
The Project Gutenberg EBook of Laws and Epinomis, by Plato
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.org
Title: Laws and Epinomis Volume D
Author: Plato
Translator: Kyriakos Zambas
Release Date: May 30, 2011 [EBook #36284]
Language: Greek
*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LAWS AND EPINOMIS ***
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _. Footnotes have been placed at the end of the book.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Δ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Δ.'
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν πρέπει να προσπαθήσω να κάμνω και να λέγω καθώς με παρακινείτε. Βεβαίως μεταξύ σας λέγετε και ακούετε περί της ψυχής τούτο τουλάχιστον, ότι δηλαδή η έξαψις, η οποία είναι είτε πάθος αυτής είτε μέρος της φύσεώς της το οποίον είναι εμφύτως φιλόνικον και ακαταμάχητον, πολλά πράγματα αναστατώνει με ασυλλόγιστον βιαιότητα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως την ηδονήν δεν την θεωρούμεν ως το ίδιον πράγμα με την έξαψιν, νομίζομεν μάλιστα αντιθέτως προς αυτήν, ότι αυτή κυριαρχεί της ρωμαλεότητος και την παρασύρει με εκβιαστικήν απάτην να κάμνη ό,τι επιθυμεί αυτή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τρίτην αιτίαν διά τα σφάλματα αν θελήση κανείς να αναφέρη την αμάθειαν, δεν θα ειπή ψέμματα. Εάν όμως αυτήν την διαιρέση ο νομοθέτης εις δύο, και το έν μέρος της το θεωρήση ως απλούν και ως αίτιον των ελαφρών σφαλμάτων, το δε άλλο ως διπλούν, δηλαδή όταν κανείς δεν κατέχεται μόνον από αμάθειαν, αλλά και από δοκησισοφίαν, ότι γνωρίζει τελείως πράγματα, περί των οποίων δεν έχει καμμίαν είδησιν. Αυτήν δε, όταν συνοδεύεται με μεγάλην δύναμιν και ρωμαλεότητα, θα την θεωρήση ως αιτίαν μεγάλων και παραχόρδων σφαλμάτων, όταν δε συνοδεύεται από αδυναμίαν, ως εις τα σφάλματα των παιδίων και των γερόντων, θα θεωρήση μεν αυτά ως σφάλματα και θα ορίση νόμους δι' αυτούς ως πταίστας, αλλά τους πλέον μειλιχίους και τους δίδοντας πολλήν συγχώρησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ λογικά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν διά μεν την ηδονήν και την έξαψιν όλοι σχεδόν λέγομεν ότι άλλος μεν τας νικά, άλλος δε νικάται από αυτάς. Και είναι ορθόν αυτό.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι όμως άλλος από ημάς νικά την άγνοιαν, άλλος δε νικάται από αυτήν, δεν το ηκούσαμεν έως τόρα ποτέ.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως όλα αυτά φρονούμεν ότι μας αποσπούν από τον σκοπόν μας και συγχρόνως μας παρακινούν πολλάκις εις τα αντίθετα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πλεονάκις μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εγώ τόρα ημπορώ να σου ορίσω σαφώς και το δίκαιον και το άδικον χωρίς να σε ζαλίζω. Δηλαδή την αυθαιρεσίαν της εξάψεως και του φόβου και της ηδονής και της λύπης και των φθόνων και των επιθυμιών της ψυχής, είτε προξενεί καμμίαν βλάβην είτε όχι, εγώ την ονομάζω αδικίαν. Η δε ορθοτάτη κρίσις, όπως δηλαδή θεωρήσουν ορθόν τούτο είτε όλη η πόλις είτε τα άτομα, εάν τακτοποιή έκαστον άνδρα κυριαρχούσα της ψυχής του, ακόμη και αν κάμη κανέν σφάλμα, φρονώ ότι πρέπει να θεωρούμεν ως δίκαιον ό,τι επράχθη, κατ' αυτόν τον τρόπον, και ό,τι υπετάχθη εις την τοιαύτην αρχήν και ως το καλλίτερον εις όλην την ζωήν του ανθρώπου, ότι όμως η τοιαύτη βλάβη νομίζεται από τους περισσοτέρους ως ακουσία αδικία. Αλλά ημείς προς το παρόν δεν έχομεν πεισματώδη συζήτησιν διά τας λέξεις, αλλά επειδή εδηλώσαμεν ότι υπάρχουν τρία είδη σφαλμάτων, πρέπει πρώτον αυτά να τα εντυπώσωμεν καλλίτερα εις την μνήμην μας. Λοιπόν έν είδος έχομεν την λύπην, την οποίαν επονομάζομεν έξαψιν και φόβον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεύτερον δε είδος πάλιν έχομεν την ηδονήν και τας επιθυμίας, και τρίτον τας ελπίδας και την γνώμην της αληθείας, την επιδιώκουσαν το καλλίτερον. Εάν δε πάλιν αυτό το τρίτον είδος διαιρεθή εις δύο, γίνονται πέντε είδη, καθώς νομίζομεν τόρα. Διά τα πέντε δε αυτά είδη πρέπει να θέσωμεν νόμους διαφορετικούς μεταξύ των εις δύο τάξεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίας τάξεις;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η μία η οποία εκτελείται με εκβιαστικάς και φανεράς πράξεις εκάστοτε, η δε άλλη εις τα σκοτεινά και με απάτην κρυφίως, κάποτε όμως και με τους δύο αυτούς τρόπους.
Δι' αυτήν δε και νόμοι σκληροί πρέπει να υπάρχουν, εάν πρόκειται να είναι ανάλογοι προς αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι λογικόν τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον λοιπόν ας επιστρέψωμεν εις το σημείον της παρεκβάσεώς μας, περατώνοντες την νομοθεσίαν. Ελέγαμεν δε, νομίζω, περί των ιεροσύλων και των προδοτών και των παρανομούντων προς κατάλυσιν του υπάρχοντος πολιτεύματος. Από αυτά λοιπόν ημπορεί κανείς να διαπράξη κανέν κυριευμένος από μανίαν ή από ασθένειαν ή γήρας υπέμετρον ή από παιδαριώδεις συνηθείας, διότι ακόμη δεν κατώρθωσε να γίνη καλλίτερος από ένα παιδί. Από αυτά δε εάν κανέν γίνη γνωστόν εις τους εκλεχθέντας εκάστοτε ως δικαστάς διά της ομολογίας του δράστου ή του δικηγόρου της υπερασπίσεως, και εκδοθή απόφασις ότι υπό τοιούτους όρους παρενόμησε, τότε την μεν βλάβην ας την πληρώση ακεραίως απλήν, όσην τυχόν επροξένησε, από άλλας όμως αποζημιώσεις ας απαλλαχθή, εκτός εάν τυχόν εφόνευσε κανένα και δεν είναι καθαρός εις τας χείρας. Τότε δε ας φύγη εις άλλην χώραν και εις άλλον τόπον και ας μείνη ολόκληρον το έτος εκπατρισμένος, εάν δε επιστρέψη προ της προθεσμίας την οποίαν ώρισε ο νόμος, ή ακόμη αν πατήση το πόδι του εις καμμίαν άκραν της πατρικής του χώρας, ας δεθή υπό των νομοφυλάκων εις δημόσια δεσμωτήρια επί δύο έτη και τότε πλέον ας ελευθερωθή από τα δεσμά.
Και λοιπόν, αφού αρχίσαμεν περί φόνου, ας προσπαθήσωμεν να νομοθετήσωμεν διά κάθε είδος φόνου, και πρώτον ας ομιλήσωμεν περί των εκβιασμών και ακουσίων.
Δηλαδή, εάν κανείς μέσα εις τους αγώνας και τους δημοσίους άθλους φονεύση κανένα φίλον ακουσίως, είτε ο κτυπηθείς αποθάνη αμέσως, είτε κατόπιν από τας πληγάς, ή εις τον πόλεμον επίσης, ή εις τας πολεμικάς ασκήσεις, όταν τους κάμνουν γυμνάσια εκστρατείας οι άρχοντες, και με άοπλα σώματα ή με όπλα απομιμούνται τας πολεμικάς κινήσεις, τότε ας καθαρθή συμφώνως με τον νόμον ο οποίος θα έλθη από τους Δελφούς ως προς αυτά και ας είναι καθαρός. Γενικώς δε όλοι οι ιατροί ας είναι καθαροί, εάν ο νοσηλευόμενος από αυτούς αποθάνη χωρίς να το θέλουν. Εάν δε ιδιοχείρως μεν, αλλά ακουσίως φονεύση κανείς άλλον, είτε άοπλος ων, είτε με εργαλείον ή βέλος ή δόσιν ποτού ή τροφής, ή με πυρ ή με ψύχος, ή με αφαίρεσιν της αναπνοής, ο ίδιος με το σώμα του, ή με ξένας χείρας ωρισμένως ας θεωρηθή ως ιδιοχείρως φονεύσας και ας υποστή τας εξής ποινάς. Εάν φονεύση δούλον ξένον νομίζων ότι εξώντωσε τον ιδικόν του, ας πληρώση και ας αποζημιώση τον κύριον του φονευθέντος, ειδεμή ας καταδικασθή δικαστικώς να πληρώση το διπλάσιον της αξίας του φονευθέντος. Την δε αξίαν ας την ορίσουν οι δικασταί. Καθαρμούς δε να κάμη μεγαλιτέρους και περισσοτέρους από τους φονεύοντας εις τους αγώνας. Εις αυτά δε πληρεξούσιοι να είναι οι ερμηνευταί, τους οποίους θα εκλέξη ο θεός (Απόλλων). Εάν δε φονεύση ιδικόν του δούλον, ας καθαρθή και ας είναι απηλλαγμένος από τον φόνον συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς φονεύση ελεύθερον ακουσίως, ας κάμη καθαρμούς τους ίδιους με τον φονέα δούλου, ας μη περιφρονήση όμως κάποιαν παλαιάν παράδοσιν των αρχαίων. Λέγεται δε ότι όστις θανατωθή διά της βίας, αφού έζησε με ελεύθερον φρόνημα, οργίζεται εναντίον του δράστου, ενόσω είναι πρόσφατος ο θάνατός του, και φορτωμένος από φόβον και τρόμον ο ίδιος από τον βίαιον θάνατον, και βλέπων τον φονέα του να εξακολουθή τας ιδίας συνηθείας και σχέσεις, τον φοβερίζει και με την ιδικήν του ταραχήν ταράσσει όσον ημπορεί τον δράστην και τον ίδιον και τας πράξεις του, έχων σύμμαχον την ανάμνησιν. Διά τούτο λοιπόν είναι ανάγκη να κάμη υποχώρησιν ο δράστης εις τον παθόντα και όλας τας ώρας ενός έτους να εγκαταλείψη όλας τας τοποθεσίας της πατρίδος του. Εάν δε ο αποθανών είναι ξένος, συγχρόνως εις το διάστημα αυτό ας αποκλεισθή και από την χώραν του ξένου. Και λοιπόν, εάν εις αυτόν τον νόμον πείθεται εκουσίως, τότε ο πλησιέστερος συγγενής του αποθανόντος, ο οποίος επιβλέπει όλα όσα έγιναν, ας τον συγχωρήση και ας θεωρήται πολύ καθώς πρέπει, εάν διατηρή μαζί του ειρήνην. Εάν όμως κανείς δεν πείθεται εις τον νόμον και πρώτον μεν ενώ είναι ακάθαρτος τολμά να εισέρχεται εις τους ναούς και να θυσιάζη, έπειτα δε δεν θέλη να συμπληρώση τον χρόνον της αποξενώσεως, τότε ο πλησιέστερος συγγενής του φονευθέντος ας καταγγείλη επί φόνω τον φονέα, ας γίνουν δε όλαι αι τιμωρίαι διπλαί διά τον καταδικασθέντα.
Εάν δε ο πλησιέστερος συγγενής δεν καταγγέλλη τον δράστην, τότε μετατοπίζεται το μίασμα εις αυτόν, διότι ο παθών στρέφει εναντίον του το πάθος του, όστις δε επιθυμεί ημπορεί να τον καταγγείλη και να του επιβάλλη να απομακρυνθή εκ της πατρίδος του πέντε έτη συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε φονεύση ξένος ξένον ακουσίως εντός της πόλεως, ας τον καταγγείλη μεν όστις θέλει συμφώνως με τους ίδιους νόμους και αν μεν είναι μέτοικος ας εκπατρισθή έν έτος, εάν δε είναι εντελώς ξένος, εκτός του καθαρμού, είτε φονεύση ξένον είτε μέτοικον είτε πολίτην, ας αποκλείεται εις όλην του την ζωήν από την χώραν αυτήν όπου ισχύουν οι παρόντες νόμοι. Εάν δε επιστρέψη παρανόμως, ας τον τιμωρήσουν οι νομοφύλακες διά θανάτου, και αν έχη κάποιαν περιουσίαν ας την παραδώσουν εις τον πλησιέστερον συγγενή του παθόντος. Εάν δε επιστρέψη ακουσίως, τότε, εάν μεν εξοκείλη από την θάλασσαν εις την χώραν, ας κατασκηνώση πλησίον της θαλάσσης βρέχων τον πόδα του εις αυτήν και ας περιμένη πλοίον. Εάν δε διά ξηράς μεταφερθή βιαίως από κανένα, η πρώτη αρχή της πόλεως η οποία θα τον συναντήση ας τον ελευθερώση και ας τον στείλη εις το εξωτερικόν απείρακτον.
Εάν δε κανείς τυχόν φονεύση ελεύθερον, αλλά η πράξις εκτελεσθή εν βρασμώ ψυχικής ορμής, πρώτον πρέπει να εξετασθή τούτο υπό δύο επόψεις. Δηλαδή με έξαψιν εξετέλεσαν και όσοι έξαφνα και απρομελετήτως εφόνευσάν τινα με κτυπήματα ή με κάτι παρόμοιον, κυριευθέντες από στιγμιαίαν παραφοράν, και αν ευθύς επέρχεται μετάνοια διά τα γενόμενα. Αλλ' επίσης εν βρασμώ εξετέλεσαν και όσοι εξηυτελίσθησαν με λόγους ή με ατιμωτικάς πράξεις και επιδιώκοντες την εκδίκησιν κατόπιν τον απετελείωσαν, ενώ ηθέλησαν να τον κτυπήσουν μόνον και ούτω πως η πράξις έγινε απρομελετήτως. Και λοιπόν πρέπει να θεωρήσωμεν δύο ειδών τους φόνους, και σχεδόν δε και τους δύο με έξαψιν γινομένους, και βεβαίως πρέπει δικαίως να τους κατατάξωμεν εις το μέσον του εκουσίου και ακουσίου. Και όμως είναι φαινομενικός έκαστος από τους δύο. Δηλαδή όστις διατηρεί την έξαψιν και δεν εκδικείται στιγμιαίως έξαφνα, αλλά με προμελέτην ύστερον από καιρόν πολύν, ομοιάζει με εκούσιον, όστις δε απροετοιμάστως παραδίδεται αυτοστιγμεί αμέσως εις την οργήν του απρομελετήτως, αυτός ομοιάζει μεν με τον ακούσιον, αλλά και αυτός δεν είναι εντελώς ακούσιος, αλλά φαινομενικός. Διά τούτο είναι δύσκολον να ορισθούν οι φόνοι οι διαπραχθέντες με έξαψιν, αν πρέπει να τους θεωρήσωμεν εις την νομοθεσίαν ως εκουσίους ή κάπως ακουσίους. Είναι όμως καλλίτερον και αληθέστερον και τους δύο μεν να τους θεωρήσωμεν ως φαινομενικούς, να τους διακρίνωμεν όμως ως προς την προμελέτην και το απρομελέτητον, και εις μεν τους φονεύσαντας με προμελέτην και οργήν να επιβάλωμεν τιμωρίας βαρυτέρας, εις δε τους φονεύσαντας απρομελετήτως και εξαφνικά να θεσπίσωμεν ηπιωτέρας τιμωρίας. Διότι το όμοιον προς μεγαλίτερον κακόν πρέπει να τιμωρήται περισσότερον, το δε όμοιον προς μικρότερον, ολιγώτερον. Επομένως και οι ιδικοί μας νόμοι πρέπει να κάμουν κατ' αυτόν τον τρόπον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας επιστρέψωμεν πάλιν οπίσω και ας ορίσωμεν ότι, εάν κανείς φονεύση ιδιοχείρως ελεύθερον άτομον, η δε πράξις εκτελεσθή απρομελετήτως με κάποιαν έξαψιν, ως προς τα άλλα ας πάθη ό,τι έπρεπε να πάθη, εάν εφόνευε χωρίς έξαψιν, περιπλέον δε ας εκπατρισθή υποχρεωτικώς δύο έτη, διά να σωφρονίση τον θυμόν του. Όστις δε εφόνευσε από έξαψιν αλλά και με προμελέτην εις τα άλλα μεν ας τιμωρηθή συμφώνως πάλιν με τον προηγούμενον, περιπλέον δε καθώς ο άλλος εξεπατρίσθη δύο έτη, αυτός ας εκπατρισθή τρία έτη, διά να τιμωρηθή περισσότερον καιρόν διά τον μεγαλίτερον θυμόν του. Η δε επιστροφή αυτών να γίνη ως εξής. Και είναι μεν δύσκολον να το ορίσωμεν ακριβώς διά νόμου, διότι πολλάκις είναι δυνατόν όστις εχαρακτηρίσθη από τον νόμον ως σκληρότερος να είναι ημερώτερος, και ο ημερώτερος να είναι σκληρότερος και να εκτελέση τον φόνον αγριώτερον, εκείνος δε ημερώτερον. Αλλ' ως επί το πλείστον συμβαίνει καθώς είπαμεν. Δι' όλα αυτά λοιπόν πραγματογνώμονες πρέπει να είναι οι νομοφύλακες. Όταν δε συμπληρωθή η προθεσμία του εκπατρισμού διά τον καθένα από αυτούς, να στείλουν από το σωματείον των δώδεκα δικαστάς εις τα σύνορα της χώρας, μελετήσαντας εν τω μεταξύ καλλίτερον τας πράξεις των εξοριζομένων διά να αποφανθούν περί του ηθικού αυτών και της υποδοχής των, αυτοί δε να υποκύψουν εις τας αποφάσεις των τοιούτων αρχόντων. Εάν δε οποιοσδήποτε από τους δύο επιστρέψη και πάλιν νικηθείς από έξαψιν εκτελέση την ιδίαν πράξιν, τότε να εξορισθή και να μην επιστρέψη πλέον, εάν δε επιστρέψη, ας τιμωρηθή καθώς ο επιστρέφων ξένος υπό τας ιδίας συνθήκας.
Όστις φονεύση ιδικόν του δούλον ας καθαρθή απλώς, εάν δε φονεύση ξένον δούλον εν βρασμώ, ας πληρώση διπλασίως την βλάβην εις τον κάτοχόν του, όστις δε από όλους τους φονείς δεν υποτάσσεται εις τον νόμον, αλλά, ενώ είναι ακάθαρτος, μολύνει την αγοράν και τους αγώνας και τα άλλα ιερά, τότε ο βουλόμενος ας εγκαλέση εις τα δικαστήρια και τον ανεχόμενον αυτόν εκ των συγγενών του αποθανόντος και τον φονέα και ας τους υποχρεώση να εισπράξουν και πληρώσουν το διπλάσιον της χρηματικής και της άλλης αποζημιώσεως, την δε αποζημίωσιν ας την ωφεληθή ο ίδιος συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς δούλος φονεύση εν εξάψει τον κύριόν του, τότε οι συγγενείς του φονευθέντος ας είναι καθαροί, εάν τον τιμωρήσουν όπως θέλουν, αλλά ποτέ να μη του σώσουν την ζωήν. Εάν δε κανείς δούλος φονεύση άλλον ελεύθερον εν εξάψει, ας τον παραδώσουν οι κύριοι του εις τους συγγενείς του αποθανόντος, εκείνοι δε ας τον θανατώσουν υποχρεωτικώς, αλλά με όποιον τρόπον θέλουν.
Εάν δε (πράγμα το οποίον συμβαίνει κάποτε, αλλά σπανίως) εν εξάψει ο πατήρ ή η μήτηρ φονεύση τον υιόν ή την θυγατέρα με κτυπήματα ή με κανένα άλλον βίαιον τρόπον, τότε ας κάμουν τους καθαρμούς τους ιδίους με τους άλλους και ας εκπατρισθούν τρία έτη. Όταν δε επιστρέψουν, να χωρίζη η γυνή από τον άνδρα και ο ανήρ από την γυναίκα, και πλέον να μη τεκνοποιούν μαζί, ούτε να συνοικούν με εκείνον, ο οποίος τους εστέρησε τον γόνον των ή τον αδελφόν των ούτε να συμμετέχουν εις τα ιερά. Όστις δε είναι ασεβής ως προς αυτά και δεν υποτάσσεται, ας είναι υπόδικος δι' ασέβειαν κατά έγκλησιν οιουδήποτε βουλομένου.
Εάν δε ο ανήρ φονεύση την νόμιμον σύζυγόν του από οργήν, ή καμμία γυνή εκτελέση ομοίως το ίδιον πράγμα εις τον άνδρα της, να εκτελέσουν τους ιδίους καθαρμούς και τριετείς εκπατρισμούς. Όταν δε επιστρέψη ο τοιούτος δράστης, να μη συμμετέχη με τα τέκνα του εις τα ιερά ούτε να συντρώγη εις την τράπεζαν. Εάν δε δεν υποτάσσεται εις τον νόμον ο γονεύς ή το τέκνον, ας υπόκειται εις δίκην ασεβείας από τον βουλόμενον.
Και πάλιν, εάν ο αδελφός φονεύση τον αδελφόν ή την αδελφήν, ή η αδελφή τον αδελφόν ή την αδελφήν εν βρασμώ, οι μεν καθαρμοί και οι εκπατρισμοί πρέπει να γίνουν ομοίως, καθώς ωρίσθη διά τους γονείς και τα τέκνα, δηλαδή με όσους αδελφούς εφόνευσαν τους αδελφούς των και με όσους γονείς εφόνευσαν τα παιδιά των, με αυτούς ας μη γίνη ποτέ σύνοικος ούτε συμμέτοχος εις τα ιερά. Εάν δε κανείς απειθή, είναι ορθόν να είναι υπόδικος εις τον νόμον, όστις ωρίσθη διά την τοιαύτην ασέβειαν.
Εάν δε κανείς τυχόν τόσον ακράτητος φανή εις τον θυμόν του απέναντι των γονέων του, ώστε μέσα εις την μανίαν της οργής να τολμήση να φονεύση κανένα από τους γεννήτοράς του, εάν μεν ο φονευθείς πριν εκπνεύση συγχωρήση εκουσίως τον δράστην διά τον φόνον, ας καθαρθή ούτος καθώς οι εκτελέσαντες ακούσιον φόνον και ας κάμη όλα τα άλλα όσα κάμνουν εκείνοι και ας είναι καθαρός, εάν όμως δεν τον συγχωρήση, ας είναι ένοχος παραβάσεως πολλών νόμων ο δράστης. Δηλαδή ημπορεί να θεωρηθή και ένοχος των χειροτέρων τιμωριών διά κακοποίησιν και δι' ασέβειαν, επίσης δε και δι' ιεροσυλίαν, αφού εσύλησε την ψυχήν του γονέως του, επομένως, εάν ήτο δυνατόν να φονευθή πολλάκις το ίδιον άτομον, τότε επίσης θα ήτο δίκαιον και ο πατροκτόνος ή ο μητροκτόνος, έστω και διαπράξας εν εξάψει, να λάβη πολλούς θανάτους. Διότι, αφού και προς απόκρουσιν του θανάτου, όταν κινδυνεύη κανείς να αποτελειωθή από τους γονείς του, δεν επιτρέπει ο νόμος να φονεύση ούτος τον πατέρα του ή την μητέρα του, αυτούς οι οποίοι του εχάρισαν το φως της ζωής του, αλλά οφείλει να υποστή τα πάντα παρά να κάμη κανέν παρόμοιον, πώς θα ήρμοζε να δοθή άλλη τιμωρία εις αυτόν συμφώνως με τον νόμον; Λοιπόν ας ορισθή ως τιμωρία ο θάνατος διά τον φονεύσαντα εν βρασμώ τον πατέρα του ή την μητέρα του.
Εάν δε ο αδελφός φονεύση τον αδελφόν του εν φιλονικία όταν συγκρουσθούν ή εις άλλην ανάλογον περίστασιν, όστις φονεύση τον πρώτον επιτεθέντα ως εχθρόν αποκρούων αυτόν, ας είναι καθαρός. Και αν πολίτης φονεύση πολίτην ή ξένος ξένον, ας κάμη το ίδιον. Εάν δε πολίτης φονεύση ξένον ή ξένος πολίτην αποκρούων την επίθεσιν, ας θεωρήται κατά τον ίδιον τρόπον καθαρός. Και αν δούλος φονεύση δούλον, επίσης. Εάν δε πάλιν δούλος φονεύση ελεύθερον αποκρούων την επίθεσίν του, ας είναι ένοχος με τους ιδίους νόμους, με τους οποίους και ο φονεύων τον πατέρα του. Ό,τι δε ελέχθη περί της συγχωρήσεως του φονέως από τον πατέρα, το ίδιον ας ισχύη και διά την συγχώρησιν όλων αυτών. Εάν οποιοσδήποτε συγχωρή οποιονδήποτε εκουσίως δι' αυτό, ας είναι ως να έγινε ακουσίως ο φόνος, και ας γίνουν αναλόγως οι καθαρμοί του δράστου και έν έτος του εκπατρισμού κατά τον νόμον. Και λοιπόν οι μεν βίαιοι και οι ακούσιοι οι γινόμενοι εν εξάψει φόνοι αρκετά εξετάσθησαν.
Τόρα δε ας ομιλήσωμεν κατόπιν από αυτά περί των εκουσίων και των γινομένων κατά πλήρη αδικίαν και με προμελέτην ένεκεν υποκύψεως εις τας ηδονάς και τας επιθυμίας και τους φθόνους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ομιλήσωμεν τόρα πάλιν όσον μας είναι δυνατόν περί των τοιούτων, πόσα είναι. Το μεγαλίτερον λοιπόν είναι η επιθυμία η νικώσα την ψυχήν την εξαγριωμένην από τους πόθους. Τούτο δε συμβαίνει εις το ζήτημα εις το οποίον αισθάνονται οι περισσότεροι την μεγαλιτέραν και ισχυροτέραν κλίσιν, δηλαδή εις την ακόρεστον και απέραντον επιθυμίαν της αποκτήσεως χρημάτων, την οποίαν γεννά η έμφυτος κληρονομικότης και η κακή εκπαίδευσις. Διά δε την κακήν εκπαίδευσιν και τον κακώς επαινούμενον πλούτον αιτία είναι η επικρατούσα δοξασία μεταξύ των Ελλήνων και των βαρβάρων. Διότι θεωρούν αυτόν ως το πρώτον μεταξύ των αγαθών, ενώ είναι το τρίτον και βλάπτουν και τους νεωτέρους και τον εαυτόν των. Δηλαδή το μόνον αληθές που πρέπει να λέγεται περί του πλούτου εις όλας τας πόλεις, και το καλλίτερον από όλα είναι, ότι ο πλούτος υπάρχει χάριν του σώματος και το σώμα χάριν της ψυχής. Επειδή λοιπόν είναι αγαθά εκείνα χάριν των οποίων επλάσθη ο πλούτος, πρέπει να θεωρηθή ως τρίτον κατόπιν από την αρετήν του σώματος και της ψυχής. Επομένως ο λόγος αυτός διδάσκει ότι όστις θέλει να γίνη ευτυχής δεν πρέπει να ζητή να πλουτήση, αλλά να πλουτήση δικαίως και σωφρόνως. Και τότε δεν θα συμβαίνουν φόνοι εις τας πόλεις έχοντες ανάγκην να εξαγνίζωνται με άλλους φόνους. Τόρα όμως, καθώς είπαμεν και εις την αρχήν, αυτό το ζήτημα είναι το πρώτον και το σπουδαιότερον, το οποίον γεννά τας μεγαλιτέρας τιμωρίας του προμελετημένου φόνου. Η δευτέρα αιτία είναι η κατάστασις της φιλοδόξου ψυχής, η οποία, γεννά φθόνον ολέθριον εσωτερικόν κυρίως μεν διά τον έχοντα τον φθόνον, κατά δεύτερον όμως λόγον διά τους καλλιτέρους άνδρας της πόλεως. Τρίτον δε οι εκ δειλίας και αδικαιολόγητοι τρόμοι προξενούν πάρα πολλούς φόνους, όταν κάποιος διέπραξε ή διαπράττει κάτι, το οποίον δεν θέλει να το γνωρίζη κανείς. Λοιπόν τους μόνους ενδεχομένους καταδότας αυτών τους εξοντώνουν διά θανάτου, όταν δεν ημπορούν με άλλον τρόπον. Δι' όλους λοιπόν αυτούς ελέχθησαν αυτά ως προοίμιον, εκτός δε αυτών ας υπάρχη και ο λόγος τον οποίον ακούουν εις τας θυσίας πολλοί ενδιαφερόμενοι διά τοιαύτα ζητήματα και πείθονται, ότι δηλαδή υπάρχει τιμωρία των τοιούτων και εις τον Άδην, διότι, όταν επιστρέψουν, πάλιν εδώ είναι ανάγκη να έχουν πληρωμένην την φυσικήν τιμωρίαν, δηλαδή να παύη κανείς ό,τι έκαμε και με τοιαύτην μοίραν να τελειώση την ζωήν.
Λοιπόν διά τον υπακούοντα και ωρισμένως φοβούμενον την τοιαύτην τιμωρίαν από το προοίμιον μόνον, δεν χρειάζεται να αναφέρωμεν τον σχετικόν νόμον. Διά τον απειθούντα όμως ας θεσπισθή ο εξής νόμος. Όστις φονεύση εκ προμελέτης και αδίκως οποιονδήποτε ομόφυλον ιδιοχείρως, πρώτον μεν ας αποκλείεται από τα νόμιμα και ας μη μολύνη ούτε τα ιερά ούτε την αγοράν ούτε τους λιμένας ούτε καμμίαν άλλην δημοσίαν συνάθροισιν, είτε εμποδίζη κανείς αυτά εις τον δράστην είτε όχι, διότι ο ίδιος ο νόμος τον εμποδίζει και θα εξακολουθή να τον εμποδίζη πάντοτε χάριν όλης της πόλεως. Όστις δε δεν τον καταγγέλλει, ενώ οφείλει, ή δεν τον ειδοποιεί ότι αποκλείεται, ενώ είναι συγγενής μέχρις εξαδέλφου με τον αποθανόντα, πρώτον μεν ας επισύρη εις την κεφαλήν του το μόλυσμα και την έχθραν των θεών, καθώς η κατάρα του νόμου διαδίδει την φήμην, δεύτερον δε ας είναι υπόδικος εις τον θέλοντα να τον τιμωρήση χάριν του αποθανόντος. Όστις δε θέλει να φροντίση διά την τήρησιν των σχετικών καθαρμών και δι' όσα νόμιμα κατά παράδοσιν θεόθεν ορίζονται, εκτελών όλα τα σχετικά και γνωστοποιών εκ των προτέρων εις τον δράστην την δήλωσιν, ας υπάγη να υποχρεώση τούτον να υποστή την τιμωρίαν συμφώνως με τον νόμον.
Ότι δε αυτά πρέπει να συνοδεύωνται με κάποιας προσευχάς και θυσίας εις τους θεούς εκείνους, όσοι φροντίζουν διά να μη γίνονται φόνοι εις τας πόλεις, είναι εύκολον να το ειπή ο νομοθέτης. Ποίοι όμως είναι αυτοί οι θεοί και πώς είναι ορθόν να γίνεται η εισήγησις αυτών των δικών εμπρός εις τους θεούς, ας το νομοθετήσουν οι νομοφύλακες μαζί με τους ερμηνευτάς και με τους μάντεις και με τον θεόν ας ενεργούν αυτάς τας δίκας. Δικασταί δε αυτών να είναι οι ίδιοι όσοι είπαμεν ότι πρέπει να δικάζουν τους ιεροσύλους. Όστις δε καταδικασθή ας τιμωρηθή διά θανάτου και ας μη ταφή εις την χώραν του παθόντος, διότι εκτός της ασεβείας του ήτο και αναιδής. Εάν δε φύγη και δεν θελήση να υποστή την κρίσιν, ας μείνη διαρκώς εις εξορίαν. Εάν δε κανείς από αυτούς πατήση το έδαφος του φονευθέντος, ο πρώτος συναντήσας αυτόν εκ των συγγενών του φονευθέντος ή εκ των πολιτών ας τον φονεύση χωρίς ζημίαν ή ας τον δέση και ας τον παραδώση εις τους άρχοντας εκείνους, οι οποίοι τον εδίκασαν, όστις δε καταγγέλλει ας ζητήση και εγγύησιν διά τον καταγγελλόμενον. Αυτός δε ας δώση αξιοπίστους εγγυητάς τρεις όποιους εγκρίνει η δικαστική αρχή επί των τοιούτων υποθέσεων, οι οποίοι να εγγυηθούν ότι θα τον παρουσιάσουν εις την δίκην. Εάν όμως ή δεν θέλη ή δεν έχη να δώση κανείς εγγυητάς, ας τον παραλάβη η εξουσία και ας τον κρατή δέσμιον, διά να τον παραδώση εις την δικαιοσύνην. Εάν δε δεν φονεύση μεν ιδιοχείρως, προμελετήση όμως τον θάνατον άλλου και είναι αίτιος του θανάτου αυτού με την προαίρεσιν και την προμελέτην του και ενώ δεν είναι καθαρμένη η ψυχή του από τον φόνον μένει εντός της πόλεως, ας εφαρμοσθούν και εις αυτόν αι ίδιαι τιμωρίαι πλην της εγγυήσεως, εάν δε καταδικασθή ας του επιτραπή να καταδικασθή εις την πατρίδα του, ως προς τα άλλα όμως ας εφαρμοσθούν και εις αυτόν όσα ελέχθησαν διά τον προηγούμενον. Αυτά δε τα ίδια ας εφαρμοσθούν και εις τους ξένους απέναντι ξένων και εις τους πολίτας ή τους ξένους μεταξύ των και πάλιν εις τους δούλους απέναντι των δούλων, δηλαδή ως προς την ιδιόχειρον εκτέλεσιν και την προμελέτην εκτός της εγγυήσεως. Αυτήν δε ας την δίδουν μόνον οι ιδιόχειροι δράσται.
Εάν δε δούλος φονεύση ελεύθερον εκουσίως είτε ιδιοχείρως είτε εκ προμελέτης και καταδικασθή, τότε ο κοινός δήμιος της πόλεως ας τον οδηγήση πλησίον εις το μνήμα του αποθανόντος, από μέρος όπου φαίνεται ο τύμβος του, και αφού τον δείρη όσας φοράς διατάξη ο κερδίσας την δίκην, εάν εξακολουθή να ζη ο φονεύς, τότε ας τον θανατώση. Εάν δε κανείς φονεύση δούλον, όστις δεν έκαμε καμμίαν αδικίαν, αλλά μόνον διότι φοβείται μήπως τον καταγγέλλει διά τας κακάς και αισχράς του πράξεις, ή διά καμμίαν άλλην παρομοίαν αιτίαν, καθώς θα υφίστατο δίκην φόνου, εάν εφόνευε πολίτην, ομοίως ας υποστή και διά τον τοιούτον δούλον, ο οποίος εφονεύθη υπό τους όρους τούτους.
Εάν όμως συμβούν πράγματα διά τα οποία και να νομοθετήσωμεν είναι φρικώδες και όχι επιθυμητόν πράγμα, αλλά πάλιν είναι αδύνατον να μη νομοθετήσωμεν διά φόνους συγγενών ιδιοχείρους ή με προμελέτην γενομένους, ωρισμένως δε εκ προμελέτης και αδίκους, οι οποίοι συνήθως μεν συμβαίνουν εις πόλεις αι οποίαι ιδρύθησαν και διάγουν υπό κακούς όρους, αλλά κάποτε είναι δυνατόν να συμβούν και εις τόπον εις τον οποίον δεν θα επερίμενε ποτέ κανείς, τότε πάλιν πρέπει να λέγωμεν τον προ ολίγου λεχθέντα λόγον, και ίσως τυχόν κανείς μας ακούση και ημπορέση να αποφύγη τους πλέον ανοσίους φόνους εκουσίως εξ αιτίας αυτών. Δηλαδή ο μύθος είτε λόγος είτε οτιδήποτε άλλο όνομα του αποδώσωμεν, ελέχθη καθαρά από αρχαίους ιερείς, ότι η θεία δίκη, η οποία εκδικείται το αίμα των συγγενών, εφαρμόζει τον προ ολίγου αναφερθέντα νόμον και διατάσσει, όταν κανείς εκτελέση κάτι, να πάθη αναγκαστικώς τα ίδια τα οποία έκαμε. Λόγου χάριν, εάν κανείς εφόνευσε πρότερον τον πατέρα του, τόρα ο ίδιος να υπομείνη να πάθη το ίδιον διά της βίας εις ολίγον καιρόν. Και εάν εφόνευσε την μητέρα του είναι ανάγκη να ξαναγεννηθή με γυναικείαν φύσιν και κατόπιν να στερηθή την ζωήν από τα τέκνα του. Διότι, όταν μολυνθή το κοινόν αίμα, δεν υπάρχει άλλος καθαρμός ούτε ημπορεί να ξεπλυθή το μολυσμένον πριν πληρώση με φόνον όμοιον τον φόνον η εγκληματήσασα ψυχή και καθησυχάση όλην την οργήν της συγγενείας διά της εξιλεώσεως. Αυτάς λοιπόν τας εκδικήσεις των θεών φοβούμενος κανείς πρέπει να τα αποφεύγη αυτά. Εάν όμως κανένα τον κυριεύση τόσον αθλία συμφορά, ώστε να τολμήση εκ προμελέτης εκουσίως να αποχωρίση την ψυχήν από το σώμα του πατρός του ή της μητρός του ή των αδελφών του ή των τέκνων του, τότε ο παρών νόμος του θνητού νομοθέτου νομοθετεί περί των τοιούτων προκηρύσσων ότι αποκλείεται από τα νόμιμα και ότι υφίσταται τας ιδίας εγγυήσεις, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Εάν δε κανείς καταδικασθή διά τον τοιούτον θάνατον, ότι δηλαδή εφόνευσε κανένα από αυτούς, οι μεν υπηρέται των δικαστών και άρχοντες ας τον φονεύσουν εις το ωρισμένον σταυροδρόμιον, αφού τον βγάλουν γυμνόν έξω από την πόλιν, όλοι δε οι άρχοντες φέροντες ο καθείς ένα λίθον ας τον ρίψουν εις την κεφαλήν του νεκρού και ας εξαγνίσουν όλην την πόλιν, κατόπιν δε ας τον φέρουν εις τα σύνορα της χώρας και ας τον πετάξουν άταφον.
Αλλά τόρα όστις φονεύση τον συγγενέστερόν του και καθώς λέγομεν τον φίλτατόν του τι πρέπει να πάθη; Εννοώ δε όστις φονεύση τον εαυτόν του και τον στερήση την μοίραν του πεπρωμένου διά της βίας, χωρίς ούτε η πόλις να το επιβάλη ως τιμωρίαν ούτε αυτός να υποκύπτη εις την οδυνηράν δυστυχίαν η οποία τον εκυρίευσε, ούτε να του έλθη κάποιος αθεράπευτος και αβίωτος εξευτελισμός, αλλά από οκνηρίαν και ανανδρίαν και δειλίαν επιβάλλων εις τον εαυτόν του άδικον τιμωρίαν. Δι' αυτόν λοιπόν τους μεν άλλους νόμους οι οποίοι πρέπει να εφαρμοσθούν ως προς τους καθαρμούς και τας ταφάς ο θεός (Απόλλων) τα γνωρίζει. Διά ταύτα, δε πρέπει να συμβουλεύονται τους ερμηνευτάς και τους σχετικούς προς αυτά νόμους οι πλησιέστεροι συγγενείς και να εκτελούν συμφώνως με τας οδηγίας των. Οι δε τάφοι διά τους καταστραφέντας ούτω πως πρέπει να είναι μεμονωμένοι χωρίς να υπάρχη κανείς άλλος πλησίον των απολύτως, έπειτα να θάπτουν αυτούς εις τα παραμεθόρια μέρη από τα δώδεκα τμήματα, όσα είναι ακαλλιέργητα και αδέσποτα, και να τους θάπτουν χωρίς ευλογίαν και χωρίς να θέσουν επάνω εις τους τάφους των στήλας και ονόματα.
Εάν δε τυχόν κανέν φορτηγόν ή άλλο ζώον φονεύση άνθρωπον, εκτός εκείνων τα οποία αγωνίζονται εις τους δημοσίους αγώνας, ας καταγγείλουν οι πλησιέστεροι τον φονέα διά τον φόνον, ας δικάσουν δε την υπόθεσιν όποιους και όσους από τους αγρονόμους ορίση ο συγγενής, το δε καταδικασθέν ζώον ας φονευθή και ας πεταχθή έξω από τα σύνορα της χώρας.
Εάν δε κανέν άψυχον στερήση την ψυχήν κανενός ανθρώπου, εκτός εάν είναι κεραυνός ή κανέν παρομοίον θεϊκόν πλήγμα, από όλα τα άλλα εις όσα κανείς προσκρούση ή αυτά πέσουν επάνω του και τον φονεύσουν, δικαστήν μεν δι' αυτά ας ορίζη ο πλησιέστερος συγγενής, εξιλεώνων τον εαυτόν του και όλον το συγγενολόγι του, το δε καταδικασθέν αντικείμενον να το εξορίση, καθώς ελέχθη διά το γένος των ζώων.
Εάν δε πάλιν ευρεθή κανείς φονευμένος, δεν είναι όμως φανερός ο φονεύς και αφού γίνη αυστηρά έρευνα δεν ανακαλυφθή, αι μεν προκηρύξεις να είναι αι ίδιαι καθώς εις τους άλλους, δηλαδή να δηλωθή ο φόνος προς γνώσιν του δράστου και αφού καταδικασθή να διαλαλήση ο κήρυξ ότι όστις εφόνευσε τον δείνα και τον δείνα και απεδείχθη ως φονεύς πρέπει να μη πατήση εις τα ιερά ούτε απολύτως εις το έδαφος της χώρας του αποθανόντος, διότι, εάν παρουσιασθή και ανακαλυφθή, θα θανατωθή και θα πεταχθή έξω από τα σύνορα της χώρας του παθόντος άταφος. Αυτός λοιπόν ο νόμος γενικώς ας είναι έγκυρος διά τον φόνον. Και αυτά μεν έως εδώ ας είναι ούτω πως.
Αι περιστάσεις όμως και οι λόγοι, διά τους οποίους όστις φονεύση θα είναι καθαρός, είναι οι εξής. Τον κλέπτην τον εισερχόμενον την νύκτα εις την οικίαν διά να κλέψη χρήματα εάν κανείς τον συλλάβη και τον φονεύση, ας είναι καθαρός. Και εάν φονεύση κανείς λωποδύτην εν αμύνη, ας είναι καθαρός. Και πάλιν, όστις προσπαθεί να εκβιάση ελευθέραν γυναίκα ή παίδα χάριν ασελγείας, ας φονευθή χωρίς αντίποινα από τον προσβληθέντα διά της βίας και από τον πατέρα του ή τους αδελφούς του ή τους υιούς του. Και εάν ο σύζυγος συλλάβη την νόμιμον σύζυγόν του, όταν εκβιάζηται, αν φονεύση τον εκβιαστήν της, ας είναι καθαρός συμφώνως με τον νόμον. Και εάν κανείς υπερασπιζόμενος την ζωήν του πατρός του, όστις δεν εκτελεί τυχόν κανέν ανόσιον, ή της μητρός ή των τέκνων ή των αδελφών ή του συζύγου, φονεύση κανένα, ας είναι εντελώς καθαρός.
Και λοιπόν περί της ανατροφής και εκπαιδεύσεως της ζωντανής ψυχής, ποία όταν απολαύση αξίζει να ζη και ποία όταν δεν επιτύχη πρέπει αντιθέτως να αποθάνη, και επί των βίαιων θανάτων ποίαι τιμωρίαι πρέπει να εφαρμόζωνται, δι' όλα αυτά τα ζητήματα ας είναι αρκετά όσα ενομοθετήσαμεν. Περί δε της ανατροφής και εκπαιδεύσεως των σωμάτων επίσης ωμιλήσαμεν, ως συνέχειαν δε αυτών πρέπει να χωρίσωμεν όσον είναι δυνατόν τας βιαίας πράξεις μεταξύ των εις ακουσίας και εκούσιας, ποίαι είναι και πόσαι και ποίας τιμωρίας είναι ορθόν να λάβη εκάστη. Αυτά κατόπιν από εκείνα, καθώς φαίνεται, είναι ορθόν να νομοθετηθούν.
Λοιπόν τας πληγάς και τα σακατεύματα που προέρχονται από πληγάς και ο μηδαμινώτερος νομοθέτης θα τα κατατάξη ως δεύτερα κατόπιν από τους θανάτους. Και λοιπόν καθώς διαιρέσαμεν τους φόνους ομοίως πρέπει να θεωρήσωμεν και τας πληγάς άλλας μεν ως εκούσιας, άλλας δε ως από έξαψιν, άλλας δε ως από φόβον, άλλας δε ως προερχομένας εκ προμελέτης εκουσίως. Πρέπει δε να προλογίσωμεν δι' όλα αυτά το εξής. Ότι δηλαδή είναι ανάγκη οι άνθρωποι να θέτουν νόμους και να ζουν συμφώνως με νόμους, αλλέως δεν διαφέρουν από τα εντελώς άγρια θηρία. Αιτία δε τούτων είναι ότι η φύσις κανενός ανθρώπου δεν γεννάται ικανή να γνωρίζη ποία συμφέρουν εις την ανθρωπίνην πολιτείαν και αφού γνωρίση να ημπορή και να θέλη να κάμνη πάντοτε το καλλίτερον. Δηλαδή πρώτον είναι δύσκολον να εννοήση κανείς ότι η πολιτική η οποία είναι και αληθινή τέχνη δεν πρέπει να σκέπτεται το ατομικόν συμφέρον, αλλά το κοινόν — διότι το μεν κοινόν συσφίγγει, το δε ατομικόν διασπά τας πόλεις — και ότι και εις το κοινόν και εις το άτομον συγχρόνως συμφέρει να θεσπισθή καλώς το κοινόν συμφέρον παρά το ατομικόν.
Δεύτερον δε, και αν ακόμη κανείς αποκτήση τελείως την τέχνην να γνωρίζη ότι αυτά επλάσθησαν ούτω πως, συγχρόνως όμως κυριαρχήση ανευθύνως και απολυταρχικώς εις την πόλιν, δεν θα ημπορέση ποτέ να μείνη πιστός εις αυτήν την γνώμην και διαρκώς το μεν κοινόν να το θεωρή προτιμότερον, το δε ατομικόν ως κατώτερον του κοινού, αλλά πάντοτε θα τον παρασύρη η θνητή φύσις του εις πλεονεξίαν και αυθαιρεσίαν, διά να αποφύγη ασυλλογίστως την λύπην και να επιδιώξη την ηδονήν, από δε το δικαιότερον και καλλίτερον θα προτιμήση αυτά τα δύο, και προξενούσα εις τον εαυτόν της σκοτισμόν θα φορτώση αυτόν από όλα τα κακά καθώς και ολόκληρον την πόλιν. Άλλως τε, εάν κανείς άνθρωπος εγεννήθη εκ φύσεως με θεού θέλημα ικανός διά να τα εφαρμόση, τότε αυτός δεν έχει ανάγκην από νόμους διά να τον θυσιάζουν. (1) Διότι από την επιστήμην ούτε ο νόμος ούτε η τάξις είναι ανωτέρα ούτε είναι συγχωρημένον ο νους να γίνη υπήκοος ούτε δούλος κανενός, αλλά όλα να τα εξουσιάζη, εάν βεβαίως είναι αληθινά ελεύθερος και πραγματικώς σύμφωνος με την φύσιν. Αλλά τόρα δεν υπάρχει διόλου εις κανέν μέρος, παρά μόνον εις μικράς δόσεις.
Διά τούτο λοιπόν πρέπει να προτιμήσωμεν το δεύτερον, δηλαδή τας διατάξεις και τους νόμους, τα οποία βεβαίως τας μεν συνήθεις περιπτώσεις τας βλέπουν και τας παρατηρούν, όλας όμως απολύτως δεν ημπορούν να τας παρατηρήσουν. Αυτά λοιπόν ελέχθησαν διά τον εξής σκοπόν. Τόρα ημείς θα ορίσωμεν τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση όστις επλήγωσε ή έβλαψε άλλον. Είναι λοιπόν εύκολον εις τον καθένα, γενικώς να μας προλάβη και να ειπή ορθώς: Τι όταν πληγώση ή ποίον ή πώς ή πότε λοιπόν εννοείς; Διότι καθέν από αυτά τα είδη περιέχει απείρους περιπτώσεις και διαφέρουν πολύ μεταξύ των. Όλα λοιπόν αυτά ανεξαιρέτως ή πάλιν κανέν απολύτως να μη αναθέση ο νομοθέτης εις τα δικαστήρια να το αποφασίσουν, δεν είναι δυνατόν. Διότι έν κυρίως είναι ανάγκη δι' όλα να αναθέση να κρίνουν, δηλαδή αν έγινε ή δεν έγινε έκαστον από αυτά. Και πάλιν δε διά να μη αναθέση εις αυτά να κρίνουν τι πρέπει να πληρώση ή να πάθη όστις κάμη καμμίαν από αυτάς τας αδικίας, αλλά να νομοθετήση ο ίδιος δι' όλα μικρά και μεγάλα, είναι σχεδόν αδύνατον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίος λόγος λοιπόν έρχεται κατόπιν από αυτά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ο εξής, ότι άλλα μεν πρέπει να αναθέση εις τα δικαστήρια, άλλα δε δεν πρέπει να αναθέση εις αυτά, αλλά ο ίδιος να τα νομοθετήση.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία λοιπόν πρέπει να νομοθετήση και ποία πρέπει να αναθέση εις τα δικαστήρια να τα κρίνουν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον λοιπόν ορθόν είναι να ειπούμεν τα εξής, ότι, εάν εις μίαν πόλιν υπάρχουν δικαστήρια μηδαμινά και βωβά, τα οποία υποκλέπτουν κρυφίως τας αποφάσεις των, και το χειρότερον από όλα, εάν δεν είναι ούτε ήσυχα, αλλά πλημμυρούν από θόρυβον καθώς τα θέατρα και κρίνουν άλλους ρήτορας επαινούντα με βοήν και άλλους κατακρίνοντα, τότε συμβαίνει συνήθως κακόν πάθημα εις όλην την πόλιν. Διά τοιαύτα λοιπόν δικαστήρια αν υποχρεωθή κανείς αναγκαστικώς να νομοθετήση, δεν είναι μεν μεγάλη ευτυχία του, αλλά οπωσδήποτε, αν υποχρεωθή, πρέπει όσον το δυνατόν διά τα μικρά ζητήματα, να αναθέση εις τους δικαστάς να ορίζουν την τιμωρίαν, τα δε περισσότερα να τα νομοθετή ο ίδιος ρητώς, αν τυχόν συμβή να νομοθετήση εις τοιαύτην πολιτείαν. Εις όποιαν όμως πόλιν λειτουργούν τα δικαστήρια όσον το δυνατόν ορθώς διά της καλής μορφώσεως των μελλόντων να δικάζουν και διά της λεπτομερούς εξετάσεως αυτών, εκεί είναι ορθόν και καλόν τας περισσοτέρας περιπτώσεις να τας αναθέτη να τας κρίνουν οι τοιούτοι δικασταί διά τους καταδικασθέντας, δηλαδή τι πρέπει, να πάθουν ή να πληρώσουν. Εις ημάς δε τόρα δεν είναι ασέβεια, αν δεν νομοθετήσωμεν δι' αυτούς τα κυριώτερα και τα περισσότερα, τα οποία και οι κατωτέρας μορφώσεως δικασταί θα ημπορούσαν να αντιληφθούν και να εφαρμόσουν εις εκάστην παρανομίαν ό,τι αξίζει να πάθη ο δράστης διά την πράξιν του. Επειδή λοιπόν δι' όσους ημείς νομοθετούμεν τόρα τους θεωρούμεν ότι θα γίνουν αρμονικοί κριταί των τοιούτων, ας αναθέσωμεν εις αυτούς τα περισσότερα. Αλλ' όμως εκείνο το οποίον είπαμεν πολλάκις και το εξετελέσαμεν εις την θέσπισιν των προηγουμένων νόμων, ότι δηλαδή θα ομιλήσωμεν με γενικόν τύπον διά τας τιμωρίας, διά να δώσωμεν παραδείγματα εις τους δικαστάς να μην εξέρχωνται από την υπόθεσίν των, αυτό και τότε ήτο ορθόν, και τόρα το ίδιον πρέπει να κάμωμεν, επιστρέφοντες εις τους νόμους.
Λοιπόν η καταγγελία διά την πληγήν ας είναι ως εξής. Εάν κανείς επρομελέτησε εκουσίως να φονεύση κανένα φιλικόν άνθρωπον, έξω από εκείνους που επιτρέπει ο νόμος, και τον πληγώση μεν, αλλά δεν ημπορέση να τον θανατώση, τότε δεν πρέπει να συγχωρήσωμεν τον προμελετήσαντα και πληγώσαντα ούτε να τον σεβασθώμεν αλλέως, αλλά, ως να εφόνευσε να τον αναγκάσωμεν ν' υποστή την ποινήν του φόνου. Σεβόμενος όμως την όχι τόσον κακήν τύχην του και τον δαίμονα, ο οποίος ελυπήθη και αυτόν και τον δράστην και απεμάκρυνε το κακόν ώστε να μη γίνη αθεράπευτον εις τον παθόντα, εις δε τον δράστην κατηραμένη συμφορά, εις αυτόν λοιπόν τον δαίμονα χαριζόμενος και μη εναντιούμενος κανείς πρέπει από μεν τον θάνατον να απαλλάξη τον δράστην, να γίνη όμως μετακόμισις αυτού εις την γειτονικήν πόλιν δι' όλην του την ζωήν, και να απολαμβάνη όλην του την περιουσίαν. Την δε βλάβην την οποίαν επροξένησε εις τον πληγωθέντα να την πληρώση εις αυτόν. Αυτήν δε να την ορίση το δικαστήριον το οποίον θα δικάση την δίκην. Να την δικάσουν δε οι δικασταί οι οποίοι θα εδίκαζαν τον φόνον, εάν απέθνησκε από την πληγήν.
Εάν δε το τέκνον πληγώση εκ προμελέτης τους γονείς του ή ο δούλος τον κύριόν του, ας είναι θάνατος η τιμωρία του. Και εάν ο αδελφός πληγώση ομοίως τον αδελφόν ή την αδελφήν, ή η αδελφή τον αδελφόν ή την αδελφήν, και καταδικασθή διά πληγήν εκ προμελέτης, να είναι θάνατος η τιμωρία. Εάν δε η γυνή πληγώση εκ προμελέτης με σκοπόν να φονεύση τον άνδρα της, ή ο ανήρ την γυναίκα του, ας εκπατρισθή ισοβίως. Τα δε κτήματά των, εάν μεν έχουν υιούς ή θυγατέρας ανηλίκους ακόμη, να τα επιτροπεύουν οι επίτροποι και να είναι κηδεμόνες των παιδιών ως ορφανών. Εάν δε είναι ενήλικες, ας μην είναι υποχρεωτικόν να τρέφεται ο εκπατρισθείς από τους γόνους του, την δε περιουσίαν ας την έχουν αυτοί. Όστις δε περιπλακή εις τοιαύτας συμφοράς άτεκνος, ας κάμουν συμβούλιον οι συγγενείς μέχρι των μικρανεψιών του εκπατρισθέντος, και από τα δύο μέρη, δηλαδή και από τους συγγενείς του ανδρός και της γυναικός, και ας διορίσουν κληρονόμον εις αυτόν τον οίκον, ο οποίος να είναι ένας από τους πέντε χιλιάδες σαράντα όλης της πόλεως, συσκεπτόμενοι με τους νομοφύλακας και τους ιερείς και έχοντες υπ' όψει των την εξής αρχήν, ότι δηλαδή ουδείς οίκος από τους πέντε χιλιάδες σαράντα είναι κτήμα του ενοίκου ούτε και όλης του της γενεάς τόσον, όσον της πόλεως, είτε είναι δημόσιος είτε ιδιωτικός. Πρέπει λοιπόν η πόλις βεβαίως να διατηρή τους οίκους της όσον το δυνατόν αγνούς και καλοτυχισμένους. Όταν λοιπόν κακοτυχήση και μολυνθή κανείς από τους οίκους, ώστε ο κάτοχός του να μην αφήση μέσα εις αυτόν τέκνα, άγαμος δε ή και έγγαμος χωρίς τέκνα να αποθάνη καταδικασθείς διά φόνον εκούσιον, ή διά καμμίαν άλλην παρανομίαν προς τους θεούς ή τους πολίτας, διά την οποίαν υπάρχει ρητώς ως τιμωρία ο θάνατος εις τον νόμον, ή και αν εκπατρισθή ισοβίως κανείς από τους άνδρας άτεκνος, αυτόν τον οίκον πρώτον μεν είναι ανάγκη να τον καθαρίσουν και να τον εξορκίσουν συμφώνως με τον νόμον, έπειτα ας συνέλθουν εις συμβούλιον, καθώς είπαμεν προ ολίγου, οι συγγενείς μαζί με τους νομοφύλακας, διά να σκεφθούν ποία γενεά υπάρχει εις την πόλιν έχουσα υπόληψιν καλήν διά την αρετήν και συγχρόνως ευτυχής, εις την οποίαν να υπάρχουν πολλά παιδιά. Από αυτά δε ας υιοθετήσουν το έν ως υιόν του πατρός του αποθανόντος και των ανιόντων συγγενών, και χάριν της φήμης ας το ονομάσουν γέννημά των και διάδοχον και προσκυνητήν των οσίων των και των προσκυνημάτων των με την ελπίδα καλλιτέρας τύχης από τον πατέρα, και κατ' αυτόν τον τρόπον ευχηθέντες να τον καταστήσουν κληρονόμον συμφώνως με τον νόμον, τον δε εγκληματήσαντα να τον αφήσουν να μείνη χωρίς όνομα και άτεκνος και άμοιρος, όταν τον κυριεύση τοιαύτη συμφορά.
Ως φαίνεται δε, δεν είναι πάντοτε συναφή τα σύνορα, αλλά όπου υπάρχει μεθόριον, αυτό κείται μεταξύ των δύο συνόρων και αυτό προσκρούει προηγουμένως εις έκαστον από τα δύο σύνορα. Και λοιπόν μεταξύ των ακουσίων και εκουσίων ό,τι γίνεται εν βρασμώ είπαμεν ότι είναι τοιούτον. Διά τας υφισταμένας λοιπόν ακόμη πληγάς, αι οποίαι προήλθαν από έξαψιν, εάν καταδικασθή κανείς, τότε πρέπει πρώτον μεν να πληρώση το διπλάσιον της βλάβης, αν η πληγή είναι ευκολοθεράπευτος, εάν δε είναι αθεράπευτος, το τετραπλάσιον. Εάν δε είναι μεν ευκολοθεράπευτος, αλλά προσάπτη μεγάλην προσβολήν εις τον πληγωθέντα και εξευτελισμόν, να πληρώση το τριπλάσιον. Εάν δε με τας πληγάς που θα προξενήση κανείς εις άλλον δεν βλάπτη μόνον τον παθόντα αλλά και την πόλιν, διότι τον κατέστησε ανίκανον να υπερασπισθή την πατρίδα εναντίον των εχθρών, αυτός εκτός του άλλου προστίμου ας αναπληρώση και την βλάβην της πόλεως. Δηλαδή εκτός της ιδικής του επιστρατεύσεως ας επιστρατευθή και χάριν του ανικάνου και ας εκτελή εις την θέσιν εκείνου τας πολεμικάς διατάξεις, εάν δε δεν εκτελή αυτάς, ας είναι υπόδικος διά μυνήσεως του βουλομένου ως λιποτάκτης συμφώνως με τον νόμον. Το δε αντίτιμον της βλάβης είτε το διπλάσιον, είτε το τριπλάσιον, είτε το τετραπλάσιον, ας το ορίζουν οι καταδικάσαντες αυτόν δικασταί.
Εάν δε αυτάδελφος πληγώση αυτάδελφον, κατά τον ίδιον τρόπον με τον προηγούμενον, τότε οι γονείς και οι συγγενείς των μέχρι των μικρανεψιών από το μέρος της γυναικός και από το μέρος του ανδρός, και αι γυναίκες και οι άνδρες να συνέλθουν διά να τον δικάσουν και να τον παραδώσουν εις τους γονείς του να τον τιμωρήσουν συμφώνως με την φύσιν. Εάν δε η ποινή μένη εξ ίσου διαφιλονικουμένη, τότε ας υπερισχύουν οι ορίζοντες αυτήν από το μέρος του ανδρός. Εάν δε δεν ημπορούν οι ίδιοι, ας την αναθέσουν επί τέλους εις τους νομοφύλακας. Διά δε τας παρομοίας πληγάς των τέκνων προς τους γονείς δικασταί να ορίζωνται υποχρεωτικώς όσοι επέρασαν τα εξήντα έτη της ηλικίας των, και έχουν παιδιά όχι υιοθετημένα αλλά γνήσια. Εάν δε κανείς καταδικασθή, να ορίσουν αν πρέπει αυτός να αποθάνη ή να πάθη κάτι μεγαλίτερον ή όχι πολύ μικρότερον. Και από τους συγγενείς του δράστου να μη διορισθή κανείς δικαστής, ούτε αν έχη την ηλικίαν την οποίαν ορίζει ο νόμος.
Εάν δε κανείς δούλος πληγώση ελεύθερον από έξαψιν, ας παραδώση ο ιδιοκτήτης τον δούλον εις τον παθόντα, να τον μεταχειρισθή όπως θέλει. Εάν δε δεν τον παραδώση, ας αποζημιώση ο ίδιος την βλάβην. Εάν δε καταγγέλλη κανείς ότι είναι εφεύρεσις εκ συνεννοήσεως του δούλου και του πληγωθέντος το γεγονός, ας το διαφιλονικήση. Εάν δε δεν κερδίση την υπόθεσιν, ας πληρώση τριπλασίως την βλάβην. Εάν δε κερδίση την υπόθεσιν, ας κάμη τον σκευωρήσαντα υπόδικον υποδουλώσεως μαζί με τον δούλον. Όστις δε πληγώση ακουσίως άλλον μη συγγενή, ας πληρώση την βλάβην απλήν. Διότι ουδείς νομοθέτης είναι άξιος να κυριαρχήση την τύχην. Δικασταί δε ας ορισθούν όσοι ωρίσθησαν και διά τους υιούς προς τους γονείς, και ας ορίσουν το αντίτιμον της βλάβης.
Όλα τα προεξετασθέντα παθήματα είναι βίαια, βίαια όμως επίσης είναι και όλα τα είδη της κακοποιήσεως. Λοιπόν δι' αυτά πρέπει το εξής να σκέπτεται πας ανήρ και παις και γυνή διαρκώς, ότι δηλαδή ο γεροντότερος δεν είναι εις μικράν προτίμησιν από τον νεώτερον και εμπρός εις τους θεούς και εις τους ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν να διατηρούνται και να ευτυχούν. Λοιπόν το να ιδή κανείς μίαν κακοποίησιν μέσα εις την πόλιν γενομένην από τον νεώτερον εις τον γεροντότερον είναι αισχρόν και θεομίσητον. Αρμόζει όμως, όταν ο νέος κτυπηθή από γέροντα, να υποφέρη υπομονητικώς την έξαψίν του, επιφυλάττων και διά τον εαυτόν του αυτήν την εκτίμησιν εις το γήρας του. Λοιπόν ας γίνη το εξής. Ο καθείς εις τον τόπον μας ας σέβεται τον γεροντότερόν του εις τα έργα και εις τους λόγους του. Τον δε γεροντότερόν του κατά είκοσι έτη είτε άρρενα είτε θήλυν, ας τον σέβεται ως άλλον πατέρα ή μητέρα και εν γένει ας αποφεύγη να προσβάλη πάσαν ηλικίαν, η οποία ήτο δυνατόν να τον γεννήση, χάριν των γενεθλίων θεών. Ομοίως δε ας αποφεύγη και τον ξένον είτε μένει εις την πόλιν προ πολλού είτε ήλθε τελευταίως. Δηλαδή ούτε αρχήν κάμνων ούτε αποκρούων επίθεσιν γενικώς ας μη τολμά να σωφρονίση τον τοιούτον με κτυπήματα. Εάν δε κανείς ξένος έχη την τόλμην και το θράσος να τον κτυπήση και νομίζη ότι πρέπει να τιμωρηθή, ας τον συλλάβη και ας τον οδηγήση προς την αρχήν των αστυνόμων, αλλά ας κρατηθή από το να κτυπήση αυτόν, διά να είναι πολύ μακράν από το να τολμήση να κτυπήση τον εντόπιον. Οι δε αστυνόμοι, αφού τον κρατήσουν και τον ανακρίνουν, τότε και αυτοί σεβόμενοι τον προστάτην θεόν των ξένων, εάν μεν φανή ότι αδίκως ο ξένος εκτύπησε τον εντόπιον, ας δώσουν με την μάστιγα εις τον ξένον τόσες ξυλιές, όσας έδωκε αυτός και ας καταπαύσουν την ξενοκρατίαν του. Εάν όμως δεν έχη άδικον, ας απειλήσουν και ας ονειδίσουν τον καταδότην και ας αφήσουν και τους δύο.
Εάν δε κανείς κτυπά τον συνομήλικόν του ή τον άτεκνον γεροντότερόν του, και ο γέρων τον γέροντα και ο νέος τον νέον, αυτός ας τον αποκρούη συμφώνως με την φύσιν χωρίς οξύ όργανον με γυμνάς χείρας, όστις δε περάση τα σαράντα έτη της ηλικίας του, εάν συγκρούεται με κανένα ή επιτιθέμενος ή αμυνόμενος, θα είναι πρέπον να θεωρηθή αγροίκος και δουλοπρεπής και χαμερπής και να λάβη εξευτελιστικήν τιμωρίαν. Και εάν μεν με παρόμοια σωφρονιστήρια γίνεται ευπειθής, τότε είναι ευκολοδιοίκητος, εάν όμως είναι απειθής και δεν προσέχη εις το προοίμιον, τότε ας δεχθή οριστικώς τον εξής νόμον:
Εάν κανείς κτυπά άλλον γεροντότερόν του κατά είκοσι έτη ή και περισσότερον ακόμη, πρώτον μεν όστις τον επιτύχη, εάν δεν είναι συνομήλικος ούτε νεώτερος από τους συγκρουομένους, ας τους χωρίση, ειδεμή ας είναι κακός συμφώνως με τον νόμον. Εάν δε φέρη την ηλικίαν του κτυπηθέντος ή είναι ακόμη νεώτερος, ας υπερασπιστή τον αδικούμενον ως αδελφόν ή πατέρα ή και ανώτερον συγγενή. Εκτός δε τούτου ας υποστή δίκην κακοποιήσεως όστις τολμήση να κτυπήση τον γεροντότερόν του, καθώς είπαμεν, και, εάν χάση την δίκην, ας δεθή όχι ολιγώτερον από έν έτος. Εάν δε οι δικασταί τον καταδικάσουν εις περισσότερον χρόνον, ας έχη κύρος ο ορισθείς δι' αυτόν χρόνος. Εάν δε κανείς, από τους ξένους ή τους μετοίκους κτυπά τον γεροντότερόν του, κατά είκοσι έτη ή και περισσότερον ακόμη, διά μεν την βοήθειαν των παρευρισκομένων ας ισχύη ο ίδιος νόμος, όστις δε χάση την τοιαύτην δίκην, εάν μεν είναι ξένος και όχι συγκάτοικος, ας δεθή δύο έτη και ας πληρώση αυτήν την τιμωρίαν, εάν δε είναι μέτοικος και δεν υπακούη εις τους νόμους, ας δεθή τρία έτη εκτός, εάν το δικαστήριον ορίση περισσότερον χρόνον διά την ποινήν του. Ας τιμωρηθή δε και όστις παρευρέθη εις οποιανδήποτε περίπτωσιν από αυτάς και δεν εβοήθησε συμφώνως με τον νόμον, αν μεν ανήκη εις το ανώτερον τίμημα, με μίαν μναν, εάν δε εις το δεύτερον, με πενήντα δραχμάς, εάν δε εις το τρίτον, με τριάντα, και εάν εις το τέταρτον με είκοσι. Το δικαστήριον δε ας αποτελέσουν διά τους τοιούτους οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι και οι φύλαρχοι και οι ίππαρχοι.
Οι δε νόμοι, καθώς φαίνεται, άλλοι μεν θεσπίζονται χάριν διδαχής των καλών ανθρώπων, με ποίον τρόπον πρέπει να σχετίζωνται μεταξύ των, διά να ευρίσκωνται εις φιλικάς σχέσεις, άλλοι δε χάριν των αποφυγόντων την εκπαίδευσιν, οι οποίοι έχουν κάποιον ανυπότακτον φυσικόν και δεν εμαλάχθησαν αι ψυχαί των, ώστε να μην είναι πρόθυμοι διά πάσαν κακίαν. Αυτοί είναι αίτιοι διά να ειπούμεν τους λόγους, τους οποίους πρόκειται να ειπούμεν τόρα. Τους οποίους βεβαίως θα νομοθετήση εξ ανάγκης, ο νομοθέτης, αν και δεν θα ευχηθή ποτέ του να δοθή περίστασις να εφαρμοσθούν.
Δηλαδή όστις τολμήση να θέση χείρα εις τον πατέρα του ή την μητέρα του ή τους προγόνους αυτών κακοποιών αυτούς, χωρίς να φοβηθή ούτε την εκδίκησιν των ουρανίων θεών ούτε τας πιστευομένας τιμωρίας των υποχθονίων, αλλά, ως να γνωρίζη όσα δεν γνωρίζει διόλου, περιφρονεί τα παλαιά και όσα όλοι λέγουν, και παρανομεί, αυτός έχει ανάγκην από την τελευταίαν θεραπείαν. Και ο μεν θάνατος δεν είναι το τελευταιον, τα δε πιστευόμενα βασανιστήρια τούτων εις τον Άδην είναι από τον θάνατον χειρότερα, αλλά, αν και λέγουν την αλήθειαν, δεν φέρουν κανέν εμπόδιον εις τας τοιαύτας ψυχάς. Διότι τότε ποτέ δεν θα υπήρχαν μητροκτόνοι ούτε ασεβείς εκτελέσεις κτυπημάτων εναντίον των άλλων γονέων. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει αι ενταύθα τιμωρίαι αυτών εις την ζωήν να μην είναι κατώτεραι από τα βασανιστήρια του Άδου, όσον είναι δυνατόν. Λοιπόν ας ορίσωμεν δι' αυτά τον εξής νόμον:
Εάν κανείς τολμήση να κτυπήση τον πατέρα του ή την μητέρα του ή τους πατέρας ή τας μητέρας τούτων χωρίς να εκυριεύθη από μανίαν, πρώτον μεν όστις παρευρέθη, καθώς και εις τας προηγουμένας περιπτώσεις, ας τρέξη εις βοήθειαν. Και αν μεν είναι μέτοικος ή ξένος όστις βοηθήση, ας προσκληθή εις τιμητικήν θέσιν εις τους αγώνας, εάν δε δεν βοηθήση, ας εξορισθή διά παντός από την χώραν. Όστις δε δεν είναι μέτοικος, εάν μεν βοηθήση, ας λάβη έπαινον, εάν δε δεν βοηθήση, ας κατακριθή. Ο δε δούλος, εάν μεν βοηθήση, ας γίνη ελεύθερος, εάν δε δεν βοηθήση, ας δεχθή εκατόν ραβδισμούς με το μαστίγιον, και εάν μεν γίνη το συμβάν εις την αγοράν, από τους αγορανόμους, εάν δε συμβή έξω από την αγοράν εις την πόλιν, τότε οι αστυνόμοι να τον τιμωρήσουν, εάν δε εις τους αγρούς κάπου, τότε οι άρχοντες, των αγρονόμων. Εάν δε ο παρευρισκόμενος είναι εγχώριος είτε παις είτε ανήρ είτε γυνή, ας βοηθήση και ας τον υβρίζη ως ασεβή, όστις δε δεν βοηθεί ας έχη την κατάραν του συγγενικού και πατρικού Διός συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς καταδικασθή διά κακοποίησιν των γονέων του, πρώτον μεν ας εκπατρισθή διά παντός από την πόλιν εις την έξω χώραν και ας αποκλείεται από όλα τα προσκυνήματα. Εάν όμως δεν απομακρύνεται από αυτά, ας τον τιμωρούν με ραβδισμούς και όσον θέλουν οι αγρονόμοι. Εάν δε επιστρέψη ας τιμωρήται με θάνατον. Εάν δε κανείς από τους ελευθέρους συμφάγη ή συμποσιάση με τον τοιούτον ή έλθη εις καμμίαν παρομοίαν επιμιξίαν ή και απλώς αν τον συναντήση κάπου και τον συντροφεύη εκουσίως, ας μην πλησιάση ποτέ ούτε εις προσκύνημα ούτε εις την αγοράν ούτε γενικώς εις την πόλιν πριν να καθαρθή, πιστεύων ότι μετεδόθη εις αυτόν κάποια αλιτηρία τύχη. Εάν δε απειθή εις τον νόμον και μολύνη την πόλιν παρανόμως, όστις εκ των αρχόντων το μάθη και δεν καταγγείλη εις δίκην τον τοιούτον, αυτό κατά την εποχήν των ευθυνών του ας είναι μία από τας μεγαλιτέρας κατηγορίας εναντίον του.
Εάν δε πάλιν δούλος κτυπά ελεύθερον, είτε ξένον είτε πολίτην, ας βοηθήση μεν όστις παρευρεθή, ειδεμή ας πληρώση συμφώνως με το τίμημά του το πρόστιμον που είπαμεν, και αφού τον δέσουν οι παρευρισκόμενοι με την σύμπραξιν του κτυπηθέντος, ας τον παραδώσουν εις τον αδικούμενον. Αυτός δε, αφού τον παραλάβη, ας τον δέση εις χειροπέδας και ας τον μαστιγώση όσον θέλει, χωρίς να ζημιώση διόλου τον κύριόν του, και ας τον παραδώση εις εκείνον να τον έχη συμφώνως με τον νόμον. Ο δε νόμος αυτός ας λέγη: Όστις ενώ είναι δούλος κτυπά ελεύθερον χωρίς την διαταγήν των αρχόντων, ας τον παραλάβη ο κάτοχός του από τον κτυπηθέντα δεμένον και ας μη τον λύση πριν ο δούλος να καταπείση τον κτυπηθέντα ότι είναι πλέον άξιος να λυθή. Αυτοί δε οι ίδιοι νόμοι ας ισχύουν και διά τας γυναίκας μεταξύ των δι' όλας τας παρομοίας περιπτώσεις, και διά τας γυναίκας απέναντι των ανδρών και διά τους άνδρας απέναντι των γυναικών.