ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΑ'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα πλέον είναι ανάγκη να θέσωμεν την αρμόζουσαν τάξιν διά τας μεταξύ των πολιτών συναλλαγάς. Γενικόν δε μέτρον είναι το εξής. Μήτε κανείς να εγγίζη τα ιδικά μου χρήματα όσον είναι δυνατόν, μήτε πάλιν να μου πάρη και το ελάχιστον, χωρίς να με πείση. Συμφώνως δε με αυτά τα ίδια θα κάμω και εγώ ως προς τα χρήματα των άλλων, όταν έχω νουν σώφρονα.

Και λοιπόν λέγομεν ότι τον θησαυρόν πρώτον τον οποίον απεθήκευσε κανείς ως κειμήλιον διά τον εαυτόν του και τους ιδικούς του, αν δεν είναι από τους ιδικούς μου προπάτορας, τότε ούτε να τον εύρω θα ευχηθώ, ούτε, αν τον εύρω, θα τον μετακινήσω, ούτε πάλιν θα τον ανακοινώσω εις τους λεγομένους μάντεις, οι οποίοι οπωσδήποτε θα με συμβουλεύσουν να σηκώσω το αποθηκευμένον εις την γην. Διότι δεν είναι δυνατόν τόσον πολύ να ωφεληθώ ως προς την απόκτησιν χρημάτων, όσον θα προοδεύσω εις τον όγκον της αρετής της ψυχής και του δικαίου, εάν δεν πάρω τον θησαυρόν, αποκτών άλλο κτήμα απέναντι άλλου, καλλίτερον μέσα εις καλλίτερον μέρος, δηλαδή προτιμήσας την δικαιοσύνην μέσα εις την ψυχήν παρά τον πλούτον εις την περιουσίαν μου. Διότι και εις άλλα εφαρμόζεται καλώς η παροιμία να μη κινή κανείς τα ακίνητα, αλλά και εις αυτό ημπορεί να εφαρμοσθή ως έν από εκείνα. Πρέπει δε να πιστεύωμεν και εις τους λεγομένους περί αυτών μύθους, ότι δηλαδή διά την τεκνογονίαν δεν συμφέρουν τα τοιαύτα.

Όστις όμως φανή αμέριμνος διά τα τέκνα του και περιφρονήση τον νομοθέτην αυτού του νόμου, και όσα δεν απεθήκευσε ούτε ο ίδιος ούτε κανείς από τους πατέρας των πατέρων του τα σηκώση χωρίς να καταπείση τον αποθέσαντα, και ούτω πως καταστρέφει ωραιότατον νόμον και απλούστατον και διόλου αγενούς ανδρός νομοθεσίαν, ο οποίος είπε· «ό,τι δεν κατέθεσες μη το σηκώνεις», (7) και περιφρονήση αυτούς τους δύο νομοθέτας και σηκώση πράγμα που δεν απεθήκευσε αυτός, όχι κανέν μικρόν αλλά κάποτε υπερβολικόν πλήθος θησαυρού, αυτός τι πρέπει να πάθη; Και λοιπόν τι θα πάθη μεν από τους θεούς, ο θεός το ηξεύρει. Όστις όμως τον ιδή πρώτος, εάν μεν συμβή το τοιούτον μέσα εις την κεντρικήν πόλιν, ας το γνωστοποιήση εις τους αστυνόμους, εάν δε εις κανέν μέρος της πόλεως, εις τους αγορανόμους, εάν δε εις κανέν μέρος της άλλης χώρας εις τους αγρονόμους και τους άρχοντας αυτών. Αφού δε ειδοποιηθούν, ας στείλη να ερωτήση η πόλις τους Δελφούς. Και ό,τι αποφανθή ο θεός και διά τα χρήματα και διά τον μετακινήσαντα, αυτό ας εκτελέση η πόλις υπηρετούσα τας μαντείας του θεού. Και αν μεν ο καταδότης είναι ελεύθερος, ας αποκτήση υπόληψιν αρετής, εάν δε δεν καταδώση, ας αποκτήση φήμην κακίας. Εάν δε είναι δούλος, εάν μεν καταδώση, είναι πολύ ορθόν να γίνη ελεύθερος και να αποδώση η πόλις το αντίτιμόν του εις τον κύριόν του· εάν δε δεν καταδώση, ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Κατόπιν δε από αυτόν είναι καλόν να ακολουθήση και διά τα μικρά και διά τα μεγάλα είς και ο αυτός νόμος, ο εξής. Εάν κανείς αφήση κάπου ιδικόν του πράγμα εκουσίως ή ακουσίως, όστις το εύρη ας το αφήση εις την θέσιν του, φρονών ότι φυλάττει η ενοδία θεότης (η έφορος των οδών) τα τοιαύτα, τα οποία είναι αφιερωμένα εις την επιτήρησιν της θεότητος. Εάν όμως παραβαίνων κανείς ταύτα εξ απειθείας τα σηκώση και τα φέρη εις την οικίαν του, τότε, αν μεν είναι δούλος μικρού αντιτίμου και τον συναντήση κανείς όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάντα ετών, ας του δώση πολλούς ραβδισμούς. Εάν δε είναι κανείς ελεύθερος, εκτός του να θεωρήται κατά κοινήν γνώμην ακοινώνητος των νόμων, ας πληρώση το δεκαπλάσιον του αντιτίμου εις τον αφήσαντα το πράγμα εν τη οδώ.

Εάν δε κανείς κατακρίνη κάποιον ότι έχει κάτι από τα ιδικά του μέγα ή μικρόν, αυτός δε ομολογή μεν ότι το έχει, όχι όμως το ιδικόν του, τότε, εάν μεν είναι καταγραμμένον εις τα βιβλία των Αρχόντων το κτήμα συμφώνως με τον νόμον, ας προσκληθή ο κάτοχός του εις την αρχήν, και ας το καταθέση. Όταν δε φανερωθή, εάν μεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία εις ποίον ανήκει από τους διαφιλονικούντας αυτό, ας το πάρη αυτός και ας φύγη. Εάν δε είναι κανενός άλλου έξω από τους παρευρισκομένους, όποιος δώση αξιόπιστον εγγυητήν χάριν του απουσιάζοντος, ότι θα το παραδώση εις εκείνον, ας το σηκώση καθώς θα έκαμνε εκείνος. Εάν όμως το φιλονικούμενον δεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία των αρχόντων, ας κατατεθή μέχρι της δίκης πλησίον τριών αρχόντων εκ των γεροντοτέρων. Και αν το κρατημένον είναι σφαχτόν, όστις χάση την δίκην περί αυτού ας πληρώνη και την τροφήν του εις τους άρχοντας. Την δε υπόθεσιν να την δικάσουν εντός τριών ημερών οι άρχοντες.

Ας συμμαζεύη από οπουδήποτε τον δούλον του όστις θέλει, εάν έχη τας φρένας του, και ας τον κάμη ό,τι θέλει από όσα είναι ευσεβή. Αλλά ας συμμαζεύη και χάριν άλλου συγγενούς του ή φίλου τον φεύγοντα (δούλον) διά να ελευθερωθή. Εάν δε κάποιος προσπαθή να αποσπάση κανένα, διά να τον ελευθερώση ωσάν δούλον συμμαζευόμενον, τότε ας τον παραιτήση ο συμμαζεύων αυτόν, αλλά ο αποσπών αυτόν ας αφήση τρεις αξιοπίστους εγγυητάς και τότε ας τον αποσπάση, όχι όμως αλλέως. Εάν δε κανείς αποσπά έξω από αυτά, ας θεωρηθή ένοχος και, αν καταδικασθή, ας πληρώνη την διπλασίαν της σημειωθείσης βλάβης εις εκείνον, από τον οποίον τον απέσπασε.

Αλλά ας συμμαζεύη και τον απελεύθερον, εάν δεν περιποιήται τους απελευθερώσαντας αυτόν, ή περιποιείται όχι επαρκώς. Η περιποίησις είναι να συχνάζη τρεις φοράς τον μήνα ο απελευθερωθείς εις την οικίαν του απελευθερώσαντος και να ερωτά τι πρέπει να κάμη από ό,τι είναι δίκαιον και συγχρόνως δυνατόν. Και διά τον γάμον του να κάμη ότι εγκρίνει όστις υπήρξε άλλοτε κύριός του, να μη επιτρέπεται δε να γίνη πλουσιώτερος από τον απελευθερώσαντα. Το δε πλεόνασμα ας γίνεται κτήμα του κυρίου του. Να μη μένη δε περισσότερον από είκοσι έτη ο απολυθείς, αλλά καθώς και οι άλλοι ξένοι να απέλθη, αφού λάβη την περιουσίαν του, εκτός εάν πείση και τους άρχοντας και τον απελευθερώσαντα. Εάν δε κανείς απελεύθερος ή από τους άλλους ξένους αποκτήση περιουσίαν περισσοτέραν από το τρίτον τίμημα, (τάξις) από την ημέραν που θα συμβή αυτό εντός τριάντα ημερών ας λάβη τα ιδικά του και ας αναχωρήση, και ας μη δίδεται καμμία άδεια διαμονής πλέον εις αυτόν από τους άρχοντας. Εάν δε κανείς απειθήσας εις αυτούς εγκαλεσθή εις το δικαστήριον και καταδικασθή, ας τιμωρηθή διά θανάτου και τα χρήματά του ας γίνουν δημόσια. Αι δε τιμωρίαι αυτού ας γίνωνται εις τας φυλετικάς δίκας, εάν δεν απαλλαχθούν από τας καταγγελίας προηγουμένως ενώπιον των γειτόνων ή εις τα κατ' εκλογήν δικαστήρια.

Εάν δε εγγίζη ως ιδικόν του κανέν ζώον ή οτιδήποτε άλλο από τα πράγματά του, ας το επιστρέψη ο κρατών αυτό εις τον πωλήσαντα ή εις τον δωρήσαντα αυτό με τρόπον αξιόχρεον και νόμιμον ή άλλον έγκυρον τρόπον εντός μεν τριάντα ημερών εις τον πολίτην ή και τον μέτοικον της πόλεως, εις δε τον ξένον εντός πέντε μηνών (ας το παραδώση), αλλά το μέσον της προθεσμίας να αποτελή ο μην των χειμερινών τροπών του ηλίου.

Όσα δε κανείς ανταλλάσσει αγοράζων ή πωλών εις άλλον, ας παραδίδη το πράγμα εις το ιδιαιτέρως ωρισμένον προς τούτο μέρος της αγοράς δι' έκαστον και ας λάβη αμέσως το αντίτιμον διά να ξεκάμη, όχι όμως εις κανέν άλλο μέρος, ούτε επί πιστώσει να κάμη κανενός πράγματος πώλησιν ή αγοράν. Εάν δε με άλλον τρόπον ή εις άλλους τόπους ανταλλάσση κανείς με άλλον οτιδήποτε απέναντι οποιουδήποτε πράγματος, μόνον αν έχη πεποίθησιν εις το πρόσωπον, με το οποίον συναλλάσσεται, ας κάμη αυτά, έχων υπ' όψει του ότι δεν υπάρχουν δίκαι συμφώνως με τους νόμους διά τα πωληθέντα συμφώνως με αυτόν τον τελευταίον τρόπον που λέγομεν.

Όσον δε διά τα δάνεια όστις θέλει ας δανείζεται από τους φίλους του. Εάν όμως συμβή καμμία φιλονικία περί του δανείου, ας κανονίσουν αυτοί μόνοι των έχοντες υπ' όψει ότι δεν επιτρέπονται δίκαι περί τοιούτων ζητημάτων εις κανένα με κανένα τρόπον.

Όστις δε πωλήση τοις μετρητοίς και λάβη αντίτιμον του πράγματος όχι κατώτερον των πενήντα δραχμών, ας μένη υποχρεωτικώς εντός της πόλεως δέκα ημέρας, ο δε αγοραστής ας γνωρίζη την κατοικίαν του πωλητού μη τυχόν έχη κανέν παράπονον εναντίον του, καθώς συμβαίνει συνήθως εις τοιαύτα ζητήματα και χάριν των επιστροφών, αι οποίαι γίνονται συμφώνως με τους νόμους. Η δε νόμιμος επιστροφή ή όχι ας συμβαίνη ως εξής. Εάν κανείς πωλήση δούλον πάσχοντα από φθίσιν, από λιθίασιν, από στραγγουρίαν, ή από την λεγομένην ιεράν νόσον (σεληνιασμόν) ή και από καμμίαν άλλην άγνωστον εις τους περισσοτέρους ασθένειαν χρονίαν και ανίατον σωματικήν ή ψυχικήν, τότε, εάν μεν τον πωλήση εις ιατρόν ή γυμναστήν, ας μη επιτραπή εις αυτόν να επιτύχη επιστροφήν, ούτε εάν κανείς ομολογήση την αλήθειαν πριν τον πωλήση εις κάποιον. Εάν όμως τον πωλήση κανείς τεχνίτης εις ιδιώτην, τότε όστις τον αγοράση ας τον επιστρέψη εντός εξαμήνου, εκτός όταν πάσχη από ιεράν νόσον. Δι' αυτήν δε ας επιτρέπεται να γίνη η επιστροφή εντός ενός έτους. Ας εικασθούν δε και οι δύο εμπρός εις ιατρούς, όσους εκλέξουν και οι δύο εκ συμφώνου. Όστις δε χάση την δίκην, ας πληρώση το διπλάσιον του αντιτίμου της πωλήσεως. Εάν δε επώλησε ιδιώτης προς ιδιώτην να επιτρέπεται μεν επιστροφή καθώς ελέχθη και διά τους προηγουμένους, επίσης δε και δίκη, αλλά όστις χάση την δίκην ας πληρώση το αντίτιμον εις το απλούν. Εάν δε πωλήση κανείς φονέα εν γνώσει και του πωλητού και του αγοραστού, ας μη επιτυγχάνη επιστροφήν διά τοιαύτην πώλησιν, εάν όμως εν αγνοία του αγοραστού, τότε να γίνεται η επιστροφή οιανδήποτε ώραν το αντιληφθή κανείς από τους αγοραστάς, η δε κρίσις να γίνη ενώπιον πέντε νομοφυλάκων, των νεωτέρων από όλους, αν δε αποδειχθή δικαστικώς ότι το εγνώριζε, τότε και τας οικίας του αγοραστού ας καθαρίση συμφώνως με τον νόμον του ερμηνευτού και ας πληρώση εις τον αγοραστήν το τριπλάσιον του αντιτίμου.

Όστις δε ανταλλάσσει ή νόμισμα απέναντι νομίσματος ή κανέν οποιονδήποτε ζώον ή πράγμα άψυχον, ας δίδη πάντοτε συμφώνως με τους νόμους και ας λαμβάνη ακίβδηλα πράγματα. Ως προοίμιον δε καθώς εις τους άλλους νόμους, ας παραδεχθώμεν και διόλην αυτήν την κακίαν το εξής. Έκαστος οφείλει να γνωρίζη ότι υπάγεται εις την ιδίαν κατηγορίαν η κιβδηλεία και το ψεύδος και η απάτη, και είναι εκείνη, διά την οποίαν πολύ κακώς οι περισσότεροι συνηθίζουν να εφαρμόζουν την διάδοσιν ότι, εάν γίνεται εις κατάλληλον ευκαιρίαν το τοιούτον, ημπορεί να έχη την θέσιν του πολλάκις, οι οποίοι όμως αφήνουν απροσδιόριστον το επίκαιρον και το πού και πότε και με αυτήν την εκφρασιν πολύ ζημιώνονται και ζημιώνουν άλλους.

Εις τον νομοθέτην δε δεν επιτρέπεται να αφήση τούτο απροσδιόριστον, αλλά πρέπει να το διασαφήση εντός μεγαλειτέρων ή μικροτέρων ορίων. Και λοιπόν και τώρα ας το ορίσωμεν. Κανείς ποτε ας μη μεταχειρισθή ούτε ψεύδος ούτε απάτην ούτε κανέν αντικείμενον κίβδηλον ούτε με λόγον ούτε με έργα επικαλούμενος συγχρόνως τους θεούς, εάν δεν θέλη να γίνη ο πλέον θεομίσητος άνθρωπος. Τοιούτος δε είναι όστις ορκίζεται ψευδείς όρκους και δεν σκοτίζεται διόλου διά τους θεούς, κατά δεύτερον δε λόγον όστις ψεύδεται ενώπιον των ανωτέρων του. Ανώτεροι δε είναι οι καλλίτεροι απέναντι των χειροτέρων και οι γέροντες απέναντι των νέων. Διά τούτο και οι γονείς είναι ανώτεροι από τα τέκνα και οι άνδρες από τας γυναίκας και τα παιδία και οι άρχοντες από τους αρχομένους. Τούτους δε πρέπει όλοι να τους σέβωνται και εις όλα τα άλλα αξιώματα και μάλιστα εις τα πολιτικά, χάριν των οποίων συνέπεσε το ζήτημα τούτο. Δηλαδή πας άνθρωπος της αγοράς, ο οποίος κιβδηλοποιεί κάτι, ψεύδεται και απατά και επικαλούμενος τους θεούς ορκίζεται συμφώνως με τους νόμους των αγορανόμων χωρίς ούτε τους ανθρώπους να εντρέπεται ούτε τους θεούς να σέβεται. Και βεβαίως είναι καλή πράξις να μη μιαίνη κανείς ευκόλως τα ονόματα των θεών, αλλά να ευρίσκεται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα συνήθως οι περισσότεροι ως προς την καθαρότητα και τον εξαγνισμόν προς τους θεούς.

Εάν όμως οπωσδήποτε δεν υπακούη κανείς, ας υπάρχη ο εξής νόμος. Όστις πωλεί οτιδήποτε εις την αγοράν, ας μην ειπή ποτέ του δύο τιμάς διά τα πωλούμενα, αλλά ας λέγη ωρισμένην τιμήν, και αν δεν επιτύχη αυτήν, είναι ορθόν να το αποσύρη, και αυτήν την ιδίαν ημέραν δεν πρέπει να ορίση ούτε μεγαλιτέραν ούτε μικροτέραν τιμήν. Ας λείπη δε πας έπαινος και όρκος διά τα πωλούμενα πράγματα. Εάν δε κανείς δεν υπακούη εις αυτά, όστις τον επιτύχη από τους πολίτας, χωρίς να είναι κάτω των τριάντα ετών εις την ηλικίαν, αν θέλη να τιμωρήση τον ορκιζόμενον, ας τον κτυπά χωρίς να φοβηθή τίποτε κακόν, αν δε αμελήση και δεν υπακούση, ας κατακριθή ως προδότης των νόμων. Εκείνον δε που πωλεί κανέν κίβδηλον και δεν ημπορεί να υπακούση εις τους λόγους τούτους, όστις τον επιτύχη από τους γνωστούς, εάν είναι ικανός να τον εξελέγξη, ας τον εξελέγξη εμπρός εις τους άρχοντας, και αν μεν είναι δούλος ή μέτοικος, ας πάρη το κίβδηλον αντικείμενον, ο δε πολίτης, εάν μεν δεν τον εξελέγξη, ας δυσφημισθή ως κακός, διότι στερεί τους θεούς τα δικαιώματά των, εάν δε τον εξελέγξη, ας το αφιερώση εις τους θεούς, οι οποίοι προστατεύουν την αγοράν. Όστις δε αποδειχθή ότι πωλεί κανέν τοιούτον, εκτός της στερήσεως του κιβδήλου, όσας δραχμάς ζητήση διά το πωλούμενον, τόσας φοράς ας ξυλισθή με την μάστιγα από τον κήρυκα εις την αγοράν, αφού αυτός διαλαλήση διά ποίον λόγον πρόκειται να ξυλισθή. Δι' όλας δε τας κιβδηλοποιήσεις και τας κακουργίας των πωλητών ας λάβουν πληροφορίας από τους ειδικούς και οι αγορανόμοι και οι νομοφύλακες και ας γράψουν εις μίαν στήλην τι πρέπει να κάμη ο πωλητής και τι όχι και ας τα τοποθετήσουν εμπρός από το αγορανομείον, διά να χρησιμεύσουν ως νόμοι σαφείς διά την κίνησιν της αγοράς.

Όσον δε διά τους αστυνόμους ωμιλήσαμεν αρκετά εις τα προηγούμενα, εάν όμως φανή καμμία πρόσθετος ανάγκη, ας την ανακοινώσουν εις τους νομοφύλακας και αφού γράψουν ό,τι νομισθή ελλιπές, ας τοποθετήσουν επάνω εις μίαν στήλην εντός της αστυνομίας και τα πρώτα και τα δεύτερα θεσπίσματα αυτής της αρχής.

Αμέσως δε κατόπιν από τας κιβδηλοποιήσεις έρχεται το επάγγελμα της καπηλείας. Αφού δε γενικώς δώσωμεν περί αυτών συμβουλήν και λόγον, κατόπιν θα θέσωμεν τον νόμον. Δηλαδή όλη η καπηλεία εδημιουργήθη εις τας πόλεις όχι προς βλάβην, όταν είναι σύμφωνος με την φύσιν, αλλά όλως το αντίθετον. Διότι βεβαίως πώς δεν είναι ευεργετικός πας όστις οποιανδήποτε περιουσίαν η οποία είναι ασύμμετρος και ανώμαλος την κάμνει ομαλήν και συμμετρικήν; Αυτό πρέπει να δεχθώμεν ότι κάμνει και η δύναμις του νομίσματος, και ο έμπορος πρέπει να φρονούμεν ότι δι' αυτό προωρίσθη και ο μισθωτός και ο ξενοδόχος και ότι όλοι αυτοί, οι οποίοι είναι άλλοι κοσμιώτεροι και άλλοι κάπως απειρόκαλοι, αυτόν τον προορισμόν έχουν βεβαίως, να προμηθεύουν ευκολίας εις όλους διά τας ανάγκας των και εξομάλυνσιν των περιουσιών. Τότε λοιπόν ποία είναι η αιτία διά να θεωρούνται αυτά τα επαγγέλματα όχι καλά και τι συνέτεινε εις το να δυσφημισθούν, ας το εξετάσωμεν, ώστε, και αν όχι εις το σύνολόν του, τουλάχιστον εις μερικά του μέρη να ημπορέσωμεν να το θεραπεύσωμεν με τον νόμον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό το ζήτημα δεν φαίνεται μικρόν ούτε έχει ανάγκην ολίγης ικανότητος. Αλλά πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φίλε Κλεινία, πολύ μικρά τάξις ανθρώπων και εκ φύσεως ολίγη και με τελείαν ανατροφήν μορφωμένη, όταν έλθη εις την ανάγκην και επιθυμίαν κανενός πράγματος, έχει την ικανότητα να συγκρατήται εις το ορθόν μέτρον, και όταν της δοθή ευκαιρία να λάβη πολλά χρήματα, είναι νηφάλιος και προτιμά από το πολύ το μέτριον. Τα πλήθη όμως των ανθρώπων όλως αντιθέτως διάκεινται από αυτούς, δηλαδή και αι ανάγκαι των είναι υπέρμετροι και, ενώ επιτρέπεται να κερδίσουν τα μέτρια, προτιμούν να κερδίσουν απλήστως. Διά τούτο λοιπόν όλαι αι τάξεις αι ασχολούμεναι εις την καπηλείαν και το εμπόριον και τα ξενοδοχικά είδη εσυκοφαντήθησαν και περιέπεσαν εις εξευτελιστικούς ονειδισμούς. Διότι, εάν κανείς (πράγμα το οποίον δεν εύχομαι να γίνη ποτέ ούτε ημπορεί να γίνη) υποχρεώση — αυτό είναι κωμικόν βεβαίως να το ειπή κανείς, αλλ' όμως θα το ειπούμεν — να γίνουν ξενοδόχοι οι καλλίτεροι άνδρες εις όλα τα μέρη δι' ολίγον καιρόν, ή να γίνουν κάπηλοι, ή να κάμουν κανέν παρόμοιον επάγγελμα, ή γυναίκες από καμμίαν ανάγκην της ειμαρμένης να λάβουν μέρος εις αυτάς τας βιωτικάς ασχολίας, τότε ήτο δυνατόν να εννοήσωμεν πόσον είναι αγαπητόν και προσφιλές έκαστον από αυτά και πόσον, εάν εγίνετο με λογικήν και με τρόπον αδιάφθορον, θα εξετιμώντο όλα αυτά τα επαγγέλματα με γόητρον μητρός και τροφού. Τόρα όμως, αφού έκαστος χάριν καπηλείας ιδρύει εις έρημα μέρη οικοδομάς και όπου υπάρχουν μακρινοί δρόμοι προς όλας τας διευθύνσεις, και υποδέχεται μέσα εις αναπαυτικά καταλύματα ταξιδιώτας ευρισκομένους εις στενοχωρίαν ή ωθουμένους από την αγρίαν βίαν των κακοκαιριών, παρέχων καλοκαιρινήν ανάπαυσιν ή εις τους καύσωνας αναψυχήν, κατόπιν όμως δεν προσφέρει εις αυτούς φιλοξενίας ως προς φίλους συμφώνως με την υποδοχήν, αλλά ωσάν εχθρούς αιχμαλώτους υποχειρίους τους ελευθερώνει απέναντι μιαρωτάτων και αδίκων και ακαθάρτων λύτρων, όλα αυτά και τα παρόμοια αισχρά πραξικοπήματα εναντίον όλων αυτών συνετέλεσαν να συκοφαντηθή η βοήθεια η παρεχομένη εις τους ευρισκομένους εις απορίαν. Δι' όλα αυτά λοιπόν πρέπει να εύρη φάρμακον ο νομοθέτης.

Και βεβαίως είναι ορθόν και παλαιόν το ρητόν ότι είναι δύσκολον να πολεμή κανείς προς δύο πράγματα και μάλιστα αντίθετα, καθώς συμβαίνει εις τας ασθενείας και εις άλλας πολλάς περιπτώσεις. Ωρισμένως δε και τόρα η εναντίον αυτών μάχη είναι εναντίον δύο, δηλαδή της πτωχείας και του πλούτου, εκ των οποίων αυτός μεν διέφθειρε την ψυχήν των ανθρώπων με την τρυφηλότητα, εκείνη δε με τα βάσανα παρωθεί αυτήν εις την αναίδειαν. Λοιπόν ποία θεραπεία ημπορεί να ευρεθή διά την ασθένειαν αυτήν εις μίαν νοήμονα πόλιν; Πρώτον μεν να υπάρχη όσον το δυνατόν περιωρισμένον το γένος των καπήλων. Έπειτα να ανατίθεται εις ανθρώπους, οι οποίοι εάν διαφθαρούν, δεν θα προκύψη μεγάλη καταστροφή εις την πόλιν. Τρίτον δε πρέπει οι ίδιοι οι μετέχοντες των επαγγελμάτων αυτών να εύρουν τρόπον να μη μεταδίδωνται ευκόλως τα ήθη της αναιδείας και της δουλοπρεπούς ψυχής.

Κατόπιν λοιπόν από αυτό το προοίμιον ας ορισθή με το καλό ο εξής νόμος. Από τους Μάγνητας, τους οποίους ο ευνοϊκός θεός τους συνοικίζει και πάλιν, όσοι είναι γεωμόροι ανήκοντες εις τας πέντε χιλιάδας σαράντα κατοικίας, ας μη γίνη κανείς κάπηλος ούτε εκουσίως ούτε ακουσίως, ούτε έμπορος ούτε να αναλάβη καμμίαν υπηρεσίαν εις ιδιώτας μη ίσους με αυτόν, εκτός του πατρός του και της μητρός του και των άλλων ανιόντων συγγενών και όλων των γεροντοτέρων του όσοι είναι ελεύθεροι ελευθέρως.

Το δε ελευθερόφρον και το δουλοπρεπές με ακρίβειαν μεν δεν είναι εύκολον να το ορίσωμεν διά νόμου, ας κρίνεται όμως από τους θεωρηθέντας ως αρίστους εις την αγάπην του πρώτου και αποστροφήν του δευτέρου. Οποιοσδήποτε δε λάβη μέρος εις την καπηλείαν με οποιονδήποτε τέχνασμα, ας τον καταγγέλλη ως καταισχύνοντα το γένος του ο βουλόμενος προς τους θεωρουμένους ως πρώτους, εάν δε κριθή ότι καταρρυπαίνει με ανάξιον επάγγελμα την πατρικήν του οικίαν, ας υποβληθή εις τα δεσμά έν έτος, διά να απομακρυνθή από αυτό, και αν το επαναλάβη πάλιν, τότε ας δεθή δύο έτη, και εις πάσαν ενοχοποίησίν του ας εξακολουθή να διπλασιάζη τον προηγούμενον χρόνον της ποινής.

Δεύτερος όμως νόμος ας ορισθή ο εξής. Πρέπει να είναι μέτοικος ή ξένος όστις πρόκειται να γίνη κάπηλος. Τρίτος δε, ότι, διά να είναι όσον το δυνατόν καλός ή όσον το δυνατόν ολιγώτερον κακός ο τοιούτος συγκάτοικος της πόλεώς μας, πρέπει οι νομοφύλακες να είναι φύλακες όχι μόνον εκείνων, τους οποίους είναι εύκολον να προφυλάξουν διά να μη γίνουν παράνομοι και κακοί, δηλαδή όσοι είναι εκ φύσεως και εξ ανατροφής καλοί, αλλά τους αντιθέτους και τους επαγγελλομένους επαγγέλματα, τα οποία έχουν ροπήν κάπως ισχυράν διά να τους παρακινούν να γίνουν κακοί, πρέπει να προφυλάττουν περισσότερον. Αφού λοιπόν η καπηλεία είναι πολυειδής και περιλαμβάνει πολλά παρόμοια επαγγέλματα, δι' όσα κριθούν από αυτά ως απαραίτητα να μείνουν εις την πόλιν, πρέπει να συνεδριάσουν πάλιν οι νομοφύλακες μετά των πραγματογνωμόνων εις έκαστον είδος καπηλείας, καθώς διετάξαμεν προηγουμένως ως προς την κιβδηλοποιίαν, η οποία είναι συγγενές έργον με αυτήν, και αφού συνεδριάσουν να συσκεφθούν ποίον κέρδος είναι ορθόν να δίδη εις τον κάπηλον η αγορά και η κατανάλωσις, αφού δε καταγράψουν να θεσπίσουν την ορισθείσαν αγοράν και κατανάλωσιν και να φυλάττουν την καταγραφήν και οι αγορανόμοι και οι αστυνόμοι και οι αγρονόμοι. Και τότε πλέον η καπηλεία σχεδόν θα ωφελή όλους, πολύ δε ολίγον θα ημπορή να βλάπτη τους χρησιμοποιούντας αυτήν εντός των πόλεων.

Όσα κανείς ομολογεί ότι τα εσυμφώνησε, αλλά δεν τα εκτελεί συμφώνως με την συμφωνίαν, να υπάρχουν δίκαι περί μη εκτελέσεως της συμφωνίας εις τα φυλετικά δικαστήρια, εάν εις την διαιτησίαν ή εμπρός εις τους γείτονας δεν ημπορούν προηγουμένως να συμβιβασθούν δι' όλα, εκτός μόνον δι' όσα εμποδίζουν οι νόμοι ή κανέν ψήφισμα, ή όσα κανείς συμφωνήση εκβιασθείς από καμμίαν άδικον υποχώρησιν.

Είναι δε η τάξις των τεχνιτών ιερά υπό την προστασίαν του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οι οποίοι επροίκισαν την ζωήν μας με διαφόρους τέχνας, επίσης δε του Άρεως και της Αθηνάς, οι οποίοι επενόησαν άλλας αμυντικάς τέχνας διά να σώζουν τα έργα των τεχνιτών. Δικαίως δε και η τάξις αυτών προστατεύεται από αυτούς τους θεούς. Αυτοί λοιπόν όλοι διαρκώς προστατεύουν την χώραν και τον δήμον, οι μεν πρώτοι ως κυρίαρχοι των πολεμικών αγώνων, οι δε δεύτεροι αποτελειώνοντες την κατασκευήν των εμμίσθων οργάνων και των έργων. Αυτοί λοιπόν ως προς αυτά δεν πρέπει να ψεύδωνται, σεβόμενοι τους θεούς τους προγόνους αυτών. Εάν λοιπόν τόρα κανείς από τους τεχνίτας δεν τελειώση εις τον συμφωνημένον χρόνον έν έργον από κακίαν, χωρίς να σεβασθή διόλου τον βιοδότην θεόν, και φρονών ότι ως ιδικός του ο θεός θα τον συγχωρήση, μη έχων διανοητικήν όρασιν, αυτός πρώτον μεν θα υποστή τιμωρίαν χάριν του θεού, εκτός δε τούτου, δι' αυτόν ας υπάρχη ο εξής νόμος. Ας πληρώση το αντίτιμον του έργου, διά το οποίον ηπάτησε τον παραγγελιοδότην του, και πάλιν εξ αρχής ας το εκτελέση δωρεάν εις τον συμφωνημένον χρόνον.

Και εις τον αναλαμβάνοντα μίαν εργασίαν ο παρών νόμος συμβουλεύει τα ίδια, τα οποία συνεβούλευσε και εις τον πωλητήν, δηλαδή να μη προσπαθή να ζητήση μεγαλίτερον αντίτιμον, αλλά όσον το δυνατόν μόνον την αξίαν του πράγματος, Το ίδιον λοιπόν και διά τον αναλαμβάνοντα μίαν εργασίαν.

Διότι ο τεχνίτης βεβαίως γνωρίζει την αξίαν. Εις τας πόλεις λοιπόν των ελευθέρων δεν πρέπει με την τέχνην του, η οποία είναι καθάρειον και ανόθευτον πράγμα εκ φύσεως, να προσπαθή ο ίδιος τεχνίτης να εξαπατήση με τεχνάσματα τους ιδιώτας, αλλά να υπάρχη εκδίκησις δι' αυτά εις τον αδικούμενον απέναντι του αδικούντος.

Εάν δε πάλιν κανείς παρήγγειλε έν έργον εις τεχνίτην και δεν πληρώνη το αντιμίσθιόν του ακριβώς όπως έγινε η νόμιμος συμφωνία, και ασεβή προς τον Δία τον πολιούχον και Αθηνάν, οι οποίοι προστατεύουν την πολιτείαν και από μανίαν δι' ολίγον κέρδος καταλύει μεγάλας επικοινωνίας, ας υπάρχη ο νόμος βοηθός μαζί με τους θεούς εις την αλληλεγγύην της πόλεως.

Δηλαδή όστις έλαβε πρώτος το έργον από τον τεχνίτην και δεν πληρώνη το αντιμίσθιόν του εις την συμφωνηθείσαν προθεσμίαν, ας πληρώση το διπλάσιον.

Εάν δε διαρρεύση ολόκληρον έτος, ενώ όλα τα άλλα οφειλόμενα χρήματα δεν φέρουν κανένα τόκον, αυτός ας πληρώση δι' εκάστην δραχμήν κατά μήνα ένα οβολόν, αι δε δίκαι αυτών να γίνωνται εις τα φυλετικά δικαστήρια.

Είναι δε δίκαιον και περί της διασώσεως των πολεμικών τεχνιτών, δηλαδή των στρατηγών και όσοι είναι τεχνίται εις τοιαύτα πράγματα, να ειπούμεν εν παρέργω ότι γενικώς τους ενθυμήθημεν μαζί με τους τεχνίτας, διότι και αυτοί είναι τεχνίται καθώς εκείνοι. Λοιπόν, εάν και από αυτούς κανείς αναλάβη είτε εκουσίως είτε κατά διαταγήν έν δημόσιον έργον και το εκτελέση καλώς, ο δε δήμος αποδώση τας τιμάς δικαίως, αι οποίαι είναι ως μισθοί διά τους πολεμικούς άνδρας, τότε ο νόμος δεν θα παύση ποτέ να εγκωμιάζη αυτόν (τον δήμον). Εάν όμως αποκτήση κανέν καλόν έργον εκ των πολεμικών χωρίς να αποδώση τας τιμάς, ο νόμος θα τον κατακρίνη. Λοιπόν ας υπάρχη αυτός ο νόμος εις ημάς ανάμικτος με έπαινον, και συμβουλευτικός, όχι όμως υποχρεωτικός διά το πλήθος των πολιτών, να τιμά κατά δεύτερον λόγον τους αγαθούς άνδρας, όσοι είναι σωτήρες όλης της πόλεως είτε με την ανδρείαν των είτε με πολεμικάς εφευρέσεις. Διότι βεβαίως κατά πρώτον λόγον το μεγαλίτερον βραβείον πρέπει να δοθή εις εκείνους, οι οποίοι θα ημπορέσουν να εκτιμήσουν εξόχως τους γραπτούς νόμους των αγαθών νομοθετών.

Και λοιπόν τα μεγαλίτερα συμβόλαια όσα συνομολογούν μεταξύ των οι άνθρωποι, εκτός βεβαίως των ορφανικών και των επιτροπικών περί επιμελείας των ορφανών, σχεδόν ωρίσθησαν από ημάς. Τόρα λοιπόν, κατόπιν από εκείνα που είπαμεν, είναι ανάγκη να ορίσωμεν οπωσδήποτε αυτά. Αφορμή δε δι' όλα αυτά είναι αι επιθυμίαι των μελλοθανάτων να κάμουν διαθήκην και αι περιπέτειαι εκείνων, οι οποίοι δεν άφησαν απολύτως καμμίαν διαθήκην. Ανέφερα δε την λέξιν ανάγκη, φίλε Κλεινία, διότι έλαβα υπ' όψιν την δυστροπίαν και την δυσκολίαν αυτών. Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν και να αφήσωμεν αυτό το ζήτημα ατακτοποίητον. Δηλαδή έκαστος πολλά θα εθέσπιζε και όλοι διαφορετικά μεταξύ των και αντιθέτως και με τους νόμους και με τα ήθη των ζώντων και με τα ιδικά των προηγούμενα, πριν να φθάσουν εις την στιγμήν της διαθήκης, εάν κανείς τους έδιδε το δικαίωμα να είναι απολύτως έγκυρος η διαθήκη, την οποίαν θα εκτελέση κανείς με οποιανδήποτε ψυχικήν κατάστασιν εις το τέλος της ζωής του. Διότι κάπως είμεθα ανόητοι και χαϊδευμένοι οι περισσότεροι, όταν πλέον νομίζωμεν ότι πρόκειται να αποθάνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Ξένε;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Είναι δύσκολον πράγμα, φίλε Κλεινία, ο άνθρωπος που πρόκειται να αποθάνη, και επιφορτίζει εις τους νομοθέτας λόγον πάρα πολύ φοβερόν και δύσκολον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή θέλει εις όλα αυτός να έχη κύρος, συνηθίζει να ομιλή με οργήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι φρίκη, θεέ μου, φωνάζει αυτός, εάν τα ιδικά μου πράγματα δεν έχω δικαίωμα να τα δώσω εις όποιον θέλω ή όχι, και εις άλλον περισσότερα και άλλον ολιγώτερα εξ όλων όσοι εδείχθησαν εις εμέ κακοί και όσοι αγαθοί, βασανισθέντες αρκετά εις τας ασθενείας μου, άλλοι δε εις τα γηρατειά μου και εις άλλας διαφόρους περιπετείας μου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν δεν σου φαίνονται, καλέ Ξένε, ότι έχουν δίκαιον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μου φαίνεται, φίλε Κλεινία, ότι οι παλαιοί νομοθέται ήσαν μαλθακοί και ότι ενομοθέτησαν βλέποντες και σκεπτόμενοι εις μικράν έκτασιν των ανθρωπίνων πραγμάτων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή εφοβούντο αυτόν τον λόγον, αγαπητέ μου, έθεσαν τον εξής νόμον, να έχη δικαίωμα έκαστος να διαθέση τα πράγματά του απολύτως όπως θέλει, εγώ όμως και συ θα απαντήσωμεν αρμονικότερα εις τους μελλοθανάτους πολίτας μας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

θα ειπούμεν: Καλοί μας φίλοι και κυριολεκτικώς εφήμεροι, εις αυτήν την στιγμήν σας είναι δύσκολον να γνωρίζετε τα ιδικά σας πράγματα και προ πάντων να γνωρίζετε τον εαυτόν σας, καθώς λέγει και το επίγραμμα των Δελφών (γνώθι σαυτόν). Εγώ λοιπόν που είμαι νομοθέτης ούτε εσάς σας θεωρώ ότι ανήκετε εις τον εαυτόν σας ούτε αυτήν την περιουσίαν, αλλά εις ολόκληρον την γενεάν σας και την προγενεστέραν και την μεταγενεστέραν, και πολύ περισσότερον εις την πόλιν ανήκει και το γένος σας και η περιουσία σας. Και αφού αυτά είναι ούτω πως δεν θα συγκατατεθώ μαζί σας εκουσίως, εάν κανείς με τας θωπείας μέσα εις την τρικυμίαν της ασθενείας σας και εκ του γήρατός σας σάς καταπείση να διαθέσετε τα υπάρχοντά σας έξω από το δίκαιον, αλλ' ό,τι είναι και δι' όλην την πόλιν το καλλίτερον και διά το γένος σας, αυτό έχων υπ' όψει μου θα νομοθετήσω, θέτων το συμφέρον εκάστου ατόμου εις κατωτέραν θέσιν. Σεις δε με ευσπλαγχνίαν και ευμένειαν προς ημάς είθε να απέλθετε όπου τόρα απέρχεσθε συμφώνως με την ανθρωπίνην φύσιν. Ημείς δε θα φροντίσωμεν ως κηδεμόνες δι' όλους τους ιδικούς σας και όχι μόνον διά μερικούς. Αυτά λοιπόν ας είναι ως συμβουλαί και ως πρόλογος και των ζώντων και των μελλοθανάτων, φίλε Κλεινία, νόμος δε ας είναι ο εξής. Όστις γράφει διαθήκην διαθέτων τα πράγματά του και είναι πατήρ τέκνων, πρώτον μεν όποιον από τους υιούς κρίνει άξιον να γίνη κληρονόμος του ας το γράψη. Από δε τα άλλα του τέκνα, εάν μεν παρέχει κανέν εις άλλον προς υιοθεσίαν και εκείνος το δέχεται, ας γράψη και αυτό. Εάν, δε περισσεύη κανείς από τους υιούς του, ο οποίος δεν υιοθετήθη διά κανένα κλήρον, και ο οποίος υπάρχει ελπίς να σταλή κατά τον νόμον εις καμμίαν αποικίαν, εις αυτόν ας έχη το δικαίωμα ο πατήρ να δώση από τα άλλα χρήματά του όσα θέλει, έξω από τον πατρικόν κλήρον και από όλας τας πέριξ αυτού εγκαταστάσεις, και αν είναι υιοί περισσότεροι, ας μοιράση ο πατήρ εις έκαστον όπως θέλει τα περισσεύματα έξω από τον κλήρον.

Όποιος δε από τους υιούς έχει ήδη αποκατασταθή εις κατοικίαν, εις αυτόν να μη δίδη μέρος από τα χρήματα. Ομοίως δε και εις την θυγατέρα του, εις την οποίαν υπεσχέθη τις ότι θα γίνη σύζυγός της, να μη δώση τίποτε ο πατήρ, εις την μη έχουσαν δε υπόσχεσιν γάμου, να δώση. Εάν δε εις κανένα από τους υιούς ή τας θυγατέρας παρουσιασθή κανείς κλήρος παραχωρηθείς κατόπιν της διαθήκης εκείνης, ας τον αφήση αυτός εις τον κληρονόμον του διαθέτου της διαθήκης. Εάν δε δεν αφήση άρρενα τέκνα αλλά θήλεα ο διαθέτης, ας ορίση ως άνδρα δι' οποιανδήποτε θυγατέρα του οποιονδήποτε θέλει και ως υιόν του ας του αφήση γραπτώς την κληρονομίαν. Εάν δε ο υιός κανενός αποθάνη εις παιδικήν ηλικίαν, πριν να γίνη ενήλιξ, είτε γνήσιος είναι είτε υιοθετημένος, ας γράψη και δι' αυτήν την περίπτωσιν ο διαθέτης ποίος πρέπει να γίνη υιός του υπό καλλιτέρους οιωνούς. Εάν δε κανείς, είναι εντελώς άτεκνος και γράφη διαθήκην, ας αφαιρέση από τα ιδικά του μέρη το δεκατημόριον και ας το δωρήση εις όποιον θέλει. Όλα δε τα άλλα ας τα παραδώση εις τον υιοθετημένον και ας κάμη αυτόν αμέμπτως ευγνώμονα υιόν συμφώνως με τον νόμον.

Όταν δε κανενός οι παίδες έχουν ανάγκην επιτρόπων, εάν μεν αποθάνη αφήσας διαθήκην και ορίσας επιτρόπους διά τους παίδας ανθρώπους οι οποίοι θέλουν και ομολογούν ότι θα επιτροπεύσουν οποιουσδήποτε και οσουσδήποτε θέλει συμφώνως με αυτό το άρθρον της διαθήκης, ας είναι έγκυρος η εκλογή των επιτρόπων. Εάν όμως ή απολύτως δεν γράψη διαθήκην, όταν αποθάνη, ή είναι ελλιπής εις την εκλογήν των επιτρόπων, τότε να είναι έγκυροι επίτροποι οι πλησιέστεροι συγγενείς του πατρός και της μητρός και είς από τους φίλους του αποθανόντος, αυτούς δε ας τους ορίσουν οι νομοφύλακες εις τους έχοντας έλλειψιν ορφανούς. Και επί όλης της επιτροπής και των ορφανών ας επιστατούν οι δεκαπέντε γεροντότεροι εκ των νομοφυλάκων, και διαιρεθέντες ανά τρεις ας επιστατούν ανά έν έτος και πάλιν άλλοι τρεις το άλλο έτος έως ότου να συμπληρωθούν αι πέντε περίοδοι. Αυτή δε η διάταξις ας μη λείψη ποτέ όσον είναι δυνατόν. Εάν δε κανείς αποθάνη χωρίς να αφήση απολύτως καμμίαν διαθήκην, αφήση όμως τέκνα έχοντα ανάγκην κηδεμονίας, ας εφαρμοσθούν αυτοί εδώ οι νόμοι εις την ανάγκην αυτών των τέκνων.

Όταν κανείς καταλείπη θήλεα τέκνα αιφνηδίως αποθνήσκων, ας συγχωρήση τον νομοθέτην, εάν εκ των τριών όρων μόνον τους δύο λαμβάνη υπ' όψιν διά την αποκατάστασιν των θυγατέρων του, δηλαδή την πλησιεστέραν συγγένειαν και την διάσωσιν του κλήρου, τον τρίτον όμως όρον, τον οποίον ημπορούσε ο ίδιος ο πατήρ να τον σκεφθή, δηλαδή από όλους τους πολίτας να κρίνη από τα ήθη και τους τρόπους τον κατάλληλον διά να γίνη εις αυτόν μεν υιός, εις δε την θυγατέρα του γαμβρός, αυτόν τον παραλείπη, διότι είναι αδύνατος η εξέτασις αυτού. Λοιπόν περί αυτών ας υπάρχη ο εξής νόμος. Εάν όστις δεν έκαμε διαθήκην αφήση θυγατέρας, ο ομοπάτριος αδελφός του αποθανόντος ή ο άκληρος ομομήτριος ας λάβη την θυγατέρα και τον κλήρον του αποθανόντος. Εάν δε δεν υπάρχη αδελφός, αλλά υιός του αδελφού, ας κάμη το ίδιον, εάν συμβιβάζωνται αι ηλικίαι των δύο. Εάν δε δεν υπάρχη κανείς από αυτούς, υπάρχη όμως υιός της αδελφής του, ας κάμη το ίδιον. Τέταρτος δε έρχεται ο αδελφός του πατρός, πέμπτος ο υιός αυτού, έκτος ο υιός της αδελφής του πατρός, και κατά τον ίδιον τρόπον ας εξακολουθή ο πλησιέστερος συγγενής από τους αδελφούς εις τους υιούς, κατά πρώτον μεν εις τα άρρενα, έπειτα δε εις τα θήλεα, εάν αποθάνη κανείς και αφήση θήλεα τέκνα. Την δε συμμετρίαν και ασυμμετρίαν της ηλικίας των διά τον γάμον ας την κρίνη ο δικαστής παρατηρών γυμνά τα άρρενα, και μέχρι ομφαλού γυμνά τα θήλεα.

Εάν δε υπάρχη έλλειψις συγγενών μέχρι των εγγόνων του αδελφού και των παίδων του πάππου, τότε από όλους τους άλλους πολίτας οποιονδήποτε εκλέξη η κόρη μαζί με τους επιτρόπους εκούσιον εκουσία, αυτός ας γίνη κληρονόμος του αποθανόντος και γαμβρός της θυγατρός του. Αλλά είναι δυνατόν και εντός της πόλεως να υπάρχη μεγάλη έλλειψις πολλών τοιούτων ζητουμένων γαμβρών. Αν λοιπόν καμμία στενοχωρημένη βλέπη ότι κάποιος εντόπιος εστάλη εις αποικίαν και έχη εις τον νουν της εκείνος να γίνη κληρονόμος του πατρός της, αυτός, εάν μεν είναι συγγενής, ας σπεύση προς τον κλήρον συμφώνως με την διάταξιν του νόμου, εάν δε είναι έξω από την γενεάν, και είναι από τους εκτός της συγγενείας πολίτας, ας είναι έγκυρος συμφώνως με την εκλογήν των επιτρόπων και της κόρης του αποθανόντος να την νυμφευθή και επιστρέφων εις την πατρίδα του να λάβη τον κλήρον του αδιαθέτου.

Όστις δε αποθάνη χωρίς διαθήκην άτεκνος όλως από άρρενα και θήλεα τέκνα, τα μεν άλλα ως προς αυτόν ας γίνουν συμφώνως με τον προηγούμενον νόμον, το θήλυ δε και το άρρεν ως ίσοι δικαιούχοι ας σπεύσουν εις τον κλήρον από την ιδίαν γενεάν εις τον ερημωθέντα οίκον, και εις αυτούς ας κατακυρωθή ο κλήρος. Και πρώτον μεν ας σπεύση η αδελφή, του, δεύτερον η θυγάτηρ του αδελφού του, τρίτον η κόρη της αδελφής, τέταρτον η αδελφή του πατρός του, πέμπτον η κόρη του αδελφού του πατρός του, έκτον η κόρη της αδελφής του πατρός. Αύται δε να κάμουν συνοικέσιον με εκείνους συμφώνως με την συγγένειαν και τον νόμον, καθώς ενομοθετήσαμεν προηγουμένως.

Ας μη μας διαφύγη δε η σκληρότης των τοιούτων νόμων, ότι δηλαδή κάποτε επιβάλλει ακάμπτως εις τον εκάστοτε πλησιέστερον συγγενή του αποθανόντος να νυμφευθή την συγγενή του, και ότι δεν φαίνεται να λαμβάνη υπ' όψιν του ότι άπειρα εμπόδια συμβαίνουν, διά να μη θέλη να πεισθή κανείς εις τας τοιαύτας διαταγάς και να προτιμήση να πάθη οτιδήποτε, όταν υπάρχουν ασθένειαι και βλάβαι του σώματος ή της διανοίας εις κανένα από τους διατασσομένους να νυμφευθούν ή να υπανδρευθούν. Και ίσως δι' αυτά νομισθή ο νομοθέτης ότι δεν εφρόντισε διόλου, το οποίον δεν είναι ορθόν. Λοιπόν ας ειπούμεν και υπέρ του νομοθέτου και υπέρ του δεχομένου τον νόμον κάπως ως κοινόν προοίμιον να δώσουν συγγνώμην εις τον νομοθέτην οι διατασσόμενοι, διότι, επειδή φροντίζει διά τα κοινά, δεν είναι δυνατόν συγχρόνως να εξοικονομή και τας ατομικάς συμφοράς εκάστου, αλλά συγχρόνως να συγχωρήσουν και τους υφισταμένους τον νόμον, διότι ευλόγως κάποτε δεν ημπορούν να εκτελέσουν τας διαταγάς του νομοθέτου, όσας ούτος επιβάλλει, διότι δεν τους γνωρίζει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν, καλέ Ξένε, τι πρέπει να κάμη εις τοιαύτας περιστάσεις, διά να είναι εντός του ορθού;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι ανάγκη, φίλε Κλεινία, να εκλέξη διαιτητάς διά τους τοιούτους νόμους και διά τους υφισταμένους τους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κάποτε ο από πλούσιον πατέρα ανεψιός δεν θέλει να λάβη εκουσίως γυναίκα την θυγατέρα του θείου του, κομπάζων και έχων τον νουν εις μεγαλίτερον γάμον. Κάποτε δε είναι δυνατόν, εάν ο νομοθέτης του επιβάλη την μεγαλιτέραν συμφοράν, να αναγκασθή να απειθήση εις τον νόμον, αφού τον αναγκάζει να λάβη σύζυγον μανιακήν, ή με άλλας φοβεράς του σώματος ή της ψυχής συμφοράς, τας οποίας όταν έχη πλησίον του, είναι ανυπόφορος η ζωή δι' αυτόν. Λοιπόν η συμβουλή μας δι' αυτά ας γίνη νόμος ως εξής. Εάν προκειμένου περί διαθήκης καταγγέλλη κανείς τους κειμένους νόμους και δι' άλλα οποιαδήποτε ζητήματα και μάλιστα και διά τον γάμον, ότι ασφαλώς, αν ήτο παρών και έζη ο ίδιος ο νομοθέτης, ποτέ δεν θα τους ηνάγκαζε να κάμουν ούτω πως και να νυμφευθούν ούτε να υπανδρευθούν αυτοί που αναγκάζονται τόρα να κάμουν το καθέν από αυτά τα δύο, κάποιος δε από τους οικιακούς ή κανείς επίτροπος το ειπή ότι ο νομοθέτης άφησε ως διαιτητάς και πατέρας διά τους ορφανούς και τας ορφανάς του δεκαπέντε εκ των νομοφυλάκων, τότε ας παρουσιασθούν εμπρός εις αυτούς και ας δικασθούν όσοι διαφιλονικούν κανέν παρόμοιον ζήτημα, και ας εκτελέσουν τας αποφάσεις των ως εγκύρους. Εάν δε κανείς νομίζη ότι ανετέθη μεγαλιτέρα του πρέποντος δύναμις εις τους νομοφύλακας, ας τους εγκαλέση εις το δικαστήριον των εγκρίτων δικαστών και ας δικασθή διά τα φιλονικούμενα· όστις δε χάση την δίκην ας λάβη από τον νομοθέτην κατάκρισιν και όνειδος, τα οποία δι' εκείνον που έχει νουν είναι πρόστιμον ανώτερον από πολλά χρήματα.

Αλλά τόρα τα μικρά ορφανά είναι ως να γεννώνται κάπως δευτέραν φοράν. Και βεβαίως μετά την πρώτην των γέννησιν ανεφέραμεν ποία θα είναι η ανατροφή και η εκπαίδευσίς των. Αλλά κατά την δευτέραν αυτήν περίοδον, η οποία είναι στερημένη πατρός, πρέπει να εύρωμεν τρόπον, ώστε η τύχη της ορφανίας να προξενήση όσον το δυνατόν ολιγώτερον οίκτον διά την συμφοράν της. Πρώτον λοιπόν διά νομοθεσίας ορίζομεν δι' αυτούς ως πατέρας αντί των γονέων των όχι χειροτέρους τους νομοφύλακας, και μάλιστα διατάσσομεν έκαστον έτος να φροντίζουν ως διά συγγενείς των, αφού προλογίσωμεν τα αρμόδια δι' αυτούς και διά τους επιτρόπους ως προς την ανατροφήν των ορφανών.

Νομίζω ότι εις κάποιαν προηγουμένην ευκαιρίαν ανεπτύξαμεν το ζήτημα, ότι αι ψυχαί των αποθανόντων έχουν κάποιαν δύναμιν μετά θάνατον, με την οποίαν φροντίζουν διά τας υποθέσεις των ανθρώπων. Δι' αυτά δε υπάρχουν αληθείς λόγοι, αλλά είναι εκτενείς. Είναι δε ανάγκη δι' αυτά να πιστεύη κανείς τας άλλας παραδόσεις, αι οποίαι είναι τόσον πολλαί και τόσον παλαιαί, εξ άλλου δε να πιστεύη και εις τους νομοθέτας ότι είναι αληθινά αυτά, εάν βέβαια οι νομοθέται δεν είναι εντελώς ανόητοι. Αφού λοιπόν αυτά συμβαίνουν ούτω πως κατά φύσιν, πρώτον μεν ας φοβούνται τους επουρανίους θεούς, οι οποίοι έχουν είδησιν διά την εγκατάλειψιν των ορφανών και ως προς αυτά τα πράγματα ακούουν με οξείαν ακοήν και βλέπουν με οξύ βλέμμα, και προς τους δικαίους εις αυτά φαίνονται ευμενείς, μισούν δε πάλιν πολύ τους υβρίζοντας τα ορφανά και τα έρημα, διότι νομίζουν ότι αυτά είναι μεγίστη και ιερωτάτη παρακαταθήκη. Έπειτα πρέπει να φοβούνται τας ψυχάς των μεταστάντων, αι οποίαι εκ φύσεως έχουν την δύναμιν να φροντίζουν υπερβολικά διά τα τέκνα των, και αι οποίαι εις τους τιμώντας αυτά είναι ευμενείς, εις δε τους υβρίζοντας αυτά εχθρικαί, έπειτα δε και τας ψυχάς εκείνων, οι οποίοι ζουν ακόμη, αλλά ευρίσκονται εις το γήρας και εις τας μεγαλιτέρας τιμάς. Διότι εις μίαν και ευνομουμένην και ευτυχή πόλιν τα τέκνα των τέκνων είναι με ευχαρίστησιν φιλόστοργα. Αυτούς λοιπόν πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο επίτροπος και ο άρχων, αν έχη έστω και ολίγον νουν, και να προσέχη και να προφυλάσσεται ως προς την ανατροφήν και την εκπαίδευσιν των ορφανών, και όσον του είναι δυνατόν να τα ευεργετή με όλας του τας δυνάμεις ως να συνεισφέρη έρανον διά τον εαυτόν του και τους ιδικούς του.

Λοιπόν όστις πείθεται εις τον προτασσόμενον του νόμου λόγον και δεν κάμνει καμμίαν ύβριν εις ορφανόν δεν θα γνωρίζη ζωηρώς την οργήν του νομοθέτου δι' αυτά, όστις όμως απειθεί και αδικεί κανένα έρημον από πατέρα και μητέρα, ας πληρώνη διπλήν την βλάβην παρά όσον εάν εγίνετο κακός εις ένα αμφιθαλή παίδα. Όσον δε διά την άλλην νομοθεσίαν διά τους επιτρόπους ως προς τους ορφανούς, και διά τους άρχοντας ως προς την επιμέλειαν των επιτρόπων, εάν μεν δεν είχον παραδείγματα ανατροφής παίδων ελευθέρων με το να ανατρέφουν τους ιδικούς των και να φροντίζουν διά τα ιδικά των πράγματα, ακόμη δε εάν δεν είχον νόμους περί αυτών των ιδίων ζητημάτων πολύ ορθά εξηγημένους, τότε θα υπήρχε λόγος να νομοθετήσωμεν κάπως νόμους περί επιτροπείας διαφορετικούς καθό ειδικούς, ποικίλλοντας με ιδιαιτέρας ασχολίας τον βίον των ορφανών και των μη ορφανών. Αλλά τόρα ως προς αυτά δεν έχει σπουδαίαν διαφοράν εις ημάς η κηδεμονία ορφανών από την πατρονομικήν, συγχρόνως δε δεν είναι διόλου ίση ως προς τας τιμάς και τας ατιμώσεις και τας επιμελείας. Και δι' αυτό ακριβώς ο υπάρχων πρόλογος εις την νομοθεσίαν των ορφανών απειλεί σοβαρώς.

Ακόμη δε είναι πολύ επίκαιρος και η εξής απειλή: όστις επιτροπεύει θήλυ ή άρρεν και όστις διωρίσθη φύλαξ των επιτροπικών νόμων και φροντίζει δι' αυτά, ας μη αγαπά ολιγώτερον από τα ιδικά του τέκνα εκείνον τον οποίον κατέλαβεν η τύχη της ορφανίας ούτε να φροντίζη διά τα χρήματα του τροφίμου του χειρότερον από τα ιδικά του, αλλά ως προς την προθυμίαν καλλίτερον ακόμη και από τα ιδικά του. Αυτόν δε και μόνον τον νόμον ας φυλάττη έκαστος διά τα ορφανά και ας επιτροπεύη.

Εάν δε κανείς εκτελή τα τοιαύτα αλλέως παρά τον νόμον τούτον, ο μεν άρχων ας τιμωρήση τον επίτροπον, ο δε επίτροπος ας καταγγείλη τον άρχοντα εις το δικαστήριον των εκλεκτών και ας του επιβάλη διπλάσιον πρόστιμον από ό,τι θα αποφασίση το δικαστήριον. Εάν δε ο επίτροπος φανή εις τους συγγενείς ή εις κανένα άλλον πολίτην ότι αμελεί ή κακουργεί, ας τον καταγγείλη αυτός εις το ίδιον δικαστήριον. Εις ό,τι δε καταδικασθή, ας πληρώση το τετραπλάσιον και ας αποδοθή το μεν ήμισυ εις τον παίδα, το άλλο ήμισυ εις τον ενάγοντα. Μόλις δε ηλικιωθή κανείς από τους ορφανούς, εάν νομίζη ότι εκηδεμονεύθη κακώς, ας επιτρέπεται έως πέντε έτη μετά το τέλος της κηδεμονίας να τον καταγγείλη διά την κηδεμονίαν. Εάν δε καταδικασθή κανείς από τους επιτρόπους, να ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Εάν δε καταδικασθή κανείς από τους άρχοντας ότι εξ αμελείας εκακοποίησε τον ορφανόν, ας ορίση μεν το δικαστήριον τι πρέπει να πληρώση εις το παιδίον, εάν δε το έπραξε από αδικίαν, εκτός του προστίμου ας απομακρυνθή από το αξίωμα των νομοφυλάκων, το δε κοινόν της πόλεως ας εκλέξη άλλον νομοφύλακα εις την θέσιν αυτού διά την χώραν και την πόλιν.

Συμβαίνουν διαφοραί των πατέρων προς τα τέκνα των και των τέκνων προς τους γονείς μεγαλίτεραι από το πρέπον, μέσα εις τας οποίας και οι πατέρες θα ενόμιζαν ότι πρέπει να νομοθετήση ο νομοθέτης να επιτρέπεται εις αυτούς εάν θέλουν να αποκηρύξουν τον υιόν των ενώπιον όλων διά του κήρυκος ότι δεν είναι ιδικός των πλέον, και πάλιν οι υιοί τους πατέρας των, οι οποίοι από ασθενείας ή από το γήρας κατήντησαν ανυπόφοροι, να επιτρέπεται να τους καταγγέλλουν ως απομωρανθέντας. Αυτά δε πραγματικώς συμβαίνουν εις ανθρώπους με κάκιστα ήθη· άλλως, αν είναι οι μισοί κακοί, λόγου χάριν όχι ο πατήρ κακός, αλλά ο υιός, ή το αντίθετον, δεν συμβαίνουν συμφοραί, αι οποίαι είναι γεννήματα τόσον μεγάλης έχθρας. Και λοιπόν εις άλλην πολιτείαν ο αποκηρυχθείς υιός δεν θα εγίνετο υποχρεωτικώς άπατρις, εις αυτήν όμως την πολιτείαν, εις την οποίαν θα εφαρμοσθούν οι παρόντες νόμοι, είναι ανάγκη να εκπατρισθή εις άλλην χώραν ο αποκηρυχθείς. Διότι έξω από τους πέντε χιλιάδας σαράντα οίκους δεν είναι δυνατόν να προστεθή άλλος. Διά τούτο πρέπει, όστις πρόκειται να πάθη τούτο δικαίως, να μη αποκηρυχθή μόνον από τον πατέρα, αλλά από ολόκληρον το συγγενολόγι. Πρέπει δε ως προς αυτά να ακολουθούν κάπως τον εξής νόμον. Όποιον κυριεύση έξαψις εντελώς παράφορος είτε δικαίως είτε όχι, ώστε να επιθυμήση να απομακρύνη από το συγγενολόγι του εκείνον που εγέννησε και ανέθρεψε, ας μη επιτρέπεται τόσον ασημάντως ούτε τόσον γρήγορα να εκτελή αυτό, αλλά πρώτον ας συγκεντρώση όλους τους συγγενείς του μέχρι των εξαδέλφων, επίσης δε και τους συγγενείς του υιού του εκ μέρους της μητρός, και εμπρός εις αυτούς ας ομιλήση εναντίον του διαφωτίζων αυτούς ότι είναι άξιον χάριν όλων να αποκηρυχθή από το συγγενολόγι. Ας επιτρέψη δε και εις τον υιόν του να ομιλήση εξ ίσου ότι δεν είναι άξιος να πάθη τίποτε από αυτά. Και αν μεν πείθη τους παρόντας ο πατήρ και έχη μαζί του την πλειονοψηφίαν της συγγενείας, χωρίς να ληφθή υπ' όψιν η ψήφος του πατρός και της μητρός και του κατηγορουμένου παρά μόνον των άλλων όσοι είναι ενήλικες είτε γυναίκες είτε άνδρες, ούτω πως και συμφώνως με αυτά ας επιτρέπεται εις τον πατέρα να αποκηρύξη τον υιόν, αλλέως όμως ποτέ. Τον δε αποκηρυχθέντα, εάν μεν κανείς από τους πολίτας θέλη να τον υιοθετήση, ας μην τον εμποδίζη κανείς νόμος. Διότι τα ήθη των νέων επλάσθησαν να επιδέχωνται πολλάς μεταβολάς εις την ζωήν. Μετά δε την αποκήρυξίν του, εάν εντός δέκα ετών δεν θελήση κανείς να τον υιοθετήση, τότε οι επιμεληταί της αποικίας των επιγόνων ας φροντίσουν και δι' αυτούς, διά να λάβη μέρος κανονικώς εις την ιδίαν αποικίαν.

Εάν δε καμμία ασθένεια ή γήρας ή σκληρότης χαρακτήρος ή και όλα αυτά μαζί κάμνουν κανένα εξωφρενικόν πολύ διαφορετικά από τους περισσοτέρους, και αυτός φθείρη την οικίαν ως κυρίαρχος των ιδικών του πραγμάτων, χωρίς να αντιλαμβάνωνται τούτο οι άλλοι πλην των συγκατοικούντων, ο δε υιός του απορή και διστάζη να τον καταγγείλη ως απομωρανθέντα, ας υπάρχη δι' αυτόν ο νόμος πρώτον μεν να έλθη εις τους γεροντοτέρους εκ των νομοφυλάκων και να διηγηθή την συμφοράν του πατρός του, εκείνοι δε εννοήσαντες τελείως να τον συμβουλεύσουν αν είναι ανάγκη, να κάμη την καταγγελίαν ή όχι. Εάν δε τον συμβουλεύσουν να καταγγείλη, αυτοί ας γίνουν συγχρόνως και μάρτυρες του καταδότου και σύνδικοι, ο δε καταδικασθείς ας κηρυχθή εις το εξής έκπτωτος από τα ιδικά του και ανίκανος να διαθέση και το μικρότερον πράγμα, και ας κατοική εις το εξής εις τον οίκον ωσάν παιδίον.

Εάν ο ανήρ με την γυναίκα του δεν συμβιβάζωνται με κανένα τρόπον κατά κακήν των μοίραν μεταξύ των, είναι ανάγκη δέκα άνδρες από τους νομοφύλακας οι μεσαίας ηλικίας να φροντίζουν διά τοιαύτα ζητήματα, δέκα δε επίσης από τους άρχοντας τους επιμελουμένους τους γάμους των γυναικών. Και εάν μεν βεβαίως κατορθώσουν να τους συμβιβάσουν, ας έχη κύρος η πράξις των, εάν δε αι ψυχαί των εξερεθίζωνται περισσότερον, ας ζητήσουν όσον είναι δυνατόν τι σύζυγος θα είναι κατάλληλος, δι' έκαστον από τους δύο. Είναι δε πιθανόν οι τοιούτοι να μη έχουν ήμερα ήθη. Και λοιπόν πρέπει να προσπαθήσουν οι άρχοντες να τους συνενώσουν με ηρεμώτερα και ηπιώτερα ήθη, ώστε να είναι συμβιβαστοί. Και όσοι μεν από τους ασυμβιβάστους είναι άτεκνοι ή έχουν ολίγα τέκνα, αυτοί ας αποβλέπουν εις το νέον συνοικέσιον και προς απόκτησιν τέκνων. Όσοι όμως έχουν αρκετά τέκνα, αυτοί ας κάμουν το διαζύγιον και το νέον συνοικέσιον χάριν της συντροφιάς εις το γήρας και της αμοιβαίας περιποιήσεως.

Εάν δε αποθάνη η γυνή και αφήση τέκνα θήλεα και άρρενα, τότε ο νόμος συμβουλεύει τον άνδρα χωρίς να τον υποχρεώνη να αναθρέψη τα τέκνα χωρίς να φέρη εις την οικίαν μητρυιάν. Εάν όμως δεν υπάρχουν τέκνα, να νυμφευθή υποχρεωτικώς, έως ότου να γεννήση αρκετά τέκνα και διά την οικογένειάν του και διά την πόλιν. Εάν δε αποθάνη ο ανήρ και αφήση αρκετά τέκνα, ας μείνη εκεί η μήτηρ των τέκνων και ας τα ανατρέφη. Εάν δε φαίνεται κάπως νεωτέρα και δεν δύναται να ζήση υγιώς χωρίς άνδρα, οι συγγενείς ας το ανακοινώσουν εις τας περί γάμου αρμοδίας γυναίκας και ας κάμουν ό,τι εγκριθή μεταξύ των ιδίων και εκείνων. Εάν όμως είναι στερημένοι τέκνων, τότε και χάριν τεκνοποιήσεως. Ας είναι δε αρκετός αριθμός των τέκνων έν άρρεν και έν θήλυ συμφώνως με τον νόμον.

Όταν δε αναγνωρίζεται μεν ότι το γεννηθέν είναι τέκνον των παραδεχομένων αυτό, χρειάζεται όμως να κριθή ποιον πρέπει να ακολουθήση το γεννηθέν, τότε, εάν μεν μία δούλη το γεννήση με δούλον ή ελεύθερον ή απελεύθερον, ωρισμένως ας ανήκη εις τον κύριον της δούλης το γεννηθέν.

Εάν δε καμμία ελευθέρα γεννήση τέκνον με δούλον, το γεννηθέν ας ανήκη εις τον κύριον του δούλου. Εάν δε από τον ίδιον εγέννησε η δούλη του, ή η ιδία κυρία εγέννησε από τον δούλον της και τούτο αποδειχθή τελείως, το μεν τέκνον της γυναικός ας το στείλουν αι γυναίκες εις άλλην χώραν μαζί με τον πατέρα του, το δε τέκνον του ανδρός ας το στείλουν οι νομοφύλακες μαζί με την μητέρα του.

Αμέλειαν δε προς τους γονείς ούτε θεός ούτε άνθρωπος νοήμων ημπορεί ποτε να συμβουλεύση κανένα. Πρέπει δε να εννοήση έκαστος ότι το εξής προοίμιον, το οποίον θα ήρμοζε και διά τους θεούς, είναι ορθόν να θεσπισθή διά τας τιμάς και τας ατιμώσεις των γονέων. Νόμοι διά τους θεούς υπάρχουν αρχαίοι εις όλους δύο ειδών. Δηλαδή άλλους μεν από τους θεούς τους βλέπομεν καθαρά και τους τιμώμεν, δι' άλλους δε υψώνομεν αγάλματα, τα οποία σεβόμενοι, αν και είναι άψυχα, νομίζομεν ότι πολλήν ευχαρίστησιν προξενούμεν εις τους εμψύχους θεούς εξ αιτίας αυτών. Λοιπόν όστις έχει εις την οικίαν του πατέρα ή μητέρα ή τους πατέρας και τας μητέρας αυτών ως κειμήλια απηυδημένους από το γήρας, ας μη σκεφθή ποτε ότι, αν έχη τοιούτον άγαλμα υψούμενον ως εικόνισμα μέσα εις την οικίαν του, θα έχη περισσότερον κύρος, αρκεί να λατρεύη ορθώς αυτό όστις το έχει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαν ορθότητα εννοείς λοιπόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ θα σου ειπώ. Διότι βεβαίως είναι καλόν να ακούετε τα τοιαύτα, καλοί μου φίλοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε και μη σε μέλει.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ο Οιδίπους, λέγουν, περιφρονηθείς ηυχήθη εις τα τέκνα του, όσα και έκαστος διαδίδει ότι εξετελέσθησαν και εισηκούσθησαν από τους θεούς. Και ο Αμύντωρ ότι εκαταράσθη τον υιόν, του Φοίνικα οργισθείς, και τον Ιππόλυτον ο Θησεύς, και άλλοι άλλους απείρους, από τους οποίους έγινε σαφές ότι εισακούουν οι θεοί τους γονείς εναντίον των τέκνων. Διότι έχει δύναμιν η κατάρα των γονέων εναντίον των τέκνων όσον ουδεμία άλλη εναντίον άλλου, και πολύ δικαίως. Λοιπόν ας μη νομίση κανείς ότι, μόνον όταν περιφρονήται ο πατήρ από τα τέκνα, και η μήτηρ, ο θεός εισακούει τας ευχάς των κατά φύσιν, όταν όμως τιμάται και ευχαριστήται υπερβολικά και δι' αυτά παρακαλή ολοψύχως τους θεούς διά τα αγαθά των τέκνων του, τάχα τότε δεν πρέπει να πιστεύη ότι και αυτά εξ ίσου τα εισακούουν και τα εκτελούν Αλλά τότε δεν θα ήσαν δίκαιοι χορηγοί των αγαθών, πράγμα το οποίον ελάχιστα, νομίζω, αρμόζει εις τους θεούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας φρονούμεν εκείνο που είπαμεν ολίγον προηγουμένως, ότι προς ευχαρίστησιν των θεών δεν είναι δυνατόν να αποκτήσωμεν άλλο σεβαστότερον άγαλμα από τον πατέρα και τον προπάτορα, αν αμελήσωμεν αυτούς εις το γήρας, και τας μητέρας, αι οποίαι έχουν την ιδίαν χάριν, ενώ, όταν κανείς τους γεραίρη με τιμάς, ο θεός ευχαριστείται. Διότι άλλως δεν θα εισήκουε αυτούς. Και βεβαίως είναι θαυμάσιον το έμψυχον εικόνισμα των προγόνων μας μέσα εις την οικίαν μας περισσότερον από τα άψυχα αγάλματα. Διότι όσα είνε έμψυχα, όταν τα περιποιούμεθα, ενώνουν μαζί μας τας ευχάς των, όταν δε τα περιφρονούμεν, κάμνουν το αντίθετον, ενώ τα άψυχα δεν κάμνουν ούτε το έν ούτε το άλλο. Ώστε, εάν κανείς μεταχειρίζεται ορθώς τον πατέρα του και τον προπάτορά του και όλους αυτούς, θα έχη πλησίον του τα σπουδαιότερα πράγματα, διά να αποκτήση την εύνοιαν των θεών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ λαμπρά το είπες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πας όστις έχει νουν φοβείται και τιμά τας ευχάς των γονέων του, διότι γνωρίζει ότι εις πολλούς πολλάκις έφεραν αποτέλεσμα. Αφού λοιπόν αυτά εδόθησαν εκ φύσεως ούτω πως, διά μεν τους αγαθούς είναι εύρημα οι γηραιοί πρόγονοι, εάν ζήσουν μέχρι των εσχάτων ημερών της ζωής των, και, εάν αποθάνουν νέοι, είναι υπερβολικά ποθητοί, διά δε τους κακούς είναι όσον χρειάζεται φοβεροί. Έκαστος λοιπόν ας τιμά με όλας τας νομίμους τιμάς τους γονείς του πειθόμενος εις τους παρόντας λόγους.

Αλλ' αν τυχόν κανείς είναι κυριευμένος από παράδοσιν κωφήν εις τοιαύτα προοίμια, ο εξής νόμος είναι ορθόν να υπάρχη δι' αυτούς. Εάν κανείς εντός αυτής της πόλεως είναι αμελής προς τους γονείς του περισσότερον του δέοντος και δεν υποχωρή και εκτελή όλα τα θελήματά των περισσότερον από τους υιούς του και από όλους τους απογόνους του και από τον εαυτόν του, ας το κάμη γνωστόν όστις υποφέρει κανέν τοιούτον, είτε μόνος του είτε στέλλων άλλον, εις τους τρεις γεροντοτέρους νομοφύλακας και εις τρεις από τους επιστατούντας εις τους γάμους των γυναικών. Αυτοί δε ας φροντίσουν τιμωρούντες τους αδικούντας, εάν μεν είναι ακόμη νέοι, με ξυλοκόπημα και με δεσμά μέχρι της ηλικίας των τριάντα ετών, αν είναι άνδρες, αι δε γυναίκες, και δέκα έτη αν είναι γεροντότεραι, ας τιμωρούνται με τας ιδίας τιμωρίας. Εάν όμως προχωρήσουν πέραν αυτής της ηλικίας και δεν παύουν να έχουν την ιδίαν αδιαφορίαν προς τους γονείς των, αλλά τους κακοποιούν, ας τους εγκαλούν εις δικαστήριον εξ εκατόν και ενός πολιτών, οι οποίοι να είναι οι γεροντότεροι από όλους.

Αν δε καταδικασθή κανείς, ας ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση, χωρίς να αποφύγουν τίποτε από όσα είναι δυνατόν να πάθη ή να πληρώση άνθρωπος. Εάν όμως κανείς κακοποιούμενος δεν ημπορή να το δηλώση, όστις πληροφορηθή από τους ελευθέρους ας το αναγγείλη εις τους άρχοντας, άλλως ας θεωρήται κακός και ας είναι υπόδικος βλάβης, εις τον θέλοντα. Εάν δε καταγγείλη το πράγμα δούλος, ας ελευθερωθή, και, εάν μεν είναι δούλος των κακοποιούντων ή των κακοποιουμένων, ας ελευθερωθή από την εξουσίαν, εάν δε κανενός άλλου πολίτου, ας καταβάλη εις την θέσιν του το αντίτιμον το δημόσιον, οι δε άρχοντες ας φροντίσουν να μην αδικήση κανείς τον τοιούτον, εκδικούμενος αυτόν διά την καταγγελίαν.

Δι' όσας βλάβας προξενεί ο είς εις τον άλλον με φάρμακα, τα μεν θανάσιμα από αυτά εξετάσθησαν λεπτομερώς, διά δε τας άλλας βλάβας, δηλαδή είτε βλάπτει κανείς με ποτά ή με φαγητά ή με αλοιφάς εκουσίως και εκ προμελέτης, από αυτά ακόμη τίποτε δεν ελέχθη. Δηλαδή δύο ειδών φαρμακώματα υπάρχουν εις το ανθρώπινον γένος, των οποίων είναι δύσκολος η διασάφησις. Διότι αυτό, το οποίον είπαμεν τόρα σαφώς, είναι φυσική βλάβη του σώματος με άλλο σώμα. Υπάρχει όμως και έν άλλο, το οποίον καταπείθει με μαγείας και διαβάσματα και με κάποια γοητεύματα, καθώς λέγονται, άλλους μεν ότι οι τολμώντες να τους βλάψουν έχουν αυτήν την δύναμιν, άλλους δε ότι περισσότερον από κάθε άλλον βλάπτονται από αυτούς, διότι έχουν την δύναμιν να τους μαγεύουν. Αυτά λοιπόν και όλα τα παρόμοια ούτε εύκολον είναι να γνωρίζη κανείς πως εδόθησαν εκ φύσεως, ούτε εάν το γνωρίση, είναι εύκολον να καταπείση άλλους. Ούτε είναι πρέπον να προσπαθήση κανείς να μεταπείση τας ψυχάς των ανθρώπων, οι οποίοι είναι προκατειλημμένοι μεταξύ των δι' αυτά, αν τύχη να ιδούν κηρίνας απομιμήσεις είτε εις τας θύρας είτε εις το σταυροδρόμι είτε εις τα μνήματα των γονέων των, και να τους παρακινήση να περιφρονούν όλα αυτά χωρίς να έχουν σαφή ιδέαν δι' αυτά.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
51 of 81
23 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights