Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Mέρος II. Πρόσωπα: τα ίδια. Σκηνή: η ίδια.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Οι ορτολάνοι ήταν νόστιμοι και το Chambertin έξοχο και τώρα μπορεί να γυρίσουμε στο θέμα μας εκεί που το αφήσαμε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! ας μη το κάνουμ' αυτό. Η κουβέντα πρέπει ν' αγγίζη καθετί, μα να μη συγκεντρώνεται σε τίποτε. Έλα να μιλήσουμε τώρα για την &Ηθικήν Αγανάκτηση, τα αίτια και τη θεραπεία της&, θέμα που σκοπεύω να γράψω 'πάνω σ' αυτό, ή για την &Επιβίωση του Θερσίτη&, όπως δείχνεται στ' αγγλικά κωμικά φύλλα ή για οτιδήποτε άλλο θέμα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· θέλω να συζητήσουμε για τον Κριτικό και την Κριτική. Μου είπες πως η πιο υψηλή Κριτική εξετάζει την Τέχνη όχι ως προς την εκφραστική της ιδιότητα, αλλ' απλώς ως προς την ιδιότητά της να κάνη εντύπωση, κι ότι επομένως είναι και δημιουργική κι ανεξάρτητη, τέχνη ξέχωρη καθ' εαυτήν πράγματι, έχοντας την ίδια σχέση με τη δημιουργικήν εργασία που αυτή έχει με τον ορατόν κόσμο της φόρμας και του πάθους και της σκέψεως. Τώρα λοιπόν πες μου· δεν γίνεται ο κριτικός καμμιά φορά κι αληθινός ερμηνευτής;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ο κριτικός γίνεται ερμηνευτής σαν το θέλει ο ίδιος. Μπορεί να περάση από τη θετικήν εντύπωση, που του κάνει το πλάσμα της Τέχνης συνολικά, σε μιαν ανάλυση ή έκθεση του έργου, και σ' αυτόν τον χαμηλότερο κύκλο, όπως υποθέτω ότ' είναι, πολλά ευχάριστα πράγματα είναι για να ειπωθούν ή να γένουν. Ωστόσο δεν είναι πάντα δουλειά του να εξηγή το έργο της Τέχνης. Μπορεί να θέλη κάλλιο να εμβαθύνη στο μυστήριό του, να σηκώση γύρω σ' αυτό και γύρω στον πλάστη του την καταχνιά εκείνη του θαύματος που είν' εξίσου αγαπητή στους θεούς και στους πιστούς των. Οι κοινοί άνθρωποι «βρίσκουν τρομερήν άνεση στη Σιών». Έχουν την αξίωση να περιπατούν αλαμπρατσέτα με τους ποιητάς και μ' έναν εύκολον, γιομάτον αμάθειαν τρόπον να ρωτάνε: «Γιατί τάχα πρέπει να διαβάζουμε ό,τι γράφηκε για τον Σαίξπηρ και τον Μίλτωνα; Μπορούμε να διαβάσουμε τα δραματικά έργα και τα ποιήματά τους. Αυτό φτάνει». Αλλά το να μπορή κανείς να εκτιμήση τον Μίλτωνα, όπως το είπε κι ο τελευταίος Πρύτανις του Πανεπιστημίου Lincoln, είναι η αμοιβή τελείας μαθήσεως. Κι όποιος επιθυμεί να καταλάβη καλά τον Σαίξπηρ πρέπει να νοιώση ποιες ήταν οι σχέσεις του Σαίξπηρ με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, με την εποχή της Ελισάβετ και του Ιακώβου· πρέπει νάχη μάθει την ιστορία της πάλης για επικράτηση που έγινε μεταξύ των παλαιών κλασσικών μορφών και του νέου πνεύματος της ρομάντσας, μεταξύ της Σχολής του Sidney, Daniel και Johnson και της Σχολής του Marlowe και του μεγαλύτερου γυιού του (96) πρέπει να ξέρη το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο Σαίξπηρ και τη μέθοδο, με την οποία το μεταχειριζόταν, και τις συνθήκες της Θεατρικής παραστάσεως τον δέκατον έκτον και δέκατον έβδομον αιώνα, τους περιορισμούς και την ελευθερία και τη φιλολογική κριτική στον καιρό του Σαίξπηρ και τις βλέψεις, τους τρόπους, και τους κανόνες της εποχής εκείνης· πρέπει να μελετήση το Ελληνικό δράμα και τη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Αγαμέμνονα και της τέχνης εκείνου που έπλασε τον Macbeth· μ' ένα λόγο πρέπει νάναι ικανός να συνδέση το Λονδίνο της εποχής της Ελισάβετ με την Αθήνα της εποχής του Περικλή και να μάθη την αληθινή θέση του Σαίξπηρ στην ιστορία του δράματος στην Ευρώπη και γενικά σ' όλον τον κόσμο. Ο κριτικός είναι βέβαια κ' ερμηνευτής, όμως δεν θάναι γι' αυτόν η Τέχνη καμμιά Σφίγγα που προτείνει αινίγματα και που το κούφο μυστικό της θα μάντευε και θα ξεσκέπαζε κάποιος με πρισμένα πόδια που ούτε τόνομά της δεν θάξερε. Απεναντίας θα την θεωρή σαν μια θεά που το μυστήριό της θάναι δουλειά του να το κάνη πιο μυστικό και το μεγαλείο της θάναι προνόμιό του να παρουσιάση πιο θαυμαστό στα μάτια των ανθρώπων.

Εδώ, Ερνέστε, συμβαίνει κι αυτό το παράξενο. Ο κριτικός είναι πράγματι ερμηνευτής, όχι όμως σαν εκείνον που απλώς επαναλαβαίνει σ' άλλη μορφή ένα μήνυμα που του έβαλαν στα χείλη για να το πη. Γιατί, όπως η τέχνη ενός τόπου, μονάχα όταν έρχεται σε συνάφεια με την Τέχνη ξένων λαών, αποκτά εκείνη την ατομική και ξέχωρη ζωή που τη λέμε εθνισμό, έτσι αλλοκότως αντίστροφα μονάχα εντείνοντας την ατομικότητά του μπορεί κι ο κριτικός να ερμηνεύη την ατομικότητα και το έργο των άλλων κι όσο δυνατά μπαίνει η προσωπικότης αυτή στην εξηγήση, τόσο πραγματικώτερη γίνεται τούτη, τόσο πιο ικανοποιητική, πιο πειστική, πιο αληθινή.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Εγώ σου λέω πως η ατομικότης είναι στοιχείο που
   φέρνει σύγχυση.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι, είναι στοιχείο που ξεσκεπάζει. Αν θέλης να
   νοιώσης τους άλλους, πρέπει να τονώσης την ατομικότητά σου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιο τάχα το αποτέλεσμα τότε;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα σου το πω κ' ίσως σου το εξηγήσω καλύτερα μ' ένα ωρισμένο παράδειγμα. Μου φαίνεται πως, ενώ ο κριτικός της φιλολογίας έρχεται πρώτος στη σειρά έχοντας πιο φαρδύ δρόμο και πιο πλατειά θέα και πιο ευγενικό υλικό, και οι άλλες οι τέχνες έχουν η καθεμιά τον κριτικό της. Ο ηθοποιός είναι ο κριτικός του δράματος. Δείχνει το έργο του ποιητή κάτω από νέες συνθήκες και με τρόπο αποκλειστικά δικό του. Παίρνει τη γραμμένη λέξη και η δράσις, η χειρονομία, η φωνή του γίνονται μέσα αποκαλύψεως. Ο τραγουδιστής ή ο παίκτης κιθάρας και βιόλας είναι ο κριτικός της μουσικής. Ο χαράκτης μιας εικόνας αφαιρεί από τη ζωγραφιά τα όμορφα χρώματά της, όμως μας δείχνει με τη χρήση καινούριου υλικού τον αληθινό χρωματισμό της, τον τόνο και την αξία της και τις σχέσεις που έχουν αναμεταξύ τους οι μάζες της· κ' έτσι είναι κι αυτός ο κριτικός της εικόνας, γιατί κριτικός είν' εκείνος που μας δείχνει ένα έργο Τέχνης σε φόρμα διαφορετική από τη φόρμα του έργου, και η χρήση καινούριου υλικού είν' ένα στοιχείο τόσο κριτικό όσο και δημιουργικό. Κ' η γλυπτική το ίδιο έχει τον κριτικό της, που μπορεί νάναι είτε χαράκτης πετραδιών, όπως ήταν στην εποχή των Ελλήνων, είτε ζωγράφος σαν το Mantegna, που προσπάθησε ν' αναπαραστήση 'πάνω στο κανναβόπανο το κάλλος της πλαστικής γραμμής και την αρμονική σεμνοπρέπεια μιας λιτανείας σε ανάγλυφο. Και για όλους αυτούς τους δημιουργικούς κριτικούς της τέχνης είναι φανερό πως η ατομικότης είναι απόλυτο στοιχείο αληθινής ερμηνείας. Όταν ο Rubinstein μας παίζη τη Sonata Appasionata του Beethoven, δεν μας ξαναδίνει μόνο τον Beethoven, μα και τον εαυτό του, κ' έτσι μας ξαναδίνει τον Beethoven απόλυτα, τον Beethoven ξαναερμηνευόμενον μέσον μιας πλούσιας αρτιστικής ιδιοσυγκρασίας και ζωντανευόμενον θαυμαστά από μια νέα και γερή ατομικότητα. Όταν κανένας μεγάλος ηθοποιός παίζη τον Σαίξπηρ, την ίδια πείρα έχομε. Η δική του ατομικότης γίνεται ζωτικό μέρος της ερμηνείας. Μερικοί πότε-πότε λένε πως οι ηθοποιοί μας δίνουν ο καθένας τον δικό του Άμλετ κι όχι του Σαίξπηρ· κι αυτή η πλάνη — γιατί πλάνη είναι — επαναλαβαίνεται, λυπούμαι που το λέω, κι από κείνον τον μάγο και χαριτωμένο συγγραφέα, που τελευταία αποσύρθηκε από τον θόρυβο της φιλολογίας στην ησυχία της Βουλής των Κοινοτήτων, εννοώ τον συγγραφέα του Obiter Dicta (97). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, κανένας Άμλετ Σαιξπηρικός. Αν ο Άμλετ έχη κάτι τι το καθωρισμένο, όπως όλα τα έργα της Τέχνης, έχει επίσης κι όλη τη σκοτεινότητα που ανήκει στη ζωή. Είναι τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τόσοι Άμλετ όσες και μελαγχολίες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· κι όπως η Τέχνη αναβλύζει από την ατομικότητα, έτσι και μονάχα στην ατομικότητα μπορεί να φανερώνεται, κι από το αντάμωμα των δύο γεννιέται η ερμηνευτική κριτική.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε ο κριτικός ως ερμηνευτής δεν θα δίνη λιγώτερ' απ' όσα παίρνει και θα δανείζεται;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Θα μας δείχνη πάντα το έργο της τέχνης σε κάποια νέα σχέση προς την εποχή μας. Θα μας θυμίζη πάντα ότι τα μεγάλα καλλιτεχνήματα είναι ζωντανά πράγματα, τα μόνα αλήθεια ζωντανά πράγματα. Τόσο πολύ πράγματι θα το αισθάνεται αυτό, που είμαι βέβαιος πως, όσον ο πολιτισμός προχωρεί και γινόμαστε περισσότερο ωργανωμένοι, τα διαλεκτά πνεύματα κάθε αιώνος, τα κριτικά κ' εξευγενισμένα με τη μόρφωση μυαλά, τόσο λιγώτερο θα ενδιαφέρωνται κάθε φορά για την πραγματική ζωή και &θα κυττούν όλες τους σχεδόν τις εντυπώσεις ν' αντλούν απ ό,τι άγγιξε η Τέχνη&. Γιατί η ζωή είναι φοβερά λειψή στη μορφή. Οι καταστροφές της ξεσπούν ανάποδα, και σ' ανθρώπους που δεν έπρεπε. Τρόμος αλλόκοτος φτερουγίζει γύρω στις κωμωδίες της κ' οι τραγωδίες της φαίνεται πως καταλήγουνε σε φάρσα. Λαβώνεται πάντα όποιος τη σιμώση. Τα πράγματα βαστούν ή παραπολύ ή λιγώτερο απ' όσο φτάνει.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κακομοίρα ζωή! Κακομοίρα ζωή του ανθρώπου! Δεν σε συγκινούν λοιπόν μήτε τα δάκρυα, που ο Ρωμαίος ποιητής μας λέει πως είναι μέρος της ουσίας της;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και παραπολύ γρήγορα φοβούμαι πως με συγκινούν. Γιατί όταν κανείς γυρίση πίσω και κυττάξη την ζωή, που ήταν τόσο ζωηρή στην ένταση των συγκινήσεών της και τόσο γεμάτη φλογισμένες στιγμές εκστάσεως και χαράς, όλα του φαίνονται σαν όνειρο και πλάνη. Ποια είναι τα ψεύτικα πράγματα για έναν, αν όχι τα πάθη, που κάποτε τον εφλόγισαν σαν φωτιά; Ποια είναι ταπίστευτα παρ' όσα πίστεψε πιστά; Ποια ταπίθανα, αν όχι όσα έκανε ο ίδιος; Όχι, Ερνέστε, η ζωή μας γελάει με σκιές σαν κανένας παίκτης νευροσπάστων. Της γυρεύουμε ηδονή. Μας την δίνει συντροφεμένη με πίκρα κι απογοήτευση. Αγναντεύουμ' έναν ευγενικόν πόνο που θαρρούμε πως θα χαρίση στις ημέρες μας την πορφυρή αξιοπρέπεια της τραγωδίας, μ' αυτός περνάει δίπλα μας και φεύγει κι άλλα λιγώτερο ευγενικά πράγματα παίρνουν τη θέση του και κάποιο γκρίζο ανεμόδαρτο χάραμμα ή κανένα μυρωμένο σιγαλό και χρυσαφένιο απόβραδο βρίσκουμε πως μ' ανάλγητην έκπληξη ή πέτρινη καρδιά κυττάμε μια πλεξούδα χρυσών μαλλιών, που τόσο άγρια κάποτε λατρέψαμε και τόσο τρελλά φιλήσαμε.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ώστε η ζωή είναι μια αποτυχία;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Από την καλλιτεχνική της όψη ασφαλώς. Και το κυριώτατο πράγμα, που κάνει τη ζωή χρεωκοπημένη από την καλλιτεχνικήν αυτή μεριά, είν' εκείνο που δίνει στη ζωή την ευτελή της ασφάλεια, το ότι δηλαδή δεν μπορεί ποτέ κανείς να ξαναδοκιμάση απαράλλακτα την ίδια συγκίνηση. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στον κόσμο της Τέχνης! Σ' ένα χώρισμα της βιβλιοθήκης αποπίσω σου είναι η &Θεία Κωμωδία& και ξέρω πως αν την ανοίξω σ' ένα ωρισμένο μέρος θα αισθανθώ έν' άγριο μίσος εναντίον κάποιου που ποτέ δεν με πείραξε ή μια λατρεία για κάποιον που ποτέ δεν θα ιδώ. Δεν υπάρχει κατάστασις πάθους που να μη μπορή η Τέχνη να μας τη δώση, κι όσοι από μας βρήκαν το μυστικό της μπορούν από πρώτα να ειπούν ποια θα είναι η πείρα των. Μπορούμε να διαλέξουμε την ημέρα και την ώρα μας. Μπορούμε να πούμε στον εαυτό μας: «Αύριο τα ξημερώματα θα περάσουμε με τον σοβαρό Βιργίλιο την κοιλάδα της σκιάς και του θανάτου» και να! το χάραμμα μας βρίσκει στο σκοτεινό δάσος κι ο ποιητής της Μάντουας δίπλα μας. Περνούμε από την πόρτα του θρύλου του ολέθριου στην ελπίδα και με λύπη ή χαρά βλέπομε τη φρίκη του άλλου κόσμου. Οι υποκριταί πάνε δίπλα με τα βαμμένα τους μούτρα και τις κουκούλες των από χρυσωμένο μολύβι. Μ' όλους τους ακατάπαυτους ανέμους, που τους παρασύρουν, οι λάγνοι μας κυττούν και βλέπομε τους αιρετικούς να ξεσχίζουν τις σάρκες τους και τους λαίμαργους να τους μαστιγώνη η βροχή. Σπάζομε τα ξεραΐδια από το δέντρο πούναι στο άλσος των Αρπυιών και κάθε μουχρό φαρμακερό κλωνί ματώνει με κόκκινο αίμα μπροστά μας και βγάζει δυνατή πικρή φωνή. Από μια κεράτινη σάλπιγγα μας μιλεί ο Οδυσσεύς κι όταν από τον φλόγινο τάφο του σηκώνεται ο μεγάλος Ghibelline, η περηφάνεια που θριαμβεύει απάνω από τα βάσανα εκείνου του κρεββατιού γίνεται για μια στιγμή δική μας. Μέσα στη χλωμοπόρφυρη ατμοσφαίρα πετούν όσοι κηλίδωσαν τον κόσμο με την όμορφη κηλίδα της αμαρτίας των κι από σιχαμερήν αρρώστεια κτυπημένος, υδρωπικός, με πρισμένο το κορμί, όμοιος με τεράστιο λαούτο κοίτεται χάμου ο Adamo di Brescia, ο κιβδηλοποιός. Μας παρακαλεί ν' ακούσωμε την αθλιότητά του· σταματούμε, και με φριμένα και μισοανοιγμένα χείλη μας λέει πως ονειρεύεται μερονυχτίς ρυάκια κατακάθαρου νερού, που σε κρύα δροσισμένα κανάλλια πηδούν προς τα κάτω 'πάνω από τους πράσινους λόφους της Casente. Ο Σίνων ο ψεύτης Έλλην της Τρωάδος τον κοροϊδεύει. Εκείνος τον κτυπά στο πρόσωπο κ' έτσι πιάνονται. Γλεντούμε με τη ντροπή τους κι αργοπορούμε ωσότου ο Βιργίλιος να μας μαλλώση και να μας φέρη μακριά στην ωχυρωμένη εκείνη από τους γίγαντας πόλη, όπου ο μεγάλος Νεμρώδ φυσάει το βούκινό του. Φοβερά πράγματα είν' ακόμα για να ιδούμε και πηγαίνουμε να τ' ανταμώσουμε με του Δάντη τη στολή και την καρδιά. Περνούμε τα έλη της Στυγός κι ο Argenti κολυμπώντας στα γλιστερά κύματα έρχεται κατά τη βάρκα. Μας φωνάζει, μα εμείς δεν τον δεχόμαστε. Χαιρόμαστε όταν ακούμε τη φωνή του τη γεμάτη αγωνία κι ο Βιργίλιος μας επαινεί για την πίκρα του σαρκασμού μας. Πατούμε 'πάνω στο κρύο κρύσταλλο του Κωκυτού, όπου μέσα οι προδόται ξυλιασμένοι κολλάνε σαν τάχυρα 'πάνω στο γυαλί. Το πόδι μας σκοντάφτει στο κεφάλι του Bocca. Δεν μας λέει τόνομά του κ' εμείς τραβούμε φούχτες τα μαλλιά από το κρανίο που ουρλιάζει. Ο Alberigo μας παρακαλεί να σπάσουμε τον πάγο στο πρόσωπό του για να μπορή να κλάψη λιγάκι. Του δίνομε το λόγο μας κι όταν τελειώνη τη θλιβερή διήγησή του δεν το βαστούμε, μα τραβούμε παραπέρα· τέτοια σκληρότης είναι πράγματι φιλοφροσύνη, γιατί ποιος μπορεί νάναι πιο ποταπός από κείνον που σπλαχνίζεται τους καταδικασμένους από τον Θεό; Ανάμεσα στα σαγόνια του Εωσφόρου βλέπομε τον άνθρωπο που πούλησε τον Χριστό κ' εκείνους που σκότωσαν τον Καίσαρα. Τρέμουμε και προχωρούμε για να δούμε ταστέρια.

Στο Καθαρτήριο ο αέρας είναι πιο ελεύθερος και το ιερό βουνό ψηλώνει με το καθάριο φως της ημέρας. Εδώ είναι γαλήνη για μας· και για όσους λίγον καιρό μένουν εδώ είναι λίγη γαλήνη και γι' αυτούς, αν και ωχρή από το φαρμάκι της Maremma (98). Η Madonna Pia περνάει μπροστά μας κ' η Ισμήνη, με τον πόνο του απάνω κόσμου ακόμα γύρω της, είναι κι αυτή εδώ. Οι ψυχές, η μια ύστερ' από την άλλη, μας κάνουν να συμμεριστούμε κάποια μετάνοια ή κάποια χαρά. Εκείνος που της χήρας του το μυρολόι τον έμαθε να πίνη το γλυκό αψέντι του πόνου μας μιλεί για τη Νέλλα που προσεύχονταν στο μοναχικό της κλινάρι κι από το στόμα του Buonconte ακούμε πως ένα μοναχό δάκρυ μπορεί να γλυτώση από τον διάβολο τον αμαρτωλό που πεθαίνει. Ο Sordello, ο ευγενικός εκείνος κι ακατάδεχτος Λομβαρδός μας κυττάζει από μακριά σαν ξαπλωμένο λιοντάρι. Μόλις μαθαίνει πως ο Βιργίλιος είναι της Μάντουας πολίτης πέφτει στο λαιμό του και καθώς έμαθε πως είν' ο ψάλτης της Ρώμης έπεσε στα πόδια του. Σ' εκείνη την κοιλάδα, που η χλόη και τα λουλούδια της είναι πιο όμορφα από το σκαστό σμαράγδι και το Ινδιάνικο ξύλο και πιο λαμπερά από την πορφύρα και τασήμι, τραγουδάνε όσοι ήτανε βασιλιάδες στη γη· μα τα χείλη του Ροδόλφου του Hapsburg δεν κινιούνται με τη μουσική των άλλων κι ο Φίλιππος της Γαλλίας χτυπάει το στήθος του κι ο Ερρίκος της Αγγλίας κάθεται μονάχος. Προχωρούμε ολοένα σκαρφαλώνοντας στη θαυμάσια σκάλα και ταστέρια γίνονται μεγαλύτερα απ' ό,τι συνήθως είναι, και το άσμα των βασιλιάδων αδυνατίζει και τέλος φτάνουμε στα εφτά χρυσά δέντρα και τον κήπο του Επιγείου Παραδείσου. Πάνω σ' ένα άρμα που το έσερνε ένας αετολέων (99) παρουσιάζεται κάποιος που το μέτωπό του είναι ζωσμένο μ' αγριλιά, πούναι ντυμένος φλογόθωρη φορεσιά και πράσινη χλαίνα και σκεπασμένος είναι με άσπρο βέλο. Η παλιά φλόγα ξυπνάει μέσα μας, το αίμα μας ρέει γοργά στις φλέβες με τρομερούς παλμούς. Την αναγνωρίζουμε. Είναι η Βεατρίκη, η γυναίκα που την ελατρέψαμε. Ο πάγος που είχε πήξει γύρω στην καρδιά μας λυώνει. Ξεσπούμε σ' άγρια δάκρυα αγωνίας και σκύβουμε το μέτωπό μας ίσαμε τη γη, γιατί ξέρομε πως κάναμε αμαρτία. Όταν έχουμε κάνει μετάνοια και αγνισθή και πιη από τη βρύση της Λήθης και λουσθή στην πηγή της Εύνοιας η δέσποινα της ψυχής μας μάς σηκώνει ψηλά στον Ουράνιο Παράδεισο. Από το αιώνιο μαργαριτάρι, το φεγγάρι, το πρόσωπο της Piccarda Donati γέρνει κατ' επάνω μας. Η ομορφιά της μας ταράζει για μια στιγμή κι όταν σαν κάτι που πέφτει και περνάει μέσ' από το νερό διαβαίνη δίπλα μας και πάη, την τηράμε ακόμα με μαγεμένα μάτια. Ο γλυκός πλανήτης της Αφροδίτης είναι γεμάτος εραστές. Η Cunizza, η αδελφή του Ezzelin, η δέσποινα της καρδιάς του Sordello, είν' εδώ και ο Folco, ο παθητικός τραγουδιστής της Προβηγγίας, που από τον πόνο του για την Azalaïs παράτησε τον κόσμο, και η Χαναναία Εταίρα, που την ψυχή της πρώτην απ' όλες εγλύτωσε ο Χριστός. Ο Joachim της Flora στέκεται στον ήλιο και στον ήλιο ο Aquinas ξαναδηγιέται την ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου και ο Bonaventure την ιστορία του Αγίου Δομινίκου. Μέσ' από τα φλογισμένα ρουμπίνια του Άρη σιμώνει ο Cacciaguida. Μας λέει για τη σαΐτα που πετάει το τόξο της εξορίας και πόσο πικρό είναι το ξένο ψωμί και πόσο ανηφορική η σκάλα του ξένου σπιτιού. Στον Κρόνο η ψυχή δεν ψάλλει και ο οδηγός μας ακόμα δεν τολμά να χαμογελάση. Σε χρυσή αναβάθρα 'πάνω φουντώνουν και χαμηλώνουν οι φλόγες. Τέλος βλέπομε την πομπή του Μυστικού Ρόδου. Η Βεατρίκη στηλώνει τα μάτια της 'πάνω στο πρόσωπο του Θεού και δε τα στρέφει πια αλλού. Μας επιτρέπεται να χαρούμε το μακάριο θέαμα· γνωρίσαμε την Αγάπη που κινεί τον ήλιο και ταστέρια.

Μάλιστα, μπορούμε να φέρουμε τη Γη εξακόσιους ετήσιους γύρους πίσω και να γίνουμ' ένα με τον μεγάλο Φλωρεντινό, να γονατίσουμε μαζί του στον ίδιο βωμό και να συμμερισθούμε την έκστασή του και την καταφρόνια του. Κι αν βαρεθούμε καμμιάν από τις παλιές εποχές και θέλουμε να αισθανθούμε την εποχή μας μ' όλη της την πράξη και την αμαρτία, δεν είναι βιβλία που μπορούν να μας κάνουν να ζήσουμε σε μια μοναδική ώρα πιο πολύ παρά σε είκοσι χρόνια ντροπή; Πλάι στο χέρι σου είν' ένας μικρός τόμος, δεμένος με πετσί χρώματος πρασίνου του Νείλου, με σκόρπια 'πάνω του χρυσωμένα νούφαρα και ισιαμένα με σκληρό φίλντισι. Είναι το βιβλίο που ταγάπησε ο Gautier, ταριστούργημα του Beaudelaire. Άνοιξέ το στο μελαγχολικό εκείνο μαντριγκάλ που αρχινά έτσι:

      Que m' importe que tu sois sage ?
      Sois belle! et sois triste!

και θα δης πως λατρεύεις κ' εσύ τον πόνο, όπως ποτέ σου δεν ελάτρεψες τη χαρά. Πάρε κατόπιν το ποίημα για τον άνθρωπο που βασανίζει τον εαυτό του, άφησε τη λεπτή του μουσική να σταλάξη στο μυαλό σου και να χρωματίση τις σκέψεις σου και θα γίνης για μια στιγμή ό,τι ήταν εκείνος που τόγραψε· μάλιστα όχι μια στιγμή μονάχα, μα πολλές άγονες φεγγαρόλουστες νυχτιές και πολλές στείρες ανήλιες ημέρες κάποι' απελπισία που δεν είναι δική σου θε κτίση τη φωλιά της μέσα σου κ' η ξένη αθλιότης τα σωθικά σου θα τρώη. Διάβασέ το ολάκαιρο το βιβλίο, άφησέ το να πη στην ψυχή σου κ' ένα μονάχ' από τα μυστικά του κ' η ψυχή σου ανυπόμονα θα θέλη περισσότερα να μαθαίνη και με φαρμακερό μέλι θα τρέφεται και θα γυρεύη να μετανοιώση για ξένα εγκλήματα, για τα οποία δεν έχει καμμιάν ενοχή και να δίνη εξιλέωση για τρομερές ηδονές που ποτέ δεν εγνώρισε. Κ' ύστερα, όταν βαρεθής τα λουλούδια αυτά της κακίας, γύρισε προς τάνθη που φυτρώνουν στο περιβόλι της Perdita (100) και στα ποτισμένα κροντήρια τους δρόσισε το θερμασμένο μέτωπό σου κι άφησε η ερασμιότης τους να γιατρέψη και να ξαναβάλη στον τόπο της την ψυχή σου ή ξύπνησε από τον λησμονημένο τάφο του τον γλυκό Σύριο Μελέαγρο και πες του του εραστή της Ηλιοδώρας να σου τραγουδήση, γιατί κι αυτός έχει λουλούδια στο τραγούδι του, κόκκινα μπουμπούκια ροδιού και ίριδες που μυρίζουν σμύρνα και νάρκισσους δακτυλιδένιους και βαθυγάλαζα ζουμπούλια και μαντζουράνες και διπλωμένα βοϊδομάτια. Του ήταν αγαπητό το άρωμα χωραφιού φασουλιών κατάβραδα κι ο μυρωδάτος νάρδος που φύτρωνε στα βουναλάκια της Συρίας και το φρέσκο πράσινο θυμάρι, η μαγεία του κρασοπότηρου. Τα πόδια της αγάπης του σαν περπατούσε στο περιβόλι ήταν σαν κρίνα στοιβασμένα πάνω σε κρίνα. Πιο απαλά από τα πέταλα της υπναρούς παπαρούνας ήταν τα χείλη της, πιο μαλακά από τις βιολέττες και σαν τις βιολέττες μυρωμένα. Ο φλογόθωρος κρόκος ψήλωνε το κεφαλάκι του μέσ' από τη χλόη για να την κυττάξη. Γι' αυτήν ο λεπτόκορμος νάρκισσος μάζευε τη δροσερή βροχή κ' οι ανεμώνες ξεχνούσαν τους Σικελικούς ανέμους που τις έκαναν κόρτε. Μα μήτε ο κρόκος, μήτε η ανεμώνη, μήτε ο νάρκισσος ήταν τόσο όμορφα όσον ωραία ήταν αυτή.

Είναι κάτι τι παράξενο αυτή η μεταβίβασις της συγκινήσεως. Παθαίνουμε τις ίδιες αρρώστειες με τους ποιητάς κι ο τραγουδιστής μας δανείζει τον πόνο του. Πεθαμένα χείλη μας στέλλουν μήνυμα και καρδιές που έλυωσαν μπορούν να μας μεταδώσουν τη χαρά τους. Τρέχουμε να φιλήσουμε το ματωμένο στόμα της Φαντίνας κι ακολουθούμε τη Manon Lescaut σ' ολόκληρου του κόσμου τον γύρο. Δική μας η ερωτομανία του Τυριανού, κι ο τρόμος του Ορέστη κι αυτός δικός μας. Δεν υπάρχει πάθος που να μη μπορούμε να αισθανθούμε, μήτε ηδονή που να μη μπορούμε να τη δοκιμάσουμε, και μπορεί να διαλέξουμε τον καιρό που θα βυθισθούμε σ' αυτά και τον καιρό της απολυτρώσεώς μας.

Ζωή! Ζωή! Ας μην πάμε στη ζωή για ν' απολαύσωμε ή να δοκιμάσωμε τίποτε. Είναι κάτι στενεμένο από τις περιστάσεις, ανακόλουθο στην έκφρασή του και δίχως εκείνη την ανταπόκριση της μορφής και του πνεύματος, που είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να ικανοποιήση την καλλιτεχνική και κριτική ιδιοσυγκρασία. Μας κάνει να πληρώσωμε πολύ ακριβά τα καλά της και το ταπεινότερο από τα μυστικά της το αγοράζουμε σ' ένα τεράστιο κι άπειρο κόστος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Πρέπει λοιπόν για το κάθε τι ν' ποτεινώμαστε στην
   Τέχνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Για το κάθε τι. Γιατί η Τέχνη δεν μας βλάπτει. Τα δάκρυα που χύνομε σε μια δραματική παράσταση είναι ο τύπος των εξαιρετικών αγόνων συγκινήσεων, πούναι δουλειά της Τέχνης να ξυπνήση. Κλαίμε, μα δεν πληγωνόμαστε. Πονούμε, μα ο πόνος μας δεν είναι πικρός. Στην πραγματική ζωή του ανθρώπου ο πόνος, καθώς ο Σπινόζας κάπου το λέει, είναι σταθμός περαστικός σε μια κατώτερη τελειότητα. Όμως ο πόνος, με τον οποίον μας γεμίζει η Τέχνη, μας εξαγνίζει και μας μυεί, για να πάρω τη λέξη και τούτη τη φορά από τους μεγάλους Έλληνας τεχνοκρίτας. Με την Τέχνη, και μόνο με την Τέχνη, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε την τελειότητά μας· με την Τέχνη, και μονάχα μ' αυτή, μπορούμε να θωρακισθούμε ενάντια στους χυδαίους κινδύνους της υπάρξεως. Αυτό προκύπτει όχι μονάχα από το ότι τίποτε που μπορεί κανείς να φαντασθή δεν αξίζει να εκτελεσθή, και μπορεί κανείς να φαντασθή το κάθε τι, αλλά κι από τον λεπτό νόμο ότι οι δυνάμεις των αισθημάτων καθώς κ' οι φυσικές δυνάμεις είναι περιωρισμένες σ' έκταση κ' ενέργεια. Μπορεί κανείς να αισθάνεται τόσο μόνο κι όχι παραπάνω. Και τι μας γνοιάζει με ποιαν ηδονή πολεμά η ζωή να φέρη κανένα σε πειρασμό ή με τι πόνο γυρεύει να κολοβώση και ν' αφανίση την ψυχή κανενός, αν στη θέα της ζωής εκείνων που ποτέ δεν υπήρξαν βρήκε κανείς ταληθινό μυστικό της χαράς κ' έχυσε δάκρυα στο θάνατο εκείνων που, όπως η Cordelia κ' η κόρη του Brabantio, δεν μπορεί ποτέ να πεθάνουν;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Στάσου μια στιγμή. Μου φαίνεται πως σ' ό,τι είπες υπάρχει κάτι τι σύρριζα ανήθικο.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες είναι ανήθικες.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όλες οι τέχνες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα. Γιατί η συγκίνηση απλώς είναι ο σκοπός της τέχνης κ' η συγκίνηση χάριν της ενεργείας είναι ο σκοπός της ζωής και εκείνου του πρακτικού οργανισμού που τον λέμε κοινωνία. Η κοινωνία, πούναι η αρχή και η βάση της ηθικής, υπάρχει μονάχα για τη συγκέντρωση της ανθρώπινης ενέργειας, και για να εξασφαλίση τη δική της συνέχιση και γερή σταθερότητα ζητά, και δίκαια ζητά, από κάθε μέλος της να συνεισφέρη κάποια μορφή παραγωγικής εργασίας για το κοινό όφελος και να δουλεύη και να κοπιάζη, ώστε η εργασία της ημέρας νάχη γίνει. Η κοινωνία συχνά συγχωρεί τον εγκληματία, ποτέ όμως τον ονειροπόλο. Οι ωραίες άκαρπες συγκινήσεις, που η Τέχνη γεννάει μέσα μας, είναι μισητές στα μάτια της, και τόσο απόλυτα οι άνθρωποι υποδουλώνονται από την τυραννία του τρομερού αυτού κοινωνικού ιδεώδους, ώστε μαζώνονται πάντα ξεδιάντροπα σε ξέχωρα θεάματα κι άλλα κέντρα και ρωτούν ο ένας τον άλλο με φωνή στεντορεία: «τι κάνετε» ενώ «τι σκέπτεσθε;» είν' η μόνη ερώτηση που κάθε πολιτισμένος άνθρωπος έπρεπε να επιτρέπη στον εαυτό του ν' αποτείνη σ' άλλον. Με καλό σκοπό λεν αυτό σίγουρα οι τίμιοι και λαμπροί αυτοί άνθρωποι. Γι' αυτό ίσως είναι και υπερβολικά πληκτικοί. Μα κάποιος πρέπει να τους μάθη ότι, ενώ κατά τη γνώμη της κοινωνίας η Ονειροπόλος Σκέψις είναι η σοβαρώτερη αμαρτία που ένας πολίτης μπορεί νάναι ένοχος γι' αυτήν, σύμφωνα με την πιο υψηλή και λεπτή μόρφωση είναι η πιο κατάλληλη απασχόληση του ανθρώπου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η Ονειροπόλος Σκέψις;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η Ονειροπόλος Σκέψις. Σου είπα πρωτήτερα πως είναι πιο δύσκολο να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Πρέπει να σου πω τώρα πως το να μη κάνη κανείς τίποτε είναι το πιο δύσκολο πράγμα και το πιο διανοητικό. Για τον Πλάτωνα, με το πάθος του για τη σοφία, αυτή ήταν η ευγενικώτερη μορφή της ενέργειας. Για τον Αριστοτέλη, με το πάθος του για τη γνώση, αυτή ήταν το ίδιο, η πιο ευγενική μορφή της ενέργειας. Σ' αυτήν ωδήγησε τους Αγίους και τους μυστικοπαθείς του Μεσαιώνος το πάθος για την αγιότητα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Υπάρχουμε λοιπόν για να μη κάνωμε τίποτε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Για να μη κάνουν τίποτε υπάρχουν οι εκλεκτοί. Η δράσις είναι περιωρισμένη και σχετική. Απεριόριστη κι απόλυτη είν' η ματιά εκείνου που κάθεται ήσυχα και μελετά, που περπατάει μοναχός και ονειροπολεί. Όμως εμείς που γεννηθήκαμε στα τέλη του Θαυμαστού αυτού αιώνος είμαστε τόσο πολύ μορφωμένοι και τόσο πολύ κριτικοί συγχρόνως, τόσο διανοητικά λεπτοί και τόσο περίεργοι για τις εξαιρετικές απολαύσεις, ώστε να μη μπορή να παραδεχθούμε οποιεσδήποτε θεωρίες για τη ζωή θυσιάζοντας τον τρόπο της συνειθισμένης ζωής. Για μας η citta divina είναι άχρωμη και το fruitio Dei δίχως σημασία. Ο Μεταφυσική δεν ικανοποιεί τις ιδιοσυγκρασίες μας κ' η θρησκευτική έκστασις επάλιωσε πια. Ο κόσμος, που από μέσα του βλέποντας ο Ακαδημαϊκός φιλόσοφος γίνεται ο «θεατής όλων των καιρών κι όλων των υπάρξεων», δεν είναι πραγματικά ένας ιδανικός κόσμος, μα απλώς ένας κόσμος αφηρημένων ιδεών. Όταν μπαίνουμε σ' αυτόν, λιμοκτονούμε μες στα παγερά μαθηματικά της σκέψεως. Οι αυλές της πόλεως του Θεού δεν μας είναι πια ανοικτές. Τις πύλες της φυλάγει η Αμάθεια και, για να τις διαβούμε, πρέπει να παραδώσουμε ό,τι στη φύση μας είναι πιο θεϊκό. Φτάνει που οι πατέρες μας επίστεψαν. Εξαντλήσανε τη δύναμη της πίστεως των φυλών του ανθρωπίνου γένους. Η διαθήκη τους σ' εμάς είναι ο σκεπτικισμός, που τον φοβούνταν εκείνοι. Αν τον είχαν εκφράσει με λόγια, ίσως δεν θα ζούσε ανάμεσά μας ως σκέψις. Όχι, Ερνέστε, όχι. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πάλι πίσω στους αγίους. Πολύ περισσότερα μπορεί να μάθη κανείς από τους αμαρτωλούς. Δεν μπορεί να ξαναγυρίσουμε στον φιλόσοφο κι ο μυστικιστής μας οδηγάει στα στραβά. Ποιος, όπως ο κ. Pater κάπου ερωτά, θ' άλλαζε την καμπύλη ενός απλού ροδοπέταλου για κείνο το άμορφο ανέπαφο Ον, που ο Πλάτων το βάζει τόσο ψηλά; τι είναι για μας ο Φωτισμός του Philo, η Άβυσσος του Eckhart, η Οπτασία του Böhme, ακόμα κι ο τερατώδης Ουρανός που αποκαλύφθηκε στα τυφλωμένα μάτια του Swedenborg; Τέτοια πράγματα είναι μικρότερα από την κίτρινη σάλπιγγα ενός ασφοδέλου του αγρού, πολύ κατώτερα παρά η πιο ταπεινή από τις ορατές τέχνες· γιατί, απαράλλακτα όπως η Φύση είναι ύλη που πολεμάει να μπη στο μυαλό, έτσι και η Τέχνη είναι μυαλό που εκφράζει τον εαυτό του με τις συνθήκες της ύλης και μ' αυτόν τον τρόπο ακόμα και στις κατώτερες εκδηλώσεις της μιλεί όμοια και στις αισθήσεις και στην ψυχή. Στην αισθητική ιδιοσυγκρασία το αόριστο είναι πάντα αποκρουστικό. Οι Έλληνες ήταν έθνος καλλιτεχνών, γιατί δεν τους δόθηκε η έννοια του απείρου. Όπως ο Αριστοτέλης κι όπως ο Γκαίτε ύστερ' από τη μελέτη του Κάντιου, θέλομε το συγκεκριμένο, και τίποτε άλλο απ' αυτό δεν μας ικανοποιεί.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τι λοιπόν προτείνεις να γίνη;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μου φαίνεται πως με την ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος θα γίνωμε ικανοί να εκτιμήσωμε όχι μονάχα τη δική μας ζωή, μα και τη συνολική ζωή της φυλής κ' έτσι θα κατορθώσωμε να κάνωμε τους εαυτούς μας μοντέρνους στην αληθινή σημασία της λέξεως. Γιατί εκείνος, που το παρόν είναι το μόνο πράγμα που του είναι παρόν, δεν ξέρει τίποτε για την εποχή που ζη. Για να εκτιμήση κανείς τον δέκατον ένατον αιώνα, πρέπει να νοιώση κάθε αιώνα που προηγήθηκε και βοήθησε να πάρη τούτος μορφή. Για να ξέρη κανείς οτιδήποτε για τον εαυτό του πρέπει να ξέρη το κάθε τι για τους άλλους. Δεν πρέπει να υπάρχη διάθεσις που να μη μπορή κανείς να τη ζωντανέψη. Είναι τούτο αδύνατο; Δεν το νομίζω. Ξεσκεπάζοντας σε μας τον απόλυτο μηχανισμό κάθε είδους δράσεως και γλυτώνοντάς μας έτσι από το φορτίο της ευθύνης της ηθικής, που φορτωθήκαμε μοναχοί μας, και που μας είναι εμπόδιο για την πρόοδό μας, η επιστημονική αρχή της Κληρονομικότητος έγινε, όπως ήταν φυσικό, η εγγύηση για τη διανοητική ζωή. Μας έδειξε ότι ποτέ δεν είμεθα ολιγώτερο ελεύθεροι παρ' όταν προσπαθούμε να δράσωμε. Έφραξε τα γύρω μας με το δίκτυ του κυνηγού κ' έγραψε 'πάνω στον τοίχο την προφητεία της μοίρας μας. Δεν μπορούμε να την ιδούμε, γιατί είναι μέσα μας. Δεν μπορούμε να την ιδούμε παρά επάνω σε καθρέφτη που να καθρεφτίζη την ψυχή μας. — Είναι η Νέμεσις δίχως τη μάσκα της. Είναι η τελευταία από τις Μοίρες και η τρομερώτερη. Είναι ο μόνος από τους θεούς, που γνωρίζομε το αληθινό του όνομα.

Κι ωστόσο, ενώ στον κύκλο της πρακτικής κ' εξωτερικής ζωής αφαίρεσε από την ενέργεια την ελευθερία της κι από τη δραστηριότητα την εκλογή της, στην υποκειμενική σφαίρα, όπου δουλεύει η ψυχή, μας έρχεται αυτή η τρομερή σκιά με πολλά δώρα στα χέρια της, δώρα αλλόκοτων ιδιοσυγκρασιών και λεπτών ευαισθησιών, δώρα άγρια πόθων και παγερών διαθέσεων αδιαφορίας, πολυσύνθετα και πολύμορφα δώρα σκέψεων με ποικιλία αναμεταξύ τους, και παθών που αντιπαλαίουν τόνα με τάλλο. Κ' έτσι δεν είναι η δική μας η ζωή αυτή που ζούμε, αλλά η ζωή των πεθαμένων, και η ψυχή που κατοικεί μέσα μας δεν είναι μια απλή πνευματική ολότης, που να μας κάνη προσωπικούς και ατομικούς, πλασμένη για να μας υπηρετή και μπασμένη μέσα μας για τη δική μας χαρά. Είναι κάτι που εκατοίκησε σε φοβερά μέρη και σε αρχαίους τάφους εφώλιασε. Αρρώστησε από πολλές αρρώστειες κ' έχει την ενθύμηση αλλοκότων αμαρτιών. Σοφώτερη είναι από μας, και η σοφία της είναι πικρή. Μας γεμίζει μ' επιθυμίες που δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν και μας κάνει ν' ακολουθήσωμε ό,τι ξέρομε πως δεν μπορεί να το πετύχωμε. Ένα πράγμα ως τόσο μπορεί να κάμη για μας, Ερνέστε. Μπορεί να μας πάη μακριά από περιβάλλον που οι ομορφιές του σκοτίζονται από την καταχνιά της πραγματικότητος είτε η εξευτελιστική ασχήμια και οι χυδαίες απαιτήσεις που αφανίζουν την τελειότητα της αναπτύξεώς μας. Μπορεί να μας βοηθήση ν' αφήσωμε τον αιώνα, που γεννηθήκαμε και να περάσωμε σ' άλλους αιώνας και να βρούμε ότι δεν είμαστε εξόριστοι από την ατμοσφαίρα τους. Μπορεί να μας μάθη πώς ν' αποφεύγωμε την ιδική μας πείρα και ν' αποκτήσωμε την πείρα εκείνων που είναι πιο μεγάλοι από μας. Ο πόνος του Λεοπάρδη που φωνάζει ενάντια στη ζωή γίνεται δικός μας πόνος. Ο Θεόκριτος φυσάει τον αυλό του και γελά μ' εμάς με τα χείλη της νύμφης και του βοσκού. Ντυμένοι την από πετσί λύκου προβιά του Pierre Vidal φεύγομε μπροστά στα λαγωνικά, και μες στην πανοπλία του Lancelot πηδάμε από της Βασίλισσας το Άλσος 'πάνω στο άλογο. Εψιθυρίσαμε τον έρωτά μας τον μυστικό κάτω από την κουκούλα του Abelard, και κάτω από τη λευκασμένη φορεσιά του Villon τραγουδήσαμε τη ντροπή μας. Μπορούμε να βλέπωμε την αυγή με του Σέλλεϋ τα μάτια, και όταν περιπλανιόμαστε με τον Ενδυμίωνα η Σελήνη ερωτεύεται τα μάτια μας. Δική μας είναι η αγωνία του Άτυος (101) και δικά μας η αδύναμη μανία και ο ευγενικός πόνος του Δανού. Θαρρείς πως είναι η φαντασία που μας κάνει ικανούς να ζούμε τις αναρίθμητες αυτές ζωές; Και βέβαια που είναι η φαντασία· και η φαντασία είναι αποτέλεσμα κληρονομικότητος. Είναι απλώς η συγκεντρωμένη πείρα της φυλής.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά πού βλέπεις εδώ τη λειτουργία του πνεύματος της κριτικής;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η μόρφωση, που μ' αυτή τη μεταβίβαση της πείρας της φυλής είναι κατορθωτή, μπορεί να τελειοποιηθή μονάχα με το πνεύμα της κριτικής, και πράγματι μπορεί κανείς να πη ότι αυτά τα δυο είναι ένα και το αυτό. Γιατί ποιος είναι ο αληθινός κριτικός αν μη εκείνος που φέρει μέσα του τα όνειρα, τις ιδέες και τα αισθήματα χιλιάδων γενεών και για τον οποίον καμμιά μορφή σκέψεως δεν είναι ξένη και κανένας παλμός συγκινήσεως δεν είναι άγνωστος; Και ποιος ο αληθινά μορφωμένος άνθρωπος αν μη εκείνος που με λεπτή μελέτη και ακατάδεκτη άρνηση έκανε το ένστικτο συνειδητό και διανοητικό και μπορεί να ξεχωρίση το έργο που έχει αξία και διακρίνεται από κείνο που δεν έχει αξία, κ' έτσι με συσχέτιση και σύγκριση γίνεται κύριος των μυστικών του ύφους και της σχολής και νοιώθει τη σημασία τους κι ακούει τη φωνή τους και αναπτύσσει εκείνο το πνεύμα της αφιλοκερδούς περιεργείας, που είναι η πραγματική ρίζα όπως είναι και το πραγματικό άνθος της διανοητικής ζωής, και μ' αυτόν τον τρόπο φθάνει στη διανοητική διαύγεια, κι αφού έχει μάθει «το καλύτερο απ' όσα ξέρουν και σκέπτονται οι άνθρωποι στον κόσμο», ζη — πραγματικά, όχι φανταστικά, όπως μπορούσε να υποθέση κανείς — με τους αθανάτους;

Μάλιστα, Ερνέστε, τη ζωή της ονειροπόλου σκέψεως, που έχει σκοπό της όχι &να κάνη& παρά να είναι, κι όχι απλώς &να είναι παρά να γίνεται&, αυτή μας δίνει το πνεύμα της κριτικής. Έτσι ζουν οι θεοί. Είτε μελετώντας τη δική τους τελειοποίηση, όπως μας λέγει ο Αριστοτέλης, είτε, καθώς το φαντάσθηκε ο Επίκουρος, παρατηρώντας με τατάραχα μάτια του θεατή την τραγική κωμωδία του κόσμου που έπλασαν. Κ' εμείς το ίδιο μπορούμε να ζούμε σαν αυτούς και να βλέπωμε με τις κατάλληλες συγκινήσεις τις ποικίλες σκηνές, που παρουσιάζουν ο άνθρωπος και η Φύσις. Μπορούμε να γίνωμε άνθρωποι του πνεύματος αποσπώντας τον εαυτό μας από τη δράση και να τελειοποιηθούμε διώχνοντας την πράξη. Συχνά μου ήλθε η σκέψις ότι ο Browning αισθάνθηκε κάτι παρόμοιο. Ο Σαίξπηρ σπρώχνει τον Άμλετ σε ζωή ενεργείας και τον κάνει να εκπληρώση με κοπιαστική εργασία τον προορισμό του. Ο Browning μπορούσε να μας είχε δώσει έναν Άμλετ που θα είχε εκπληρώσει τον προορισμό του με τη σκέψη. Τα επεισόδια και τα γεγονότα ήταν γι' αυτόν ψεύτικα και δίχως καμμιά σημασία. Αυτός έκανε την ψυχή πρωταγωνιστή στην τραγωδία της ζωής και θεωρούσε την εργασία σαν το ένα αντιδραστικό στοιχείο του δράματος. Για μας οπωσδήποτε ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ είναι το αληθινό ιδανικό. Από το ψηλό Κάστρο της Σκέψεως μπορούμε να βλέπωμε πέρα τον Κόσμο της Γαλήνης· και συγκεντρωμένος εντός του και τέλειος ο αισθητικός κριτικός μελετά τη ζωή, και καμμιά, τολμηρά ριγμένη, σαΐτα δεν μπορεί να τρυπήση τους αρμούς του εφιππίου του. Αυτός τουλάχιστον είναι ασφαλής. Ανακάλυψε το πώς να ζη.

Τέτοιος τρόπος ζωής είναι ανήθικος; Μάλιστα, όλες οι τέχνες είναι ανήθικες εκτός από εκείνες τις χυδαιότερες μορφές της σαρκικής ή διδακτικής τέχνης, που ζητούν να σπρώξουν στην εκτέλεση του καλού ή του κακού. Γιατί κάθε είδους πράξις ανήκει στον κύκλο της ηθικής. Ο σκοπός της Τέχνης είναι να δημιουργή απλώς ψυχικές διαθέσεις. Τέτοιος τρόπος ζωής είναι θεωρητικός; Ω! δεν είναι τόσο εύκολο πράγμα να είναι κανείς θεωρητικός όσο το φαντάζονται οι σωστοί Φιλισταίοι. Θα ήταν καλό για την Αγγλία αν ήταν έτσι. Δεν υπάρχει καμμία χώρα στον κόσμο που να έχη τόσην ανάγκη ανθρώπων μη πρακτικών όσον η δική μας. Σε μας η Σκέψις εξευτελίζεται με τη συνεχή συνάφειά της με την πρακτική. Ποιος από κείνους που κινούνται μέσα στην ένταση και το θόρυβο της σημερινής υπάρξεως, φωνακλάς πολιτευτής, ταραχοποιός κοινωνικός μεταρρυθμιστής ή κακομοίρης στενοκέφαλος παππάς, τυφλωμένος από τα βάσανα της ασήμαντης εκείνης μερίδος της κοινωνίας που μέσα της έχει ρίξει τον κλήρο του, μπορεί σοβαρά ν' αξιώση ότι είναι ικανός να σχηματίση μιαν αφιλοκερδή διανοητική κρίση για οποιοδήποτε ζήτημα; Κάθε επάγγελμα σημαίνει μια πρόληψη. Η ανάγκη ενός σταδίου υποχρεώνει τον καθένα κάπου να μεροληπτή. Ζούμε στον αιώνα εκείνων που παραδούλεψαν κ' εκείνων που μισόμαθαν, στον αιώνα που οι άνθρωποι είναι τόσον εργατικοί οπού καταντούν απολύτως ηλίθιοι. Και μολονότι μπορεί να φαίνεται σκληρό, δεν μπορώ να μη το πω ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι άξιοι της τύχης των. Το σίγουρο μέσο να μη ξέρη κανείς τίποτε για τη ζωή είναι το να προσπαθή να γίνη χρήσιμος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γοητευτικό δόγμα, Γιλβέρτε.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό, αλλά τουλάχιστο έχει τη μικρότερη αρετή να είναι αληθινό. Ότι η επιθυμία να κάνη κανείς καλό στους άλλους παράγει άφθονη εσοδεία από αυθάδεις σχολαστικούς είναι το μικρότερο από τα κακά που προξενεί. Ο αυθάδης σχολαστικός είναι ψυχολογική μελέτη μεγάλου ενδιαφέροντος· και μολονότι απ' όλες τις πόζες η πόζα του ηθικολόγου είναι η πιο προσβλητική, ωστόσο το να έχης κάποια πόζα κάτι είναι κι αυτό. Είναι μια τυπική αναγνώριση του πόσο σπουδαίο είναι να παίρνης τη ζωή από μιαν ωρισμένη και λογική μεριά. Το ότι η Ανθρωπιστική συμπάθεια πολεμάει τη φύσι με το να εξασφαλίζη την επιβίωση της αποτυχίας μπορεί να κάνη τον επιστήμονα ν' αηδιάση τις εύκολες αρετές της. Ο πολιτικός οικονομολόγος μπορεί να φωνάζη εναντίον της, γιατί βάζει στο ίδιο επίπεδο τον απρονόητο με τον προνοητικό και αφαιρεί από τη ζωή το δυνατώτερο αίτιο και το πεζότερο ελατήριο της εργασίας. Όμως στα μάτια του διανοουμένου ανθρώπου η πραγματική βλάβη που κάνει η συγκινημένη συμπάθεια είναι ότι περιορίζει τη γνώση κ' έτσι μας εμποδίζει να λύσωμε κ' ένα μόνο οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα. Προσπαθούμε τώρα ν' απομακρύνωμε την κρίση που έρχεται, την επανάσταση που σιμώνει, καθώς την λένε οι φίλοι μου οι Φαβιανισταί, με εράνους κ' ελεημοσύνες. Καλά, μα όταν η επανάσταση ή η κρίση φθάση, θα είμαστε αδύναμοι, γιατί τίποτε δεν θα ξέρωμε. Κ' έτσι, Ερνέστε, ας μη γελιόμαστε. Η Αγγλία ποτέ δεν θα είναι πολιτισμένη, αν δεν προσθέση στις κτήσεις της και την Ουτοπία. Περισσότερες από μιαν αποικίες της μπορεί ν' αφήση με κέρδος για μια τόσον ωραία χώρα. Ό,τι χρειαζόμαστε είναι μη πρακτικοί άνθρωποι που βλέπουν πέρ' από τη στιγμή και σκέπτονται πέρ' από την ημέρα. Όσοι προσπαθούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους μπορούν να το κάνουν ακολουθώντας μονάχα τον όχλο. Με τη φωνή &του βοώντος εν τη ερήμω& πρέπει να ετοιμασθούν αι &τρίβοι των θεών&. Ίσως όμως σκέπτεσαι ότι εις το να παρατηρή κανείς μονάχα για να παρατηρή και εις το να ρεμβάζη μονάχα για να ρεμβάζη υπάρχει κάτι που είναι εγωιστικό. Αν σκέπτεσαι έτσι, μη το λες. Η αυτοθυσία χρειάζεται ένα τόσον εγωιστικόν αιώνα, όσον ο δικός μας, για να θεοποιηθή. Εκλέγει έναν ολότελ' αρπακτικόν σαν τον δικό μας αιώνα η περισσότερον από τις λεπτές διανοητικές αρετές εκτίμηση των επιπόλαιων κ' αισθηματικών εκείνων αρετών, που είναι άμεσο πρακτικό κέρδος για τον ίδιον αυτόν αιώνα. Αποτυχαίνουν και στο σκοπό τους αυτοί οι φιλανθρωπισταί κ' αισθηματολόγοι της εποχής μας που καθεμέρα και κοπανούν στον καθένα τα &προς τον πλησίον καθήκοντά του&. Γιατί η ανάπτυξη της φυλής κρέμεται από την ανάπτυξη των ατόμων κι όπου η αυτοανάπτυξη έπαψε να είναι το ιδανικό, το διανοητικό επίπεδο χαμηλώνει ευθύς και συχνά χάνεται τελειωτικά. Αν καθήσης καμμιά φορά στο τραπέζι με κάποιον που ξόδεψε τη ζωή του για να μορφώση τον εαυτό του — σπάνιος ο τύπος αυτός στην εποχή μας, μολονότι παραδέχομαι πως μπορεί κάποτε να τον συναντήσης — σηκώνεσαι από το τραπέζι πιο πλούσιος και με τη συναίσθηση ότι κάποιο υψηλό ιδεώδες άγγισε κι άγιασε για μια στιγμή τις ημέρες σου. Αλλά να καθήση κανείς, αγαπητέ μου Ερνέστε, δίπλα σ' έναν άνθρωπο που έφαγε τη ζωή του πολεμώντας να μορφώση άλλους, ω, τι φρικτή πείρα θα ήταν τούτη! Πόσο τρομακτική είναι εκείνη η αμάθεια που έρχεται σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καταστρεπτικής συνηθείας να μεταβιβάζη κανείς γνώμες σε άλλους! Πόσο περιωρισμένο αποδεικνύεται το μυαλό αυτού του ανθρώπου! Πόσο μας κουράζει και πόσο πρέπει να κουράζη και τον εαυτό του με τις ατελείωτες κι αρρωστειάρικες επαναλήψεις του! Πόσο λειψός είναι από κάθε στοιχείο διανοητικής αναπτύξεως! Σε τι αισχρό κύκλο μέσα στριφογυρίζει ακατάπαυτα!

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μιλείς μ' έν' αλλόκοτο αίσθημα, Γιλβέρτε. Είχες τη φρικτή, όπως είπες, αυτή πείρα τώρα τελευταία;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Πολύ ολίγοι από μας τη διαφεύγουν. Οι άνθρωποι λεν πως ο δάσκαλος είναι έξω (από την Αγγλία). Για καλό μας θα ήθελα να ήταν έτσι. Αλλά ο τύπος, από τους αντιπροσώπους του οποίου ένας μονάχα, και σίγουρα ο πιο άσημος, είν' αυτός, μου φαίνεται πως κυριαρχεί και τώρα στη ζωή μας· κι απαράλλακτα όπως ο φιλανθρωπιστής είναι η επιδημία του ηθικού κόσμου, έτσι επιδημία του διανοητικού κόσμου είναι ο άνθρωπος, που τόσο καταγίνεται με την προσπάθεια να μορφώση τους άλλους, ώστε να μη του μένη ποτέ καιρός να μορφώση τον εαυτό του. Όχι, Ερνέστε· η αυτοανάπτυξη, ναι, αυτή είναι το αληθινό ιδανικό του ανθρώπου. Ο Γκαίτε το ένοιωσε αυτό και το πρώτο μας χρέος προς αυτόν είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι χρωστούμε σε οποιονδήποτε άλλον από την εποχή των Ελλήνων κ' εδώ. Οι Έλληνες το ένοιωσαν και μας αφήκαν, σαν διαθήκη τους για τη σκέψη των μεταγενεστέρων, την αντίληψη της ζωής της ρεμβώδους σκέψεως καθώς και τη μέθοδο της κριτικής, με την οποία μονάχα τέτοια ζωή μπορεί αληθινά να πραγματοποιηθή. Αυτή μόνη έκανε μεγάλη την Αναγέννηση και μας εχάρισε τις φιλολογικές γνώσεις. Κι αυτή μόνη θα μπορούσε να κάμη μεγάλον και τον δικό μας αιώνα· γιατί η πραγματική αδυναμία της Αγγλίας δεν είναι οι ανεπαρκείς εξοπλισμοί και τανοχύρωτα παράλιά της, ούτε η φτώχεια που σέρνεται σε ανήλιαγα στενοσόκκακα ή το μεθοκόπημα που παραληρεί σε συχαμένους αυλόγυρους, αλλ' απλώς το ότι τα ιδανικά της είν' αισθηματικά και όχι διανοητικά.

Δεν αρνούμαι πως το διανοητικό ιδεώδες είναι δυσκολόφθαστο ούτε ότι είναι, κ' ίσως και για πολλά χρόνια ακόμη θα είναι, αντιδημοτικό στον όχλο. Είναι τόσον εύκολο στους ανθρώπους να συμπαθούν τη δυστυχία και τόσο δύσκολο να συμπαθήσουν τη σκέψη. Πράγματι τόσο λίγο νοιώθουν οι κοινοί άνθρωποι τι αληθινά είναι η σκέψη, ώστε φαίνονται σαν να φαντάζωνται πως άμα ειπούν ότι μια κάποια θεωρία είναι επικίνδυνη απαγγέλλουν και την καταδίκη της, ενώ τέτοιες μονάχα θεωρίες έχουν κάποιαν αληθινή διανοητικήν αξία. Μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη, δεν αξίζει να ειπωθή ιδέα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, με θαμπώνεις. Μου είπες πως κάθε Τέχνη είναι ουσιαστικά ανήθικη. Πας να μου πης τώρα ότι και κάθε σκέψη είναι στην ουσία της επικίνδυνη ·

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, στον πρακτικό κόσμο έτσι είναι. Η ασφάλεια της κοινωνίας στέκει στη συνήθεια και το δίχως συνείδηση ένστικτο, και η βάση της στερεότητος της κοινωνίας ως υγιούς οργανισμού είναι η τελεία έλλειψη κάθε διανοήσεως από τα μέλη της. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γνωρίζοντάς το καλά τούτο πάνε φυσικά με το μέρος του λαμπρού εκείνου συστήματος, που τους ανεβάζει στην αξιοπρέπεια μηχανών, και λυσσούν τόσο μανιακά εναντίον της εισαγωγής της διανοήσεως σε οποίο ζήτημα που αποβλέπει στη ζωή, ώστε του έρχεται κανενός ο πειρασμός να ορίση τον άνθρωπο σαν ένα λογικό ζώο που πάντα χάνει την υπομονή του άμα τον καλέσουν να ενεργήση σύμφωνα με το λογικό. Ας αφήσωμε όμως τον πρακτικό κόσμο και ας μη πούμε τίποτε για τους κακούς φιλανθρωπιστάς, που μπορεί κανείς κάλιστα να τους αφήση στο έλεος του αμυγδαλομμάτη σοφού του Κίτρινου Ποταμού — του Chuang Tsu, που έχει αποδείξει πως τέτοιες καλόβολες μα πειρακτικές οχληρότητες κατάστρεψαν την απλή κι ατόφιαν αρετή που υπάρχει στον άνθρωπο. Είναι ένα κουραστικό θέμα και θα ήθελα πολύ να ξαναγυρίσωμε στον κύκλον όπου μέσα η κριτική είν' ελεύθερη.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Στον διανοητικόν κύκλο;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ακριβώς. Θυμάσαι που έλεγα πως ο κριτικός είναι εις το είδος του δημιουργικός όσο κι ο καλλιτέχνης, που το έργο του μπορεί να έχη αξίαν απλώς εφόσον υποβάλλει στον κριτικό καμμιά καινούρια διάθεση νοητική κ' αισθητική, την οποίαν μπορεί να φανερώση αυτός με ίσην ή και μεγαλύτερην υπεροχή στη φόρμα και με τη χρήση νέου μέσου εκφράσεως να την κάνη διαφορετικά όμορφη και πιο τέλεια. Μου φάνηκε, αλήθεια, πως στάθηκα λίγο σκεπτικιστής στη θεωρία αυτή. Ίσως όμως να σε αδίκησα.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δεν είμαι αληθώς σκεπτικιστής στο ζήτημα αυτό, αλλά πρέπει να ομολογήσω πως νοιώθω πολύ καλά ότι τέτοιο έργο, που, καθώς λέει, το δημιουργεί ο κριτικός — και πρέπει αναμφιβόλως να παραδεχθώ κανείς ότι το έργο αυτό είναι δημιουργικό — τέτοιο έργο είναι κατ' ανάγκην καθαρά υποκειμενικό, ενώ τα μεγαλύτερα έργα είναι πάντα αντικειμενικά, αντικειμενικά κι απρόσωπα.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η διαφορά μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού έργου είναι διαφορά εξωτερικής μορφής μονάχα. Διαφορά ασήμαντη και όχι ουσιαστική. Κάθε καλλιτεχνική δημιουργία είναι απολύτως υποκειμενική. Κι αυτό το τοπείο ακόμα που παρατηρούσε ο Gorot ήταν, όπως το είπε ο ίδιος, απλή διανοητική του διάθεση· κ' εκείνες οι μεγάλες μορφές του Ελληνικού ή Αγγλικού δράματος, που μας φαίνονται σαν να κατέχουν πραγματική δική των υπόσταση, ξέχωρη από τους ποιητάς που τις εδημιούργησαν, είναι στην τελική τους ανάλυση οι ίδιοι οι ποιηταί όχι όπως ενόμιζαν πως ήταν, μα όπως ενόμιζαν πως δεν ήταν και με τέτοια σκέψη τέτοιοι παραδόξως για μια στιγμή κατάντησαν. Γιατί έξω από τον εαυτό μας δεν μπορούμε ποτέ να βγούμε, ούτε μπορεί να υπάρχη τίποτε στο πλάσμα που δεν ήταν υποστατό μέσα στον πλάστη. Ακόμα θα έλεγα πως όσο πιο αντικειμενικό φαίνεται να είν' ένα πλάσμα τόσο πιο υποκειμενικό πράγματι είναι. Ο Σαίξπηρ μπορεί ν' αντίκρυσε στους λευκούς δρόμους του Λονδίνου τον Rosencrantz και τον Guilderstern ή να είδε τους υπηρέτες των αντίμαχων σπιτιών να δαγκώνουν τα μεγάλα δάκτυλά τους με άχτι ο ένας του αλλουνού στη μέση στην πλατεία· όμως ο Άμλετ εβγήκε μέσ' από την ψυχή του κι ο Ρωμαίος μέσ' από το πάθος του. Ήταν στοιχεία της φύσεώς του που τους έδωκε ορατή μορφή, παλμοί που τόσο δυνατά τάραξαν μέσα του ώστε αναγκαστικά να τους αφήση να δοκιμάσουν την ενέργειά τους όχι στο κατώτερο επίπεδο της πραγματικής ζωής, όπου θα εμποδίζονταν και θα περιορίζονταν και θάμεναν έτσι ατελείς, αλλά σ' εκείνο το φανταστικό επίπεδο της τέχνης, όπου ο Έρωτας μπορεί στο θάνατο να βρη πραγματικά την τελειοποίησή του, όπου μπορεί κανείς να μαχαιρώση τον ωτακουστή πίσω από το παραπέτασμα της πόρτας και να παλέψη μέσα σ' ένα νεόσκαπτο μνημούρι και να κάνη ένα ένοχο βασιληά να καταπίνη τον πόνο του και να δη τη σκιά του πατέρα του κάτω από τις χλωμές του φεγγαριού λάμψεις να γλυστράη περήφανη μέσ' στον τέλειο οπλισμό της από τον ένα καταχνιασμένον τοίχο στον άλλον. Η δράσις με το να είναι περιωρισμένη θα άφινε τον Σαίξπηρ ανικανοποίητον και αφανέρωτον και ακριβώς, όπως εστάθη ικανός να κάνη το καθετί με το να μη κάνη τίποτε, έτσι και μην αναφέροντας ποτέ τον εαυτό του στα δράματά του κατώρθωσε να τον φανερώνουν αυτά τέλεια και να μας δείχνουν την αληθινή του φύση και ιδιοσυγκρασία πολύ καλύτερα παρά εκείνα τα παράξενα κ' εξαίρετα σοννέτα, κ' εκείνα ακόμη απ' αυτά που μέσα τους βάζει γυμνό μπρος σε κρυσταλλένια μάτια το μυστικό της καρδιάς του. Μάλιστα, η αντικειμενική φόρμα είναι η πιο υποκειμενική στην ουσία. Ο άνθρωπος είναι πολύ ολιγώτερον ο ίδιος όταν μιλή για τον εαυτό του. Δος του μια μάσκα και θα σου πη την αλήθεια.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ο κριτικός τότε με το να είναι περιωρισμένος στην υποκειμενική φόρμα θα είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον ικανός να εξωτερικεύση τέλεια τον εαυτό του παρά ο καλλιτέχνης, που πάντα έχει στη διάθεσή του τις απρόσωπες και αντικειμενικές φόρμες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι κατ' ανάγκην, και καθόλου μάλιστα, αν παραδεχθή ότι κάθε τρόπος κριτικής στην πιο υψηλή ανάπτυξή του είναι απλώς μία διάθεση κι ότι ποτέ δεν είμεθα πιο αληθινοί στον εαυτό μας παρ' όταν είμεθα ασυνεπείς. Ο αισθητικός κριτικός, συνεπής μονάχα στην αρχή της ομορφιάς, σ' όλα τα πράγματα αποζητάει πάντα φρέσκες εντυπώσεις, παίρνοντας από τις διάφορες Σχολές το μυστικό της μαγείας των, σκύβοντας, μπορεί, καμμιά φορά μπροστά σε ξένους βωμούς ή χαμογελώντας, αν το γουστάρη έτσι η φαντασία του, σε παράξενους νέους θεούς. Ό,τι οι άλλοι ονομάζουν το παρελθόν ενός ανθρώπου έχει αναμφιβόλως σχέση μ' αυτούς, αλλά δεν έχει τίποτε να κάνη μ' αυτόν. Όποιος λαμβάνει υπ' όψιν το παρελθόν του, είναι ανάξιος να έχη μέλλον μπροστά του. Όταν κανείς έδωκε έκφραση σε μια διάθεσή του, έκανε ό,τι είχε να κάνη μ' αυτή. Γελάς, μα πίστεψέ με πως έτσι είναι. Χθες ο Ρεαλισμός εγοήτευε τον καθένα. Έπαιρνε κανείς απ' αυτόν εκείνο το nouveau frisson (102), που ήταν σκοπός του να γεννήση· τον ανέλυσε κατόπιν, τον ερμήνεψε, τον βαρέθηκε. Κατά την παρακμή του ήλθε ο Luministe στη ζωγραφική και ο Symboliste στην ποίηση, και το πνεύμα του μεσαιωνισμού, το πνεύμα εκείνο που δεν ανήκει στο χρόνο, αλλά στην ιδιοσυγκρασία, ξύπνησε ξαφνικά στη λαβωμένη Ρωσσία και μας κλόνισε για μια στιγμή με την τρομερή γοητεία του πόνου. Σήμερα όλοι φωνάζουν για τη Ρομάντσα (Romance), και, να, τα φύλλα τρεμουλιάζουν στην κοιλάδα και στις βυσσινιές βουνοκορφές περπατά η Ομορφιά. με σβέλτα χρυσωμένα ποδάρια. Οι παλιές μόδες δημιουργίας φυσικά χρονοτριβούν ακόμα. Οι καλλιτέχνες ξαναπαρουσιάζουν τον εαυτό τους, είτε ο ένας τον άλλο, με πληκτικήν επανάληψιν. Όμως η Κριτική πάντα προχωρεί και ο κριτικός πάντα αναπτύσσεται. Ούτε πάλι είναι πραγματικά περιωρισμένος ο κριτικός στην υποκειμενική μορφήν εκφράσεως. Η μέθοδος του δράματος είναι και δική του μέθοδος, καθώς και η μέθοδος του έπους. Μπορεί να μεταχειρισθή τον διάλογο, καθώς εκείνος που έβαλε τον Μίλτωνα να μιλήση με τον Marvel για τη φύση της κωμωδίας και της τραγωδίας κ' έκανε τον Sidney και τον Lord Brooke να μιλήσουν για τα γράμματα κάτω από τις βαλανιδιές του Penshurst ή να πάρη το διήγημα, όπως αρέσει του κ. Pater να κάνη, που κάθε ένα από τα Φανταστικά Πορτραίτα του — δεν είν' αυτός ο τίτλος του βιβλίου; — μας παρουσιάζει κάτω από τη φανταστική φορεσιά του μύθου κάποιο φίνο κ' εξαίρετο κομμάτι κριτικής, ένα για το ζωγράφο Watteau, άλλο για τη φιλοσοφία του Σπινόζα, άλλο για τα ειδωλολατρικά στοιχεία της αρχής της Αναγεννήσεως και τελευταίο και από κάποιες μεριές υποβλητικώτερο για την αρχή εκείνου του Aufklärung, εκείνης της χαραυγής των γραμμάτων που έφεξε στη Γερμανία τον τελευταίον αιώνα και που η δική μας διανοητική μόρφωση τόσα της χρωστά. Ο διάλογος βέβαια, η θαυμαστή αυτή φιλολογική φόρμα, που από τον Πλάτωνα ως τον Λουκιανό κι από τον Λουκιανό ως τον Giordano Bruno κι από τον Bruno ως τον μεγαλόπρεπον εκείνο γέρο Ειδωλολάτρη, που τόσο του άρεσε του Κάρλαϋλ, όλοι οι δημιουργικοί κριτικοί του κόσμου τη μεταχειρισθήκαν, δεν μπορεί ποτέ να χάση τα θέλγητρά του για τον διανοούμενο άνθρωπο ως μέσον εκφράσεως. Μ' αυτόν μπορεί να φανερώση τον εαυτό του και σε κάθε φαντασία να δώση μορφή και πραγματικότητα σε κάθε διάθεση. Μ' αυτόν μπορεί να εκθέση το ζήτημα απ' όλες του τις όψεις και να μας το δείξη κυκλικό, όπως μας δείχνει ο γλύπτης ταντικείμενα, που έτσι κερδίζουν όλον τον πλούτο και την αλήθεια της εντυπώσεως, που γεννιέται από τις πλευρικές εκείνες εκλάμψεις, τις οποίες υποβάλλει ξαφνικά η κεντρική ιδέα στην εκτύλιξή της και που πράγματι φωτίζουν τελειότερα την ιδέα, ή από τις ευτυχείς εκείνες δεύτερες σκέψεις που δίνουν πλήθια την τελειότητα στο κεντρικό σχέδιο κι ωστόσο φέρνουν κάτι από τη λεπτή μαγεία του τυχαίου.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μ' αυτόν επίσης μπορεί εκείνος να βρη ένα φανταστικόν ανταγωνιστή και να του αλλάξη τη γνώμη όποτε θελήση με κανένα παράλογο σόφισμα.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Α! είναι τόσο εύκολο ν' αλλάξη κανείς τη γνώμη των άλλων, μα τόσο δύσκολο να γυρίση το δικό του το μυαλό. Για να φθάση κανείς σε ό,τι πραγματικά πιστεύει, πρέπει να μιλήση με άλλα κι όχι με τα δικά του χείλη. Για να μάθη την αλήθεια πρέπει να φαντασθή χίλιες δυο ψευτιές. Γιατί τι είναι η αλήθεια; Σε ζητήματα θρησκευτικά είναι απλώς το δόγμα που επιζή. Στα επιστημονικά θέματα είναι η τελική αντίληψη. Στα καλλιτεχνικά πράγματα η τελευταία ψυχική διάθεση του καθενός. Βλέπεις τώρα, Ερνέστε, ότι ο κριτικός έχει στη διάθεσή του τόσες αντικειμενικές μορφές εκφράσεως όσες και ο καλλιτέχνης. Ο Ruskin διατυπώνει την κριτική του σε φανταστική πρόζα και είναι έξοχος στις μεταβολές και αντιφάσεις του. Ο Browning σε ανομοιοκατάληκτους στίχους, και κάνει τον ζωγράφο και τον ποιητή να μας πουν το μυστικό τους. Ο Renan μεταχειρίζεται τον διάλογο. Ο κ. Pater τον μύθο· και ο Rossetti μεταφέρει σε μουσικά σοννέτα τα χρώματα του Giorgione και τα σχέδια του Ingres και τα δικά του σχέδια και χρώματα επίσης, νοιώθοντας με το ένστικτο εκείνου που κατέχει πολλούς τρόπους εκφράσεως ότι η τελική τέχνη είναι η φιλολογία, και το πιο φίνο και πιο πλούσιο όργανο οι λέξεις.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Καλά, τώρα που εβεβαίωσες ότι ο κριτικός έχει στη διάθεσή του όλες τις αντικειμενικές φόρμες, θα ήθελα να μου πης ποιες είναι οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον αληθινό κριτικό.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Σαν ποιες να είναι λες;

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Εγώ είμαι της ιδέας ότι ο κριτικός πρέπει προ παντός να είναι αμερόληπτος.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Α! όχι αμερόληπτος. Ο κριτικός δεν μπορεί να είναι αμερόληπτος στην κοινή σημασία της λέξεως. Μονάχα για πράματα που δεν τον ενδιαφέρουν μπορεί κανείς να εκφράση μια πράγματι αβίαστη γνώμη κι αυτός είναι βέβαια ο λόγος που μια αβίαστη γνώμη είναι πάντα δίχως καμμιάν απολύτως αξία. Ο άνθρωπος που βλέπει και τις δυο όψεις ενός ζητήματος δεν βλέπει απολύτως τίποτε. Η Τέχνη είναι πάθος, και στα καλλιτεχνικά ζητήματα η Σκέψη χρωματίζεται δίχως άλλο από τη συγκίνηση και είν' έτσι περισσότερη ρευστή παρά σταθερή· και με το να κρέμεται από λεπτές διαθέσεις κ' εξαιρετικές στιγμές δεν μπορεί να κλεισθή στην ακαμψία μιας επιστημονικής διατυπώσεως ή ενός θεολογικού δόγματος. Στην ψυχή μιλεί η Τέχνη και η ψυχή μπορεί να γίνη η φυλακή του μυαλού, όπως και του κορμιού. Δεν πρέπει φυσικά να είναι κανείς προκατειλημμένος· μα, καθώς κάποιος μεγάλος είπε προ εκατό χρόνων, σε τέτοια ζητήματα του καθενός χρέος είναι να έχη προτιμήσεις· κι όταν κανείς έχει προτιμήσεις παύει να είναι αμερόληπτος. Μονάχα ένας κήρυκας δημοπρασίας μπορεί εξίσου κι αμερόληπτα να θαυμάζη όλες τις Σχολές της Τέχνης. Όχι, η αμεροληψία δεν είναι καμμιά από τις ιδιότητες του αληθινού κριτικού. Ούτε καν είναι κανένας όρος της κριτικής. Καθεμία, της Τέχνης μορφή, με την οποίαν ερχόμεθα σε συνάφεια, μας υποδουλώνει για μια στιγμή αποκλείοντας κάθε άλλη μορφή. Πρέπει ν' αφιερωθούμεν αποκλειστικά στο έργο για το οποίο πρόκειται, οποιοδήποτε κι αν είναι, εάν θέλουμε να μάθουμε το μυστικό του. Πρέπει προσωρινά να μη σκεφθούμε για τίποτε άλλο, και δεν μπορούμε πράγματι να σκεφθούμε για τίποτε άλλο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ο αληθινός κριτικός πρέπει να είναι λογικός οπωσδήποτε, δεν είν' έτσι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Λογικός; Δυο τρόποι υπάρχουν για να μην αρέση κανενός η Τέχνη, Ερνέστε. Ο ένας είναι να μη του αρέση· κι ο άλλος να του αρέση σύμφωνα με τη λογική. Γιατί η Τέχνη, όπως το ενόησε ο Πλάτων, κι όχι δίχως πόνο, πλάθει στην ψυχή του ακροατή ή του θεατή ένα είδος θείας μανίας. Δεν πηγάζει από την έμπνευση, μα εμπνέει. Δεν είναι το Λογικό η δύναμη που αποτείνεται. Μια φορά κι αγαπά κανείς την Τέχνη, πρέπει να την αγαπά περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο, κ' ενάντια σε τέτοιαν αγάπη, αν άκουε κανείς το λογικό, θα έβλεπε πως θα κατακραύγαζε. Δεν υπάρχει καμμιά λογική στη λατρεία της Ομορφιάς. Είναι παραπολύ μεγαλόπρεπη ώστε να μη μπορή να είναι λογική. Εκείνοι που της ζωής των την κυριαρχούσα νότα αποτελεί θα φαίνονται πάντα στον κόσμο σωστοί οραματισταί.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τότε τουλάχιστο πρέπει ο κριτικός να είναι ειλικρινής.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Λίγη ειλικρίνεια είναι επικίνδυνο πράγμα και πολλή είναι τελείως καταστρεπτική. Ο αληθινός κριτικός θα είναι φυσικά πάντα ειλικρινής στην αφοσίωσή του στην αρχή της Ομορφιάς, αλλά θα ζητή την Ομορφιά σε κάθε εποχή και σε κάθε Σχολή και ποτέ δεν θα επιτρέψη στον εαυτό του να περιορίζεται σε μιαν ωρισμένη συνήθεια σκέψεως ή σ' ένα στερεότυπο τρόπο παρατηρήσεως. Θα μεταχειρισθή πολλές φόρμες και χίλιους τρόπους και πάντα θα έχη την περιέργεια νέων συγκινήσεων και καινούργιων απόψεων. Με συνεχή αλλαγή και μόνο μ' αυτή θα βρη την αληθινή ενότητα. Δεν θα θελήση να γίνη σκλάβος των ιδικών του ιδεών. Γιατί τι είναι ο νους, αν όχι κίνησις στον διανοητικό κύκλο; Η ουσία της σκέψεως, όπως η ουσία της ζωής, είναι η ανάπτυξη. Δεν πρέπει να σε φοβίζουν οι λέξεις, Ερνέστε. Ό,τι οι άνθρωποι ονομάζουν ανειλικρίνεια είναι απλώς μια μέθοδος με την οποίαν μπορούμε να πολλαπλασιάσουμε την προσωπικότητά μας.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Φοβούμαι πως δεν πέτυχα στη διατύπωση των ερωτημάτων μου.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Από τις τρεις ιδιότητες που ανέφερες οι δυο, η ειλικρίνεια κ' η αμεροληψία, ήταν αν όχι καθαρά ηθικές, τουλάχιστον όμως από τα περίχωρα της ηθικής και ο πρώτος όρος της κριτικής είναι ότι ο κριτικός πρέπει να είναι ικανός να διακρίνη ότι ο κύκλος της Τέχνης και ο κύκλος της Ηθικής είναι τέλεια ξέχωροι. Όταν συγχέωνται, έρχεται το χάος ξανά στη μέση. Πολύ συχνά δε συγχέονται τώρα στην Αγγλία, και μολονότι οι νεώτεροι Πουριτανοί μας δεν μπορούν να καταστρέψουν ένα όμορφο πράγμα, ωστόσο με την υπερβολική τους φαγούρα κατορθώνουν και μουντζουρώνουν για μια στιγμή την Ομορφιά. Κυρίως, λυπούμαι να το πω, τέτοιοι άνθρωποι τρέχουν στην εφημερίδα για να εκφράσουν τον εαυτό τους. Λυπούμαι γιατί πολλά ευνοϊκά πράγματα μπορεί να πη κανείς για τη νεώτερη δημοσιογραφία. Δίνοντάς μας τις γνώμες των αμόρφωτων μας κρατεί εις συνάφειαν με την αμάθεια της κοινωνίας. Με το ν' αναγράφη προσεκτικά τα καθημερινά συμβάντα της σύγχρονης ζωής μας δείχνει τι μικρή σημασία που έχουν πράγματι τέτοια συμβάντα. Με το να συζητή αναλλοίωτα τα περιττά μας κάνει να νοιώθουμε ποια πράγματα είναι απαραίτητα για τη μόρφωση και ποια δεν είναι. Αλλά δεν πρέπει να επιτρέπη του ελεεινού Ταρτούφου να σκαρώνη άρθρα για τη νεωτέρα Τέχνη. Όταν το επιτρέπη αυτό, δείχνει τον εαυτό του ανόητο. Τα άρθρα του Ταρτούφου ωστόσο και οι σημειώσεις του Chadband (103) αυτό το καλό έχουν τουλάχιστο· χρησιμεύουν για να δείξουν πόσον εξαιρετικά περιωρισμένος είναι ο χώρος που γύρω του η ηθική και οι ηθικές αξίες έχουν απαίτηση να εξασκούν επίδραση. Η επιστήμη είναι έξω από την ακτίνα της ηθικής, γιατί τα μάτια της είναι στυλωμένα 'πάνω σε αιώνιες αλήθειες. Η Τέχνη είναι έξω από την ακτίνα της ηθικής, γιατί τα μάτια της τα έχει στυλωμένα 'πάνω σε ωραία και αθάνατα πράγματα, που πάντα κι αλλάζουν. Στην ηθική ανήκουν οι κατώτεροι και λιγώτεροι διανοητικοί κύκλοι. Ωστόσο ας τους αφήσουμε να φωνασκούν αυτούς τους Πουριτανούς. Έχουν την κωμική τους όψη. Ποιος μπορεί να κρατηθή από τα γέλοια όταν ένας κοινός εφημεριδογράφος προτείνη σοβαρά να περιορισθούν τα θέματα, που έχει στη διάθεσή του ο καλλιτέχνης; Κάποιος περιορισμός μπορεί να επιβληθή — και θα επιβληθή, ελπίζω, γρήγορα — σε κάμποσους εφημεριδογράφους και εφημερίδες μας. Γιατί μας δίδουν τα γυμνά, χυδαία και συχαμερά γεγονότα της ζωής. Αναγράφουν καθημερινά μ' εξευτελιστικήν αχορτασιά τα κατώτερα εγκλήματα και με την ευσυνειδησία των απαίδευτων μας δίδουν ακριβείς και πεζότατες λεπτομέρειες του τι κάνουν άνθρωποι που δεν εμπνέουν κανέν απολύτως ενδιαφέρον. Αλλά του καλλιτέχνη, που δέχεται τα συμβάντα της ζωής κι όμως τα μεταμορφώνει σε φόρμες ομορφιάς και τα κάνει αγωγούς ελέους ή φόβου και δείχνει το χρώμα και το θαύμα τους και την αληθινή ηθική σημασία τους και κτίζει μ' αυτά έναν κόσμο πραγματικώτερο κι απ' αυτή την πραγματικότητα και υψηλοτέρας και πιο ευγενικής εννοίας, ποιος θα του βάλη περιορισμούς; Όχι οι απόστολοι της νέας αυτής Δημοσιογραφίας, που δεν είναι παρά η παλιά χυδαιότης «γραμμένη πιο πλατειά». Όχι οι απόστολοι του νέου αυτού Πουριτανισμού, που δεν είναι παρά ο κλαυθμυρισμός του υποκριτή, και που και μιλιέται και γράφεται άσχημα. Η απλή ακόμα υπόθεσις γι' αυτό είναι γελοία. Ας αφήσουμε τους φαύλους τούτους κι ας προχωρήσουμε στη συζήτηση για τις καλλιτεχνικές ιδιότητες, που χρειάζεται ο αληθινός κριτικός.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιες είν' αυτές; Πες μου τες εσύ ο ίδιος.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η ιδιοσυγκρασία είναι εκείνο που πρώτα πρώτα χρειάζεται για τον κριτικό — μια ιδιοσυγκρασία μ' εξαιρετικό το αίσθημα του ωραίου κ' εξαιρετικά αισθαντική στις διάφορες εντυπώσεις που μας κάνει το ωραίον. Κάτω από ποιες συνθήκες και με τι μέσα η ιδιοσυγκρασία τούτη πλάθεται στη φυλή ή στο άτομο δεν θα το συζητήσουμε τώρα. Φθάνει να σημειώσουμε ότι είναι υπαρκτή κι ότι εντός μας υπάρχει η αίσθηση του ωραίου, ξέχωρη από τις άλλες αισθήσεις και ψηλότερά τους, ξέχωρη από τη λογική κ' ευγενικώτερης σημασίας, ξέχωρη από την ψυχή και ίσης αξίας, μία αίσθηση που οδηγεί μερικούς στη δημιουργία και άλλους, τα πιο λεπτά πνεύματα, υποθέτω, απλώς στο να ρεμβάζουν διανοητικά. Όμως για να λογαριασθή και γίνη τελεία η αίσθησις αυτή θέλει κάποια μορφή εξαιρετικού περιβάλλοντος. Δίχως αυτό σβύνει από μαρασμό ή ναρκώνεται. Θυμάσαι το αξιολάτρευτο εκείνο κομμάτι, όπου ο Πλάτων περιγράφει πώς ο νεαρός Έλλην πρέπει ν' ανατρέφεται και τόσον επίμονα εξετάζει τη σπουδαιότητα του περιβάλλοντος. Μας λέει πως πρέπει το παιδί να μεγαλώνη μέσα σε όμορφα θεάματα και ακούσματα, έτσι που η ομορφιά των υλικών αντικειμένων να μπορή να ετοιμάζη την ψυχή του για να δεχθή την πνευματικήν ωραιότητα. Ασυναισθήτως και δίχως να ξέρη τον λόγο, θ' αναπτύσση μέσα του τον αληθινόν εκείνον έρωτα του ωραίου, που, όπως ο Πλάτων δεν βαριέται να μας το υπενθυμίζη, είναι ο πραγματικός σκοπός της αγωγής. Σιγά-σιγά θα γεννιέται μέσα του μια τέτοια διάθεση που θα τον οδηγή απλά και φυσικά να διαλέγη το καλό παρά το κακό και απορρίπτοντας το χυδαίο και το αταίριαστο ν' ακολουθή με το λεπτό γούστο του ενστίκτου ό,τι είναι χαριτωμένο και γοητευτικό και αξιέραστο. Στο τέλος στη φυσική του σειρά το γούστο αυτό θα γίνη κριτικό και συνειδητό, αλλά στην αρχή θα υπάρχη απλώς σαν καλλιεργημένο ένστικτο· και «όποιος έλαβε την αληθινή τούτη τη μόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου, με καθαρό και σίγουρο μάτι θ' αντιληφθή τις παραλείψεις και τα σφάλματα στην Τέχνη ή στη Φύση και μ' ένα γούστο, που δεν μπορεί να γελιέται, ενώ επαινεί ό,τι είναι καλό και βρίσκει ευχαρίστηση σ' αυτό και το δέχεται μες στην ψυχή του και γίνετ' έτσι καλός κ' ευγενικός, θα κατηγορή δίκαια και θα μισή το κακό τώρα στις ημέρες της νειότης του και προτού ακόμα να μπορή να ξέρη το γιατί». Έτσι, όταν αργότερα αναπτυχθή μέσα του το κριτικό και αυτοσυνείδητο πνεύμα, «θα το αναγνωρίση και θα το χαιρετίση σαν ένα φίλο, στον οποίον η μόρφωσή του προ πολλού τον είχε γνωρίσει». Είναι σχεδόν περιττό να σου το πω, Ερνέστε, πόσο εμείς στην Αγγλία μείναμε μακριά απ' αυτό το ιδανικό, και φαντάζομαι το χαμόγελο που θα φώτιζε το γυαλιστερό πρόσωπο του Φιλισταίου, αν τολμούσε κανένας να του υποβάλη ότι ο αληθινός σκοπός της αγωγής είναι η αγάπη του ωραίου και ότι τα μέσα, με τα οποία έπρεπε να εργάζεται η αγωγή, είναι η ανάπτυξη της ιδιοσυγκρασίας, η καλλιέργεια του γούστου και η δημιουργία του κριτικού πνεύματος.

Ωστόσο και σ' εμάς ακόμη αφήκαν να μείνη κάποια γοητεία περιβάλλοντος και η κουταμάρα των παιδονόμων και των καθηγητών δεν έχει να κάνη τίποτε, όταν μπορή κανείς και χαζεύη στα γκρίζα μοναστήρια του Magdalen (104) κι ακούη ψαλμωδίες σαν με φωνή φλάουτου στο παρεκκλήσι του Waynfleete ή ξαπλώνεται στο πράσινο λειβάδι ανάμεσα στα παράξενα ασπρολούλουδα, τα κατάστικτα απ' του σαλιγκαριού τις γυαλιστερές ασημοκλωστές και παρατηρή πως το ηλιοφρυμμένο καταμεσήμερο κτυπά και γυαλίζουν σαν από το πιο φίνο χρυσάφι οι χρυσωμένοι ανεμοδείκτες του Κάστρου, ή πλανιέται στη σκάλα της Εκκλησίας του Χριστού κάτω από του θόλου τις σκιερές καμάρες ή περνά από τη λαξεμένη σ' αγάλματα Πύλη του Κτιρίου Laud στο Κολλέγιο του Άγ. Γιάννη. Και δεν είναι μονάχα στην Οξφόρδη ή στο Καίμπριτζ που μπορεί να μορφώνεται να καλλιεργήται, ή να τελειοποιήται η καλαισθησία. Σ' όλη πέρα πέρα την Αγγλία παρατηρείται μια Αναγέννησις των διακοσμητικών τεχνών. Η ασχήμια είχε κι αυτή κάποτε την εποχή της. Ακόμα και στα πλουσιόσπιτα βλέπεις γούστο και τα σπίτια των μη πλουσίων έγιναν κομψά, χαριτωμένα και ευχάριστα για κατοικία. Ο Κάλιμπαν, ο κακόμοιρος φωνακλάς Κάλιμπαν, θαρρεί πως, όταν αυτός παύη να μορφάζη σε κάτι, εκείνο παύει πια να υπάρχη. Μα αν δεν κοροϊδεύη πια, ο λόγος είναι ότι αντίκρυσε κοροϊδία πιο λεπτή και τσουχτερή από τη δική του και για μια στιγμή του επιβάλανε σκληρά εκείνη τη σιωπή που έπρεπε για πάντα να του σφραγίση τάσχημα στραβωμένα του χείλη. Ό,τι έγινε ως τώρα περιορίζεται κυρίως στο καθάρισμα του δρόμου. Πάντα πιο δύσκολο είναι να χαλνά κανείς παρά να πλάθη κι όταν ό,τι κανείς χάλασε είναι χυδαιότης κ' ηλιθιότης, η δουλειά για το γκρέμισμα δεν θέλει μονάχα θάρρος, μα και περιφρόνηση. Ωστόσο μου φαίνεται πως το γκρέμισμα προχώρησε αρκετά. Γλυτώσαμε από ό,τι ήταν άσχημο. Τώρα έχομε να πλάσουμε ό,τι είναι όμορφο. Και μολονότι η αποστολή της αισθητικής κινήσεως είναι να τραβήξη τους ανθρώπους στον διανοητικό ρεμβασμό κι όχι να τους οδηγήση στο να δημιουργούν, εν τούτοις, επειδή το δημιουργικό ένστικτο είναι γερό στον Κέλτο κι ο Κέλτος είναι εκείνος που δείχνει το δρόμο προς την Τέχνη, δεν υπάρχει λόγος η παράξενη αυτή Αναγέννησις να μη γίνη σε μελλοντικά χρόνια τόσο περίπου δυνατή στο είδος της, όσο ήταν η Αναγγέννησις της Τέχνης πολλούς αιώνες προτήτερα στις Ιταλικές πόλεις.

Βέβαια για την καλλιέργεια της ιδιοσυγκρασίας πρέπει να στραφούμε στις διακοσμητικές τέχνες, στις τέχνες που μας συγκινούν, όχι σ' όσες μας διδάσκουν. Τις νεώτερες ζωγραφιές είναι ωρισμένως ευχάριστο να τις βλέπη κανείς. Τουλάχιστο μερικές απ' αυτές. Αλλά σχεδόν αδύνατο να ζη κανείς μ' αυτές. Είναι με παραπολλή μαστοριά καμωμένες, παραπολύ δογματικές, παραπολύ διανοητικές. Η σημασία τους είναι ολοφάνερη κ' η μέθοδός τους υπέρ το δέον καθαρά καθωρισμένη. Εξαντλεί κανείς πολύ γρήγορα ό,τι έχουν να πουν και γίνονται έπειτα τόσον ανιαρές όσον οι καθημερινοί σχετικοί του καθενός. Μ' αρέσουν υπερβολικά τα έργα πολλών εμπρεσσιονιστών ζωγράφων Παρισινών και Λοντρέζων. Η λεπτότης και η διάκριση δεν αφήκαν ακόμα τη Σχολή τους. Μερικές κατατάξεις και αρμονίες των μας θυμίζουν την άφθαστη ομορφιά της αθάνατης του Gautier Symphonie en Blanc Majeur, αυτού του άφθαρτου αριστουργήματος χρώματος και μουσικής που μπορεί να υπέβαλε τον τύπο καθώς και τους τίτλους πολλών από τις καλύτερες εικόνες τους. Για μια τάξη που καλοδέχεται τους ανικάνους με προθυμία γεμάτη συμπάθεια και συγχέει το αλλόκοτο με το ωραίο και το πεζό με το αληθινό, είναι εξαιρετικά υπέροχοι. Μπορούν να κάμουν με νιτρικόν οξύ γλυφές που έχουν τη λαμπρότητα επιγραμμάτων, παστέλλα που είναι τόσο γοητευτικά όσον καθετί που είναι παράξενο, κι όσο για τα πορτραίτα των ό,τι και να πουν εναντίον τους οι κοινοί άνθρωποι, κανείς δεν μπορεί ν' αρνηθή ότι έχουν το μοναδικό και θαυμαστό εκείνο θέλγητρο που ανήκει στα έργα που στηρίζονται στον καθαρό μύθο. Ακόμη κ' οι Εμπρεσσιονισταί, ειλικρινείς και φιλόπονοι που είναι, δεν κάνουν. Μ' αρέσουν. Ο λευκός τόνος των με τις ποκιλίες του εις χρώμα λιλά ήτον εποχή για το χρώμα. Μολονότι η στιγμή δεν κάνει τον άνθρωπο, η στιγμή σύγουρα κάνει τον Εμπρεσσιονιστή, και τι δεν μπορεί να ειπωθή για τη στιγμή στην Τέχνη και «της στιγμής το μνημείο», κατά τη φρασεολογία του Rossetti; Είναι όμοια υποβλητικοί. Αν δεν άνοιξαν τα μάτια του τυφλού, έδωκαν τουλάχιστο μεγάλη ενθάρρυνση στους κοντόφθαλμους κ' ενώ οι αρχηγοί των μπορεί να έχουν όλην την απειρία της γεροντικής ηλικίας, οι νέοι των είναι αρκετά φρόνιμοι ώστε να μην είναι ποτέ ευαίσθητοι. Ωστόσο επιμένουν να μεταχειρίζονται τη ζωγραφική ως μέσον αυτοβιογραφίας για τη χρήση των αγραμμάτων και μας ανιστορούνε πάντα με φλυαρία 'πάνω στα χοντρά κανναβόπανά τους τον άχρηστον εαυτό τους και τις άχρηστές των γνώμες και χαλούν με μια χυδαίαν υπερέμφαση εκείνη την ωραία περιφρόνηση της φύσεως, που είναι το καλύτερο και μόνο σεμνό πράγμα που έχουν να δείξουν. Βαριέται κανείς στο τέλος το έργο των ατόμων, που η ατομικότης των είναι πολυθόρυβη και γενικά δίχως κανέν ενδιαφέρον. Περισσότερα μπορεί να πη κανένας ευνοϊκά για την πιο καινούργια Σχολή του Παρισιού, τους Archaïcistes, όπως λεν τον εαυτό τους, που μη θέλοντας ν' αφήσουν τον καλλιτέχνη ολότελα στο έλεος του καιρού δεν βρίσκουν το ιδανικό της Τέχνης στη σκέτη ατμοσφαιρικήν επήρεια, μα ζητούν τη φανταστικήν ομορφιά του σχεδίου και την ερατεινότητα του ωραίου χρώματος και, απορρίπτοντας τον πληκτικό ρεαλισμό εκείνων που απλώς ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν, προσπαθούν να βλέπουν κάτι που αξίζει και φροντίζουν να το βλέπουν όχι μονάχα με το πραγματικό και φυσικό μάτι, μα και με τα ευγενικώτερα μάτια της ψυχής, που είναι κάτι τόσο πιο πλατύ σε πνευματικήν έκταση όσο πιο λαμπρό για τον καλλιτεχνικό σκοπό. Αυτοί οπωσδήποτε εργάζονται κάτω από τις διακοσμητικές εκείνες, συνθήκες που απαντά η καθεμιά τέχνη για την τελειοποίησή της κ' έχουν το αισθητικόν ένστικτο ικανό να τους κάμη να λυπούνται για τους χυδαίους και κουτούς περιορισμούς της όλως διόλου νεωτεριστικής φόρμας, που έγιναν αιτία της καταστροφής τόσων Εμπρεσσιονιστών. Ακόμη με την τέχνη την καθαρά διακοσμητική πρέπει να ζη κανείς. Απ' όλες μας τις ορατές τέχνες αυτή μόνη πλάθει μέσα μας και διάθεση και ιδιοσυγκρασία. Το σκέτο χρώμα, το αμόλυντο από όποιαν έννοια και άσχετο με οποιαδήποτε ωρισμένη φόρμα, μπορεί να μιλήση στην ψυχή κατά χίλιους τρόπους. Η αρμονία που κατοικεί στις λεπτές αναλογίες των γραμμών και των μαζών καθρεφτίζεται στο μυαλό. Οι επαναλήψεις του προτύπου μας δίνουν ανάπαυση. Τα θαύματα του σχεδίου διεγείρουν τη φαντασία. Στην απλήν ερασμιότητα του υλικού που χρησιμοποιήθηκε υπάρχουν κρυφά στοιχεία μορφωτικά. Ούτε είναι αυτό όλο. Με το να απορρίψη σκόπιμα τη Φύση ως ιδανικό της ομορφιάς καθώς και τη μέθοδο της μιμήσεως του κοινού ζωγράφου η διακοσμητική τέχνη όχι μόνο προετοιμάζει την ψυχή για να δεχθή το αληθινό έργο της φαντασίας, αλλά και αναπτύσσει μέσα της εκείνο το αίσθημα της φόρμας που είναι η βάση της δημιουργικής όσο και της κριτικής προσπάθειας. Γιατί ο πραγματικός τεχνίτης είναι εκείνος που ξεκινάει όχι από το αίσθημα στη φόρμα, αλλά από τη φόρμα στη σκέψη και στο πάθος. Δεν συλλαμβάνει πρώτα μιαν ιδέα και δεν λέει κατόπι στον εαυτό του: «θ' αναπτύξω την ιδέα μου σ' ένα σύνθετο μέτρο από δεκατέσσαρες στίχους», μα εκτιμώντας την ομορφιά της φόρμας του σοννέτου συλλαμβάνει κάποιους ρυθμούς μουσικής και τρόπους ρίμας και η απλή φόρμα του υποβάλλει με τι να το γεμίση και να το κάνη διανοητικά και αισθηματικά τέλειο. Ώρες-ώρες ο κόσμος φωνάζει θορυβωδώς εναντίον κάποιου μάγου καλλιτέχνη ποιητή, γιατί, για να μεταχειρισθούμε τη δική του παλιά κι ανόητη φράση, «δεν λέει τίποτε». Όμως, αν είχε τίποτε να πη, θα τόλεγε, και το αποτέλεσμα θα ήταν οχληρό. Ακριβώς γιατί δεν φέρνει καινούργιο μήνυμα, μπορεί και πλάθει όμορφο έργο. Την έμπνευση την παίρνει από τη φόρμα, και μόνο από τη φόρμα, όπως ταιριάζει σ' ένα καλλιτέχνη, το αληθινό πάθος θα τον ερήμαζε. Ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι χαλασμένο για την τέχνη. Κάθε κακή ποίηση βγαίνει από το αληθινό αίσθημα. Να είναι κανείς φυσικός θα πη να είναι πεζός και να είναι πεζός θα πη να είναι αντικαλλιτεχνικός.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Απορώ αν πράγματι πιστεύης αυτά που λες.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί τάχα ν' απορής; Δεν είναι μονάχα στην τέχνη το σώμα η ψυχή. Σε κάθε κύκλο της ζωής η Μορφή είναι η αρχή των πραγμάτων. Αι ρυθμικαί αρμονικαί κινήσεις στο χορό μεταφέρουν, — ο Πλάτων μας το λέει, — τον ρυθμό και την αρμονία στο νου. Οι τύποι είναι η τροφή της πίστεως, αναφωνεί ο Newman, σε μιαν από τις μεγάλες εκείνες στιγμές της ειλικρινείας που μας κάνουν να θαυμάσωμε και να γνωρίσωμε τον άνθρωπο. Είχε δίκιο, μολονότι δεν ήξερε τι τρομερό δίκιο που είχε. Τα σύμβολα της πίστεως τα πιστεύει ο κόσμος όχι γιατί είναι λογικά, μα γιατί επαναλαμβάνονται. Μάλιστα, η Μορφή είναι το παν. Είναι το μυστικό της ζωής. Βρες έκφραση για έναν πόνο και θα σου είναι αγαπητός. Βρες έκφραση για μια χαρά κ' εντείνεις την έκστασή της. Θέλεις ν' αγαπάς; Κάνε χρήση της Μετανοίας, της Αγάπης κ' οι λέξεις θα πλάσουν τον πόθο, από τον οποίον ο κόσμος φαντάζεται πως πηγάζουν οι λέξεις. Έχεις καμμιάν οδύνη που σου τρώει τα σωθικά; Βαπτίσου στη γλώσσα της Οδύνης, μάθε την προφορά της από τον Πρίγκηπα Άμλετ και τη Βασίλισσα Constance και θα δης ότι η απλή έκφραση είναι τρόπος παρηγοριάς κι ότι η Φόρμα, που είναι η γέννα του πάθους, είναι και ο θάνατος του πόνου. Και για να ξαναγυρίσουμε στη σφαίρα της τέχνης, η Φόρμα πλάθει όχι μονάχα την κριτικήν ιδιοσυγκρασία, αλλά και το αισθητικόν ένστικτο, το αλάθητον εκείνο ένστικτο, που αποκαλύπτει όλα τα πράγματα από την όμορφή τους μεριά. Ξεκίνα από τη λατρεία της φόρμας και κανένα μυστικό δεν είναι στην τέχνη που να μη ξεσκεπασθή, και θυμήσου ότι στην κριτική καθώς στην καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία είναι το παν κι ότι οι Σχολές της τέχνης πρέπει να ταξινομηθούν ιστορικώς όχι σύμφωνα με την εποχή της παραγωγής τους, αλλά σύμφωνα με τις ιδιοσυγκρασίες, στις οποίες αποτείνονται.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η θεωρία σου για την αγωγή είναι τερπνή. Αλλά ποιαν επίδραση ο κριτικός σου θ' ασκή, αφού θα έχη αναπτυχθή σε τέτοιο εξαίσιο περιβάλλον; Πιστεύεις πραγματικά ότι οποιοσδήποτε καλλιτέχνης επηρεάζεται ποτέ από την κριτική;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η επίδραση του κριτικού θα είναι αυτό απλώς το γεγονός της υπάρξεώς του. Θ' αντιπροσωπεύη τον τέλειο τύπο. Σ' αυτόν η διανοητική καλλιέργεια του αιώνος θα ιδή τον εαυτό της πραγματοποιούμενο. Μη γυρεύετε απ' αυτόν να έχη άλλον από την τελειοποίηση του εαυτού του σκοπόν. Η απαίτηση του νου, όπως καλά ειπώθηκε, είναι απλώς να αισθάνεται τον εαυτό του ζωντανό. Ο κριτικός μπορεί πράγματι να θέλη να εξασκή επίδραση, αλλά και τότε δεν θ' αποβλέπη στα άτομα, μα στην εποχή, που θα γυρέψη να την κάνη να έχη συνείδηση του εαυτού της και ν' ανταποκρίνεται, πλάθοντας μέσα της καινούργιες επιθυμίες κι ορέξεις και δανείζοντάς της τη μεγαλύτερη δύναμη της ματιάς του και τις πιο ευγενικές διαθέσεις του. Η σημερινή τέχνη θα τον απασχολή λιγώτερο από την αυριανή και πολύ λιγώτερο από τη χθεσινή, κι όσο γι' αυτόν ή για κείνον που εργάζεται γερά σήμερα τι τους μέλει τους εργατικούς; Κάνουν ό,τι μπορούν, — δεν υπάρχει αμφιβολία, — και γι' αυτό προσφέρουν το χειρότερο που έχουν να δώσουν. Πάντα όπου είναι οι καλύτερες προθέσεις εκεί βγαίνει το χειρότερο έργο. Και χώρια απ' αυτό, αγαπητέ μου Ερνέστε, όταν κανένας φθάση τα σαράντα ή γίνεται μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας ή του Athenaeun Club, είτε αναγνωρίζεται ως λαϊκός μυθιστοριογράφος, του οποίου τα βιβλία είναι σε μεγάλη ζήτηση στους σιδηροδρομικούς σταθμούς του προαστείου, μπορεί κανείς να θέλη να διασκεδάση εκθέτοντάς τον, αλλά δεν μπορεί να έχη την ευχαρίστηση να τον διορθώση. Κι αυτό, τολμώ να ειπώ, είναι η καλή του τύχη, γιατί είμαι βέβαιος πως η μεταρρύθμιση είναι πολύ πιο οδυνηρά εργασία παρά η τιμωρία, — είναι καθαυτό τιμωρία στην πιο σοβαρή και ηθική μορφή της — γεγονός που εξηγεί την τέλειαν αποτυχία μας ως κοινωνία να καλυτερεύσουμε το ενδιαφέρον αυτό φαινόμενον που λέγεται βεβαιωμένος εγκληματίας.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα δεν είναι γεγονός ότι ο ποιητής είναι ο καλύτερος κριτής στην ποίηση και ο ζωγράφος στη ζωγραφική; Κάθε τέχνη πρέπει αρχικά ν' απευθύνεται στον καλλιτέχνη που εργάζεται στην τέχνη αυτή. Οι κρίσεις του θα είναι οι πιο πολύτιμες, ή δεν είν' έτσι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κάθε τέχνη απευθύνεται απλώς στην καλλιτεχνικήν ιδιοσυγκρασία. Η τέχνη δεν αποτείνεται στον ειδικό. Έχει την αξίωσιν ότι είναι παγκόσμια και σ' όλα της τα φανερώματα είναι μία. Πράγματι μακριά από το νάναι αλήθεια το πως ο καλλιτέχνης είναι ο καλύτερος κριτής της τέχνης, όμως ένας αληθινός καλλιτέχνης δεν μπορεί ποτέ να κρίνη τα ξένα έργα και δύσκολα κρίνει τα δικά του. Αυτή η συγκέντρωση της ματιάς, που κάνει τον καλλιτέχνη, περιορίζει με την καθαρήν έντασή της την ικανότητα της λεπτής εκτιμήσεως. Η δημιουργική ενέργεια τον κάνει να τρέχη τυφλά προς τον σκοπό του. Της άμαξάς του oι τροχοί σηκώνουν σύννεφο τη σκόνη γύρω του. Οι θεοί είναι κρυμμένοι ο ένας από τα μάτια του άλλου. Μπορεί να διακρίνουν τους πιστούς των. Αυτό είναι όλο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είπες ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν μπορεί ν' αναγνωρίση την ομορφιά έργου διαφορετικού από το δικό του.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Του είναι αδύνατο αυτό. Ο Wordsworth είδε στον &Ενδυμίονα& (105) μονάχα ένα όμορφο κομμάτι ειδωλολατρείας και ο Shelley με την αποστροφή του στην πραγματικότητα ήταν κουφός στο μήνυμα του Wordsworth, που η φόρμα του τού ήταν αποκρουστική, κι ο Βύρων, ο μεγάλος εκείνος, γεμάτος φωτιά, όμως ατελής άνθρωπος, δεν μπορούσε να εκτιμήση μήτε τον ποιητή του Σύννεφου (106) μήτε τον ποιητή της Λίμνης (107) και το θαύμα του Keats τού ήταν κρυμμένο. Ο ρεαλισμός του Ευριπίδη ήταν μισητός στον Σοφοκλή. Εκείνες οι στάλες των ζεστών δακρύων δεν είχαν μουσική γι' αυτόν. Ο Μίλτων με το αίσθημα που είχε του μεγαλόπρεπου ύφους δεν μπορούσε να καταλάβη τη μέθοδο του Σαίξπηρ, όπως και ο Sir Joshua τη μέθοδο του Gainsborough. Οι κακοί καλλιτέχναι πάντα θαυμάζουν ο ένας του άλλου το έργο. Αυτό, καθώς λένε, σημαίνει πως δεν είναι στενοκέφαλοι, αλλά ελεύθεροι από κάθε προκατάληψη. Όμως ένας αληθινά μεγάλος καλλιτέχνης δεν μπορεί να νοιώση ότι είναι δυνατόν η ζωή να φανερωθή ή η ομορφιά να πλαστουργηθή με συνθήκες διαφορετικές από κείνες που διάλεξε αυτός. Η πλαστουργία όλη της την κριτική δύναμη μεταχειρίζεται στον δικό της κύκλο. Δεν μπορεί να τη μεταχειρισθή σε ξένον κύκλο. Κι αυτό ακριβώς γιατί ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κάνη κάτι που πρέπει να το κρίνη ο ίδιος.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα πιστεύεις πραγματικά αυτό που λες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια, γιατί η δημιουργία περιορίζει, ενώ η
   διανοητική ρέμβη πλαταίνει την ορατή έκταση.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά τι θα πης για την τεχνική; Σίγουρα πως κάθε
   τέχνη έχει τα ξέχωρα τεχνικά της.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, κάθε τέχνη έχει τη γραμματική της και το υλικό της. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο ως προς αυτά και ο κάθε αναρμόδιος ακόμα μπορεί να μη κάνη λάθος. Αλλ' ενώ οι νόμοι, 'πάνω στους οποίους η Τέχνη στέκει, μπορεί να είναι ορισμένοι και θετικοί, για να βρουν όμως την πραγματική τους εφαρμογή πρέπει να τους ψηλώση η φαντασία σε τέτοιο κάλλος, ώστε ο καθένας τους να φαίνεται κι από μια εξαίρεση. Η τεχνική είναι πράγματι προσωπικότης. Γι' αυτό δεν μπορεί ο τεχνίτης να τη διδάξη κι ο μαθητής να τη μάθη, ενώ ο αισθητικός κριτικός μπορεί να τη νοιώση. Για το μεγάλο ποιητή μια μουσική υπάρχει, η δική του. Για το μεγάλο ζωγράφο ένας τρόπος ζωγραφικής υπάρχει, εκείνος που τον μεταχειρίζεται αυτός. Ο αισθητικός κριτικός, και μόνον αυτός, μπορεί να εκτιμήση όλες τις φόρμες κι όλους τους τρόπους. Αυτόν επικαλείται πάντα η Τέχνη.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Νομίζω ότι σου υπέβαλα ως τώρα όλες μου τις
   απορίες. Τώρα πρέπει να παραδεχθώ…

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Α! μη λες πως συμφωνείς μαζί μου. Όταν οι άνθρωποι
   συμφωνούν με μένα, αισθάνομαι πάντα πως πρέπει να έχω το άδικο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Τότε δεν θα σου πω βέβαια αν συμφωνώ μαζί σου ή
   όχι. Αλλά θα σου υποβάλω μιαν άλλην απορία. Μου εξήγησες ότι η
   κριτική είναι δημιουργική τέχνη. Τι μέλλον έχει;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Στην κριτική ανήκει το μέλλον. Το θέμα, που είναι στη διάθεση της δημιουργίας, κάθε μέρα και περιορίζεται περισσότερο σε έκταση και ποικιλία. Η Πρόνοια και ο κ. Walter Besant (108) εξάντλησαν τα ολοφάνερα. Κι αν η δημιουργία θα βαστάξη καιρό ακόμα, μπορεί να βαστάξη μονάχα με τον όρο να γίνη κριτικώτερη απ' ό,τι είναι τώρα. Τις παλιές στράτες και τις σκονισμένες δημοσιές πολύ συχνά τις διάβηκε ο κόσμος. Τα θέλγητρά τους επάλιωσαν κάτω από αργοπατούντα πόδια κ' έχασαν το στοιχείο τους του νεωτερισμού ή της εκπλήξεως, που είναι τόσο ουσιαστικό για τη ρομάντσα. Όποιος θέλει τώρα να μας διεγείρη με το μύθο πρέπει ή να μας δώση ένα τέλεια καινούργιο φόντο ή να μας ξεσκεπάση την ψυχή του ανθρώπου στις εσωτερικώτερες ενέργειές της. Το πρώτο γίνεται για μας προς το παρόν από τον κ. Rudyard Kipling. Όταν γυρίζη κανείς τις σελίδες του έργου του: &Απλές Ιστορίες του Βουνού&, αισθάνεται τον εαυτό του σαν να κάθεται κάτω από μια φοινικιά και να μελετά τη ζωή σε μερικές υπέροχες λάμψεις πεζότητος. Τα ζωηρά χρώματα των παζαριών θαμπώνουν τα μάτια. Οι κατακουρασμένοι της κατωτέρας τάξεως Άγγλο-ινδοί εξαίσια αταίριαστοι με τα τριγύρω τους. Η απλή έλλειψη ύφους από τον διηγούμενο δίδει έναν παράδοξο δημοσιογραφικό ρεαλισμό σε ό,τι μας διηγείται. Από την φιλολογικήν άποψη ο κ. Kipling είναι μια ιδιοφυία που αφίνει πίσω τους αντιπάλους του. Από της ζωής τη μεριά είναι ένας ρεπόρτερ που ξέρει τη χυδαιότητά της καλύτερ' από κάθε άλλον. Ο Dickens εγνώρισε το εξωτερικό και την κωμωδία της. Ο Kipling ξέρει την ουσία και τη σοβαρότητά της. Είναι η πρώτη αυθεντία μας δευτέρας τάξεως που είδε θαυμάσια πράγματα πίσω από την κλειδαρότρυπα, και το φόντο της διηγήσεώς του είναι αληθινό πάντα έργο τέχνης. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση, είχαμε τον Browning, και ο Meredith είναι ανάμεσό μας (109). Αλλά πολύ ακόμα έχει να γίνη στον κύκλο της εσωτερικής μας ενατενίσεως. Κάπου-κάπου λέει ο κόσμος ότι ο μύθος όσο πάει και γίνεται πιο αρρωστιάρικος. Όσον αφορά στην ψυχολογία, ποτέ δεν υπήρξε αρκετά νοσηρή. Απλώς εγγίξαμε την επιφάνεια της ψυχής. Αυτό είναι όλο. Σ' ένα μοναχά φιλντισένιο κύτταρο του μυαλού έχουνε σωρευθή πράγματα πιο θαυμαστά και πιο τρομερά απ' ό,τι ωνειρεύθηκαν όσοι, όπως ο συγγραφεύς του έργου Le Rouge et le Noir (110), γύρεψαν ν' ανιχνεύσουν την ψυχή στα πιο κρυφά της και να κάμουν τη ζωή να ομολογήση τις πιο αγαπητές αμαρτίες της. Ωστόσο υπάρχουν κάποια σύνορα ακόμη και στον αριθμό των ανεξιχνιάστων μυχών και δυνατόν κάποια μεγαλύτερη ανάπτυξη της συνήθειας της εσωτερικής έρευνας ν' αποδειχθή καταστρεπτική για τη δημιουργικήν ικανότητα, στην οποία ζητεί να προμηθεύση φρέσκο υλικό. Εγώ ο ίδιος πάω να πιστέψω ότι η δημιουργία είναι καταδικασμένη. Γεννιέται από μια πολύ πρωτόγονη φυσική ώθηση. Οπωσδήποτε όμως είναι βέβαιον ότι τα θέματα που έχει στη διάθεσή της η δημιουργία πάντα λιγοστεύουν, ενώ τα θέματα της κριτικής περισσεύουν καθημερινώς. Υπάρχουν για τον νου πάντα νέες καταστάσεις και νέες απόψεις. Το χρέος να επιβάλουμε μορφή στο χάος δεν μικραίνει ενόσω ο κόσμος προχωρεί. Ποτέ η Κριτική δεν ήταν τόσον απαραίτητη όσο είναι τώρα. Μ' αυτήν η Ανθρωπότης λαμβάνει γνώσιν του σημείου όπου έχει φθάσει.

Είναι κάμποση ώρα, Ερνέστε, που με ρώτησες τη χρησιμότητα της Κριτικής. Μπορούσες παρόμοια να με είχες ρωτήσει τη χρησιμότητα της σκέψεως. Η Κριτική, όπως είπε ο Arnold, δημιουργεί την διανοητικήν ατμοσφαίραν του αιώνος. Η Κριτική, όπως ελπίζω ότι θα το εξηγήσω κάποτε εγώ ο ίδιος, κάνει το μυαλό λεπτό όργανο. Με το εκπαιδευτικό μας σύστημα φορτώσαμε το μνημονικό με βάρος ασχέτων μεταξύ των γεγονότων και προσπαθήσαμε κοπιαστικά να μεταδώσουμε ό,τι κοπιαστικά μάθαμε. Μαθαίνομε τους ανθρώπους πώς να θυμούνται, δεν τους μαθαίνομε πώς ν' αναπτύσσονται. Καμμιά φορά δεν μας συνέβη να προσπαθήσουμε ν' αναπτύξουμε στο μυαλό μια πιο λεπτή ιδιότητα αντιλήψεως και διακρίσεως. Οι Έλληνες το έκαμαν, κι όταν ερχώμεθα εις επαφήν με το Ελληνικό κριτικό μυαλό δεν μπορεί παρά ν' αντιληφθούμε ότι, ενώ τα θέματά μας είναι απ' όλες τις απόψεις πιο πλατειά κ' έχουν μεγαλύτερη ποικιλία από τα δικά τους, αυτοί είχαν τη μόνη μέθοδο, με την οποία μπορούν να ερμηνευθούν εκείνα. Η Αγγλία ένα πράγμα έκαμε· εφεύρε κ' εγκατέστησε τη Δημοσία Γνώμη, που είναι μια προσπάθεια για να οργανώση την αμάθεια της κοινωνίας και να την υψώση στην αξιοπρέπεια φυσικής δυνάμεως. Όμως η Σοφία έμεινε πάντα κρυμμένη απ' αυτήν. Σαν εξετάσης το Αγγλικό μυαλό ως όργανον σκέψεως, είναι χονδρό και δίχως ανάπτυξη. Το μόνο πράγμα που μπορεί να το εξαγνίση είναι η ανάπτυξη του ενστίκτου της κριτικής.

Η Κριτική με το συγκεντρωτικό της πάλι κάνει δυνατή τη μόρφωση. Παίρνει την οχληρή μάζα του δημιουργικού έργου και τη διυλίζει σε μια πιο φίνα ουσία. Ποιος, που θέλει να κρατήση κάποιο αίσθημα μορφής μέσα του, μπορεί να βγη πέρα ανάμεσα από το τεράστιο πλήθος των βιβλίων που ο κόσμος παρήγαγε, βιβλίων όπου μέσα η σκέψη τραυλίζει και η αμάθεια γαυγίζει; Η κλωστή που θα μας οδηγήση πέρα ως πέρα από τον κουραστικό λαβύρινθο είναι στα χέρια της Κριτικής. Και κάτι περισσότερο μάλιστα· όπου δεν υπάρχουν δοκουμέντα και η ιστορία ή είναι χαμένη ή ποτέ δεν εγράφηκε, η Κριτική μπορεί να ξαναπλάση για μας τα περασμένα από το πιο μικρό απομεινάρι της γλώσσας ή της τέχνης, απαράλλακτα όπως ο επιστήμων μπορεί από ένα λεπτό κόκκαλο ή από το σκέτο αχνάρι ποδαριού να μας ξαναδώση τον φτερωτό δράκοντα ή την τιτάνεια σαύρα που κάποτε σάλεψε τη γη κάτω από το πάτημά της, να βγάλη έξω από τη σπηλιά του τον Μαμούθ ή να κάνη τον Λεβιάθαν να κολυμπήση μια φορά ακόμη, πέρα στην τρομαγμένη θάλασσα. Η προϊστορική ιστορία ανήκει στον φιλόλογο και αρχαιολόγο κριτικό. Σ' αυτόν αποκαλύπτεται η αρχή των πραγμάτων. Τα συνειδητά λείψανα μιας εποχής οδηγούνε σχεδόν πάντα στα στραβά. Μονάχα με τη φιλολογική κριτική μαθαίνομε περισσότερα για τους αιώνες που δεν απόμειναν τίποτε χειρόγραφά τους ιστορικά παρά για κείνους που μας αφήκαν τους από μεμβράνη κυλίνδρους των. Μπορεί να κάμη για μας ό,τι δεν μπορεί ούτε η φυσική ούτε η μεταφυσική. Μπορεί να μας δώση την ακριβή επιστήμη του μυαλού όπως εμορφωνότανε. Μπορεί να κάμη για μας ό,τι μήτε η Ιστορία δεν θα μπορούσε να κάμη. Μπορεί να μας πη τι σκεπτόταν ο άνθρωπος προτού μάθη να γράφη. Με ρώτησες για την επίδραση της Κριτικής. Νομίζω πως σου αποκρίθηκα ως τώρα σ' αυτό σου το ερώτημα· πρέπει όμως να λεχθή και το εξής· η Κριτική μας κάνει κοσμοπολίτες. Η Σχολή του Manchester προσπάθησε να κάμη τους ανθρώπους να νοιώσουν την αδελφοσύνη της ανθρωπότητος, δείχνοντάς τους τα εμπορικά ωφελήματα από την ειρήνη. Ζήτησε να χαμηλώση τον κόσμο ίσαμ' ένα κοινό παζάρι για τον αγοραστή και τον πωλητή. Αποτάθηκε στα κατώτερα ένστικτα κι απότυχε. Οι πόλεμοι ακολούθησαν ο ένας τον άλλον και του εμπόρου η πίστις δεν εμπόδισε τη Γαλλία και τη Γερμανία να πιασθούν σ' αιματηρόν πόλεμο. Είναι άλλοι στην εποχή μας που θέλουν να επικαλούνται απλές αισθηματολογικές συμπάθειες ή τα επιπόλαια δόγματα κανενός αορίστου συστήματος αφηρημένης ηθικής. Έχουν Εταιρίες Ειρήνης τόσον αγαπητές στους αισθηματίες και τις προτάσεις των για άοπλη Διεθνή Διαιτησία, τόσο δημοτικές μεταξύ εκείνων που ποτέ δεν εμελέτησαν την ιστορία. Όμως η απλή αισθηματολογική συμπάθεια δεν αρκεί. Είναι παραπολύ μεταβλητή και παραπολύ στενά σχετίζεται με τα πάθη· κ' ένα συνέδριο διαιτητών, που για το κοινό καλό του γένους θα στερούνται τη δύναμη να πραγματοποιούν τις αποφάσεις των, δεν θα έχη μεγάλη χρησιμότητα. Ένα μόνο πράγμα είναι χειρότερο από την Αδικία κι αυτό είναι το Δίκαιο δίχως το σπαθί του στο χέρι του. Όταν το Δίκαιο δεν είναι Δύναμη, είναι Κακία.

Όχι, το αίσθημα δεν θα μας κάμη κοσμοπολίτες, όπως ακριβώς δεν μπορεί να μας κάμη η μανία του κέρδους. Μόνο με την καλλιέργεια της συνήθειας της διανοητικής κριτικής θα μπορέσουμε να υψωθούμε 'πάνω από τις φυλετικές προλήψεις. Ο Γκαίτε — δεν θα παρεξηγήσετε αυτό που θα σας πω — ήταν ο πιο Γερμανός απ' όλους τους Γερμανούς. Αγαπούσε την πατρίδα του περισσότερο από κάθε άλλον. Ο λαός της του ήταν αγαπητός κι αυτός ήταν οδηγός του. Ωστόσο, όταν η σιδερένια του Ναπολέοντος πτέρνα εποδοπάτησε αμπέλια και χωράφια, τα χείλη του έμειναν άφωνα. «Πώς μπορεί κανείς να γράψη τραγούδια μίσους δίχως να μισή;» είπε στον Eckerman, «και πώς μπορούσα εγώ, που μ' ενδιαφέρει μονάχα ο πολιτισμός κ' η βαρβαρότης, να μισήσω ένα έθνος που είναι από τα πιο πολιτισμένα έθνη της γης και που του χρωστώ ένα τόσο μεγάλο μέρος της δικής μου μορφώσεως;» Αυτή η νότα, που πρώτα ο Γκαίτε την εσήμανε στον νέον κόσμο, θα γίνη, νομίζω, η αφετηρία για τον κοσμοπολιτισμό του μέλλοντος. Η Κριτική θα εκμηδενίση τις φυλετικές προλήψεις, επιμένοντας στο ότι ο νους του ανθρώπου, μ' όλη την ποικιλία των μορφών του, είναι ενιαίος. Όταν έχωμε τον πειρασμό να κάμωμε πόλεμο μ' ένα έθνος, πρέπει να θυμηθούμε ότι ζητούμε να καταστρέψωμε κάποιο στοιχείο του δικού μας πολιτισμού κ' ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του. Εφόσον ο πόλεμος θεωρείται κακός, θα έχη πάντα τη γοητεία του. Όταν τον θεωρήσουμε χυδαίο, τότε θα πάψη να είναι δημοφιλής. Η μεταβολή φυσικά θα γίνη σιγά-σιγά, κ' οι άνθρωποι δεν θα την νοιώσουν. Δεν θα πούνε: «δεν πολεμούμε με τη Γαλλία, γιατί η πρόζα της Γαλλίας είναι τέλεια» αλλά γιατί η πρόζα της Γαλλίας είναι τέλεια δεν θα μισούν τη Γαλλία. Η διανοητική κριτική θα συνδέση την Ευρώπη με δεσμούς πιο στερεούς από κείνους που σφυροκοπάνε ο μπακάλης ή ο αισθηματίας. Θα μας χαρίση την ειρήνη που πηγάζει από τη διανόηση.

Ούτε αυτό είναι το όλον. Η Κριτική, μη αναγνωρίζοντας καμμιά κατάσταση ως τελική και μη θέλοντας να δεθή με τα επιπόλαια συνθήματα φατρίας ή σχολής, πλάθει τη γαλήνια εκείνη φιλοσοφικήν ιδιοσυγκρασία που αγαπά την αλήθεια χάριν της αλήθειας και δεν την αγαπά λιγώτερο με το να ξέρη ότι είναι άφθαστη. Πόσο λίγοι έχουν αυτή την ιδιοσυγκρασία στην Αγγλία κι όμως πόσο τη χρειαζόμαστε! Το Αγγλικό μυαλό είναι πάντα σε φούρια. Το μυαλό της φυλής καταξοδεύτηκε στις ταπεινές και ηλίθιες έριδες δευτέρας τάξεως πολιτικών ή τρίτης τάξεως θεολόγων. Έμενε σ' έναν επιστήμονα να μας δείξη το υπέροχο παράδειγμα εκείνης της «γλυκειάς λογικής», για την οποίαν ωμίλησε τόσο σοφά ο Arnold, κι αλλοίμονο! με τόσο ασήμαντον αποτέλεσμα. Ο συγγραφεύς της &Γενέσεως των ειδών& είχε κάπως τη φιλοσοφικήν ιδιοσυγκρασία. Αν κανείς εξετάση τους συνειθισμένους άμβωνας και βήματα στην Αγγλία, δεν μπορεί να μην αισθανθή την περιφρόνηση του Ιουλιανού ή την αδιαφορία του Montaigne. Μας υποδούλωσαν οι φανατικοί, που η χειρότερη κακία τους είναι η ειλικρίνειά τους. Τίποτε που να μοιάζη το ελεύθερο παιγνίδι του μυαλού δεν είναι πραγματικά γνωστό μεταξύ μας. Οι άνθρωποι φωνάζουν εναντίον των αμαρτωλών κι όμως δεν είναι οι αμαρτωλοί, παρά οι ηλίθιοι, η ντροπή μας. Δεν υπάρχει άλλη αμαρτία εκτός από τη βλακεία.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Α! τι επαναστάτης που είσαι!

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ο καλλιτέχνης κριτικός, όπως ο μυστικιστής, είναι πάντα επαναστάτης. Να είσαι καλός σύμφωνα με τον χυδαίο γνώμονα της καλωσύνης είναι ολοφάνερα κάτι πολύ εύκολο. Απαιτεί απλώς ένα ποσόν ευτελούς τρόμου, κάποιαν έλλειψη φαντασίας, ένα ταπεινό πάθος σεβασμού που χαρακτηρίζει τη μέση τάξη. Η αισθητική είναι ανώτερη της ηθικής. Ανήκει σε μια πιο πνευματική σφαίρα. Να διακρίνης την ομορφιά ενός πράγματος είναι το λεπτότερο σημείο που μπορεί να φθάσουμε. Ακόμη και η αίσθηση του χρώματος είναι σημαντικότερη για την ανάπτυξη του άτομου παρά η αίσθηση του δικαίου και του αδίκου. Η αισθητική έχει πράγματι την ίδια σχέση προς την Ηθική στη σφαίρα της συνειδητής μορφώσεως, όποιαν έχει στον κύκλο του εξωτερικού κόσμου η διαλογή του φύλου προς τη φυσική διαλογή. Η Ηθική, όπως η φυσική διαλογή, κάνει υπαρκτή τη ζωή. Η Αισθητική, όπως η διαλογή του φύλου, κάνει τη ζωή θαυμαστή και αξιολάτρευτη, την γεμίζει με νέες φόρμες και της χαρίζει πρόοδο και ποικιλία και αλλαγή. Κι όταν φθάσουμε στην αληθινή μόρφωση που αποβλέπομε, φθάνομε στην τελειότητα εκείνη που οι άγιοι την ωνειρεύθηκαν, στην τελειότητα εκείνων που τους είναι αδύνατο ν' αμαρτήσουν, όχι γιατί τ' απαρνούνται όλα σαν τους ασκητάς, αλλά γιατί μπορούν να κάμουν καθετί που επιθυμούν δίχως να πειράξουν την ψυχή και δεν μπορούν να επιθυμήσουν τίποτε που να μπορή να βλάψη την ψυχή, γιατί η ψυχή είναι ουσία τόσο θεϊκή ώστε να είναι ικανή να μετατρέπη σε στοιχεία πιο ώριμης πείρας ή πιο λεπτής επιδεκτικότητος ή πιο νέου τρόπου σκέψεως τις πράξεις ή τα πάθη που με τους κοινούς θα ήταν κοινοτοπίες ή με τους απαίδευτους αγένειες ή με τους αισχρούς κακοήθειες. Είναι αυτό επικίνδυνο; Μάλιστα, είναι επικίνδυνο — όλες οι ιδέες, καθώς σου είπα, είναι επικίνδυνες. Όμως η νύχτα είναι κουρασμένη και το φως της λάμπας τρεμοσβύνει. Ωστόσο κάτι ακόμα δεν μπορώ να μη σου το ειπώ. Έλεγες για την Κριτική ότι είναι κάτι τι άγονο. Ο δέκατος ένατος αιών είναι μια καμπή στην ιστορία εξ αιτίας απλώς της εργασίας δύο ανθρώπων, του Δάρβιν και του Ρενάν, του πρώτου κριτικού του Βιβλίου της Φύσεως, του δευτέρου κριτικού των Βίβλων του Θεού. Το να μη αναγνωρίση κανείς τούτο σημαίνει ότι δεν νοιώθει τη σημασία μιας από τις σπουδαιότερες εποχές στην πρόοδο του κόσμου. Η Δημιουργία μένει πάντα πίσω από την εποχή. Η Κριτική είναι εκείνη που μας οδηγεί. Το Πνεύμα της Κριτικής και το Παγκόσμιο Πνεύμα είναι ένα και το αυτό.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και όποιος είναι κάτοχος αυτού του πνεύματος, ή όποιον αυτό το πνεύμα έχει στην κατοχή του, εκείνος, υποθέτω, δεν θα κάμη τίποτε. Δεν είν' έτσι;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όπως η Περσεφόνη, για την οποία μας μίλησε ο Landor (111) όπως η γλυκειά σκεπτική Περσεφόνη, που γύρω στα λευκά πόδια της ανθούνε τασφοδέλια και οι αμάραντοι, θα κάθετ' ευχαριστημένος «στην βαθειάν εκείνη ακινησία, που την οικτείρουν οι θνητοί και την απολαύουν οι θεοί», θα κυττάζη γύρω του τον κόσμο και θα ξέρη το μυστικό του. Κοινωνώντας με θεϊκά πράγματα θα γίνη θεϊκός. Δική του θα είναι η τέλεια ζωή, και μόνο δική του.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Πολλά παράξενα πράγματα μου είπες αυτή τη νύχτα, Γιλβέρτε. Μου είπες ότι πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη κι ότι να μη κάνη τίποτε είναι το πιο δύσκολο απ' όλα τα πράγματα στον κόσμο, ότι κάθε τέχνη είναι ανήθικη και κάθε σκέψη επικίνδυνη· ότι η κριτική είναι πιο δημιουργική από τη δημιουργική εργασία και η πιο υψηλή κριτική είναι εκείνη που αποκαλύπτει στο έργο της Τέχνης ό,τι ο τεχνίτης δεν έβαλ' εκεί μέσα· ότι ακριβώς γιατί δεν μπορεί ένας να κάνη κάτι είναι ο κατάλληλος γι' αυτό κριτής· κι ότι ο αληθινός κριτικός είναι μεροληπτικός, ανειλικρινής κι όχι λογικός. Φίλε μου, είσ' ένας ονειροπόλος.

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, είμ' ένας ονειροπόλος. Γιατί ονειροπόλος είναι εκείνος που μονάχα στο φως του φεγγαριού μπορεί να βρη το δρόμο του κ' η τιμωρία του είναι ότι βλέπει την αυγή πρωτήτερ' απ' όλον τον άλλον κόσμο.

ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η τιμωρία του είπες;

ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κ' η ανταμοιβή του. Μα κύττα, έφεξε πια. Παραμέρισε τα παραπετάσματα κι άνοιξε διάπλατα τα παραθύρια. Τι κρυερός που είναι ο πρωινός αέρας! Το Piccadilly απλώνεται κάτω στα πόδια μας σαν μια μακρυά ασημένια κορδέλλα. Χλωμή πορφυρένια καταχνιά κρέμεται 'πάνω από το Πάρκο κ' οι σκιές των άσπρων σπιτιών είναι κι αυτές πορφυρές. Είναι πολύ αργά τώρα για ύπνο. Πάμε στο Covent Garden να σεργιανίσουμε τα ρόδα. Έλα! και μ' εκούρασε η σκέψη.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΣΚΑΣ
93 of 167
39 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights