Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Δ

ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν δε από τας κακοποιήσεις ας λεχθή γενικώς είς νόμος περί όλων των βιαιοτήτων, ο εξής: Κανείς να μη μετατοπίζη ξένον πράγμα, ούτε να μεταχειρίζεται πράγματα του πλησίον του, εάν δεν λάβη την άδειαν του κατόχου των. Διότι ωρισμένως από αυτά προέρχονται και θα προέρχωνται όλα τα κακά που είπαμεν. Από όλα δε τα άλλα πάλιν τα μεγαλίτερα είναι αι ακολασίαι και αι ύβρεις των νέων. Ακόμη δε μεγαλίτερα είναι, όταν γίνωνται εις τα προσκυνήματα, και όλως διόλου υπερβολικά, όταν γίνωνται εις τα δημόσια και τα άγια ή επιτοπίως εις τα μέρη όπου μετέχουν οι φυλέται ή άλλοι παρόμοιοι. Όταν δε γίνωνται εις τα ιδιωτικά προσκυνήματα και τους τάφους, είναι δεύτερα και μικρότερα, εις δε τους γονείς τρίτα, όταν έξω από τας αναφερθείσας προηγουμένως περιπτώσεις τους υβρίζη, κανείς. Τέταρτον δε είδος αυθαδείας είναι, όταν περιφρονή κανείς, τους άρχοντας και μετατοπίζη ή μεταχειρίζεται κανέν πράγμα, ιδικόν των χωρίς την άδειάν των. Πέμπτον δε η αυθάδεια προς πάντα πολίτην, η οποία ζητεί τιμωρίαν. Εις όλα λοιπόν αυτά πρέπει να ορίσωμεν ένα κοινόν νόμον.

Και βεβαίως ως προς την ιεροσυλίαν είτε γίνη βιαίως είτε κρυφίως, είπαμεν γενικώς τι πρέπει να πάσχη ο δράστης. Δι' όσας δε ύβρεις εκτελεί κανείς με τους λόγους του ή με τα έργα του, πρέπει να ομιλήσωμεν, αφού προτάξωμεν την συμβουλήν. Είναι δε η εξής:

Όταν κανείς πιστεύη συμφώνως με τον νόμον ότι υπάρχουν θεοί, δεν κάμνει ποτέ έργον ασεβές εκουσίως ούτε λέξιν προφέρει παράνομον, αλλά το κάμνει μόνον όταν πάσχη έν από τα τρία αυτά, ή αυτό που είπα, ότι δηλαδή δεν τους πιστεύει, ή το δεύτερον, δηλαδή ότι υπάρχουν, αλλά δεν σκοτίζονται διά τους ανθρώπους, ή το τρίτον ότι εξιλεώνονται ευκόλως παρασυρόμενοι με τας θυσίας και τας προσευχάς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι λοιπόν ημπορούμεν να κάμωμεν ή έστω και να ειπούμεν προς αυτούς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητέ μου, ας προσέξωμεν να ακούσωμεν πρώτον από αυτούς όσα προμαντεύω ότι θα ειπούν εμπαικτικώς περιφρονούντες ημάς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πιθανόν να ειπούν εμπαικτικώς τα εξής: Καλέ μου ξένε Αθηναίε και Λακεδαιμόνιε και Κνώσιε, λέγετε την αλήθειαν. Δηλαδή από ημάς άλλοι μεν δεν πιστεύομεν διόλου τους θεούς, άλλοι δε τους παραδεχόμεθα καθώς τους λέγετε σεις. Καθώς επομένως σεις οι ίδιοι εκρίνατε καλόν να πράξητε διά τους νόμους, πριν να μας απειλήσητε σκληρώς, ζητούμεν πρώτον να προσπαθήσετε να μας διαφωτίσετε ότι υπάρχουν θεοί, με πειστικάς αποδείξεις, και ότι είναι καλλίτεροι παρά τοιούτοι, ώστε να παρασύρωνται έξω από το δίκαιον τερπόμενοι από τα δώρα. Διότι έως τόρα αυτά ακούομεν και άλλα παρόμοια από τους θεωρουμένους ως καλλιτέρους ποιητάς και ρήτορας και μάντεις και ιερείς και άλλους αναριθμήτους, και δεν βλέπομεν να μη κάμνωμεν αδικήματα, αλλά αφού τα κάμωμεν προσπαθούμεν να τα σκεπάσωμεν. Τόρα λοιπόν από σας που λέγετε ότι είσθε νομοθέται όχι άγριοι αλλά ήμεροι ζητούμεν να μας φέρετε πειστικάς αποδείξεις, και αν δεν ειπήτε πολύ καλλίτερα πράγματα από τους άλλους περί των θεών, τουλάχιστον όμως να ειπήτε καλλίτερα ως προς την αλήθειαν. Και πολύ πιθανόν να σας πιστεύσωμεν. Λοιπόν προσπαθήσατε, αν είναι ορθοί οι λόγοι μας, να μας ειπήτε αυτά που σας παρακαλούμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν, καλέ Ξένε, δεν σου φαίνεται ότι είναι εύκολον να τους ειπούμεν, καθώς είναι αληθές, ότι υπάρχουν θεοί;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πώς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πρώτον μεν θεοί είναι η γη και ο ήλιος και όλα ανεξαιρέτως τα άστρα και αι ώραι του έτους, αι οποίαι έχουν τόσον καλήν διάταξιν, χωριζόμεναι εις έτη και μήνας. Και ότι αυτά όλοι οι Έλληνες και οι βάρβαροι τα θεωρούν ως θεούς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ, αξιομακάριστε φίλε, φοβούμαι τους μοχθηρούς, δηλαδή δεν θέλω να ειπώ ότι εντρέπομαι μήπως μας περιφρονήσουν. Διότι σεις δεν γνωρίζετε την αιτίαν της αλλοδοξίας των, αλλά νομίζετε ότι μόνον από ακράτειαν διά τας ηδονάς και τας επιθυμίας ρέπουν αι ψυχαί των εις τον ασεβή βίον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και τι άλλο λοιπόν ακόμη αίτιον υπάρχει, καλέ Ξένε;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Σχεδόν εκείνο το οποίον δεν είναι δυνατόν να γνωρίζετε σεις, που ζήτε έξω από αυτά, αλλά σας διαφεύγει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς τόρα πάλιν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κάποιαν αμάθειαν πολύ κακήν, η οποία νομίζει ότι είναι μεγάλη νοημοσύνη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Υπάρχουν λόγοι γραμμένοι μέσα εις διάφορα συγγράμματα, οι οποίοι, καθώς εγώ εννοώ, δεν λείπουν εδώ ως εκ της τελειότητος του πολιτεύματός σας, άλλοι μεν με διάφορα μέτρα, άλλοι δε χωρίς μέτρα και λέγουν οι αρχαιότεροι από αυτούς, ότι πρώτος έλαβε ύπαρξιν ο ουρανός και τα άλλα. Αφού δε προχωρήσουν ολίγον από αυτήν την πρώτην ύπαρξιν, μας διηγούνται την θεογονίαν, δηλαδή πώς εγεννήθησαν οι θεοί και πώς εφέρθησαν μεταξύ των. Τα οποία αν είναι καλά ή όχι διά τους ακούοντας ως προς τα άλλα δεν είναι εύκολον να τα κατηγορήση κανείς, αφού είναι αρχαία, ως προς τας περιποιήσεις όμως και τιμάς των γονέων δεν ημπορώ εγώ να τα επαινέσω και να ειπώ ότι είναι ωφέλιμα ούτε εντελώς ότι είναι αληθή. Και λοιπόν τα μεν έργα των αρχαίων ας τα αφήσωμεν και, όπως θέλει ο θεός, ας λέγωνται. Ημείς δε ας ρίψωμεν το βάρος εις τα έργα των νέων σοφών ότι είναι αίτια των κακών. Και λοιπόν το εξής κατορθώνουν οι λόγοι των τοιούτων. Δηλαδή, όταν εγώ και συ φέρωμεν αποδείξεις ότι υπάρχουν θεοί αναφέροντες αυτά τα ίδια, δηλαδή, τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα και την γην ότι είναι θεοί και θεϊκά όντα, αυτοί παρασυρόμενοι από αυτούς τους σοφούς θα μας ειπούν ότι αυτά είναι χώμα και λίθοι και δεν ημπορούν να φροντίσουν διά τα ανθρώπινα πράγματα. Αυτά δε λέγονται με πολύ ωραία και πειστικά επιχειρήματα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

   Πολύ καλόν λόγον μας είπες, καλέ Ξένε, και είθε να ήτο είς μόνον.
   Αλλά τόρα που είναι πάρα πολλοί, ίσως είναι πολύ χειρότερα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα λοιπόν; Ημείς τι λέγομεν; Τι πρέπει να κάμωμεν; Άραγε να απολογηθώμεν ωσάν να μας κατηγόρησε κανείς εμπρός εις ασεβείς ανθρώπους, και ως να δικαζώμεθα διά την νομοθεσίαν, και να λέγουν ότι είναι τρομερόν πράγμα να νομοθετούμεν δι' αυτούς ωσάν διά θεούς; Ή θα τους αφήσωμεν εις την διάθεσίν των και θα προχωρήσωμεν πάλιν εις τους νόμους, μήπως γίνη κάπως το προοίμιον εκτενέστερον από τους νόμους; Διότι ο λόγος εκτεινόμενος δεν θα γίνη σύντομος, εάν πρόκειται διά μερικούς που θέλουν να είναι ασεβείς άλλα μεν να αποδείξωμεν επαρκώς με επιχειρήματα, δηλαδή όσα έλεγαν ότι πρέπει να αναπτύξωμεν, δι' άλλα δε να τους εμπνεύσωμεν φόβον, δι' όσα δε είναι πρέπον να τους κάμωμεν να στενοχωρούνται, και τότε πλέον να νομοθετήσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλέ Ξένε, εις αυτό το ολίγον διάστημα πολλάκις επανελάβαμεν αυτό το ίδιον πράγμα, ότι δηλαδή δεν είναι διόλου ανάγκη προς το παρόν να προτιμώμεν περισσότερον την βραχυλογίαν παρά την μακρολογίαν. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, δεν μας κυνηγά κανείς. Επομένως είναι γελοίον και ουτιδανόν να φαινώμεθα ότι προτιμώμεν τα συντομώτερα από τα καλλίτερα. Δεν είναι δε μικρόν πράγμα να έχουν οπωσδήποτε κάποιαν πειστικότητα οι λόγοι μας περί του ότι οι θεοί υπάρχουν και είναι αγαθοί και τιμούν υπερβολικά την δικαιοσύνην των ανθρώπων. Διότι αυτό σχεδόν είναι το ωραιότερον και καλλίτερον προοίμιον δι' όλους τους νόμους (!). Λοιπόν χωρίς να στενοχωρηθώμεν ούτε να βιασθώμεν, αν έχωμεν καμμίαν δύναμιν να πείσωμεν με τοιαύτα επιχειρήματα, ας μη αποκάμωμεν να ομιλήσωμεν όσον το δυνατόν επαρκώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μου φαίνεται ωσάν παράκλησις ο λόγος σου, διότι με πολλήν προθυμίαν επιμένεις. Και δεν επιτρέπεται να χάνωμεν καιρόν πλέον, αλλά πρέπει να ομιλήσωμεν. Εμπρός λοιπόν, πώς ημπορεί κανείς να ομιλήση περί θεού χωρίς να οργισθή; Διότι βεβαίως είναι ανάγκη να εχθρεύηται κανείς και να μισή εκείνους, οι οποίοι έγιναν αιτία δι' αυτούς μας τους λόγους και γίνονται ακόμη και τόρα, διότι δεν πείθονται εις τους μύθους τους οποίους ήκουαν από μικρά παιδιά, όταν ακόμη ετρέφοντο με το γάλα από τας τροφούς και τας μητέρας των, οι οποίοι λέγονται με τα παιχνίδια και με τα σοβαρά και μαζί με τας προσευχάς και τας θυσίας και με ακούσματα και με θεαματικάς τελετάς, τας οποίας με πολλήν ευχαρίστησιν παρακολουθεί κανείς όταν είναι νέος, βλέπων τους γονείς του να φροντίζουν δι' αυτάς με μεγάλην προθυμίαν και ως να έχουν απόλυτον πεποίθησιν περί της υπάρξεως των θεών να λέγουν εις αυτούς τας προσευχάς των και τας παρακλήσεις των, και όταν ανατέλλη ο ήλιος και η σελήνη και όταν δύουν ακούοντες και βλέποντες γονυκλισίας και προσκυνισμούς όλων των Ελλήνων και των βαρβάρων όταν κυριεύωνται από διαφόρους συμφοράς, και όταν ευτυχούν όχι πιστεύοντες ότι δεν υπάρχουν, αλλά έχοντες απόλυτον πεποίθησιν ότι υπάρχουν και χωρίς καμμίαν υποψίαν μήπως δεν υπάρχουν οι θεοί. Λοιπόν όσοι όλα αυτά τα περιφρονούν χωρίς κανέν σπουδαίον επιχείρημα, καθώς ημπορούν να υποθέσουν, όσοι έχουν έστω και ολίγην νοημοσύνην, και μας αναγκάζουν τόρα να λέγωμεν αυτά που λέγομεν, πώς ημπορεί κανείς με μειλιχίους λόγους να τους συμβουλεύση και συγχρόνως να τους διδάξη περί θεών πρώτον ότι υπάρχουν; Και όμως πρέπει να το υπομένωμεν. Διότι δεν πρέπει, εάν εκείνοι έγιναν μανιώδεις από την ακολασίαν των ηδονών, να γίνωμεν και ημείς τοιούτοι από την έξαψίν μας.

Λοιπόν ας αποτείνωμεν το εξής προοίμιον χωρίς θυμόν εις τους έχοντας ούτω πως διεφθαρμένην την διάνοιάν των, και ας τους ειπούμεν μειλιχίως καταπνίγοντες τον θυμόν μας ως να συνδιαλεγώμεθα με κανένα από αυτούς: Παιδί μου, συ είσαι νέος. Όσον δε περνά ο καιρός θα σε κάμη να μεταβάλης πολλάς σημερινάς σου δοξασίας και να παραδέχεσαι τα αντίθετα. Περίμενε λοιπόν τότε να γίνης κριτής των σπουδαιοτέρων ζητημάτων. Το σπουδαιότερον δε από όλα είναι αυτό που συ δεν το θεωρείς τόρα τίποτε, δηλαδή, αφού σκεφθής ορθώς περί των θεών, να ζήσης καλά ή άσχημα. Και λοιπόν, εάν σου ειπώ δι' αυτούς έν σπουδαίον επιχείρημα, ποτέ δεν θα νομισθώ ψεύτης, είναι δε το εξής. Δεν είσαι συ μόνος ούτε οι φίλοι σου, οι οποίοι εσχηματίσατε πρώτοι αυτήν την γνώμην περί των θεών, αλλά πάντοτε υπάρχουν πολλοί ή ολίγοι που έχουν αυτήν την ασθένειαν. Λοιπόν εγώ, ο οποίος εσχετίσθην πολλούς τοιούτους, σου λέγω το εξής. Ότι κανείς, αφού εσχημάτισε αυτήν την γνώμην νέος περί των θεών, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν, δεν έμεινε διαρκώς μέχρι γεροντικής ηλικίας εις αυτήν την αντίληψιν. Τα άλλα όμως δύο παθήματα ως προς τους θεούς, αν δεν έμειναν διαρκώς εις πολλούς, έμειναν όμως εις μερικούς, ότι δηλαδή υπάρχουν μεν οι θεοί, αλλά δεν φροντίζουν διόλου διά τα ανθρώπινα πράγματα, και έπειτα ότι φροντίζουν μεν, αλλά ευκόλως εξιλεώνονται με θυσίας και προσευχάς. Και λοιπόν, αν θέλης να με ακούσης, πρέπει να περιμένης την καθαράν σου αντίληψιν περί αυτών όσον είναι δυνατόν, και να αναθεωρής τας σκέψεις σου αν συμβαίνει ούτως ή άλλως, ερωτών και τους άλλους και προ πάντων τον νομοθέτην. Εις αυτό λοιπόν το διάστημα μη τολμήσης να κάμης καμμίαν ασέβειαν προς τους θεούς. Διότι πρέπει να προσπαθήση ο παρών νομοθέτης σου και τόρα και άλλοτε να σε διαφωτίση περί αυτών των ζητημάτων πώς είναι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ λαμπρά, Ξένε μου, ελέχθησαν έως εδώ.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαιότατα, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία. Αλλά χωρίς να το αντιληφθώμεν επεριπλέχθημεν εις περιεργότατον ζήτημα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το ζήτημα το οποίον θεωρούν οι περισσότεροι ως το σοφώτερον από όλα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εξηγήσου καθαρώτερα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λέγουν μερικοί, ως γνωστόν, ότι όλα τα παρόντα και παρελθόντα και μέλλοντα πράγματα υπάρχουν άλλα μεν εκ φύσεως, άλλα δε εκ τύχης και άλλα με τέχνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και δεν λέγουν καλά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως είναι λογικόν να ομιλούν ορθά, αφού είναι σοφοί άνδρες. Αλλά ημείς άκολουθούντες αυτούς ας ιδούμεν τι εξάγουν από αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ωρισμένως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φαίνεται, λέγουν, ότι τα μεν σπουδαιότερα και ωραιότερα πράγματα τα εκτελεί η φύσις και η τύχη, τα δε μικρότερα η τέχνη, η οποία μάλιστα λαμβάνει από την φύσιν την δημιουργίαν των σπουδαίων και πρώτων και πλάττει και κατασκευάζει όλα τα μικρότερα, τα οποία ακριβώς όλοι τα ονομάζομεν τεχνικά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού πώς θα σου το ειπώ καθαρώτερα. Το πυρ και το ύδωρ και η γη και ο αήρ λέγουν ότι όλα υπάρχουν εκ φύσεως και εκ τύχης, κανέν δε από αυτά δεν έγινε με τέχνην. Επίσης δε και τα κατόπιν σώματα, καθώς εννοούν την γην και τον ήλιον και την σελήνην και τα άστρα, με αυτά τα στοιχεία κατεσκευάσθησαν, τα οποία είναι εντελώς άψυχα. Ενώ δε μεταφέρονται εκ τύχης συμφώνως με την ιδιότητά των έκαστον, και με αυτόν τον τρόπον συνέπεσε να προσαρμοσθούν κάπως τα συγγενή, δηλαδή τα θερμά με τα ψυχρά ή τα ξηρά με τα υγρά και τα μαλακά με τα σκληρά και όλα όσα κατά τύχην εξ ανάγκης ανεμίχθησαν με τα αντίθετά των, κατ' αυτόν τον τρόπον εσχηματίσθη ολόκληρος ο ουρανός και όλα τα ουράνια σώματα, και πάλιν όλα τα ζώα και τα φυτά, αφού έγιναν από αυτά αι ώραι όχι από νουν, λέγουν αυτοί, ούτε από κανένα θεόν ούτε με τέχνην, αλλά, καθώς είπαμεν, από την φύσιν και την τύχην. Η δε τέχνη, η οποία ήλθε κατόπιν από αυτά, και είναι θνητή γεννηθείσα από θνητούς, εδημιούργησε κατόπιν μερικάς παιγνιώδεις μιμήσεις όχι πολύ σχετικάς με την αλήθειαν, αλλά είδωλα κάπως συγγενή των πραγμάτων, καθώς παράγει η ζωγραφική και η μουσική και όσαι άλλαι τέχναι ανταγωνίζονται με αυτάς. Και αν υπάρχουν τέχναι, αι οποίαι παράγουν κάτι σπουδαίον, αυταί είναι όσαι συνήνωσαν με την φύσιν την δύναμίν των, καθώς λόγου χάριν η ιατρική και η γεωργική και η γυμναστική, και μάλιστα λέγουν και διά την πολιτικήν ότι πολύ ολίγον μέρος της μετέχει της φύσεως, το περισσότερον όμως ανήκει εις την τέχνην. Επομένως και όλη η νομοθεσία δεν ανήκει εις την φύσιν, αλλά εις την τέχνην. Διά τούτο τα θεσπίσματά της δεν είναι, αληθινά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αξιομακάριστε φίλε, αυτοί πρώτα λέγουν ότι οι θεοί υπάρχουν με τέχνην, και όχι εκ φύσεως, αλλά με κάποιους νόμους και μάλιστα διαφορετικούς εις τα διάφορα μέρη, όπως έκαστον μέρος ώρισε εις την νομοθεσίαν του και λοιπόν, και τα καλά εκ φύσεως μεν είναι άλλα, διά νόμων δε άλλα. Τα δε δίκαια, ούτε υπάρχουν καν εκ φύσεως, αλλά όλοι τα διαφιλονικούν διαρκώς μεταξύ των και τα διαρρυθμίζουν. Όσα δε μεταβάλλουν και όταν τα μεταβάλλουν, τότε έχουν κύρος, ενώ γίνονται με τέχνην και με νόμους, όχι δε με καμμίαν φύσιν. Όλα αυτά τα διδάγματα, φίλοι μου, είναι λόγοι ανδρών σοφών ιδιωτών και ποιητών προς νέους ανθρώπους, και λέγουν ότι το μόνον δίκαιον είναι όπου υπερισχύει κανείς διά της βίας. Από αυτό δε προέρχονται ασέβειαι εις τους νέους με την ιδέαν ότι δεν υπάρχουν θεοί τοιούτοι, καθώς μας επιβάλλει ο νόμος, να τους φανταζώμεθα, και οι φατριασμοί δε από αυτά προέρχονται, διότι άλλοι τους σύρουν εις τον σύμφωνον με την φύσιν και ορθόν βίον, ο οποίος είναι το να είσαι πραγματικώς ανώτερος των άλλων και όχι να υποδουλωθής εις άλλον συμφώνως με τον νόμον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι φοβερόν λόγον μας είπες, καλέ Ξένε, και πόσην καταστροφήν των νέων και δημοσίως διά τας πόλεις και ατομικώς διά τας οικογενείας των!

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λέγεις βεβαίως την αλήθειαν, φίλε Κλεινία. Και λοιπόν τι πρέπει να κάμη ο νομοθέτης, αφού προ πολλού αυτά κατήντησαν εις τοιαύτην κατάστασιν; Ή πρέπει μόνος του να σηκωθή μέσα εις την πόλιν και να απειλή όλους τους ανθρώπους, εάν δεν παραδεχθούν ότι υπάρχουν θεοί, και δεν τους φαντασθούν τοιούτους οποίους τους παρουσιάζει ο νόμος; Και περί των καλών λοιπόν και των δικαίων και περί όλων των σπουδαίων και δι' όσα συντελούν εις την αρετήν και δι' όσα εις την κακίαν ο ίδιος λόγος άραγε υπάρχει, ότι δηλαδή πρέπει αυτά να τα παραδέχωνται καθώς ορίζει γραπτώς ο νομοθέτης· όσοι δε δεν υποτάσσουν τον εαυτόν των ευπειθώς εις τους νόμους, άλλοι μεν ότι πρέπει να αποθάνουν, άλλοι δε να τιμωρηθούν με μαστιγώσεις και δεσμά, και άλλοι με ατιμώσεις, και άλλοι με πτώχευσιν και εκπατρισμόν, και καμμίαν συμβουλήν να μη δίδη ο νομοθέτης εις τους ανθρώπους συγχρόνως με την νομοθεσίαν και να τους εξημερώνη όσον είναι δυνατόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου, καλέ Ξένε, αλλά, και αν υπάρχη μικρά ελπίς να ωφελήση η συμβουλή εις τα τοιαύτα, δεν πρέπει διόλου να αποκάμη ο νομοθέτης, και αν είναι μικράς αξίας, αλλά, καθώς λέγει η παροιμία, πρέπει να φωνάζη με όλην του την φωνήν και να βοηθήση τον παλαιόν νόμον, ότι δηλαδή υπάρχουν θεοί και είναι αληθινά όλα όσα τόρα είπες συ και μάλιστα και τον ίδιον τον νόμον και την τέχνην να βοηθήση λέγων ότι υπάρχουν και τα δύο ή εκ φύσεως ή από κάτι όχι κατώτερον από την φύσιν, εάν βεβαίως είναι έργα νου με ορθόν λόγον, τον οποίον και συ μου φαίνεται ότι θέλεις να ειπής και εγώ τόρα πλέον σε πιστεύω.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φιλοπρόοδε Κλεινία μου, και δεν είναι τάχα δύσκολον διά τα πλήθη να παρακολουθήσουν τοιούτους λόγους και με τόσον υπερβολικόν μήκος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πώς, καλέ Ξένε, αφού, όταν ωμιλούσαμεν τόσον διεξοδικώς περί της μέθης και της μουσικής μεταξύ μας, επεριμέναμεν ο είς τον άλλον, τόρα που θα ομιλήσωμεν περί των θεών και των σχετικών ζητημάτων δεν θα υπομείνωμεν; Εκτός δε τούτου και διά την φρόνιμον νομοθεσίαν αυτά είναι μεγάλη βοήθεια, διότι αι διαταγαί των νόμων, όταν γίνουν γραπταί, ωρισμένως γίνονται ακλόνητοι, διότι δίδουν έλεγχον εις πάσαν εποχήν. Επομένως δεν πρέπει να φοβηθώμεν, εάν εις την αρχήν μας φαίνωνται δυσνόητα, αφού και διά τον αμβλύνουν υπάρχει ευκολία να τα μελετά επανειλημμένως. Αφού δε είναι ωφέλιμα, νομίζω ότι δεν υπάρχει διόλου λόγος ούτε είναι ευσεβές να μη βοηθήση αυτούς τους λόγους πας ανήρ.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ λαμπρά μου φαίνεται, Ξένε μου, ότι ομιλεί, ο Κλεινίας.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαιότατα, φίλε Μέγιλλε, και πρέπει να κάμωμεν καθώς λέγει. Διότι, εάν οι τοιούτοι λόγοι δεν ήσαν διαδεδομένοι σχεδόν εις όλους τους ανθρώπους, δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη υπεραπολογίας της υπάρξεως των θεών. Τόρα όμως είναι ανάγκη. Όταν λοιπόν διαφθείρονται οι μεγαλίτεροι νόμοι από τους κακούς ανθρώπους, ποίος άλλος οφείλει να τους βοηθήση περισσότερον παρά ο νομοθέτης;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Κανείς άλλος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν λέγε μου και συ πάλιν, φίλε Κλεινία. Διότι πρέπει να συμπράττης εις την συζήτησιν. Δηλαδή φαίνεται, σχεδόν ότι όστις λέγει αυτά νομίζει ότι τα πρώτα από όλα τα πράγματα είναι το πυρ και το ύδωρ και η γη και ο αήρ, και ότι αυτά θεωρεί ως φύσιν, την δε ψυχήν ως παραχθείσαν αργότερα από αυτά. Και δεν είναι μόνον πιθανότης τούτο, αλλά φαίνεται ότι πραγματικώς αυτά μας λέγει με αυτούς τους λόγους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν δι' όνομα του Διός ευρήκαμεν σχεδόν την πραγματικήν πηγήν των ανοήτων δοξασιών των ανθρώπων, όσοι ανέκαθεν ανεμίχθησαν εις τα ζητήματα της φύσεως; Δηλαδή πρόσεχε εις έκαστον λόγον καλά. Διότι βεβαίως δεν είναι μικρά η διαφορά, εάν, όσοι θίγουν λόγους ασεβείς και γίνονται εισηγηταί και εις άλλους, αποδειχθούν ότι δεν μεταχειρίζονται ορθώς τα επιχειρήματα, αλλά λανθασμένως. Εγώ λοιπόν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει πραγματικώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά λέγεις. Αλλά προσπάθησε να μας εξηγήσης πώς το εννοείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φαίνεται λοιπόν ότι πρέπει να θίξωμεν λόγους όλως διόλου πρωτοφανείς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δεν πρέπει να διστάσωμεν, καλέ Ξένε. Εννοώ δηλαδή ότι έχεις σκοπόν να έβγης έξω από το θέμα της νομοθεσίας, εάν θίξωμεν τοιαύτας συζητήσεις. Εάν όμως δεν υπάρχη άλλος τρόπος από αυτόν να δικαιολογήσωμεν τους σήμερον συμφώνως με τον νόμον αναγνωριζομένους θεούς, τότε, αξιοθαύμαστε φίλε, λέγε και με αυτόν τον τρόπον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Θα ειπώ, καθώς φαίνεται, πλέον λόγον ασυνήθιστον, τον εξής. Εκείνο, το οποίον είναι η πρώτη αιτία της γενέσεως και της φθοράς όλων των πραγμάτων, δεν το έκριναν ως πρώτον, αλλά ως τελευταίον γέννημα οι λόγοι, οι οποίοι εκαλλιέργησαν την ψυχήν των ασεβών, εκείνο δε, το οποίον είναι τελευταίον, το έκριναν ως πρώτον, και διά τούτο επλανήθησαν περί της αληθούς υπάρξεως των θεών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δεν ενόησα ακόμη.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητέ μου, φαίνεται ότι όλοι σχεδόν δεν εννοούν τι πράγμα είναι η ψυχή και ποίαν δύναμιν έχει, και προ πάντων μεταξύ άλλων περί της γενέσεως αυτής, ότι δηλαδή είναι μεταξύ των πρώτων πραγμάτων, γεννηθείσα προηγουμένως από όλα τα σώματα, και ότι περισσότερον από κάθε άλλο κυριαρχεί εις την μεταβολήν αυτών και πάσαν εν γένει εξέλιξιν. Αφού δε τούτο είναι αληθές, δεν έπεται άραγε λογικώς ότι προηγουμένως έλαβαν ύπαρξιν τα συγγενή με την ψυχήν παρά τα συγγενή με το σώμα, και ότι αυτή είναι γεροντοτέρα από το σώμα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν η κρίσις και η μελέτη και ο νους και η τέχνη και ο νόμος θα είναι προγενέστερα από τα σκληρά και μαλακά και τα βαρέα και ελαφρά. Και το κυριώτερον, τα μεγάλα και τα πρώτα έργα και αι πράξεις θα είναι της τέχνης, αφού ανήκουν εις τα προγενέστερα, τα δε εκ φύσεως και η φύσις, την οποίαν ουχί ορθώς θεωρούν ως το ίδιον πράγμα, είναι μεταγενέστερα και κυριαρχούνται από την τέχνην και από τον νουν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δεν την θεωρούν ορθώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φύσιν εννοούν αυτοί την γένεσιν των πρώτων πραγμάτων. Εάν όμως αποδειχθή ότι πρώτον πράγμα είναι η ψυχή και όχι το πυρ ούτε ο αήρ, αλλά ότι η ψυχή έλαβε ύπαρξιν μεταξύ των πρώτων, σχεδόν ορθώς θα ειπούμεν ότι είναι ανωτέρα της φύσεως. Όλα αυτά θα είναι ορθά, εάν αποδείξη κανείς ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος, και όχι άλλως πως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα πλέον δεν ετοιμαζόμεθα δι' αυτόν τον δρόμον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας προσέχωμεν τελείως τον απατηλόν λόγον μήπως αυτός που είναι νεοπρεπής παρασύρη ημάς τους γέροντας και χωρίς να τον αντιληφθώμεν μας γελοιοποιήση, και φανώμεν ότι ζητούμεν τα μεγάλα και χάνομεν τα μικρά. Προσέχετε λοιπόν, ως να επρόκειτο να περάσωμεν ημείς οι τρεις ένα ορμητικόν ρεύμα ποταμού, και εγώ, επειδή είμαι ο νεώτερος από όλους και έμπειρος πολλών ρευμάτων, σας έλεγα ότι πρέπει να δοκιμάσω μόνος μου, αφού σας αφήσω εις μέρος ασφαλές, και να ιδώ αν ημπορήτε να τον περάσετε και σεις, που είσθε γεροντότεροι, ή ποία είναι η κατάστασίς του, και αν μεν τον θεωρήσω διαβατόν να σας προσκαλέσω και να σας συντροφεύσω εις το πέρασμα με την εμπειρίαν μου, εάν δε είναι αδιάβατος, σχετικώς με την ηλικίαν σας, εις εμέ να περιορισθή ο κίνδυνος, τότε άραγε δεν θα ωμιλούσα ορθώς; Το ίδιον λοιπόν και τόρα ο προκείμενος λόγος είναι κάπως ορμητικός και ίσως σχεδόν αδιάβατος σχετικώς με την δύναμίν σας. Λοιπόν διά να μη σας προξενήση τυχόν σκοτοδινίασιν και ζάλην, εάν παρεκτρέπεται και ερωτά σας τους ασυνηθίστους εις τας απαντήσεις, ή γεννήση ασχημίαν και ανυπόφορον δυσαρμονίαν, νομίζω ότι πρέπει εγώ να κάμω προς το παρόν το εξής, δηλαδή να ερωτώ πρώτον τον εαυτόν μου, και σεις μόνον να ακούετε από ασφαλισμένον μέρος, κατόπιν δε πάλιν εγώ να απαντώ, και όλον αυτόν τον λόγον να τον τελειώσω ούτω πως, έως ότου να λάβη τέλος η συζήτησις περί ψυχής και αποδειχθή ότι η ψυχή είναι προγενεστέρα από το σώμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μας φαίνεται, Ξένε μου, ότι ωμίλησες πολύ λαμπρά, και κάμε καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν λοιπόν είναι πρέπον κάποτε να επικαλεσθώμεν κανένα θεόν, τόρα ας το κάμωμεν. Δηλαδή ας τους επικαλεσθώμεν με όλην μας την προθυμίαν εις την απόδειξιν της υπάρξεώς των.

Ωσάν δε να κρατούμεθα από ασφαλές σχοινίον, ας προχωρήσωμεν εις το ζήτημά μας. Και τόρα εγώ, ο οποίος εξελέγχομαι ως προς αυτά με τας εξής ερωτήσεις, κρίνω ασφαλέστερον να αποκριθώ κατά τον εξής τρόπον. Όταν μου ειπή κανείς, καλέ μου, Ξένε, άραγε όλα τα πράγματα στέκονται και κανέν δεν κινείται; Ή όλως διόλου το αντίθετον από αυτό συμβαίνει; Ή μήπως άλλα μεν κινούνται, άλλα δε ακινητούν;

— Βεβαίως άλλα μεν κινούνται, θα ειπώ εγώ, και άλλα ακινητούν.

— Μήπως λοιπόν τάχα και τα ακινητούντα και τα κινούμενα δεν ευρίσκονται εις κάποιον τόπον;

— Πώς όχι;

— Και δεν κινούνται άλλα μεν εις τον ίδιον τόπον, άλλα δε εις περισσοτέρους;

— Ίσως θα εννοής τα λαμβάνοντα την ικανότητα να κινούνται πέριξ του ακινήτου κέντρου των, θα ειπούμεν, καθώς γίνεται η περιστροφή των κύκλων, οι οποίοι λέγομεν ότι ακινητούν.

— Μάλιστα.

— Αντιλαμβανόμεθα δε ότι εις αυτήν την περιστροφήν η τοιαύτη κίνησις σύρει μαζί της συγχρόνως και τον μεγαλίτερον και τον μικρότερον κύκλον και μοιράζεται αναλόγως των μικρών και μεγάλων τόξων και γίνεται αλλού μικροτέρα και αλλού μεγαλιτέρα. Δι' αυτό λοιπόν είναι η πηγή όλων των αξιοθαυμάστων φαινομένων, διότι συγχρόνως δίδει εις μικρούς και εις μεγάλους κύκλους βραδύτητας και ταχύτητας αναλογικάς, το οποίον θα ενόμιζε κανείς ότι είναι αδύνατον.

— Πολύ ορθά ομιλείς.

— Ως μετακινούμενα δε εις πολλούς τόπους μου φαίνεται ότι θεωρείς όσα κινούνται μεταβαίνοντα διαρκώς εις άλλον τόπον, και άλλοτε μεν βαδίζουν ολόγυρα εις έν κέντρον, άλλοτε δε εις πολλά, διότι κυλίονται. Έπειτα ότι, όταν έκαστον από αυτά προσκρούση εις κανέν σώμα ακινητούν διασχίζεται (2), άλλα δε ότι αντιθέτως, ενώ συναντώνται και κινούνται μαζί εις έν σημείον, συγχωνεύονται εις τα μεσαία και τα μεταξύ αυτών μέρη.

— Βεβαίως λέγω ότι αυτά συμβαίνουν, καθώς τα λέγεις.

— Και βεβαίως, όταν μεν συγχωνεύωνται, αυξάνουν, όταν δε χωρίζωνται, σμικρύνουν εφ' όσον η αποκατασταθείσα νέα κατάστασίς των διατηρείται, εάν όμως αυτή δεν διατηρηθή, τότε καταστρέφονται.

— Εις ποίον λοιπόν φαινόμενον επέρχεται η γένεσις των όντων;

— Προφανώς όταν, αυξήση το στοιχείον και φθάση εις την δευτέραν μετάβασιν, και από αυτήν εις την πλησιεστέραν, και όταν λάβη τρεις διαστάσεις και γίνη αισθητόν εις τα αισθανόμενα. Με αυτάς λοιπόν τας μεταβολάς και μετακινήσεις σχηματίζονται όλα τα όντα. Και, όταν μεν διατηρήται, είναι όντως ον, όταν όμως μεταβληθή εις άλλην κατάστασιν, εντελώς παραμορφώνεται. Λοιπόν άραγε δεν αριθμήσαμεν όλα τα είδη των κινήσεων εκτός δύο, καλοί μου φίλοι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαι είναι αυταί αι δύο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Σχεδόν, αγαπητέ μου, είναι εκείναι, χάριν των οποίων έγινε όλη αυτή η θεωρία.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε σαφέστερον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν επρόκειτο τάχα περί ψυχής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας δεχθώμεν ως μίαν κίνησιν εκείνην, η οποία ημπορεί να μετακινήση άλλα σώματα, τον εαυτόν της όμως δεν ημπορεί να κινήση, και άλλην μίαν από όλας εκείνην, η οποία, και τον εαυτόν της και άλλα σώματα εις τας συγκρούσεις ημπορεί να μετακινήση, και τους χωρισμούς και τας αυξήσεις και τας ελαττώσεις και τας γενέσεις και τας φθοράς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας δεχθώμεν βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα πάλιν δεν θα δεχθώμεν ως ενάτην εκείνην, η οποία μετακινεί άλλα σώματα, η ιδία όμως μετακινείται από άλλα, εκείνην δε, η οποία και τον εαυτόν της κινεί και άλλα σώματα μετακινεί και η οποία προσαρμόζεται εις όλα τα δημιουργήματα και όλα τα φαινόμενα και ονομάζεται πραγματική μεταβολή και κίνησις των όντων, δεν θα την ειπούμεν σχεδόν δεκάτην;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είμαι συμφωνότατος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν από αυτάς τας δέκα ακριβώς κινήσεις ποίαν θα θεωρήσωμεν ότι είναι ανδρειοτέρα από όλας και εξόχως δραστηριωτέρα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι ανάγκη να ειπούμεν ότι χιλιάδας φοράς είναι ανωτέρα η κινούσα τον ίδιον εαυτόν της, όλαι δε αι άλλαι ότι είναι κατώτεραι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ καλά ομιλείς. Αλλ' άραγε από όσα τόρα δεν είπαμεν καλά πρέπει να μετακινήσωμεν έν ή δύο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό που είπαμεν διά την δεκάτην δεν το είπαμεν σχεδόν ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτή είναι πρώτη ως προς την γένεσιν και αναλόγως και ως προς την ρωμαλεότητα, κατόπιν δε από αυτήν ως δεύτερον έχομεν αυτό, το οποίον προ ολίγου το είπαμεν παραλόγως ένατον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού πώς. Όταν έν πράγμα μεταβάλη άλλο και εκείνο πάλιν άλλο, άραγε από αυτά υπάρχει κανέν ως πρώτον μεταβάλλον; Αλλά πώς είναι δυνατόν, αφού κινείται από άλλο, να είναι το ίδιον το πρώτον μεταβάλλον; Βεβαίως είναι αδύνατον. Αλλά τότε, όταν το έν κινήση τον εαυτόν του και μεταβάλη άλλο, εκείνο δε πάλιν άλλο, και αν κατ' αυτόν τον τρόπον χιλιάδες των χιλιάδων μετακινήσεις συμβούν, τάχα όλων αυτών των κινήσεων άλλη είναι η αρχή παρά εκείνη, η οποία εκίνησε η ιδία τον εαυτόν της;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά το είπες και πρέπει να τα παραδεχθώμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη δε ας ειπούμεν μόνοι μας και ας απαντήσωμεν εις τον εαυτόν μας και το εξής. Εάν υπήρχε τρόπος να σταθούν όλα τα πράγματα συνηνωμένα, καθώς τολμούν να λέγουν οι περισσότεροι από αυτούς, ποία άραγε από τας λεχθείσας κινήσεις είναι επόμενον να γεννηθή εις αυτά; Βεβαίως η κινούσα τον εαυτόν της. Διότι δεν είναι δυνατόν ποτε αυτή να μετατοπισθή προηγουμένως από άλλο πράγμα, διότι δεν υπάρχει προηγουμένως καμμία μετατόπισις εις τα πράγματα. Επομένως αρχικήν από όλας τας κινήσεις και πρώτην, η οποία και εις τα ακινητούντα πράγματα γεννάται και εις τα κινούμενα υπάρχει, θα θεωρήσωμεν λογικώς αυτήν την ιδίαν, η οποία κινεί τον εαυτόν της και η οποία είναι η αρχεγονωτέρα και η ανωτέρα από όλας τας μεταβολάς, εκείνην δε, η οποία μεταβάλλεται από άλλο πράγμα και κινεί άλλα, θα την θεωρήσωμεν δευτέραν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αφού λοιπόν ευρισκόμεθα εις αυτό το σημείον του λόγου, ας απαντήσωμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν ιδούμεν αυτήν την κίνησιν να παρουσιασθή τυχόν εις το στοιχείον της γης ή του ύδατος ή του πυρός, ή όταν είναι χωριστόν έκαστον ή ανάμικτον, τι φαινόμενον θα ειπούμεν ότι συμβαίνει εις αυτό;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μη τυχόν με ερωτάς, αν θα ειπούμεν ότι έχει ζωήν αυτό, το οποίον κινεί μόνον του τον εαυτόν του;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως έχει ζωήν. Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα; Και όταν βλέπωμεν ψυχήν εις μερικά πράγματα, άραγε άλλο τίποτε πρέπει να παραδεχθώμεν ή επίσης ότι ζη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όχι άλλο, βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Στάσου λοιπόν δι' όνομα του Διός. Άραγε δεν θα θελήσης δι' έκαστον πράγμα τρία ζητήματα να σκεφθής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Έν μεν την ουσίαν του, δεύτερον δε τον ορισμόν της ουσίας του και τρίτον το όνομά του. Και μάλιστα ότι δύο ερωτήσεις επιδέχεται έκαστον ον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δύο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άλλοτε μεν έκαστος από ημάς ημπορεί να προβάλη το όνομα και να απαιτήση ως απάντησιν τον ορισμόν, άλλοτε δε πάλιν ημπορεί να προβάλη τον ορισμόν και να ερωτήση το όνομα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Άραγε μήπως τόρα πάλιν θέλομεν να ειπούμεν το εξής;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τι πράγμα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως η διαίρεσις εις δύο συμβαίνει και εις άλλα πράγματα και εις αριθμούς. Εις αυτούς λοιπόν τους αριθμούς τους διαιρουμένους διά του δύο όνομα μεν δίδομεν το άρτιον, ορισμόν δε τον αριθμόν τον διαιρούμενον εις δύο ίσα μέρη.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακριβώς αυτό εννοώ. Και λοιπόν τάχα δεν ορίζομεν το ίδιον πράγμα είτε μας ερωτήσουν τον ορισμόν και απαντήσωμεν με το όνομα, είτε μας ερωτήσουν το όνομα και απαντήσωμεν με τον ορισμόν, και ειπούμεν ως όνομα το άρτιον, ως ορισμόν δε τον εις δύο διαιρούμενον αριθμόν, το οποίον είναι έν και το αυτό;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν αυτό που ονομάζεται ψυχή ποίον ορισμόν έχει; έχομεν κανένα άλλον εκτός αυτού, τον οποίον είπαμεν προ ολίγου, δηλαδή ότι είναι εκείνη η κίνησις που ημπορεί να κινήση η ιδία τον εαυτόν της;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δηλαδή το να κινή τον εαυτόν της το εννοείς, ως ορισμόν εκείνης, την οποίαν κατά το όνομα όλοι ονομάζομεν ψυχήν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως αυτό λέγω. Και, αφού αυτό είναι αληθές, τάχα στενοχωρούμεθα ακόμη ως να μη απεδείχθη τελείως ότι η ψυχή είναι το ίδιον πράγμα με την πρώτην γένεσιν και κίνησιν των πραγμάτων και του παρόντος και του παρελθόντος και του μέλλοντος καθώς και με τα αντίθετα αυτών (φθοράν και στάσιν), αφού βεβαίως απεδείχθη ως η αιτία πάσης μεταβολής και κινήσεως εις όλα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όχι, αλλά τελειότατα απεδείχθη ότι η ψυχή είναι η αρχεγονωτέρα από όλα, αφού απεδείχθη ως η αρχή της κινήσεως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν η κίνησις, η οποία παράγεται από άλλο σώμα εις άλλο, και ποτέ δεν κάμνει κανέν πράγμα να κινή τον ίδιον εαυτόν του, δεν είναι δευτέρα ή πολλαπλασία οσουδήποτε αριθμού θελήση κανείς να την φαντασθή, η οποία, είναι πραγματικώς μεταβολή σώματος αψύχου;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν ορθώς θα είπαμεν και εγκύρως αληθέστατα και τελειότατα, ότι η μεν ψυχή εγεννήθη προηγουμένως από το σώμα μας, το δε σώμα δεύτερον και μεταγενέστερον και εξουσιάζεται συμφώνως με την φύσιν από την κυρίαρχον ψυχήν

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αληθέστατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ενθυμούμεθα όμως ότι εις τα προηγούμενα παρεδέχθημεν ότι, εάν αποδειχθή η ψυχή προγενεστέρα του σώματος τότε και τα ψυχικά θα είναι προγενέστερα των σωματικών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε δε οι χαρακτήρες και τα ήθη και αι βουλήσεις και οι συλλογισμοί και αι αληθείς κρίσεις και αι επιμέλειαι και αι αναμνήσεις είναι προγενέστεραι από το μήκος των σωμάτων και το πλάτος και το βάθος και την ρωμαλεότητα, αφού είναι προγενεστέρα και η ψυχή από το σώμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα πλέον λοιπόν είναι άραγε λογικόν να παραδεχθώμεν ότι και των αγαθών αιτία είναι η ψυχή, και των κακών και των καλών και των ασχημιών και των δικαίων και των αδίκων και όλων των αντιθέτων, αφού θα θεωρήσωμεν αυτήν ως αιτίαν όλων;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν η ψυχή, η οποία διοικεί και κατοικεί εις όλα τα εντελώς κινούμενα, δεν είναι λογικόν να ειπούμεν ότι διοικεί και τον ουρανόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μία ή περισσότεραι;

— Περισσότεραι — εγώ απαντώ εις την θέσιν σας. Αλλά ας μη δεχθώμεν ολιγώτερα από δύο είδη ψυχής, δηλαδή την ευεργετικήν και την ικανήν να εκτελέση τα αντίθετα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ωμίλησες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ καλά. Λοιπόν η ψυχή κινεί όλα όσα είναι εις τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν με τας κινήσεις της, αι οποίαι έχουν διάφορα ονόματα, καθώς βούλησις, σκέψις, επιμέλεια, προμελέτη, ορθή κρίσις, ψευδής κρίσις, χαρά, λύπη, θάρρος, φόβος, μίσος, στοργή, και με όλας τας κινήσεις, όσαι είναι, συγγενείς με αυτάς ή αρχιεργατικαί και παραλαμβάνουν τας δευτερογενείς κινήσεις των σωμάτων και οδηγούν τα πάντα εις την αύξησιν και την φθοράν και την διαχώρισιν και συγκόλλησιν και τας παρακαλουθούσας αυτάς θερμότητας, ψύξεις, ρευστοποιήσεις, ελαφρότητας, σκληρότητα και μαλακότητα, λευκότητα και μελανότητα, δριμύτητα και γλυκύτητα και όλα όσα μεταχειρίζεται η ψυχή, και εάν μεν προσλάβη νουν πάντοτε θείον και κινήται (θει) ορθώς, τότε χειραγωγεί ορθώς και με ευτυχίαν τα πάντα, όταν όμως συντροφεύση με ανοησίαν, τότε πάλιν κάμνει όλως διόλου τα αντίθετα από αυτά. Να δεχθώμεν ότι αυτά είναι ούτω πως, ή να αμφιβάλλωμεν ακόμη μήπως είναι αλλέως πως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι εκείνο το γένος της ψυχής κυριαρχεί του ουρανού και της γης και όλων των περιστροφών, το οποίον είναι φρόνιμον και φορτωμένον από αρετήν, ή εκείνο το οποίον δεν έχει τίποτε από αυτά; Θέλετε λοιπόν εις αυτά να απαντήσωμεν το εξής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν μεν, αξιοθαύμαστε φίλε, θα του ειπούμεν, ολοκλήρου του ουρανού η κίνησις και περιστροφή και όλων των ουρανίων σωμάτων έχη ομοίαν φύσιν με την κίνησιν του νου και με τους υπολογισμούς, και ομοίως μεταφέρεται, τότε είναι προφανές ότι πρέπει να δεχθώμεν ότι η καλλιτέρα ψυχή φροντίζει διά τον κόσμον όλον και αυτή τον οδηγεί εις αυτόν τον δρόμον της.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως μεταφέρεται εξωφρενικώς και ατάκτως, τότε θα ειπούμεν ότι την οδηγεί η κακή ψυχή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και αυτό είναι ορθόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ποία λοιπόν είναι η φύσις της κινήσεως του νου; Αυτό τόρα είναι δύσκολον ζήτημα, φίλοι μου, διά να δώσωμεν φρόνιμον απάντησιν.

Διά τούτο είναι δίκαιον και εγώ να λάβω μέρος εις την απάντησίν σας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, διά να απαντήσωμεν, ας μη βλέπωμεν καταντικρύ καθώς εις τον ήλιον, ο οποίος τότε μας φέρει την νύκτα μέσα εις το μεσημέρι, ως να ημπορούμεν ποτέ να ιδούμεν, και να γνωρίσωμεν καλά τον νουν με τα θνητά βλέμματά μας. Αλλά θα είναι ασφαλεστέρα η όρασίς μας, εάν βλέπωμεν προς μίαν εικόνα του πράγματος, το οποίον εξετάζομεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από τας δέκα εκείνας κινήσεις ας λάβωμεν ως εικόνα την κίνησιν, με την οποίαν ομοιάζει ο νους. Ταύτην θα ενθυμηθώ εγώ μαζί σας και θα απαντήσω από κοινού με σας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά μου φαίνεται ότι ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ως προς εκείνας ενθυμούμεθα βεβαίως ότι από όλα τα πράγματα άλλα μεν εδέχθημεν ότι κινούνται, άλλα ότι ακινητούν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από τα κινούμενα δε πάλιν άλλα μεν κινούνται εις ένα τόπον, άλλα δε κινούνται μεταφερόμενα εις πολλούς τόπους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από αυτάς λοιπόν τας δύο κινήσεις εκείνη βεβαίως, η οποία κινείται πάντοτε εις τον ίδιον τόπον, είναι ανάγκη να κινήται πέριξ ενός κέντρου, αποτελούσα μίμησιν των τορνευμένων κύκλων, και αυτή βεβαίως είναι όσον το δυνατόν συγγενής και ομοία με την περιφοράν του νου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν ειπούμεν ότι και ο νους και η εντός ενός τόπου κίνησις γίνεται με τους ιδίους νόμους και με τον ίδιον τρόπον και εις τον ίδιον τόπον και εις το ίδιον κέντρον και με την ιδίαν αναλογίαν και τάξιν, ομοιάζοντα εις τας περιστροφάς με την τορνευμένην σφαίραν, τότε δεν είναι δυνατόν να φανούμεν εις τον λόγον μας μηδαμινοί καλλιτέχναι ωραίων εικόνων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα πάλιν η κίνησις, η οποία ποτέ δεν κινείται με τον ίδιον τρόπον και με τους ιδίους νόμους, ούτε εις τον ίδιον τόπον ούτε με την ιδίαν ακτίνα ούτε με το ίδιον κέντρον ούτε με ρυθμόν και τάξιν ούτε με κάποιαν αναλογίαν, δεν είναι συγγενείς με παντός είδους ανοησίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα είναι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν δεν είναι διόλου δύσκολον να δηλώσωμεν ρητώς ότι, επειδή παρεδέχθημεν ότι η ψυχή περιστρέφει όλα, κατ' ανάγκην πρέπει να παραδεχθώμεν και ότι και την περιστροφήν του ουρανού εκτελεί με επιμέλειαν και τάξιν ή η καλλιτέρα ψυχή ή η αντίθετος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ξένε μου, από όσα είπαμεν δεν είναι πλέον ευσεβές να ειπούμεν άλλο τίποτε παρά ότι μία ψυχή περιστρέφει αυτά έχουσα πάσαν αρετήν ή και περισσότεραι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ λαμπρά παραδέχεσαι τους λόγους μου, Κλεινία μου, αλλά άκουσε ακόμη και το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν τον ήλιον και την σελήνην και τα άλλα άστρα τα περιστρέφη όλα μία ψυχή, άραγε δεν περιστρέφει και το καθέν χωριστά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας φέρωμεν δι' έν από αυτά επιχειρήματα, τα οποία θα γίνουν παραδεκτά και δι' όλα τα άλλα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διά ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Του ηλίου το σώμα πας άνθρωπος το βλέπει, την ψυχήν του όμως δεν την βλέπει κανείς. Διότι ούτε άλλου κανενός σώματος ούτε ζωντανού ούτε αποθαμμένου βλέπει την ψυχήν, αλλ' υπάρχει μεγάλη πιθανότης ότι το γένος αυτό επλάσθη απολύτως απρόσιτον εις όλας τας αισθήσεις του σώματος, και μόνον με τον νουν είναι νοητόν, επομένως και ημείς μόνον με τον νουν ας σκεφθώμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αφού τον ήλιον τον περιστρέφει ψυχή, τότε, εάν ειπούμεν ότι αυτή κάμνει έν από τα τρία, δεν θα σφάλωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία τρία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι η ενυπάρχουσα εις αυτό το περιφερικόν φαινόμενον σώμα ολόγυρα μετακομίζει αυτό, καθώς ημάς μας περιφέρει ολόγυρα η ενυπάρχουσα εντός μας ψυχή· ή από κανέν μέρος απ' έξω προμηθεύεται πυρ ή κανέν αέριον, καθώς είναι η θεωρία μερικών, και ωθεί διά της βίας σώμα με σώμα· ή, τρίτον, αυτή η ιδία είναι γυμνή από σώμα, αλλά έχει κάποιας άλλας δυνάμεις υπερβολικά θαυμασίας και τον ποδηγετεί.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως όσον δι' αυτό είναι λογικόν έν από αυτά τα τρία να κάμνη η ψυχή, όταν περιστρέφη πάντα πάντα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτήν λοιπόν την ψυχήν του είναι καλλίτερον πας άνθρωπος να την νομίζη θεόν είτε μέσα εις άρμα κυριαρχεί τον ήλιον και χύνει φως εις όλους είτε από έξω, είτε με κανένα άλλον τρόπον. Ή πώς αλλέως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως, θα τα παραδεχθή όστις δεν έφθασε εις την τελευταίαν παραφροσύνην.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν δι' όλα τα άστρα και την σελήνην και τα έτη και τους μήνας και όλας τας ώρας ποίαν άλλην εξήγησιν θα δώσωμεν παρά αυτήν την ιδίαν, ότι δηλαδή, επειδή η ψυχή ή αι ψυχαί απεδείχθησαν αιτίαι όλων αυτών και ότι είναι ενάρετοι με όλας τας αρετάς, θα δεχθώμεν ότι είναι θεοί είτε μέσα εις σώματα, τα οποία είναι ζωντανά και κανονίζουν όλον τον ουρανόν, είτε οπωσδήποτε αλλέως; Υπάρχει κανείς ο οποίος, αφού παραδέχεται αυτά, δεν θα δεχθή ότι τα πάντα είναι κατοικημένα από θεούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τόσον παράφρων, καλέ Ξένε, δεν υπάρχει κανείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

   Τόρα λοιπόν εις εκείνον που δεν παρεδέχετο προηγουμένως θεούς, φίλε
   Μέγιλλε και Κλεινία, ας προβάλλωμεν όρους και ας τελειώνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους όρους;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ή να μας φωτίση ότι δεν ομιλούμεν ορθώς παραδεχόμενοι ότι η ψυχή είναι η πρώτη γένεσις από όλας και όλα τα άλλα όσα είπαμεν συμφώνως με αυτό, ή, αν δεν είναι ικανός να ομιλήση καλλίτερα από ημάς, ας πεισθή εις ημάς και ας ζη εις το εξής πιστεύων εις τους θεούς. Λοιπόν ας προσέξωμεν αν ωμιλήσαμεν πλέον επαρκώς διά τους μη παραδεχομένους την ύπαρξιν των θεών, ή μήπως ωμιλήσαμεν ατελώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα ατελώς, καλέ Ξένε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εις αυτά λοιπόν ας λάβη τέλος η συζήτησίς μας.

Τον δε φρονούντα ότι υπάρχουν μεν θεοί, αλλ' ούτοι δεν σκοτίζονται διά τα ανθρώπινα πράγματα, πρέπει να τον συμβουλεύσωμεν τα εξής: Αγαπητέ μου, ας του ειπούμεν, το ότι μεν πιστεύει εις τους θεούς ίσως το κάμνει κάποια συγγένεια θεία, η οποία σε οδηγεί προς το ομογενές σου, διά να το τιμάς και να πιστεύης ότι υπάρχει. Αλλά των κακών ανθρώπων η κατάστασις και ιδιωτικώς και δημοσίως πραγματικώς δεν είναι ευτυχής, αλλά φαινομενικώς μακαρίζονται πολύ και όχι αρμονικώς, και σε οδηγούν προς την ασέβειαν, διότι και εις την ποίησιν εγκωμιάζονται και εις τους διαφόρους λόγους. Ή ίσως βλέπεις ασεβείς ανθρώπους να φθάσουν εις το έσχατον γήρας, και να αφήσουν παίδας των παίδων των μέσα εις μεγάλας τιμάς, και σε ανησυχούν στιγμιαίως όλα αυτά, τα οποία είδες ο ίδιος ή τα έμαθες, εξ ακοής ή εξ αυτοψίας παρευρέθης εις πολλάς ασεβείας και φρικαλεότητας μερικών, οι οποίοι με αυτά ακριβώς τα μέσα έφθασαν από τα μικρά εις τα μεγάλα και εις κυριαρχίαν. Τότε δε γίνεσαι ολοφάνερος ότι δι' όλα αυτά δεν θέλεις να κατακρίνης τους θεούς ως αιτίους ένεκα της συγγενείας σου, παρασυρόμενος, όμως από κάποιον παραλογισμόν και συγχρόνως μη δυνάμενος να οργισθής κατά των θεών κατήντησες πλέον εις το πάθημα, ώστε να φρονής μεν ότι υπάρχουν, αλλά ότι περιφρονούν και αμελούν τα ανθρώπινα πράγματα. Λοιπόν, διά να μη μεγαλώση η γνώμη σου αυτή το ασεβές πάθημά σου, και, αν είναι δυνατόν, διά να κατορθώσωμεν να το εξορκίσωμεν, όταν έλθη, ας προσπαθήσωμεν να συνεχίσωμεν την κατωτέρω συζήτησιν με εκείνην, την οποίαν απετείναμεν προς τον απολύτως μη παραδεχόμενον την ύπαρξιν θεών, και αυτήν τόρα να εφαρμόσωμεν. Σεις δε, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, απαντάτε διαδοχικώς εις την θέσιν του νέου καθώς εις τα προηγούμενα. Εάν δε συμπέση κανέν δύσκολον εις την συζήτησίν μας, εγώ θα σας στηρίξω καθώς προηγουμένως και θα σας περάσω από τον ποταμόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς. Ώστε και συ αυτό να κάμης και ημείς όσον είναι δυνατόν θα κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλ' ίσως δεν είναι διόλου δύσκολον να αποδείξωμεν αυτό τουλάχιστον, ότι οι θεοί και διά τα μικρά φροντίζουν όχι ολιγώτερον παρά όσον διά τα μεγάλα. Διότι αυτός ήκουε και παρευρίσκετο εις τα λεχθέντα προ ολίγου, ότι, αφού είναι τελείως αγαθοί, έχουν την επιμέλειαν των πάντων, η οποία είναι αρμοδιωτάτη δι' αυτούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πολύ μάλιστα το ήκουσε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν ας εξετάσωμεν μαζί ποίαν αρετήν παραδεχόμενοι δι' αυτούς τους θεωρούμεν αγαθούς. Λέγε μου, θεωρούμεν την φρόνησιν και την νοημοσύνην ως αρετήν, τα δε αντίθετα ως κακίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα την θεωρούμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και πάλιν; ότι ιδιότης της αρετής είναι η ανδρεία, η δε δειλία της κακίας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και άλλα μεν από αυτά θα τα θεωρήσωμεν ως αισχρά, άλλα δε ως καλά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και εις ημάς μεν αρμόζουν τα μηδαμινά, όταν αρμόζουν, εις τους θεούς όμως ούτε πολύ ούτε ολίγον θα δεχθώμεν ότι υπάρχει από αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και αυτά ο καθείς θα τα παραδεχθή ως ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα; Την αμέλειαν και την αργίαν και την τρυφηλότητα ως αρετήν της ψυχής, θα την θεωρήσωμεν, ή πώς εννοείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τότε ως το αντίθετον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως και τα αντίθετα αυτών θα τα θεωρήσωμεν ως το αντίθετον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως ως το αντίθετον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; ο τρυφηλός και ο αμελής και ο αργός δεν θα μας φανή εντελώς καθώς τον παρέστησε ο ποιητής (3), ο οποίος είπε ότι αυτός είναι προ πάντων όμοιος με τους οκνηρούς κηφήνας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά βεβαίως τους παρωμοίασε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν πρέπει ούτε να ειπούμεν ότι ο θεός έχει παρόμοιον ήθος, το οποίον αυτός βεβαίως μισεί, ούτε να επιτρέπωμεν εις κανένα, εάν δοκιμάση, να προφέρη τοιαύτην λέξιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως όχι. Διότι πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όστις λοιπόν έχει καθήκον να εκτελή και να φροντίζη υπερβολικά διά κάποιον πράγμα, ο νους του όμως διά μεν τα μεγάλα φροντίζει, τα δε μικρά τα παραμελεί, με ποίαν δικαιολογίαν ημπορούμεν να επαινέσωμεν αυτόν χωρίς να σφάλωμεν εντελώς; Ας σκεφθώμεν δε κατά τον εξής τρόπον. Άραγε δεν εκτελεί κατά δύο τρόπους όστις εκτελεί αυτό, είτε θεός είτε άνθρωπος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους δύο εννοούμεν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ή διότι φρονεί ότι δεν υπάρχει σπουδαία διαφορά διά το σύνολον, εάν αμελούνται τα μικρά, ή από οκνηρίαν και τρυφηλότητα, εάν υπάρχη διαφορά, αυτός όμως αμελεί. Ή υπάρχει και με άλλον τρόπον γινομένη αμέλεια; Διότι βεβαίως, όταν είναι αδύνατον να επιμεληθή δι' όλα, τότε δεν πρέπει να θεωρηθή ως αμέλεια διά τον μη φροντίζοντα διά τα μικρά ή τα μεγάλα, διά τα οποία ίσως είναι ελλιπής και δεν έχει την ικανότητα να τα επιμεληθή με την δύναμίν του είτε είναι θεός είτε κανείς μηδαμινός.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς αλλέως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν αυτοί που είναι δύο ας αποκριθούν εις ημάς τους τρεις, αυτοί δηλαδή που παραδέχονται μεν ότι υπάρχουν θεοί, αλλ' ο μεν είς τους θεωρεί παρακλητούς, ο δε άλλος αμελείς διά τα μικρά. Πρώτον μεν οι δύο σας παραδέχεστε ότι οι θεοί γνωρίζουν και βλέπουν και ακούουν τα πάντα και ότι δεν είναι δυνατόν να διαφύγη αυτούς τίποτε από όσα υπόκεινται εις τας αισθήσεις και εις την επιστήμην; Αυτό φρονείτε δι' αυτά ή πώς αλλέως;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα πάλιν; Ότι είναι ικανοί δι' όλα όσα έχουν την δύναμιν να κάμουν οι θνητοί και οι αθάνατοι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς δεν θα συμφωνήσουν ότι και αυτά είναι ορθά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και ιδού ότι ημείς που είμεθα όλοι πέντε παρεδέχθημεν ότι αυτοί είναι αγαθοί και άριστοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε λοιπόν δεν είναι αδύνατον να παραδεχθώμεν ότι αυτοί εκτελούν απολύτως οτιδήποτε με οκνηρίαν και τρυφηλότητα, αφού βεβαίως είναι καθώς τους παραδεχόμεθα; Διότι βεβαίως η αργία εις την ψυχήν μας είναι απόγονος της δειλίας, η δε οκνηρία της αργίας και της τρυφηλότητος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως κανείς από τους θεούς δεν αμελεί από αργίαν και οκνηρίαν, διότι δεν έχει καμμίαν δειλίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν, εάν τυχόν παραμελούν τα μικρά και ολίγα μεταξύ των πάντων, τότε ή πράττουν τούτο, διότι γνωρίζουν ότι δεν οφείλουν να φροντίζουν διά κανέν από αυτά, ή τι άλλο μένει παρά το αντίθετον από το να γνωρίζουν (η άγνοια);

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Κανέν άλλο.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, καλέ μου και λαμπρέ μου, να παραδεχθώμεν ότι συ φρονείς ότι αγνοούν και ενώ πρέπει να επιμελούνται αμελούν από άγνοιαν, ή ότι, αν και γνωρίζουν ότι οφείλουν, όμως κάμνουν καθώς λέγουν διά τους προστυχωτέρους ανθρώπους, οι οποίοι, αν και γνωρίζουν ότι άλλα είναι τα καλλίτερα παρά αυτά που κάμνουν, όμως δεν τα κάμνουν, διότι κάπως νικώνται από τας ηδονάς ή τας λύπας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τα ανθρώπινα πράγματα δεν μετέχουν άραγε της εμψύχου φύσεως και συγχρόνως ο άνθρωπος δεν είναι το θεοσεβέστερον από όλα τα ζώα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως λέγομεν ότι είναι κτήματα των θεών όλα όσα είναι θνητά ζώα καθώς και όλος ο ουρανός.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν μας είναι αδιάφορον αν φρονή οποιοσδήποτε ότι αυτά είναι μικρά ή μεγάλα, διά τους θεούς. Διότι εις καμμίαν από τας δύο περιπτώσεις δεν είναι πρέπον οι κάτοχοι μας να μας αμελούν, αφού είναι επιμελέστατοι και άριστοι. Αλλά ας εξετάσωμεν περιπλέον και το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Η αίσθησις και η δύναμις δεν επλάσθησαν άραγε αντίθετοι μεταξύ των ως προς την ευκολίαν και την δυσκολίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως το να βλέπωμεν και να ακούωμεν τα μικρά είναι δυσκολώτερον παρά τα μεγάλα, αλλά πάλιν να κρατούμεν και να νικώμεν και να επιμελούμεθα τα μικρά και τα ολίγα είναι γενικώς δι' όλους ευκολώτερον παρά τα αντίθετα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά ένας ιατρός, ο οποίος ανέλαβε να θεραπεύση κάτι ολόκληρον και θέλει και ημπορεί, άραγε, εάν διά μεν τα μεγάλα φροντίζη, διά δε τα τεμάχια και τα μικρά παραμελή, θα είναι δυνατόν να θεραπεύση το όλον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως δε ούτε οι πλοίαρχοι ούτε οι στρατηγοί ούτε οι οικονόμοι ούτε πάλιν μερικοί πολιτικοί ούτε κανείς άλλος παρόμοιος ημπορεί χωριστά από τα ολίγα και μικρά να τακτοποιήση τα πολλά και τα μεγάλα. Διότι ούτε χωρίς μικρούς λίθους τακτοποιούνται καλά οι μεγάλοι, καθώς λέγουν οι κτίσται.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας μη θελήσωμεν ώστε να υποθέσωμεν τον θεόν ως χειρότερον από τους θνητούς τεχνίτας, οι οποίοι τα σχετικά των έργα όσον είναι καλλίτεροι, τόσον ακριβέστερον και τελειότερον τα κατασκευάζουν με μίαν τέχνην και τα μικρά και τα μεγάλα. Ο δε θεός, ο οποίος είναι σοφώτατος και θέλει να επιμελήται και ημπορεί, όσα μεν ήτο εύκολον να τα επιμεληθή, διότι είναι μικρά, διόλου δεν τα επιμελείται ως κάποιος αργός ή δειλός και φυγόπονος και μόνον διά τα μεγάλα φροντίζει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου ας μη δεχθώμεν αυτήν την γνώμην περί των θεών, καλέ Ξένε. Διότι απολύτως ούτε ευσεβής ούτε ορθή θα ήτο αυτή η σκέψις. Μου φαίνεται δε τόρα πλέον ότι πολύ καλά ωμιλήσαμεν εις τον προφασιζόμενον διά την αμέλειαν των θεών.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως ως προς το να αναγκάσωμεν αυτόν με τα επιχειρήματά μας να ομολογήση ότι δεν έχει δίκαιον. Αλλ' όμως μου φαίνεται ότι το ζήτημά μας χρειάζεται ακόμη κάποιους ελκυστικούς μύθους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους, αγαπητέ μου;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας πείσωμεν τον νεανίαν αυτόν με τα εξής επιχειρήματα, ότι δηλαδή όστις φροντίζει δι' έν σύνολον όλα τα μέρη τα κανονίζει προς σωτηρίαν και τελειοποίησιν του όλου, αναλόγως του οποίου όσον είναι δυνατόν ενεργεί και πάσχει και έκαστον μέρος. Έπειτα ότι εις αυτά υπάρχουν διωρισμένοι άρχοντες επιτηρούντες και τα μικρότερα παθήματα και τας πράξεις, και εφαρμόζουν τελειοποίησιν και εις τας τελευταίας λεπτομερείας. Μεταξύ δε αυτών και το άτομόν σου, ταλαίπωρε, συντελεί εις το όλον, όταν στρέφη διαρκώς προς αυτό, αν και είναι ελάχιστον. Συ δε δεν ενόησες ως προς αυτό ότι χάριν εκείνου γίνεται παν ό,τι γίνεται, διά να υπάρχη πάσα αρμονική ύπαρξις, η οποία συντελεί εις τον βίον του σύμπαντος, χωρίς να υπάρξη χάριν σου, αλλά συ χάριν εκείνης. Διότι πας ιατρός και πας καλλιτέχνης εργάτης και όλα μεν τα εκτελεί χάριν του όλου, ρυθμίζων αυτά προς το συνολικόν καλόν, αλλά μάλλον το μέρος εκτελεί χάριν του όλου και όχι το όλον χάριν του μέρους. Συ δε αγανακτείς, διότι δεν γνωρίζεις ότι το ως προς σε ωφελιμώτερον διά το σύμπαν συμβαίνει και εις εσέ δυνάμει της κοινής καταγωγής. Επειδή δε η ψυχή άλλοτε μεν συζή με άλλο σώμα και άλλοτε με άλλο, και τούτο λαμβάνει πολυειδείς μεταβολάς εξ αιτίας της, ή εξ αιτίας άλλης ψυχής, δεν μένει άλλο τίποτε εις τον παίκτην παρά να μεταθέση το μεν τελειοποιηθέν ήθος εις καλλίτερον τόπον, το δε χειροτερεύσαν εις χειρότερον, δι' εκάστην καθώς της αρμόζει, διά να απολαύση την αρμοδίαν μοίραν της.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω ότι εξηγούμαι με ποίον τρόπον θα εδικαιολογείτο η ευκολία της επιμελείας των θεών δι' όλα. Διότι, εάν μεν προσέχη κανείς εις το σύνολον πάντοτε, όταν μετασχηματίζη όλα τα αντικείμενα, λόγου χάριν όταν από το πυρ κάμη ύδωρ έμψυχον, και όχι έν σύνολον πολλών πραγμάτων από έν ή έν από πολλά, διερχόμενα από μίαν και δύο και τρεις γενεάς, τότε αι μεταθέσεις της διαπλάσεως θα επροχώρουν εις το άπειρον. Τόρα όμως υπάρχει θαυμασία ευκολία εις τον επιμελούμενον διά το σύμπαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό πάλιν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού πώς. Επειδή ο βασιλεύς ημών παρετήρησε ότι όλαι μας αι πράξεις είναι ψυχικαί και ότι υπάρχει εις αυτάς και πολλή αρετή και πολλή κακία και ότι η ψυχή και το σώμα είναι άφθαρτα, αλλ' όχι αιώνια, καθώς οι νομίμως αθάνατοι θεοί — διότι δεν θα υπήρχε ποτέ γέννησις ζώων, εάν το έν εξ αυτών των δύο εξηφανίζετο — και επειδή ενόησε ότι το μέρος της ψυχής, το οποίον είναι αγαθόν, επλάσθη διά να ωφελή, το δε κακόν να βλάπτη, όλα αυτά σκεφθείς ευρήκε, πού πρέπει να κείται έκαστον μέρος, διά να καθιστά εις το σύμπαν νικήτριαν μεν την αρετήν, νικωμένην δε την κακίαν όσον το δυνατόν περισσότερον και καλλίτερον. Εσχεδιάσθη λοιπόν συμφώνως με όλα αυτά, πως όταν γίνη το καθέν, ποίαν τοποθεσίαν πρέπει να αλλάζη ως κατοικίαν και ποίους τόπους. Τας δε αιτίας της μεταβολής της ποιότητος επαφήκε εις την θέλησιν εκάστου από ημάς. Διότι όπως θέλει έκαστος και οποίου είδους ψυχήν έχει, ούτω πως σχεδόν και τοιούτος γίνεται συνήθως έκαστος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν μεταβάλλονται όλα όσα μετέχουν της ψυχής, διότι έχουν εντός των την αιτίαν της μεταβολής. Μεταβαλλόμενα δε μετακινούνται συμφώνως με την διάταξιν της ειμαρμένης και τον νόμον. Και αν τα ήθη μεταβάλλωνται ολιγώτερον, τότε μετατοπίζονται ολίγον εις το ίδιον επίπεδον της χώρας των, εάν δε περισσότερον και αδικώτερον, τότε μεταπίπτουν εις το βάθος και εις τον κάτω κόσμον λεγόμενον, τον οποίον ονομάζουν Άδην και με άλλα σχετικά ονόματα και όπου φοβούνται πολύ και ονειροπολούν ζωντανοί, χωρισμένοι από τα σώματά των. Όταν όμως η ψυχή μεταβληθή ακόμη περισσότερον ως προς την κακίαν ή την αρετήν εξ αιτίας της θελήσεώς της και της επιμόνου συμπεριφοράς της, όταν μεν συνενωθή με την αρετήν και γίνη υπερόχως θεία, τότε μετατοπίζεται και εις υπερόχως άγιον τόπον καθόλου και πολύ καλλίτερον από τον προηγούμενον όταν δε κάμη τα αντίθετα, μετατοπίζει εις τα αντίθετα την ύπαρξίν της.

Αυτό είναι το δίκαιον θεών των Ολυμπίων, (4)

καλό μου παιδί και παλικάρι, που νομίζεις ότι παραμελείσαι από τους θεούς σου, δηλαδή, όταν μεν γίνη χειρότερος, πηγαίνει προς τας χειροτέρας ψυχάς, όταν δε γίνη καλλίτερος, προς τας καλλιτέρας και εις την ζωήν και εις οποιονδήποτε θάνατον και πάσχει ό,τι είναι πρέπον να κάμνουν οι όμοιοι προς τους ομοίους. Αυτήν την δίκην δεν είναι δυνατόν ποτε ούτε συ να αποφύγης ούτε άλλος κανείς και να καυχηθή ότι είναι ανώτερος από τους θεούς. Την οποίαν και από όλας τας δίκας υπεροχώτερον ετακτοποίησαν όσοι την ετακτοποίησαν και είναι πρέπον απολύτως να την σέβεσαι. Διότι ποτέ δεν θα παραμεληθής από αυτήν. Ούτε εάν είσαι τόσον μικρός, ώστε να εισδύσης εις το βάθος της γης, ούτε υψηλός, ώστε να πετάξης εις τον ουρανόν, αλλά θα πληρώσης την αρμόζουσαν τιμωρίαν είτε εδώ μένεις είτε εις τον Άδην μεταβής είτε και εις αγριώτερον τόπον από αυτούς μετακομισθής. Ο ίδιος δε λόγος ισχύει και δι' εκείνους, τους οποίους συ παρετήρησες ότι έγιναν μεγάλοι από μικροί, ενώ ανοσιούργησαν ή έπραξαν κάτι παρόμοιον, και ενόμισες ότι από άθλιοι έγιναν ευτυχείς, και έπειτα μέσα εις τα κάτοπτρα των πράξεών των ενόμισες ότι αντελήφθης καθαρά την αμέλειαν των θεών δι' όλα, χωρίς να γνωρίζης ποία είναι η υπηρεσία αυτών διά το σύμπαν. Και πώς, παλικαρά μου εσύ, δεν φρονείς ότι πρέπει να γνωρίζης αυτήν; Την οποίαν εάν δεν γνωρίζη κανείς, ούτε σχέδιον ημπορεί να σχεδιάση ποτέ ούτε με λόγον να συντελέση εις την ευτυχή και δυστυχή κατάστασιν της ζωής. Εις αυτά εάν μεν σε καταπείθη ο Κλεινίας απ' εδώ και όλη η ιδική μας γερουσία, ότι δηλαδή δεν γνωρίζεις τι λέγεις περί θεών, τότε ίσως σε δεχθή και ο θεός με το καλόν. Εάν δε έχης ακόμη ανάγκην κανενός λόγου, τόρα που θα ομιλήσωμεν ημείς προς τον τρίτον, άκουε, εάν έχης έστω και ολίγον νουν. Δηλαδή ότι μεν υπάρχουν θεοί και φροντίζουν διά τους ανθρώπους εγώ νομίζω ότι δεν απεδείχθη διόλου ατελώς μεταξύ μας. Το ότι όμως πάλιν οι θεοί είναι παρακλητοί από τους αδίκους, όταν δεχθούν δώρα, ούτε πρέπει να το επιτρέψωμεν εις κανένα να το ειπή και πρέπει τον καθένα να προσπαθήσωμεν να εξελέγξωμεν με κάθε τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, διά το όνομα των ιδίων των θεών, με ποίον τρόπον γίνονται άραγε παρακλητοί, εάν γίνωνται; Και διότι ποίου είδους είναι; Βεβαίως είναι ανάγκη να είναι άρχοντες, αφού θα διοικούν τον ουρανόν ολόκληρον διαρκώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα άραγε με ποίους άρχοντας προσφέρνουν (ομοιάζουν); Ή κάπως με εκείνους, με τους οποίους είναι δυνατόν να επιτύχωμεν, αν τους παρομοιάσωμεν με την διαφοράν μόνον του μεγέθους; Άραγε μήπως είναι κάπως ηνίοχοι ζευγών αγωνιζομένων ή πλοίαρχοι πλοίων; Πιθανόν δε να παρομοιάζωνται και με αρχηγούς στρατοπέδων. Ακόμη δε είναι δυνατόν να ομοιάζουν με ιατρούς, οι οποίοι φοβούνται τον πόλεμον των ασθενειών εναντίον των σωμάτων, ή με γεωργούς, οι οποίοι από τον φόβον των περιμένουν κακοκαιρίας, συνήθως καταστρεπτικάς εις την βλάστησιν των φυτών, ή και με επιστάτας ποιμνίων. Δηλαδή, αφού εσυμφωνήσαμεν προς τον εαυτόν μας ότι ο ουρανός είναι φορτωμένος από πολλά αγαθά, αλλά και από τα αντίθετα, και περισσότερον από τα αντίθετα, διά τούτο λοιπόν, υποθέτομεν, αυτή είναι μάχη έχουσα ανάγκην μεγάλης προσοχής, σύμμαχοί μας δε είναι οι θεοί και οι δαίμονες, ημείς δε πάλιν είμεθα κτήματα θεών και δαιμόνων. Μας καταστρέφει δε η αδικία και η υπερηφάνεια μαζί με την ανοησίαν, μας σώζει δε η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη μαζί με την φρόνησιν, αι οποίαι κατοικούν μέσα εις τας εμψύχους δυνάμεις των θεών. Από αυτό δε ημπορεί να εννοήση κανείς ότι έν μικρόν μέρος από αυτάς κατοικεί και εντός μας. Λοιπόν κάποιαι ψυχαί κατοικούσαι εις την γην και έχουσαι άδικον πόθον παραπλανούν με κολακευτικούς λόγους και με κάποιαν γοητείαν τας ψυχάς των φυλάκων κυνών ή των βοσκών ή ακόμη και των όλως απολυταρχικών κυριάρχων, καθώς λέγουν οι κακοί, και κατορθώνουν, ενώ είναι πλεονέκται μεταξύ των ανθρώπων, να μη πάθουν κανέν κακόν. Λέγομεν δε ότι αυτό το σφάλμα, το οποίον τόρα ονομάζεται πλεονεξία, είναι ασθένεια εις τα σάρκινα σώματα, εις δε τας πόλεις και τα πολιτεύματα είναι η ιδία λέξις τροποποιημένη, δηλαδή η αδικία.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν είναι ανάγκη αυτόν τον λόγον να ειπή όστις λέγει ότι υπάρχουν θεοί πάντοτε και διά τους αδίκους και διά τους αδικούντας ανθρώπους, αρκεί κανείς να δώση εις αυτούς μερίδιον των αδίκων κερδών, καθώς εάν οι λύκοι έδιδαν μικρόν μέρος εις τους κύνας από τα αρπαγμένα, εκείνοι δε, εξημερωνόμενοι με τα δώρα τους επέτρεπαν να κλέπτουν τα ποίμνια. Άραγε δεν λέγουν αυτό όσοι νομίζουν παρακλητούς τους θεούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν με ποίους από τους προηγουμένους φύλακας αν παρομοιάση τους θεούς δεν θα γίνη γελοίος οποιοσδήποτε άνθρωπος; Άραγε με τους πλοιάρχους, οι οποίοι με κέρασμα οίνου και με την κνίσαν εκτροχιάζονται και εκτροχιάζουν με τα πλοία και τους ναύτας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά βεβαίως ούτε με ηνιόχους παραταχθέντας εις διαγωνισμόν, οι οποίοι διά δώρων κατεπείσθησαν να αφήσουν την νίκην εις άλλα ζεύγη.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Θα ήτο φρικαλέα η παρομοίωσις, την οποίαν παρουσιάζεις με αυτόν τον λόγον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως δε ούτε με στρατηγούς ούτε με ιατρούς ούτε με γεωργούς ούτε με βοσκούς αλλ' ούτε και με κύνας, τους οποίους εμάγευσαν οι λύκοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πρόσεχε τα λόγια σου. Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά άραγε δεν είναι οι μεγαλίτεροι από όλους τους φύλακας και εις τα μεγαλίτερα πράγματα οι θεοί;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πάρα πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτούς λοιπόν που φυλάττουν τα καλλίτερα πράγματα και είναι υπέροχοι φύλακες ως προς την αρετήν, θα τους θεωρήσωμεν άραγε χειροτέρους από τους κύνας και από τους μεσαίους ανθρώπους, οι οποίοι ποτέ δεν είναι δυνατόν να καταπροδώσουν το δίκαιον χάριν δώρων διδομένων ασεβώς από αδίκους άνδρας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα. Αυτός ο λόγος είναι ανυπόφορος. Και από όλους όσοι περιστρέφονται εις την ασέβειαν ο λόγος όστις υποστηρίζει αυτήν την γνώμην σχεδόν είναι δίκαιον να θεωρηθή ως ο χειρότερος και ο ασεβέστατος από όλους τους ασεβείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν τόρα πλέον τα τρία ζητήματά μας, δηλαδή ότι υπάρχουν θεοί και ότι φροντίζουν και ότι είναι εντελώς άκαμπτοι έξω από το δίκαιον, θέλετε να δεχθώμεν ότι απεδείχθησαν επαρκώς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι; Και μάλιστα είμεθα σύμφωνοι με αυτούς τους λόγους.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και είναι μεν αληθές ότι ελέχθησαν κάπως ορμητικώτερον ένεκα της επιμονής των κακών ανθρώπων. Αλλά, φίλε Κλεινία, η λογομαχία αυτή έγινε, διά να μη νομίζουν ότι από την συζήτησιν τους δίδεται δικαίωμα να κάμνουν ό,τι θέλουν οι κακοί, δηλαδή ό,τι και όσα και οποίου είδους πράγματα φαντάζονται διά τους θεούς. Λοιπόν ημείς είχομεν την προθυμίαν να ομιλήσωμεν δι' αυτά ωσάν νεώτεροι. Και αν δε μικρόν αποτέλεσμα εφέραμεν εις το να καταπείσωμεν αυτούς τους ανθρώπους να μισήσουν τον εαυτόν των, και κάπως να αγαπήσουν τα αντίθετα ήθη, πάλιν θα είχε πολύ καλά την θέσιν του το προοίμιον μας εις τους νόμους περί ασεβείας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αλλά υπάρχει ελπίς, ειδεμή βεβαίως η γενεά των λόγων δεν θα κατακρίνη την νομοθεσίαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν λοιπόν από το προοίμιον αρμόζει να γίνη λόγος μεταξύ μας, ο οποίος να ερμηνεύση ορθώς τους νόμους, προκηρύττων εις όλους τους ασεβείς να εγκαταλείψουν τους ασεβείς των τρόπους, και να έλθουν με τους ευσεβείς. Δι' όσους δε δεν πείθονται, ας υπάρχη ο εξής νόμος περί της ασεβείας. Εάν κανείς ασεβή με λόγους ή με έργα, ο παρευρισκόμενος ας τον αποκρούση καταγγέλλων αυτόν εις τους άρχοντας. Από δε τους άρχοντας όσοι λάβουν είδησιν πρώτοι, ας τον εγκαλέσουν εις το αρμόδιον διά τοιαύτας υποθέσεις δικαστήριον συμφώνως με τους νόμους. Εάν δε καμμία αρχή λάβη είδησιν και δεν εκτελέση αυτά, η ιδία ας γίνη υπόδικος ασεβείας εις τον θέλοντα να τιμωρήση αυτήν χάριν των νόμων.

Εάν δε καταδικασθή κανείς, ας ορίση το δικαστήριον μίαν τιμωρίαν δι' εκάστην ασέβειαν χωριστά. Και λοιπόν δι' όλους ας είναι βάσις τα δεσμά. Από δε τα τρία δεσμωτήρια, τα οποία υπάρχουν εις την πόλιν, έν μεν κοινόν διά τους περισσοτέρους εις την αγοράν, χάριν της θεραπείας των σωμάτων εις πολλούς, έν δε πλησίον της νυκτερινής συγκεντρώσεως των αρχόντων (5), ονομαζόμενον σωφρονιστήριον, έν δε πάλιν εις το μέσον της χώρας, όπου τυχόν είναι έρημον μέρος και όσον το δυνατόν αγριώτερον, το οποίον να λάβη φήμην κάποιας τιμωρίας. Από δε τας τρεις αιτίας της ασεβείας, τας οποίας εξετάσαμεν, δύο είδη αποτελούνται, από εκάστην και γίνονται έξ τα διάφορα γένη των ασεβούντων εις τα θεία, τα οποία δεν έχουν ανάγκην ίσης τιμωρίας ούτε ομοίας.

Δηλαδή όστις δεν πιστεύει απολύτως εις τους θεούς, έχει όμως ήθος εκ φύσεως δίκαιον, αυτός μισεί πάντοτε τους κακούς από αποτροπιασμόν δε της αδικίας δεν δέχεται να πράξη τας τοιαύτας πράξεις και αποφεύγει τους μη δικαίους ανθρώπους και αγαπά τους δικαίους (6). Εις όσους όμως εκτός του ότι φρονούν ότι τα πάντα είναι έρημα από θεούς συμπέσουν και ακράτειαι των ηδονών και των λυπών, και υπάρχει ισχυρά ανάμνησις και οξύνοια μαθήσεως, η μεν απιστία εις τους θεούς είναι κοινή εις αυτούς καθώς και εις εκείνους, ως προς την βλάβην όμως των άλλων ανθρώπων εκείνο μεν το γένος κάμνει ολιγώτερα κακά, αυτό όμως περισσότερα. Δηλαδή ο μεν πρώτος θα είναι αθυρόστομος ως προς τους θεούς και τας θυσίας και τους όρκους, και ενώ περιγελά τους άλλους πιθανόν να κάμη άλλους ομοίους του, εάν δεν τιμωρηθή. Ο δε άλλος δεν πιστεύει μεν καθώς ο προηγούμενος, θεωρείται όμως αγαθός, αλλά είναι φορτωμένος με δολιότητα και οπισθοβουλίαν, από αυτούς δε πολλοί αναδεικνύονται ψευδομάντεις και πάσης μαγείας ζωηροί οπαδοί, επίσης δε από αυτούς κάποτε αναδεικνύονται και τύραννοι και λαοπλάνοι και στρατηγοί και σχεδιασταί μυστικών ιεροτελεστιών. Από αυτούς λοιπόν ημπορούν να σχηματισθούν πολλά γένη. Αλλά τα σπουδαιότερα διά την νομοθεσίαν είναι δύο. Εξ αυτών το μεν ειρωνικόν δεν είναι άξιον μόνον ενός θανάτου, ούτε δύο αλλά πολλών, το δε άλλο έχει ανάγκην συμβουλών και δεσμών. Ομοίως δε και το γένος αυτών που νομίζουν ότι οι θεοί δεν φροντίζουν αποτελεί άλλα δύο γένη, και το άλλο που τους θεωρεί παρακλητούς άλλα δύο. Από αυτά δε, τα οποία διαχωρίζονται κατ' αυτόν τον τρόπον, όσοι μεν έγιναν τοιούτοι από ανοησίαν χωρίς καμμίαν κακίαν του θυμικού και του ήθους, αυτούς ο δικαστής ας τους περιορίση συμφώνως με τον νόμον εις το σωφρονιστήριον όχι ολιγώτερον των πέντε ετών. Εις τούτο δε το διάστημα ας μη τους επισκέπτεται άλλος πολίτης παρά μόνον τα μέλη της νυκτερινής συγκεντρώσεως των αρχόντων ομιλούντες συμβουλευτικώς προς αυτούς προς σωτηρίαν της ψυχής των. Όταν δε συμπληρωθή ο χρόνος των δεσμών των, εάν μεν κανείς από αυτούς φαίνεται ότι είναι σώφρων, ας κατοική μαζί με τους σώφρονας, αν δε όχι, και αν καταδικασθή πάλιν εις παρομοίαν δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Όσοι δε έγιναν θηριώδεις ως προς την απιστίαν προς τους θεούς ή ως προς το να θεωρούν αυτούς αμελείς ή παρακλητούς, και περιφρονούντες τους ανθρώπους δελεάζουν πολλούς εκ των ζώντων, διότι δισχυρίζονται ότι παραπλανούν τους αποθανόντας και υπόσχονται να μεταπείσουν τους θεούς ωσάν με συγχωροχάρτια, δελεάζοντες αυτούς με θυσίας και προσευχάς και ύμνους, και ούτω πως προσπαθούν να κυριεύσουν τελείως και τα άτομα και ολοκλήρους οικογενείας και πόλεις χάριν των χρημάτων, από αυτούς όστις καταδικασθή ως ένοχος ας ορίση το δικαστήριον δι' αυτόν να τεθή εις δεσμά συμφώνως με τον νόμον, να μη πλησιάζη δε αυτόν κάνεις ελεύθερος, να λαμβάνη δε ωρισμένην τροφήν από τους νομοφύλακας. Όταν δε αποθάνη, να τον πετάξουν άταφον έξω από τα σύνορα. Εάν δε κανείς ελεύθερος συντελή εις την ταφήν του, ας υπόκειται εις δίκην ασεβείας από τον τυχόντα. Εάν δε αφήση εις την πόλιν παίδας αρκετούς, οι επιμελούμενοι των ορφανών ας φροντίζουν και δι' αυτούς, ως όχι ολιγώτερον ορφανούς, ευθύς από την ημέραν της καταδίκης του πατρός των.

Δι' όλα δε αυτά ας ορισθή κοινός νόμος, ο οποίος τους περισσοτέρους από αυτούς θα τους κάμη ολιγώτερον να σφάλλουν με έργα και με λόγους προς τους θεούς, μάλιστα ολιγώτερον ανοήτως, διότι δεν θα επιτρέπεται να εκκλησιάζωνται έξω από τον νόμον. Δηλαδή ας υπάρχη δι' όλους γενικώς ο εξής νόμος.

Κανείς να μην έχη προσκυνήματα εις την ατομικήν του κατοικίαν. Όταν δε κανείς αποφασίση να εκτελέση θυσίαν, ας υπάγη εις τα δημόσια προσκυνήματα, διά να θυσιάση, και ας δώση τα θύματα εις τας χείρας των ιερέων και των ιερειών, όσοι έχουν δικαίωμα να φροντίζουν δι' αυτά. Ας προσευχηθή δε μαζί και αυτός και όστις άλλος θέλει μαζί του. Αυτά δε ας γίνωνται διά τον εξής λόγον. Προσκυνήματα και εικόνας θεών δεν είναι εύκολον να τοποθετή κανείς, αλλά χρειάζεται μεγάλη σκέψις, διά να γίνη τούτο ορθώς. Έπειτα αι γυναίκες προ πάντων όλαι καθώς και οι εντελώς ανίσχυροι και οι κινδυνεύοντες και οι στενοχωρημένοι, μέσα εις την στενοχωρίαν των, ή και αντιθέτως, όταν εύρουν καμμίαν σωτηρίαν, συνηθίζουν να καθιερώνουν πάντοτε εκείνο το μέρος και να τάζουν θυσίας και εικόνας εις τους θεούς και τους δαίμονας και τους παίδας των θεών, και εις τας εξύπνους οπτασίας από τον φόβον των και εις τα όνειρά των. Ομοίως δε οι αναφέροντες πολλάς οπτασίας θεωρούν ως θεραπείαν το να μεταβάλλουν εις βωμούς και προσκυνήματα όλας τας οικίας και όλα τα χωρία, και εις τα καθαρά μέρη και όπου αλλού τύχη από αυτά τα μέρη. Δι' όλα αυτά πρέπει να κάμωμεν συμφώνως με τον νόμον που λέγομεν τόρα. Ακόμη δε διά τους ασεβείς, διά να μη προφασίζωνται τα τοιαύτα εις τας πράξεις των, τοποθετούντες προσκυνήματα και βωμούς εις τας ατομικάς των κατοικίας και νομίζοντες ότι πρέπει κρυφίως να εξιλεώνουν τους θεούς με θυσίας και με προσευχάς, και να αυξάνουν απείρως την αδικίαν εις τον εαυτόν των και εις τους επιτρέποντας αυτά προφασιζόμενοι τους θεούς, οι οποίοι είναι ανώτεροί των, και τότε δικαίως όλη η πόλις να έχη την προκοπήν (!) τρόπον τινά των ασεβών.

Και λοιπόν τον νομοθέτην ο θεός θα τον κατακρίνη. Δηλαδή ας ορισθή αυτός ο νόμος, να μην έχη κανείς προσκυνήματα θεών εις την ατομικήν του κατοικίαν. Όστις δε αποδειχθή ότι έχει άλλα και ιερουργεί έξω από τα δημόσια, εάν μεν τα έχη κάποιος ανήρ ή γυνή, ο οποίος δεν έκαμε κανέν από τα μεγάλα και ανόσια έργα, τότε, όστις λάβη είδησιν ας τον καταγγείλη εις τους νομοφύλακας, αυτοί δε ας τον διατάξουν να μεταφέρη εις τα δημόσια προσκυνήματα τα ατομικά του, εάν δε δεν πείθεται, ας τον τιμωρήσουν έως ότου να μεταφερθούν. Εάν δε γίνη κανείς φανερός ότι διέπραξε ασέβειαν, όχι παιδικήν αλλά ανδρικήν, είτε διότι ετοποθέτησε προσκυνήματα εις ιδιόκτητά του μέρη, είτε διότι εθυσίασεν ο ίδιος δημοσίως εις οιουσδήποτε θεούς, επειδή θυσιάζει, ενώ δεν είναι καθαρός, ας τιμωρηθή διά θανάτου. Κατά πόσον δε είναι παιδικόν το σφάλμα ή όχι, ας το κρίνουν οι νομοφύλακες και τότε ας τον εγκαλέσουν εις το δικαστήριον και ας επιβάλουν εις αυτόν την ποινήν της ασεβείας.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΑ'.
23 of 81
28 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights