ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.
— Και πραγματικώς πολλούς και άλλους λόγους έχω να κρίνω, ότι η πολιτεία που ιδρύσαμεν ημείς είναι η τελειοτέρα από κάθε άλλην, όχι δε ολιγώτερον το λέγω αυτό και όταν αναλογισθώ εκείνο που είπαμεν διά την ποίησιν. — Το ποίον; — Το ότι κατ' ουδένα τρόπον παραδεχόμεθα το καθαρώς μιμητικόν αυτής μέρος· τώρα μάλιστα, καθώς νομίζω, φαίνεται απαραίτητος η ανάγκη να το αποκλείσωμεν ολότελα, αφού έχομεν πλέον σαφώς διακρίνη τα μέρη εις τα οποία διαιρείται η ψυχή. — Πώς τούτο; — Διά να το είπωμεν μεταξύ μας, διότι δεν θα με προδώσετε βέβαια εις τους τραγικούς ποιητάς και εις όλους τους άλλους τους μιμητικούς, όλα αυτά τα είδη της ποιήσεως δεν είναι δι' άλλο παρά να διαφθείρουν τον νουν των ακροατών, όσοι τουλάχιστον δεν έχουν αντιφάρμακον την ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων αυτών. — Πώς σκέπτεσαι διά να φθάσης εις αυτό το συμπέρασμα; — Θα σου το ειπώ, αν και μου κρατεί την γλώσσαν μου μια κάποια αγάπη και σεβασμός, που τρέφω εκ παιδικής ηλικίας διά τον Όμηρον· διότι φαίνεται ότι αυτός είναι ο πρώτος διδάσκαλος και ο αρχηγός όλων αυτών των καλών μας τραγικών ποιητών^ αλλ' επειδή όμως ο άνθρωπος οφείλει να υποχωρήση εμπρός εις την αλήθειαν, πρέπει να το ειπώ αυτό που λέγω. — Πολύ σωστά βέβαια.
— Άκουε λοιπόν, ή καλύτερα απάντησέ μου. — Ερώτα με. — Ημπορείς να μου ειπής μίμησις γενικώς τι είναι; διότι εγώ δεν κατορθώνω πολύ καλά να εννοήσω τι θέλει να ειπή. — Πολύ ωραία λοιπόν τότε θα το εννοήσω εγώ! — Δεν θα ήτο και παράδοξον το πράγμα, διότι πολλάκις άνθρωποι με αμβλείαν την όρασιν βλέπουν κάτι τι πρωτύτερα από τους οξυδερκείς. — Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ποτέ εγώ εμπρός σου δεν θα ήμουν ικανός να τολμήσω να ειπώ την ιδέαν μου δι' οτιδήποτε· ώστε βλέπε συ ο ίδιος.
— Θέλεις λοιπόν να αρχίσωμεν και αυτήν την εξέτασιν από την συνηθισμένην μας μέθοδον; συνηθίζομεν, ηξεύρεις, να περιλαμβάνωμεν υπό μίαν ιδέαν γενικήν εκάστην χωριστήν πληθύν των όντων, εις τα οποία αποδίδομεν το αυτό όνομα· ή δεν εννοείς; — Εννοώ. — Ας λάβωμεν λοιπόν και τώρα ό,τι θέλεις από αυτά τα πολλά· υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πολλαί κλίναι και τράπεζαι. — Πώς όχι; — Αλλά αυτά τα δύο είδη των επίπλων περιλαμβάνονται το ένα υπό την ιδέαν της κλίνης, το άλλο υπό την ιδέαν της τραπέζης. — Ναι. — Δεν συνηθίζομεν δε ακόμη να λέγωμεν, ότι ο τεχνίτης που κατασκευάζει το ένα ή το άλλο από αυτά τα δύο είδη των επίπλων, έχει υπ' όψιν του την ιδέαν και τοιουτοτρόπως κατασκευάζει ο ένας τας κλίνας και ο άλλος τας τραπέζας, τας οποίας μεταχειριζόμεθα ημείς, και όλα τα άλλα κατ' αυτόν τον τρόπον; διότι βέβαια αυτήν την ιδέαν κανείς τεχνίτης δεν την κατασκευάζει· είναι δυνατόν; — Όχι βέβαια.
— Κοίταξε λοιπόν τώρα τι όνομα θα δώσης και εις αυτόν τον τεχνίτην που θα σου ειπώ. — Τον ποίον; — Εκείνος που κάμνει όλα όσα κάμνουν χωριστά καθένας από τους χειροτέχνας. — Φοβερός και θαυμαστός θα είναι αυτός που μας λέγεις. — Περίμενε να ιδής ακόμη και τότε πολύ περισσότερον θα τον θαυμάσης· διότι ο ίδιος αυτός ο τεχνίτης είναι άξιος να κάμη όχι μόνον όλα τα έπιπλα και σκεύη, αλλά και όλα τα δημιουργήματα της φύσεως, και ζώα και φυτά και όλα τα άλλα πράγματα και τον εαυτόν του ακόμη, και εκτός τούτων και την γην και τον ουρανόν και τον Άδην κάτω από την γην. — Πάρα πολύ αξιοθαύμαστον σοφόν μας λέγεις. — Δεν το πιστεύεις; Αλλά ειπέ μου, σε παρακαλώ· σου φαίνεται απολύτως αδύνατον να υπάρξη, ένας τέτοιος τεχνίτης, ή υπό μίαν μεν έποψιν ημπορεί ένας να κάμνη όλα αυτά, υπό άλλην δε έποψιν όχι; ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι και συ ο ίδιος θα ήσουν ικανός με ένα κάποιον τρόπον να τα κάμης όλα αυτά; — Και ποίος είναι αυτός ο τρόπος; — Το πράγμα δεν είναι δύσκολον, αλλά γίνεται συχνάκις και γρήγορα· και εις την στιγμήν μάλιστα, αν θέλης να κάμης την δοκιμήν, πάρε ένα καθρέπτην και γύρισέ τον απ' όλα τα μέρη· αμέσως θα κάμης τον ήλιον και όσα υπάρχουν εις τον ουρανόν, αμέσως θα κάμης την γην, και τον εαυτόν σου και τα άλλα ζώα και τα σκεύη και τα φυτά και όλα που ελέγαμεν προ ολίγου.
Ναι, φαινόμενα, όχι όμως και αληθώς υπάρχοντα. — Πολύ καλά το είπες, και έρχεσαι ακριβώς εκεί που ζητεί ο λόγος· και ο ζωγράφος, νομίζω, είναι τεχνίτης αυτού του είδους, ή όχι; — Βεβαιότατα. — Αλλά, υποθέτω, δεν θα ειπής ότι είναι αληθινά και πραγματικά εκείνα που κάμνει· αν και υπό μίαν τινά έποψιν και ο ζωγράφος κάμνει κλίνην ή όχι; — Ναι, αλλά φαινομενικήν κλίνην. — Τι δε ο κλινοποιός; δεν έλεγες προ μικρού ότι δεν κατασκευάζει την ιδέαν, η οποία ακριβώς δεχόμεθα ότι είναι εκείνο που κατ' ουσίαν είναι η κλίνη, αλλ' απλώς μίαν κλίνην; — Ναι, το έλεγα. — Αφού λοιπόν δεν κάμνει εκείνο που κατ' ουσίαν υπάρχει, δεν κάμνει επομένως τίποτε πραγματικόν, αλλά κάτι τι που ομοιάζει με το πραγματικόν, χωρίς όμως να είναι αυτό· εάν δε τις ήθελεν είπη, ότι είναι πραγματικώς ον το έργον του κλινοποιού ή άλλου τινός τεχνίτου, δεν φαίνεται ότι απατάται προφανώς; — Αυτό τουλάχιστον θα παραδεχθούν όσοι διατρίβουν με αυτά τα ζητήματα. — Ας μη μας φαίνεται λοιπόν παράδοξον εάν και αυτό είναι κάτι τι πολύ αμυδρόν παραβαλλόμενον προς την αλήθειαν. — Μάλιστα.
— Θέλεις λοιπόν επ' αυτών τα οποία είπαμεν να εξετάσωμεν τι πράγμα είναι ο μιμητής ούτος; — Εάν το θέλης. — Υπάρχουν λοιπόν τριών ειδών κλίναι· μία, η οποία υπάρχει, εν τη φύσει, και την οποίαν, καθώς νομίζω, ημπορούμεν να είπωμεν ότι την κατεσκεύασεν ο θεός· διότι εις ποίον άλλον δυνάμεθα να την αποδώσωμεν; — Εις κανένα άλλον, νομίζω. — Δευτέρα, την οποίαν κατασκευάζει ο ξυλουργός. — Μάλιστα. — Και μία τρίτη, την οποίαν κάμνει ο ζωγράφος· δεν είναι έτσι; — Έτσι είναι. — Ζωγράφος λοιπόν, κλινοποιός, θεός, είναι τρεις τεχνίται εις τους οποίους ανήκουν τρία διάφορα είδη κλινών. — Μάλιστα τρεις. — Και ο μεν θεός, είτε δεν ήθελεν, είτε υπήρχεν ανάγκη τις να μη κατασκευάαη παρά μίαν μόνον κλίνην εν τη φύσει, κατεσκεύασε πραγματικώς μίαν μόνην, εκείνην ακριβώς που είναι η καθ' αυτό κλίνη· δύο δε τοιαύται ή περισσότεραι ούτε εδημιουργήθησαν, ούτε είναι δυνατόν να δημιουργηθώσι. — Διά ποίον λόγον; — Διότι αν ήθελε κατασκευάση δύο μόνον, αμέσως θα παρουσιάζετο και μία τρίτη, της οποίας η ιδέα θα ήτο κοινή και εις τας δύο εκείνας, και τότε αυτή θα ήτο η καθ' αυτό κλίνη, και όχι αι δύο άλλαι. — Πολύ σωστά. — Αυτά λοιπόν, υποθέτω, τα εγνώριζεν ο θεός, και επειδή ήθελε να είναι πράγματι ποιητής κλίνης πραγματικώς και καθ' εαυτήν υπαρχούσης, και όχι όπως ο κλινοποιός κατασκευαστής αυτής ή εκείνης της κλίνης, δι' αυτό εδημιούργησε την κλίνην η οποία εκ φύσεως είναι μία. — Έτσι πρέπει να είναι το πράγμα. — Θέλεις λοιπόν αυτόν μεν να τον ονομάσωμεν δημιουργόν της κλίνης, ή κάπως έτσι αλλέως; — Θα είναι δίκαιον, διότι αφ' εαυτού εδημιούργησε και της κλίνης την ουσίαν και όλων των άλλων πραγμάτων. — Τον δε κλινοποιόν; δεν θα τον ονομάσωμεν κατασκευαστήν κλίνης; — Ναι. — Τον δε ζωγράφον θα ονομάσωμεν επίσης κατασκευαστήν και δημιουργόν αυτής; — Καθόλου. — Αλλά τι λοιπόν θα τον ονομάσης της κλίνης; — Μα, υποθέτω, το καλύτερον που Θα εταίριαζε είναι να τον ονομάσωμεν μιμητήν εκείνου, του οποίου οι άλλοι είναι κατασκευασταί. — Πολύ καλά· μιμητήν λοιπόν ονομάζεις τον ποιητήν ενός έργου, που απέχει τρεις βαθμίδας από την φύσιν; — Ακριβώς. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν και ο τραγωδιοποιός, αφού είναι μιμητής, απέχει τρεις βαθμούς από τον βασιλέα και από την αλήθειαν, καθώς και όλοι οι άλλοι οι μιμηταί. — Έτσι φαίνεται.
— Περί μεν λοιπόν του μιμητού εμείναμεν σύμφωνοι· ειπέ μου δε τώρα περί του ζωγράφου· φρονείς τάχα ότι έργον έχει να μιμήται εκείνο που είναι εν τη φύσει καθ' εαυτό έν, ή τα έργα των τεχνιτών; — Τα έργα των τεχνιτών. — Και άραγε όπως είναι ή όπως φαίνονται; αυτό ακόμη να μου καθορίσης. — Πώς εννοείς; — Ως εξής· μία κλίνη, είτε εκ του πλαγίου την παρατηρείς, είτε κατ' ενώπιον, είτε απ' όπου αλλού, μεταβάλλεται καθόλου, ή απλώς μόνον φαίνεται διαφορετική; το ίδιον δε και δι' όλα τα άλλα πράγματα; — Φαίνεται μόνον διαφορετική, χωρίς να μεταβάλλεται καθόλου. — Εδώ λοιπόν τώρα πρόσεξε· ποίος είναι ο σκοπός της ζωγραφικής; έργον έχει να μιμήται το αντικείμενον, όπως πραγματικώς υπάρχει, ή το φαινόμενον όπως φαίνεται; είναι με άλλους λόγους μίμησις του φαινομενικού ή της πραγματικότητος; — Του φαινομενικού. Απέχει λοιπόν πολύ της αληθείας η μίμησις και, καθώς φαίνεται, δι' αυτό κάμνει τόσα πράγματα, διότι παίρνει πάρα πολύ μικρόν μέρος από το κάθε τι, και αυτό ακόμη δεν είναι παρά φαινομενικόν μόνον· παραδείγματος χάριν ο ζωγράφος, λέγομεν, θα μας ζωγραφήση ένα υποδηματοποιόν, τον ξυλουργόν, τους άλλους τεχνίτας, χωρίς να γνωρίζη τίποτε από την τέχνην κανενός· μ' όλα ταύτα, εάν είναι καλός ο ζωγράφος, ημπορεί να εξαπατήση τα παιδιά και τους αμαθείς ανθρώπους, επιδεικνύων από μακράν εις αυτούς ένα ξυλουργόν, που έχει ζωγραφίση, εις τρόπον ώστε να πιστεύουν ότι είναι αληθινός ξυλουργός. — Πώς όχι; — Αλλ' όμως, φίλε μου, αυτήν την ιδέαν πρέπει να σχηματίσωμεν περί όλων αυτών όταν έλθη κανείς να μας είπη, ότι συνήντησε κάποιον άνθρωπον, που γνωρίζει όλας τας τέχνας, και ότι όλα τα άλλα πράγματα, τα οποία γνωρίζουν οι άλλοι χωριστά ο καθένας, αυτός τα γνωρίζει πολύ καλύτερα από αυτούς, πρέπει να του απαντήσωμεν ότι χωρίς άλλο είναι πολύ απλοϊκός να το πιστεύη, και, καθώς φαίνεται, ευρήκε κανένα μάγον ή μιμητήν, από τον οποίον εξηπατήθη ώστε να τον νομίση πάνσοφον, επειδή ο ίδιος δεν είναι εις θέσιν να ξεχωρίση την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και την μίμησιν. — Αυτό είναι αληθέστατον.
— Μας μένει τώρα ύστερ' απ' αυτά να εξετάσωμεν την τραγωδίαν, και τον Όμηρον τον αρχηγόν αυτής, διότι ακούομεν μερικούς να λέγουν ότι οι ποιηταί αυτοί γνωρίζουν όλας τας τέχνας, και όλας τας ανθρωπίνας επιστήμας, που έχουν αντικείμενον την αρετήν και την κακίαν, προσέτι δε και όσα αποβλέπουν τους θεούς· επειδή ένας καλός ποιητής είναι ανάγκη να γνωρίζη καλά όλα εκείνα, τα οποία πραγματεύεται, εάν θέλη να έχη το έργον του πραγματικήν αξίαν, άλλως δεν είναι δυνατόν να κάμη τίποτε· πρέπει λοιπόν να εξετάσωμεν ημείς, αυτοί που ομιλούν κατ' αυτόν τον τρόπον μήπως τάχα έχουν απατηθή από τους μιμητάς τούτους, και βλέποντες τα έργα των, δεν είναι εις θέσιν να εννοήσουν, ότι απέχουν τρεις βαθμούς από την πραγματικότητα και ότι τοιαύτα έργα είναι εύκολον να γίνουν και από άνθρωπον μη γνωρίζοντα την αλήθειαν, διότι είναι φαντάσματα και δεν έχουν τίποτε το αληθινόν· ή μήπως τάχα έχουν δίκαιον και πράγματι οι καλοί ποιηταί κατέχουν κατά βάθος τα πράγματα, τα οποία, κατά την κρίσιν των πολλών, τόσον εύμορφα παριστάνουν. — Πραγματικώς πρέπει να το εξετάσωμεν. — Πιστεύεις λοιπόν ότι, εάν ένας ήτο εξ ίσου ικανός να κάμη και το είδωλον ενός πράγματος, και αυτό το ίδιον πράγμα καθ' εαυτό, θα επροτίμα να αφοσιωθή με όλας τας δυνάμεις του εις την δημιουργίαν κενών ειδώλων και αυτό να λάβη ως σκοπόν της ζωής του, ως να μην είχε τίποτε άλλο καλύτερον να κάμη; — Δεν το πιστεύω εγώ. — Αλλ' εάν ήτο αληθώς επιστήμων των πραγμάτων αυτών που μιμείται, νομίζω ότι πολύ περισσότερον θα επροθυμοποιείτο διά τα ίδια τα έργα παρά διά την μίμησιν αυτών, και θα επροσπαθούσε να αφήση οπίσω του την μνήμην πολλών και καλών κατορθωμάτων, προτιμών, φυσικώ τω λόγω, να είναι μάλλον ο εγκωμιαζόμενος, παρά ο εγκωμιαστής άλλων. — Και εγώ αυτό φρονώ, διότι δεν είναι ίση και εις τας δύο περιστάσεις η τιμή και η ωφέλεια. — Και διά μεν τα άλλα πράγματα ας μη ζητώμεν λόγον από τον Όμηρον ή από όποιον άλλον ποιητήν· ας μην ερωτήσωμεν αν κανείς από αυτούς ήτο επιστήμων ιατρός, και όχι απλώς μιμητής ιατρικών λόγων, εάν κανείς από τους παλαιούς ή νέους ποιητάς εθεράπευσεν ασθενείς, όπως ο Ασκληπιός, αν άφησε μαθητάς της ιατρικής, όπως εκείνος τους ιδίους του απογόνους· ας μην τους ερωτήσωμεν και διά τας άλλας τέχνας και ας τα αφήσωμεν όλα αυτά κατά μέρος· αφού, όμως ο Όμηρος τολμά να κάμνη λόγον περί των μεγίστων και καλλίστων πραγμάτων, περί πολέμων και στρατηγιών και διοικήσεων πόλεων και περί της εκπαιδεύσεως των ανθρώπων, είναι ίσως δίκαιον να τον ερωτήσωμεν και να του είπωμεν: Ω φίλε Όμηρε, εάν δεν απέχης τρεις βαθμούς από την αλήθειαν όσον αφορά την αρετήν και δεν είσαι απλώς δημιουργός ειδώλων, μιμητής δηλαδή κατά τον ορισμόν μας, αλλά απέχης, έστω, δύο βαθμούς και ήσουν ικανός να γνωρίζης ποία είναι εκείνα που κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους ή χειροτέρους είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον, λέγε μας, ποία πόλις χρεωστεί εις εσένα την βελτίωσιν της διοικήσεώς της, όπως η Λακεδαίμων εις τον Λυκούργον και αι άλλαι πόλεις μικραί και μεγάλαι εις άλλους πολλούς; εσένα ποία πόλις σε μνημονεύει ότι υπήρξες νομοθέτης άριστος και ότι την ωφέλησες; η Ιταλία και η Σικελία έχουν τον Χαρώνδαν, ημείς οι Αθηναίοι τον Σόλωνα· εσένα όμως ποίος τόπος; θα έχη να μας απαντήση κανένα; — Δεν πιστεύω· τουλάχιστον ούτε αυτοί οι Ομηρίδαι αναφέρουν τοιούτον τι. — Αλλά μήπως τάχα μνημονεύεται κανένας πόλεμος επί της εποχής του Ομήρου, ο οποίος να διεξήχθη επιτυχώς ή υπό την αρχηγίαν εκείνου ή σύμφωνα με τας συμβουλάς του; — Κανείς. — Αλλά μήπως λοιπόν αναφέρονται πολλαί εφευρέσεις ως σοφού ανθρώπου εις τας τέχνας και άλλαι ευκολίαι ωφέλιμοι εις τας διαφόρους εργασίας και τα επαγγέλματα, όπως λέγεται περί του Θαλού του Μιλησίου και του Αναχάρσιδος του Σκύθου; — Τίποτε απολύτως τοιούτον δεν λέγεται. — Αλλ' εάν δεν προσέφερεν ο Όμηρος καμμίαν τοιαύτην υπηρεσίαν εις την κοινωνίαν, μήπως λέγεται ότι διηύθυνεν, ότε έζη, την ανατροφήν ιδιωτών τινων, οι οποίοι ηρέσκοντο εις την συναναστροφήν του και παρέδοσαν εις τους μεταγενεστέρους ένα τρόπον βίου ομηρικόν, όπως ο Πυθαγόρας παραδείγματος χάριν ηγαπήθη ιδιαζόντως διά τον λόγον τούτον και οι οπαδοί του ακόμη και σήμερον διακρίνονται μεταξύ όλων των ανθρώπων δια τον ιδιαίτερον τρόπον του βίου των, τον οποίον αυτοί οι ίδιοι ονομάζουν Πυθαγόρειον; — Ούτε τίποτε τοιούτον αναφέρεται· διότι ο Κρεώφυλος τουλάχιστον, ο φίλος του Ομήρου, θα εφαίνετο ίσως ως προς την ανατροφήν του γελοιότερος και από αυτό το όνομά του, αν αληθεύουν όσα αναφέρουν σχετικώς με την διαγωγήν του προς τον Όμηρον· διότι λέγουν ότι επέδειξε μίαν αχαρακτήριστον αμέλειαν προς αυτόν, ενόσω έζη.
— Πραγματικώς αναφέρεται τοιούτον τι· αλλά φρονείς, Γλαύκων, ότι εάν πράγματι ο Όμηρος ήτο ικανός να εκπαιδεύη τους ανθρώπους και να τους κάμνη καλυτέρους, επειδή ημπορούσε να γνωρίζη κατά βάθος αυτά τα πράγματα και όχι απλώς να τα μιμήται, δεν θα αποκτούσε πολλούς φίλους, οι οποίοι θα τον περιέβαλλον με όλην την αγάπην των; αλλ' ο μεν Πρωταγόρας έξαφνα ο Αβδηρίτης και ο Πρόδικος ο Κείος και πλείστοι άλλοι έχουν αρκετήν επιρροήν επί του πνεύματος των συγχρόνων των, ώστε να τους πείθουν, εις τας ιδιαιτέρας των ομιλίας, ότι ούτε τον οίκον ούτε την πατρίδα των θα ημπορέσουν να διοικήσουν, εάν δεν αναλάβουν αυτοί την διεύθυνσιν της εκπαιδεύσεώς των· και δι' αυτήν των την σοφίαν τόσον πολύ τους αγαπούν και τους τιμούν, ώστε μόνον που δεν τους σηκώνουν να τους γυρνούν επάνω εις τα κεφάλια των οι οπαδοί των. Τον δε Όμηρον και τον Ησίοδον οι σύγχρονοί των θα τους άφηναν να περιέρχωνται ως αλήται τον κόσμον να απαγγέλλουν τας ραψωδίας των, εάν ημπορούσαν να ωφελήσουν τους ανθρώπους με αληθινά διδάγματα αρετής; δεν θα προσεκολλώντο μάλλον εις αυτούς περισσότερον απ' ό,τι προσκολλώντο εις τον χρυσόν, και δεν θα έκαμναν τα δυνατά των διά να τους κρατήσουν πλησίον των, ή, εάν δεν το κατώρθωναν, δεν θα τους παρηκολούθουν οι ίδιοι όπου και αν επήγαιναν ως πιστοί μαθηταί, έως ότου τελειοποιήσουν επαρκώς την εκπαίδευσίν των; — Μου φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον, Σωκράτη.
— Να είπωμεν λοιπόν περί όλων των ποιητών εν γένει, αρχίζοντες από τον Όμηρον, ότι είναι απλώς μιμηταί των ειδώλων της αρετής και όλων των άλλων, τα οποία πραγματεύονται εις τα ποιήματά των, την αλήθειαν όμως ούτε καν προσεγγίζουν; αλλ' όπως ελέγαμεν προ ολίγου, ο ζωγράφος ημπορεί να κάμη ένα υποδηματοποιόν που να ομοιάζη πράγματι τόσον πολύ, αν και αυτός ο ίδιος δεν έχει καμμίαν γνώσιν από αυτό το επάγγελμα, ώστε εκείνοι που τον βλέπουν, απατώμενοι από το σχέδιον και από το χρώμα, να νομίζουν ότι βλέπουν αληθινόν υποδηματοποιόν. — Αναμφιβόλως. — Τοιουτοτρόπως, νομίζω, και ο ποιητής, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά να μιμήται, έχει την ικανότητα να επιχρωματίζη με τοιαύτά τινα χρώματα, με τας λέξεις δηλαδή και τας εικονικάς εκφράσεις, εκάστην τέχνην, ώστε, είτε περί υποδηματοποιίας ομιλεί, είτε πραγματεύεται περί πολέμου, είτε περί οιουδήποτε άλλου πράγματος εν μέτρω και ρυθμώ και αρμονία, οι ακροαταί, κρίνοντες όπως τα ακούουν κατ' αυτόν τον τρόπον, να πιστεύουν, ότι τα γνωρίζει περίφημα και κατά βάθος αυτά όλα που λέγει· τόσην μεγάλην γοητείαν έχει εκ φύσεως η ποίησις! διότι γνωρίζεις, υποθέτω, οποία τις ήθελε φανή αυτή καθ' εαυτήν η ποίησις, εάν απογυμνωθή από τον μουσικόν αυτόν χρωματισμόν της· βέβαια θα το έχης και συ παρατηρήση. — Μάλιστα. — Δεν ομοιάζει με τα πρόσωπα των ευρισκομένων εις το άνθος της νεότητός των, χωρίς όμως και να είναι ωραίοι, τα οποία γνωρίζεις δα πώς φαίνονται όταν χάσουν αυτό το άνθος; — Ακριβώς.
— Πρόσεξε τώρα παρά κάτω· ο ποιητής του ειδώλου, ο μιμητής δηλαδή, δεν έχει καμμίαν ακριβή γνώσιν του πραγματικού, αλλ' απλώς του φαινομένου· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ας μην αρκεσθώμεν όμως εις αυτήν την ατελή εξέτασιν του πράγματος, αλλ' ας το εξετάσωμεν κατά βάθος. — Λέγε. — Ο ζωγράφος, λέγομεν, θα ζωγραφίση ηνίας και χαλινόν. — Μάλιστα. — Επίσης και ο σκυτοτόμος και ο σιδηρουργός θα κατασκευάσουν τα ίδια αυτά πράγματα. — Ναι. — Άραγε όμως γνωρίζει ο ζωγράφος πώς πρέπει να είναι αι ηνίαι και ο χαλινός; ή μήπως δεν το γνωρίζει αυτό ούτε εκείνος που τα κατασκευάζει, ο σιδηρουργός και ο σκυτοτόμος, αλλά μόνος εκείνος που γνωρίζει και να τα μεταχειρισθή, δηλαδή ο ιππεύς; — Αυτό είναι αλήθεια, — Και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το ίδιον συμβαίνει και με όλα τα άλλα; — Πώς; Δι' έκαστον πράγμα υπάρχουν αυταί αι τρεις τέχναι, η μία που το μεταχειρίζεται, η άλλη που το κατασκευάζει και η άλλη που το μιμείται. — Μάλιστα. — Αλλά αι ιδιότητες και το κάλλος και η τελειότης ενός σκεύους ή ενός ζώου ή και μιας πράξεως εις τι άλλο αποβλέπουν παρά εις την χρήσιν, διά την οποίαν έκαστον κατεσκευάσθη υπό του ανθρώπου ή εποιήθη υπό της φύσεως; Έτσι είναι. — Κατ' ανάγκην λοιπόν μόνος ο μεταχειριζόμεγος ένα πράγμα γνωρίζει τας ιδιότητας αυτού καλύτερα από κάθε άλλον και αυτός οδηγεί τον κατασκευαστήν και του λέγει ποία προτερήματα ή ελαττώματα παρουσιάζει το έργον του εις την χρήσιν· ο αυλητής παραδείγματος χάριν θα συστήση εις τον κατασκευαστήν των αυλών και θα του παραγγείλη πώς πρέπει να είναι οι αυλοί, που του κάνουν καλύτερα εις την εργασίαν του, και εκείνος θα ακολουθήση τας συστάσεις του. — Πώς όχι; — Εκείνος λοιπόν του παραγγέλλει ως γνώστης των καλών και των κακών αυλών, και ο άλλος θα τους κατασκευάση με όλην την πεποίθησιν εις την εμπειρίαν του. — Βέβαια. — Ώστε η μεν γνώσις την οποίαν έχει ο κατασκευαστής περί των προτερημάτων ή ελαττωμάτων του έργου του είναι απλή πίστις, την οποίαν αντλεί από τας συνομιλίας του με εκείνον που γνωρίζει να το μεταχειρίζεται, και του οποίου είναι αναγκασμένος να ακούη τας οδηγίας· ενώ αυτός ο μεταχειριζόμενος κατέχει την επιστήμην του πράγματος. — Βεβαιότατα.
— Ο δε μιμητής από την χρήσιν τάχα των πραγμάτων τα οποία μιμείται, θα αποκτήση την επιστήμην αυτών, ώστε να είναι εις θέσιν να γνωρίζη αν είναι καλά ή ορθά είτε όχι; ή τουλάχιστον θα μάθη να έχη μίαν ορθήν γνώμην περί αυτών, διότι ευρίσκεται εις την ανάγκην να συνομιλή με εκείνον που τα γνωρίζει και να λαμβάνη από αυτόν διαταγάς πώς πρέπει να εργάζεται; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο. — Ούτε λοιπόν γνώσιν ακριβή ούτε ορθήν ιδέαν θα έχη ο μιμητής σχετικώς με τας αρετάς και τας κακίας των πραγμάτων, τα οποία μιμείται. — Έτσι φαίνεται. — Ώστε ο μιμητής, εις την ποίησιν, θα είναι πολύ βέβαια αξιάγαστος διά την σοφίαν που έχει των πραγμάτων, περί των οποίων πραγματεύεται. — Δεν το φαντάζομαι. — Αλλ' όμως μολαταύτα θα μιμηθή το κάθε τι, χωρίς να γνωρίζη τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτό· αλλά, καθώς φαίνεται, εκείνο που θεωρούν και παραδέχονται ως καλόν οι πολλοί οι αμαθείς, αυτό θα λαμβάνη ως αντικείμενον μιμήσεως. — Και τι άλλο; — Ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζω, ότι απεδείξαμεν επαρκώς δύο τινά: πρώτον ότι ο μιμητής τίποτε άξιον λόγου δεν γνωρίζει από όσα μιμείται, και ότι η μίμησις είναι απλώς παιδιά, στερουμένη πάσης σοβαρότητος· και δεύτερον ότι εκείνοι που επιλαμβάνονται της τραγικής ποιήσεως, είτε εις ιαμβικούς στίχους είτε εις ηρωικούς, είναι όλοι των μιμηταί, όσον ημπορεί κανείς να είναι. — Αναμφιβόλως.
— Αλλά, προς θεού, αυτή η μίμησις δεν απέχει τρεις βαθμούς από την αλήθειαν; ή όχι; — Μάλιστα. — Προς ποίον δε τάχα πράγμα του ανθρώπου εξασκεί την δύναμιν που έχει; — Τι δηλαδή πράγμα εννοείς; — Αυτό που θα σου ειπώ· το αυτό μέγεθος, καθώς βέβαια γνωρίζεις, αναλόγως πού το βλέπει η όρασις από μακράν ή από πλησίον, δεν φαίνεται ίσον. — Πραγματικώς. — Και ακόμη τα ίδια αντικείμενα φαίνονται τεθλασμένα ή ευθέα αναλόγως πού τα βλέπομεν μέσα ή έξω από το νερό, και κοίλα ή κυρτά ένεκα της απάτης που προξενούν εις την όρασιν τα χρώματα· και εν γένει είναι φανερόν ότι η οπτική αύτη απάτη εμβάλλει εις μεγάλην διατάραξιν την ψυχήν. Αυτήν λοιπόν την φυσικήν ημών διάθεσιν είναι που εκμεταλλεύεται η τέχνη της σκιαγραφίας και η τέχνη των θαυματοποιών και άλλαι παρόμοιαι, και δεν παραλείπουν καμμίαν γοητείαν που να μην την εξασκούν εις βάρος της. — Έχεις δίκαιον. — Δεν ευρέθη όμως το μέτρημα, η αρίθμησις και το ζύγισμα ασφαλέστατον προφυλακτικόν κατά της απάτης ταύτης, ώστε να μην υπερισχύη εν ημίν εκείνο, που μας φαίνεται μεγαλύτερον ή μικρότερον ή περισσότερον ή βαρύτερον, αλλ' εκείνο που θα βεβαιωθώμεν διά του υπολογισμού και της καταμετρήσεως ή και της ζυγίσεως; — Βεβαιότατα. — Αυτά όμως όλα δεν είναι έργον του λογιστικού μέρους της ψυχής μας; — Αυτού βέβαια. — Όταν όμως τούτο μετρήση πολλάκις και εύρη ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα ή μικρότερα το ένα από το άλλο ή ίσα μεταξύ των, τότε θα παραδεχθή ότι τα αυτά πράγματα έχουν συγχρόνως ιδιότητας αντιθέτους προς αλλήλας.
— Μάλιστα. — Αλλ' ημείς δεν είπαμεν, ότι είναι αδύνατον το αυτό μέρος της ψυχής να σχηματίση συγχρόνως αντιθέτους κρίσεις περί του αυτού πράγματος; — Και πολύ ορθώς το είπαμεν. — Ώστε λοιπόν το μέρος της ψυχής μας που κρίνει χωρίς να λαμβάνη υπ' όψιν του το μέτρημα δεν ημπορεί να είναι το ίδιον με εκείνο, που κρίνει σύμφωνα με τα μέτρα. — Δεν ημπορεί βέβαια. — Αλλά το μέρος της ψυχής, που στηρίζεται εις το μέτρημα και τον λογαριασμόν, είναι το καλύτερον, που υπάρχει εν αυτή. — Πώς όχι; — Και επομένως εκείνο, που αντιτίθεται προς αυτό, θα είναι κάποιο από τα ταπεινότερα στοιχεία της ψυχής. — Κατ' ανάγκην.
— Εις αυτό το συμπέρασμα ακριβώς ήθελα να καταλήξωμεν, όταν έλεγα ότι η ζωγραφική και εν γένει πάσα τέχνη στηριζομένη επί της μιμήσεως απέχει πολύ από την αλήθειαν εις κάθε τι που παράγει και ότι αφ' ετέρου και το μέρος εκείνο της ψυχής μας, προς το οποίον αύτη αναφέρεται και συγγενεύει και σχετίζεται, απέχει επίσης πολύ από την σοφίαν, και δεν είναι διά κανένα ασφαλές και αληθινόν πράγμα. — Συμφωνότατος. — Φαύλη επομένως και με φαύλον συνδυαζομένη η μιμητική γεννά και τέκνα φαύλα — Έτσι φαίνεται. — Και τάχα αυτό αληθεύει μόνον εις την διά της οράσεως μιμητικήν, ή και εις την διά της ακοής, την οποίαν ονομάζομεν ποίησιν; — Μου φαίνεται πως και δι' αυτήν αληθεύει το ίδιον. — Ας μην εμπιστευώμεθα όμως εις την αναλογίαν μόνον την οποίαν μας φαίνεται ότι έχει προς την ζωγραφικήν, αλλ' ας προβώμεν και εις την ακριβή εξέτασιν του μέρους εκείνου της ψυχής, προς το οποίον έχει την ιδιαιτέραν της αναφοράν η ποίησις, και ας ίδωμεν αν αυτό το μέρος έχη ή δεν έχη καμμίαν αξίαν. — Αυτό πρέπει να κάμωμεν.
— Ας θεωρήσωμεν λοιπόν το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· η ποιητική μίμησις, λέγομεν, μιμείται τους ανθρώπους εις τας αναγκαστικάς ή εκουσίας πράξεις αυτών, κατ' ακολουθίαν των οποίων θεωρούν τους εαυτούς των ή ευτυχείς ή δυστυχείς, και εις τας οποίας όλας ή χαίρουν ή λυπούνται· μήπως είναι τίποτε άλλο εκτός από αυτό; — Όχι, τίποτε. — Και τάχα εις όλας αυτάς τας περιστάσεις ο άνθρωπος ευρίσκεται εις συμφωνίαν με τον εαυτόν του; ή μήπως απεναντίας, όπως προκειμένου περί της οράσεως ελέγαμεν ότι στασιάζει και σχηματίζει αντιθέτους συγχρόνως δοξασίας περί των αυτών πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και όσον αφορά τας πράξεις του διχογνωμεί και μάχεται ο ίδιος με τον εαυτόν του; μου έρχεται δε τώρα εις τον νουν, ότι δεν είναι καν ανάγκη να συζητούμεν επ' αυτού του σημείου, διότι εις τους ανωτέρω λόγους μας εμείναμεν τελείως σύμφωνοι εις όλα αυτά, ότι η ψυχή μας δηλαδή είναι γεμάτη από μυρίας τοιαύτας αντιθέσεις, αι οποίαι συμβαίνουν συγχρόνως εντός αυτής. — Πολύ σωστά. — Βέβαια και πολύ σωστά· αλλά μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη τώρα να εξετάσωμεν εκείνο που τότε παρελείψαμεν. — Το ποίον τούτο; — Ελέγαμεν καθώς ενθυμείσαι και τότε, ότι ένας άνθρωπος μετρημένος, εις τον οποίον ήθελε συμβή καμμία ατυχία, να χάση παραδείγματος χάριν τον υιόν του ή τίποτε άλλο που να του είναι εξαιρετικώς προσφιλές, θα υποφέρη την απώλειαν αυτήν με περισσοτέραν υπομονήν από κάθε άλλον. Βεβαίως. — Τώρα δε ας εξετάσωμεν και τούτο· τάχα καμμίαν πραγματικώς λύπην δεν θα αισθανθή, ή αυτό μεν είναι αδύνατον, θα περιορίση δε απλώς την θλίψιν του; Αυτό μάλλον μου φαίνεται ότι είναι το αληθές. — Πες μου δε ακόμη και αυτό· πότε νομίζεις ότι περισσότερον θα προσπαθήση να πολεμήση και να κατανικήση την λύπην του, όταν ευρίσκεται μεταξύ των ομοίων του και τον βλέπουν, ή όταν θα ευρεθή μόνος του χωρίς την παρουσίαν κανενός άλλου; — Πολύ βέβαια θα διαφέρη το πράγμα όταν τον βλέπουν άλλοι. — Ενώ όταν είναι μόνος του θα αφήση, υποθέτω, τον εαυτόν του να ξεσπάση εις θρήνους πολλούς και οδυρμούς, που πολύ θα εντρέπετο αν τον ήκουε κανείς, και πολλά θα έκαμνε, που δεν θα εδέχετο να τον έβλεπε κανείς να τα κάμνη. — Έτσι είναι.
— Εκείνο λοιπόν που τον διατάσσει να αντιστέκεται κατά της λύπης δεν είναι ο ορθός λόγος και ο νόμος; και απεναντίας εκείνο που τον σύρει εις αυτήν δεν είναι αυτό το πάθος; — Αληθώς. — Όταν δε ο άνθρωπος δοκιμάζη δύο συγχρόνως αντίθετα κινήματα εν σχέσει προς το αυτό αντικείμενον, κατ' ανάγκην, λέγομεν, ότι υπάρχουν εν αυτώ δύο διακεκριμένα μέρη. — Πώς όχι; — Λοιπόν το μεν ένα εξ αυτών είναι έτοιμον να υπακούση εις τον νόμον και να ακολουθήση τας υποδείξεις αυτού. Πώς; — Λέγει δηλαδή ο νόμος, ότι κάλλιστον είναι να διατηρή τις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ευστάθειαν εις τας συμφοράς του και να μην αγανακτή, διότι ούτε δυνάμεθα να γνωρίζωμεν τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτάς, ούτε κερδίζει κανείς τίποτε να στενοχωρήται υπερμέτρως, ούτε αξίζει να αποδίδωμεν μεγάλην σπουδαιότητα εις κανέν από τα ανθρώπινα· προπάντων δε διότι η λύπη γίνεται εμπόδιον εις το να σπεύση τάχιστα προς βοήθειαν ημών εκείνο, του οποίου απαραίτητον ανάγκην έχομεν εις αυτάς τας περιστάσεις. — Και ποίον είναι αυτό; — Το λογικόν, διά να κρίνωμεν ψυχραίμως την επελθούσαν συμφοράν, και, όπως όταν εις τους κύβους μας έλθη καμμιά στραβή ριξιά, να κυττάξωμεν να κανονίσωμεν τα πράγματά μας σύμφωνα με την περίστασιν, όπως δηλαδή μας υποδείξη το λογικόν πως θα είναι καλύτερα, και να μην κάμνωμεν όπως τα παιδιά, που όταν τύχη να πέσουν, κρατούν το μέρος που εχτύπησαν και εξακολουθούν να ξεφωνίζουν· αλλά να συνηθίζωμεν την ψυχήν μας να επιλαμβάνεται όσον το δυνατόν γρηγορώτερα της θεραπείας του νοσήματος και της επανορθώσεως του ατυχήματος, καθιστώσα τοιουτοτρόπως διά της ιατρικής περιττάς τας ανωφελείς θρηνωδίας. — Αυτό πράγματι είναι το καλύτερον, που θα είχαμεν να κάμωμεν εις τας συμφοράς μας. — Λέγομεν λοιπόν ότι είναι το καλύτερον μέρος του εαυτού μας εκείνο, που γνωρίζει να ακολουθή αυτόν τον λογισμόν. — Φανερόν. — Ενώ εκείνο το άλλο μέρος, που μας τραυά αδιαλείπτως εις την ανάμνησιν του παθήματός μας και μας ρίπτει εις τους θρήνους και δεν ημπορεί να τους χορτάση, δεν έχομεν όλα μας τα δίκαια να το είπωμεν αλόγιστον και ανωφέλευτον και δειλόν; — Βέβαια θα το είπωμεν.
— Λοιπόν η μεν λύπη και η αγανάκτησις παρέχει πολλάς και ποικίλας αφορμάς εις την μίμησιν, ενώ απεναντίας ο φρόνιμος και γαλήνιος χαρακτήρ, ο οποίος είναι πάντοτε όμοιος προς εαυτόν, ούτε εύκολον είναι να τον μιμηθή κανείς, ούτε πολύ πρόσφορος να κατανοηθή, μάλιστα υπό του πολυποικίλου εκείνου πλήθους που συναθροίζεται συνήθως εις τας πανηγύρεις και τα θέατρα· διότι είναι όλως διόλου ξένη προς αυτούς η μίμησις τοιαύτης ψυχικής διαθέσεως. — Πράγματι όλως διόλου. — Άλλως τε ο μιμητικός ποιητής δεν είναι εκ φύσεως πλασμένος να παριστάνη αυτό το μέρος της ψυχής και η σοφία του δεν είναι προορισμένη να αρέσκεται εις αυτό, αν θέλη να ευδοκιμήση παρά τοις πολλοίς, αλλά να εξεικονίζη τους παθητικούς χαρακτήρας, των οποίων η ποικιλία καθιστά ευκολωτέραν την μίμησιν. — Το πράγμα είναι ευνόητον. — Θα είχαμεν λοιπόν δίκαιον να καταδικάσωμεν και αυτόν και να τον βάλωμεν εις την ανάλογον θέσιν με τον ζωγράφον; διότι έχει κοινόν προς αυτόν το ότι συνθέτει πράγματα δίχως αξίαν, εν σχέσει με την αλήθειαν· ακόμη δε του ομοιάζει, διότι εργάζεται να αρέση εις το χειρότερον και όχι εις το καλύτερον μέρος της ψυχής. Τοιουτοτρόπως λοιπόν θα είμεθα πληρέστατα δικαιολογημένοι να μην τον παραδεχθώμεν εις την ευνομουμένην πολιτείαν μας, διότι εξεγείρει και τρέφει το κακόν τούτο μέρος της ψυχής και όσον ισχυροποιεί αυτό τόσον καταστρέφει το λογιστικόν· και όπως όταν εις μίαν πολιτείαν καθιστά τις τους κακούς ισχυροτέρους και παραδίδει εις αυτούς την διοίκησιν της πόλεως και εξαφανίζει τους χρηστοτέρους, το ίδιον θα είπωμεν και διά τον μιμητικόν ποιητήν, ότι εγκαθιδρύει εις την ψυχήν εκάστου κακήν πολιτείαν, διότι χαρίζεται εις το ανόητον και αλόγιστον αυτής μέρος και δεν ημπορεί να ξεχωρίση ούτε τα μεγαλύτερα ούτε τα μικρότερα, αλλά εκλαμβάνει τα αυτά άλλοτε μεν μεγάλα άλλοτε δε μικρά, και πλάττει είδωλα, τα οποία απέχουν απείρως από την αλήθειαν — Αυτό είναι βέβαιον.
— Και μολαταύτα ακόμη δεν είπαμεν το μεγαλύτερον κακόν που προξενεί η ποίησις· διότι δεν είναι πράγματι φοβερώτατον να βλέπωμεν, ότι, εκτός πάρα πολύ ολίγων, είναι ικανή να διαφθείρη και αυτούς τους σοφούς; — Αλήθεια φοβερώτατον, εάν πράγματι κατορθώνη και αυτό. — Άκουσε και θα κρίνης· γνωρίζεις ότι και οι καλύτεροι ακόμη από ημάς, όταν ακούωμεν μέρη από τον Όμηρον ή και από κανένα άλλον τραγικόν ποιητήν, τα οποία παρουσιάζουν ένα ήρωα που ευρίσκεται εις μεγάλην λύπην και εν μέσω των οδυρμών του απαγγέλλει μακράν ρήσιν, ή και μοιρολογεί και κτυπά το στήθος του, αισθανόμεθα μίαν ευχαρίστησιν, την οποίαν ασυναισθήτως αφήνομεν κατά μικρόν να μας κυριεύση και ενώ αφ' ενός συμπάσχομεν με τον ήρωα, αφ' ετέρου με όλην μας την σοβαρότητα θαυμάζομεν και επαινούμεν τον ποιητήν, που μας παρέχει αυτήν την συγκίνησιν. — Το γνωρίζω, πώς όχι; — Και όμως όταν συμβή εις κανένα από ημάς τους ιδίους καμμία λύπη μεγάλη, γνωρίζεις επίσης ότι φιλοτιμούμεθα να φερώμεθα κατά τρόπον όλως διόλου αντίθετον, να δεικνύωμεν δηλαδή ησυχίαν και υπομονήν, αν ημπορούμεν, διότι αυτή είναι η διαγωγή που αρμόζει εις άνδρα, ενώ εκείνο, που επαινούσαμεν τότε, μόνον εις γυναίκας ταιριάζει. — Το γνωρίζω και αυτό. — Είναι λοιπόν ορθός αυτός ο έπαινος, να βλέπωμεν τοιούτον άνδρα, που δεν θα κατεδέχετο κανείς αλλά και θα εντρέπετο να είναι εις την θέσιν του, χωρίς να αισθανώμεθα βδελυγμίαν, αλλ' απεναντίας να χαίρωμεν και να επαινούμεν; — Πραγματικώς δεν φαίνεται καθόλου εύλογον το πράγμα. — Αναμφιβόλως, αν μάλιστα το θεωρήσης υπ' αυτήν την έποψιν. — Την ποίαν; — Εάν σκεφθής ότι το μέρος εκείνο της ψυχής μας, το οποίον διά της βίας συγκρατούμεν εις τας συμφοράς μας, και χάνεται διά δάκρυα και οδυρμούς και ποτέ του δεν τα χορταίνει αρκετά, επειδή αυτή είναι η φύσις του να επιθυμή τα τοιαύτα, αυτό, λέγω, το μέρος είναι εκείνο που κολακεύουν οι ποιηταί και σπουδάζουν να το ευχαριστούν· το δε άλλο μέρος της ψυχής, που είναι εκ φύσεως το καλύτερον, επειδή ακόμη δεν είναι αρκετά ενδυναμωμένον υπό του λόγου και της συνηθείας, αφήνει ελεύθερον τον χαλινόν του θρηνητικού εκείνου, με την δικαιολογίαν ότι είναι απλώς θεατής ξένων δυστυχιών και δεν είναι καθόλου εντροπή δι' αυτό να επαινή και να ελεή έναν άλλον, που μολονότι έχει να καυχάται διά την ανδρείαν του και την υπεροχήν του, παραδίδεται εις ακαίρους θρήνους· και τοιουτοτρόπως θεωρεί τουλάχιστον κέρδος την ευχαρίστησιν που δοκιμάζει, και δεν θα εδέχετο κατ' ουδένα λόγον να την στερηθή καταδικάζων ολόκληρον το ποίημα· διότι παρά πολύ ολίγοι είναι εις θέσιν να σκεφθούν, πόσον τα ξένα αισθήματα επιδρώσιν ασυναισθήτως επί των ιδικών μας· ούτως ώστε, όταν κανείς αναθρέψη και δυναμώση την ευαισθησίαν αυτού με την θέαν των δυστυχιών του άλλου, είναι δύσκολον να την συγκρατή εις τας ιδικάς του. — Αυτό είναι βέβαιον.
— Δεν ισχύει δε το αυτό και περί του γελοίου; όσον και αν εντρέπεσαι ο ίδιος να κάμνης τον γελωτοποιόν, όταν ευρίσκης ευχαρίστησιν εις την μίμησιν του γελοίου, είτε εις το θέατρον που παριστάνουν κωμωδίας, είτε εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς, και δεν το αποστρέφεσαι ως πρόστυχον πράγμα, θα σου συμβή το ίδιον ό,τι και με τας τραγικάς συγκινήσεις· την τάσιν δηλαδή την οποίαν ησθάνεσο μέσα σου να κάμης τον γελωτοποιόν και την οποίαν προηγουμένως συνεκράτεις διά του ορθού λόγου, από τον φόβον που είχες μήπως χαρακτηρισθής ως εξ επαγγέλματος τοιούτος, την αφήνεις πλέον ελευθέραν και αφού την θρέψης αρκετά εις τα κωμικά θεάματα, χωρίς να το εννοής και ο ίδιος, παρασύρεσαι εις τας ιδιαιτέρας σου συναναστροφάς, ώστε να καταντήσης σωστός γελωτοποιός. — Έχεις δίκαιον. — Το ίδιον αποτέλεσμα δεν γεννά εις την ψυχήν μας η μιμητική ποίησις και όσον αφορά τον έρωτα και τον θυμόν και όλας τας επιθυμίας και τα λυπηρά ή ηδονικά συναισθήματα τα οποία λέγομεν ότι μας παρακολουθούν εις πάσαν μας πράξιν; διότι τα ποτίζει αυτά και τα αναπτύσσει, αντί να τα αφήνη να ξηρανθούν και τους παραδίδει πάσαν εφ' ημών εξουσίαν, ενώ το ορθόν είναι να τα εξουσιάζωμεν ημείς διά να γινώμεθα καλύτεροι και ευτυχέστεροι από χειρότεροι και αθλιώτεροι. — Δεν ημπορώ παρά να συμφωνήσω πληρέστατα μαζί σου.
— Λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, όταν τύχη να ακούσης τους θαυμαστάς του Ομήρου να λέγουν ότι ο ποιητής ούτος εξεπαίδευσε την Ελλάδα, και ότι είναι άξιον να τον πάρης διά να σου μάθη πώς να κυβερνάς και να διευθύνης τα ανθρώπινα πράγματα, και να συμμορφώσης όλον σου τον βίον σύμφωνα με τα υποδείγματα αυτού του ποιητού, πρέπει να τους συμπαθής μεν και να τους εκτιμάς δι' όλην την αξίαν που ημπορεί να έχουν και να παραδεχθής μαζί των ότι ο Όμηρος είναι ο μεγαλύτερος των ποιητών και ο πρώτος των τραγικών· να γνωρίζης όμως συγχρόνως ότι δεν πρέπει να παραδεχθώμεν εις την πολιτείαν μας καμμίαν άλλην ποίησιν, εκτός μόνον ύμνους προς τιμήν των θεών και εγκώμια των μεγάλων ανδρών· εάν δε παραδεχθής την προς τέρψιν Μούσαν, είτε επικήν είτε λυρικήν, η ηδονή και η λύπη θα βασιλεύσουν εις την πόλιν σου αντί του νόμου και αντί του ορθού εκείνου λόγου, του οποίου την υπεροχήν πάντοτε κοινώς παρεδέχθησαν οι άνθρωποι. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Αφού λοιπόν η περίστασις το έφερε να κάμωμεν πάλιν λόγον διά την ποίησιν, αυτά είναι που είχαμεν να είπωμεν προς απολογίαν μας, διότι την απεπέμψαμεν από την πρώτην φοράν εκ της πολιτείας μας, τέτοια που είναι· ο ορθός λόγος μας υποχρέωσε προς τούτο. Μολαταύτα, διά να μην έχη να μας κατηγορήση ως σκληρούς και αγροίκους, ας της είπωμεν ότι από παλαιού χρονολογείται η διαφορά αυτή μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας· διότι και η αλύχτρα εκείνη σκύλλα που γαυγίζει τον κύριόν της, και ο μεγάλος ανάμεσα ατά κούφια λόγια των μωρών, και ο τ ω ν δ ι α σ ό φ ω ν ό χ λ ο ς κ ρ α τ ώ ν, και εκείνοι των οποίων η πενία οξύνει το πνεύμα και άλλα μύρια τοιαύτα, είναι σημεία της παλαιάς αυτών αντιθέσεως. Και πάλιν όμως διακηρύττομεν ότι, εάν η προς τέρψιν ποίησις και η μίμησις ημπορή να μας παρουσιάση κανένα επαρκή λόγον πως έχει την θέσιν της εις μίαν ευνομουμένην πόλιν, είμεθα πρόθυμοι να της επιτρέψωμεν την επάνοδόν της, επειδή δεν ημπορούμεν να αρνηθούμεν την γοητείαν τουλάχιστον που εξασκεί και εις ημάς τους ιδίους· δεν είναι όμως επιτετραμμένον να προδώσωμεν εκείνο που πιστεύομεν ως αληθινόν· και πραγματικώς και συ ο ίδιος, καλέ μου φίλε, δεν γοητεύεσαι υπ' αυτής, και μάλιστα όταν σου την παρουσιάζη ο Όμηρος; — Και πολύ μάλιστα. — Είναι λοιπόν δίκαιον να της δώσωμεν το δικαίωμα να εμφανισθή ενώπιόν μας, διά να απολογηθή είτε με κανένα λυρικόν είτε με οιονδήποτε άλλο ποίημα θέλει; — Πώς όχι; — Ημπορούμεν δε βέβαια να δώσωμεν την άδειαν και εις τους συνηγόρους της, οι οποίοι δεν είναι μεν οι ίδιοι ποιηταί, αγαπούν όμως την ποίησιν, να αναλάβουν την υπεράσπισίν της όχι εμμέτρως αλλά εις πεζόν λόγον, διά να μας αποδείξουν ότι, όχι μόνον ευχάριστος είναι, αλλά και ωφέλιμος εις τας πολιτείας και εν γένει εις τον ανθρώπινον βίον· και θα τους ακούσωμεν με ευμένειαν· διότι θα κερδίσωμεν και ημείς αν αποδειχθή ότι όχι μόνον τερπνή, αλλά και ωφέλιμος είναι. — Και βέβαια θα κερδίσωμεν και ημείς. — Ει δε μη, αγαπητέ μου φίλε, θα κάμωμεν και ημείς όπως οι ερασταί, οι οποίοι, με πολλήν μεν δυσκολίαν, όμως επί τέλους κατορθώνουν ν' αποσπάσουν τον έρωτα από την καρδίαν των, εάν βεβαιωθούν ότι τους είναι επιβλαβής· και ημείς λοιπόν προς χάριν μεν του παλαιού μας προς την ποίησιν έρωτος, που τον οφείλομεν εις την ανατροφήν που ελάβαμεν από τα λαμπρά μας πολιτεύματα, θα ευχώμεθα βέβαια να αποδειχθή καλλίστη και αληθεστάτη, εφ' όσον όμως δεν θα κατορθώση να απολογηθή καθώς πρέπει, θα την ακούωμεν, ενώ μέσα μας θα λέγωμεν, ως εξορκισμόν κατά των μαγγανειών της, τους λόγους και τα επιχειρήματα, που εξεθέσαμεν, από φόβον μήπως εμπέσωμεν πάλιν εις τον νεανικόν μας έρωτα, που οι πολλοί εξακολουθούν ακόμη να τρέφουν δι' αυτήν· εννοούμεν λοιπόν ότι δεν πρέπει να προσέχωμεν εις την τοιαύτην ποίησιν, ως να είχε καμμίαν αξίαν ή καμμίαν σχέσιν με την αλήθειαν, και ότι κάθε άνθρωπος, που φοβείται διά το εν τη ψυχή του πολίτευμα, πρέπει να την ακούη λαμβάνων όλας τας προφυλάξεις του και να πιστεύη ότι όσα είπαμεν περί της ποιήσεως είναι όλα αληθινά. — Και εγώ είμαι καθ' ολοκληρίαν σύμφωνος. — Διότι είναι μέγας ο αγών, φίλε μου Γλαύκων, πολύ περισσότερον μέγας απ' ό,τι φαντάζονται, να γίνη κανείς καλός ή κακός· και ούτε δόξα, ούτε πλούτη, ούτε αξιώματα, ούτε αυτή η ποίησις αξίζουν διά να μας κάμουν να παραμελήσωμεν την δικαιοσύνην και την αρετήν. — Δεν ημπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου ύστερα απ' όσα είπαμεν και ούτε άλλος κανείς πιστεύω να κρίνη διαφορετικά.
— Και όμως δεν εκάμαμεν ακόμη λόγον διά τας μεγαλυτέρας ανταμοιβάς και τα έπαθλα, που επιφυλάσσονται διά την αρετήν. — Πρέπει να είναι αφαντάστως μεγάλαι, αν θα είναι μεγαλύτεραι από όσας ανεφέραμεν ήδη. — Και τι μεγάλον ημπορεί να είναι ένα πράγμα, που βαστά ολίγον χρονικόν διάστημα; διότι πράγματι όλος αυτός ο χρόνος από την παιδικήν έως την γεροντικήν ηλικίαν είναι ελάχιστος εν συγκρίσει προς την αιωνιότητα. — Τίποτε μάλιστα, ημπορούμεν να ειπούμεν. — Πώς λοιπόν; φρονείς ότι ένα αθάνατον πράγμα οφείλει να περιορίση τας προσπαθείας του και τας βλέψεις του διά τόσον βραχύν χρόνον και όχι δι' όλην την αιωνιότητα; — Δεν το φρονώ εγώ· αλλά προς τι αυτά που λέγεις; — Δεν γνωρίζεις λοιπόν ότι είναι αθάνατος η ψυχή μας και ουδέποτε χάνεται; Εις αυτούς τους λόγους με εκύτταξεν ο Γλαύκων με έκπληξιν και μου είπε: — Όχι, μα την αλήθειαν, δεν γνωρίζω· μήπως εσύ ημπορείς να μου το αποδείξης; — Και βέβαια, εάν τουλάχιστον δεν σφάλλωμαι· νομίζω δε ότι και συ ο ίδιος ημπορείς να το κάμης· διότι δεν είναι καθόλου δύσκολον. — Δι' εμένα τουλάχιστον είναι· και θα μου έκανες μεγάλην ευχαρίστησιν να μου αποδείξης αυτό το όχι δύσκολον. — Άκουε λοιπόν. — Λέγε — Παραδέχεσαι ότι υπάρχει καλόν και κακόν; — Μάλιστα. — Και άραγε τα αντιλαμβάνεσαι αυτά όπως εγώ; — Πώς; — Ότι κακόν μεν είναι παν ό,τι επιφέρει φθοράν και αφανισμόν, καλόν δε παν ό,τι σώζει και ωφελεί. — Μάλιστα. — Έκαστον δε πράγμα δεν παραδέχεσαι ότι έχει το καλόν του και το κακόν του; παραδείγματος χάριν οι οφθαλμοί έχουν την οφθαλμίαν και εν γένει το σώμα τας νόσους, ο σίτος την ερυσίβην, τα ξύλα την σήψιν, ο χαλκός και ο σίδηρος την σκωρίαν· και μ' ένα λόγον τίποτε δεν υπάρχει εις την φύσιν που να μην έχη το κακόν του και την ιδιαιτέραν του ασθένειαν. — Έτσι είναι. — Όταν λοιπόν αυτό το κακόν προσβάλη ένα πράγμα, δεν το βλάπτει και εις το τέλος το διαλύει και το καταστρέφει εξ ολοκλήρου; — Πώς όχι; — Ώστε αυτό το ιδιαίτερον διά την φύσιν εκάστου πράγματος κακόν και νόσημα είναι που το καταστρέφει, και αν δεν το καταστρέψη αυτό, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να επιφέρη την καταστροφήν του· διότι βέβαια το καλόν δεν είναι ποτέ δυνατόν να προξενήση αυτό το αποτέλεσμα, ούτε επίσης εκείνο που δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν. — Πώς βέβαια θα ημπορούσε;
— Εάν λοιπόν εύρωμεν κανένα πράγμα, το οποίον να έχη μεν το ιδιαίτερόν του νόσημα, που το καθιστά χειρότερον απ' ό,τι είναι, που δεν ημπορεί όμως και να το διαλύση εξ ολοκλήρου και να το καταστρέψη, δεν πρέπει να συμπεράνωμεν τότε ότι αυτό το πράγμα εκ φύσεως δεν υπόκειται εις καταστροφήν; — Δεν υπάρχει αμφιβολία περί του πράγματος. — Ε, λοιπόν! δεν υπάρχει κάτι που κάμνει την ψυχήν κακήν; — Και βέβαια· όλα εκείνα, που ανεφέραμεν ήδη ημείς, η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια. — Και μήπως τάχα είναι κανένα από αυτά που να διαλύη και καταστρέφη την ψυχήν; πρόσεχε όμως μήπως εξαπατηθώμεν και νομίσωμεν ότι ο άδικος και άφρων άνθρωπος, όταν καταδικασθή διά μίαν αδικίαν την οποίαν διέπραξεν, η απώλειά του είναι αποτέλεσμα της αδικίας, της ασθενείας δηλαδή της ψυχής του· αλλά ιδού πως πρέπει να θεωρήσης το πράγμα· όπως η ασθένεια, η οποία είναι η διαλυτική αρχή του σώματος, το υποσκάπτει μικρόν κατά μικρόν και το αφανίζει και το φέρει εις κατάστασιν ώστε ούτε σώμα να είναι πλέον· όπως ακόμη και όλα τα άλλα πράγματα, που είπαμεν πριν, έχουν την ιδιαιτέραν αυτών νόσον, η οποία προσκολλωμένη και διατρίβουσα εις αυτά τα φθείρει και τα κάμνει να μην είναι πλέον ό,τι ήσαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον ας εξετάσωμεν και περί της ψυχής, εάν η αδικία και τα άλλα πάθη, όταν εισβάλουν και εγκατασταθούν εις αυτήν, την φθείρουν και την εξαφανίζουν, έως ότου την οδηγήσουν εις τον θάνατον, χωρίζοντα αυτήν από του σώματος. — Κατ' ουδένα τρόπον δεν ημπορεί να συμβαίνη αυτό διά την ψυχήν. — Αφ' ετέρου όμως θα ήτο άλογον να είπωμεν, ότι ένα πράγμα καταστρέφεται από ένα ξένον νόσημα, αφού δεν καταστρέφεται από το ιδικόν του. — Βεβαίως άλογον — Συλλογίσου πράγματι, αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και όσον αφορά το σώμα, δεν παραδεχόμεθα ότι η καταστροφή του ημπορεί να είναι το άμεσον αποτέλεσμα της κακής ποιότητος των τροφών, είτε ένεκα της πολυκαιρίας των, είτε της αποσυνθέσεώς των, είτε οιασδήποτε άλλης αφορμής· αλλ' εάν η κακή ποιότης των τροφών γεννήση εις το σώμα την ασθένειαν, η οποία προσιδιάζει εις αυτό, θα είπωμεν, ότι εξ οποίας εκείνων κατεστράφη το σώμα υπό της ασθενείας, η οποία είναι το ιδικόν του κακόν· ουδέποτε δε θα ισχυρισθώμεν ότι αι τροφαί, που είναι ένα πράγμα όλως διόλου διαφορετικόν από το σώμα, ημπορούν διά της κακής των ποιότητος να επιφέρουν την καταστροφήν αυτού, εκτός εάν το ξένον τούτο κακόν δεν γεννήση το κακόν, που προσιδιάζει εις το σώμα. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον, εάν η ασθένεια του σώματος δεν γεννήση την ασθένειαν της ψυχής, ας μην ισχυρισθώμεν ποτέ ότι αύτη είναι δυνατόν να καταστραφή υπό ξένου κακού, χωρίς να μεσολαβήση το ιδικόν της το νόσημα. — Το πράγμα είναι λογικώτατον.
— Ή λοιπόν πρέπει να εξελέγξωμεν αυτά μας τα επιχειρήματα ως μη λογικά, ή εφ' όσον μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσωμεν να είπωμεν, ότι είτε υπό του πυρετού, είτε υπό οιασδήποτε άλλης νόσου, είτε και υπό του σιδήρου, έστω και αν κατακόψωμεν ολόκληρον το σώμα εις ελάχιστα τεμάχια, είναι ποτέ δυνατόν και δι' όλων αυτών των μέσων να καταστραφή η ψυχή· εκτός εάν κανείς μας αποδείξη, ότι από αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και αυτή η ιδία ψυχή αδικωτέρα και ανοσιωτέρα· και ας μην επιτρέψωμεν να μας ειπούν, ότι είτε η ψυχή, είτε οιονδήποτε άλλο πράγμα, αφανίζεται υπό ξένου κακού, χωρίς να επέλθη το κακόν το οποίον εκ φύσεως του προσιδιάζει. — Αλλ' αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα ημπορέση να το αποδείξη, ότι αι ψυχαί των αποθνησκόντων γίνονται αδικώτεραι ένεκα του θανάτου — Εάν κανείς μολαταύτα έχη την τόλμην να προσβάλη αυτήν την αλήθειαν και ισχυρισθή ότι ο θάνατος καθιστά τον άνθρωπον χειρότερον και αδικώτερον, διά να μην αναγκασθή κατά συνέπειαν τούτου να ομολογήση ότι αι ψυχαί είναι αθάνατοι, θα τον υποχρεώσωμεν να παραδεχθή, ότι, εάν είναι αλήθεια αυτό που λέγει, η αδικία οδηγεί φυσικώς εις τον θάνατον, όπως η νόσος, και ότι αυτή είναι που θανατώνει με την δύναμιν, που έχει εκ φύσεως, τους κατεχομένους υπ' αυτής, άλλους μεν αμέσως, άλλους δε αργότερον, αναλόγως του βαθμού της αδικίας, και όχι όπως αποδεικνύει η καθημερινή πείρα, ότι αιτία του θανάτου των αδίκων είναι η τιμωρία που τους επιβάλλουν άλλοι. — Και μα την αλήθειαν, εάν η αδικία ήτο εκείνη που δίδει τον θάνατον εις τους πονηρούς, δεν θα ήτο τότε τόσον πολύ φοβερόν πράγμα· διότι τότε θα ήτο απαλλαγή από όλα τα κακά· αλλά φρονώ απεναντίας ότι μάλλον τους άλλους φονεύει, όσον της είναι δυνατόν, καθιστά δε εκείνον, που την έχει, και πάρα πολύ μάλιστα ζωτικόν, προσέτι δε και άγρυπνον· τόσον πολύ απέχει, φαίνεται, του να είναι θανάσιμος. — Πολύ σωστά τα λέγεις· διότι, εάν η διαφθορά της ψυχής, εάν το ιδιαίτερον αυτής κακόν, δεν ημπορή να την θανατώση και να την καταστρέψη, πώς είναι ποτέ δυνατόν να επιφέρη αυτό το αποτέλεσμα επί της ψυχής, ή επί οιουδήποτε άλλου πράγματος ένα άλλο κακόν που είναι εκ φύσεως τεταγμένον να προξενή την καταστροφήν άλλου ωρισμένου πράγματος; — Αδύνατον βέβαια και εναντίον πάσης λογικής. — Επομένως αφού ένα πράγμα δεν καταστρέφεται από κανένα κακόν, ούτε ιδικόν του ούτε ξένον, είναι φανερόν ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχη πάντοτε, και αφού θα υπάρχη πάντοτε, είναι αθάνατον. — Κατ' ανάγκην.
— Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν αυτό ως αναμφισβήτητον αλήθειαν και κατά συνέπειαν τούτου εννοείς, ότι αι ψυχαί θα είναι πάντοτε αι αυταί· διότι, αφού καμμία δεν χάνεται, δεν ημπορεί ούτε ολιγώτεραι να γίνουν, ούτε περισσότεραι· και πράγματι, εάν ο αριθμός των αθανάτων πραγμάτων ηύξανε, τα νέα αυτά όντα θα εγίνοντο από κάτι θνητόν, και τοιουτοτρόπως όλα τα πάντα εις το τέλος θα εγίνοντο αθάνατα. — Έχεις δίκαιον. — Αλλά ούτε τούτο θα μας επιτρέψη ο ορθός λόγος να το πιστεύσωμεν, ούτε προσέτι και να παραδεχθώμεν, ότι η ψυχή, θεωρουμένη κατά την αληθεστάτην αυτής φύσιν, ημπορεί να είναι πράγμα ποικιλόμορφον, γεμάτον από ανομοιότητα και διαφοράν. — Πώς λέγεις; — Δεν είναι εύκολον, πράγμα αποτελούμενον εκ της συνθέσεως πολλών μερών, να είναι αιώνιον, εκτός αν η σύνθεσις δεν είναι τόσον τελεία, όπως κατεδείξαμεν ήδη ότι είναι η της ψυχής. — Δεν είναι πράγματι πιθανόν, — Οι λόγοι λοιπόν που ανεφέραμεν προ μικρού και οι άλλοι μας αναγκάζουν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή είναι αθάνατος· αλλά διά να γνωρίσωμεν την αληθινήν αυτής φύσιν, δεν πρέπει να την ίδωμεν όπως την βλέπομεν ημείς σήμερον εις την κατάστασιν της διαφθοράς, που ευρίσκεται ένεκα της ενώσεώς της μετά του σώματος, και των άλλων κακών, αλλά πρέπει να την παρατηρήσωμεν προσεκτικά διά του λογισμού, οποία τις είναι κάθ' εαυτήν και απηλλαγμένη παντός ξένου στοιχείου, και τότε θα εννοήσωμεν πόσον απείρως ωραιοτέρα είναι και τότε προσέτι θα γνωρίσωμεν ακριβέστερον και την φύσιν της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, περί των οποίων ήδη εκάμαμεν λόγον· όσα δε είπαμεν τώρα περί αυτής είναι μεν αληθή, αλλ' εν σχέσει πάντοτε προς την παρούσαν αυτής κατάστασιν όπως πράγματι την είδαμεν, είναι καθώς εκείνοι που βλέπουν τον θαλάσσιον Γλαύκον και δεν ημπορούν να αναγνωρίσουν την πρώτην αυτού μορφήν, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματος του είναι αλλά μεν σπασμένα, άλλα δε φαγωμένα και τελείως παραμορφωμένα υπό των κυμάτων, έχουν δε προσκολληθή επάνω του άλλα, κογχύλια και φύκη και πέτραι, εις τρόπον ώστε με κάθε άλλον θηρίον να ομοιάζη μάλλον, παρά όπως ήτο η αρχική αυτού φύσις· τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται εις ημάς και η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά· αλλά πρέπει, ω Γλαύκων, εκεί να αποβλέπωμεν. — Πού; — Εις τον έρωτα αυτής προς την αλήθειαν, και να λάβωμεν υπ' όψιν μας τα πράγματα προς τα οποία φέρεται και των οποίων την επικοινωνίαν επιζητεί, και την συγγένειαν την οποίαν έχει με παν ό,τι είναι αθάνατον και θείον και αιώνιον, διά να εννοήσωμεν οποία τις θα εγίνετο, όταν, παραδοθείσα εξ ολοκλήρου εις την επιδίωξιν παντός τοιούτου, και εκπηδήσασα με αυτήν την ορμήν έξω από τα βάθη της θαλάσσης, όπου τώρα ευρίσκεται, ήθελεν αποτινάξη πέτρας και κογχύλια, τα οποία τώρα είναι προσκολλημένα επάνω της επειδή τρέφεται από την γην με πράγματα γαιώδη και πετρώδη και άγρια εις τα μακαριστά υπό των πολλών θεωρούμενα γεύματά της· και τότε θα ιδής την αληθινήν αυτής φύσιν, είτε είναι πολυμερής είτε μονομερής, είτε ποία είναι η ουσία της και η υπόστασίς της· επί του παρόντος έχομεν, μου φαίνεται, αρκετά καλά εκθέση τα πάθη και τας μεταβολάς εις τας οποίας υπόκειται κατά τον ανθρώπινον αυτής βίον. — Πολύ λαμπρά. — Δεν απηλλάξαμεν λοιπόν εις αυτήν μας την έρευναν την δικαιοσύνην από παν το επουσιώδες και δεν εθέσαμεν κατά μέρος τιμάς και ανταμοιβάς και φήμας, που ανεφέρετε εσείς ακολουθούντες τον Όμηρον και τον Ησίοδον; δεν απεδείξαμεν, ότι η δικαιοσύνη καθ' εαυτήν είναι το μεγαλύτερον αγαθόν της ψυχής και ότι αύτη πρέπει να πράττη το δίκαιον, είτε κατέχει τον δακτύλιον του Γύγου, είτε όχι, ή και προσέτι εκτός αυτού και την περικεφαλαίαν του Άδου; — Αληθέστατα.
— Θα ημπορούσε τάχα να μας κατηγορήση κανείς, φίλε Γλαύκων, εάν ηθέλαμεν αποδώση τώρα εις την δικαιοσύνην και τας λοιπάς αρετάς, εκτός των πλεονεκτημάτων τα οποία καθ' εαυτάς έχουν, και τας ανταμοιβάς, που εξασφαλίζουν εις την ψυχήν εκ μέρους και των ανθρώπων και των θεών και εν τη ζωή και μετά θάνατον; — Καθόλου, νομίζω. — Θέλετε λοιπόν να μου επιστρέψετε εκείνα που σας εδάνεισα εις την αρχήν της συζητήσεώς μας; — Τι πράγμα; — Συγκατετέθην να σας παραχωρήσω ότι ημπορεί να θεωρήται ο δίκαιος άνθρωπος άδικος, και ο άδικος δίκαιος· διότι σεις εζητήσετε, αν και εις τούτο δεν είναι δυνατόν να εξαπατήση τις θεούς και ανθρώπους, να κάμωμεν μολαταύτα αυτήν την υπόθεσιν χάριν του λόγου, διά να κριθή αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη προς αυτήν την αδικίαν· ή δεν το ενθυμείσαι; — Θα είχα άδικον να μην το ενθυμούμαι. — Αφού λοιπόν ήδη πλέον έχουν κριθή καθ' εαυτάς, απαιτώ τώρα υπέρ της δικαιοσύνης, να της αποδώσωμεν τας τιμάς που έχει και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων και να την αποκαταστήσωμεν εις τα δικαιώματά της, και αφού απεδείξαμεν τα πλεονεκτήματα που δίδει εις τους αληθινούς οπαδούς της και ότι ουδέποτε εξαπατά εκείνους που την εγκολπούνται πραγματικώς, να ομολογήσωμεν ότι και ως προς τα αγαθά που παρέχει εις τους έχοντας απλώς την φήμην δικαίου ανθρώπου υπερτερεί την αδικίαν και της αξίζει να λάβη τον νικητήριον στέφανον. — Είναι πολύ δικαία η απαίτησίς σου.
Πρώτον μεν λοιπόν δεν θα μου παραχωρήσετε τούτο, ότι είναι αδύνατον να εξαπατηθούν οι θεοί, ποίος είναι δίκαιος άνθρωπος και ποίος άδικος; — Σου το παραχωρούμεν. — Και αφού το πράγμα έχει κατ' αυτόν τον τρόπον, ο μεν πρώτος δεν θα είναι αγαπητός εις τους θεούς ο δε άλλος μισητός, όπως και το παρεδέχθημεν εκ μιας αρχής; — Έτσι είναι. — Δεν θα ομολογήσωμεν δε, ότι ο άνθρωπος που αγαπούν οι θεοί, θα έχη να περιμένη τα μεγαλύτερα αγαθά, που εκ μέρους των παραχωρούνται, εκτός πλέον αν δεν έχη να πληρώση καμμίαν προγενεστέραν αμαρτίαν; — Αναμφιβόλως. — Πρέπει λοιπόν να έχωμεν την βεβαιότητα περί του δικαίου ανθρώπου, είτε πενία τον βασανίζει είτε ασθένεια είτε κανέν από τα άλλα θεωρούμενα κακά, ότι εις το τέλος όλα αυτά θα του έβγουν εις καλόν ενόσω ακόμη ζη ή και μετά τον θάνατον του· διότι ποτέ δεν εγκαταλείπει ο θεός εκείνον, ο οποίος προθυμοποιείται να γίνεται τέλειος και εξασκών την αρετήν να εξομοιούται, όσον είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον, προς τον θεόν. — Βεβαίως δεν είναι φυσικόν ο τοιούτος να παραμελήται υπό του ομοίου του. — Όσον δε αφορά τον άδικον δεν πρέπει κατ' ανάγκην να έχωμεν όλως διόλου την εναντίαν ιδέαν; — Εννοείται βέβαια. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εκ μέρους των θεών, ο στέφανος της νίκης θα είναι διά τον δίκαιον. — Αυτό τουλάχιστον είναι η γνώμη μου.
— Και εκ μέρους δε των ανθρώπων τα ίδια δεν συμβαίνουν, αφού επί τέλους πρέπει να βάλωμεν τα πράγματα εις την θέσιν των; δεν παθαίνουν το ίδιον οι δόλιοι και οι άδικοι ό,τι και οι δρομείς εκείνοι, οι οποίοι τρέχουν μεν καλά κατά την αρχήν του δρόμου, όχι όμως και κατά την επιστροφήν; και κατά πρώτον μεν χύνονται με μεγάλην ορμήν, εις το τέλος όμως γίνονται καταγέλαστοι, όταν με κρεμασμένα τα αυτιά εις τους ώμους αποσύρωνται αστεφάνωτοι· ενώ οι αληθινοί δρομείς φθάνουν εις το τέρμα, λαμβάνουν τα άθλα και στεφανώνονται· δεν συμβαίνει δε το ίδιον ως επί το πλείστον και με τους δικαίους; εις το τέλος εκάστης επιχειρήσεώς των, εις το τέλος της σταδιοδρομίας των και του βίου των, δεν λαμβάνουν παρά των ανθρώπων τα έπαθλα της ευδοκιμήσεως και τας ανταμοιβάς, που τους ανήκουν; — Έχεις δίκαιον.
— Θα δεχθής λοιπόν να εφαρμόσω εις τους δικαίους εκείνα τα οποία έλεγες εσύ περί των αδίκων; θα είπω δηλαδή ότι οι μεν δίκαιοι, όταν φθάσουν εις την ώριμον ηλικίαν, λαμβάνουν εις την πόλιν των όλα τα αξιώματα που ήθελον επιθυμήση, παίρνουν γυναίκα κατ' εκλογήν των απ' όπου θέλουν, νυμφεύουν επίσης τα τέκνα των εκεί που θελήσουν, και όλα όσα εσύ έλεγες τότε διά τους αδίκους, τα λέγω τώρα εγώ δι' αυτούς· απεναντίας δε οι άδικοι, και αν κατ' αρχάς πολλοί εξ αυτών κατορθώσουν να μην τους πάρουν είδησιν οι άνθρωποι, ξεσκεπάζονται όμως εις το τέλος του δρόμου των και γίνονται καταγέλαστοι, προπηλακίζονται εις τα γηρατειά των υπό των πολιτών και των ξένων, και, διά να μεταχειρισθώ τας εκφράσεις τας οποίας εύρισκες πολύ χονδράς — και είχες δίκαιον — όταν τας έλεγες περί του δικαίου, θα υποστούν και μαστιγώσεις και στρεβλώσεις και καυτηριασμούς και μ' ένα λόγον φαντάσου πως ακούεις από το στόμα μου όλα τα είδη των βασάνων, που ανέφερες τότε· αλλ' όπως σου είπα, κύτταξε αν θα τα παραδεχθής όλα αυτά. — Και πολύ προθύμως· διότι αναγνωρίζω πως έχεις δίκαιον.
— Τοιαύτα λοιπόν είναι τα πλεονεκτήματα, δώρα, μισθοί και ανταμοιβαί, που έχει ο δίκαιος κατά την διάρκειαν της ζωής του εκ μέρους των θεών και των ανθρώπων, εκτός εκείνων, τα οποία, είπομεν, του παρέχει αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη. — Πολύ ωραία και ασφαλή. — Και όμως τίποτε δεν είναι αυτά ούτε κατά ποιόν ούτε κατά ποσόν εμπρός εις εκείνα που περιμένουν και τον ένα και τον άλλον μετά θάνατον· πρέπει δε να λεχθούν και αυτά, διά να αποδώσωμεν τελείως και εις τον δίκαιον και εις τον άδικον ό,τι έχει δικαίωμα να ακούση ο καθένας των από αυτήν μας την συζήτησιν. — Λέγε λοιπόν, διότι ολίγα πράγματα υπάρχουν που θα ήκουα με περισσοτέραν ευχαρίστησιν.
— Θα ακούσης λοιπόν τώρα την διήγησιν όχι του Αλκίνου αλλ' ανδρός ελλογίμου, του Ηρός του Αρμενίου, εκ Παμφυλίας το γένος έλκοντος. Αυτός εφονεύθη εις τον πόλεμον και όταν μετά δέκα ημέρας ήλθαν να παραλάβουν τα σώματα των νεκρών, που ευρίσκοντο πλέον εν τελεία αποσυνθέσει, το ιδικόν του ήτο ακόμη σώον και ακέραιον· τον μετέφεραν λοιπόν εις την πατρίδα προς ταφήν και ενώ την δωδεκάτην από του θανάτου του ημέραν έκειτο ήδη επί της πυράς, επανήλθεν εις την ζωήν και διηγήθη εις τους παρισταμένους όσα είχεν ιδή εις τον άλλον κόσμον· ευθύς, τους έλεγεν, που εβγήκεν η ψυχή του, εξεκίνησε με πολλούς άλλους και έφθασαν εις ένα θαυμάσιον τόπον, όπουν είδαν δύο χάσματα εις την γην, κοντά το ένα εις το άλλο, και δύο άλλα επάνω εις τον ουρανόν, κατάντικρυ εις τα πρώτα· μεταξύ δε αυτών εκάθηντο δικασταί, οι οποίοι εξέδιδον την απόφασίν των, και διέτασσον τους μεν δικαίους να ακολουθήσουν την προς τα δεξιά και άνω διά του ουρανού οδόν, αφού προηγουμένως τους εκρεμνούσαν απ' εμπρός μίαν πινακίδα, όπου εσημείωναν την απόφασίν των· τους δε αδίκους την προς τα κάτω και αριστερά, αφού και εις αυτούς εκρεμνούσαν ομοίαν πινακίδα, αλλ' από πίσω, περιέχουσαν την σημείωσιν όλων των πράξεών των· όταν παρουσιάσθη και ο ίδιος, του είπαν ότι οφείλει να έλθη και να φέρη εις τους ανθρώπους την είδησιν όλων που συμβαίνουν εκεί, και τον διέταξαν να περιμείνη διά να παρατηρήση και ακούση τα πάντα.
Είδε λοιπόν εκεί πρώτον μεν τας ψυχάς, που εδικάσθησαν τότε, να αναχωρούν από τα δύο αντικρυνά χάσματα του ουρανού και της γης, και από τα δύο άλλα πάλιν, από το ένα της γης να αναβαίνουν ψυχαί γεμάται από σκόνην και ακαθαρσίαν, από το άλλο δε του ουρανού να κατεβαίνουν άλλαι ωραίαι και καθαραί· όλαι δε εφαίνοντο ως να έφθαναν από μακρυνόν δρόμον και με ευχαρίστησιν ήρχοντο να κατασκηνώσουν εις τον λειμώνα, ως εις τόπον συγκεντρώσεως· όσαι εξ αυτών εγνωρίζοντο, αντήλλασον εγκάρδιον χαιρετισμόν και εζήτουν πληροφορίας μεταξύ των, εκείναι από τον ουρανόν, αι άλλαι από την γην και διηγούντο πλέον αι μεν πρώται με δάκρυα και με κοπετούς όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορείαν των κάτω από την γην — ήτο δε η διάρκεια της πορείας χιλίων ετών — όσαι δε έφθαναν από τον ουρανόν, τας μοναδικάς ηδονάς που απήλαυσαν, και το άφραστον κάλλος των θεαμάτων που είδαν.
Πολύς καιρός θα εχρειάζετο, φίλε μου Γλαύκων, να καθήσω να σου τα διηγηθώ τώρα όλα· το συμπέρασμα της διηγήσεώς του ήτο το εξής· δι' όλας τας αδικίας, που διέπραξεν έκαστος εν τη ζωή, ετιμωρείτο η ψυχή του δεκαπλασίως δι' εκάστην χωριστά, η δε διάρκεια εκάστης τιμωρίας ήτο εκατόν ετών, όση είναι και η φυσική διάρκεια της ανθρωπίνης ζωής, διά να πληρώνουν δεκάκις την πληρωμήν εκάστου αδικήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπον, εκείνοι που έγιναν αίτιοι πολλών θανάτων, που είτε επρόδωσαν πόλεις και στρατόπεδα και υπήρξαν αφορμή να περιπέσουν εις δουλείαν, είτε έγιναν ένοχοι άλλων τοιούτων κακουργημάτων, δι' όλα αυτά υπεβάλλοντο εις δεκαπλάσια δι' έκαστον βασανιστήρια, ενώ εκείνοι απ' εναντίας που προσέφεραν μεγάλας ευεργεσίας εις τους ανθρώπους και διετέλεσαν καθ' όλην την ζωήν των ενάρετοι και δίκαιοι ελάμβανον κατά την αυτήν αναλογίαν την ανταμοιβήν των καλών των πράξεων· όσον δε αφορά εκείνους που απέθνησκον ολίγον χρόνον μετά την γέννησιν των, έλεγεν άλλα που δεν αξίζει τον κόπον να αναφέρω· υπήρχον δε ακόμη ανταμοιβαί πολύ μεγαλύτεραι δι' εκείνους που εσέβοντο τους θεούς και ετίμων τους γονείς των εις την ζωήν, καθώς και εξαιρετικά βασανιστήρια διά τους ασεβείς, τους πατροκτόνους και δι' όσους ιδία χειρί διέπραξαν φόνους.
Μεταξύ άλλων έλεγεν ότι ήτο παρών εκεί, όταν κάποιος ηρώτησεν έναν άλλον, πού ευρίσκετο ο μέγας Αρδιαίος· αυτός δε ο Αρδιαίος είχε χρηματίση τύραννος εις μίαν πόλιν της Παμφυλίας, χίλια έτη πριν, είχε δε φονεύση τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερον αδελφόν του και άλλα δε πολλά, καθώς ελέγετο, εγκλήματα διέπραξε. «Δεν έφθασεν, απεκρίθη ο ερωτηθείς, και ούτε θα φθάση ποτέ εδώ». Είδαμεν όμως ένα από τα φοβερώτερα εκεί θεάματα. Ότε ήμεθα πλέον κοντά να εξέλθωμεν από το υπόγειον χάσμα, αφού συνεπληρώσαμεν όλας τας ποινάς μας, βλέπομεν αίφνης τον Αρδιαίον εκείνον και άλλους πολλούς, των οποίων οι περισσότεροι σχεδόν επίσης υπήρξαν τύραννοι· ήσαν όμως και μερικοί ιδιώται, οι οποίοι διέπραξαν εις την ζωήν των μεγάλα κακουργήματα· καθ' ήν στιγμήν ούτοι ενόμιζαν πλέον ότι θα εξέλθουν, το στόμιον του χάσματος δεν τους επέτρεπε την διάβασιν, αλλ' ήρχισε να μυκάται, όπως έκαμνε και κάθε φορά που ένας από εκείνους τους αθλίους, των οποίων τα αμαρτήματα ήσαν ανίατα, ή που δεν είχεν υποστή πλήρη την ποινήν του, εδοκίμαζε να εξέλθη· μόλις δε ηκούσθη εκείνος ο μυκηθμός, προσέτρεξαν αμέσως κάτι αγριάνθρωποι, που να τους έβλεπες ήσαν κατακόκκινοι σαν φλόγα, και τους μεν άλλους τους άρπαξαν και τους επήραν από εκεί, τον δε Αρδιαίον και μερικούς ακόμη τους έδεσαν χέρια, πόδια και κεφαλήν, τους έρριξαν καταγής και τους εξέγδαραν και ήρχισαν να τους σύρουν έξω από τον δρόμον επάνω εις ασπαλάθρους και αγκάθια, όπου εξεσχίζοντο σκληρά αι σάρκες των· εις όσους δε συνήντων έκαμνον γνωστούς τους λόγους, διά τους οποίους τους μετεχειρίζοντο κατ' αυτόν τον τρόπον, και τους έλεγαν πού θα επήγαιναν να τους πετάξουν· απ' όλους λοιπόν, λέγει, τους τόσους και παντοειδείς φόβους, που κατέχουν εκεί τας ψυχάς, κανείς δεν ημπορούσε να συγκριθή με αυτόν, μήπως, κατά την ώραν που επρόκειτο πλέον να περάσουν το στόμιον, ακουσθή εκείνος ο μυκηθμός, και ότι απερίγραπτος ήτο η χαρά των να ανεβή κανείς, χωρίς να αντηχήση.
Αύται λοιπόν ήσαν περίπου αι κρίσεις και αι τιμωρίαι και αι αντίστοιχοι αμοιβαί, τας οποίας διηγείτο· αφού δε παρέμενον επτά ημέρας εις τον λειμώνα εκείνον, έπρεπε να αναχωρήσουν εκείθεν την ογδόην και μετά τεσσάρων ημερών πορείαν έφθανον εις ένα τόπον, από τον οποίον έβλεπαν ένα φως το οποίον διέσχιζεν ολόκληρον τον ουρανόν και την γην, ευθύ ως στήλη, και όμοιον με την ίριδα, αλλά λαμπρότερον και καθαρώτερον· έφθασαν δε εις το φως τούτο μετά πορείαν άλλης μιας ημέρας· εκεί δε είδον ότι τα άκρα του ουρανού επερατούντο εις το μέσον του φωτός εκείνου, το οποίον εχρησίμευεν ως σύνδεσμος αυτού και περιέβαλλεν όλην αυτού την περιφέρειαν, απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των τριήρων· από δε τα άκρα του εκρέμετο ο άτρακτος της Ανάγκης, που έδιδε την κίνησιν εις όλας τας ουρανίους περιστροφάς· και η μεν ηλακάτη και το άγκιστρον αυτού ήσαν από χάλυβα, ο δε σφόνδυλος από μίγμα χάλυβος και άλλων μετάλλων.
Ως προς το σχήμα ο σφόνδυλος ωμοίαζεν με τους ιδικούς μας εδώ· διά να λάβης δε ακριβεστέραν ιδέαν, εξ όσων έλεγε, πρέπει να φαντασθής ένα μεγάλον σφόνδυλον κοίλον και σκαλισμένον εις όλην του την εσωτερικήν περιφέρειαν, εντός του οποίου προσηρμόζετο ένας άλλος μικρότερος, όπως οι κάδοι που εισέρχονται ο ένας μέσα εις τον άλλον· εντός του δευτέρου άλλος τρίτος, και πάλιν ένας τέταρτος και ακόμη άλλοι τέσσαρες· διότι εν συνόλω ήσαν οκτώ, κείμενοι ο είς εντός του άλλου συγκεντρικώς· άνωθεν εφαίνοντο τα χείλη εκάστου ως κύκλοι, έξωθεν δε παρουσίαζον συνεχή επιφάνειαν ως ενός μόνου σφονδύλου πέριξ της ηλακάτης, της οποίας ο άξων διήρχετο καταμεσίς από το κέντρον του ογδόου. Και ο μεν πρώτος προς τα έξω σφόνδυλος είχε τον κύκλον του χείλους πλατύτερον απ' όλους, κατά δεύτερον δε λόγον ο έκτος, έπειτα ο τέταρτος, ακολούθως ο όγδοος, πέμπτον ο έβδομος, έκτον ο πέμπτος, και τελευταίον ο δεύτερος. Και ο μεν κύκλος ο σχηματιζόμενος υπό των χειλέων του μεγίστου σφονδύλου ήτο ποικίλων χρωμάτων, του δε εβδόμου λαμπρότατος, ο όγδοος ελάμβανεν από τον έβδομον το χρώμα του και την λάμψιν του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχον τα αυτά χρώματα, αλλ' αποκλίνοντα μάλλον προς το ξανθόν, του τρίτου το χρώμα ήτο το λευκότερον απ' όλων, του τετάρτου υπέρυθρον, δεύτερον δε κατά την λευκότητα του έκτου. Ολόκληρος ο άτρακτος εστρέφετο περί τον άξονά του κατά την αυτήν φοράν, ενώ εσωτερικώς οι επτά συγκεντρικοί κύκλοι περιεστρέφοντο ηρέμα κατ' εναντίαν διεύθυνσιν· εξ αυτών πάλιν τάχιστα μεν εκινείτο ο όγδοος κατά δεύτερον δε λόγον και ισοχρόνως σχεδόν προς αλλήλους ο έβδομος, έκτος και πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους εφαίνετο, ήτο τρίτος κατά την ταχύτητα, και ο τρίτος τέταρτος, πέμπτος δε και τελευταίος ο δεύτερος· αυτός δε ο άτρακτος εστρέφετο επάνω εις τα γόνατα της Ανάγκης. Επάνω εις έκαστον εκ των κύκλων αυτού επέβαινεν από μία Σειρήν, η οποία περιεστρέφετο και αυτή, και έψαλλε με φωνήν επί ενός και του αυτού τόνου πάντοτε· ούτως ώστε από τας οκτώ που ήσαν απετελείτο μία πλήρης συμφωνία.
Πέριξ δε του ατράκτου και εις ίσας αποστάσεις εκάθηντο επί θρόνων αι τρεις Μοίραι, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος με φορέματα λευκά και με στέμματα εις την κεφαλήν· συνώδευον δε με το άσμα των την αρμονίαν των Σειρήνων και έψαλλον η μεν Λάχεσις τα παρελθόντα, η Κλωθώ τα παρόντα και η Άτροπος τα μέλλοντα· και η μεν Κλωθώ μετέδιδεν, εγγίζουσα κατά διαλείμματα με την δεξιάν της χείρα τον άτρακτον, την εξωτερικήν περιστροφήν εις αυτόν, η Άτροπος πάλιν με την αριστεράν χείρα εις τους εσωτερικούς σφονδύλους, η δε Λάχεσις πότε με την μίαν πότε με την άλλην χείρα ήγγιζε και τον άτρακτον και τους σφονδύλους.
Ευθύς λοιπόν που έφθασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιασθούν εμπρός εις την Λάχεσιν· και πρώτον μεν ένας προφήτης υπέδειξεν εις έκαστον την θέσιν του και την σειράν του, και αφού έλαβεν από τα γόνατα της Λαχέσεως κλήρους και παραδείγματα ανθρωπίνων βίων, ανέβηκεν επάνω εις ένα υψηλόν βήμα και είπε, «Τάδε λέγει Λάχεσις η παρθένος, της Ανάγκης θυγάτηρ. Ψυχαί εφήμεροι, μέλλετε να αρχίσετε άλλην περίοδον ζωής, εντός σώματος θνητού· δεν θα σας εκλέξη η τύχη, αλλά σεις θα εκλέξετε την τύχην σας· ο πρώτος που θα υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος τον βίον του, τον οποίον αμετακλήτως θα είναι αναγκασμένος να ακολουθήση. Η αρετή είναι κτήμα αδέσποτον και αναλόγως που την τιμά ή την περιφρονεί έκαστος, θα λάβη και την σχετικήν του μερίδα, μεγαλυτέραν ή μικροτέραν, από αυτήν· έκαστος είναι υπεύθυνος διά την εκλογήν του· ο θεός είναι αναίτιος». Αφού είπεν αυτά, έρριψεν επάνω εις όλους τους κλήρους, και ο καθένας επήρεν εκείνον που έπεσεν εμπρός του, εκτός του Ηρός, εις τον οποίον απηγορεύθη, καθώς έλεγε, να πάρη· έκαστος λοιπόν εγνώριζεν από τον κλήρον του, ποία ήτο η σειρά του διά να εκλέξη· ακολούθως λοιπόν ο προφήτης έβαλεν εμπρός των καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα από τον αριθμόν των παρόντων, που έμελλον να εκλέξουν, και κάθε είδους και λογής· διότι υπήρχον και των ζώων όλων και των ανθρώπων όλων ανεξαιρέτως· υπήρχον λοιπόν μεταξύ αυτών τυραννίδες, άλλαι μεν ισόβιοι, άλλαι δε καταλυόμεναι εν τω μεταξύ και καταντώσαι εις πενίαν και εξορίαν και επαιτείαν· υπήρχον επίσης και βίοι ανδρών επιφανών, άλλων μεν διά την καλλονήν της μορφής και τα ωραία των σώματα, άλλων διά την καταγωγήν των και τας αρετάς των προγόνων· ωσαύτως δε και ασήμων ανθρώπων υπό πάσαν τοιαύτην έποψιν και γυναικών δε ομοίως· τάξις όμως ωρισμένη διά τας ψυχάς δεν υπήρχε καμμία, διότι έπρεπε κατ' ανάγκην εκάστη να μεταβάλη την φύσιν της αναλόγως της εκλογής που θα έκαμνε· άλλως τε τα πλούτη και η πενία, αι νόσοι και η υγεία ήσαν κατανεμημένα εις όλους τους βίους, εις άλλους μεν χωρίς καμμίαν διάκρισιν, εις άλλους δε κατά δικαίαν αναλογίαν.
Εδώ λοιπόν είναι, αγαπητέ Γλαύκων, πού έγκειται ο μεγαλύτερος κίνδυνος διά τον άνθρωπον· και δι' αυτό πρέπει έκαστος εξ ημών, παραμελών κάθε άλλο μάθημα, να αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις εκείνο μόνον, που θα τον κάμη ικανόν να αναζητήση και να εύρη τον άνθρωπον, ο οποίος θα ημπορέση να του μάθη να είναι εις θέσιν, να διακρίνη μετ' επιστήμης τον βίον τον χρηστόν και πονηρόν, και να εκλέγη πανταχού και πάντοτε εκ των δυνατών τον καλύτερον, και λαμβάνων υπ' όψει του όλα, όσα ημείς ήδη ανεφέραμεν, να κρίνη κατά πόσον, είτε ομού είτε χωριστά θεωρούμενα, συντελούν εις την αληθινήν ευτυχίαν της ζωής· τοιουτοτρόπως θα γνωρίζη, παραδείγματος χάριν, πόσον κάλλος αναμιγνυόμενον μετά βαθμού τινος πενίας ή πλούτου και μετά ποίας τινός διαθέσεως της ψυχής καθιστά τον άνθρωπον καλόν ή κακόν· ποίον αποτέλεσμα ημπορεί να έχουν η ευγενής και η ταπεινή καταγωγή και ο ιδιωτικός βίος και τα αξιώματα, αι σωματικαί δυνάμεις και αι ασθένειαι, η ευμάθεια και η δυσμάθεια και μ' ένα λόγον αι διάφοροι της ψυχής φυσικαί ή επίκτητοι ιδιότητες, συναρμοζόμεναι προς αλλήλας· εις τρόπον ώστε, αφού συλλογισθή περί όλων αυτών, να είναι εις θέσιν να εκλέγη, αποβλέπων προς την φύσιν της ψυχής, τον χειρότερον και τον καλύτερον βίον, με την βεβαιότητα, ότι χειρότερος μεν είναι εκείνος που την φέρει εις το σημείον να γίνεται αδικωτέρα, καλύτερος δε εκείνος που την κάμνει δικαιοτέραν· όλα δε τα άλλα θα τα θεωρήση διά τίποτε· διότι είδαμεν ότι αυτή είναι η καλυτέρα εκλογή, που έχει να κάμη, είτε δι' αυτήν την ζωήν, είτε διά την άλλην· πρέπει λοιπόν να διατηρή αδιάσειστον αυτήν την πεποίθησιν μέχρι τάφου, ώστε να μην τον θαμβώσουν και εκεί κάτω πλούτη και άλλα τοιαύτα κακά, και εμπέση εις τυραννίδας και άλλας ομοίας πράξεις, εκ των οποίων και εις τους άλλους θα προξενήση πολλά και ανήκεστα κακά, όχι δε ολιγώτερα θα πάθη και ο ίδιος· αλλά μάλλον να γνωρίζη πάντοτε να εκλέγη τον μέσον όρον μεταξύ αυτών των βίων και να αποφεύγη εξ ίσου και τα δύο εκατέρωθεν άκρα και εις αυτήν την ζωήν κατά το δυνατόν και εις όλην έπειτα την μετά ταύτα· διότι μόνον τοιουτοτρόπως γίνεται ευδαιμονέστατος ο άνθρωπος.
Και λοιπόν και τότε, καθώς διηγείτο ο εκείθεν αποσταλείς άγγελος, είπεν ο προφήτης προς τας ψυχάς: «Και δι' εκείνον που μείνη τελευταίος, αρκεί να κάμη την εκλογήν του με περίσκεψιν, επιφυλάσσεται βίος υποφερτός, που από την καλήν του θέλησιν εξαρτάται να είναι όχι κακός· και εκείνος λοιπόν που θα κάμη πρώτος εκλογήν ας προσέξη, και ο τελευταίος ας μην απελπίζεται». Και αφού είπεν αυτά, εκείνος εις τον οποίον έλαχεν ο πρώτος κλήρος, ευθύς ώρμησε και χωρίς να υπολογίση επαρκώς τα πάντα, εξέλεξε την μεγαλυτέραν τυραννίδα, παρασυρθείς υπό της αφροσύνης και της απληστίας· αφού όμως έλαβε καιρόν να σκεφθή και είδεν ότι το πεπρωμένον του ήτο να φάγη τα ίδιά του τέκνα και να διαπράξη και άλλα φρικτά κακουργήματα, ήρχισε να κόπτεται και να οδύρεται διά την εκλογήν του και, λησμονών όσα του προείπεν ο προφήτης, να αιτιάται την τύχην, τους θεούς και τους δαίμονας και πάντα άλλον μάλλον παρά τον εαυτόν του. Και μολαταύτα αυτός ήτο από εκείνους που ήλθαν από τον ουρανόν και είχε ζήση την προτέραν του ζωήν εις πολιτείαν συντεταγμένην καλώς, ήτο δε όχι αμέτοχος αρετής, την οποίαν όμως ώφειλε μάλλον εις συνήθειαν παρά εις την φιλοσοφίαν· πρέπει δε άλλως τε να ρηθή, ότι και πολλαί άλλαι από τας ψυχάς, που επέστρεφαν από τον δρόμον του ουρανού, ηπατώντο επίσης εις την εκλογήν των, διότι δεν είχαν την πείραν των κακών του βίου· ενώ απεναντίας όσοι επέστρεφαν από τον υπόγειον δρόμον, επειδή και οι ίδιοι είχον υποφέρη πολλά και άλλους είχον ιδή να υποφέρουν, δεν προέβαινον απερίσκεπτα εις την εκλογήν των· δι' αυτόν δε τον λόγον και ανεξαρτήτως της τύχης του κλήρου, συνέβαινεν ώστε εις το πλείστον των ψυχών να επέρχεται μεταβολή του βίου των, από καλού εις κακόν και τανάπαλιν· διότι, εάν ένας, κάθε φορά που θα έφθανεν εις αυτόν τον κόσμον, ήθελεν αφοσιώνεται εις την υγιά φιλοσοφίαν, αρκεί μόνον να μην ήρχετο μεταξύ των τελευταίων εις την σειράν της εκλογής, μεγάλη υπάρχει πιθανότης, εκ των διηγήσεων του Ηρός του Αρμενίου, όχι μόνον ενταύθα να ζήση ευτυχής, αλλά και κατά την εντεύθεν προς τα εκεί πορείαν του και κατά την επιστροφήν του εκείθεν να πάρη τον ομαλόν δρόμον του ουρανού και όχι τον υπόγειον και τραχύν.
Ήξιζε λοιπόν, καθώς διηγείτο, να ίδη κανείς το θέαμα εκείνο, πώς εκάστη ψυχή εξέλεγε τον βίον της· το περίεργον του πράγματος σου επροξένει και οίκτον και γέλωτα· διότι έκαμνον την εκλογήν οδηγούμενοι ως επί το πλείστον από τας συνηθείας του προγενεστέρου βίου· είδεν έξαφνα μίαν ψυχήν, η οποία ήτο άλλοτε του Ορφέως, να εκλέξη τον βίον του κύκνου από μίσος των γυναικών, διότι ευρών άλλοτε τον θάνατον υπ' αυτών, δεν ήθελε να οφείλη την γέννησίν του εις γυναίκα· του δε Θαμύρου την ψυχήν να εκλέγη τον βίον της αηδόνος· ένα κύκνον πάλιν να ανταλλάσση τον ιδικόν του με ανθρώπινον βίον, καθώς και άλλα ωδικά πτηνά· μία δε ψυχή, η οποία έλαχε τον εικοστόν κλήρον, εξέλεξε βίον λέοντος· και αυτή ήτο του Αίαντος του Τελαμωνίου, ήτις ενθυμουμένη την κρίσιν των όπλων απέστεργε να γίνη πάλιν άνθρωπος· η κατόπιν ήτο του Αγαμέμνονος· και αυτή δε από έχθραν του ανθρωπίνου γένους, δι' όσα είχε πάθη, επροτίμησε βίον αετού· η δε ψυχή της Αταλάντης, η οποία είχε λάβη έναν από τους μέσους κλήρους, αναλογιζομένη τας μεγάλας τιμάς των αθλητών, δεν ηδυνήθη να αντιστή εις την επιθυμίαν να εκλέξη και αυτή τοιούτον βίον· και μετ' αυτήν είδε την ψυχήν του Επειού του υιού του Πανοπέως να προτιμά φύσιν γυναικός επιτηδείας εις τα έργα της χειρός· μακράν δε, μεταξύ των τελευταίων, του γελωτοποιού Θερσίτου ενδυομένην το σχήμα πιθήκου· κατά τύχην δε και η ψυχή του Οδυσσέως, εις την οποίαν έλαχεν ο έσχατος κλήρος, προσήλθε και αυτή να εκλέξη· ενθυμουμένη δε τας παρελθούσας δυστυχίας και απηυδισμένη πλέον από την φιλοδοξίαν, ανεζήτει επί μακρόν και μόλις και μετά βίας, ανεκάλυψε τέλος κάπου τον ήσυχον βίον απλού ιδιώτου, τον οποίον είχον παρατρέξη όλαι αι άλλαι ψυχαί, και μόλις τον είδεν ανέκραξεν, ότι και αν επρόκειτο να εκλέξη πρώτη, μετά της αυτής ευχαριστήσεως θα έκαμνε την ιδίαν εκλογήν· και εκ των άλλων δε ζώων επίσης πολλά μετέβαλλον το βίον των προς τον ανθρώπινον και μεταξύ των, τα μεν άδικα εις τα άγρια τα δε δίκαια εις τα ήμερα, ούτως ώστε να γίνωνται παντοειδείς αναμίξεις.
Αφού δε πάσαι αι ψυχαί εξέλεξαν τους βίους των, κατά την σειράν που υπέδειξεν ο κλήρος των, ακολούθως προσήλθον κατά την αυτήν τάξιν εμπρός εις την Λάχεσιν, η οποία έδωσεν εις έκαστον τον δαίμονα που εξέλεξε, διά να του χρησιμεύη ως φύλαξ κατά την νέαν του ζωήν και να τον βοηθή να εκπληρώση τον προορισμόν της εκλογής του. Αυτός δε κατά πρώτον ωδήγει την ψυχήν προς την Κλωθώ, ίνα, διά της χειρός της και μιας περιστροφής του ατράκτου, επικυρώση την μοίραν που εξέλεξε· μετά ταύτα δε την έφερεν εις την Άτροπον η οποία έγνεθε το νήμα και έκαμνε τοιουτοτρόπως ανέκκλητα όσα επέκλωσεν η Κλωθώ. Και εκείθεν, χωρίς πλέον να είναι επιτετραμμένον να στρέψουν οπίσω, επήγαιναν και επερνούσαν κάτω από τον θρόνον της Ανάγκης· αφού δε επερνούσαν και όλοι οι άλλοι, επορεύοντο εις το πεδίον της λήθης, όπου επεκράτει φοβερός και πνιγηρότατος καύσων, διότι δεν υπήρχεν ούτε δένδρον ούτε τίποτε απ' όσα φύονται εις την γην. Όταν έφθανε τέλος η εσπέρα κατεσκήνουν παρά τας όχθας του Αμέλητος ποταμού, του οποίου το ύδωρ κανέν αγγείον δεν ημπορεί να κρατήση· εκάστη ψυχή ήτο υποχρεωμένη να πίη ένα ωρισμένον μέτρον από αυτό το ύδωρ, μερικοί όμως δεν είχον αρκετήν φρόνησιν να κρατηθούν διά να μη πίουν περισσότερον· και τότε έχανον εξ ολοκλήρου πάσαν των προηγουμένων ανάμνησιν· κατόπιν παρεδόθησαν εις τον ύπνον και κατά τα μεσάνυκτα ηκούσθη φοβερά βροντή συνοδευομένη υπό σεισμού· και τότε εξαφνικά εξεσφενδονίσθησαν, ως διάττοντες αστέρες, άλλος εδώ, άλλος εκεί, εις τους διαφόρους τόπους, όπου έμελλε να αρχίση η νέα των ζωή. Εις τον Αρμένιον, καθώς έλεγεν ο ίδιος, απηγορεύθη να πίη από το ύδωρ· από πού όμως και πώς επανήλθεν η ψυχή εις το σώμα του, δεν ήξευρε ούτε αυτός, αλλ' έξαφνα ήνοιξε τους οφθαλμούς του την αυγήν και είδεν ότι ευρίσκετο εξηπλωμένος επί της πυράς.
Και τοιουτοτρόπως, αγαπητέ μου Γλαύκων, εσώθη μέχρις ημών ο μύθος ούτος και δεν εχάθη, ημπορεί δε και ημάς να σώση, αν δώσωμεν πίστιν εις αυτόν και διέλθωμεν αισίως τον ποταμόν της λήθης διαφυλάττοντας την ψυχήν μας καθαράν από παντός ρύπου. Εάν λοιπόν θέλης να με πιστεύσης, παραδεχόμενοι ότι η ψυχή είναι αθάνατος και εκ φύσεως δεκτική όλων των κακών και όλων των αγαθών συγχρόνως, δεν θα παρεκκλίνωμεν ποτέ από την προς τα άνω άγουσαν οδόν, και με όλας τας δυνάμεις μας θα εξασκώμεν την δικαιοσύνην μετά φρονήσεως· τοιουτοτρόπως και με τον εαυτόν μας θα είμεθα πάντοτε φίλοι και με τους θεούς, και αφού αποκομίσωμεν επί της γης τα άθλα της αρετής, όμοιοι με τους νικηφόρους αθλητάς, τους οποίους εν θριάμβω περιάγουν, θα είμεθα ευτυχείς και ενταύθα και κατά την διάρκειαν της χιλιετούς πορείας, την οποίαν ανεφέραμεν.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ.
*
**
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πολιτεία. Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη.
Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
1) Πρόκειται εδώ περί του πολυθρυλήτου Πλατωνικού αριθμού, περί του οποίου εγράφησαν και παρά των αρχαίων και των νεωτέρων. Τα υπομνήματα τον Πρόκλου Π,36 κ. ε. έκδ. Kroll δεν συνετέλεσαν και πολύ εις την ακριβή εξήγησιν του σχετικού χωρίου, του οποίου την μετάφρασιν και ημείς ούτε καν επεχειρήσαμεν. — Ας προσέξη εδώ ακόμη ο αναγνώστης εις κάποιαν αναλογίαν, μακρυνήν βέβαια, που υπάρχει μεταξύ της πλατωνικής θεωρίας των «περιτροπών» και της αιωνίας επαναφοράς του Νίτσε.↩
2) Ο στίχος του Αισχύλου είναι: λέγε άλλον τώρα σ' άλλες κληρωμένο πύλες. Επτ. Θήβ. σελ. 24 ημετέρας μεταφράσεως εκδ. Φέξη.↩
3) Ο αριθμητικός ούτος υπολογισμός του πυθαγορίζοντος Πλάτωνος αναχωρεί εκ της υποθέσεως, ότι η ευτυχία του ηθικώς ανωτέρου ανθρώπου — του βασιλέως φιλοσόφου — έχει προς την ευτυχίαν του ανθρώπου του κειμένου δύο βαθμούς κατωτέρω — δηλ. του ολιγαρχικού — ως η του ολιγαρχικού προς την του τυράννου, ήτις ευρίσκεται επίσης δύο βαθμούς κατωτέρω. Η τελευταία αύτη αξία, επειδή πρόκειται περί απλής σκιάς (ειδώλου) εστερημένης πάσης στερεότητας, παρίσταται διά του αριθμού της επιφανείας, όστις είναι το 9, 3 >< 3 και ούτω έχομεν την αναλογίαν 9: 81 = 81: 729. Εκ τούτου εξάγεται ότι εις τους πέντε βαθμους της αρετής και ευτυχίας αντιστοιχούν αι πέντε πρώται δυνάμεις του 3 (3, 9, 27, 81, 243, 729). Μεθ' όλον το αυθαίρετον και το κάπως παράξενον των διαβεβαιώσεων τούτων, οφείλομεν να μη παρίδωμεν την βαθύτητα της βλέψεως, ήτις επέτρεψεν εις τον φιλόσοφον να προαισθανθή την ύπαρξιν νόμων εν τω συνόλω του φυσικού κόσμου, όπως και του ψυχικού, τον οποίον έχει δίκαιον να μη χωρίζη απ' εκείνου». (T. Comperz.)↩
End of the Project Gutenberg EBook of Republic Volume 4 (of 4), by Plato
*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC VOLUME 4 (OF 4) ***
***** This file should be named 39530-h.htm or 39530-h.zip *****
This and all associated files of various formats will be found in:
http://www.gutenberg.org/3/9/5/3/39530/
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason
Konstantinides. Thanks to George Canonis for his major
work in proofreading.
Updated editions will replace the previous one--the old editions
will be renamed.
Creating the works from public domain print editions means that no
one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
(and you!) can copy and distribute it in the United States without
permission and without paying copyright royalties. Special rules,
set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
such as creation of derivative works, reports, performances and
research. They may be modified and printed and given away--you may do
practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
subject to the trademark license, especially commercial
redistribution.
*** START: FULL LICENSE ***
THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
distribution of electronic works, by using or distributing this work
(or any other work associated in any way with the phrase "Project
Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
Gutenberg-tm License available with this file or online at
www.gutenberg.org/license.
Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
electronic works
1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
and accept all the terms of this license and intellectual property
(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
used on or associated in any way with an electronic work by people who
agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
even without complying with the full terms of this agreement. See
paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
works. See paragraph 1.E below.
1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
collection are in the public domain in the United States. If an
individual work is in the public domain in the United States and you are
located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
are removed. Of course, we hope that you will support the Project
Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
keeping this work in the same format with its attached full Project
Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
a constant state of change. If you are outside the United States, check
the laws of your country in addition to the terms of this agreement
before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
creating derivative works based on this work or any other Project
Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
the copyright status of any work in any country outside the United
States.
1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
copied or distributed:
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
with this eBook or online at www.gutenberg.org
1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
and distributed to anyone in the United States without paying any fees
or charges. If you are redistributing or providing access to a work
with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
1.E.9.
1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
with the permission of the copyright holder, your use and distribution
must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
License terms from this work, or any files containing a part of this
work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
electronic work, or any part of this electronic work, without
prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
active links or immediate access to the full terms of the Project
Gutenberg-tm License.
1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
License as specified in paragraph 1.E.1.
1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
that
- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
has agreed to donate royalties under this paragraph to the
Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
must be paid within 60 days following each date on which you
prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
address specified in Section 4, "Information about donations to
the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
License. You must require such a user to return or
destroy all copies of the works possessed in a physical medium
and discontinue all use of and all access to other copies of
Project Gutenberg-tm works.
- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
electronic work is discovered and reported to you within 90 days
of receipt of the work.
- You comply with all other terms of this agreement for free
distribution of Project Gutenberg-tm works.
1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
electronic work or group of works on different terms than are set
forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
Foundation as set forth in Section 3 below.
1.F.
1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
works, and the medium on which they may be stored, may contain
"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
your equipment.
1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
liability to you for damages, costs and expenses, including legal
fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
DAMAGE.
1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
written explanation to the person you received the work from. If you
received the work on a physical medium, you must return the medium with
your written explanation. The person or entity that provided you with
the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
refund. If you received the work electronically, the person or entity
providing it to you may choose to give you a second opportunity to
receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
is also defective, you may demand a refund in writing without further
opportunities to fix the problem.
1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
with this agreement, and any volunteers associated with the production,
promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
that arise directly or indirectly from any of the following which you do
or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
electronic works in formats readable by the widest variety of computers
including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
people in all walks of life.
Volunteers and financial support to provide volunteers with the
assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
and the Foundation information page at www.gutenberg.org
Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
Foundation
The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
throughout numerous locations. Its business office is located at 809
North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
contact links and up to date contact information can be found at the
Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
For additional contact information:
Dr. Gregory B. Newby
Chief Executive and Director
gbnewby@pglaf.org
Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation
Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
spread public support and donations to carry out its mission of
increasing the number of public domain and licensed works that can be
freely distributed in machine readable form accessible by the widest
array of equipment including outdated equipment. Many small donations
($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
status with the IRS.
The Foundation is committed to complying with the laws regulating
charities and charitable donations in all 50 states of the United
States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
with these requirements. We do not solicit donations in locations
where we have not received written confirmation of compliance. To
SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
particular state visit www.gutenberg.org/donate
While we cannot and do not solicit contributions from states where we
have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
against accepting unsolicited donations from donors in such states who
approach us with offers to donate.
International donations are gratefully accepted, but we cannot make
any statements concerning tax treatment of donations received from
outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
ways including checks, online payments and credit card donations.
To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
works.
Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
concept of a library of electronic works that could be freely shared
with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
www.gutenberg.org
This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to