ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΟΝΤΥΛΙ, ΜΟΛΥΒΟΚΟΝΤΥΛΟ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΙ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ

ΚΟΝΤΥΛΙ, ΝΟΛΥΒΟΚΟΝΤΥΛΟ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΙ

Πάντοτε ήταν ζήτημα μομφής εναντίον των καλλιτεχνών και των ανθρώπων των γραμμάτων ότι τους λείπει η ισορροπία και η τελειότης φύσεως. Κατά κανόνα έτσι πρέπει να είναι εξ ανάγκης. Εκείν' η συγκέντρωση της ματιάς και η ένταση για το σκοπό, που είναι τα χαρακτηριστικά της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, είναι καθ' εαυτά ένα είδος περιορισμού. Σε κείνους, που είναι απασχολημένοι απ' αρχής με την ομορφιά της φόρμας, τίποτε άλλο δεν φαίνεται να έχη μεγάλη σημασία. Μολοντούτο υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις του κανόνος αυτού. Ο Rubens υπηρέτησε ως πρέσβυς και ο Goethe ως πολιτικός σύμβουλος και ο Milton ως γραμματεύς στα λατινικά του Cromwell. Ο Σοφοκλής είχε πολιτικόν αξίωμα στην πατρίδα του· οι ουμορισταί και οι συγγραφείς δοκιμίων και μυθιστορημάτων της Νέας Αμερικής φαίνεται ότι τίποτε καλύτερο δεν επιθυμούν από το να γίνουν οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι της χώρας των και ο φίλος του Charles Lamb (35), ο Thomas Griffiths Wainewright, το θέμα του συντόμου αυτού απομνημονεύματος, μολονότι εξαιρετικά καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, ακολούθησε και άλλους κυρίους εκτός από την τέχνη, και ήταν όχι μονάχα ποιητής και ζωγράφος, τεχνοκρίτης, αρχαιοδίφης και συγγραφεύς στην πρόζα, ερασιτέχνης τερπνών πραγμάτων και διλλετάντης ωραίων πραγμάτων, αλλά και σιδηράς όχι μετρίας ή κοινής αξίας, κ' επιδέξιος και κρυφός φαρμακευτής δίχως ταίρι σχεδόν στον παρόντα και σ' οποιονδήποτε αιώνα.

Αυτός ο σημαντικός άνθρωπος, ο τόσο δυνατός στην πέννα, στο μολύβι και στο φαρμάκι, όπως ωραία είπε κάποιος μεγάλος ποιητής σημερινός, γεννήθηκε στο Chiswick στα 1794. Ο πατέρας του ήταν γυιός ενός διασήμου επιτρόπου του Gray's Ιnn και Hatton Garden. Η μητέρα του ήταν κόρη του περιφήμου Dr. Griffiths, του ιδρυτή και εκδότη της &Μηνιαίας Επιθεωρήσεως&, του συνεταίρου σε μιαν άλλη φιλολογική επιχείρηση του Thomas Davis, του φημισμένου εκείνου βιβλιοπώλη, για τον οποίον ο Johnson είπε πως δεν ήταν βιβλιοπώλης, αλλά «ένας κύριος που ασχολείτο με βιβλία», του φίλου του Goldsmith (36) και του Wedgwood (37) και ενός από τους πιο γνωστούς ανθρώπους της εποχής του. Η κυρία Wainewright πέθανε είκοσι ενός ετών γεννώντας τον και μια νεκρολογία της στην «Gentleman's magazine» μας λέει για την «αξιολάτρευτη διάθεσή της και τα πολλά της προτερήματα» και προσθέτει κάπως χαριτωμένα: «υποθέτομε πως κατάλαβε τα έργα του κ. Locke (38) τόσον καλά όσον οποιοσδήποτε σημερινός από το ένα και το άλλο φύλο». Ο πατέρας του δεν έζησε πολύν καιρό ύστερ' από το θάνατο της νέας του γυναίκας και το μικρό παιδί φαίνεται πως ανατράφηκε από τον πάππο του, και όταν αυτός πέθανε στα 1803, από το θείο του George Edward Griffiths, που ύστερα τον εφαρμάκωσε. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Linden House Turnham Green, μιαν από κείνες τις ωραίες κατοικίες της εποχής του βασιλέως Γεωργίου, που δυστυχώς εξαφανίστηκαν με την εισβολήν του κτίστη των προαστείων και που εις στους ερατεινούς κήπους και το δασωμένο πάρκο του χρωστούσε εκείνον τον απλοϊκό και δίχως πάθος έρωτα της φύσεως, που δεν τον αφήκε ποτέ σ' όλη του τη ζωή και που τον έκανε τόσο παράξενα δεκτικόν της πνευματικής επιδράσεως της ποιήσεως του Wordsworth. Σπούδασε στην Ακαδημία του Charles Burney στο Hammersmith. Ο κ. Burney ήταν ο γυιός του ιστορικού της μουσικής και ο πλησιέστερος συγγενής του καλλιτέχνη νέου, που προωρισμένος ήταν να γίνη ο σπουδαιότερος μαθητής του. Φαίνεται πως ήταν άνθρωπος με αρκετή μόρφωση και σε κατόπιν χρόνια ο κ. Wainewright συχνά μιλούσε με πολλή συμπάθεια γι' αυτόν ως φιλόσοφον, αρχαιολόγον και θαυμάσιον δάσκαλον, που, ενώ εκτιμούσε το διανοητικό μέρος της αγωγής, δεν ξεχνούσε την σπουδαιότητα της ηθικής ανατροφής στη μικρήν ηλικία. Με τις οδηγίες του κ. Burney πρώτα ανέπτυξε το καλλιτεχνικό του ταλέντο και ο κ. Hazlitt (39) αναφέρει ότι κάποιο βιβλίο ιχνογραφικό, που μεταχειριζόταν στο σχολείο, είναι υπαρκτόν ακόμα και τώρα και δείχνει μεγάλο ταλέντο και φυσικό αίσθημα. Και πρώτα η ζωγραφική τον είχε γοητεύσει. Πολύ αργότερα αποζήτησε την έκφραση με την πέννα ή το δηλητήριο.

Πρωτήτερα όμως απ' αυτό φαίνεται ότι παρασύρθηκε από παιδικά ρομαντικά όνειρα και τον ιπποτισμό της στρατιωτικής ζωής κ' έγινε νεαρός στρατιώτης της φρουράς. Αλλά η αμέριμνη άσωτη ζωή των συντρόφων του δεν πέτυχε να ικανοποιήση τη λεπτή καλλιτεχνικήν ιδιοσυγκρασία ενός που ήταν πλασμένος γι' άλλα πράματα. Σε λίγον καιρό είχε βαρεθή την υπηρεσία. «Η τέχνη, μας λέει με λόγια που ακόμα συγκινούν πολλούς με τη θερμή τους ειλικρίνεια και την παράξενη φωτιά τους, η τέχνη άγγισε τον αποστάτη της· με την αγνή κ' ευγενικήν επίδρασή της η βλαβερή ομίχλη διαλύθηκε· τα αισθήματά μου τα ξεραμένα, τα θερμασμένα και θολωμένα τα αναζωογόνησε με μια δροσερή, φρέσκη ανθοφορία, απλή κι όμορφη για τους ανθρώπους με την απλή καρδιά». Όμως η τέχνη δεν ήταν η μόνη αιτία της αλλαγής. «Τα έργα του Wordsworth, εξακολουθεί, συντελέσανε πολύ στο να γαληνέψη ο ζαλιστικός στρόβιλος που εξ ανάγκης συμπίπτει με τις ξαφνικές μεταβολές. Έχυσα απάνω τους δάκρυα ευτυχίας κ' ευγνωμοσύνης».

Σύμφωνα με την αλλαγήν αυτή αφήκε το στρατό με την τραχεία ζωή του στρατώνα και τις χοντρές φλυαρίες του συσσιτίου και γύρισε ξανά στο Linden House γεμάτος με τον νεογέννητον αυτόν ενθουσιασμό για μόρφωση. Μια σοβαρή αρρώστεια, στην οποία, για να μεταχειριστούμε τα δικά του λόγια, «συντρίφτηκε σαν πήλινο κανάτι», τον εγονάτισε για κάμποσον καιρό. Ο λεπτά κουρδισμένος οργανισμός του, όσον αδιάφορος κι αν μπορούσε να ήταν στο να επιβάλλη πόνους στους άλλους, ήταν ο ίδιος παραπολύ ευαίσθητος στον πόνο. Οπισθοχωρούσε μπροστά στα βάσανα, σαν μπροστά σε κάτι που μπορούσε να χαλά και να κολοβώνη τη ζωή του ανθρώπου και φαίνεται πως είχε περιπλανηθή μέσα σ' εκείνη την τρομερή κοιλάδα της μελαγχολίας, απ' την οποίαν τόσα μεγάλα, ίσως μεγαλύτερα, πνεύματα ποτέ πια δεν ανάκυψαν. Όμως αυτός ήταν νέος — μονάχα εικοσιπέντε χρόνων — και γρήγορα βγήκε έξω από τα πεθαμένα μαύρα νερά, όπως τα έλεγε, στην ευρύτερη ατμόσφαιρα της ανθρωπιστικής αναπτύξεως. Τον καιρό που αναλάμβανε από την αρρώστεια, που τον είχε οδηγήσει ίσαμε τις πύλες του Θανάτου, του κατέβηκε η ιδέα να υιοθετήση τη φιλολογία σαν μια τέχνη. «Είπαμε με τον John Woodvill (40), λέει, πως «θα ήταν θεία ζωή να μένη κανείς σε τέτοιο στοιχείο», να βλέπη, ν' ακούη, να γράφη γενναία πράγματα.

«Οι υψηλές αυτές κι ορμητικές της ζωής οι γλύκες δε μετριάζονται ποτές απ' του πεθαμού το φόβο».

Είναι αδύνατο να μη νοιώση κανείς ότι σ' αυτό εδώ το κομμάτι έχομε την έκφραση ενός ανθρώπου, που είχε αληθινό πάθος για τα γράμματα. «Να βλέπη, ν' ακούη να γράφη γενναία πράματα», να, ποιος ήταν ο σκοπός του.

Ο Scott, ο εκδότης του &Λονδινείου Περιοδικού&, έκπληκτος για την ιδιοφυία του νέου, είτε υπό την επίδραση της παράξενης γοητείας, που εξασκούσε σ' όποιον έκανε τη γνωριμία του, τον εκάλεσε να γράψη σειράν άρθρων επάνω σε καλλιτεχνίας ζητήματα και με διάφορα φανταστικά ψευδώνυμα άρχισε εκείνος να συνεισφέρη στη φιλολογία της εποχής του. Janus Weathercock, Egomet Bonmot και Van Vinhvooms ήτανε μερικές από τις αλλόκοτες μάσκες κάτω από τις οποίες θέλησε να κρύβη τη σοβαρότητά του, ή να ξεσκεπάση την ελαφρότητά του. Η μάσκα μας λέει πιο πολλά πράματα παρά το πρόσωπο. Αυτές οι μεταμφιέσεις ετόνωσαν την προσωπικότητά του. Σε απίστευτα σύντομο διάστημα καιρού έκανε μάρκα δική του. Ο Charles Lamb μιλεί για τον «ευγενικόν, ανοιχτόκαρδο Wainewright, του οποίου η πρόζα έρχεται «πρώτη στη σειρά». Ακούσαμε να λένε γι' αυτόν πως γλεντούσε σ' ένα petit-dîner μαζί τον Macready (41) τον John Forster (42), τον Maginn (43), τον Talfourd (44), τον Sir Wentworth Dilke, τον ποιητήν John Clare (45) κι άλλους. Όπως ο Disraeli αποφάσισε να εκπλήξη την πόλη ως δανδής και τα ωραία του δαχτυλίδια, το παληό γλυμμένο πετράδι της καρφίτσας του και τα μουχρά λεμονόχρωμα πέτσινα γάντια του ήταν πολύ γνωστά και ο Hazlitt τα θεωρούσε πράγματι σα σημάδια νεωτερισμού στη φιλολογία· ενώ τα άφθονα κατσαρά μαλλιά του, τα ωραία του μάτια, και τα λεπτά άσπρα χέρια του τού έδιναν την επικίνδυνη κ' ευχάριστη διάκριση, που τον έδειχνε διαφορετικόν από τους άλλους. Υπήρχε κάτι σ' αυτόν από τον Lucien de Rubempré του Balzac. Πού και πού μας υπενθυμίζει τον Julien Sorel. Ο de Quincey (46) τον είδε κάποτε. Ήταν σ' ένα γεύμα στου Charles Lamb. «Στη συντροφιά ανάμεσα — κ' ήταν όλοι τους άνθρωποι των γραμμάτων — εκάθησε ένας φονιάς», έτσι μας τα διηγείται και προχωρώντας περιγράφει πως εκείνη την ημέρα είχε αρρωστήσει κ' είχε αηδιάσει και την ανδρική και τη γυναικεία μορφή κι ωστόσο έννοιωσε τον εαυτό του πως κύτταζε μ' ένα διανοητικό ενδιαφέρον πέρα στην άλλη άκρη του τραπεζιού τον νεαρό συγγραφέα, που κάτω από τους προσποιημένους του τρόπους του φάνηκε πως κρυβόταν μι' ανεπιτήδευτη αισθηματικότης, και συλλογίζεται «ποια ξαφνική ανάπτυξη αλλόκοτου ενδιαφέροντος» θα του άλλαζε τη διάθεση, αν ήξερε τότε ποιου φοβερού αμαρτήματος ήταν ήδη ένοχος ο φιλευόμενος, που τόση προσοχή του έδινε ο Lamb.

Της ζωής τούτου το έργο υπάγεται φυσικά στις τρεις κατηγορίες, που το υπέβαλε ο κ. Swinburne και μπορεί να γίνη εν μέρει παραδεκτόν ότι, αν αφήσουμε κατά μέρος τα κατορθώματά του σχετικά με τη δηλητηρίαση, ό,τι πράγματι μας αφήκε δύσκολα δικαιολογεί τη φήμη που έχει.

Αλλά μονάχα οι Φιλισταίοι ζητούν να εκτιμήσουν μια προσωπικότητα με το χυδαίο μέτρο της παραγωγής. Αυτός ο νεαρός δανδής κάλλιο το είχε κάτι να γίνη παρά κάτι να κάνη. Ανεγνώρισε ότι η ζωή η ίδια είναι μία τέχνη κ' έχει το ύφος της απαράλλακτα όπως οι τέχνες, που ζητούν να την εκφράσουν. Ούτε και είναι δίχως ενδιαφέρον το έργο του. Ακούσαμε να λεν ότι ο William Blake (47) σταμάτησε κάποτε στην Βασιλικήν Ακαδημία μπροστά σε μια από τις εικόνες του και τη χαρακτήρισε ως «πολύ όμορφη». Τα δοκίμιά του προδιέγραψαν πολλά απ' όσα πραγματοποιήθηκαν κατόπιν. Φαίνεται ωσάν να επρόλαβε μερικά από κείνα τα συμβάντα της νεωτέρας πνευματικής καλλιεργείας, που θεωρούνται από πολλούς ως ουσιώδη. Γράφει για τη Τζιοκόντα και για μερικούς αρχαιoτέρους Γάλλους ποιητάς ως και για την Ιταλικήν Αναγέννηση. Αγαπά τα ελληνικά πολύτιμα πετράδια και τα περσικά χαλιά και τις μεταφράσεις, της εποχής της Ελισάβετ, του &Έρωτα και της Ψυχής& και την &Υπνερωτομαχίαν& και τους τρόπους του δεσίματος των βιβλίων και τις παλαιικές εκδόσεις και τα δοκίμια με τα πλατειά περιθώρια. Είναι οξύτατα αισθαντικός για την αξία του κάθε φορά ωραίου περιβάλλοντος και ποτέ δεν κουράζεται να μας περιγράφη τις κάμαρες, που μέσα τους έζησε, ή θα του άρεζε να ζήση. Είχε εκείνον τον παράξενον έρωτα του πρασίνου, που στα άτομα είναι πάντα σημάδι μιας λεπτής καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας και στα έθνη λένε πως δείχνει μια χαλαρότητα, αν όχι παρακμήν ηθών. Όπως ο Beaudelaire, αγαπούσε πολύ τις γάτες και σαν τον Gautier μαγεύονταν από κείνο το «γλυκό μαρμάρινο τέρας» διπλού φύλου, που μπορούμε και τώρα να ιδούμε στη Φλωρεντία και στο Λούβρο.

Υπάρχει φυσικά πολύ μέρος στις περιγραφές του, και σε όσα υποβάλλει σχετικά με τη διακοσμητική, που δείχνει πως δεν ελευθερώθηκε τελείως από το ψεύτικο γούστο της εποχής του. Όμως είναι φανερόν ότι ήταν ο πρώτος, που αναγνώρισε ποτέ, ότι το κλειδί της αισθητικής εκλεκτικότητος είναι η αρμονία όλων των αληθινά ωραίων πραγμάτων ασχέτως με χρόνο ή τόπο, σχολήν ή τεχνοτροπία. Ένοιωσε ότι στη διακόσμηση μιας κάμαρας, που δεν θα είναι για επίδειξη παρά για κατοικία, δεν πρέπει ν' αποβλέψουμε ποτέ σε καμμιάν αρχαιολογικήν ανόρθωση των περασμένων, ούτε να βαρύνουμε τον εαυτό μας με οποιαδήποτε φανταστικήν ανάγκη ιστορικής ακριβείας. Σ' αυτή την καλλιτεχνικήν αντίληψη είχε όλως διόλου δίκηο. Όλα τα όμορφα πράματα ανήκουν στην ίδιαν εποχή.

Κ' έτσι στη βιβλιοθήκη του, όπως μας την περιγράφει ο ίδιος, βρίσκουμε το αβρό πήλινο Ελληνικό αγγείο με τις εξαίρετες ζωγραφιστές όψεις του και το μισοσβυσμένο: ΚΑΛΟΣ χαριτωμένα ακόμη στην πλευρά του· κι από πίσω κρέμεται μια χαλκογραφία της «Δελφικής Σίβυλλας» του Michael Angelo ή του «Ειδυλλίου» του Giorgione. Εδώ είναι ένα κομμάτι Φλωρεντινής μαγιόλικας (48) κ' εκεί μια χοντρή λάμπα από κανέναν παληό Ρωμαϊκόν τάφο. Απάνω στο τραπέζι στέκει ένα βιβλίο των ωρών «μέσα σε σκέπασμα από στερεό επιχρυσωμένον ασήμι, επεξεργασμένο με παράξενα σχέδια και κατάστικτο από μικρά μπριλλάντια και ρουμπίνια», και δίπλα σ' αυτό «συμμαζεμένο ένα μικρό άσχημο τέρας, κανένας Λάρος (49) ίσως, βγαλμένος πάνω στο σκάψιμο από κανέν' από τα ηλιόλουστα χωράφια της σιτοφόρου Σικελίας». Μερικοί αρχαίοι μπρούντζοι βρίσκονταν σε αντίθεση «με την ωχρά λάμψη δυο ευγενικών &Χριστών Εσταυρωμένων&, που ο ένας είναι χαραγμένος σε φίλντισι και ο άλλος αποτυπωμένος σε κερί». Έχει τους δίσκους του από λίθους της Tassie, τη λεπτή του μπομπονιέρα συρμού Λουδοβίκου XIV με μια μινιατούρα από τον Petitot (50), τις πολυάκριβες του «χωματένιες συρματόπλεκτες γύρω καφετί τσαϊέρες», την από πετσί μαροκινό λεμονί επιστολοθήκη του και το κάθισμά του το «καταπράσινο à la Pomone (51)».

Μπορεί κανείς να τον φαντασθή ανάμεσα στα βιβλία του, τις εικόνες και τις χαλκογραφίες του, σωστόν βιρτουόζο, βαθύ τεχνοκρίτη να ξεφυλλίζη την ωραία συλλογή του Μάρκου Αντωνίου και το «Liber Studiorurn» του Turner, του οποίου ήταν θερμός θαυμαστής, ή να εξετάζη μ' ένα μεγεθυντικό φακό μερικά από ταρχαία διαμαντικά και τις δαχτυλιδόπετρές του, «την κεφαλή του Αλεξάνδρου πάνω σ' έναν αχάτη με διπλή όψη» ή «εκείνο το έξοχο «altissino relievo απάνω σε μισοδιάφανον όνυχα, τον Δία τον Αιγίοχο». Πάντα ήταν μεγάλος ερασιτέχνης εγγλύφων και δίνει μερικές πολύ χρήσιμες οδηγίες για τον καλύτερο τρόπο να σχηματίση κανείς συλλογή. Και πραγματικώς, ενώ τέλεια εκτιμούσε τη νέα τέχνη, ποτέ δεν ξέχασε τη σπουδαιότητα της αναπαραστάσεως των μεγάλων αριστουργημάτων του παρελθόντος κι ό,τι λέει για την αξία των γύψινων καλουπιών είναι αξιοθαύμαστο.

Ως τεχνοκρίτης ασχολήθηκε αρχικά με τις σύνθετες εντυπώσεις που αφίνει ένα έργο Τέχνης, και ασφαλώς το πρώτο βήμα στην αισθητική κριτική είναι να εκτιμά κανείς τις δικές του εντυπώσεις. Δεν έδωκε καμμιά προσοχή στις αφηρημένες συζητήσεις για τη φύση του ωραίου και η ιστορική μέθοδος, που ανέκαθεν έφερε τόσο πλούσιους καρπούς, δεν ήταν της εποχής του, όμως ποτέ δεν εξέχασε τη μεγάλην αλήθεια, ότι η πρώτη επίκληση της τέχνης δεν γίνεται ούτε στο μυαλό ούτε στην αισθαντικότητα, αλλά στην καλλιτεχνικήν ιδιοσυγκρασία· και πολλές φορές τονίζει ότι αυτή η ιδιοσυγκρασία, αυτό το «γούστο», όπως το λέει, ασυναίσθητα οδηγούμενο και τελειοποιούμενο με τη συχνήν επαφή με τα καλύτερα έργα στο τέλος μορφώνεται σε μιαν ορθή κρίση. Φυσικά είναι συρμοί στην τέχνη, όπως είναι η μόδα στη φορεσιά, κ' ίσως κανένας από μας δεν μπορεί τέλεια να ελευθερώση τον εαυτό του από την επίδραση της συνήθειας και του νεωτερισμού. Βέβαια δεν μπορούσε, κ' ειλικρινά ομολογεί πόσο δύσκολο είναι να κάνη κανείς μια σωστήν εκτίμηση της σύγχρονης εργασίας. Αλλά συνολικά το γούστο του ήταν καλό και γερό. Εθαύμαζε τον Turner και τον Constable (52) τον καιρό που δεν τους πρόσεχε κανένας, όπως γίνεται τώρα, και το ξάνοιξε πως από την υψηλή τέχνη της σκηνογραφίας απαιτούμε κάτι περισσότερον από απλή βιομηχανία κι ακριβή αντιγραφή. Για την άποψη 'Ερεκιώνος σιμά στο Norwich' του Crome (53) παρατηρεί ότι δείχνει «πόσο μια λεπτομερής εξέταση των στοιχείων στο άγριο φανέρωμά τους βοηθεί κι όταν πρόκειται για ένα δίχως ενδιαφέρον κάμπο» και για το λαϊκό τύπο της σκηνογραφίας των ημερών του λέει ότι είναι «μία απλή απαρίθμηση λόφων και λαγκαδιών, κούτσουρων από δέντρα, βάτων, νερών, λειβαδιών, καλυβιών και σπιτιών· κάτι παραπάνω από την τοπογραφία, είδος χαρτογραφίας με εικόνες, από την οποία λείπουν τα ουράνια τόξα, οι ραγδαίες βροχές, οι καταχνιές, τα φωτοστέφανα, οι πλατιές ακτίνες που πετούν ανάμεσα σε σχισμένα σύγνεφα, οι καταιγίδες, το φως των αστεριών, όλα τα πολυάκριβα του αληθινού ζωγράφου». Δεν του άρεσε καθόλου το πεζόν ή η κοινοτοπία στην τέχνη, κ' ενώ ευχαριστιούνταν να διασκεδάζη τον Wilkie στο γεύμα, τόσο λίγη σημασία έδινε στις εικόνες του Sir David (54) όση και στα ποιήματα του Crabbe (55). Δεν συμπαθούσε τις μυστικές και ρεαλιστικές τάσεις του καιρού του, και μας λέει καθαρά πως ο μεγάλος θαυμασμός προς τον Fuseli οφείλεται κατά μέγα μέρος στο ότι ο μικρός Ελβετός δεν θεωρούσε απαραίτητον ένας ζωγράφος να ζωγραφίζη μοναχά ό,τι βλέπει. Οι αρετές που αποζητούσε σε μιαν εικόνα ήταν η σύνθεση, η ομορφιά και η ευγενικότης των γραμμών, ο πλούτος των χρωμάτων κ' η δύναμη της φαντασίας. Εξ άλλου όμως δεν ήταν και δογματικός. «Υποστηρίζω ότι κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί να κριθή με άλλους κανόνες παρά με κείνους που βγαίνουν απ' το ίδιο το έργο· αν είναι συνεπές ή όχι με τον εαυτό του, ιδού το ζήτημα». Αυτός είναι ένας από τους εξόχους αφορισμούς του. Κι όταν κρίνη ζωγράφους τόσο διαφορετικούς, όπως ο Landseer (56) και ο Martin (57), ο Hohtard (58) και ο Etty (59), δείχνει, για να μεταχειρισθούμε μια φράση κλασσική πια, πως προσπαθεί «να βλέπη τα αντικείμενα όπως είναι αυτά καθ' εαυτά».

Ωστόσο, καθώς πρωτήτερα υπέδειξα, ποτέ δεν μένει τελείως ευχαριστημένος με τις κριτικές του απάνω σε σύγχρονά του έργα. «Το παρόν, λέει, μου είναι μια τόσον ευχάριστη σύγχυση, όσον ο Αριόστος, όταν πρώτη φορά τον εδιάβασα… Τα νεωτεριστικά με θαμπώνουν. Πρέπει να τα βλέπω με το τηλεσκόπιο του Χρόνου. Ο Elia παραπονιέται ότι σ' αυτόν η αξία ενός χειρογράφου ποιήματος είναι ασαφής. Το «τύπωμα», όπως εξαίρετα μας λέει, «την ορίζει. Πενήντα χρόνων σκουριά κάνει το ίδιο στις εικόνες». Είναι πιο ευτυχής, όταν γράφη για τον Watteau και τον Lancret, για τον Rubens, για τον Giorgione, για τον Rembrandt και τον Corregio και τον Michael Angelo· ευτυχέστατος δε, όταν γράφη για ελληνικά πράματα. Ό,τι ήταν γοτθικό πολύ λίγο τον εσυγκίνησε, αλλά η κλασσική τέχνη και η τέχνη της Αναγεννήσεως του ήταν πάντα αγαπητές. Έννοιωσε το τι η δική μας η Αγγλική Σχολή μπορούσε να κερδίση από τη μελέτη των ελληνικών προτύπων και ποτέ δεν κουράζεται να υποδεικνύη στο νέο σπουδαστή τις καλλιτεχνικές δυνάμεις που κρύβονται μέσα στα ελληνικά μάρμαρα και τον ελληνικόν τρόπο της εργασίας. Στις κρίσεις του για τους μεγάλους Ιταλούς Καλλιτέχνες, λέει ο de Quincey, «φάνηκε ένας τόνος ειλικρίνειας και φυσικής αισθαντικότητος, όπως θα συνέβαινε με κείνον που θα μιλούσε σύμφωνα με τη δική του γνώμη και δεν θα ήταν απλός αντιγραφεύς βιβλίων». Ο μεγαλύτερος έπαινος που μπορεί να του κάνουμε είναι ότι προσπάθησε να ζωντανέψη το ύφος σα μια συνειδητή παράδοση. Όμως είδε πως κανένας αριθμός διαλέξεων για την Τέχνη, ούτε κανενός είδους συνέδρια περί τέχνης, ή «σχέδια για την προαγωγή των καλών τεχνών», δεν θα φέρουν ποτέ αυτό το αποτέλεσμα. Οι άνθρωποι, λέει πολύ σωστά, και με το αληθινό πνεύμα της Toynbee Hall (60), πρέπει πάντα νάχουν «μπροστά στα μάτια τους τα καλύτερα μοντέλα».

Όπως θα περίμενε κανείς από έναν που υπήρξε ζωγράφος, συχνά είναι παραπολύ τεχνικός στις τεχνοκρισίες του. Για του Τεντορέ το έργο «Ο Άγιος Γεώργιος σώζων την Αιγυπτίαν πριγκήπισσαν από τον Δράκοντα» παρατηρεί τακόλουθα:

«Το φόρεμα της Sabra, ζωηρού πρωσσικού μπλε, ξεχωρίζει από τωχρό πρασινωπό φόντο με μια κόκκινη σαν κιννάβαρι σάρπα· και στους δυνατούς χρωματισμούς των δύο ανταποκρίνονται σε χαμηλότερον, όπως έπρεπε, τόνο τα πορφυρένια ρούχα κ' η γαλαζωτή σιδερένια πανοπλία του Αγίου δίπλα σε μια ισορροπία του ζωηρά γαλανού παραπετάσματος του προσκηνίου με τις λουλακί σκιές του αγρίου δάσους, που τριγυρίζει το κάστρο».

Και σ' άλλο μέρος μιλεί σοφά για «μιαν αβρά Schiavone ποικιλμένη ωσάν πρασιά λαλέδων με πλούσιους σκόρπιους χρωματισμούς», για «έν' ακτινοβόλο πορτραίτο, αξιοπαρατήρητο τη morbidezza (61) του, του φειδωλού Moroni» και για μιαν άλλη εικόνα «χυλώδη στη σάρκα».

Αλλά κατά κανόνα τις εντυπώσεις του από το έργο τις θεωρεί ως ένα καλλιτεχνικό σύνολο και φροντίζει να μεταμορφώνη τις εντυπώσεις του αυτές σε λόγια, να δίνη δηλαδή το φιλολογικόν αντίστοιχο στο φανταστικό και διανοητικό προϊόν. Ήταν ένας από τους πρώτους που ανέπτυξαν τη φιλολογία της τέχνης, όπως την είπαν, του δεκάτου εννάτου αιώνος, τη φόρμα εκείνη της φιλολογίας, που οι πιο τέλειοι αντιπρόσωποί της υπήρξαν ο Ruskin και ο Browning (62). Η περιγραφή του έργου του Lancret (63) «Ιταλικόν Συμπόσιον», όπου «μια μαυρομαλλούσα κόρη ερωτευμένη με την κακία κοίτεται ξαπλωμένη απάνω στο χόρτο το σπαρμένο με μαργαρίτες», είναι από μερικές επόψεις πολύ γοητευτική. Ιδού η ερμηνεία του της «Σταυρώσεως» του Rembrandt· είναι πολύ χαρακτηριστική του ύφους του:

«Σκοτάδι — μαύρο σαν καπνιά κι απαίσιο σκοτάδι — περικλείει ολόκληρη τη σκηνογραφία· μονάχα πάνω από το καταραμένο ξύλο, ωσάν από μια φρικώδη χαραμάδα του ολοσκότεινου ταβανιού, πλημμύρα βροχής, χιονόνερο, νερό άχρωμο ρέει κάτω μ' ορμή, σκορπίζοντας ένα φως πρισματικό, φρικαλέο, φοβερώτερον ακόμη κι από την ψηλαφητή νύκτα. Τώρα η γη λαχανιάζει δυνατά και γρήγορα! Ο σκοτισμένος Σταυρός τρέμει! Οι ανέμοι εσώπασαν — ο αγέρας ησυχάζει — μια καταχθόνια βουή βογγάει κάτω από τα πόδια τους και μερικοί από τον άθλιον εκείνον όχλο αρχίζουν να κατεβαίνουν από το λόφο. Τα άλογα μυρίζονται τον επερχόμενο τρόμο κι αδάμαστα από το φόβο τους καταντούν. Γοργοσιμώνει η στιγμή όπου σχεδόν κομματιασμένος από το ίδιο του βάρος, εξαντλημένος από το χαμένον αίμα που τρέχει τώρα σε λεπτότερα ρέμματα από τις σχισμένες Του φλέβες, με τα μηλίγγια και το στήθος βουτημένα στον ίδρωτα και τη μελανιασμένη Του γλώσσα ξεραμμένη από τον πύρινο του θανάτου πυρετό, ο Ιησούς κράζει «Διψώ». Και το φονικό ξείδι υψώνεται προς Αυτόν.

»Το κεφάλι Του γέρνει και το ιερό κορμί αναίσθητο κουνιέται πάνω στο Σταυρό. Αστραπή κόκκινης φλόγας διαπερνά την ατμοσφαίρα κ' εξαφανίζεται. Σπάζουν οι βράχοι του Καρμήλου και του Λιβάνου· η θάλασσα κυλάει ψηλά από την άμμο τα μαύρα βορβορώδη κύματά της. Η γη ανοίγει κ' οι τάφοι αφίνουν ελεύθερους τους κατοίκους των. Οι νεκροί κ' οι ζωντανοί ανακατωμένοι σε τέτοιο αφύσικο συναπάντημα τρέχουν μες στην ιερή πόλη. Νέα θαύματα τους περιμένουν εκεί. Το καταπέτασμα του ναού — το αδιαπέραστο καταπέτασμα — σχίζεται από πάνω ίσαμε κάτω κ' εκείνο το φοβερό απομονωτήριο, που έκλεινε τα Εβραϊκά μυστήρια — τη μοιραία Κιβωτό με τις τράπεζες και την Επτάφωτη λυχνία — ξεσκεπάζεται κάτω από το φως υπερφυσικής φλόγας στο πλήθος που απομακρύνθη από το Θεό!

»Ο Rembrandt ποτέ δεν εζωγράφισε με χρώματα αυτό το σκίτσο κ' είχε πολύ δίκηο. Θάχανε σχεδόν όλα του τα θέλγητρα, χάνοντας εκείνον τον ελκυστικό πέπλο της αοριστίας, που δίνει τόση ευρυχωρία στην αβέβαιη φαντασία για ν' ασκήται. Τώρα είναι σαν κάτι από άλλον κόσμο. Ένα σκοτεινό βάραθρο μας χωρίζει. Μονάχα νοερώς μπορεί να το ζυγώσουμε».

Σ' αυτό το κομμάτι γραμμένο — μας το λέει ο συγγραφεύς — «με φόβο κ' ευλάβεια» υπάρχει κάτι τι το φοβερό και πολύ που είναι όλως διόλου φρικαλέο, αλλά με δύναμη λίγο ωμή ή όπως δήποτε με κάποιαν ωμή βιαιότητα λέξεων, ιδιότητα που η σημερινή εποχή πολύ θα την εκτιμούσε, γιατί είναι το κύριό της ελάττωμα.

Πιο ευχάριστο είναι ωστόσο να πάρουμε τώρ' αυτή δα την περιγραφή του «Κεφάλου και της Πρόκριδος (64)» του Giulio Romano (65):

«Πρέπει να διαβάσουμε το θρήνο του Μόσχου για το Βίωνα, το γλυκό βοσκό, προτού να κυττάξουμε τούτη την εικόνα, ή να σπουδάσουμε πρώτα την εικόνα σαν προετοιμασία για το θρήνο. Τις ίδιες σχεδόν μορφές έχομε και στα δυο. Για το κάθε θύμα ψιθυρίζουν τα ψηλά άλση και τα δασωμένα άντρα· τα λουλούδια βγάζουνε μελαγχολική ευωδιά από τα μπουμπούκια τους· ταηδόνι μυρολογάει στους γκρεμνούς και το χελιδόνι μες στις φιδωτές λαγκαδιές· όμοια οι σάτυροι κ' οι φαύνοι με το μαύρο πέπλο βογγάνε, κ' οι νεράιδες μες στο ρουμάνι λυώνουν στα δάκρυα. Τα πρόβατα και οι τράγοι αφίνουν τη βοσκή τους· κ' οι ορειάδες που τους αρέσει να σκαρφαλώνουν στις άφταστες κορφές των ολόισων βράχων κατεβαίνουν με τρεχάλα μακριά από το άσμα των ανεμόδαρτων πεύκων τους, ενώ οι δρυάδες σκύβουν από τα κλαδιά των δέντρων, που ανταμώνονται, και τα ποτάμια βουίζουν πένθιμα για την κάτασπρη Πρόκριδα σε πολυστέναχτα ρέμματα «γεμίζοντας από βουή τον απέραντον Ωκεανό».

»Οι χρυσές μέλισσες λουφασμένες είναι πάνω στον γεμάτο θυμάρι Υμηττό και το κέρας του έρωτος της Ηούς δεν θα σκορπίζη πια το κρύο λυκαυγές απ' την κορφή του. Το προσκήνιο είναι ένα χορτοσκεπασμένο κ' ηλιοκαμμένο ανάχωμα σκασμένο σε ψηλώματα και κοιλώματα σαν κύματα, που γίνονται πιο ανώμαλα από πολλές ρίζες και κούτσουρα δέντρων, πελεκημένων άκαιρα, που ξεπετούνε πάλι πρασινωπά βλαστάρια. Το ανάχωμα αυτό απότομα ψηλώνει δεξιά απόνα πυκνό αλσύλλιο, αδιαπέραστο απ' το φως οποιουδήποτε άστρου, που μπροστά στην είσοδό του κάθεται ο κεραυνόπληκτος Θεσσαλός βασιληάς, βαστώντας ανάμεσα στα γόνατά του το φιλντισένιο κείνο κορμί, που μια στιγμή πρωτήτερα παραμέριζε τα πυκνά κλαριά με το ίσιο του μέτωπο και πατούσε πάνω στις τσουκνίδες και τα λούλουδα με πόδι που το είχε αγκυλώσει η ζήλεια και τώρα δίχως τρόπο να του δοθή βοήθεια βαρύ είναι κι ολότελ' ακίνητο, εκτός όταν ο ζέφυρος ανεμίζη τα πυκνά μαλλιά του.

»Ανάμεσ' από τους πυκνοφυτεμμένους γύρω κορμούς των δέντρων σαστισμένες οι νύμφες του ρουμανιού προσπερνούν βιαστικά με θορυβώδεις φωνές.

»Και σάτυροι προβαίνουν μ' ελαφόδερμα ντυμένοι και στεφανωμένοι με κισσό. Και στις κεράτινες μορφές τους παράξενη ζωγραφίζεται λύπη.

»Η Λαίλαψ ξαπλωμένη χάμου δείχνει με το λαχάνιασμά της τη γοργή περπατησιά του θανάτου. Από την άλλη μεριά του συμπλέγματος ο Ενάρετος Έρως με φτερά μαζωμέν' από τη λύπη προτείνει τη σαΐτα σ' έναν ολόκληρο λαό του ρουμανιού, που σιμώνει, από φαύνους, κριούς, τράγους, σατύρους και σατυρομάννες, που σφίγγουν τα μικρά τους δυνατώτερα με τα τρεμάμεν' από το φόβο τους χέρια, που όλοι μαζί τρέχουν απ' αριστερά μέσα σ' ένα βαθουλό δρομάκι ανάμεσα στο προσκήνιο κ' ένα βραχώδη τοίχο, που στα ριζά του μια βρύση χύνει απ' τον κρουνό της λυπητερά νερά. Πάνω και μακρύτερ' από την Εφιδρυάδα έν' άλλο θηλυκό τραβώντας τα μαλλιά της παρουσιάζεται ανάμεσα στους πλεγμένους γύρω με γιρλάντες κληματαριάς στύλους παρθένου άλσους. Το κέντρο της εικόνας είναι γεμισμένο με ισκιερά λειβάδια που γέρνουν προς τις εκβολές κάποιου ποταμού — πιο πέρα φαίνετ' η άπειρη δύναμη των ρεμμάτων του Ωκεανού, που απ' τα βάθη του η Ροδοδάκτυλος Ηώς, σβύνοντας ταστέρια, οδηγεί ψηλά τους θαλασσόβρεκτους ίππους της για να ιδή την αγωνία του πεθαμού της αντιπάλου της».

Αν η περιγραφή αυτή ξαναγραφόταν με προσοχή, θα ήταν πράγματι θαυμασία. Η ιδέα να κάνουν από ζωγραφιές πεζά ποιήματα είναι έξοχη. Πολύ μέρος της καλύτερης νέας φιλολογίας προέρχεται από την ίδια πηγή. Σε μια πολύ άσχημη κ' αισθαντική εποχή οι Τέχνες δανείζονται όχι απ' τη ζωή, αλλά η μια από την άλλη.

Οι συμπάθειές του ήταν το ίδια αξιοθαύμαστα ποικίλες. Σε καθετί λ.χ. που σχετίζονταν με τη σκηνή ενδιαφέρονταν παραπολύ κ' έντονα υποστήριζε την ανάγκη της αρχαιολογικής ακρίβειας στο κοστούμι και τη σκηνογραφία. «Στην τέχνη, λέει σ' έν' από τα δοκίμιά του, ό,τι αξίζει τον κόπο να γίνη, αξίζει να γίνη καλά» κ' εκφράζει την γνώμην ότι μια κ' επιτρέψουμε να μπαίνουνε κάποιοι αναχρονισμοί, γίνεται δύσκολο ύστερα να ορίσουμε πού πρέπει να βαλθούν τα σύνορα. Στη φιλολογία πάλι, όπως ο Lord Beaconsfield (66) σε μια πολύκροτην ευκαιρία, ήταν κι αυτός «με το μέρος των αγγέλων». Ήταν απ' τους πρώτους που εθαύμαζαν τον Keats και τον Shelley: «τον μέχρι τρεμούλας αισθαντικό και ποιητή Shelley», καθώς τον λέει. Ο θαυμασμός του για τον Wordsworth ήτανε βαθύς κ' ειλικρινής. Εκτιμούσε ακέραια τον William Blake. Έν από τα καλύτερ' αντίγραφα του έργου «Τραγούδια Αθωότητος και Πείρας», που υπάρχει ως τα σήμερα, γράφηκε αποκλειστικά γι' αυτόν. Αγαπούσε τον Alain Chartier και τον Ronsard και τους δραματικούς της εποχής της Ελισάβετ και τους Chaucer, Chapman και Petrarch. Γι' αυτόν όλες οι τέχνες ήταν το ίδιο. «Οι κριτικοί μας, παρατηρεί πολύ σοφά, δεν φαίνονται νάχουν ιδέα της ταυτότητος των αρχικών σπερμάτων της ποιήσεως και της ζωγραφικής, ούτε ότι όποια δήποτε πραγματική πρόοδος στη σοβαρή σπουδή της μιας φέρει ανάλογη τελειότητα και στην άλλη»· κι αλλού λέει ότι, αν ένας άνθρωπος που δεν θαυμάζει τον Michael Angelo κάνη λόγο για το θαυμασμό του προς τον Μίλτωνα, ή τον εαυτό του γελά ή τους ακροατές του. Προς τους συναδέλφους του στη London Magagine ήταν πάντα αβρός κ' επαινεί τους Barry Cornwall, Allan Cunningham, Hazlitt, Elton και Leigh Hunt χωρίς την ελαχίστη δόση φιλικής κακίας. Μερικά σκίτσα του τού Charles Lamb είναι θαυμαστά στο είδος τους και με την τέχνη του αληθινού κωμωδού δανείζονται το ύφος τους από το θέμα τους.

«Τι μπορώ να πω περισσότερο για σένα απ' ό,τι όλοι ξέρουν; Ότι δηλαδή έχεις την ευθυμία μικρού παιδιού με τη γνώση του ανδρός και τόσον ευγενική καρδιά, όσο καμμιά απ' όσες φέρνουν δάκρυα στα μάτια; Πόσον έξυπνα παρεξηγούσε ό,τι θα του έλεγες κ' έβαζε στη μέση επίκαιρα κανένα ψέμμα που ήταν παράκαιρο! Η κουβέντα του δίχως καμμιά προσποίηση, όπως των αγαπημένων του της εποχής της Ελισάβετ, περνούσε κάποτε τελείως απαρατήρητη μάλιστα. Σαν κόκκος καθαρού χρυσού οι φράσεις του μπορούσαν να σφυρηλατηθούνε σε ολάκερα ελάσματα…»

Ένα μέρος του φιλολογικού του σταδίου αξίζει ξέχωρα να σημειωθή. Η νεώτερη δημοσιογραφία, μπορεί να πη κανείς, ότι χρωστάει πολλά σ' αυτόν, καθώς και σ' άλλους που έζησαν στην αρχή αυτού του αιώνος. Ήταν ο πρόσκοπος της Ασιατικής πρόζας και του άρεσαν τα γραφικά επίθετα κ' οι φουσκωμένες υπερβολές. Ένα ύφος τόσο πλούσιο, ώστε να κρύβη το θέμα, είν' έν' απ' τα μεγαλύτερα κατορθώματα μιας σπουδαίας και πολύ θαυμαζόμενης Σχολής των κυριωτέρων συγγραφέων της Fleet Street, που μπορεί να πη κανείς πως ήταν εφεύρεση του Janus Weathercock (67). Κατάλαβε επίσης ότι ήταν πολύ εύκολο με τη συχνήν επανάληψη να κάνη το κοινό να ενδιαφέρεται για την προσωπικότητά του και στα καθαρώς δημοσιογραφικά άρθρα του αυτός ο εξαιρετικός νέος λέει στον κόσμο τι έφαγε στο γεύμα, πού ψωνίζει τα ρούχα του, τι κρασιά του αρέσουν και σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία του, ωσάν να έγραφε βδομαδιάτικες σημειώσεις σε καμμιά λαϊκή εφημερίδα της εποχής μας. Κ' ενώ αυτή είναι η ολιγώτερο σημαντική όψη του έργου του, έχει εξασκήσει ωστόσο την πιο φανερήν επίδραση. Ο δημοσιογράφος σήμερα είναι ένας άνθρωπος που πεθαίνει τον κόσμο με τις λεπτομέρειες των ανομιών της ιδιωτικής του ζωής.

Καθώς πολλοί άνθρωποι της Τέχνης, αγαπούσε παραπολύ τη Φύση. «Τρία πράματα, λέει κάπου, μ' αρέσουν εξαιρετικά: να κάθωμαι τεμπέλικα πάνω σε μια κορφή, που έχει αποκάτω πλούσια θέα· να κάθωμαι στον ίσκιο ψηλών δέντρων, ενώ γύρω λάμπει ο ήλιος, και ν' απολαιβαίνω μοναξιά με τη γνώση πως τριγύρω υπάρχει γειτονιά. Η εξοχή μού τα δίνει όλ' αυτά». Γράφει για τις περιπλανήσεις του ανάμεσα σε ρείκια κι' άλλα χαμόκλαδα μ' ωραία κίτρινα άνθη, όπου επαναλάβαινε την «Ωδή στη βραδυά» του Collins, έτσι για ν' απολάψη καλύτερα την ομορφιά της στιγμής. Γράφει πως βουτούσε το πρόσωπό του «μέσα σε μια νερωμένη πρασιά μυρτολούλουδων, βρεμμένων με δροσοσταλίδες του Μάη», κ' ακόμα για την απόλαυση να βλέπη τις αγελάδες ν' ανασσαίνουν γλυκά, «να γυρνούν πίσω μ' αργό βήμα στο σπίτι κατά το σούρουπο», και ν' ακούη «τον απόμακρον ήχο των κουδουνιών των προβάτων». Μια του φράση: «ο πολύανθος λαμπύριζε στο κρύο του στρώμα, στο χώμα, σα μια εικόνα μοναξιάς του Giorgione στη μουντή δρύινη κορνίζα της», είναι παράδοξα χαρακτηριστική της ιδιοσυγκρασίας του και το ακόλουθο κομμάτι είναι στο είδος του αρκετά όμορφο:

«Το κοντό τρυφερό χορτάρι ήταν σπαρμένο με μαργαρίτες πυκνές όπως τ' αστέρια στον ουρανό την καλοκαιρινή νυχτιά. Οι άγριοι κρωγμοί των τάχα απασχολημένων κορακιών έρχονταν ευχάριστα ημερωμένες απόνα σε μικρήν απόσταση ψηλό ισκιερόν άλσος φτελιών και σε διαλείμματ' ακούονταν η φωνή παιδιού που έδιωχνε τα πουλιά από τα νιόσπαρτα χωράφια. Το γαλάζιο φόντο είχε χρώμα βαθιά ultramarine. Ούτ' ένα σύγνεφο δεν εχάραζε στον ήσυχον αιθέρα· μονάχα στην άκρη στον ορίζοντα χυνόνταν λίγο φως, ζεστή γάζα ατμού καταχνιάς, που αγνάντια του το γειτονικό χωριό με την παληά πέτρινην εκκλησιά του ξεχώριζε με μια θαμπωτικήν ασπράδα. Θυμήθηκα του Wordsworth το έργο «Στίχοι γραμμένοι το Μάρτη».

Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως ο μορφωμένος, που χάραζε τις γραμμές αυτές και που τόσο τον επιδρούσε ο Wordsworth, ήταν, όπως είπα και στην αρχή αυτής της σκιαγραφίας, ένας από τους πιο έξυπνους και μυστικούς φαρμακευτάς αυτού και οποιουδήποτε άλλου αιώνος. Πώς στην αρχή γοητεύθηκε από την παράξενη αυτήν αμαρτία δεν μας το λέει· και το ημερολόγιο, όπου σημείωσε προσεκτικά ταποτελέσματα των φοβερών πειραμάτων του και των μεθόδων, που έβαλε σ' ενέργεια, είναι δυστυχώς για μας χαμένο. Ακόμα και στις τελευταίες του ημέρες το κρατούσε μυστικό και προτιμούσε ν' ακούη να του λεν για τα έργα «Εκδρομή» και «Ποιήματα Αισθηματικά». Δεν υπάρχει αμφιβολία ωστόσο ότι το δηλητήριο που μεταχειριζόταν ήταν η στρυχνίνη. Σ' έν' από τα ωραία δακτυλίδια του, για τα οποία τόσον εκαυχιόταν και που χρησίμευαν για να δείχνουν κτυπητά τον όμορφο τύπο των αβρών φιλντισένιων χεριών του, συνήθιζε να φέρνη κρύσταλλα του Ινδικού nux vomica, που είν' ένα φαρμάκι, καθώς μας λέει ένας από τους βιογράφους του, «σχεδόν δίχως γεύση, δυκολοεύρετο κ' επιδεκτικό διαλύσεως επ' άπειρον». Οι φόνοι που έκανε, λέει ο De Quincey, ήσαν περισσότεροι παρ' ό,τι μαθεύτηκαν από την ανάκριση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έτσι είναι, και μερικούς απ' αυτούς αξίζει να τους αναφέρωμε. Το πρώτο του θύμα ήταν ο θειός του Thomas Griffiths. Τον εφαρμάκεψε στα 1829 για να κληρονομήση το Linden House, μέρος που είχε παραπολύ συνδεθή μ' αυτό. Τον Αύγουστο του επόμενου έτους δηλητηρίασε την πεθερά του, την κ. Abercrombie, και τον επόμενο Δεκέμβρη την αξιέραστη Ελένη Abercrombie, την κουνιάδα του. Το γιατί σκότωσε την κ. Abercrombie δεν εμαθεύτηκε. Μπορεί από κάποιο καπρίτσιο, ή για να τονώση κανένα φρικτό αίσθημα δυνάμεως, που ένοιωθε μέσα του, ή γιατί κάτι θα είχε υποψιαστή εκείνη, ή κ' έτσι δίχως λόγο. Αλλά ο σκοτωμός της Ελένης Abercrombie έγινε από τον ίδιο και τη γυναίκα του για ένα ποσό απάνω-κάτω από 18000 λίρες, για το οποίον είχαν ασφαλίσει τη ζωή της σε διάφορα γραφεία Ασφαλείας. Να και τα περιστατικά. Στις 12 του Δεκέμβρη αυτός κ' η γυναίκα του και το παιδί τους ήρθαν από το Linden House στο Λονδίνο κ' ενοικίασαν κάμαρες στο 12 Conduit Street, Regent Street. Μαζί τους έμειναν κ' οι δύο αδερφές Ελένη και Μαγδαληνή Abercrombie. Στις 14 το βράδυ πήγαν όλοι μαζί στο θέατρο και την ίδια νύχτα, ύστερ' από το δείπνο, η Ελένη αρρώστησε. Την άλλη μέρα ήταν πολύ άσχημα και κάλεσαν τον Dr. Locock του Hanover Square, για να την κυττάξη. Έζησε ίσαμε τη Δευτέρα, 20 του μηνός, οπότε ύστερ' από την πρωινήν επίσκεψη του γιατρού ο κ. και η κ. Wainewright της έφεραν λίγη μαρμελάδα φαρμακεμμένη κ' έπειτα βγήκαν έξω για περίπατο. Όταν εγύρισαν πίσω η Helen Abercrombie είχε πεθάνει. Ήταν επάνω-κάτω είκοσι χρόνων, ψηλή, γεμάτη χάρες, ξανθόμαλλη κοπέλλα. Ένα ελκυστικό σκίτσο της με κόκκινη κιμωλία από το γαμπρό της υπάρχει ακόμα και δείχνει πόσον το ύφος του ως καλλιτέχνη είχε επηρεασθή από τον Sir Thomas Lawrence, ζωγράφο, που το έργο του πάντα το θαύμαζε. Ο de Quincey λέει ότι η κ. Wainewright πραγματικά δεν είχε γνώση των μυστικών του φόνου. Ας το ελπίσουμε. Η αμαρτία πρέπει να είναι μοναχική και δίχως συνενόχους. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, υποπτεύοντας ταληθινά γεγονότα στην περίστασην αυτή, αρνήθηκαν να πληρώσουν την αποζημίωση με την τεχνική βάση της παρεξηγήσεως και ελλείψεως ενδιαφέροντος κι ο φαρμακευτής μ' έν' αξιοπερίεργο θάρρος έκανε αγωγή στο δικαστήριο, The Court of Chancery, ενάντια στην εταιρεία «Imperials», αφού συμφωνήθηκε ότι η ίδια απόφαση θα κανόνιζε και τις άλλες περιπτώσεις. Η δίκη ωστόσο δεν τέλειωσε ούτε σε πέντε χρόνια, όταν στο τέλος, ύστερ' από μια διαφωνία, βγήκε η απόφαση ευνοϊκή για τις Εταιρείες. Ο δικαστής στην περίσταση αυτή ήταν ο Λόρδος Abinger. Ο Egomet Bonmot αντιπροσωπευόταν από τον κ. Erle και τον Sir William Follet και ο εισαγγελεύς με τον Sir Frederick Pollock παρουσιάστηκαν από το άλλο μέρος. Ο ενάγων δυστυχώς δεν μπόρεσε να παρευρεθή σε καμμιάν από τις συνεδριάσεις της δίκης. Η άρνηση των Εταιρειών να του δώσουν τις 18000 τον έφερε σε μεγάλην οικονομική στενοχώρια. Και πράγματι λίγους μήνες ύστερ' από το φόνο της Helen Abercrombie τον έπιασαν για χρέος στους δρόμους του Λονδίνου την ώρα που έκανε σερενάτα στ' όμορφο κορίτσι ενός από τους φίλους του. Αυτήν τη δυσκολία την ενίκησε εγκαίρως, όμως λίγο αργότερα σκέφτηκε να φύγη κάλλιο στο εξωτερικό και να μείνη εκεί ώσπου να συμβιβαστή κάπως με τους δανειστάς του. Έφυγε λοιπόν για τη Boulogne να επισκεφθή τον πατέρα του κοριτσιού, που αναφέραμε παραπάνω, κ' εκεί τον κατάφερε ν' ασφαλιστή στην Pelican Company για λίρες 3000. Μόλις έγιναν οι απαραίτητες διατυπώσεις και το συμβόλαιο εξεδόθη, έρριξε μερικά κρύσταλλα στρυχνίνης στον καφέ του, εκεί που κάθουνταν οι δυο τους μια βραδυά ύστερ' από το δείπνο. Ο ίδιος δεν κέρδησε τίποτε μ' αυτό. Ο σκοπός του ήταν απλούστατα να εκδικηθή την Εταιρεία που είχε αρνηθή να του πληρώση την αξία της αμαρτίας του. Ο φίλος του πέθανε την άλλη μέρα μπροστά του κι αυτός έφυγε αμέσως από τη Boulogne σ' ένα ταξείδι για σκίτσα στα γραφικώτερα μέρη της Βρεττάνης και φιλοξενιούνταν στην ωραίαν έπαυλη ενός γέρου Γάλλου στο St. Omer. Έπειτα πήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε πολλά χρόνια, ζώντας, όπως λένε μερικοί, πολυτελέστατα, και, καθώς λεν άλλοι, «κρυφά με το δηλητήριο στην τσέπη και κατατρομάζοντας όλους όσοι τον εγνώρισαν». Στα 1837 εγύρισε πίσω στην Αγγλία μυστικά. Κάποια ιδιόρρυθμη τρελλή γοητεία τον έφερε πίσω. Ακολούθησε μια γυναίκα, που αγαπούσε.

Ήταν Ιούνιος κ' έμενε σ' έν' από τα ξενοδοχεία του Covent Garden. Η κάμαρά του ήταν στο ισόγειο κ' είχε πάντα κατεβασμένα τα στόρια, από φόβο μην τον ιδούνε. Δεκατρία χρόνια πριν, όταν έκανε την κομψή του συλλογή φαϊάντζας και Μάρκου Αντωνίου, είχε πλαστογραφήσει τα ονόματα των κηδεμόνων του σ' ένα πληρεξούσιο, με το οποίο κατώρθωσε να πάρη αρκετό μέρος από τα χρήματα, που είχε κληρονομίσει από τη μητέρα του, και να κάνη το γάμο του. Ήξερε πως αυτή η πλαστογραφία είχε ανακαλυφθή κι ότι γυρνώντας στην Αγγλία έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή του. Κι όμως εγύρισε. Πρέπει κανείς ν' απορήση γι' αυτό; Ειπώθηκε πως η γυναίκα ήταν πολύ όμορφη· κι ότι δεν τον αγαπούσε.

Κατά τύχην τον ανακάλυψαν. Μία φωνή στο δρόμο του έσυρε την προσοχή και με το καλλιτεχνικό του ενδιαφέρον για τη νεώτερη ζωή παραμέρισε για μια στιγμή το στόρι από το παράθυρο. Κάποιος απόξω φώναξε τότε: «Μπρε, τούτος είναι ο Wainewright, ο πλαστογράφος». Ήταν ο Forrester, ο ταχυδρομικός διανομεύς της Bon Street.

Στις 5 του Ιουλίου τον έφεραν στο Old Bailey. Το ακόλουθο ρεπορτάζ της δίκης δημοσιεύτηκε στους Τάιμς:

«Ενώπιον του κ. Justice Vanghan και του κ. Baron Αlderson ο Thomas Griffiths Wainewright, ηλικίας σαράντα δυο ετών, άνθρωπος καλού εξωτερικού, με μουστάκια, κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση πληρεξουσίου για £ 2259, με σκοπό ν' απατήση τον Διοικητή και την Εταιρεία της Τραπέζης της Αγγλίας. Η Τράπεζα δήλωσε ότι δεν ήθελε να χυθή αίμα και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ισόβια εξορία».

Τον πήγαν στο Newgate, για να τον μεταφέρουν κατόπι στις αποικίες. Σε μια σελίδα ενός παληού του δοκιμίου είχε φαντασθή τον εαυτό του «φυλακισμένο στη Horsemonger Gaol με καταδίκη σε θάνατο», γιατί δεν είχε μπορέσει να νικήση τον πειρασμό να κλέψη μερικούς Μάρκους Αντωνίους απ' το Βρεττανικό Μουσείο για να συμπληρώση τη συλλογή του. Τώρα η καταδίκη γι' αυτόν, άνθρωπον μορφωμένον, ήτον είδος θανάτου. Παραπονέθηκε πικρά γι' αυτό στους φίλους του κι απόδειξε με αρκετή δόση λογικής, ότι τα χρήματα κατ' ουσίαν ήταν δικά του, αφού του τα είχε αφημένα η μητέρα του, κι ότι η πλαστογραφία είχε γίνει προ δεκατρία χρόνια, που κατά τη δική του φρασεολογία αποτελούσε μια (ελαφρυντική περίπτωση) circonstance attenuante (68). Η διαρκής ταυτότης της προσωπικότητος είναι ένα πολύ λεπτό μεταφυσικό πρόβλημα και ο Αγγλικός νόμος ασφαλώς λύει το ζήτημα πολύ πρόχειρα. Υπάρχει ωστόσο κάτι το δραματικό στο ότι αυτή η αυστηρή τιμωρία του επιβάλθηκε όχι για το χειρότερο απ' όλα τα εγκλήματά του, αν λάβουμε υπ' όψει την καταστρεπτική του επίδραση στην πρόζα της νεώτερης δημοσιογραφίας.

Όταν ήταν στη φυλακή, ο Dickens, ο Macready και ο Hablot Browne τον βρήκαν εκεί τυχαίως. Γύριζαν τις φυλακές του Λονδίνου ζητώντας καλλιτεχνικές εντυπώσεις και στο Newgate πήρε το μάτι τους ξαφνικά τον Wainewright. Τους αντίκρυσε με μια προκλητική ματιά, καθώς μας λέει ο Forster, και ο Macready «τρόμαξε μόλις αναγνώρισε εκείνον που του ήταν τόσο στενός γνώριμος σε περασμένα χρόνια και που είχε καθήσει πολλές φορές στο τραπέζι του».

Άλλοι έδειξαν μεγαλύτερη περιέργεια και το κελλί του για κάμποσον καιρό ήταν ένα είδος οκνού περιπάτου της μόδας. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων πήγαιναν να επισκεφθούν τον παληό φιλολογικό σύντροφό τους. Όμως δεν ήταν πια ο ευγενικός ανοικτόκαρδος James που θαύμαζε ο Charles Lamb. Φαίνεται πως είχε καταντήσει αρκετά κυνικός.

Στον πράκτορα μιας ασφαλιστικής Εταιρείας, που του είχε κάνει επίσκεψη έν' απόγεμα και νόμισε πως έπρεπε να επωφεληθή από την περίσταση αυτή, και να του υποδείξη ότι επιτέλους το έγκλημα είναι κακός υπολογισμός, αποκρίθη: «Σερ εσείς οι αστοί κάνετε τους λογαριασμούς σας κι απολαβαίνετε τις συνέπειές των. Μερικοί λογαριασμοί σας βγαίνουν σωστοί, κι άλλοι όχι. Οι δικοί μου δεν βγήκαν σωστοί, οι δικοί σας βγήκαν. Αυτή είναι η μόνη διαφορά, σερ, μεταξύ μου και του επισκέπτη μου. Αλλά, σερ, θα σας πω κάτι, που σ' αυτό πέτυχα ίσαμε το τέλος. Αποφάσισα σ' όλη μου τη ζωή να κρατήσω τη στάση ενός τζέντλμαν και πάντα την κράτησα αυτή τη στάση. Ακόμα την κρατώ. Είναι συνήθεια σ' αυτόν τον τόπο οι κάτοικοι κάθε κελλιού να το σκουπίζουν με τη σειρά του ο καθένας. Έχομ' ένα κελλί εγώ μ' έναν πληθοκτίστη κ' έναν καπνοδοχοκαθαριστή, αλλά ποτέ δε μου δίνουν τη σκούπα!» Όταν κάποιος φίλος του τον κατέκρινε για το φόνο της Helen Abercrombie, σήκωσε τους ώμους κι απάντησε: «Μάλιστα, ήταν φοβερό πράμα, μα κ' εκείν' η ευλογημένη είχε κάτι σφυρά πολύ χοντρά».

Από το Newgate τον πήγαν στις καρίνες του Portsmouth κι από κει τον έστειλαν με τη Susan στη χώρα του Van Diemen μαζί μ' άλλους τριακόσιους κατάδικους. Το ταξίδι θα του φάνηκε πολύ δυσάρεστο και σ' ένα γράμμα του σε κάποιο φίλο του παραπονέθηκε πικρά για το αίσχος· «ο σύντροφος των ποιητών και των καλλιτεχνών» να εξαναγκαστή να συντροφέψη «γουρούνια». Το κοσμητικό που κολνάει στους συντρόφους του δεν πρέπει να μας εκπλήξη. Το έγκλημα στην Αγγλία σπάνια είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Πάντα σχεδόν είναι συνέπεια της πείνης. Δεν ήταν πιθανώτατα κανένας απάνω στο πλοίο που να ήταν γι' αυτόν συμπαθητικός ακροατής ούτε καν ψυχολογικά ενδιαφέρουσα φύσις.

Ο έρωτάς του προς την τέχνη ωστόσο ποτέ δεν τον άφησε. Στη Hobart Town άνοιξ' έν' ατελιέ και ξανάρχισε να σκιτσάρη και να ζωγραφίζη πορτραίτα και η ομιλία και οι τρόποι του δεν φαίνονταν νάχασαν τη γοητεία τους. Ούτε παράτησε τη συνήθειά του να δηλητηριάζη κι αναφέρονται δύο περιστατικά, όπου προσπάθησε να ξεκάμη ανθρώπους, που τον είχανε βρίσει. Αλλά το χέρι του φαίνεται πως είχε χάσει τη μαστοριά του. Κ' οι δύο δοκιμές του ήταν τέλειες αποτυχίες και στα 1844 εντελώς απογοητευμένος από την κοινωνία της Τασμανίας έκανε υπόμνημα στο Διοικητή του τόπου Sir John Eardley Wilmot, παρακαλώντας τον να τον αφήση ελεύθερο. Στο υπόμνημ' αυτό λέει για τον εαυτό του, ότι «βασανίζονταν από ιδέες που ζητούσαν επίμονα εξωτερική φόρμα κ' εκτέλεση, πως εμποδίζονταν ν' αναπτύξη τις γνώσεις του και ν' ασκηθή στο ωφέλιμο ή τουλάχιστο στο διακοσμητικό λόγο. Η αίτησή του όμως απορρίφθηκε κι ο σύντροφος του Coleridge παρηγοριούνταν στους θαυμαστούς εκείνους Paradis Artificiels (69), που το μυστικό τους είναι γνωστό μονάχα στους οπιομανείς. Στα 1852 πέθανε από αποπληξία έχοντας για μόνο σύντροφό του μια γάτα που την αγαπούσε υπερβολικά.

Τα εγκλήματά του φαίνεται πως είχαν σπουδαία επίδραση στην τέχνη του. Έδωκε μια δυνατή ατομικότητα στο ύφος του, που δεν θα την είχε σίγουρα το αρχικό του έργο. Σε μια του σημείωση στο &Βίο του Dickens& ο Forster αναφέρει, ότι στα 1847 η Lady Blessington έλαβε από τον αδερφό της, Major Power, που είχε κάποια στρατιωτική θέση στη Hobart Town, μια ελαιογραφία νεαράς κόρης από το τεχνικό πινέλο εκείνου (70) και λένε πως «φρόντισε να δώση την έκφραση της ιδικής του κακίας στο πορτραίτο του όμορφου καλόκαρδου κοριτσιού». Ο Ζολάς σ' έν' από τα μυθιστορήματά του μας μιλεί για ένα νέο, που, αφού έκανε κάποιο φόνο, ρίχτηκε στην τέχνη και ζωγράφισε πρασινωπά εμπρεσσιονιστικά πορτραίτα εντελώς σεβαστών προσώπων, που όλα έχουν κάποια περίεργη ομοιότητα με το θύμα του. Η ανάπτυξη του ύφους του Wainewright μου φαίνεται πολύ πιο λεπτή ή υποβλητική. Μπορεί κανείς να φαντασθή μια γερή ατομικότητα να ξεπροβάλλη από την αμαρτία.

Αυτή η παράδοξη και γοητευτική μορφή, που θάμπωσε για λίγα χρόνια το φιλολογικό Λονδίνο κ' έκανε μια τόσο λαμπρή debut (71) στη ζωή και στα γράμματα, είναι δίχως αμφιβολία πολύ αξιοσπούδαστη. Ο κ. W. Carew Haglitt, ο τελευταίος του βιογράφος, στον οποίο χρωστώ πολλά από τα συμβάντα που αναφέρονται σ' αυτό το σημείωμα και του οποίου το μικρό βιβλίο είναι πράγματι ατίμητο στο είδος του, είναι της γνώμης ότι ο έρωτάς του στην Τέχνη και στη Φύση ήταν απλή καυχησιολογία και προσποίηση· κι άλλοι του αρνιούνται κάθε φιλολογική δύναμη. Αυτό μου φαίνεται εμένα μια επιπόλαιη ή τουλάχιστο σφαλερή ιδέα. Το ότι ένας άνθρωπος είναι φαρμακευτής, αυτό δεν είν' επιχείρημα κατά της πρόζας του. Οι οικιακές αρετές δεν είναι η αληθινή βάση της Τέχνης, μολονότι μπορεί να χρησιμέψουν εξαίρετα σε τεχνίτες δευτέρας τάξεως. Δυνατόν ο De Quincey να παραφούσκωσε το κριτικό του ταλέντο και δεν μπορώ να μην επαναλάβω ότι στα έργα που δημοσίεψε το περισσότερο μέρος είναι πολύ γνωστό, πολύ κοινό, πολύ δημοσιογραφικό, στην κακή σημασία της κακής αυτής λέξεως. Πού και πού είναι καθαρά χυδαίος στην έκφραση και πάντα του λείπει ο αυτοπεριορισμός του αληθινού καλλιτέχνη. Αλλά για μερικά από τα σφάλματά του πρέπει να ψέξουμε την εποχή οπού ζούσε· κ' επιτέλους πρόζα που την είπε ο Charles Lamb «έξοχη» δεν έχει μικρό ιστορικό ενδιαφέρον. Ότι είχε ειλικρινή έρωτα στην Τέχνη και στη Φύση μου φαίνεται βέβαιο. Δεν είναι ουσιαστικώς ασυμβίβαστα το έγκλημα κ' η διανοητική ανάπτυξη. Δεν μπορούμε να ξαναγράψουμε την ιστορία για να ικανοποιήσουμε το ηθικό αίσθημά μας.

Φυσικά είναι πολύ κοντινός στην εποχή μας, ώστε να μη μπορούμε να μορφώσουμε γι' αυτόν γνώμη καθαρά καλλιτεχνική. Είναι αδύνατο να μην αισθανώμεθα μια δυνατή προκατάληψη εναντίου ενός ανθρώπου, που μπορούσε να δηλητηριάση τον Lord Tennyson ή τον Γλάδστωνα ή τον Master of Balliol (72). Αν όμως ο άνθρωπος είχε φορέσει κοστούμι διαφορετικό ή μιλήσει γλώσσα διαφορετική από τη δική μας, αν είχε ζήσει στην αυτοκρατορική Ρώμη ή στον καιρό της Ιταλικής Αναγεννήσεως ή στην Ισπανία τον δέκατον έβδομον αιώνα ή σ' όποιαν άλλη χώρα ή εποχή εκτός από τη δική μας, θα είμαστε εντελώς ικανοί να εκτιμήσουμε δίχως προκατάληψη τη θέση και την αξία του.

Ξέρω πως είναι πολλοί ιστορικοί ή τουλάχιστο συγγραφείς πάνω σε ιστορικά θέματα, που ακόμα νομίζουν πως είναι ανάγκη να εφαρμόζουν στην ιστορία ηθικές κρίσεις και που μοιράζουν τα εγκώμια και τα ψεγάδια με τη σοβαρήν αυταρέσκεια δασκάλου που πέτυχε στη δουλειά του. Αυτό όμως είναι μια ανόητη συνήθεια, που δείχνει καθαρά πως το ένστικτο της ηθικής μπορεί να υψωθή σε τέτοιο βαθμό τελειότητος, οπού να παρουσιάζεται εκεί που δεν χρειάζεται. Κανείς με αληθινήν αίσθηση της ιστορίας δεν φαντάστηκε να κατηγορήση τον Νέρωνα ή να επιπλήξη τον Τιβέριο ή να κατακρίνη τον Καίσαρα Βοργία. Αυτά τα πρόσωπα γίνηκαν σα νευρόσπαστα θεάτρου. Μπορεί να μας γεμίζουν την ψυχή τρόμο, φρίκη ή θαυμασμό, αλλά δεν μας βλάπτουν. Δεν είναι σε άμεση με μας σχέση. Δεν έχομε να τους φοβηθούμε καθόλου, Αυτοί πέρασαν στη σφαίρα της Τέχνης και της Επιστήμης και ούτε η Τέχνη ούτε η Επιστήμη έχει να κάνη τίποτε με την ηθικήν επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Αυτό μπορεί να συμβή ίσως καμμιά μέρα και με το φίλο του Charles Lamb. Τώρα νομίζω ότι είναι λίγο πολύ σύγχρονος, ώστε να μπορή να τον μεταχειριστούμε μ' εκείνο το λεπτό πνεύμα της αδιάφορης περιέργειας, στο οποίο χρωστάμε τόσες γοητευτικές μελέτες για τους μεγάλους εγκληματίες της Ιταλικής Αναγεννήσεως από την πέννα του κ. John Addington Symonds, της Miss Α. Mary F. Robinson, της Miss Vernon Lee κι άλλων ξακουσμένων συγγραφέων. Ωστόσο η Τέχνη δεν τον ξέχασε. Είναι ο ήρωας του Hunted Down του Dickens, ο Varney της Lucretia του Bulwer και είναι ικανοποιητικό να σημειωθή ότι το μυθιστόρημα έκανε κάποιαν τιμή σ' έναν που ήταν τόσο γερός με το «κοντύλι, το μολυβοκόντυλο και το φαρμάκι». Να είναι κανείς υποβλητικός για το μυθιστόρημα σημαίνει πως είναι κάτι παραπάνω από μια πραγματικότητα.

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
41 of 167
19 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights