Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
ΜΕ ΛΙΓΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΗ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΕ
Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Μέρος I. Πρόσωπα: Γιλβέρτος και Ερνέστος. Σκηνή: Η βιβλιοθήκη ενός σπιτιού στο Piccadilly, που βλέπει το Green Park.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (στο πιάνο). — Αγαπητέ μου Ερνέστε, σαν τι νάναι αυτό
που σε κάνει να γελάς;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. (σηκώνοντας ψηλά τα μάτια). — Γελώ για μια σπουδαία
ιστορία, που μόλις την ετελείωσα σ' αυτόν εδώ τον τόμο των
Αναμνήσεων, που βρήκα πάνω στο τραπέζι σου.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι βιβλίο είναι; Α! το είδα. Δεν το διάβασα όμως
ακόμα. Είναι καλό;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Να, εκεί που έπαιζες εσύ πιάνο, το ξεφύλλισα διασκεδάζοντας, αν και κατά κανόνα δεν μ' αρέσουν τα νεώτερα βιβλία αναμνήσεων. Γράφονται συνήθως από ανθρώπους που ή ξέχασαν τελείως τις αναμνήσεις των, ή δεν έκαναν τίποτε άξιον αναμνήσεως. Αυτό μολαταύτα είναι αναμφιβόλως η σωστή εξήγηση της λαϊκότητός των, γιατί το Εγγλέζικο κοινό πάντα ευχαριστιέται υπερβολικά όταν του μιλή καμμιά μετριότης.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αλήθεια. Το κοινόν είναι θαυμαστό για την επιείκειά του. Συμπαθάει καθετί, εκτός από τη μεγαλοφυία. Μα να σου πω, εμένα μ' αρέσουν όλα τα βιβλία αναμνήσεων. Τα αγαπώ τόσο για τη φόρμα, όσο για το θέμα τους. Στη φιλολογία η απλή περιαυτολογία είναι διασκεδαστική. Αυτή είναι που μας γοητεύει μέσα σε επιστολές τόσο διαφορετικών προσώπων, όπως ο Κικέρων και ο Balzac, ο Flaubert και ο Berlioz (73), ο Μπάυρων και η Madame de Savigny. Όταν την ανταμώνουμε, — και περίεργο που πολύ σπάνια συμβαίνει αυτό —, δεν μπορούμε να μην την καλοδεχτούμε και μήτε που τη ξεχνούμεν εύκολα. Η ανθρωπότης πάντα θ' αγαπάη τον Rousseau, γιατί ξομολογήθηκε τις αμαρτίες του όχι σε κανέναν παπά, μα στον κόσμο. Κ' οι κοιμώμενες νύμφες, που ο Cellini (74) έπλασε από μπρούντζο για το κάστρο του Βασιληά Φραγκίσκου, ο πράσινος μαλαματένιος Περσεύς ακόμα, που εις την ανοικτή Loggia της Φλωρεντίας δείχνει στο φεγγάρι τον φονικόν τρόμο που πέτρωνε τη ζωή, δεν της χάρισαν μεγαλύτερην ευχαρίστηση παρ' όσην εκείν' η αυτοβιογραφία, όπου ο υπέροχος κατεργάρης της Αναγεννήσεως διηγείται την ιστορία της δόξης και της ντροπής του. Οι ιδέες, ο χαρακτήρ, τα κατορθώματα του ανθρώπου λίγο μας ενδιαφέρουν. Μπορεί να είναι σκεπτικιστής όπως ο ευγενικός Sieur de Montaigne, ή άγιος σαν το σκληρό γυιό της Μόνικας (75) όμως, όταν μας λέη τα μυστικά του, μπορεί πάντα να μαγέψη ταυτιά μας για ν' ακούνε και τα χείλη μας για να σωπάνε. Ο τρόπος της σκέψεως που ο Καρδινάλιος Newman (76) τον αντιπροσώπευσε — αν μπορή να ειπωθή τρόπος σκέψεως εκείνος που ζητεί να λύση προβλήματα διανοητικά με την άρνηση της υπεροχής του νου — δεν πρέπει, δεν είναι δυνατον, νομίζω, να ζήση. Μα ο κόσμος ποτέ δεν θα βαρεθή να παρακολουθή εκείνη την ταραγμένη ψυχή στην πρόοδό της από σκοτάδι σε σκοτάδι.
Η μοναχική εκκλησία του Littlemore, όπου «η πνοή της πρωίας είναι υγρή και οι πιστοί λίγοι», θα του είναι πάντ' αγαπητή, κι όποτε οι άνθρωποι ιδούν τη μυγδαλιά ν' ανθίζη πάνω στον τοίχο του Trinity College, θα θυμούνται τον χαριτωμένο φοιτητή, που εις του λουλουδιού τον βέβαιο γυρισμό είδε την προφητεία ότι θάμενε πάντα σιμά στην Άγια Μητέρα (77) των ημερών του, προφητεία που η Πίστη στη σοφία, ή την ανοησία της, δεν άφησε να πραγματοποιηθή. Μάλιστα, η αυτοβιογραφία είναι ακαταμάχητα ελκυστική. Ο καημένος, ο κουτός, ο φαντασμένος ο Secretary Pepys (78) με φλυαρίες άνοιξε το δρόμο του στον κύκλο των Αθανάτων και, ξέροντας πως η αδιακρισία είναι το καλύτερο μέρος της αξίας, πηγαινοέρχεται μεταξύ των (79) ντυμένος εκείνον «τον άλικο χνουδωτό μανδύα με τα χρυσά κουμπιά και το δαντελλωτό σειρίτι», που τόσο του αρέσει να μας τον περιγράφη, με την ησυχία του φλυαρώντας για ευχαρίστηση δική του, μα και για δικό μας γλέντι, σχετικά με το Ινδικό μπλε μεσοφούστανο που αγόρασε της γυναίκας του, ή «τα καλά χοιρινά μεζεδάκια» και το «νόστιμο μοσχαρίσιο φρικασέ a la française» που του άρεσαν πολύ, τις παρτίδες μπιλλιάρδου που έκανε με το Vill Joyce, «το τρέξιμό του πίσω από τις όμορφες», την απαγγελία του από τον Hamlet κάποια Κυριακή, το βιολί που έπαιζε τις καθημερινές, κι άλλα ανόητα και τιποτένια πράγματα. Ακόμα και στην καθημερινή ζωή η περιαυτολογία έχει τα θέλγητρά της. Όταν οι άνθρωποι μας μιλούν γι' άλλους είναι συνήθως λίγο κουτοί. Όταν όμως μας μιλούν για τον εαυτό τους, πάντα σχεδόν είν' ελκυστικοί· και θα ήταν τέλειοι, αν μπορούσε κανείς να τους διέκοπτε όταν άρχιζαν να γίνωνται βαρετοί, με τόσην ευκολία μ' όση κλείνει κανείς ένα βιβλίο που το βαριέται.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είναι πολύ σπουδαίο εκείνο το αν, όπως θάλεγε ο
Touchstone. Μα πιστεύεις λοιπόν σοβαρά ότι ο καθένας θα έπρεπε
να γίνεται ο δικός του Boswell; (80) Τότε τι θα γίνονταν οι
φιλόπονοί μας θησαυρισταί Βίων και Αναμνήσεων;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι γίνηκαν ως τώρα; Είναι η πανούκλα του αιώνος
μας, τίποτε παραπάνω τίποτε παρακάτω. Κάθε μεγάλος άνθρωπος
έχει τώρα τους μαθητάς του και πάντα ο Ιούδας είναι κείνος που
γράφει τη βιογραφία του.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αγαπητέ μου!
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Φοβούμαι πως είν' αλήθεια αυτό που λέω. Άλλοτε συνηθίζαμε ν' αγιάζουμε τους ήρωες. Ο νεωτερισμός είναι να τους εκχυδαΐζουν. Φτηνές εκδόσεις μεγάλων βιβλίων μπορεί νάναι ευχάριστο πράγμα, μα φτηνές εκδόσεις μεγάλων ανδρών είναι τέλεια σιχαμερό.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μπορεί να σε ρωτήσω, Γιλβέρτε, ποιους εννοείς;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! Όλους τους δευτέρας τάξεως litterateurs (81).
Μας έχουν κάνει έφοδο ένα σωρό άνθρωποι που, όταν ο ποιητής ή ο
ζωγράφος πεθαίνη και πάη, έρχονται σπίτι με το νεκροθάφτη και
ξεχνούν πως η μόνη τους δουλειά είναι να καθήσουν βουβοί. Αλλά
δεν πρέπει να γίνη λόγος γι' αυτούς. Αυτοί είναι οι ταφογδύτες
της φιλολογίας. Η σκόνη δίνεται στον ένα και η στάχτη στον
άλλο, μα την ψυχή δεν μπορούν να την φτάσουν. Και τώρα τι
θέλεις να σου παίξω; Chopin ή Dvorak; Θέλεις να σου παίξω μια
φαντασία Dvorak; Συνθέτει παθητικά, παράξενα, χρωματισμένα
πράγματα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· δεν θέλω μουσική τώρ' αυτή τη στιγμή. Είναι
κάτι πολύ αόριστο πράγμα. Ψες που τρώγαμε με τη βαρώνη
Bernstein, μολονότι πολύ γοητευτική γυναίκα, επέμενε να συζητή
για τη μουσική σαν να ήταν κάτι γραμμένο γερμανικά. Τώρα μ'
ό,τι κι αν μοιάζη η μουσική στη φωνή, με χαρά μου το λέω ότι
δεν μοιάζει ούτε στον ελάχιστο βαθμό τα γερμανικά. Είναι κάτι
τύποι πατριωτισμού πράγματι τέλεια εξευτελιστικοί. Όχι,
Γιλβέρτε, σε παρακαλώ μη παίζης πια. Μίλα μου ως που το λεπτό
φως της ημέρας μπη μέσα στην κάμαρα. Υπάρχει κάτι στη φωνή σου
που είναι θαυμαστό.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — (Σηκωνόμενος από το πιάνο). Δεν έχω απόψε διάθεση για κουβέντα. Αληθινά σου λέω. Τι απαίσια που χαμογελάς έτσι! Πού είναι τα σιγάρα; Α! ευχαριστώ. Τι εξαίσιοι αυτοί οι μοναδικοί νάρκισσοι! Φαίνονται σαν καμωμένοι από κεχριμπάρι και καινούριο φίλτινσι. Είναι σαν Ελληνικές αντίκες της καλυτέρας περιόδου. Ποια ιστορία στην εξομολόγηση του γεμάτου τύψεις Ακαδημαϊκού σ' έκανε να γελάσης; Πες μου την. Τώρα, που έπαιξα Chopin, νοιώθω σαν να έκλαψα για αμαρτίες που ποτέ δεν έκανα και σαν να μυρολόγησα πάνω σε τραγικές ιστορίες που δεν ήτανε δικές μου. Η μουσική πάντα μου φαίνεται πως κάνει αυτήν την εντύπωση. Πλάθει για τον καθένα κάτι περασμένα που δεν τα ήξερε ποτέ και τον εμπνέει λύπες που κρυβόταν πίσω από τα δάκρυά του. Μπορώ να φαντασθώ άνθρωπον που να πέρασε μια τελείως πεζή ζωή, που όμως ακούοντας κατά τύχην ένα παράξενο κομμάτι μουσικής ν' ανακάλυψε έξαφνα ότι η ψυχή του, δίχως αυτός να λάβη γνώση, πέρασε φοβερές δοκιμασίες, ένοιωσε τρομερές χαρές, ή άγριους ρομαντικούς έρωτες ή μεγάλες αυταπαρνήσεις. Έλα λοιπόν, πες μου την αυτήν την ιστορία. Θέλω να περάσω την ώρα μου ευχάριστα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! Δεν ξέρω και αν έχη και καμμία σημασία. Μα εγώ νομίζω πως εξηγεί θαυμάσια την αληθινή αξία της συνειθισμένης κριτικής της Τέχνης. Κάποια κυρία, φαίνεται, ρώτησε κάποτε σοβαρά τον γεμάτον τύψεις Ακαδημαϊκόν, όπως τον λες, αν η ξακουστή εικόνα του «Μια ανοιξιάτικη ήμερα στο Whiteley» ή «Περιμένοντας το τελευταίο λεωφορείο», ή κάποιο άλλο τέτοιο θέμα, ζωγραφίστηκε με το χέρι.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κ' έτσι ήταν;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι αδιόρθωτος. Και για να μιλήσουμε σοβαρά, ποια η ωφέλεια της κριτικής της Τέχνης; Γιατί να μην αφίνεται μονάχος κ' ελεύθερος ο καλλιτέχνης να πλάθη καινούριον κόσμο, σαν θέλει κι όχι να ζωγραφίζη τον γνωστό μας κόσμο, που, φαντάζομαι, πόσο θέλαμε τον βαρεθή, αν η τέχνη με το λεπτό της εκλεκτικό πνεύμα και το αβρό της ένστικτο της διαλογής δεν τον εξάγνιζε για μας και δεν τον τελειοποιούσε προς στιγμήν; Μου φαίνεται πως η φαντασία σκορπίζει, ή θάθελε να σκορπίση, γύρω της μοναξιά και ό,τι εργάζεται καλύτερα στη σιωπή και την ερημιά. Γιατί τάχα να πρέπη ο καλλιτέχνης να ενοχλήται από τη διαπεραστική φωνή της κριτικής; Γιατί εκείνοι που δεν μπορούν να δημιουργούν ν' αναλαμβάνουν να εκτιμούνε την δημιουργικήν εργασία; Τι μπορεί να ξέρουν τούτοι για κείνη; Αν η εργασία ενός ανθρώπου εύκολα εννοείται, κάθε εξήγηση είναι περιττή…
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι αν είναι ακατανόητη, κάθε εξήγηση είναι κακή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δεν είπα αυτό.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι όμως έπρεπε να το πης. Σήμερα τόσο λίγα μυστήρια μας έχουν μείνει, ώστε δεν θέλουμε να χωριστούμε ούτε κι από έν' απ' αυτά. Τα μέλη της Browning Society, όπως οι θεολόγοι της Broad Church Party ή οι συγγραφείς της Walter Scott Great Writers Series μου φαίνεται πως περνούν τον καιρό τους πολεμώντας να εξατμίσουν τη θεϊκότητά τους. Εκεί που θαρρούσε κανείς πως ο Browning ήταν μυστικιστής, αυτοί πάσχισαν ν' αποδείξουν ότι δεν ήταν παρά ένας μουγγός. Εκεί που κανένας φανταζόταν πως κάτι είχε να κρύψη, αυτοί αποδείξανε ότι πολύ λίγα πράγματα είχε να μας αποκαλύψη. Αλλά μιλώ τώρα μονάχα για την ασυνάρτητη εργασία του. Εν συνόλω ο άνθρωπος ήταν μεγάλος. Δεν ήταν βέβαια κανένας από τους Ολυμπίους και είχε όλες τις ατέλειες ενός Τιτάνος. Δεν έβλεπε συνολικά, και σπάνια μπορούσε να ψάλλη. Η εργασία του χάλασε με την πάλη, τη βία και τον κόπο και δεν πέρασε από το αίσθημα στη φόρμα, αλλ' από τη σκέψη στο χάος. Μολαταύτα ήταν μεγάλος. Τον είπαν penseur, και πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα σκεπτόταν, και σκεπτόταν μεγαλόφωνα. Όμως δεν τον εγοήτευε η σκέψη, αλλά οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους κινείται η σκέψη. Τη μηχανή αγαπούσε, κι όχι εκείνο που φτιάν' η μηχανή. Η μέθοδος, με την οποίαν ο τρελλός φτάνει στην τρέλλα του, του ήταν τόσον αγαπητή, όσον η πιο υψηλή σοφία του σοφού. Τόσο μάλιστα ο λεπτός μηχανισμός του μυαλού τον εγοήτευε, οπού περιφρονούσε τη γλώσσα ή τη θεωρούσε σαν λειψό όργανο της εκφράσεως. Η ρίμα, εκείνος ο εξαίσιος ήχος που εις της Μούσας τον κοίλο λόφο δημιουργεί τον εαυτό του κι απαντά στην ίδια του φωνή· η ρίμα που εις τα χέρια του αληθινού καλλιτέχνη γίνεται όχι απλώς υλικό στοιχείο της ομορφιάς του μέτρου, μα και πνευματικό στοιχείο της σκέψεως και του πάθους, ξυπνώντας νέες, μπορεί, διαθέσεις ή ταράζοντας καινούρια πομπή ιδεών ή ανοίγοντας μ' απλή γλύκα κ' υποβολή φωνής καμμιά χρυσόπορτα που κι αυτή ακόμα η φαντασία του κάκου την είχε κρούσει· η ρίμα, που μπορεί του ανθρώπου τη φωνή να την μεταβάλη σε θεϊκή λαλιά· η ρίμα, η μόνη χορδή που προσθέσαμε στην Ελληνική λύρα, στα χέρια του Robert Browning γίνηκε έν' αλλόκοτο, άμορφο πράγμα, που κάπου-κάπου τον έκανε να μεταμορφώνεται στην ποίηση σαν κανένας ταπεινός κοσμικός και με τη γλώσσα φουσκώνοντας το μάγουλο ν' ανεβαίνη πολύ συχνά τον Πήγασο. Είναι στιγμές όπου μας πληγώνει με μια τερατώδη μουσική. Ναι, κι όταν μόνο σπάζοντας τις χορδές της λύρας του μπορή να βγάζη μουσική, την σπάζει και κροτούνε παράφωνα, και καμμιά φορά Αθηναϊκός τέττιξ βγάζοντας μελωδία από τρέμουλα φτερά δεν κάθεται πάνω στο φίλντισι για να κάνη την κίνηση τέλεια ή λιγώτερο τραχύ το διάλειμμα. Ωστόσο ήταν μεγάλος. Και μολονότι τη γλώσσα την μετέβαλε σε περιφρονημένο πηλό, όμως έπλασε άντρες και γυναίκες, όπου ζούνε. Είναι το πιο Σαιξπήρειο πλάσμα από τον καιρό του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ μπορούσε να ψάλλη με μυριάδες χείλη, ο Browning μπορούσε να τραυλίζη με χιλιάδες στόματα. Και τώρ' ακόμα τη στιγμή που μιλώ — και μιλώ όχι εναντίον του, αλλά ευνοϊκά γι' αυτόν — γλιστρά μέσα στην κάμαρα το κοπάδι των προσώπων που έπλασε. Να, εκεί σέρνεται ο Fra Lippο Lippi με το μάγουλ' ακόμ' αναμμένο από το ζεστό κάποιας κοπέλλας φιλί. Εκεί στέκει ο φοβερός Saul με ταρχοντικά ζαφείρια που λαμπυρίζουν στο σαρίκι του. Εκεί είναι ο Mildred Tresham κι ο Ισπανός καλόγερος κιτρινισμένος από μίσος και χολή και ο Blougram κι ο Ben Ezra και ο επίσκοπος του St. Praxed. Ο τζουτζές του Setebos (82) τραυλίζει στην κόγχη κι ο Sebald, ακούοντας την Pippa να περνά δίπλα, κυττάζει το άγριο πρόσωπο της Ottima και τη σιχαίνεται και σιχαίνεται τη δική του αμαρτία και τον εαυτό του. Ωχρός σαν το λευκό ατλάζι του γιλέκου του ο μελαγχολικός βασιληάς παρατηρεί με ρεμβώδη επίβουλα μάτια τον παραπολύ φιλόνομο Strafford να προχωρή προς το μοιραίο του τέλος. Κι ο Ανδρέας ανατριχιάζει ακούοντας τα κουνούπια να βουΐζουν στον κήπο και προστάζει την ίδια του γυναίκα να κατέβη κάτω. — Μάλιστα, ο Browning ήταν μεγάλος. Και σαν τι θα τον θυμάται ο κόσμος; Σαν ποιητή; Ά! όχι σαν ποιητή! Θα τον θυμούνται σαν μυθιστοριογράφο, σαν το μεγαλύτερο ίσως μυθιστοριογράφο απ' όσους είχαμε. Η αίσθησή του της δραματικής τοποθετήσεως ήταν ασύγκριτη, κι αν δεν μπορούσε να λύση τα δικά του προβλήματα, μπορούσε τουλάχιστο να προτείνη προβλήματα· και τι περισσότερο πρέπει ένας καλλιτέχνης να κάμη; Αν τον πάρουμε σαν πλάστη χαρακτήρων, έρχεται δεύτερος στη σειρά ύστερ' από το δημιουργό του Hamlet. Αν ήταν και στο λόγο δυνατός, ίσως θα κάθονταν στο πλάι του. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να του εγγίση την άκρη του μανδύα του είναι ο George Meredith. Ο Meredith είναι ο Browning της πρόζας. Το ίδιο είναι και ο Browning κατ' ουσίαν. Μεταχειρίστηκε την ποίηση σαν μέσο για να γράψη πρόζα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κάποια αλήθεια υπάρχει σ' αυτά που λες, μα δεν είναι όλ' η αλήθεια. Σε πολλά σημεία έχεις άδικο.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι δύσκολο να μην είναι κανένας άδικος σ' ό,τι αγαπά. Μα ας ξαναγυρίσουμε τώρα εκεί που είχαμε καταλήξει. Τι έλεγες;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Απλούστατα, ότι στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν υπήρχαν τεχνοκρίτες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μου φαίνεται πως άκουσα αυτή την παρατήρηση πρωτήτερα, Ερνέστε. Έχει όλη τη ζωτικότητα μιας πλάνης κι όλη την οχληρότητα παληού φίλου.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είν' αλήθεια. Μάλιστα, δεν είναι ανάγκη να κουνάς το κεφάλι σου έτσι ιδιότροπα. Είναι πολύ σωστή η παρατήρηση. Στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν ήταν τεχνοκρίτες. Ο γλύπτης εσκάλιζε στον όγκο του μαρμάρου τον μεγάλο με τα κάτασπρα μέλη Ερμή, που εκοιμόταν εκεί μέσα. Οι προπλάστες κ' οι χρυσωτές εικόνων έδιναν τόνο και υφή στο άγαλμα, κι ο κόσμος, όταν το έβλεπε, το ελάτρευε κ' εβουβαίνονταν. Έχυνε τον αναλυμένο μπρούντζο στο καλούπι του άμμου και το ποτάμι του κόκκινου μετάλλου επάγωνε σε καμπύλες ευγενικές κ' έπαιρνε τον τύπο θεϊκού κορμιού. Με σμάλτο ή στιλβωμένα πετράδια έδιν' ανάβλεμμα στα δίχως δράση μάτια. Τα σαν υάκινθος (83) σγουρά μαλλιά κυμάτιζαν κάτω από τη σμίλη του. Κι όταν σε κανένα σκοτεινό ζωγραφισμένο ναό ή σε καμμιά πολύστηλη ηλιοφώτιστη στοά ο γυιός της Λητώς στήθηκε πάνω στανάβαθρό του, όσοι περνούσαν σιμά, περνώντας αβρά μέσ' από τον λαμπρότατο γύρω αιθέρα (διά λαμπροτάτου βαίνοντες αβρώς αιθέρος) (84) ένοιωθαν μια καινούργια επίδραση να πλημμυρίζη τις ζωές του και σαν όνειρο ή με το αίσθημα αλλόκοτης και ζωντανής χαράς πήγαιναν σπίτια τους ή στην καθημερινή τους εργασία ή πλανιόνταν ίσως έξω από τις πύλες της πόλεως στο νυμφοσύχναστο εκείνο λειβάδι, όπου ο νεαρός Φαίδρος έπλενε τα πόδια του, και ξαπλώνοντας απάνω στο μαλακό χορτάρι και κάτω από τα ψηλά ανεμόδαρτα πλατάνια και τανθισμένα agnus castus άρχιζαν να μελετούν το θαύμα της ομορφιάς και σώπαιναν σαν μουγγοί μ' έν' ασυνήθιστο φόβο. Εκείνη την εποχή ο καλλιτέχνης ήταν ελεύθερος. Από τη ρεμματιά έπαιρνε τον λεπτό πηλό στα δάκτυλά του και μ' ένα μικρό εργαλείο από ξύλο ή κόκκαλο το μεταμόρφωνε σε φόρμες τόσον εξαίσιες, οπού οι άνθρωποι τις έδιναν σαν αθύρματα στους νεκρούς και τα βρίσκουμε και τώρα στους σκονισμένους τάφους, απάνω στην κίτρινη βουνοπλαγιά της Τανάγρας, με τωχρό χρυσό και τη σβυνάμενη πορφύρα, που μένουν χρονοτριβώντας λίγον καιρό ακόμα στα μαλλιά, στα χείλη, στη φορεσιά. Πάνω σε τοίχο φρεσκοπλαστρωμένο και βαμμένο με λαμπερό κόκκινον άμμο ή μίγμα γάλακτος και κρόκου, ζωγράφιζε κάποια που πατούσε με κουρασμένα πόδια τους άλικους και μ' άσπρα λουλούδια αστροκέντητους ασφοδελώνες, κάποια «που εις τα ματόκλαδά της, απλώνονταν όλος ο Τρωικός πόλεμος», την Πολυξένη, τη θυγατέρα του Πριάμου, ή παράσταινε τον Οδυσσέα, τον συνετό και πολυμήχανο, δεμένο με γερά σχοινιά στο κατάρτι του πλοίου για να μπορή ν' ακούη δίχως πειρασμό το άσμα των Σειρήνων, ή περιπλανώμενον πλάι στο καθαρό ποτάμι του Αχέροντα, όπου φαντάσματα ψαριών γλυστρούσαν κάτω στη χαλικόστρωτη κοίτη, ή έδειχνε τους Πέρσες με περικεφαλαίες και περικνημίδες να κυνηγιούνται από τους Έλληνες στον Μαραθώνα, ή τις τριήρεις να κροτούν με τα χάλκινα έμβολά τους στη μικρή της Σαλαμίνας θάλασσα. Σχεδίαζε με μυτερό ασήμι και κάρβουνο πάνω στην περγαμηνή και την αργασμένη κέδρο. Και σε φίλντισι απάνω και ροδόχρωμη τερρακότα ζωγράφιζε με κερί, λυώνοντάς το πρώτα σε χυμόν από εληές και στερεώνοντάς το ύστερα με ζεσταμένο σίδερο. Το λεπτοπελεκημένο ξύλο, το μάρμαρο, το λινό κανναβόπανο γέμιζαν θαύματα, όταν το πινέλο του περνούσε χαϊδευτικά από πάνω τους· κ' η ζωή βλέποντας την ίδια της εικόνα σώπαινε, μη τολμώντας να μιλήση. Κάθε ζωή ήτανε δική του πράγματι· από τους εμπόρους που κάθονταν στην αγορά ως τον κουκουλωμένο στην κάππα του βοσκό του βουνού, από τη νύμφη την κρυμμένη ανάμεσα στις δάφνες και τον φαύνο που έπαιζε το σουραύλι καταμεσήμερα ίσαμε τον βασιληά που μέσα σε μακρουλό φορείο με πράσινα παραπετάσματα τον έφερναν δούλοι πάνω σε λαμπυρίζοντας από το λάδι ώμους και τον ανέμιζαν με ριπίδια από φτερά παγωνιού. Άντρες και γυναίκες με τη χαρά ή τη λύπη στο πρόσωπό τους περνούσαν από μπροστά του. Τους εκύτταζε και το μυστικό τους ήταν δικό του πια. Με τη φόρμα και το χρώμα εξανάπλαθε έναν κόσμο.
Όλες οι άλλες τέχνες ήταν το ίδιο δικές του. Αυτός κρατούσε τα πετράδια γύρω στο στρεφόμενο δίσκο κι ο αμέθυστος γινόταν το άλικο κλινάρι του Άδωνι και πάνω στον φλεβοχρωματισμένον αχάτη περνούσε τρεχάτη η Άρτεμις με τα λαγωνικά της. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε τριαντάφυλλα και τάσμιγε κατόπιν για να φκιάση περιδέραιο ή βραχιόλι. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε στεφάνια για του νικητή το κράνος ή σε σχήμα φοινικιάς για τη χλαμύδα της Τύρου, ή σε μάσκες για τους βασιλικούς νεκρούς. Στο πίσω του ασημένιου καθρέφτη χάραζε την Θέτιδα γεννημένη από τις Νηρηίδες ή την ερωτοκτυπημένη Φαίδρα με την τροφό της, ή την Περσεφόνη που βαργεμένη από το να θυμάται εκάρφωνε παπαρούνες στα μαλλιά της. Ο αγγειοπλάστης καθόταν στο καλύβι του και σαν λουλούδι από το σιωπηλό τροχό το αγγείο έβγαινε μέσα στα χέρια του. Στόλιζε τη βάση και τον κορμό και τις άκρες με ομοίωμα λεπτού φύλλου εληάς ή πολύκλωνον αγκαθιού ή καμπυλωτού κι αφροστεφανωμένου κύματος. Έπειτα με μαύρο ή κόκκινο χρώμα ζωγράφιζε εφήβους παλαιστάς ή δρομείς· ιππείς πάνοπλους μ' αλλόκοτες οικοσημασμένες ασπίδες και παράξενες προσωπίδες, ενώ καβαλλίκευαν από κοχυλωτό άρμα άλογα ολόρθα στα πισινά τους πόδια· τους θεούς καθισμένους σε συμπόσιο ή κάνοντας θαύματα· τους ήρωες με τους θριάμβους ή τους πόνους των. Κάποτε χάραζε με λεπτές άλικες γραμμές σε άσπρο φόντο τον αποχαυνωμένο νιόνυφο με τη νέα του γυναίκα και τον Έρωτα φτερουγίζοντα γύρω τους — έναν Έρωτα σαν έν' από τους αγγέλους του Donatello —, ένα πλασματάκι γελαστό με χρυσωμένα ή μπλε φτερά. Και στην κυρτή πλευρά έγραφε τόνομα του φίλου του. Το ΚΑΛΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ή ΚΑΛΟΣ ΧΑΡΜΙΔΗΣ μας λέει την ιστορία της εποχής του. Το ίδιο στη στεφάνη του ανοικτού κυπέλλου εσκίτσαρε το λάφι στη βοσκή του ή το λεοντάρι στην ησυχία του, όπως η φαντασία του θα το ήθελε. Από το λεπτεπίλεπτο μπουκαλάκι της μυρουδιάς χαμογελούσε η Αφροδίτη για την τουαλέττα της και μ' ολόγυμνον Μαινάδιον συντροφιά ο Διόνυσος χόρευε, με τα πόδια γυμνά και μες στο μούστο βαμμένα, γύρω στην κανάτα του κρασιού, εκεί που σαν Σάτυρος ο γέρω-Σειληνός κυλιόταν πάνω στα φουσκωμένα ασκιά ή κουνούσε κείνο το μαγικό σπαθί, που είχε στην άκρη ένα τριμμένο κώνον ελάτου και τη λαβή στεφανωμένη με μουχρό κισσό. Και κανένας δεν ερχόταν να ταράξη τον καλλιτέχνη στην εργασία του. Καμμιά ανεύθυνη φλυαρία δεν τον ανησυχούσε. Δεν βασανίζονταν με γνώμες. Δίπλα στον Ιλισσό, λέει κάπου ο Arnold, δεν ήταν κανένας Higginbotham. Κοντά στον Ιλισσό, αγαπητέ μου Γιλβέρτε, δεν γίνονταν ανόητα συνέδρια για την Τέχνη, που να κουβαλούν επαρχιωτισμό στις επαρχίες και να μαθαίνουν τις μετριότητες πώς να γαυγύζουν. Σιμά στον Ιλισσό δεν ήταν οχληρές εφημερίδες για την τέχνη, όπου μέσα να φλυαρούν μπακάληδες για ό,τι δεν νοιώθουν. Στους καλαμοφυτεμμένους όχθους της μικρής εκείνης ρεμματιάς δεν επόζαρε γελοία δημοσιογραφία που νάχη το μονοπώλιο της κριτικής καθέδρας, ενώ έπρεπε ν' απολογιέται στην έδρα του κατηγορουμένου. Οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ερνέστε, είσαι πολύ διασκεδαστικός, αλλά οι θεωρίες σου είναι εντελώς σάπιες. Φοβούμαι πως θ' άκουες κανένα μεγαλύτερό σου, όταν κουβέντιαζε γι' αυτά. Αυτό πάντα είναι επικίνδυνο κι αν το αφήσης να εκφυλισθή σε συνήθεια, θα δης ότι είναι ολότελα καταστρεπτικό για τη διανοητική ανάπτυξη. Όσο για τη νέα δημοσιογραφία, δεν είναι δουλειά δική μου να την υπερασπισθώ. Δικαιολογεί την ύπαρξή της με τη μεγάλην αρχή του Δαρβίνου της επιβιώσεως του χυδαιοτέρου. Εμένα μ' ενδιαφέρει μονάχα η φιλολογία.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα ποια είναι η διαφορά δημοσιογραφίας και φιλολογίας;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! η δημοσιογραφία δεν είναι για διάβασμα κ' η φιλολογία δεν διαβάζεται. Αυτό είναι όλο. Όσο για κείνο όμως που είπες ότι οι Έλληνες δεν είχαν κριτικούς της Τέχνης, αυτό σε βεβαιώ είναι μεγάλη πλάνη, θα ήταν πιο σωστό νάλεγες πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια, έθνος τεχνοκριτών. Αλλά δεν θέλω να σου χαλάσω την ηδονικήν αναληθή εικόνα, που μου ζωγράφισες, της σχέσεως του Έλληνος καλλιτέχνη με τη διανοητικότητα της εποχής του. Δεν είναι απλώς η καθαυτό ασχολία του ιστορικού το να δίνη μίαν ακριβή περιγραφή του ό,τι δεν έχει συμβή, αλλά και το αναπαλλοτρίωτο προνόμιο κάθε ανθρώπου μυαλωμένου και μορφωμένου. Ούτε θέλω να μιλήσω σαν σοφός. Η δασκαλική συνδιάλεξη είναι είτε επιτήδευση των αμαθών είτε επάγγελμα των διανοητικά αχρήστων. Όσο για την, που λεν μεταρρυθμιστική συνομιλία, αυτή είναι απλώς η ανόητη μέθοδος, με την οποίαν οι πιο ανόητοι φιλανθρωπισταί πολεμούν αρρωστιάρικα ν' αφοπλίσουν τη δίκαιη κατακραυγή των εγκληματικών τάξεων. Όχι, άσε με να σου παίξω κάτι τι τρελλό άλικο του Dvorak. Οι ωχρές μορφές απάνω στα ταπητουργήματα των τοίχων μας χαμογελούν και τα βαριά ματόκλαδα του μπρούντζινου Ναρκίσσου μου εδιπλώθηκαν για ύπνο.
Ας μη συζητήσουμε τίποτε σοβαρά. Έχω τέλεια συνείδηση του ότι γεννηθήκαμε σ' έναν αιώνα, όπου οι κουτοί μονάχα περνούν για σοβαροί και ζω με τον τρόμο μην παρεξηγηθώ. Μη με ταπεινώνης ίσαμε το επίπεδο να σου δίνω χρήσιμες πληροφορίες. Η εκπαίδευση είναι κάτι θαυμαστό, όμως καλόν είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι τίποτε που αξίζει τη γνώση δεν μπορεί να διδαχθή. Από τις μισοανοιγμένες κουρτίνες του παραθυριού βλέπω το φεγγάρι σαν ένα κομμένο κομμάτι ασήμι. Σαν χρυσωμένα μελίσσια σωρεύονται γύρω του ταστέρια. Ο ουρανός είν' ένας σκληρός κοίλος σάπφειρος. Πάμ' έξω στη νυχτιά. Η σκέψη είναι κάτι θαυμάσιο, όμως η περιπέτεια είναι κάτι πιο θαυμάσιο. Ποιος ξέρει αν δεν μπορή να συναντήσωμε τον Prince Florizel της Βοημίας και ν' ακούσωμε την όμορφη της Κούβας να μας πη πως δεν είναι ό,τι φαίνεται πως είναι; (85)
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι φοβερά απολυταρχικός. Επιμένω να συζητήσουμε το ζήτημα. Είπες πως οι Έλληνες ήταν έθνος από τεχνοκρίτες. Τι κριτική της Τέχνης μας άφησαν;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αγαπητέ μου Ερνέστε, κι αν κ' ένα κομμάτι ακόμα κριτικής της Τέχνης δεν διασώζονταν ίσαμ' εμάς από την εποχή των Ελλήνων ή των Ελληνιστών, πάλι θα ήταν όχι λιγώτερον αληθινό πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών κι ότι αυτοί εφεύραν την κριτική της Τέχνης, όπως εφεύραν την κριτική κάθε άλλου πράγματος. Γιατί, — ποιο επιτέλους είναι το πρώτο μας χρέος στους Έλληνες; Απλούστατα το κριτικό πνεύμα. Κι αυτό το πνεύμα, που το εξασκήσαν σε ζητήματα θρησκευτικά κ' επιστημονικά, ηθικής και μεταφυσικής, πολιτικής και αγωγής, το εξασκήσαν το ίδιο και σε ζητήματα Τέχνης· και πράγματι, των δύο πιο υψηλών και υπερόχων Τεχνών μας άφησαν το πιο στερεό σύστημα κριτικής που είδε ο κόσμος.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιες είναι οι δυο υπέροχες και πιο υψηλές
Τέχνες;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η Ζωή και η Φιλολογία, η ζωή και η τέλεια έκφραση της ζωής. Τις αρχές της πρώτης, όπως τις παραδεχτήκαν οι Έλληνες, δεν μπορεί σχεδόν να τις εκτιμήσουμε σ' έναν αιώνα χαλασμένον από ψεύτικα ιδανικά, όπως είναι τα δικά μας. Οι αρχές της τελευταίας, όπως τις παραδεχτήκαν εκείνοι, είναι τόσο λεπτές καμμιά φορά, που δύσκολα τις νοιώθουμ' εμείς. Αναγνωρίζοντας ότι η πιο τέλεια Τέχνη είν' εκείνη που πιο τέλεια καθρεφτίζει τον άνθρωπο σ' όλες τις άπειρες ποικιλίες του, μαστόρεψαν την κριτική της γλώσσας, μελετημένη στο φως του απλού υλικού εκείνης της Τέχνης, σε τέτοιο βαθμό, που εμείς με το τονικό σύστημά μας της λογικής ή αισθηματικής εμφάσεως πολύ δύσκολα μπορούμε να την φτάσουμε. Μελέτησαν λ. χ. τη μετρική κίνησι της πρόζας τόσον επιστημονικά, όσον επιστημονικά ένας νεώτερος μουσικός μελετά, την αρμονία και τη μελοποιία και, περιττό να το προσθέσω, με πιο λεπτό αισθητικό ένστικτο. Σ' αυτό είχαν δίκηο, όπως σ' όλα είχανε δίκηο. Από την εφεύρεση της τυπογραφίας κ' εδώ και την καταστρεπτική γέννηση του διαβάσματος στης μεσαίες και κατώτερες τάξεις στη χώρα τούτη, μια τάση αναπτύχθηκε στη φιλολογία ν' αποτείνεται όσον πάει και πιώτερο στο μάτι και λιγώτερο πάντα στ' αυτί, που είναι η αίσθηση, την οποίαν από της απόψεως της καθαράς τέχνης έπρεπε να ζητά να ευχαριστή και στους κανόνας της ικανοποιήσεώς της να μένη πιστή. Ακόμα και το έργο του κ. Pater, του καλύτερου γενικά τεχνίτη της Αγγλικής πρόζας που σήμερα πλάθεται γύρω μας, μοιάζει συχνά πιο πολύ κομμάτι μωσαϊκού παρά μουσικού και φαίνεται εδώ κ' εκεί πως του λείπει η αληθινή ρυθμική ζωή των λέξεων, και η ωραία λευτεριά και ο πλούτος της εντυπώσεως, που η τέτοια ρυθμική ζωή κάνει. Εμείς πράγματι τη γραφή την κάναμε έναν ωρισμένον τύπο εκθέσεως και την πήραμε για μια φόρμα δουλεμένου σχεδίου. Οι Έλληνες από το άλλο μέρος τη γραφή την θεωρούσαν απλώς σαν έναν τρόπο χρονογραφίας. Τη δοκιμή την έκαναν πάντα με τον προφορικό λόγο στις μουσικές και μετρικές σχέσεις του. Η φωνή ήταν το μέσον και ταυτί ο κριτικός. Μου έρχεται καμμιά φορά στο νου η σκέψη πως η τύφλωση του Ομήρου μπορεί νάναι πράγματι καλλιτεχνικός μύθος, πλασμένος σε ημέρες που είχε πέραση η κριτική, και χρησιμεύοντας για να μας θυμίζη όχι απλώς ότι ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα ένας προφήτης που βλέπει πιο πολύ με τα μάτια της ψυχής παρά του σώματος, αλλά κι ότι είν' ένας αληθινός ψάλτης, που πλάθει το άσμα του από μουσική, επαναλαβαίνοντας κάθε στίχο πολλές φορές μονάχος στον εαυτό του ώσπου να βρη το μυστικό της μελωδίας του, ψάλλοντας κρυφά τα λόγια που είναι φτερωμένα με φως. Κι αν αυτό είν' έτσι ή αλλοιώς, ασφαλώς όμως στην τύφλωσή του ως αφορμή, αν όχι ως αιτία, χρωστάει ο μεγάλος Άγγλος ποιητής το μεγαλόπρεπο περπάτημα και το φωνητικό μεγαλείο των τελευταίων του στίχων. Όταν ο Μίλτων δεν μπορούσε πια να γράφη, άρχισε να ψάλλη. Ποιος θα σύγκρινε το μέτρο του έργου του C o m u s με τα μέτρα των έργων του S a m s o n A g o n i s t e s, Paradise Lost ή Paradise Regained; Όταν ο Μίλτων τυφλώθηκε, εσύνθετε τα ποιήματά του, όπως και κάθε άλλος έπρεπε να κάνη, με τη φωνή μονάχα κ' έτσι ο αυλός ή το καλάμι της παληάς εποχής έγινε κείνο το όργανο με τις πολλές στάσεις, που η πλούσια ηχηρά μουσική του έχει όλη τη μεγαλοπρέπεια του Ομηρικού στίχου, αν όχι τη γληγοράδα του, και είναι η μια άφθαρτη κληρονομιά της Αγγλικής φιλολογίας που κυριαρχεί σ' όλους τους αιώνες, γιατί τους ξεπερνάει και μένει πάντα μαζί μας, γιατ' είναι αθάνατη στη μορφή. Μάλιστα, το γράψιμο έβλαψε πολύ τους συγγραφείς. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη φωνή. Αυτή πρέπει νάναι ο γνώμονάς μας, κ' ίσως τότε θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε κάποιες από τις λεπτότητες της κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων.
Σήμερα, όπως είναι τα πράγματα, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Κάποτε όταν έγραψα ένα κομμάτι πρόζας, που ήμουν αρκετά μετριόφρων ώστε να το θεωρήσω απολύτως απαλλαγμένο από λάθος, μια τρομερή σκέψη μου πέρασε από το μυαλό, πως μπορούσε να ήμουνα ένοχος της ανήθικης θηλυπρεπείας να μεταχειρίζωμαι τροχαϊκά και τρισβραχέα μέτρα, εγκλήματος, για το οποίον ένας σοφός κριτικός της εποχής του Αυγούστου ελέχχει με παραπολύ δίκαιη αυστηρότητα τον λαμπρόν αν και κάπως παράξενον Ηγεσίαν. Με πιάνει ρίγος ακόμα όταν το σκέπτωμαι, κι απορώ αν το θαυμάσιο ηθικό αποτέλεσμα της πρόζας εκείνου του μάγου συγγραφέως, που κάποτε με πνεύμα αφρόντιστης γενναιοδωρίας προς την αμόρφωτη τάξη της κοινωνίας μας εκήρυξε ότι η διαγωγή είναι τα τρία τέταρτα της ζωής, δεν θα εκμηδενισθή ολότελα από την ανακάλυψη ότι οι paeons δεν είναι καλά βαλμένοι.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Α! τώρα καταντάς πια φλύαρος.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και ποιος δεν θα γινόταν τέτοιος, όταν του λέγαν πως οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες; Μπορώ να το καταλάβω επί τέλους όταν μου ειπούνε πως η δημιουργική ιδιοφυία των Ελλήνων εχάθηκε μέσα στην κριτική, όχι όμως πως η φυλή που της χρωστούμε το κριτικό πνεύμα δεν έκανε κριτική. Μη μου ζητάς να σου δώσω τον απολογισμό της Κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων από τον Πλάτωνα ως τον Πλωτίνον. Η νύκτα είναι τόσον ερατεινή, ώστε να μη μπορή να γίνη αυτό, και το φεγγάρι, αν μας άκουε, θάβαζε περισσότερη στάχτη στα μούτρα του, παρ' όσην έχει τώρα. Όμως θυμήσου μοναχά ένα τέλειο μικρό έργο αισθητικής κριτικής, την Ποιητική του Αριστοτέλη. Δεν είναι τέλειο στη μορφή, γιατί δεν είναι καλογραμμμένο, καμωμένο ίσως από σκόρπιες σημειώσεις για καμμιά τεχνική διάλεξη ή ξέχωρες περικοπές προωρισμένες για κανένα μεγαλύτερο έργο, μα απολύτως τέλειο ως προς την ουσία και την εξέταση του θέματος. Η ηθική επίδραση της Τέχνης, η σπουδαιότης της για τη μόρφωση και η θέση της στη διάπλαση του χαρακτήρος αναπτύχθηκε μια για πάντα από τον Πλάτωνα. Εδώ η Τέχνη εξετάζεται όχι από την ηθική της άποψη, μα από την καθαρά αισθητική της όψη. Ο Πλάτων βέβαια πραγματεύθηκε πολλά τελείως καλλιτεχνικά θέματα, όπως η σημασία της ενότητος σ' ένα έργο Τέχνης, η ανάγκη του τόνου και της αρμονίας, η αισθητική αξία των φαινομένων, η σχέση των ορατών τεχνών με τον εξωτερικόν κόσμο και του μύθου με την πραγματικότητα. Πρώτος ίσως αυτός ξύπνησε στην ψυχή των ανθρώπων την ανεκπλήρωτη ακόμη επιθυμία να γνωρίσουμε τη συνάφεια της Ομορφιάς προς την Αλήθεια και τη θέση του Ωραίου στην ηθική και διανοητική τάξη του Κόσμου. Τα προβλήματα του ιδεαλισμού και του ρεαλισμού, όπως τα εκθέτει, μπορεί να φαίνωνται στους πολλούς δίχως καμμιά συνέπεια στη μεταφυσική σφαίρα της αφηρημένης οντότητος όπου τα τοποθετεί, αλλά μετατόπισέ τα στη σφαίρα της Τέχνης και θα δης πώς πάλι είναι ζωντανά κ' έχουν τη σημασία τους. Μπορεί μάλιστα σαν κριτικός του Ωραίου νάναι προωρισμένος ο Πλάτων να ζη αιώνια, κι αλλάζοντας τόνομα του κύκλου της θεωρίας του μπορεί ν' ανακαλύψουμε μια νέα φιλοσοφία. Αλλά ο Αριστοτέλης, όπως ο Goethe, πραγματεύεται την Τέχνη στις αρχικές συγκεκριμένες εκδηλώσεις της. Παίρνει λ. χ. την τραγωδία, εξετάζει το υλικό που μεταχειρίζεται, δηλ. τη γλώσσα, την υπόθεσή της που είναι η ζωή, τη μέθοδο με την οποίαν εργάζεται, που είναι η δράση, τους όρους κάτω από τους οποίους ξεσκεπάζει τον εαυτό της, που είναι οι όροι της θεατρικής παραστάσεως, τη λογική κατασκευή της που είναι η πλοκή, και τον τελικόν αισθητικό σκοπό της, που είναι ν' αποτείνεται στο αίσθημα του καλού διαμέσου των παθών, του φόβου και του ελέου. Εκείνη η εξάγνιση και πνευματικοποίηση της φύσεως, που την ονομάζει &κάθαρσιν& (86), είναι, όπως είπε ο Goethe, ουσιαστική αισθητική και όχι ηθική, όπως το φαντάσθηκε ο Lessing. Αποβλέποντας πρώτα-πρώτα στην εντύπωση που κάνει ένα έργο Τέχνης, ο Αριστοτέλης φροντίζει ν' αναλύση εκείνη την εντύπωση, να ερευνήση την πηγή της, να ιδή πώς παράγεται. Σαν φυσιολόγος και ψυχολόγος, ξέρει ότι η υγεία μιας λειτουργίας είναι στην ενέργεια. Νάχη κανείς κάποιαν ικανότητα για ένα πάθος και να μη το νοιώθη έχει ως συνέπεια το να μένη ατελής και περιωρισμένος. Το μιμητικό θέαμα της ζωής, που η τραγωδία το παρουσιάζει, καθαρίζει την ψυχή από πολύ «υλικό επικίνδυνο». Και παρασταίνοντας υψηλά κι άξια θέματα για την άσκηση των συναισθημάτων εξαγνίζει και κάνει πνευματικώτερο τον άνθρωπο· και μάλιστα όχι μόνο τον κάνει πνευματικώτερο, μα και τον οδηγεί σε ευγενικά αισθήματα, για τα οποία αλλοιώτικα μπορεί να μην είχε καμμιά ιδέα, γιατί κατά την γνώμην μου η λέξη &κάθαρσις& έχει κάποια σχέση με την ιεροτελεστία της μυήσεως, αν δεν είναι αυτή, όπως φαντάζομαι, η μόνη κι αληθινή της έννοια εδώ. Αυτά φυσικά είναι ένας σκέτος σκελετός του βιβλίου. Αλλά βλέπεις τι τέλειο κομμάτι αισθητικής κριτικής που είναι. Ποιος άλλος πράγματι εκτός από ένα Έλληνα μπορούσε ν' αναλύση έτσι την τέχνη; Ύστερ' από τη μελέτη του βιβλίου αυτού δεν απορεί πια κανένας γιατί η Αλεξάνδρεια αφιερώθηκε τόσον πλατειά στην κριτική της Τέχνης και γιατί βλέπομε σήμερα τις καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες να ερευνούνε κάθε ζήτημα ύφους και τρόπου, να συζητούν για τις μεγάλες Ακαδημείες της ζωγραφικής, όπως λ. χ. για τη Σχολή της Σικυώνος, πού πάσχισε να φυλάξη τις άξιες παραδόσεις της παληάς τεχνοτροπίας ή για τις ρεαλιστικές κ' εμπρεσιονιστικές Σχολές, που αποβλέπανε στο ν' αναπαρασταίνουν τη ζωή ή τα στοιχεία του ιδεαλισμού με πορτραίτα ή την καλλιτεχνικήν αξία της επικής φόρμας σ' έναν αιώνα τόσο νεωτεριστικό, όπως ο δικός των, ή αυτό ακόμα το θέμα του καλλιτέχνη. Πράγματι φοβούμαι ότι οι αντικαλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες της εποχής ασχολήθηκαν το ίδιο με θέματα της φιλολογίας και της Τέχνης, γιατί οι καταγγελίες για λογοκλοπία δεν είχαν τέλος και τέτοιες κατηγορίες πηγάζουνε είτε από τα τερατώδη στόματα εκείνων που μην έχοντας τίποτε δικό τους φαντάζονται πως μπορούν να κερδίσουν φήμη πλουσίων με τις φωνές που βάζουν ότι τάχα τους έκλεψαν. Και σε βεβαιώ, αγαπητέ μου Ερνέστε, ότι οι Έλληνες φλυάρησαν για τους ζωγράφους των, ακριβώς όπως κάνουν σήμερα οι άνθρωποι, και είχαν τις ιδιαίτερες θεωρίες των και τις χρηματικές επιδείξεις των και σωματεία Τεχνών και επαγγελμάτων και το Προρραφαηλικό κίνημά τους και τάσεις προς τον ρεαλισμό κ' έκαναν και διαλέξεις καλλιτεχνικές κ' έγραφαν δοκίμια καλλιτεχνικά κ' έβγαλαν ιστορικούς της Τέχνης κι αρχαιολόγους κι όλα τα σχετικά τους. Ακόμα κ' οι θεατρικοί ιμπρεσσάριοι των θιάσων που περιώδευαν είχανε μαζί τους τούς δραματικούς κριτικούς των, όταν έβγαιναν σε περιοδεία και τους πλήρωναν πολύ καλούς μισθούς για να γράφουν κριτικές για ρεκλάμα. Ό,τι πράγματι είναι νεωτεριστικό στη ζωή μας το χρωστούμε στους Έλληνες. Ό,τι είναι αναχρονισμός οφείλεται στο μεσαιωνισμό. Οι Έλληνες μας έδωκαν ολόκληρο το σύστημα της κριτικής της Τέχνης και πόσο λεπτό ήταν το κριτικό τους ένστικτο το βλέπει κανείς λαβαίνοντας υπ' όψιν ότι το υλικό, που απάνω του έκαναν κριτική, ήταν, όπως είπα παραπάνω, η γλώσσα. Γιατί το υλικό, που μεταχειρίζεται ο ζωγράφος ή ο γλύπτης, είναι ισχνό, αν συγκριθή με το υλικό των λέξεων. Οι λέξεις δεν έχουν μοναχά μουσική γλυκειά σαν της λύρας και της κιθάρας τη μουσική, χρώμα τόσον πλούσιο και ζωηρό όσον εκείνο που κάνει ερατεινή για μας την οθόνη των Βενετών και των Ισπανών, και πλαστικότητα όχι λιγώτερο θετική και ασφαλή από κείνη που παρουσιάζεται στο μάρμαρο ή το μπρούντζο, αλλά και η σκέψη και το πάθος και η πνευματικότης ανήκει σ' αυτές κι αποκλειστικά μάλιστα σ' αυτές. Αν οι Έλληνες έκαναν την κριτική μονάχα της γλώσσας θα ήταν πάλιν οι πιο μεγάλοι τεχνοκρίτες του κόσμου. Η γνώση των αρχών της πιο υψηλής Τέχνης είναι και γνώση των αρχών όλων των τεχνών.
Μα βλέπω ότι το φεγγάρι κρύβεται πίσω από ένα θειαφόχρωμο σύννεφο. Μέσ' από μια μαυρειδερή χαίτη, που αναταράζεται, λαμπυρίζει σαν μάτι λιονταριού. Φοβάται πως θα σου μιλήσω για τον Λουκιανό και τον Λογγίνο, για τον Κουϊντιλιανό και τον Διονύσιο, για τον Πλίνιο και τον Φρόντο και τον Παυσανία· για όλους εκείνους που στον αρχαίο κόσμο έγραψαν ή μίλησαν απάνω σε καλλιτεχνικά ζητήματα. Δεν είν' ανάγκη όμως να φοβάται. Είμαι κουρασμένος από την εκστρατεία μου μέσα στη σκοτεινή ανιαρή άβυσσο των γεγονότων. Τώρα τίποτ' άλλο δεν μου μένει πάρεξ η θεία &μονόχρονος ηδονή& (87) ενός ακόμα σιγάρου. Τα σιγαρέττα τουλάχιστο δεν φέρνουν κόρο.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δοκίμασε ένα από τα δικά μου. Είναι καλύτερα, υποθέτω. Τα παίρνω κατ' ευθείαν από το Κάιρο. Η μόνη χρησιμότης των attachés (88) μας είναι ότι προμηθεύουν στους φίλους των εξαίρετον καπνό. Κι αφού εκρύβηκε ξανά το φεγγάρι, ας μιλήσουμε, λίγο ακόμα. Είμαι σχεδόν έτοιμος να παραδεχθώ πως δεν είχα δίκηο σ' ό,τι έλεγα για τους Έλληνες. Ήταν, όπως είπες, έθνος τεχνοκριτών. Το παραδέχομαι και λυπούμαι λιγάκι για λογαριασμό τους· γιατί το δημιουργικό ταλέντο είναι ανώτερο από το κριτικό. Ούτε μπορεί να γίνη καμμιά σύγκριση μεταξύ τους.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η αντίθεση μεταξύ των είναι ολότελα αυθαίρετη. Δίχως το κριτικό ταλέντο δεν υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία αξία αυτού του ονόματος. Προ ολίγου μίλησες για το λεπτό εκείνο πνεύμα της εκλογής και το αβρό ένστικτο της διαλογής, με τα οποία ο καλλιτέχνης ξετιμάει τη ζωή για μας και της δίνει μια στιγμή την τελειότητα. Λοιπόν εκείνο το πνεύμα το εκλεκτικό, εκείνο το λεπτό τακτ του τι πρέπει να παραλείπεται κάθε φορά είναι πραγματικά το ταλέντο του κριτικού σε μιαν από τις χαρακτηριστικότερες όψεις του και κανένας που δεν έχει το ταλέντο του κριτικού δεν μπορεί να δημιουργήση τίποτε καλλιτεχνικό. Ο ορισμός της φιλολογίας από τον Arnold ότι είναι η κριτική της ζωής δεν ήταν πολύ επιτυχημένος στη διατύπωση, όμως δείχνει πόσο βαθιά εκτιμούσε τη σπουδαιότητα του στοιχείου της κριτικής στη δημιουργικήν εργασία.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Έπρεπε να είχα πη ακόμα ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες εργάζονται δίχως νάχουν συνείδηση της εργασίας των και, όπως κάπου, νομίζω, παρατηρεί ο Emerson, πάντα ήταν «σοφώτεροι απ' ό,τι τους πίστευαν».
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είν' αλήθεια, Ερνέστε. Κάθε λεπτή εργασία φαντασίας είναι συνειδητή και μ' ώριμη σκέψη γινομένη. Κανένας ποιητής δεν τραγουδάει γιατί πρέπει να τραγουδά· τουλάχιστο κανένας μεγάλος ποιητής δεν το κάνει γι' αυτό. Ο μεγάλος ο ποιητής τραγουδάει γιατί θέλει να τραγουδά. Έτσι είναι σήμερα κ' έτσι ήταν πάντα. Καμμιά φορά πάμε να συλλογιστούμε ότι οι φωνές που ακούστηκαν εις τη χαραυγή της ποιήσεως ήταν απλούστερες, δροσερώτερες και φυσικώτερες παρά οι δικές μας κι ότι ο κόσμος, που έβλεπαν οι πρώτοι ποιηταί κι όπου περπατούσαν, είχε κάποιον ξέχωρο ποιητικό χαρακτήρα και μπορούσε δίχως καμμίαν αλλαγή να γίνη τραγούδι. Το χιόνι τώρα κάθεται πυκνό απάνω στον Όλυμπο και οι απόκρημνες κατηφορικές πλαγιές του είναι γυμνές κ' ερημικές, μα κάποτε φανταζόμαστε πως τα ολόλευκα πόδια των Μουσών εσάρωναν πρωί-πρωί τη δροσιά από τις ανεμώνες και κατάβραδα έρχονταν ο Απόλλων να πη τραγούδια στους βοσκούς μες στη λαγκαδιά. Αλλά μ' αυτό δεν κάνουμε τίποτ' άλλο παρά ν' αποδίδουμε σ' άλλους αιώνες ό,τι επιθυμούμε ή νομίζουμε πως επιθυμούμε για το δικό μας αιώνα. Η ιστορική μας αίσθηση είναι στραβή. Κάθε αιών που γεννά ποίηση είναι τεχνητός αιών κ' η εργασία που μας φαίνετ' εμάς ως το φυσικώτατο κι απλούστατο προϊόν της εποχής της είναι πάντα καρπός της πιο συνειδητής προσπαθείας. Πίστεψέ με, Ερνέστε, δεν υπάρχει καμμία Καλή Τέχνη δίχως αυτοσυνειδησία, κι αυτοσυνειδησία ή κριτικό πνεύμα είν' ένα και το αυτό.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Καταλαβαίνω τι θέλεις να πης και βλέπω πως υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτό που λες. Μα ασφαλώς θα παραδεχθής και συ πως τα μεγάλα ποιήματα του αρχαίου κόσμου, τα πρώτα ανώνυμα μαζωμένα ποιήματα, ήταν ο καρπός της φαντασίας των φυλών παρά των ατόμων.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Όχι όταν έγιναν ποίηση. Όχι όταν πήραν μιαν ωραία μορφή. Γιατί δεν υπάρχει Τέχνη όπου δεν υπάρχει ύφος, ούτε ύφος όπου δεν υπάρχει ενότης, κ' η ενότης βγαίνει από το άτομο. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ο Όμηρος είχε να κάμη με παληούς σκοπούς, και ιστορίες, όπως ο Shakespeare είχε ν' αντλήση από χρονικά και δράματα και μυθιστορήματα, μα αυτά ήταν απλώς το πρώτο υλικό. Τα πήρε και τάβαλε στο καλούπι του τραγουδιού. Γίνηκαν δικά του, γιατί αυτός τάκαμε αγαπητά. Ήταν πλασμένα από μουσικήν,
Κ' έτσι δεν ήταν διόλου πλασμένα, γ' αυτό δα για πάντα πλασμένα θα ήταν.
Όσο περισσότερο μελετάει κανείς τη ζωή και τη φιλολογία, τόσο γερά αισθάνεται πως από πίσω από κάθε πράγμα θαυμαστό στέκεται το άτομο, κι ότι δεν κάνει η στιγμή τον άνθρωπο, μα ο άνθρωπος πλάθει την εποχή. Πράγματι πάω να πιστέψω πως κάθε μύθος και θρύλος που μας φαίνεται ότι βγήκε από το Θαύμα ή το φόβο ή τη φαντασία μιας φυλής ή ενός έθνους ήταν στην αρχή του εφεύρεση ενός μονάχα νου. Ο παράξενα περιωρισμένος αριθμός των μύθων μου φαίνεται πως μας οδηγεί σ' αυτό το συμπέρασμα. Μα ας μη πελαγώσουμε τώρα σε ζητήματα συγκριτικής μυθολογίας. Ας κρατήσουμε τη θέση μας στο ζήτημα της κριτικής. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι το εξής. Ένας αιών που δεν έχει κριτική τέχνη είν' ένας αιών, στον οποίον η Τέχνη δεν κινείται κ' είναι ιερατική και περιωρισμένη στην αναπαραγωγή παληών καλουπιών, ή ένας αιών που δεν έχει καμμιά Τέχνη. Πέρασαν αιώνες κριτικής τέχνης που δεν ήτανε δημιουργικοί στην κοινή της λέξεως σημασία, αιώνες οπού το μυαλό του ανθρώπου γύρεψε να τακτοποιήση τους θησαυρούς του θησαυροφυλακίου του, να χωρίση το μάλαμα από το ασήμι και το ασήμι από το μολύβι, να μετρήση ξανά και ξανά τις διαμαντόπετρες και να δώση ονόματα στα μαργαριτάρια. Όμως ποτέ δεν επέρασε αιών δημιουργικός που να μην ήταν και της κριτικής τέχνης αιών. Γιατί η κριτική ικανότης είναι που εφευρίσκει καινούριες φόρμες. Η τάσις της δημιουργίας είναι να επαναλαβαίνη τον εαυτό της. Στο κριτικό ένστικτο χρεωστούμε κάθε νέα Σχολή που βγαίνει στη μέση, κάθε καινούριο καλούπι που η Τέχνη βρίσκει έτοιμο στα χέρια της. Δεν υπάρχει πράγματι και μια φόρμα, που τώρα η τέχνη μεταχειρίζεται, που να μη μας ήρθε από το κριτικό πνεύμα της Αλεξάνδρειας, όπου αυτές οι φόρμες εφευρέθηκαν ή έγιναν στερεότυπες και τελειοποιήθηκαν, όχι μονάχα γιατί εκεί το Ελληνικό πνεύμα έγινε πιο συνειδητό, — και πράγματι στο τέλος εξατμίσθηκε στο σκεπτικισμό και τη θεολογία, — αλλά και γιατί σ' αυτή την πόλη, κι όχι στην Αθήνα, αποτάθηκε η Ρώμη για τα μοντέλα της και με τη διάσωση της Λατινικής έζησαν τα γράμματα κ' οι Τέχνες. Όταν στον καιρό της Αναγεννήσεως η Ελληνική φιλολογία χάραζε στην Ευρώπη, το έδαφος ήταν κάπως προετοιμασμένο γι αυτήν. Αλλά για να γλυτώσουμε από τις λεπτομέρειες της ιστορίας, που πάντα είναι κουραστικές και συνήθως ανακριβείς, ας πούμε γενικά ότι οι τύποι των Τεχνών οφείλονται στο Ελληνικό κριτικό πνεύμα. Σε τούτο χρωστούμε το επικό, το λυρικό κι ολάκερο το δράμα σε κάθε του ανάπτυξη μαζί με την κωμωδία, το ειδύλλιο, το ρομαντικό μυθιστόρημα και το μυθιστόρημα των περιπετειών, το δοκίμιο, το διάλογο, τη ρητορική, τη διάλεξη — γι' αυτό το τελευταίο είδος έπρεπε ίσως να θεωρηθούν ασυγχώρητοι — και το επίγραμμα στην πλατειά της λέξεως σημασία. Πραγματικά του χρωστούμε κάθε είδος εκτός από το σοννέτο, που όμως μπορεί σ' αυτό να παραλληλίσουμε κάποιο παράξενο κίνημα σκέψεως που βρίσκουμε στην Ανθολογία, την Αμερικανική δημοσιογραφική τέχνη, που δεν μπορεί αλλού πουθενά να βρεθή όμοια μ' αυτή, και την μπαλλάντα σε μια πλαστή Σκοτζέζικη διάλεκτο, που ένας από τους πιο φιλόπονους συγγραφείς μας επρότεινε τελευταία να χρησιμοποιηθή ως θεμέλιο για μιαν οριστική κι ομόφωνη προσπάθεια από μέρος δευτέρας τάξεως συγγραφέων να γίνουν αληθινά ρομαντικοί. Κάθε νέα Σχολή, καθώς φαίνεται, φωνάζει ενάντια στην κριτική, όμως στην κριτική δύναμη που έχει ο άνθρωπος μέσα του χρωστάει την αρχή της. Το καθαρά δημιουργικόν ένστικτο δεν νεωτερίζει, αλλά ξαναπαράγει.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Έλεγες πως η κριτική είναι ουσιαστικό μέρος του δημιουργικού πνεύματος, και παραδέχομαι κ' εγώ τώρα τελείως τη θεωρία σου. Μα τι θα πης για την κριτική που είναι έξω από τη δημιουργικότητα; Έχω μιαν ανόητη συνήθεια να διαβάζω περιοδικά και μου φαίνεται πως πολύ μέρος της νεωτέρας κριτικής δεν έχει καμμιάν απολύτως αξία.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τέτοιο είναι και το μεγαλύτερο μέρος της νεωτέρας δημιουργικής εργασίας. Η μετριότης σε ισοζυγία με τη μετριότητα και η αναρμοδιότης χειροκροτούσα τον αδερφό της, αυτό είναι το θέαμα που μας χαρίζει κάπου-κάπου η καλλιτεχνική δράσις στην Αγγλία. Ωστόσο μου φαίνεται πως έχω λίγο άδικο σ' αυτό το ζήτημα. Οι κριτικοί γενικά — και μιλώ φυσικά για την ανώτερη τάξη, για κείνους που γράφουν στα φύλλα των έξη πεννών — είναι πολύ πιο μορφωμένοι από τους ανθρώπους που καλούνται να επιθεωρήσουν τα έργα των. Αυτό βέβαια θα περίμενε κανείς μονάχα, γιατί η κριτική απαιτεί απείρως ανώτερη μόρφωση παρά η δημιουργία.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια. Ο καθένας μπορεί να γράψη ένα τρίτομο μυθιστόρημα. Αρκεί μονάχα να μην έχη απολύτως καμμιά γνώση της ζωής και της φιλολογίας. Η δυσκολία, που φαντάζομαι ότι ο κριτικογράφος αισθάνεται, είναι να υποφέρη νάχη μπροστά του ένα οποιοδήποτε πρότυπο. Όπου δεν υπάρχει ύφος, εκεί ούτε πρότυπο δεν θα μπορή να υπάρχη. Οι φτωχοί κριτικογράφοι υποβιβάζονται, κατά τα φαινόμενα, σε ρεπόρτερ αστυνομίας της λογογραφίας, σε χρονικογράφους των όσα διαπράττουν οι κοινοί εγκληματίαι της Τέχνης. Λένε γι' αυτούς καμμιά φορά πως δεν διαβάζουν πέρα-πέρα τα έργα που τους δίνουν να κριτικάρουν. Και δεν τα διαβάζουν. Αν τα διάβαζαν, θα γίνονταν σίγουρα μισάνθρωποι ή, αν μου επιτρέπεται να δανεισθώ μια φράση κάποιας από τις όμορφες τελειόφοιτες της Newnham (89) τέλειοι μισογύναι για το υπόλοιπο της ζωής των (90). Ούτε είναι ανάγκη να τα διαβάζουν. Για να καταλάβη κανείς την προέλευση και την ποιότητα ενός κρασιού δεν είναι ανάγκη να πιη ολάκερο το βαρέλι. Πρέπει να είναι τελείως εύκολο σε μιαν ώρα να πουν αν ένα βιβλίο αξίζη ή δεν αξίζη τίποτε. Δέκα λεπτά αρκούν πράγματι, αν έχη κανείς την αίσθηση της μορφής. Ποιος θα θέλη να πελαγώση μέσα σ' ένα ηλίθιο τόμο; Τον δοκιμάζει κανείς απλώς, κι αυτό είναι αρκετό, περισσότερο από αρκετό κατά τη γνώμη μου. Ξέρω καλά ότι υπάρχουν πολλοί τίμιοι εργάται στη ζωγραφική καθώς και στη λογογραφία, που αποκρούουν ολότελα την κριτική. Κ' έχουν δίκιο. Η εργασία τους δεν έχει τη μανταλιτέ της εποχής των. Δεν μας φέρνει κανένα καινούριο στοιχείο ηδονής. Δεν υποβάλλει κανένα νέο κίνημα σκέψεως ή πάθους ή ομορφιάς. Ούτε λόγος πρέπει να γίνεται γι' αυτήν. Πρέπει να την αφήσουμε στη λήθη που της αξίζει.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά, συγγνώμην, αγαπητέ μου, που σε διακόπτω· μου φαίνεται πως αφίνεις το πάθος σου για την κριτική να σε παρασύρη παραπολύ μακριά. Γιατί πρέπει να παραδεχθής επιτέλους και συ πως είναι πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να μιλήση γι' αυτό.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Πιο δύσκολο να κάνη κανένας κάτι παρά να μιλήση γι' αυτό; Καθόλου μάλιστα. Είναι μια χοντρή πλάνη του όχλου αυτή. Πολύ πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Στην πραγματικότητα της ζωής αυτό είν' ολοφάνερο. Οποιοσδήποτε μπορεί να κάμη ιστορία. Μονάχα ο μεγάλος άνθρωπος μπορεί να τη γράψη. Δεν υπάρχει τρόπος ενεργείας ούτε είδος συγκινήσεως που να μην το συμμεριζόμαστε με τα κατώτερα ζώα. Μονάχα με τη γλώσσα στεκόμαστε πιο ψηλά απ' αυτά ή ο ένας από τον άλλο, με τη γλώσσα πούναι ο γονιός κι όχι το παιδί της σκέψεως. Η δράση είναι πράγματι πάντα εύκολη, κι όταν μας παρουσιάζεται στην πιο βαριά, γιατ' είναι κ' η πιο συνεχής, μορφή της — και τέτοιαν εγώ θεωρώ την εμπορική της μορφή — γίνεται απλούστατα το καταφύγιο των ανθρώπων που δεν έχουν να κάμουν τίποτε απολύτως. Όχι, Ερνέστε, μη μου μιλάς για δράση. Είν' ένα τυφλό εξάρτημα εξωτερικών επιδράσεων και κινείται με μιαν ώθηση που δεν της γνωρίζει τη φύση. Είναι κάτι τι λειψό στην ουσία του, γιατί περιορίζεται από την τύχη και δεν ξέρει την κατεύθυνσή του την ίδια, που βρίσκεται σε διαφωνία με το σκοπό του. Η βάσις του είναι η έλλειψις φαντασίας. Είναι το τελευταίο καταφύγιο εκείνων που δεν ξέρουν να ρεμβάζουν.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, τον κόσμο τον μεταχειρίζεσαι σαν να ήταν κανένα τόπι κρυστάλλινο. Το βαστάς στο χέρι σου και το αναποδογυρίζεις για να κάνης το γούστο μιας πεισματάρας φαντασίας. Δεν κάνεις τίποτ' άλλο παρά ν' αντιγράφης την ιστορία.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ένα χρέος που έχουμε στην ιστορία είναι να την αντιγράψουμε. Και δεν είν' αυτό η μικρότερη των ασχολιών που επιφυλάσσονται για το πνεύμα της κριτικής. Όταν θάχουμε ανακαλύψει τους κριτικούς νόμους που κυβερνούν τη ζωή, τότε θα νοιώσουμε ότι ο μόνος που έχει περισσότερα ονειροπολήματα από τον ονειροπόλο είναι ο άνθρωπος της δουλειάς. Αυτός, πράγματι, δεν ξέρει ούτε την αρχή ούτε το αποτέλεσμα των πράξεών του. Στο χωράφι, όπου ενόμισε αυτός πως έσπειρε αγκάθια, εμείς κάναμε τον τρύγο μας κ' η συκιά που φύτεψε για να την απολαύσουμε είναι τόσον ξερή όσο ένα γαϊδουράγκαθο και πιο πικρή απ' αυτό. Για να μην ξέρη ποτέ η Ανθρωπότης πού πηγαίνει κατώρθωσε νάβρη το δρόμο της.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Νομίζεις λοιπόν πως στον κύκλο της δράσεως ο συνειδητός σκοπός είναι μια απάτη;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κάτι χειρότερο από μιαν απάτη. Αν εζούσαμεν αρκετά ώστε να βλέπαμε ταποτελέσματα των πράξεών μας, ίσως όσοι λένε πως είναι καλοί θ' αρρώσταιναν από μιαν οκνή μετάνοια κ' εκείνοι που ο κόσμος τους έχει για κακούς θα ζωντάνευαν με μιαν ευγενική χαρά. Κάθε τι μικρό που κάνομε περνά μέσα στη μεγάλη μηχανή της ζωής που μπορεί ν' αλέθη τις αρετές μας σε σκόνη και να τις κάνη άχρηστες ή να μεταβάλη τις αμαρτίες μας σε στοιχεία καινούριου πολιτισμού, πιο θαυμαστού και λαμπρότερου από κάθε άλλον που πέρασε. Αλλά οι άνθρωποι είναι σκλάβοι των λέξεων. Τους πιάνει μανία εναντίον του Υλισμού, όπως τον ονομάζουν, ξεχνώντας ότι δεν έγινε καμμιά υλική μεταρρύθμισις που να μην επνευματοποίησε τον κόσμο κι ότι λίγα είναι, αν είναι και κανένα, τα πνευματικά ξυπνήματα που δεν σπατάλησαν τη δύναμη του κόσμου σε άγονες ελπίδες κι άκαρπες ορμές κι άδειες ή παγιδευτικές δοξασίες. Ό,τι λεν Αμαρτία είν' ένα ουσιαστικό στοιχείο προόδου. Δίχως αυτήν ο κόσμος θα λίμναζε ή θα γερνούσε ή θα καταντούσε άχρωμος. Με την εντατική βεβαίωση της ατομικότητός μας απολυτρώνει από τη μονοτονία του ενός τύπου. Με το ν' απορρίπτη τις τρέχουσες ιδέες για την ηθική γίνεται ένα με την πιο υψηλήν ηθική. Και για να πούμε και για τις αρετές! Τι είναι οι αρετές; Η φύσις, μας λέει ο Ρενάν, λίγο γνοιάζεται για την εγκράτεια, κ' ίσως στη ντροπή της Μαγδαληνής κι όχι στη δική τους αγνότητα χρωστούν οι Λουκρητίες των νεωτέρων χρόνων την απαλλαγή τους από τις κηλίδες. Η ελεημοσύνη κι αγαθοεργία, καθώς κ' εκείνοι που αποτελούν το τυπικό μέρος της θρησκείας των αναγκάσθηκαν να τ° ομολογήσουν, γεννάει χίλια δυο κακά. Η απλή ύπαρξις της συνειδήσεως, της δυνάμεως εκείνης για την οποία τόσο φλυαρούν ανέκαθεν οι άνθρωποι και με τόσην αμάθεια καυχιώνται, είναι σημάδι της λειψής αναπτύξεώς μας. Πρέπει ν' απορροφηθή από το ένστικτο για να γίνουμε υπέρτεροι. Η αυταπάρνηση είναι απλώς μια μέθοδος, με την οποίαν ο άνθρωπος σταματάει την πρόοδό του, κ' η αυτοθυσία μια επιβίωσις του εθίμου του ακρωτηριασμού που είχαν οι βάρβαροι, μέρος της παληάς λατρείας του ψωμιού, που είναι ένας τόσο φοβερός παράγων στην ιστορία του κόσμου και που έχει και σήμερα τα θύματά της από ημέρα σε ημέρα και τους βωμούς της μες στη χώρα. Οι αρετές! Ποιος ξέρει τι είν' οι αρετές; Όχι εσύ, ούτ' εγώ. Ούτε κανένας. Καλό είναι για τη ματαιοδοξία μας να σκοτώνουμε τον εγκληματία, γιατί, αν τον αφήναμε να ζήση, μπορεί να μας έδειχνε τι κερδίσαμε από το έγκλημά του. Καλό για την ησυχία του να πάη ο άγιος να μαρτυρήση. Του γίνεται η χάρη να μην ιδή το φρικτό θέαμα του θερισμού της σποράς του.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιλβέρτε, βγάζεις μια πολύ άσχημη νότα. Ας γυρίσουμε πίσω στα πιο χαριτωμένα χωράφια της φιλολογίας. Τι έλεγες; Ότι πιο δύσκολο είναι να μιλήση κανείς παρά να το κάνη;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (Ύστερ' από μικρή διακοπή). — Μάλιστα· θαρρώ πως τόλμησα να υποστηρίξω την απλήν αυτή αλήθεια. Ασφαλώς βλέπεις τώρα πως έχω δίκηο. Όταν ένας άνθρωπος ενεργή, είν' ένα νευρόσπαστο. Όταν περιγράφη, είναι ο ποιητής. Εδώ είναι όλο το μυστικό. Ήταν αρκετά εύκολο στις αμμοσκεπασμένες πεδιάδες του ανεμόδαρτου Ιλίου να πετά κανείς τη σκαλισμένη σαΐτα από το έγχρωμο τόξο ή να ρίχνη απάνω σε ασπίδα από βωδινό πετσί και φλογόθωρο χαλκό το μακρύ κοντάρι με την από ξύλο μελίας λαβή. Ήταν εύκολο για τη μοιχαλίδα βασίλισσα ν' απλώση χάμου τα Τυριανά χαλιά για τον κύριό της κ' ύστερα, όταν εκείνος λουζόταν στη μαρμαρένια γούρνα μέσα ξαπλωμένος, να του ρίξη 'πάνω από το κεφάλι του το άλικο δίκτυ και να φωνάξη στον ωρηοπρόσωπο εραστή της να τον λογχίση ανάμεσ' από τα πλέγματα στην καρδιά, που θα έπρεπε να είχε ραγίσει στην Αυλίδα. Και για την Αντιγόνη ακόμα, μόλο που την πρόσμενε σαν αρραβωνιαστικός της ο θάνατος, ήταν εύκολο να περάση μέσ' από τη μολεμένην ατμόσφαιρα καταμεσήμερα, ν' ανέβη στο λόφο και ν' αποσκεπάση με σπλαχνικό χώμα το κακομοιριασμένο γυμνό πτώμα που απόμνησκε άταφο. Μα τι να πούμε για κείνους που γράψανε γι' αυτά τα πράγματα; Τι για κείνους που έδωκαν πραγματικότητα και τα έκαμαν να ζουν για πάντα; Δεν είναι πιο μεγάλοι από τους άντρες και τις γυναίκες που τραγουδούν; «Ο Έκτωρ ο γλυκός εκείνος ιππότης επέθανε», κι ο Λουκιανός μας λέει πως στο μισοσκότεινον κάτω κόσμο είδε ο Μένιππος το λευκασμένο κρανίο της Ελένης κι απόρεσε ότι για το χατήρι ενός τόσον ασχημόθωρου πράγματος όλα εκείνα τα κογχωτά καράβια ρίχτηκαν στη θάλασσα, οι ωραίοι εκείνοι θωρακοφερεμένοι άντρες σύρθηκαν χάμου, οι πόλεις εκείνες με τα κάστρα τους γένηκαν στάχτη. Κι όμως καθεμέρα η όμοια με κύκνο της Λήδας θυγατέρα βγαίνει στο στρατόπεδο και σεργιανίζει τα κύματα του πολέμου. Οι γέροι με τασπρειδερά γένια θαυμάζουν τη χάρη της, ενώ αυτή στέκει πλάι στο βασιλιά. Στην κάμαρά του τη φκιασμένη από χρωματιστό φίλντισι είναι ξαπλωμένος ο αγαπητικός της. Γυαλίζει την κομψή του πανοπλία και κτενίζει το άλικο λοφίο του. Ο άντρας της μ' έναν υπασπιστή κ' ένα δούλο πηγαίνει από σκηνή σε σκηνή. Μπορεί να ιδή τα γυαλιστερά του μαλλιά κ' ακούει ή φαντάζεται πως ακούει την καθαρή εκείνη κρύα φωνή. Στην αυλή κάτω ο γυιός του Πριάμου κουμπώνει τον χάλκινο θώρακά του. Τα άσπρα μπράτσα της Ανδρομάχης είναι γύρω στο λαιμό του. Την περικεφαλαία του αφίνει χάμου για να μη τρομάξη το μωρό τους. Πίσω από τους κεντητούς μπερντέδες της σκηνής του κάθεται ο Αχιλλεύς, ντυμένος μυρωμένη φορεσιά, ενώ ο γκαρδιακός του φίλος με τη στολή του τη χρυσωμένη κι ασημωμένη ετοιμάζεται να πάη στη μάχη. Από ένα παράξενα γλυμμένο κιβώτιο, που η μητέρα του η Θέτις το είχε φέρει στο πλοίο του, ο αρχηγός των Μυρμιδόνων βγάζει τη μυστική κύλικα, που ανθρώπου χείλη ποτέ δεν την είχαν αγγίξει, και την καθαρίζει με θειάφι και με κρύο νερό την δροσίζει και πλένοντας τα χέρια του γεμίζει το γυαλισμένο της κοίλωμα με μαύρο κρασί και ραντίζει τη γη με το πηκτό αίμα του σταφυλιού προς τιμήν Εκείνου, που εις τη Δωδώνη προφήτες με γυμνά πόδια προσκυνούσαν, και προσεύχεται σ' Αυτόν, μη ξέροντας ότι του κάκου προσεύχεται κι ότι από τα χέρια δυο ιπποτών της Τροίας, του Ευφόρβου, του γυιού του Πανθέως, που τα τσουλούφια του με χρυσάφι ήταν θηλυκωμένα, και του γυιού του Πριάμου του λεοντόκαρδου, ο Πάτροκλος, των φίλων του ο φίλτατος, θα εύρισκε το μοιραίο τέλος. Φαντάσματα είν' αυτοί; Ήρωες της καταχνιάς και του βουνού; Σκιές μέσα σε τραγούδι: Όχι! Είναι πραγματικοί. Δράσις! Τι είναι η δράσις; Πεθαίνει τη στιγμή που ενεργεί. Είναι μία ταπεινή παραχώρησις στην πράξη. Ο κόσμος πλάστηκε από τον τραγουδιστή και τον ονειροπόλο.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ενώ μιλείς μου φαίνεται πως είναι όπως τα λες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Έτσι είναι πραγματικά. Στο κάστρο της Τροίας που λυώνει σε σκόνη κοίτεται η σαύρα σαν κάτι τι από πράσινο μπρούντζο. Η κουκουβάγια έκτισε τη φωλιά της στο παλάτι του Πριάμου. Στην έρμη πεδιάδα πλανιώνται οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κ' εκεί που εις την κρασάτην επιφάνεια της λαδερής θάλασσας, που &Οίνοπα πόντον& (91) τη λέει ο Όμηρος, οι με χάλκινη πρώρα και με μίλτο χαραγμένες μεγάλες τριήρεις των Δαναών άραξαν με τα γυαλιστερά τους ημικύκλια, εκεί ο μοναχικός ψαράς του Θύνου κάθεται στη μικρή του βάρκα και βλέπει πώς πηδάνε οι φελλοί του δικτύου του. Μολαταύτα κάθε πρωί ανοίγουν διάπλατες οι πύλες της πόλης και πεζοί ή πάνω σε άρματα οι πολεμισταί προχωρούν στη μάχη και μυκτηρίζουν τους εχθρούς των πίσω από τις σιδερένιες τους μάσκες. Ολημέρα λυσσομανάει η αμάχη, κι όταν η νύχτα πέση, λαμπυρίζουν τα δαδιά στις τέντες κι' ανάβει ο φανός στη μεγάλη κάμαρα. Όσοι ζούνε δουλεύοντας το μάρμαρο ή ζωγραφίζοντας το πανί ξέρουν από τη ζωή μια μονάχα εξαιρετική στιγμή, αιώνια πράγματι στην ομορφιά της, μα περιωρισμένη σε μια νότα πάθους ή μια διάθεση γαλήνης. Εκείνοι που τους ζωντανεύει ο ποιητής έχουν τα χίλια δυο συναισθήματά τους, της χαράς και του τρόμου, της τόλμης και της απελπισίας, της ηδονής και του πόνου. Οι εποχές έρχονται και πάνε με πρόσχαρην ή λυπητερή συνοδεία, και με πόδια φτερωμένα ή μολυβένια περνούνε τα χρόνια από μπροστά τους. Έχουν τη νιότη τους και την ανδρική τους ηλικία, είναι παιδιά και γερνούνε. Αυγή είναι πάντα για την Αγία Ελένη, ως ο Veronese (92) την είδε στο παράθυρο. Μέσ' από τον ήσυχον αέρα οι άγγελοι της φέρνουν το σύμβολο του πόνου του Θεού. Οι δροσιστικές πρωινές πνοές ξανεμίζουν τα χρυσά μαλλιά στο μέτωπό της. Στον μυτερόν εκείνο λόφο σιμά στη Φλωρεντία, όπου ξαπλωμένοι είναι οι ερωτευμένοι του Giorgione, πάντα είναι ηλιοστάσιο μεσημεριού, μεσημεριού που κάτω από τους καλοκαιρινούς ήλιους δίνει τόσην ατονία, που το ισχνό γυμνό κορίτσι δύσκολα να μπορή να βουτήξη στη μαρμαρένια γούρνα τη στρογγυλή φούσκα του κατακάθαρου ποτηριού και τα μακριά δάκτυλα του κιθαριστή κάθονται ήσυχα 'πάνω στις χορδές. Πάντα χαράμματα είναι για τις χορεύτρες νύμφες που ο Corot άφησ' ελεύθερες ανάμεσα στις ασημένιες λεύκες της Γαλλίας. Σ' αιώνια χαραυγή κουνιώνται κείνες οι λεπτούτσικες διάφανες μορφές, που τάσπρα τρεμουλιαστά ποδαράκια τους φαίνονται σαν να μην αγγίζουν το δροσοποτισμένο χορτάρι που πατούνε. Όμως όσοι περπατούν μέσα στο έπος, το δράμα ή τη ρομάντσα βλέπουν όσο περνούν οι κοπιαστικοί μήνες να μεγαλώνουν και να σβύνουν τα νέα φεγγάρια και παρατηρούν τη νύκτα αποβραδύς ίσαμε το χάραμμα του πρωινού αστεριού και μπορούν να σημειώνουν από την ανατολή του ηλίου ίσαμε το ηλιοβασίλεμμα την ήμερα, που ολοένα μεταμορφώνεται μ' όλο το μάλαμα και μ' όλες τις σκιές της. Γι' αυτούς, όπως και για μας, τα λουλούδια ανθούν και μαραίνονται και η Γη, η Πρασινοτυλιγμένη θεά, καθώς την είπε ο Coleridge, αλλάζει την φορεσιά της για να τους ευχαριστήση. Το άγαλμα συγκεντρώνεται σε μια μοναδική στιγμή τελειότητος. Η εικόνα η χρωματισμένη 'πάνω στο κανναβόπανο δεν έχει πνευματικό στοιχείο για να μπορή να μεγαλώση ή ν' αλλάξη. Αν δεν ξέρουν τίποτε για το θάνατο, είναι γιατί ξέρουν πολύ λίγα για τη ζωή, επειδή τα μυστικά της ζωής και του θανάτου ανήκουν σ' εκείνους, και μόνο σ' εκείνους, που το πέρασμα του καιρού τους επηρεάζει και που κατέχουνε όχι μονάχα το παρόν, αλλά και το μέλλον, και μπορεί να σηκώνωνται ή να πέφτουν από ένα παρελθόν δόξας ή ντροπής. Η κίνησις, αυτό το πρόβλημα των τεχνών που φαίνονται, μπορεί να πραγματοποιήται μονάχα από τη Φιλολογία. Η Φιλολογία μας δείχνει το κορμί με τη γοργότητά του και την ψυχή στην παντοτεινήν ανησυχία της.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μάλιστα, τώρα βλέπω τι θέλεις να πης. Αλλά βέβαια όσο ψηλότερ' ανεβάζεις τον δημιουργό καλλιτέχνη τόσο χαμηλότερα στέκει ο κριτικός.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί τάχ' αυτό;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Γιατί το καλύτερο που έχει να μας δώση δεν είναι παρά ένας αντίλαλος μιας πλούσιας μουσικής ή θολή σκιά μιας φόρμας με καθαρό διάγραμμα. Μπορεί, αλήθεια, η ζωή να είναι ένα χάος, όπως μου λες πως είναι, τα μαρτύριά της νάναι ταπεινά κ' οι ηρωισμοί της άξιοι καταφρόνιας· και η δουλειά της Φιλολογίας μπορεί να είναι το να πλάθη από το πρώτο υλικό της σημερινής υπάρξεως έναν καινούριο κόσμο, που να είναι πιο θαυμαστός, πιο διαρκής και πιο αληθινός από τον κόσμο που τα κοινά μάτια βλέπουν και μέσα στον οποίο οι κοινές φύσεις γυρεύουν να πραγματοποιήσουν την τελειοποίησή τους. Αλλ' ασφαλώς, αν ο καινούριος κόσμος πλάστηκε με το πνεύμα και το άγγιγμα μεγάλου καλλιτέχνη, θάναι κάτι τόσο τέλειο, ώστε να μη μείνη τίποτε για τον κριτικό να κάνη. Καλά το νοιώθω τώρα και πρόθυμα παραδέχομαι ότ' είναι πολύ πιο δύσκολο να μιλήση κανείς για κάτι παρά να το κάνη. Αλλά μου φαίνεται πως αυτό το στερεό και σημαντικό αξίωμα, που πράγματι γαληνεύει εξαιρετικά το αίσθημα και πρέπει να γίνη δεκτό ως &μότο& από κάθε Φιλολογικήν Ακαδημία, εφαρμόζεται μονάχα στις σχέσεις Τέχνης και Ζωής και όχι στις σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της Τέχνης και της Κριτικής.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ασφαλώς όμως η Κριτική είναι καθ' εαυτήν μια τέχνη. Και καθώς η καλλιτεχνική δημιουργία έχει μέσα της τη λειτουργία της κριτικής δυνάμεως και δίχως αυτή βέβαια δεν μπορεί να υπάρχη, έτσι κ' η Κριτική είναι πραγματικά δημιουργική στην πιο υψηλήν έννοια της λέξεως. Η Κριτική είναι πράγματι και δημιουργική κι ανεξάρτητη.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κι ανεξάρτητη;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, ανεξάρτητη. Η Κριτική δεν θα κρίνεται με κανένα ταπεινό κριτήριο μιμήσεως ή ομοιότητος, απαράλλακτα όπως και το έργο του ποιητή ή του γλύπτη. Ο κριτικός έχει την ίδια σχέση με το έργο της Τέχνης, που κρίνει, που έχει κι ο καλλιτέχνης με τον ορατό κόσμο της φόρμας και του χρώματος ή τον αόρατο του πάθους και της σκέψεως. Ούτε καν γυρεύει για την τελειοποίηση της τέχνης του τα λεπτότερα υλικά. Οτιδήποτε του κάνει τη δουλειά του. Κι απαράλλακτα όπως από τους ευτελείς ηδονικούς έρωτες της κουτής γυναίκας ενός χωριανού γιατρού του βρώμικου χωριού Yonville-l'-Abbaye, σιμά στο Rouen, ο Gustave Flaubert, στάθηκε ικανός να πλάση έν' αριστούργημα ύφους, έτσι από θέματα μικρής ή μηδαμινής σημασίας, καθώς είναι οι φετεινές ή όποιας χρονιάς εικόνες της Βασιλικής Ακαδημίας, τα ποιήματα του κ. Lewis Morris, τα μυθιστορήματα του κ. Ohnet, ή τα δράματα του κ. Henry Arthur Jones, κι ο αληθινός κριτικός, άμα γουστάρη όμοια να διευθύνη ή να ξοδιάση την παρατηρητικότητά του, μπορεί να παρουσιάση στη μέση έργο που νάναι ασύντριφτο στην ομορφιά και γιομάτο στην ουσία του από διανοητική λεπτότητα. Γιατί όχι; Η κουταμάρα πάντα είν' ένας ακαταμάχητος πειρασμός για μια λάμψη κ' η ηλιθιότης το αιώνιο Bestia Trionfans, που βγάζει τη σοφία από το άντρο της. Για έναν καλλιτέχνη τόσο δημιουργικό όσον ο κριτικός τι σημαίνει το θέμα; Τίποτε περισσότερο τίποτε λιγώτερο παρ' ό,τι για τον μυθιστοριογράφο και τον ζωγράφο. Όπως εκείνοι, μπορεί να βρίσκη κι αυτός παντού τα μοτίβα του. Η εκτέλεση είναι που δείχνει. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην υποβάλλη ή να μην προκαλή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα είν' αληθινά δημιουργική τέχνη η Κριτική;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Γιατί να μην είναι; Εργάζεται με υλικά και τα δίνει φόρμα, που είναι συγχρόνως καινούρια κ' ευχάριστη. Τι παραπάνω μπορεί να πη κανείς για την ποίηση; Θα ήθελα να ονομάσω την Κριτική δημιουργία μέσα σε δημιουργία. Γιατί, όπως οι μεγάλοι καλλιτέχνες από την εποχή του Ομήρου και του Αισχύλου ίσαμε τον Shakespeare και τον Keats δεν πήγαν να γυρέψουν το θέμα τους απευθείας στη ζωή, αλλά το ζήτησαν στο θρύλο και στο μύθο και την παράδοση, το ίδιο κι ο κριτικός παίρνει και δουλεύει θέματα που άλλοι τα ξεκαθάρισαν γι' αυτόν, και στα οποία η φανταστική μορφή και το χρώμα είχαν κιόλα προστεθή. Κι ακόμα θα έλεγα πως η υψηλή Κριτική με το να είναι η αγνότερη μορφή της προσωπικής εντυπώσεως είναι στο είδος της πιο δημιουργική κι από τη δημιουργία, αφού και λιγώτερο αναφέρεται σ' όποιον εξωτερικό γνώμονα και δικαιολογεί μονάχη της την ύπαρξή της και, όπως θα έλεγαν οι Έλληνες, είναι αυτή καθ' εαυτήν και για τον εαυτό της σκοπός. Κι ασφαλώς δεν εμποδίζεται ποτέ από τα δεσμά της αληθοφανείας. Δεν την επηρεάζουν ποτέ ευτελείς πιθανολογίες ούτ' εκείνες οι δειλές παραχωρήσεις στις ανιαρές επαναλήψεις της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής. Μπορεί κανείς από το μύθο να μεταφερθή στην πραγματικότητα. Όχι όμως κι από την ψυχή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Από την ψυχή;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, από την ψυχή. Και πράγματι η υψηλή Κριτική είναι το ιστορικό της ίδιας του καθενός ψυχής. Είναι πιο γοητευτική παρά η ιστορία για τον καθένα, σχετικά με τον ίδιον εαυτό του βέβαια. Πιο ευχάριστη είναι από τη φιλοσοφία, γιατί το θέμα της είναι συγκεκριμένο κι όχι αφηρημένο, πραγματικό κι όχι αόριστο. Είναι η πιο λεπτή μορφή της αυτοβιογραφίας, γιατί δεν έχει να κάνη με γεγονότα, μα με τις σκέψεις της ζωής· όχι με τις τυχαίες σωματικές πράξεις ή περιστατικά της ζωής, μα με τις πνευματικές διαθέσεις και τα φανταστικά πάθη του νου. Πάντα κάνω γούστο με την ανόητη ματαιοδοξία εκείνων των συγγραφέων και καλλιτεχνών της εποχής μας, που φαντάζονται ότι η πρώτη δουλειά του κριτικού είναι να φλυαρήση για τα δικά τους κατωτέρας ποιότητος έργα. Το καλύτερο που μπορεί κανείς να πη για τα περισσότερα έργα της νεώτερης δημιουργικής τέχνης είναι το ότι είναι κάπως λιγώτερο χυδαία από την πραγματικότητα κ' έτσι ο κριτικός, με τη λεπτή του αίσθηση να ξεχωρίζη τα πράγματα, και το αλάθητο ένστικτό του να τα εξευγενίζη, θα προτιμά να κυττάζη στον ασημένιο καθρέφτη ή πίσω από πλεκτό βέλο και θα στρέψη τα μάτια του μακριά από το χάος και το θόρυβο της πραγματικής υπάρξεως και αν ακόμα ο καθρέφτης είναι θολωμένος και το βέλο ξεσχισμένο. Ο μόνος σκοπός του είναι να εκθέση τις δικές του εντυπώσεις. Γι' αυτόν ζωγραφίζονται οι εικόνες, γράφονται τα βιβλία και σκαλίζονται τα μάρμαρα σε μορφές.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Θαρρώ πως άκουγα κάποιαν άλλη θεωρία για την
Κριτική.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα· ειπώθηκε από κάποιον, που τη χαριτωμένη μνήμη του όλοι σεβόμαστε και που της φλογέρας του η μουσική σαγήνεψε και τράβηξε κάποτε την Περσεφόνη από τα λειβάδια της Σικελίας κ' έκανε κείνα τάσπρα πόδια της να σαλέψουν, κι όχι του κάκου, της Cumnor (93) τα μυρτολούλουδα, ότι ο καθαυτό σκοπός της Κριτικής είναι να βλέπη τα πράγματα ακριβώς όπως είναι. Μα αυτό είναι μια σοβαρή πλάνη κι όποιος την πιστεύει δεν έχει γνώση της πιο τέλειας φόρμας της Κριτικής, που εις την ουσία της είναι καθαρά υποκειμενική και γυρεύει να φανερώση το δικό της κι όχι ξένα μυστικά. Γιατί η υψηλή Κριτική την Τέχνη δεν την παίρνει για να την εξηγή, παρά για να πη απλώς τις εντυπώσεις που της κάνει.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλλά έτσ' είναι πράγματι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια έτσ' είναι. Ποιόνε γνοιάζει αν η γνώμη του Ruskin για τον Turner είναι σωστή ή όχι; Τι έχει να κάνη αυτό; Εκείνη η δυνατή και μεγαλόπρεπη πρόζα του, τόσο ζωηρή και φλογερή στην ευγενικιά της ευγλωττία, τόσο πλούσια στην τέλεια δουλεμένη κι αρμονισμένη μουσική της, τόσο σίγουρη κι αλάθευτη στις καλές της εκφράσεις, ως προς την εκλογή τη λεπτή της λέξεως και του επιθέτου, είναι τουλάχιστο τόσο μεγάλο έργο τέχνης όσον οποιοδήποτε από τα θαυματουργά εκείνα ηλιοβασιλέμματα, που ασπρίζουν ή λυώνουν επάνω στα σαπισμένα καναβόπανά τους στην Αγγλική Πινακοθήκη· μεγαλύτερο πράγματι — σκέπτεται κανείς καμμιά φορά — όχι απλώς γιατί η ισόπαλη ομορφιά της βαστάει πιο πολύ, μα και γιατί αποτείνεται κατά χίλιους τρόπους· η ψυχή μιλάει στην ψυχή στις γραμμές εκείνες, που έχουν μακρύ ρυθμό, όχι με τη φόρμα και το χρώμα μονάχα, αν και τέλεια και δίχως τίποτε να πάη χαμένο γίνεται τούτο μ' αυτά, αλλά και με τη διανοητική κ' αισθηματικήν έκφραση, με το υψηλό πάθος και την υψηλότερη σκέψη, με την εσωτερικότητα της φαντασίας και τον ποιητικό σκοπό· μεγαλύτερο, λογιάζω πάντα, όσο η Φιλολογία είναι η πιο μεγάλη Τέχνη. Ποιον πάλι τον μέλει αν ο Pater έβαλε στο πορτραίτο της Monna Lisa κάτι που ο Leonardo ποτέ δεν το φαντάσθηκε; Ο ζωγράφος μπορεί να ήταν απλώς σκλάβος κάποιου αρχαϊκού χαμόγελου, όπως κάποιοι το πίστεψαν, όμως όποτε μπαίνω στις δροσερές στοές του Παλατιού του Λούβρου και στέκω μπροστά σ' εκείνη την παράξενη μορφή «βαλμένη στη μαρμαρένια σάρκα της μέσα σ' εκείνο το τσίρκο των φανταστικών βράχων σαν μέσα σε χλωμό φως κάτω από τη θάλασσα», ψιθυρίζω μονάχος μου: «είναι πιο αρχαία κι από τους βράχους που ανάμεσά τους κάθεται· σαν το βρυκόλακα πολλές φορές πέθανε κ' έμαθε τα μυστικά του τάφου· και σε βαθειές θάλασσες βουτήχτρα, φέρνει γύρω της τις σκοτεινές ημέρες τους· και με τους εμπόρους της Ανατολής έκανε παζάρια για παράξενα υφάδια· κ' ήταν, καθώς η Λήδα, η μητέρα της Ελένης του Τρωικού πολέμου, και σαν την Άγια Άννα, της Μαρίας τη μητέρα· κι όλ' αυτά της ήταν σαν τον ήχο της λύρας και του φλάουτου και μένουν μονάχα με την τρυφερότητα, με την οποίαν έδωκαν τύπο στις γραμμές, που όλο αλλάζαν, και με την οποία χρωμάτισαν τα ματόκλαδα και τα χέρια». Και λέω στο φίλο μου: «Η μορφή που τόσο παράξενα βγήκε μέσ' από τα νερά εκφράζει τι ο άνθρωπος κατέληξε ύστερ' από χίλια χρόνια να επιθυμήση» και μου απαντά εκείνος: «Σ' αυτό το κεφάλι απάνω όλα τα άκρα του κόσμου μαζεύτηκαν και τα ματόκλαδα είναι λίγο κουρασμένα». Κ' έτσι η εικόνα γίνεται πιο θαυμαστή για μας παρ' ό,τι πραγματικά είναι και μας φανερώνει ένα μυστικό που τίποτε δεν ξέρει γι' αυτό· κ' η μουσική της μυστικιστικής πρόζας είναι τόσο γλυκειά στ' αυτιά μας, όσο γλυκειά ήταν η μουσική του φλαουτίστα που δάνεισε στα χείλη της Τζιοκόντας εκείνες τις πονηρές και φαρμακερές καμπύλες. Με ρωτάς τι θάλεγε ο Leonardo, αν κανένας του είχε πη για την εικόν' αυτή πως «όλες οι σκέψεις κ' η πείρα του κόσμου χάραξαν κ' ετύπωσαν εκεί 'πάνω ό,τι ήταν ικανό να εξευγενίση και να κάνη εκφραστική την εξωτερική φόρμα, το ζωισμό δηλ. των Ελλήνων, τη Ρωμαϊκή λαγνεία, τη ρέμβη του Μεσαιώνος με την πνευματική του φιλοδοξία και τους φανταστικούς του έρωτες, τον γυρισμό του ειδωλολατρικού κόσμου και τις αμαρτίες των Βοργιών»· θ' αποκρινόταν πιθανώτατα ότι δεν είχε υπ' όψει ο ίδιος τίποτ' απ' αυτά, μα κύτταξε μονάχα πώς να βάλη σε τάξη τις γραμμές και τις μάζες και φρόντισε για καινούριους και παράξενους συνδυασμούς του γαλάζιου και του πράσινου. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η Κριτική, από την οποία πήρα κομμάτια, είναι από το είδος της πιο υψηλής κριτικής. Το έργο της Τέχνης το παίρνει απλώς σαν μια αρχή καινούριας πλάσεως. Δεν περιορίζει τον εαυτό της — ας το υποθέσουμε τουλάχιστο για μια στιγμή — στο ν' ανακαλύψη τον πραγματικό σκοπό του καλλιτέχνη και να τον παραδεχθή ως οριστικόν. Και σ' αυτό έχει δίκηο, γιατί η σημασία κάθε όμορφου πράγματος, που πλάστηκε, είναι τουλάχιστο τόσο στην ψυχή εκείνου που το παρατηρεί, όσο ήταν στην ψυχή εκείνου που τόπλασε. Κι ο παρατηρητής, αυτός είναι μάλλον εκείνος που δίνει στο ωραίο πράγμα τις χίλιες μύριες σημασίες του και μας το παρουσιάζει σαν κάτι θαυμαστό και το βάζει σε κάποια νέα σχέση με την εποχή, ώστε ν' αποτελή ζωτικό μέρος της ζωής μας και σύμβολο εκείνου που γυρεύουμε ή γυρέψαμε και φοβούμαστε ίσως μη το πετύχουμε. Όσο περισσότερο μελετώ, Ερνέστε, τόσο καθαρώτερα βλέπω πως το κάλλος των ορατών τεχνών είναι όπως η ωραιότης της μουσικής για να κάνη πρώτα-πρώτα εντύπωση, κι ότι μπορεί να χαλάση, όπως συχνά και το παθαίνει, με οποιαδήποτε υπερβολή διανοητικού σκοπού από μέρος του τεχνίτη. Γιατί, όταν το έργο τελειώση, έχει συνηθέστατα μιαν ανεξάρτητη δική του ζωή και μπορεί να δώση κάποιο μήνυμα πολύ διαφορετικό απ' ό,τι του είχαν βάλει στο στόμα για να πη. Καμμιά φορά, όταν αφουκράζωμαι την εισαγωγή του Ταγχάουζερ, μου φαίνεται πως βλέπω εκείνον τον κομψόν ιππότη να πατάη απαλά πάνω στ' ανθόστρωτο χορτάρι και πως ακούω τη φωνή της Αφροδίτης από τον γιομάτο σπηλιές λόφο. Μα άλλες φορές μου μιλεί για χίλια δυο διαφορετικά πράγματα, για μένα τον ίδιο ίσως και τη ζωή μου ή για τη ζωή άλλων, που κανείς αγάπησε και βαρέθηκε ν' αγαπά, ή για τα πάθη που δεν εγνώρισε ο άνθρωπος και τα κυνηγάει. Απόψε μπορεί να εμπνεύση σε κανένα εκείνο που ειπώθηκε ΕΡΩΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ, εκείνο το Amour de l'impossible (94), που πέφτει σαν μανία σε πολλούς, που νομίζουν πως ζουν σε ασφάλεια κ' έξω από κάθε βλάβη κ' έτσι φαρμακώνονται ξαφνικά με το φαρμάκι του δίχως όρια πόθου, και στο κυνήγι τατέλειωτο του ό,τι δεν μπορούν να πετύχουν αδυνατίζουν και λιγοθυμούν ή σκοντάφτουν και πέφτουν. Αύριο σαν τη μουσική, που μας αναφέρουν ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, σαν την ευγενικιά Δωρική μουσική των Ελλήνων, μπορεί να κάνη χρέος γιατρού και να μας δώση το βοτάνι του πόνου και να γιατρέψη την πληγωμένη καρδιά και «να βάνη την ψυχή σε αρμονία μ' όλα τα σωστά πράγματα». Κι ό,τι είναι αληθινό για τη μουσική είν' αληθινό και για όλες τις τέχνες. Η ομορφιά έχει τόσες σημασίες όσες διαθέσεις έχει η ψυχή. Είναι το σύμβολο των συμβόλων. Η ομορφιά φανερώνει το καθετί, γιατί δεν εκφράζει τίποτε. Όταν μας φανερώνη τον εαυτό της, μας δείχνει όλον τον φλογόθωρο κόσμο.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα τέτοιο έργο λες να είναι αληθινά κριτική;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι η πιο υψηλή Κριτική, γιατί κρίνει όχι απλώς
το ατομικό έργο της τέχνης, μα την ίδια την Ομορφιά, και κάνει
θαυματουργή μια μορφή, που ο τεχνίτης θα την άφινε άδεια ή
ακατανόητη ή ατελώς αντιληπτή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Η πιο υψηλή Κριτική λοιπόν είναι πιο δημιουργική
από τη δημιουργία κι ο αρχικός σκοπός του κριτικού είναι να
βλέπη το αντικείμενο όπως δεν είναι πράγματι αυτό καθ' εαυτό.
Αυτή είναι η θεωρία σου, μου φαίνεται, ή όχι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μάλιστα, αυτή είναι η θεωρία μου. Για τον κριτικό το έργο της τέχνης είναι απλώς υποβοηθητικό για μια καινούρια εργασία δική του, που δεν είναι καμμιά ανάγκη να μοιάζη φανερά στο πράγμα που κρίνει. Έν' από τα χαρακτηριστικά της ωραίας φόρμας είναι ότι μπορεί να βάζη εκεί μέσα κανείς με το νου του ό,τι θέλει ή να βλέπη μέσα εκεί ό,τι του αρέσει· κ' η Ομορφιά, που δίνει στη δημιουργία το παγκόσμιο κ' αισθητικό στοιχείο, κάνει τον κριτικό πλάστη με τη σειρά του και του ψιθυρίζει χίλια δυο πράγματα διαφορετικά απ' ό,τι είχε στο μυαλό του εκείνος που σκάλισε το άγαλμα ή ζωγράφισε την κορνίζα ή χάραξε το πετράδι.
Κάποιοι καμμιά φορά, που δεν νοιώθουνε μήτε τη φύση της πιο υψηλής Κριτικής μήτε τη μαγεία της πιο υψηλής Τέχνης, λένε πως οι εικόνες που αρέσει πιο πολύ του κριτικού να γράφη γι' αυτές είναι όσες ανήκουν στην ανεκδοτολογία της ζωγραφικής κι όσες έχουν σχέση με σκηνές παρμένες από τη φιλολογία ή την ιστορία. Όμως αυτό δεν είναι αληθινό. Πράγματι τέτοιες εικόνες είναι πολύ ευκολονόητες. Πρέπει να τις κυττάξει κανένας στις εικονογραφίες και σαν τέτοιες ακόμα είναι αποτυχίες, γιατί δεν κεντάνε τη φαντασία, μα της βάζουν απεναντίας σύνορα. Γιατί το βασίλειο του ζωγράφου, καθώς και πρωτήτερα είπα, είναι πολύ διαφορετικό από του ποιητή. Στον τελευταίο ανήκει η ζωή απόλυτα κι ολοκληρωτικά. Όχι μονάχα η ομορφιά που βλέπουν οι άνθρωποι, μα κ' εκείνη που την ακούνε· όχι απλώς η στιγμιαία χάρη της μορφής ή η περαστική χαρά του χρώματος, αλλά ολάκερος ο κύκλος του αισθήματος και της σκέψεως. Ο ζωγράφος είναι τόσο περιωρισμένος, ώστε μόνο με τη μάσκα του κορμιού μπορεί να μας δείξη το μυστικό της ψυχής· μόνο με συνθηματικές εικόνες μπορεί να χειρισθή τις ιδέες· μοναχά με τα φυσικά αντίστοιχά της μπορεί να καταπιαστή την ψυχολογία. Και πόσο ανεπαρκώς το κάνει, ζητώντας να παραδεχτούμε το σαρίκι του Μαύρου ως σύμβολο της υψηλής λύσσας του Οθέλλου ή έναν κρονόληρο σε μια φουρτούνα ως την άγρια μανία του Ληρ! Κ' εν τούτοις φαίνεται σαν τίποτε να μη μπορή να το σταματήση. Πολλοί από τους παλαιοτέρους ζωγράφους μας περνούν την κακή και χαμένη ζωή τους κυνηγώντας κρυφά στ' αμπελοχώραφα των ποιητών, χαλνώντας τα μοτίβα των με την άσχημη χρήση που κάνουν και πολεμώντας να ξαναδώσουν με ορατή φόρμα ή χρώμα το θαύμα και τη λαμπράδα του αόρατου. Οι εικόνες τους είναι κατά φυσικήν συνέπειαν ανυπόφορα αηδείς. Εξευτελίσανε τις άφαντες τέχνες υποβιβάζοντάς τις σε φανερές, κι αν είναι κάτι ανάξιο να το δη κανείς, είναι το φανερό. Δεν λέω πως ο ποιητής κι ο ζωγράφος δεν μπορούν να πάρουν το ίδιο θέμα. Πάντα γινόταν αυτό και πάντα θα γίνεται. Μα ενώ ο ποιητής μπορεί νάναι ή να μην είναι ζωγραφικός, όπως το θέλει αυτός, ο ζωγράφος πάντα πρέπει τέτοιος νάναι. Γιατί ο ζωγράφος είναι περιωρισμένος όχι σ' ό,τι βλέπει στη φύση παρά σ' ό,τι μπορεί να φανή στο καναβόπανο.
Κ' έτσι, αγαπητέ μου Ερνέστε, τέτοιες εικόνες δεν θα γοητεύσουν πραγματικά τον κριτικό, θα τις αφήση αυτές για να πάρη άλλα έργα, που να τον κάνουν να σκεφθή, να ονειροπολήση, να φαντασθή· έργα που έχουν την λεπτήν ιδιότητα της υποβολής και φαίνονται σαν να λεν πως μπορεί κανείς μέσα κι απ' αυτά ακόμα να καταφύγη σε πλατύτερον κόσμο. Καμμιά φορά λένε πως η τραγωδία της ζωής του καλλιτέχνη είναι που δεν μπορεί να πραγματοποιήση το ιδανικό του. Αλλά η αληθινή τραγωδία που παίρνει καταπόδι τους περισσότερους καλλιτέχνες είναι ότι πραγματοποιούν το ιδανικό τους και με το παραπάνω. Γιατί όταν το ιδανικό εκπληρωθή, του φεύγει το θαύμα και το μυστήριο και γίνεται απλώς μόνον αρχή για άλλο ιδανικό διαφορετικό. Να γιατί η μουσική είναι ο τέλειος τύπος της Τέχνης. Η μουσική ποτέ δεν μπορεί να φανερώση το τελικό μυστικό της. Αυτή επίσης είναι η εξήγηση της αξίας των ορίων στην τέχνη. Ο γλύπτης πρόθυμα παραιτά τη μίμηση του χρώματος κι ο ζωγράφος τις πραγματικές διαστάσεις των σχημάτων, γιατί με τέτοιες θυσίες κατορθώνουν ν' αποφεύγουν την παραπολύ ωρισμένη παράσταση της Πραγματικότητος, που θα ήταν απλή μίμηση, και την παραπολύ ωρισμένη πραγματοποίηση του Ιδανικού, που θα ήταν κάτι υπερβολικά διανοητικό. Μ' αυτή ακριβώς την ατέλειά της η Τέχνη γίνεται τέλεια σε Ομορφιά κ' έτσι αποτείνεται όχι στη δύναμη της αναγνωρίσεως ούτε στο λογικό, μα στην αισθητικήν αντίληψη μονάχα, που ενώ παραδέχεται το λογικό και την αναγνώριση ως στάδια της κατανοήσεως, τα υποτάζει και τα δυο σε μια καθαρά συνθετική εντύπωση του καλλιτεχνικού έργου στο σύνολό του και παίρνοντας ό,τι ξένα στοιχεία, που συγκινούν, μπορεί το έργο νάχη, μεταχειρίζεται τη σύνθεσή τους αυτή σαν μέσο, με το οποίο μια πιο πλούσια αρμονία θα μπορούσε να προστεθή και στην τελικήν ακόμη εντύπωση. Βλέπεις λοιπόν πώς συμβαίνει ο αισθητικός κριτικός ν' απορρίπτη αυτούς τους ολοφάνερους τρόπους εκφράσεως της Τέχνης, που ένα μήνυμα μονάχα έχουν να φέρουν κι άμα το φέρουν γίνονται μουγγοί και στείροι, και ν' αποζητά τρόπους, που υποβάλλουν ρέμβη ή παρόμοια ψυχική διάθεση και με τη φανταστική τους ομορφιά όλες τις εξηγήσεις δείχνουν αληθινές, μα καμμιάν απ' αυτές τελική. Κάποια βέβαια ομοιότητα η δημιουργική εργασία του κριτικού θα έχη με το έργο που τον έσπρωξε στη δημιουργία, μα θάναι τέτοια ομοιότης, που υπάρχει όχι μεταξύ της Φύσεως και του καθρέφτη που υποθέτουμε πως ο ζωγράφος τοπείων ή πορτραίτων βαστούσε αντίκρυ της, αλλά μεταξύ της Φύσεως και του έργου του διακοσμητή καλλιτέχνη. Απαράλλακτα όπως 'πάνω στα δίχως άνθια Περσικά χαλιά τριαντάφυλλα και λαλέδες λουλουδίζουν κ' είν' εράσμια στην όψη, μολονότι δεν παριστάνονται σε σχήματα και γραμμές που να ξεχωρίζουν, όπως το μαργαριτάρι κ' η πορφύρα του θαλασσινού όστρακου καθρεφτίζεται στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας· καθώς ο θόλος του θαυμαστού παρεκκλησίου της Ραβέννας στολίζεται πολυτελέστατα με το χρυσό και το πράσινο και το ζαφειρένιο της ουράς του παγωνιού, μολονότι τα πουλιά της Ήρας δεν φτερουγίζουν εκεί μέσα, έτσι ο κριτικός ξαναπαράγει το έργο που κρίνει με τρόπο, που δεν είναι ποτέ μιμητικός και που μέρος της γοητείας του ίσα-ίσα αποτελεί η απόρριψις της ομοιότητος, και μας δείχνει μ' αυτόν τον τρόπον όχι μονάχα τη σημασία μα και το μυστήριο της Ομορφιάς, και μεταφέροντας κάθε τέχνη στη Φιλολογία λύει συγχρόνως το πρόβλημα της ενότητος της Τέχνης. Μα βλέπω πως είναι ώρα για σουπέ. Αφού κατεβάσουμε λίγο Chambertin(95) και μερικούς ορτολάνους, θα πάρουμε το ζήτημα του κριτικού ως ερμηνευτή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! παραδέχεσαι λοιπόν ότι επιτρέπεται καμμιά φορά ο κριτικός να εξετάζη τα πράγματα όπως αληθινά είναι;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό. Μπορεί ίσως να το παραδεχθώ ύστερ' από το σουπέ. Το σουπέ έχει μια διαβολική επίδραση.