ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Εδείξαμεν τα δημιουργήματα του νου, αλλά μετά του νου συνεργάζεται και η ανάγκη, το στοιχείον όπερ δέχεται την δημιουργίαν. Ανάγκη λοιπόν να επαναλάβωμεν τα πράγματα απ' αρχής, ίνα δώσωμεν πληρεστέραν εξήγησιν αυτών.

Όσα είπομεν έως εδώ, πλην ολίγων, έχουσι δείξει ό,τι εδη-
μιουργήθη υπό του νου. Τώρα πρέπει να προσθέσωμεν εις τον
λόγον και τα υπό της ανάγκης γινόμενα. Διότι η γένεσις τούτου
48. | του κόσμου υπήρξε μικτή, εκ συνδυασμού ανάγκης και νου.
Επειδή δε ο νους εδέσποζε της ανάγκης, πείθων αυτήν να φέ-
ρωσιν εις το βέλτιστον τα πλείστα των γινομένων, κατά ταύτα
διά της ανάγκης νικωμένης υπό έμφρονος πειθούς, ούτω κατ' αρ-
χάς έλαβε σύστασιν τούτο το σύμπαν. Εάν τις λοιπόν, όπως έγινε
το σύμπαν, ούτω και πράγματι θέλη να ομιλήση, πρέπει να ανα-
μίξη (εις τον λόγον) και το είδος της μεταβαλλομένης αιτίας, και
να την ακολουθή όπου κατά την φύσιν της φέρει. Πρέπει λοιπόν
Β. | να επανέλθωμεν οπίσω και λαβόντες αύθις άλλην αρχήν
αυτών τούτων, αρμόζουσαν εις αυτά, καθώς επράξαμεν τότε περί
αυτών, ούτω τώρα περί τούτων πρέπει να αρχίσωμεν απ' αρχής.
Και πρέπει την φύσιν του πυρός και του ύδατος και του αέρος
και της γης, οποία ήτο προ της γενέσεως του ουρανού, να εξετά-
σωμεν αυτήν καθ' εαυτήν και τα πρότερα πάθη αυτής. Διότι μέ-
χρι του νυν ουδείς ακόμη εξέθεσε την γένεσιν αυτών, αλλ' ως
εάν εγνωρίζομεν τι είναι το πυρ και έκαστον αυτών, λέγομεν ότι
είναι αρχαί, υποθέτοντες αυτά ως στοιχεία(115) (του αλφαβήτου) του
παντός, ενώ δεν έπρεπεν ούτε με τας συλλαβάς λογικώς να παρο-
μοιάζωνται ταύτα υπό ανθρώπου και ολίγην έχοντος φρόνησιν.
Τώρα λοιπόν ό,τι ημείς διανοούμεθα έχει ως εξής: Περί της αρ-
χής πάντων των πραγμάτων, ή περί των αρχών, ή όπως θέλει
τις να εκφρασθή περί τούτων, τώρα δεν θα είπωμεν ουχί δι' άλ-
λην αιτίαν παρά διότι είναι δύσκολον κατά τον παρόντα τρόπον
του εκθέτειν τα πράγματα να δηλώσω την γνώμην μου. Μη νο-
μίζετε λοιπόν μήτε υμείς ότι πρέπει εγώ να είπω αυτήν, (διότι)
ούτε εγώ αυτός θα ήμην ικανός να πείσω τον εαυτόν μου ότι
ορθώς θα επεχείρουν, αν ανελάμβανον τοιούτον έργον. Αλλά
Δ. | διατηρών ό,τι κατ' αρχάς είπον, δηλ. αποβλέπων εις την δύ-
ναμιν των πιθανών συλλογισμών, θα προσπαθήσω να είπω πρά-
γματα ουχί ολιγώτερον αλλά περισσότερον άλλων πιθανά, ως
πρότερον είπον απ' αρχής περί εκάστου και περί όλων ομού των
πραγμάτων. Και τώρα πάλιν εις την αρχήν του λόγου τούτου τον
Θεόν επικαλούμενος σωτήρα, όπως μας οδηγήση σώους εκ διηγή-
Ε. | σεως παραδόξου και ασυνήθους εις δοξασίας πιθανάς, ας αρ-
χίσωμεν εκ νέου να λέγωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Εις τας αρχάς ας διεκρίναμεν πρότερον, ήτοι 1) το παρά- δειγμα, το ον (ιδέαν) και 2) το μίμημα, τα αισθητά αντικείμενα, προσθετέον 3) την δεξαμενήν και την τροφόν παντός όπερ γίνεται. Το στοιχείον τούτο δεν είναι πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, διότι ταύτα μεταβάλλονται απαύστως και μεταβαίνουσιν εκ μιας εις άλλην κατάστασιν. Αι μεταβολαί όμως αύται συμβαίνουσιν αναγκαίως είς τι, όπερ μένει ταυτόν εαυτώ, και όπερ μη ον ωρισμένον σώμα δύναται να γίνη πάντα και να δεχθή πάσας τας ποιότητας, είναι άφθαρτον και αόρατον, καταληπτόν διά εικασίας και αναλογίας, αιώνιος Χώρος, παρέχων τόπον εις παν ό,τι γίνεται.

Η νέα λοιπόν αρχή περί του παντός ας λάβη διαιρέσεις πε-
ρισσοτέρας της πρώτης. Δηλαδή τότε μεν διεκρίναμεν δύο είδη,
τώρα δε πρέπει να δηλώσωμεν και τρίτον άλλο είδος. Διότι τα
δύο ήσαν επαρκή, προς όσα είπομεν πρότερον, έν μεν υπετέθη
49. | ως παράδειγμα, νοητόν και αιωνίως υπάρχον κατά τον αυτόν
τρόπον, δεύτερον δε ως μίμημα του παραδείγματος, έχον γέννησιν
και ον ορατόν. Τρίτον δε τότε δεν διεκρίναμεν, επειδή ενομίσαμεν
ότι τα δύο ήσαν αρκετά. Αλλά τώρα φαίνεται ότι ο λόγος μας
αναγκάζει και τρίτον είδος, δύσκολον και σκοτεινόν, να επιχειρή-
σωμεν να διασαφήσωμεν διά λόγων. Ποίαν λοιπόν φύσιν, ποίαν
δύναμιν πρέπει να υπολάβωμεν ότι έχει αυτό; Τοιαύτην ακριβώς,
ότι δηλ. είναι το υποδεχόμενον παν ό,τι γεννάται, ως μία τρο-
φός. Είπομεν ούτω την αλήθειαν αλλά πρέπει να είπωμεν σαφέ-
Β. | στερα περί αυτού· τούτο όμως είναι δύσκολον, και δι' άλλους
λόγους και διότι χάριν αυτού είναι αναγκαίον να προβάλωμεν
απορίας περί του πυρός και των άλλων τριών ειδών. Διότι είναι
δύσκολον να είπωμεν περί εκάστου αυτών, ποίον πραγματικώς
πρέπει να λέγωμεν ύδωρ μάλλον παρά πυρ, και ποίον οτιδή-
ποτε άλλο, είτε όλα ομού (λαμβάνοντες) είτε και έν έκαστον,
ούτως ώστε να λέγωμεν αξιόπιστα και ασφαλή. Πώς λοιπόν θα
λέγωμεν ευλόγως το πράγμα αυτό καθ' εαυτό, και τίνι τρόπω,
και τι, όταν ευρισκώμεθα εις απορίαν; Και πρώτον εκείνο το
C. | οποίον ωνομάσαμεν ύδωρ, όταν πηγνύηται, ως φαίνεται
βλέπομεν ότι γίνεται λίθοι και γη, έπειτα δε όταν διαλύηται
και διαστέλληται, αυτό τούτο γίνεται αήρ και άνεμος. Και
ο αήρ, όταν καή, γίνεται πυρ· τανάπαλιν δε το πυρ, όταν πυ-
κνωθή και σβεσθή, μεταβαίνει πάλιν εις μορφήν αέρος. Και πά-
λιν ο αήρ, όταν συσταλή και πυκνωθή, γίνεται νέφος και ομίχλη·
και εκ τούτων, όταν επί μάλλον συμπυκνωθώσι, ρέει ύδωρ· εξ
ύδατος δε πάλιν γίνονται γη και λίθοι. Και τοιουτοτρόπως ταύτα
αποτελούσι κύκλον μεταδίδοντα εις άλληλα την γέννησιν, ως εί-
Δ. | δομεν. Αλλ' ούτως, επειδή ταύτα ουδέποτε φαίνονται έκαστον
τα αυτά, ποιον εξ αυτών είναι εκείνο, όπερ εάν τις διισχυρισθή
ότι είναι μονίμως τούτο και ουχί άλλο, δεν θα καταισχύνη εαυ-
τόν; Δεν είναι (κανέν)· διό πολύ ασφαλέστερον περί τοιούτων
πραγμάτων είναι να ομιλώμεν, όταν θέτωμεν ως βάσιν τούτο:
ότι εκείνο το οποίον βλέπομεν, ότι πάντοτε γίνεται άλλο, π. χ.
το πυρ, να μη λέγωμεν τούτο πυρ, αλλ' εκείνο όπερ σταθερώς
είναι τοιούτον(116) μήτε να λέγωμεν ύδωρ τούτο εδώ, αλλ' εκείνο
Ε. | όπερ πάντοτε είναι τοιούτον, μήτε άλλο ουδέν ποτε ως να
είχε σταθερότητά τινα, από εκείνα, όσα δηλούμεν μεταχειριζόμενοι
την λέξιν τούτο και εκείνο και νομίζομεν ότι λέγομέν τι (ορθόν).
Διότι ταύτα μη μένοντα πάντοτε αποφεύγουσι τον προσδιορισμόν
του τούτου και εκείνου και του κατά τούτον τον τρόπον και οιονδή-
ποτε άλλον, όστις δεικνύει ότι ταύτα είναι μόνιμα. Ταύτα λοιπόν
δεν πρέπει να λέγωνται ούτω καθέν, αλλ' εκείνο όπερ είναι πάν-
τοτε τοιούτον και μεταβαίνει σταθερώς (εξ ενός εις άλλο, μένον)
όμοιον, είτε περί εκάστου είτε περί πάντων των πραγμάτων πρέ-
πει να λέγωμεν ούτω, και επομένως πυρ εκείνο όπερ είναι πάντοτε
τοιούτον, και ομοίως παν άλλο πράγμα όπερ έχει γέννησιν. Και
ούτως εκείνο, εις το οποίον έκαστον εκ των πραγμάτων τούτων,
όταν γεννάται, εμφανίζεται, και πάλιν εκείθεν αφανίζεται, εκείνο
50. | μόνον δυνάμεθα να ονομάζωμεν μεταχειριζόμενοι τας λέξεις
τούτο και εκείνο, το δε άλλο, οποιονδήποτε είναι, ή θερμόν ή
λευκόν, ή οτιδήποτε εκ των εναντίων, και παν ό,τι γεννάται εκ
τούτων, κανέν από ταύτα δεν πρέπει να καλήται ούτως.
Αλλά περί τούτων πρέπει να προσπαθήσωμεν να είπωμεν
πάλιν σαφέστερα. Εάν δηλαδή πλάσας τις εκ χρυσού πάντα
τα είδη των σχημάτων δεν έπαυε να μεταπλάττη αυτά ούτως,
ώστε καθέν να μετασχηματίζηται εις όλα τα άλλα, ότε έτερος
ήθελε δείξει έν αυτών και ερωτήσει τι είναι, πολύ ασφαλέστερον
Β. | ως προς την αλήθειαν θα ήτο να είπη ότι είναι χρυσός,
και το τρίγωνον λ. χ., και όσα άλλα σχήματα γίνονται εις αυ-
τόν (τον χρυσόν), δεν πρέπει να λέγη ταύτα ότι είναι, διότι μετα-
βάλλονται, άμα (ο τεχνίτης) τα σχηματίση, αλλά να αρκήται αν
μόλις δύνανται μετά τινος ασφαλείας να δέχωνται το τοιούτον.
Ο αυτός δε λόγος δύναται να λεχθή και περί της φύσεως, ήτις
δέχεται εν εαυτή πάντα τα σώματα· πρέπει πάντοτε να την ονο-
μάζωμεν με το αυτό όνομα, διότι δεν εξέρχεται ποτέ εκ της ιδιότη-
C. | τος αυτής. Διότι δέχεται πάντοτε τα πάντα, και ουδέποτε κατ'
ουδένα τρόπον ουδεμίαν έλαβέ ποτε μορφήν ομοίαν με την των
πραγμάτων, τα οποία εισέρχονται εις αυτήν. Διότι αύτη πρόκει-
ται εις παν πράγμα εν τη φύσει ως εκμαγείον, το οποίον κινεί-
ται και λαμβάνει σχήμα υπ' εκείνων τα οποία εισέρχονται εις
αυτό, και διά ταύτα φαίνεται άλλοτε μεν κατά τούτον, άλλοτε
δε κατ' άλλον τρόπον. Τα δε εξερχόμενα και εισερχόμενα(117) εί-
ναι μιμήματα πάντοτε των όντων (των ιδεών), τυπωθέντα επ'
αυτών κατά τρόπον όστις δυσκόλως δύναται να εκφρασθή και
είναι άξιος θαυμασμού, και τον οποίον μετά ταύτα θα εξετά-
σωμεν.
Κατά το παρόν λοιπόν πρέπει να διανοηθώμεν τρία γένη, τ. έ.
εκείνο το οποίον γεννάται, εκείνο εν τω οποίω γεννάται, και
Δ. | εκείνο κατά μίμησιν του οποίου γεννάται το γεννώμενον.
Και ακριβώς το μεν δεχόμενον (την γέννησιν) πρέπει να παρο-
μοιώσωμεν με την μητέρα, εκείνο εξ ου (έρχεται η γέννησις) με
τον πατέρα, και το μεταξύ αυτών με τον υιόν. Και πρέπει να
εννοήσωμεν ότι, επειδή το εκτύπωμα μέλλει να είναι κατά την
όψιν ποικίλον, έχον πάσας τας ποικιλίας, κατ' ουδένα άλλον
τρόπον εκείνο, εις το οποίον γίνεται η εκτύπωσις, δύναται να είναι
καλώς παρεσκευασμένον, πλην εάν είναι άμορφον, εστερημέ-
νον όλας εκείνας τας μορφάς, τας οποίας μέλλει να δεχθή οθεν-
Ε. | δήποτε. Διότι, αν είναι όμοιον με κανέν εκ των πραγμάτων
τα οποία δέχεται έχοντα εναντίαν ή και όλως διάφορον φύσιν,
οπότε ταύτα ήθελον έλθει, θα τα εδέχετο κακώς και κακώς θα τα
παρίστανε, διότι θα παρουσίαζε την ιδικήν του όψιν. Διά τούτο
και είναι αναγκαίον να είναι έξω (άνευ) οιασδήποτε μορφής το
μέλλον να δεχθή πάσας εις εαυτό, όπως διά τας ευώδεις αλοι-
φάς πρώτον μηχανεύονται με τέχνην να υπάρχη τούτο, τ. έ.
κάμνουν άοσμα τα υγρά, τα οποία θα δεχθώσι τας οσμάς·
ομοίως και όσοι επιχειρούσι να αποτυπώσωσι σχήματα εις μα-
λακάς ύλας, δεν αφίνουσι να υπάρχη φανερόν κανέν σχήμα εις
αυτάς, και πρότερον εξομαλύνοντες τας κάμνουσιν όσον το δυ-
51. | νατόν λειοτέρας. Ούτω λοιπόν και εκείνο, όπερ μέλλει να
δεχθή πολλάκις εις όλον τον εαυτόν του τα ομοιώματα πάντων
των όντων, τα οποία είναι αιώνια, πρέπει φύσει να είναι άνευ
όλων τούτων των μορφών. Διά τούτο την μητέρα ταύτην και
υποδοχήν (δοχείον) παντός, όπερ γεννάται ορατόν και αισθητόν,
ας μη λέγωμεν μήτε γην, μήτε αέρα, μήτε πυρ, μήτε ύδωρ,
μήτε άλλο τι όπερ γεννάται εκ τούτων, ή εκ του οποίου γεννών-
ται ταύτα. Αλλά δεν θα απατηθώμεν ονομάζοντες αυτήν είδος
Β. | τι (ιδέαν) αόρατον και άμορφον, ικανόν να δεχθή πάντα (παν-
δεχές), μετέχον του νου κατά τρόπον ανεξήγητον, και όπερ δύσκο-
λον είναι να συλληφθή. Καθόσον δε εκ των ήδη ρηθέντων είναι
δυνατόν να φθάσωμεν να εννοήσωμεν την φύσιν αυτού, δύναταί
τις να είπη ορθότατα τα εξής: τ. έ. πυρ φαίνεται εκάστοτε το πυ-
ρωθέν μέρος αυτού, ύδωρ δε το υγρανθέν μέρος, γη δε και αήρ,
καθόσον δέχεται εικόνας τούτων(118). Αλλά περί τούτων ανάγκη
να εξετάσωμεν προσδιορίζοντες περισσότερον τα τοιαύτα. Άρα
C. | γε υπάρχει, πυρ, το οποίον είναι πυρ αυτό αφ' εαυτού; και
όλα τα άλλα, τα οποία πάντοτε ονομάζομεν ούτως, υπάρχουσιν
αυτά καθ εαυτά έκαστον; Ή τα πράγματα, τα οποία και βλέπο-
μεν και όσα άλλα διά του σώματος αισθανόμεθα, μόνα αυτά
κατέχουσι την τοιαύτην αλήθειαν, άλλα δε δεν υπάρχουσιν
εκτός αυτών ουδαμού και κατ' ουδένα τρόπον, και ματαίως εκά-
στοτε λέγομεν ότι υπάρχει νοητή μορφή (ιδέα) εκάστου πράγματος,
ενώ αύτη ουδέν άλλο είναι ειμή (κενός) λόγος; Δεν είναι βέβαια
ορθόν αφίνοντες το παρόν ζήτημα άνευ εξετάσεως και κρίσεως
να διισχυρισθώμεν λέγοντες ότι ούτως έχει, και ούτε εις λό-
Δ. | γον μακρόν να παρεμβάλωμεν πάρεργον άλλον μακρόν.
Αλλ' εάν με ολίγας λέξεις ήθελε φανή μέγα όριον προσδιωρι-
σμένον, τούτο θα ήτο το σπουδαιότερον πάντων. Ιδού λοιπόν η
γνώμη την οποίαν εγώ προβάλλω.
Εάν ο νους και η αληθής γνώμη (δόξα) είναι δύο διάφορα
πράγματα, τα είδη ταύτα, τα οποία υφ' ημών δεν είναι αισθητά,
αλλά μόνον νοητά, υπάρχουσι και απολύτως καθ' εαυτά. Εάν
όμως, καθώς εις μερικούς φαίνεται, η αληθής δόξα ουδόλως
διαφέρει του νου, τότε πρέπει να παραδεχθωμεν ως βεβαιότατα
πάντων πάντα όσα αισθανόμεθα διά του σώματος(119). Πρέπει λοι-
Ε. | πόν να είπωμεν, ότι ταύτα είναι δύο διάφορα πράγματα,
διότι εγεννήθησαν χωριστά και είναι προς άλληλα ανόμοια.
Διότι το μεν (ο νους) διά της διδασκαλίας, το δε άλλο διά της
πίστεως γεννάται εις ημάς· το μεν συνοδεύεται πάντοτε υπό του
αληθούς συλλογισμού, το δε είναι χωρίς λόγον· και το μεν είναι
αμετακίνητον υπό της πειθούς, το δε δύναται να μεταπείθηται(120).
Και της μεν δόξης, πρέπει να το είπωμεν, μετέχουσι πάντες
οι άνθρωποι, του δε νου μόνοι οι Θεοί και ολίγον μέρος του αν-
θρωπίνου γένους(121). Επειδή λοιπόν ταύτα ούτως έχουσι, πρέπει
52. | να ομολογήσωμεν — ότι έν είναι το είδος, το οποίον είναι
πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον, αγέννητον και άφθαρτον, όπερ
ούτε εις εαυτό δέχεται άλλο τι έξωθεν, ούτε αυτό μεταβαίνει
εις άλλο(122), αόρατον και με καμμίαν αίσθησιν αισθητόν, εκείνο
ακριβώς το οποίον έλαχεν εις την νόησιν να θεωρή — ότι το
αυτό έχον όνομα και όμοιον με τούτο είναι έν δεύτερον, αισθη-
τόν, γεννημένον, όπερ διαρκώς ταράττεται, γεννάται είς τινα
τόπον, και πάλιν εκείθεν καταστρέφεται, δύναται δε να συλλαμ-
βάνηται υπό της δόξης διά της αισθήσεως — και ότι πάλιν
τρίτον είδος, το του χώρου, όστις υπάρχει πάντοτε, δεν επιδέχε-
Β. | ται φθοράν, και παρέχει τόπον (έδραν) εις όλα όσα γεννών-
ται, αυτός δε δεν υπόκειται εις τας αισθήσεις, αλλ' είναι αντιλη-
πτός υπό τινος συλλογισμού αθεμίτου και μόλις είναι αντικείμε-
νον(123) πίστεως (ουχί γνώσεως)· και προς αυτόν βλέποντες ονειρο-
πολούμεν(124) και λέγομεν ότι παν ό,τι υπάρχει αναγκαίως είναι έν
τινι τόπω και κατέχει χώρον τινα και εκείνο, το οποίον δεν είναι
πού ούτε εις την γην ούτε εις τον ουρανόν, δεν είναι τίποτε. Όλα
δε ταύτα και άλλα συγγενή με αυτά και ως προς την φύσιν ακόμη
C. | εκείνην, η οποία δεν κοιμάται(125) και υπάρχει αληθώς, ένεκα
της ονειρώξεως ταύτης, δεν είμεθα ικανοί, όταν εγερθώμεν, να τα
διακρίνωμεν και να λέγωμεν το αληθές, ότι δηλαδή η εικών
(επειδή δεν είναι ιδικόν της ούτε αυτό τούτο διά το οποίον εγεν-
νήθη και αυτή αύτη είναι πάντοτε φάντασμα άλλου τινός(126) πρέ-
πει διά ταύτα να γεννάται εντός άλλου, λαμβάνουσα κατά τινα
τρόπον ύπαρξιν, ή άλλως αυτή να μη είναι εντελώς τίποτε· αλλ'
εις το πραγματικώς υπάρχον (την ιδέαν) ο αληθής και ακριβής
λόγος είναι βοηθός (προς απόδειξιν) ότι εφ' όσον πράγμα τι εί-
ναι έν τι και άλλο τι είναι άλλο, ούτε το έν ούτε το άλλο θα
ηδύνατο να ενωθή με το άλλο ούτως ώστε το αυτό συνάμα να
γίνη έν και δύο.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Τίμαιος

Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως του κόσμου και περί φύσεως του ανθρώπου, που παρουσιάζει πολλή συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει βαθύτατες ιδέες γιά τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10


1) Το λοιπόν μέρος του Κεφ. I είναι ελευθέρα συγκεφαλαίωσις των βιβλίων II - V της Πολιτείας περί τάξεως των φυλάκων, περί αγωγής, γυναικών κλπ.

2) Πρβλ. Πολιτείας II σ. 369 ε - 374 ε.

3) Πολιτ. σ. 374 Δ.

4) Πολιτ. V σ. 460α.

5) Φυλάκων. Πολιτ. III b. 415 C.—Δ. IV, 429 GΔ, V, 460 Δ

6) Διότι αυτά θα είναι οι μέλλοντες φύλακες της πόλεως (πολιτείας).

7) Η πράξις είναι η απόδειξις και τρόπον τινά η συμπλήρωσις της θεωρίας. Ούτω και ο Θεός εχάρη διά το έργον του, ότε είδεν αυτό να κινήται (όρα σελ. 37. C). «Ως δε ο πατήρ είδεν ότι αυτό εκινήθη, εχάρη και ηθέλησε να το κάμη περισσότερον όμοιον, με το παράδειγμα». Ασκήσεις ή άθλοι του σώματος είναι δρόμος, πάλη κ.λ.

8) Ο Κριτίας, μαθητής του Σωκράτους, ήτο γενναίας φύσεως, μετείχε δε και φιλοσοφικών συνδιαλέξεων και εκαλείτο αμαθής (ιδιώτης) μεταξύ φιλοσόφων, φιλόσοφος δε μεταξύ ιδιωτών· υπήρξε δε και είς των 30 τυράννων εν Αθήναις». (Σχολ.).

9) Ο Ερμοκράτης στρατηγός Συρακούσιος, συντελέσας εις την ήτταν των Αθηναίων στρατηγών Δημοσθένους και Νικίου. Ησχολείτο και εις την πολιτικήν και εις την φιλοσοφίαν (Σχ.).

10) Εν τη «Πολιτεία» ο Πλάτων (III σ. 392) διακρίνει την ποίησιν εις μίμησιν και διήγησιν, και επί τέλους καταδικάζει αυτήν όλην εις μίμησιν. Ενταύθα την θεωρεί ως μίμησιν χρήσιμον.

11) Να φαντασθήτε την ιδανικήν πολιτείαν, περιπεπλεγμένην εις πόλεμον φανταστικόν.

12) Των Αθηνών.

13) Τα μικρά Παναθήναια.

14) Ή όπερ καίτοι δεν διεκοινώθη, αλλ' ο Κριτίας το διηγείτο ως κ.λ.

15) Τα Απατούρια ήσαν εορτή εν Αθήναις, ήτις προς τιμήν του Διονύσου ετελείτο κατά τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριον) και διήρκει ημέρας τρεις, των οποίων η πρώτη ελέγετο Ανάρρυσις, διότι πολλαί θυσίαι εγίνοντο κατ' αυτήν. Η δευτέρα ελέγετο Δορπία, διότι κατ' αυτήν εγίνοντο ευωχίαι και δείπνα πολλά. Η τρίτη εκαλείτο Κουρεώτις, διότι τότε οι κούροι, ήτοι οι παίδες και τα κοράσια ηλικίας 3 ή 4 ετών, κατεγράφοντο εις τα βιβλία των φρατριών. Αι φυλαί ήσαν κατ' αρχάς τέσσαρες, από δε Κλεισθένους δέκα και μετά ταύτα δώδεκα. Εκάστη δε των φυλών διηρέθη εις τρία μέρη και το τρίτον εκλήθη πατρία και φρατρία, οι δε ανήκοντες εις την αυτήν φυλήν και φρατρίαν ως συγγενείς μεταξύ των ελέγοντο φράτορες. Εις τους φράτορας τούτους εγίνετο η εγγραφή των παίδων (Προκλ. 27 F).

16) Διότι έγραψε ποιήματα διδακτικά και γνωμικά. Ήτο λοιπόν ποιητής ηθικός.

17) Ο Πλούταρχος (περί Ίσιδ. και Οσίρ., λέγει: «Το εν Σάει έδος της Αθηνάς, την οποίαν και Ίσιν νομίζουσιν, είχε τοιαύτην επιγραφήν· «Εγώ ειμι παν το γεγονός και ον και εσόμενον και τον εμόν πέπλον ουδείς πω θνητός απεκάλυψεν». Ο Πρόκλος όμως αναφέρει (30 Δ. Ε.) ότι το επίγραμμα είχεν ούτω: «Τα όντα και τα εσόμενα και τα γεγονότα εγώ ειμι· τον εμόν χιτώνα ουδείς απεκάλυψεν. Ον εγώ καρπόν έτεκον, ήλιος εγένετο». Το πρώτον μέρος της επιγραφής χαρακτηρίζει το Αιγυπτιακόν πνεύμα, όπερ είναι πρόβλημα εις εαυτό, και όπερ πανταχού επί του εδάφους και υπό το έδαφος θέτει προβλήματα (πυραμίδας, σφίγγας κ.λ.) προς λύσιν. Αλλ' ο τεχθείς καρπός, ο ήλιος, το σαφές, είναι το αποτέλεσμα και η λύσις του προβλήματος. Το φως, η σαφήνεια αύτη είναι το πνεύμα, ο υιός της Νηίθ της υπό τον πέπλον κρυπτομένης θεότητος. Ο Απόλλων των Ελλήνων είναι η λύσις του προβλήματος της αληθείας, όπερ έθηκεν η Νηίθ. Το εν Δελφοίς παράγγελμα αυτού ήτο «Άνθρωπε, γνώθι σαυτόν (την φύσιν και ουσίαν σου). Η λύσις είναι: Το φως το της γνώσεως. Η σχέσις αύτη των δύο πνευμάτων, του Ελληνικού και του Αιγυπτιακού ή εν γένει του Ασιατικού, θαυμασίως παριστάνεται εν τω μύθω του Οιδίποδος και της σφιγγός. Η σφιγξ — το μέγα Αιγυπτιακόν σύμβολον — εμφανισθείσα εις τας Θήβας, έθηκε το πρόβλημα: «Τι είναι το ον, όπερ την πρωίαν βαίνει επί τεσσάρων ποδών, την μεσημερίαν επί δύο και την εσπέραν επί τριών». Ο Οιδίπους έλυσεν αυτό είπών ότι είναι ο άνθρωπος και κατεκρήμνισε την σφίγγα. Ό,τι εζήτει και δεν ηδύνατο να εύρη η Ανατολή, τούτο εύρεν η Ελλάς, ότι δηλ. η ουσία της Φύσεως είναι ο νους, όστις υπάρχει ως νους μόνον εν τη συνειδήσει του ανθρώπου. Αλλ' η συνείδησις, η γνώσις είναι κατ' αρχάς ατελής, και ο σοφός βασιλεύς εμπλέκεται εις την τραγικήν αντίθεσιν της γνώσεως και της αγνοίας, μη έχων συνείδησιν του χαρακτήρος των ιδίων αυτού πράξεων. Αλλά το Ελληνικόν πνεύμα βαθμηδόν εκτήσατο πλήρη συνείδησιν εαυτού. Ο Αιγύπτιος ιερεύς είπεν ότι οι Έλληνες είναι πάντοτε παίδες. Ημείς, λέγει ο Έγελος εν τη φιλοσοφία της Ιστορίας, εξ ης παραλαμβάνομεν τας κρίσεις ταύτας, δυνάμεθα τουναντίον να είπωμεν, ότι οι Αιγύπτιοι είναι οι εύρωστοι παίδες, οίτινες ζητούσι μόνον σαφή αντίληψιν εαυτών εν ιδεώδει μορφή, ίνα γίνωσι νεανίαι (οίοι εγένοντο οι Έλληνες).

18) Ο Φορωνεύς έζη προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ήτο υιός του Ινάχου και εβασίλευσε του Άργους. Λέγεται πρώτος, διότι υπήρξεν ο πρώτος των ανθρώπων. (Ο Ίναχος ήτο ποταμός, κατ' άλλους, διότι αυτός πρώτος θνητός εβασίλευσε, και κατ' άλλους, διότι πρώτος ίδρυσε το Άργος. Η Νιόβη ήτο θυγάτηρ του Φορωνέως, ήτις εγέννησεν εκ του Διός υιόν Άργον, εξ ου ωνομάσθη και η πόλις. Αύτη δεν πρέπει να συγχέηται με την Νιόβην, θυγατέρα του Ταντάλου.

19) Του Δευκαλίωνος. Λέγουσιν ότι συνέβησαν τρεις κατακλυσμοί, πρώτος επί Ωγύγου, βασιλέως της Αττικής, δεύτερος επί Δευκαλίωνος, και τρίτος επί Δαρδάνου.

20) Ο Πλούταρχος (Περί Ίσ. και Οσίρ.) λέγει ότι ο Σόλων διήκουσε Σόγχιτος Σαΐτου. Αλλ' ο Πρόκλος (σελ. 31 Δ) λέγει ότι ο Σόλων εν Σάει εγνώρισεν ιερέα ονομοζόμενον Παφενεΐτ, εν Ηλίου πόλει τον Οχοιάπι, εν Σεβεννύτω δε Εθήμων, ως λέγουσιν αι ιστορίαι των Αιγυπτίων· και ίσως ο Πατενεΐτ είναι ο Σαΐτης ιερεύς ο ειπών εις αυτόν την επομένην διήγησιν.

21) Η διατάραξις, εξ ης γεννάται η εκπύρωσις. Εν τω Πολιτικώ λέγει ο Πλάτων, ότι αι καταστροφαί αύται συμβαίνουσιν, ότε ο κόσμος κατά τινας χρονικάς περιόδους εγκαταλειφθείς υπό του θεού κινείται αφ' εαυτού αντιθέτως. Αλλά και τούτο λέγεται ως μύθος, ουχί ως γεγονός βέβαιον και λογικώς γνωστόν. Όμοια και εν τη αρχή του 3ου βιβλίου των Νόμων.

22) Πανταχού επί της γης πάντοτε υπήρξαν άνθρωποι και πράξεις ανθρώπιναι. Και εν τοις φοβερωτάτοις κατακλυσμοίς δεν καταστρέφονται όλοι, αλλ' οι επιζώντες είναι ολίγοι αμαθείς και αδιάφοροι, και διά τούτο η μνήμη των συμβάντων αφανίζεται. Εν Αιγύπτω όμως μεγάλοι κατακλυσμοί δεν γίνονται, και η μνήμη των σπουδαίων γεγονότων, όπου αν συμβώσι, διατηρείται θρησκευτικώς εις τας ιεράς Γραφάς. Βλέπε Θεαίτ. 175 Α.

23) Ο Πρόκλος (σ. 44 Δ) λέγει ότι κατά τον μύθον ο Ήφαιστος ερών της Αθηνάς αφήκε το σπέρμα εις γην και εκείθεν εβλάστησε το γένος των Αθηναίων. Οι θεοί ούτοι είναι παράστασις δύο στοιχείων, της γης και του πυρός.

24) Η έκφρασις δεν φαίνεται λογική. Πώς ήτο δυνατόν να γραφή τότε, ότε ιδρύθη η πόλις, ο αριθμ. 8000; Πώς δε προ 9000 ετών ιδρύθησαν άμα και εμεγαλούργησαν αι Αθήναι;

25) Ιστορικώς η Αίγυπτος ανήκει εις την Ασίαν. Πολλοί των αρχαίων εθεώρουν ότι και γεωγραφικώς η Αίγυπτος ήτο μέρος της Ασίας.

26) Τα συμβάντα ταύτα είναι αυτά τα κατά των Περσών κατορθώματα των Αθηναίων.

27) Ο Πρόκλος λέγει (σελ 59) ότι «ο Κριτίας ενόμιζεν ότι εις τοιαύτα αντικείμενα, ως είναι εκείνο όπερ ώρισεν ο Σωκράτης, να ίδη την Πολιτείαν δρώσαν, το σπουδαιότερον είναι να εύρη τις διήγησιν, διά της οποίας θα δυνηθή να εκτελέση το πρόσταγμα καθώς πρέπει». Και τούτο έπραξεν ο Κριτίας, λαβών τον πόλεμον Αθηναίων και Ατλαντίνων, ως δυνάμενον να παραστήση τον τρόπον, καθ' ον παράγεται η αρίστη πολιτεία.

28) Ο Σωκράτης επραγματεύθη περί πολιτείας θεωρητικώς. Ο Κριτίας θα περιγράψη αυτήν δρώσαν. Ο Τίμαιος θα εκθέση τας αρχάς αυτής. Περί Ερμοκράτους δεν γίνεται λόγος.

29) Την διήγησιν των ιερέων, την οποίαν έφερεν ο Σόλων εξ Αιγύπτου.

30) Ο Πλάτων άρχεται από της διακρίσεως του φαινομένου και της ουσίας. Αφ' ενός είναι το σύνολον των αισθητών όντων, τα οποία γεννώνται, διαιρούνται και μεταβάλλονται, αφ' έτερου ο νόμος και η ουσία εκάστου, ήτις είναι νοητή, αδιαίρετος και αμετάβλητος. Και πρώτον θεωρεί τα υλικά πράγματα κατά τον απλούστατον διορισμόν αυτών, την κίνησιν, της οποίας διορισμοί είναι ο χώρος και ο χρόνος. Βεβαίως επέκεινα της κινήσεως συλλαμβάνουν τι, όπερ όμως διαφεύγει την νόησιν και την φαντασίαν, και όπερ καλούμεν πρώτην ύλην, ήτις δύναται να δεχθή πάσας τας μορφάς και να γίνη ύδωρ, γη και ει τι άλλο, αλλ' ουδέν εκ τούτων είναι και μένει η αυτή προς εαυτήν εν τη αδιοριστία αυτής. Ο Πλάτων ταυτίζει αυτήν με τον χώρον, όστις όμως είναι μόνον είς των διορισμών αυτής.

Ουρανία Μηχανική.
45 of 88
10 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights