχέστερον του βασιλέως άλλας τόσας φοράς. (3) — Καταπληκτικός είναι αυτός ο υπολογισμός της διαφοράς, που έστησες μεταξύ του δικαίου και του αδίκου, ως προς την ευτυχίαν και δυστυχίαν αυτών. — Αληθινός όμως αριθμός, καθόσον εκφράζει ακριβώς την ζωήν που ανήκει εις αυτούς, όπως τους ανήκουν αι ημέραι των και αι νύκτες και οι μήνες και τα έτη. — Πραγματικώς. — Αφού λοιπόν τόσον υπερέχει κατά την ευτυχίαν ο αγαθός και δίκαιος τον κακόν και άδικον, φαντάσου τώρα πόσον απείρως πρέπει να υπερέχη αυτόν κατά την κοσμιότητα του βίου και την ωραιότητα και την αξίαν! — Απείρως πράγματι.

 — Έστω λοιπόν και αφού εφθάσαμεν τώρα εδώ, ας επαναλάβωμεν εκείνα που είπαμεν εις την αρχήν αρχήν και τα οποία έδωσαν αφορμήν εις αυτήν την συζήτησιν· ελέγετο δε τότε, νομίζω, ότι η αδικία ωφελεί εις τον τελείως άδικον, φθάνει να περνά διά δίκαιος· δεν ελέχθη πράγματι αυτό: — Μάλιστα. — Ας το εξετάσωμεν λοιπόν και αυτό, τώρα που εμείναμεν σύμφωνοι περί των αποτελεσμάτων, τα οποία έχουν επί της ψυχής και τα άδικα έργα και τα δίκαια. — Πώς; — Ας πλάσωμεν διά της φαντασίας μίαν εικόνα της ψυχής, διά να ιδή, τι έλεγεν εκείνος που το υπεστήριζεν αυτό. — Τι είδους εικόνα. — Μίαν εικόνα κατά το είδος της Χίμαιρας και της Σκύλλας και του Κέρβερου και των άλλων μυθολογουμένων τεράτων, τα οποία παριστάνουν συγκείμενα από πολλάς και διαφόρους φύσεις ηνωμένας. — Πολύ καλά. — Πλάττε λοιπόν εν πρώτοις ένα τέρας ποικίλον και πολυκέφαλον, που να έχη γύρω άλλας μεν κεφαλάς ημέρων ζώων και άλλας αγρίων, και που να ημπορή να τας παράγη μόνον του όλας αυτάς και να τας μεταβάλλη κατά βούλησιν. — Χρειάζεται πολύ επιτήδειος τεχνίτης δι' αυτό το έργον· αφού όμως είναι πολύ ευκολώτερον να πλάττη κανείς διά της φαντασίας παρά με τον κηρόν, ας υποθέσωμεν ότι το επλάσαμεν το τέρας σου. — Κάμε τώρα και μίαν εικόνα λέοντος και μίαν ανθρώπου· αλλά να είναι πολύ μεγαλυτέρα η πρώτη εικών από τας δύο άλλας, και η δευτέρα μεγαλυτέρα από την τελευταίαν. — Αυτά είναι ευκολώτερα και έγιναν ήδη. — Σύναψε τώρα αυτάς τας τρεις εικόνας ώστε να συνδεθούν καλά και να αποτελέσουν έν όλον. — Έτοιμον και αυτό. — Να το ενδύσης τώρα όλο αυτό γύρω με την εικόνα ενός ανθρώπου, ούτως ώστε ένας, που δεν ημπορεί να ιδή τι έχει μέσα του, αλλά βλέπει μόνον το εξωτερικόν περίβλημα, να του φαίνεται πως είναι απλώς ένας άνθρωπος. — Έγινε και αυτό.

 — Ας είπωμεν τώρα εις εκείνον που υποστηρίζει ότι η αδικία ωφελεί εις τούτον τον άνθρωπον και η δικαιοσύνη δεν τον συμφέρει, ας του είπωμεν, λέγω, ότι είναι το ίδιον να υποστηρίζη πως τον συμφέρει, να καλοθρέφη το πολυκέφαλον τέρας και να τρανεύη τον λέοντα και τα περί τον λέοντα, να αφήνη δε τον άνθρωπον να αποθνήσκη από την πείναν και να αδυνατίζη, εις τρόπον ώστε να σύρνεται όπου τον τραυούν τα άλλα δύο θηρία, και ούτε καν να εξοικειώνη και αυτά μεταξύ των διά να ζουν με αγάπην, αλλά να τα αφήνη να μαλλώνουν και να δαγκάνωνται και να τρώγωνται. — Τίποτε άλλο πράγματι δεν λέγει εκείνος που επαινεί την αδικίαν. — Ενώ απεναντίας εκείνος, που υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη ωφελεί, δεν λέγει ότι πρέπει πάντα τα έργα μας και πάντες οι λόγοι μας να τείνουν εις το να καταστήσουν επικρατέστερον τον εσωτερικόν άνθρωπον, και δεν θα επιμελήται και το πολυκέφαλον τέρας ως έμπειρος γεωργός, λαμβάνων και την βοήθειαν του λέοντος, διά να τρέφη μεν και αναπτύσση τα ήμερα, εμποδίζη δε τα άγρια να φυτρώνουν, και να φροντίζη από κοινού δι' όλα, ώστε να ζουν με αγάπην και ομόνοιαν μεταξύ των; — Αυτό ακριβώς βέβαια λέγει εκείνος που επαινεί την δικαιοσύνην. — Ώστε κατά πάντα τρόπον εκείνος μεν που εγκωμιάζει την δικαιοσύνην λέγει την αλήθειαν, ψεύδεται δε εκείνος που επαινεί την αδικίαν· και πραγματικώς, είτε προς την ηδονήν, είτε προς την δόξαν, είτε προς την ωφέλειαν αποβλέψη τις, ο μεν επαινετής της δικαιοσύνης αληθεύει, ο δε κατήγορος αυτής τίποτε το σωστόν δεν λέγει, ουδέ καν γνωρίζει εκείνο που κατηγορεί. — Πραγματικώς μου φαίνεται πως δεν γνωρίζει.

 — Ας προσπαθήσωμεν όμως να τον εξαγάγωμεν από την πλάνην του, αφού αύτη βέβαια δεν είναι εκουσία. Ευλογημένε, θα του είπωμεν, επί τίνος βάσεως έχει καθιερωθή η διάκρισις μεταξύ του καλού και του αισχρού; τα μεν καλά δεν είναι εκείνα που υποτάσσουν το ζωώδες μέρος της φύσεως ημών υπό το ανθρώπινον, ή μάλλον το θείον, αισχρά δε απεναντίας εκείνα, που υποδουλώνουν το ήμερον εις το άγριον και θηριώδες; τι λέγεις, θα συμφωνήση; — Αν θέλη να με ακούση. — Τούτου τεθέντος, ημπορεί ποτε να είναι ωφέλιμον εις κανένα, να πάρη χρήματα αδίκως, εάν πρόκειται με τα χρήματα που θα πάρη να υποδουλώση το καλύτερον μέρος του εαυτού του εις το ελεεινότερον; σκέψου δα εάν επρόκειτο απέναντι χρημάτων να πωλήση δούλον τον υιόν του ή την θυγατέρα του, και μάλιστα εις ανθρώπους αγρίους και κακούς, δεν θα τον εσύμφερε βέβαια το πράγμα, και τους μεγαλυτέρους θησαυρούς ακόμη αν ελάμβανεν· όταν δε υποδουλώνη το θειότατον μέρος του εαυτού του εις το αθεώτατον και μιαρώτατον, δεν είναι πράγματι άθλιος, και ο χρυσός, τον οποίον δέχεται απέναντι, δεν θα του στοιχίση δεινότερον όλεθρον, παρ' ό,τι εις την Εριφύλην το χρυσούν περιδέραιον, το οποίον εδέχθη απέναντι της ζωής του συζύγου της; — Πολύ δεινότερον βέβαια, θα σου αποκριθώ εγώ εκ μέρους του.

 — Διά ποίον λόγον, σε παρακαλώ, κατεδικάσθη πάντοτε και ανέκαθεν ο ακόλαστος βίος, παρά διότι η ακολασία αφίνει αχαλίνωτον το φοβερόν εκείνο και μεγάλον και πολυκέφαλον τέρας πέραν του δέοντος; — Δι' αυτόν βέβαια τον λόγον. — Διατί δε καταδικάζουν την αυθαιρεσίαν και το ασυμβίβαστον του χαρακτήρος, παρά διότι αναπτύσσουν και επιτείνουν παρά το αρμόζον μέτρον την φύσιν του λέοντος και του όφεως εν τω ανθρώπω; — Αναμφιβόλως. — Εάν δε ψέγουν τον τρυφηλόν και μαλθακόν βίον, δεν είναι διότι εκνευρίζει και εκφυλίζει την ιδίαν αυτήν φύσιν, όταν την μεταβάλλη εις ανανδρίαν; — Πώς όχι; — Διατί ακόμη ψέγουν την κολακείαν και την ανελευθερίαν, παρά διότι υποδουλώνει αυτό το ίδιον, το θυμοειδές, εις το ταραχώδες εκείνο θηρίον και διότι εξευτελιζόμενον χάριν χρημάτων και ένεκα της απληστίας εκείνου το συνηθίζει εκ νεαράς ηλικίας να γίνεται αντί λέοντος πίθηκος; — Έτσι είναι. — Διά τίνα δε λόγον τα βάναυσα επαγγέλματα και τας χειρωνακτικάς εργασίας δεν τας έχουν εις καμμίαν υπόληψιν; όχι διότι εκείνοι που τας εξασκούν έχουν τόσον αδύνατον εκ φύσεως το άριστον μέρος της ψυχής, το λογικόν, ώστε μη δυνάμενοι να χαλιναγωγήσουν και να κυβερνήσουν τα θηρία εκείνα, που είναι μέσα των, αναγκάζονται να τα περιποιούνται, και δεν είναι εις θέσιν τίποτε άλλο να μάθουν, παρά τα μέσα με τα οποία να κολακεύουν τας αδυναμίας των; — Έτσι φαίνεται.

 — Λοιπόν, διά να λάβουν και οι τοιούτοι ένα άρχοντα όμοιον με εκείνον, υπό του οποίου κυβερνάται ο τέλειος άνθρωπος, δεν πρέπει να γίνωνται υπήκοοι και δούλοι εκείνου του τελείου, ο οποίος και αυτός κυβερνάται εσωτερικώς υπό του θείου, χωρίς βέβαια να νομίζωμεν ότι η υποταγή αύτη θα είναι επί βλάβη του υπηκόου, καθώς διισχυρίζετο ο Θρασύμαχος εν γένει περί των υπηκόων, αλλ' επειδή είναι διά πάντα άνθρωπον συμφερώτερον να κυβερνάται υπό άρχοντος σοφού και θείου, είτε τον έχει εντός του και είναι ιδικός του (το οποίον θα ήτο και το καλύτερον) είτε και του επιβάλλεται έξωθεν, ίνα κατά το δυνατόν γίνωμεν όλοι όμοιοι προς αλλήλους και φίλοι κυβερνώμενοι υπό της αυτής αρχής: — Και πολύ σωστά. — Είναι δε φανερόν, ότι τον ίδιον σκοπόν προτίθεται και ο νόμος, όταν παρέχη την βοήθειάν του ανεξαιρέτως εις όλα τα μέλη της πολιτείας· και η εξάρτησις δε, υπό την οποίαν κρατούμεν τους παίδας, επί της αυτής αρχής στηρίζεται· διότι δεν τους αφήνωμεν ελευθέρους να κάμνουν ό,τι θέλουν, εφ' όσον προηγουμένως δεν εγκαθιδρύσωμεν εντός αυτών, όπως εις μίαν πόλιν, ένα πολίτευμα σταθερόν, και εφ' όσον δεν καλλιεργήσωμεν το λογικόν των διά του ιδικού μας, ώστε να είναι εις θέσιν να επαγρυπνή επ' αυτών και να ρυθμίζη την διαγωγήν των· τότε δε μόνον τους χειραφετούμεν. — Πράγματι επ' αυτής της αρχής στηρίζεται ο νόμος. — Πώς λοιπόν, αγαπητέ Γλαύκων, και επί τίνος λόγου στηριζόμενοι θα ημπορούσαμεν να είπωμεν ότι ωφελεί να αδική τις ή να ακολασταίνη ή να κάμνη καμμίαν αισχράν πράξιν, έστω και αν, χειρότερος γινόμενος, επρόκειτο να κερδίση χρήματα πολλά ή άλλην τινά δύναμιν; — Κατ' ουδένα τρόπον. — Ή τι θα ωφελούσε ακόμη, και αν η αδικία έμενε κρυμμένη και ατιμώρητος; μήπως η ατιμωρησία δεν καθιστά τον κακόν ακόμη χειρότερον; ενώ απεναντίας, όταν το έγκλημα ανακαλύπτεται και τιμωρήται, το μεν θηριώδες μέρος της ψυχής καταπραΰνεται και εξημερούται, το δε ήμερον επανακτά όλα του τα δικαιώματα, ολόκληρος δε η ψυχή αποκαθισταμένη εις την αρίστην αυτής φύσιν ανυψούται, διά της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης και της φρονήσεως, εις κατάστασιν τόσον πολύ ανωτέραν από το σώμα, το οποίον ήθελεν αποκτήση δύναμιν και καλλονήν και υγείαν, όσον η ψυχή είναι καθ' εαυτήν ανωτέρα του σώματος. — Αυτό είναι βέβαιον. — Ώστε ένας άνθρωπος με νουν θα βάλη βέβαια όλα του τα δυνατά διά να επιτύχη αυτό το τέλειον είδος της ζωής· και εν πρώτοις θα εκτιμά παρά παν άλλο τα μαθήματα, που συντείνουν εις την τελειοποίησιν της ψυχής, περιφρονών όλα τα άλλα. — Αναντιρρήτως. — Έπειτα, ως προς την σωματικήν δίαιταν, δεν θα παραδώση τον εαυτόν του εις την κτηνώδη και άλογον ηδονήν διά να ζη μόνον με την απόλαυσιν αυτής, αλλ' ουδέ πάλιν θα επιδοθή εις την αποκλειστικήν επιμέλειαν της υγείας του, διά να γίνη δυνατός και υγιής και ωραίος, εάν δεν πρόκειται να αποκτήση δι' αυτών συγχρόνως και την εγκράτειαν, αλλά θα επιζητή πάντοτε την εν τω σώματι αρμονίαν, χάριν μόνον της εν τη ψυχή συμφωνίας. — Βεβαιότατα, εάν τουλάχιστον πρόκειται να είναι αληθινός μουσικός.

 — Και επομένως και εις την απόκτησιν των χρημάτων θα τηρήση το αυτό μέτρον και την αυτήν βεβαίως αρμονίαν, χωρίς να τον θαμβώνη ο όγκος του πλούτου, που τον μακαρίζουν συνήθως οι πολλοί, διά να ζητή και αυτός να τον αυξήση επ' άπειρον, αυξάνων όμως συγχρόνως επ' άπειρον και τα κακά που τον συνοδεύουν. — Και εγώ δεν πιστεύω να το κάμη αυτό. — Αλλ' αποβλέπων πάντοτε εις το εσωτερικόν του πολίτευμα και προσέχων μήπως επιφέρη καμμίαν εις αυτό διατάραξιν είτε η περίσσεια του πλούτου είτε η ανεπάρκεια αυτού, θα φροντίση επ' αυτής της βάσεως να κανονίση τα έσοδα και τα έξοδά του συμφώνως προς τας δυνάμεις του. — Αναμφιβόλως. — Επί της αυτής ακόμη αρχής στηριζόμενος και ως προς τας τιμάς και τα αξιώματα, θα επιζητή μεν και ευχαρίστως μάλιστα θα δοκιμάζη εκείνα, που έχει την ιδέαν ότι θα τον κάμουν καλύτερον, θα αποφεύγη όμως, είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον του, όσα θα ημπορούσαν να διαταράξουν την αρμονίαν, που βασιλεύει εις την ψυχήν του. — Τότε λοιπόν δεν θα θελήση να αναμιχθή εις τα πολιτικά, εάν, καθώς λέγεις, τόσον φροντίζη δι' αυτό. — Θα θελήση, μα τον κύνα, και παρά πολύ μάλιστα, τουλάχιστον εις την ιδικήν του πόλιν, όχι όμως ίσως και εις την πατρίδα του, εκτός τουλάχιστον αν γίνη κανένα θαύμα . . . — Α, εκατάλαβα· εννοείς την πόλιν, την οποίαν ιδρύσαμεν ημείς, και η οποία μόνον κατά φαντασίαν υφίσταται, διότι δεν πιστεύω να υπάρχη εις κανένα μέρος της γης. — Αλλ' ίσως να ευρίσκεται εις τον ουρανόν το πρότυπον αυτής, τουλάχιστον δι' εκείνον που θέλει να το βλέπη· και να ρυθμίζη επί τη βάσει αυτού το πολίτευμα της ψυχής του· άλλως τε δεν σημαίνει τίποτε αν υπάρχη, ή αν θα υπάρξη κάποτε· διότι ο σοφός και τέλειος άνθρωπός μας μόνον εις της τοιαύτης πόλεως τα πολιτικά θα αναμιχθή και καμμιάς άλλης. — Και είναι πολύ φυσικόν.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.
29 of 89
23 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights