Στοχασμοί

ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΑΣ

ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΙΣ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. — Πρόσωπα: Κύριλλος και Βίβιαν. Η Σκηνή: Η βιβλιοθήκη εξοχικού σπιτιού στο Nottinghamshire.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ (μπαίνοντας από τανοικτό παράθυρο της ταράτσας). — Αγαπητέ μου Βίβιαν, μην κλείνεσαι όλη μέρα μες στη βιβλιοθήκη. Έξω είν' ένα ερατεινό απόγευμα. Ο αέρας είν' εξαίσιος. Μια καταχνιά πάνω στα δάση όμοια με το πορφυρό χνούδι πάνω στο κορόμηλο. Πάμε να ξαπλώσουμε στο χορτάρι, να καπνίσουμε και ν' απολαύσουμε τη Φύση.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ν' απολαύσουμε τη Φύση! Με χαρά μου σου λέω πως έχασα αυτή τη δύναμη. Μερικοί λένε πως η Τέχνη μας κάνει ν' αγαπούμε τη Φύση περισσότερο παρ' ό,τι την αγαπούσαμε πρωτήτερα, ότι μας ξεσκεπάζει το μυστικό της, κι ότι ύστερ' από μια προσεκτική μελέτη του Corot(2) και του Constable (3) βλέπομε πράγματα στη Φύση που είχαν διαφύγει την παρατήρησή μας. Η δική μου πείρα είναι ότι όσο περισσότερο σπουδάζομε την Τέχνη, τόσο λιγώτερο προσέχομε τη Φύση. Ό,τι η Τέχνη μας αποκαλύπτει αληθινά είναι η έλλειψη σχεδίου στη Φύση, οι αλλόκοτες ωμότητές της, η εξαιρετική της μονοτονία, ο απολύτως μισός χαρακτήρας της. Η Φύση έχει βέβαια καλές προθέσεις· όμως, όπως είπε ο Αριστοτέλης, δεν μπορεί να τις πραγματοποίηση. Όταν παρατηρώ κανένα τοπίο, δεν μπορώ να μην ιδώ όλες τις ελλείψεις του. Είν' ευτύχημα μολοντούτο για μας ότι η Φύση είναι τόσον ατελής, γιατί αλλοιώτικα δεν θα είχαμε διόλου Τέχνη. Η Τέχνη είναι η έξυπνη διαμαρτυρία μας και η γενναία προσπάθειά μας να βάλουμε τη φύση στη θέση της. Όσο για την άπειρη ποικιλία της φύσεως, είναι σωστό παραμύθι αυτή. Δεν βρίσκεται στη φύση, μα στη φαντασία ή την καλλιεργημένη τυφλομάρα εκείνου που τη βλέπει.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Καλά, μην κυττάζης εσύ το τοπίο, ξαπλώσου στο χορτάρι, κάπνιζε και μίλα.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ναι, αλλά η φύση δεν είναι τόσο βολική. Το χορτάρι είναι σκληρό, υγρό, με σβώλους και γεμάτο φρικτά μαύρα έντομα. Κι ο πιο φτωχός εργάτης του Morris (4) θα μπορούσε να σου φτιάση ένα κάθισμα πολύ πιο αναπαυτικό παρ' ό,τι ολάκερη η φύση. Η φύση χλωμιάζει μπροστά στα έπιπλα «της οδού που δανείστηκε τόνομά της από την Οξφόρδη» σύμφωνα με τη φρασεολογία του ποιητού που τόσον αγαπάς. Δεν παραπονιέμαι γι' αυτό. Αν η Φύση ήταν αναπαυτική, το ανθρώπινο γένος ποτέ δεν θα είχε εφεύρει την αρχιτεκτονική, κ' εγώ προτιμώ τα σπίτια στον ανοικτόν αέρα. Στο σπίτι βλέπομε όλοι τις σωστές διαστάσεις. Καθετί είναι στην εξουσία μας κι όλα προσαρμοσμένα στη χρήση τη δική μας και για την ευχαρίστησή μας. Κι αυτός ο εγωισμός, που είναι τόσο χρήσιμος για την ορθήν αντίληψη της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, είναι εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα της ζωής του σπιτιού. Έξω στην εξοχή γίνεται κανείς αφηρημένος κι απρόσωπος. Η ατομικότης του τον αφίνει ολότελα. Έπειτα η φύση είναι τόσον αδιάφορη, τόσον απροσδιόριστη. Όποτε περπατώ σ' αυτό εδώ το πάρκο, αισθάνομαι πάντα ότι δεν είμαι γι' αυτήν τίποτε παραπάνω από τα κτήνη, που βόσκουνε στην πλαγιά ή το κολλητσόχορτο, που ανθίζει στο χαντάκι. Τίποτε δεν είναι πιο φανερό παρ' ό,τι η Φύση μισεί το μυαλό. Η σκέψη είναι το ανθυγιεινότερο πράμα στον κόσμο και οι άνθρωποι πεθαίνουν απ' αυτήν απαράλλακτα καθώς από όποιαν άλλην αρρώστεια. Ευτυχώς στην Αγγλία όπως δήποτε η σκέψη δεν είναι κολλητική. Η λαμπρά μας φυσική κατάσταση ως λαού οφείλεται ολότελα στην εθνική μας ηλιθιότητα. Ελπίζω ότι για πολλά χρόνια ακόμη θα μπορέσουμε να φυλάξουμε τον μεγάλον αυτόν ιστορικόν όγκον της ευτυχίας μας· φοβούμαι μόνο πως αρχίζομε να γινόμασθε παραπολύ μορφωμένοι· τουλάχιστο κάθε ανίκανος για μάθηση βάλθηκε να διδάξη. Να, αληθινά, πού κατέληξε ο ενθουσιασμός μας για τη μόρφωση. Κ' επιτέλους πήγαινε εσύ καλύτερα στην κουραστική κι άβολή σου φύση κι άφησέ με εμένα να διορθώσω τα δοκίμιά μου.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Και γράφεις λοιπόν άρθρα! Τότε δεν είσαι πολύ συνεπής σε όσα προ ολίγου μόλις είπες.

ΒΙΒΙΑΝ. — Και ποιος είναι ανάγκη να είναι συνεπής; Οι χονδροκέφαλοι και οι δογματισταί, οι άνθρωποι οι πληκτικοί, που σπρώχνουν τις αρχές τους ίσαμε το πικρό τέλος της πράξεως, ίσαμε το reductio ad absurdum της εφαρμογής. Όχι εγώ. Καθώς ο Έμερσον, έγραψα πάνω στην πόρτα της βιβλιοθήκης μου τη λέξη «καπρίτσιο», χώρια που το άρθρο μου είναι μία σωτήρια και πολύτιμη προειδοποίηση. Αν το προσέξουν, μπορεί να φέρη νέαν αναγέννηση στην Τέχνη.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ποιο είναι το θέμα του;

ΒΙΒΙΑΝ. — Σκέπτομαι να το τιτλοφορήσω: «Η παρακμή της
   ψευδολογίας. Μία διαμαρτυρία».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Η ψευτιά! θαρρώ πως οι πολιτικοί μας την κράτησαν
   αυτή τη συνήθεια.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε βεβαιώ ότι δεν την κρατούν. Ποτέ δεν υψώνονται ψηλότερ' από το επίπεδο της κακής παραστάσεως των πραγμάτων· αρκούνται συνήθως ν' αποδείχνουν, να συζητούν, να επιχειρηματολογούν. Πόσο διαφορετικό τούτο από το χαρακτήρα του αληθινού ψεύτη με τα ειλικρινή, άφοβά του λόγια, το υπέροχό του το ανεύθυνο, τη γερή φυσική του περιφρόνηση σε κάθε λογής απόδειξη! Κ' επιτέλους τι είναι ένα όμορφο ψέμα; Απλούστατα: ότι είναι μονάχο του η δική του απόδειξη. Αν ένας άνθρωπος είναι τόσο στερεμένος από φαντασία, ώστε να μη μπορή να πλάση μιαν απόδειξη για να υποστηρίξη ένα ψέμα, καλύτερα να πη ευθύς εξ αρχής την αλήθεια. Όχι, οι πολιτικοί δεν το κάνουν αυτό. Κάτι μπορεί ίσως να λεχθή ευνοϊκό για το δικηγορικό σώμα. Ο μανδύας του σοφιστού έχει σκεπάσει τα μέλη του. Ο προσποιημένος ζήλος των και η ψεύτική τους ρητορική είναι ευχάριστα. Μπορούν να παραστήσουν το μαύρο άσπρο, τον &ήττω λόγον κρείττω&, σαν να βγήκαν φρέσκοι-φρέσκοι από τις Σχολές του Γοργίου και των άλλων Λεοντίνων σοφιστών, και φημίζονται ότι αποσπούν από δύστροπους δικαστάς θριαμβευτικές αποφάσεις αθωωτικές για τους πελάτες των, κι όταν ακόμη αυτοί, όπως συχνά συμβαίνει, είναι φανερά κι αλάθευτ' αθώοι. Όμως στενοχωρούνται από το πεζό και δεν ντρέπονται να καταφεύγουν σε προηγούμενα. Στο πείσμα όλων τους των προσπαθειών όμως η αλήθεια λάμπει. Και οι εφημερίδες ακόμα εκφυλίσθηκαν. Τώρα μπορεί καθένας να βασίζεται απολύτως σ' αυτές. Το καταλαβαίνει κανείς αυτό διατρέχοντας τις στήλες τους. Πάντα ό,τι διαβάζεται εκείνο και συμβαίνει. Φοβούμαι πως δεν έχει κανείς να πη πολλά ευνοϊκά ούτε για τους δικηγόρους ούτε για τους δημοσιογράφους. Χώρι' απ' αυτό, εκείνο που εγώ υποστηρίζω είναι η ψευτιά στην Τέχνη· θέλεις να σου διαβάσω ό,τι έγραψα; Μπορεί να σου κάνη καλό.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Μάλιστα, αφού μου δώσης πρώτα ένα τσιγάρο.
   Ευχαριστώ. Δεν μου λες εν παρόδω για ποιο περιοδικό το
   προορίζεις;

ΒΙΒΙΑΝ. — Για τη «Retrospective Review», θαρρώ πως σου τόχω πει
   ότι οι εκλεκτοί την ξαναΐδρυσαν.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ποιους εννοείς «εκλεκτούς»;

ΒΙΒΙΑΝ. — Ω! τους Κουρασμένους Ηδονιστάς, φυσικά. Είναι ένα κλουμπ, στο οποίον ανήκω κ' εγώ. Λένε πως βάζουμε μαραμένα τριαντάφυλλα στην μπουτονιέρα μας, όταν ανταμώνουμε, κι ότι τελούμε κάποια λατρεία στο Δομιτιανό. Φοβούμαι πως εσύ δεν είσαι εκλέξιμος. Αγαπάς υπερβολικά τις απλές ηδονές.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Θα με καταψήφιζαν, υποθέτω, για ζωώδεις διαθέσεις.

ΒΙΒΙΑΝ. — Πιθανόν. Έπειτα είσαι λιγάκι πιο μεγάλος απ' ό,τι
   πρέπει. Δεν δεχόμαστε τους μεσόκοπους.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Καλά, μα φαντάζομαι πως αρκετά εβαρεθήκατε ο ένας
   τον άλλον.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σωστά, αλλά αυτός είναι ένας από τους σκοπούς του
   κλουμπ. Τώρα, αν μου υποσχεθής ότι δεν θα με διακόπτης έτσι
   συχνά, θα σου διαβάσω το άρθρο μου.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ — Θα σ' ακούω όλος αυτί.

ΒΙΒΙΑΝ. — (Διαβάζει με φωνή πολύ καθαρή και μουσική).

«Η παρακμή της ψευδολογίας. Μία Διαμαρτυρία. — Ένας από τους κυριωτέρους λόγους, που μπορούν ν' αποδοθούν στο παράξενα κοινοτοπικό του μεγαλυτέρου μέρους της φιλολογίας του αιώνος μας, είναι αναμφιβόλως η παρακμή της ψευδολογίας στην Τέχνη, στην Επιστήμη και στις κοινωνικές απολαύσεις. Οι αρχαίοι ιστορικοί μας έδωκαν νόστιμη μυθολογία στη μορφή γεγονότων. Ο νεώτερος μυθιστοριογράφος μας παρουσιάζει κουτά συμβάντα κάτω από τον πέπλο παραμυθιού. H Κυανή Βίβλος γίνεται πολύ γρήγορα το ιδεώδες του για μέθοδο και ύφος. Έχει το πληκτικό του «document humain», το άθλιό του μικρό «coin de la création», όπου μέσα κάνει έρευνα με το μικροσκόπιό του. Θα τον βρήτε στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή το Βρεττανικό Μουσείο να μελετά αναίσχυντα το θέμα του. Δεν έχει μήτε το θάρρος των ξένων ιδεών, αλλά καταφεύγει επίμονα για το καθετί απευθείας στη ζωή και στο τέλος ανάμεσα σε εγκυκλοπαίδειες και προσωπική πείρα βρίσκει το δρόμο του χαράζοντας τους τύπους του από τον οικογενειακό του κύκλο κατά το μοντέλο της εβδομαδιάτικης πλύστρας κ' έχοντας αποκτήσει ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, από τις οποίες δεν μπορεί ολότελα να γλυτώση μήτε στου βαθύτερου στοχασμού τις στιγμές.

»Η ζημία, που γίνεται στη φιλολογία γενικά από το ψεύτικο αυτό ιδεώδες της εποχής μας, δύσκολα μπορεί να υπολογισθή. Οι άνθρωποι με κάποιαν αφροντισιά μιλούν για ένα «γεννημένο ψεύτη», απαράλλακτα όπως μιλούν και για ένα «γεννημένο ποιητή». Αλλά και στις δυο περιπτώσεις έχουν άδικο. Η ψευδολογία και η ποίηση είναι τέχνες — τέχνες, καθώς το παρετήρησε ο Πλάτων, όχι άσχετες η μια με την άλλη — και απαιτούν την προσεκτικώτερη μελέτη, την πιο αφιλοκερδή αφοσίωση. Και πράγματι έχουν την τεχνική τους, ακριβώς όπως οι υλιστικώτερες τέχνες, η ζωγραφική και η γλυπτική, έχουν τα λεπτά μυστικά τους της φόρμας και του χρώματος, τα πονηρά τα κρυφά τους, τις σκόπιμες καλλιτεχνικές των μεθόδους. Καθώς γνωρίζει κανείς τον ποιητή από την όμορφή του μουσική, έτσι μπορεί κανείς ν' αναγνωρίση τον ψεύτη από την πλούσια ρυθμική προφορά του και σε καμμιάν από τις δυο περιπτώσεις δεν αρκεί η τυχαία έμπνευση της στιγμής. Κ' εδώ, όπως σε άλλα πράματα, η πρακτική πρέπει να πηγαίνη μπρος από την τελειοποίηση, Όμως στις ημέρες μας, ενώ η μόδα να γράφουν ψέματα έγινε παραπολύ κοινή, η μόδα να λένε ψέματα πάει σχεδόν να δυσφημισθή τελείως. Πολλοί νέοι μπαίνουν στη ζωή με το φυσικό χάρισμα του να μεγαλοποιούν, που, αν ετρεφόταν σε ομογενές συμπαθητικό περιβάλλον ή με τη μίμηση των καλυτέρων μοντέλων, θα μπορούσε ν' αναπτυχθή σε κάτι αληθινά μεγάλο και θαυμαστό. Αλλά κατά κανόνα δεν γίνονται τίποτε. Ή πέφτουν σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας —

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αγαπητέ μου.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε παρακαλώ μη με διακόπτης στη μέση της προτάσεως. — «Ή πέφτουνε σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας ή αρχίζουν να συχνάζουνε στις παρέες γέρων και καλά πληροφορημένων ανθρώπων. Και τα δυο είναι εξίσου καταστρεπτικά για τη φαντασία τους όπως θα ήταν καταστρεπτικά για τη φαντασία όποιου και νάναι, και σε λίγον καιρό αναπτύσσουνε μιαν ανθυγιεινή κι αρρωστιάρικη ικανότητα να λένε την αλήθεια, αρχίζουν να βεβαιώνουν καθετί που λέγεται μπροστά τους, δεν διστάζουν ν' αντιλέγουν σ' ανθρώπους πολύ νεώτερους από τον εαυτό τους και καταλήγουν συχνά να γράφουνε μυθιστορήματα τόσον όμοια με τη ζωή, που κανένας να μη μπορή να πιστεύη στην πιθανότητά τους. Και δεν είναι τούτο μία μοναδική περίπτωση. Είναι απλώς έν' ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα· κι αν δεν μπορέση να γίνη τίποτε για να εμποδίση ή τουλάχιστο να περιορίση την τερατώδη μας λατρεία των γεγονότων, η Τέχνη θα γίνη στείρα κ' η ομορφιά θα χαθή απ' τη χώρα.

»Ακόμη και Ο κ. Robert Louis Stevenson, ο ευχάριστος εκείνος τεχνίτης αβράς και γεμάτης φαντασία πρόζας, κηλιδώθηκε μ' αυτό το νέο ελάττωμα, γιατί δεν ξέρομε θετικά τι άλλο όνομα να δώσουμε σ' αυτό. Είναι κάτι παρόμοιο σαν ν' αφαιρή κανείς από μια διήγηση την πραγματικότητά της, όταν προσπαθή να την κάνη παραπολύ αληθινή, και το &Μαύρο Τόξο& (5) είναι τόσον αντικαλλιτεχνικό, οπού να μη μπορή να καυχιέται ότι έχει κ' έναν αναχρονισμό, ενώ η μεταμόρφωση του Dr Jekyll (6) διαβάζεται επικίνδυνα σαν ένα πείραμα στη «Lancet» (7). Όσο για τον κ. Rider Haggard, που πράγματι έχει ή είχε μια φορά τις ιδιότητες που κάνουν τον τέλεια μεγαλοπρεπή ψεύτη, τώρα τόσο φοβάται μήπως τον υποψιαστούνε για μεγαλοφυή, ώστε, όταν μας λέη τίποτε θαυμαστό, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να εφευρίσκη καμμιά προσωπική ανάμνηση και να την βάζη σε υποσημείωση ως είδος δειλής επιβεβαιώσεως. Ούτε οι άλλοι μας οι διηγηματογράφοι είναι πολύ καλύτεροι. Ο κ. Henry James γράφει μυθικές ιστορίες σαν να κάνη κανένα επίπονο χρέος και σπαταλά σε ταπεινά μοτίβα κι απαρατήρητες «απόψεις» το καθαρό φιλολογικό του ύφος, τις επιτυχείς του φράσεις, την πεταχτή και καυστική σάτυρά του. Ο κ. Hall Caen είναι αλήθεια ότι αποβλέπει στο μεγαλόπρεπο, αλλά γράφει στη μεγαλύτερην ένταση της φωνής του. Είναι τόσο μεγαλόφωνος, που δεν μπορεί κανείς ν' ακούση τι λέει. Ο κ. James Payn είναι μάστορας στην τέχνη του να σκεπάζη ό,τι δεν αξίζει να βρεθή. Κυνηγάει τολοφάνερο με τον ενθουσιασμό ενός κοντόφθαλμου αστυνόμου. Όσο κανείς διαβάζει τα βιβλία του και προχωρεί, τόσο η αβεβαιότης του συγγραφέως καταντά σχεδόν ανυπόφορη. Τάλογα του Φαέθωνος του κ. William Black δεν πετούν κατά τον ήλιο. Μόνο τρομάζουν το βράδυ τον ουρανό με ζωηρές χρωμολιθογραφίες. Οι χωρικοί βλέποντάς τες να σιμώνουν καταφεύγουνε στη διάλεκτό τους. Η κ. Oliphant φλυαρεί ευχάριστα για εφημέριους, παρτίδες του λων-τέννυς, νοικοκυρωσύνη κι άλλες πληκτικές ιστορίες. Ο κ. Marion Cranford προσφέρθηκε θύμα στο βωμό του τοπικού χρώματος. Είναι σαν την κυρία της γαλλικής κωμωδίας, που μιλεί εξακολουθητικά για το «beau del d' Italie». Χώρια που απόκτησε την κακή συνήθεια να λέη ηθικές σάχλες. Όλο και μας κοπανά πως το να είναι κανείς καλός είναι να είναι καλός και το να είναι κακός είναι να είναι μοχθηρός. Πού και πού καταντά σχεδόν εποικοδομητικός. Το έργο Robert Elsmere είναι βέβαια έν' αριστούργημα, αριστούργημα του ανιαρού είδους «genre ennuyeux», της μοναδικής μορφής της φιλολογίας, που φαίνεται ότι ο Αγγλικός λαός τέλεια τη γουστάρει. Κάποιος μυαλωμένος νεαρός φίλος μού έλεγε κάπου πως το έργο αυτό του υπενθύμιζε το είδος της κουβέντας που γίνεται στο τσάι σε μια σοβαρή οικογένεια &νοκομφορμιστών& (8) και μπορούμε να το πιστέψουμε.

Και πράγματι μόνο στην Αγγλία μπορούσε να βγη τέτοιο βιβλίο. Η Αγγλία είναι η πατρίδα των χαμένων ιδεών. Όσο για τη μεγάλη εκείνη σχολή των μυθιστοριογράφων, που ολοένα κι αυξάνει και που γι' αυτήν ο ήλιος βγαίνει πάντα στο East-End (8a) το μόνο πράμα που μπορεί κάνεις να πη γι' αυτούς είναι ότι βρίσκουν τη ζωή ωμή και την αφίνουν άψητη.

»Στη Γαλλία, μολονότι τίποτε τόσο σκόπιμα πληκτικό όσο το έργο Robert Elsmere δεν εφάνηκε, όμως τα πράματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο κ. Guy de Maupassant με την οξεία, τσουχτερή του ειρωνεία και το τραχύ και ζωηρό ύφος του αφαιρεί από τη ζωή και τα λίγα φτωχά κουρέλια που τη σκεπάζουν ακόμα και μας δείχνει τη βρωμερή, πονούσα κ' εμπυασμένη πληγή. Γράφει σκοτεινές μικρές τραγωδίες, όπου μέσα ο καθένας γελοιοποιείται, και πικρές κωμωδίες, που δεν μπορεί κανείς να γελάση μ' αυτές από τα δάκρυα που προκαλούν. Ο κ. Zola, πιστός στην υψηλή αρχή που εκθέτει σ' έν' από τα φιλολογικά του προνουντσιαμέντα ότι «ο μεγαλοφυής άνθρωπος δεν έχει πνεύμα», είναι αποφασισμένος να δείξη ότι, αν δεν είναι μεγαλοφυής, είναι τουλάχιστον κοινός κουτός. Και πόσον τέλεια το καταφέρνει! Δεν του λείπει η δύναμη. Πού και πού, όπως στη Germinal λ.χ., υπάρχει κάτι το σχεδόν επικό στο έργο του. Αλλά το έργο του είναι στραβό απ' την αρχή ίσαμε το τέλος κι όχι από την άποψη της ηθικής, αλλά της τέχνης. Από την ηθική μεριά είναι ακριβώς ό,τι έπρεπε να ήταν. Ο συγγραφεύς είναι τελείως ειλικρινής και περιγράφει τα πράματα απαράλλακτα όπως συμβαίνουν. Τι παραπάνω μπορεί να θέλη ένας ηθικολόγος; Δεν συμπαθούμε καθόλου την ηθική αγανάκτηση της εποχής μας κατά του κ. Zola. Είναι απλούστατα η αγανάκτηση του Ταρτούφου για το ξεσκέπασμά του. Όμως από την τεχνική μεριά τι μπορεί να πη κανείς ευνοϊκό για το συγγραφέα των έργων: «L'Assommoir», «Nana» και «Pot-Bouille»; Τίποτε. Ο κ. Ruskin περιγράφει κάπου τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων της George Eliot σαν να είναι παρόμοιοι με τα σκουπίδια του κάρρου της Pentorrville (9), αλλά οι χαρακτήρες του κ. Zola είναι πολύ χειρότεροι. Έχουν τις φοβερές κακίες τους και τις πιο φοβερές αρετές τους. Η αφήγηση της ζωής των είναι απολύτως δίχως ενδιαφέρον. Ποιόνε νοιάζει τι γίνονται; Από τη φιλολογία απαιτούμε κάτι ξέχωρο, κάποια γοητεία, ομορφιά και δύναμη φαντασίας. Δεν γυρεύουμε να ταραχθούμε και ν' αηδιάσουμε με τα καμώματα των κατωτέρων τάξεων. Ο κ. Daudet είναι καλύτερος. Έχει πνεύμα, πινελιές ελαφρές και διασκεδαστικόν ύφος. Αλλά τώρα τελευταία αυτοκτόνησε φιλολογικώς. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να ενδιαφέρεται για τον Delobelle με το «II faut lutter pour l'art» που συχνολέει, ούτε για τον Valmajour με την αιωνίαν επωδό του για ταηδόνι, ούτε για τον ποιητή στο «Jack» με τα «mots cruels» του τώρα που μάθαμε από το «Vingt ans de ma vie littéraire», ότι oι χαρακτήρες αυτοί είναι παρμένοι απευθείας απ' τη ζωή. Εμάς μας φαίνονται σαν να έχασαν έξαφνα κάθε τους ζωτικότητα, όλες τις λίγες αρετές που είχαν. Οι μόνοι αληθινοί άνθρωποι είναι εκείνοι που ποτέ δεν υπήρξαν, κι αν ένας μυθιστοριογράφος είναι τόσον ευτελής, ώστε να γυρεύη στη ζωή τους ήρωές του, πρέπει τουλάχιστο να καμώνεται πως είναι πλάσματά του κι όχι να καυχιέται ότι είναι αντίγραφα. Η δικαιολογία για ένα χαρακτήρα σ' ένα μυθιστόρημα είναι όχι πως οι άλλοι άνθρωποι είναι ό,τι είναι, αλλά πως ο συγγραφεύς είναι ό,τι είναι. Αλλοιώτικα το μυθιστόρημα δεν είναι έργο Τέχνης. Όσο για τον v. Paul Bourget, τον δάσκαλο του Roman psychologique, κάνει λάθος να φαντάζεται ότι οι άνδρες και οι γυναίκες της νέας ζωής μπορούν ν' αναλυθούν επ' άπειρον σε μια σειρά αναριθμήτων κεφαλαίων. Το γεγονός είναι ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει στους ανθρώπους της καλής κοινωνίας — και ο κ. Bourget σπανίως το κουνάει από το προάστειο St. Germain, εκτός όταν έρχεται στο Λονδίνον — είναι η μάσκα, που ο καθένας τους φορεί κι όχι η πραγματικότης που κρύβεται πίσω απ' τη μάσκα. Είναι ταπεινωτική ομολογία αυτό, κι όμως όλοι μας είμαστε καμωμένοι απ' την ίδια πάστα. Στον Φάλσταφ υπάρχει κάτι απ' τον Άμλετ και στον Άμλετ κάτι του Φάλσταφ. Ο παχύς ιππότης έχει πότε-πότε μελαγχολικές διαθέσεις, όπως ο νεαρός πρίγκηπας στιγμές χονδρής ευθυμίας. Διαφέρουμε μεταξύ μας μονάχα στασήμαντα. Στη φορεσιά, στο φέρσιμο, στον τόνο της φωνής, στις θρησκευτικές δοξασίες, στο εξωτερικό, στις συνήθειες και τα παρόμοια. Όσον αναλύει κανείς τους ανθρώπους, τόσο και λείπουν οι λόγοι της αναλύσεως· αργά ή γρήγορα φθάνει κανείς στο φοβερό εκείνο παγκόσμιο πράμα που λέγεται ανθρώπινη φύση. Η αλήθεια, καθώς το ξέρει καλά όποιος εργάσθηκε ανάμεσα στους φτωχούς, η αδελφωσύνη των ανθρώπων δεν είναι απλώς ποιητικόν όνειρο, μα μια παραπολύ απογοητευτική και ταπεινωτική πραγματικότης. Κι αν ένας συγγραφεύς αναλύη επίμονα τις ανώτερες τάξεις, μπορεί ακριβώς το ίδιο να γράφη συγχρόνως και για τα κορίτσια που πουλούνε σπίρτα ή φρούτα». — Ωστόσο, αγαπητέ μου Κύριλλε, δεν θα σε κρατήσω περισσότερον καιρό επιμένοντας σ' αυτό εδώ το ζήτημα. Παραδέχομαι ότι τα νέα μυθιστορήματα έχουν πολλά καλά σημεία. Επιμένω μονάχα ότι γενικά δεν διαβάζονται.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αυτό είναι βέβαια ένας πολύ βαρύς χαρακτηρισμός και πρέπει να σου το πω ότι φρονώ πως σε μερικές επικρίσεις σου είσαι άδικος. Μου αρέσουν εμένα το «The Deemster» και το «The Daughter of Heth» και το «Le Disciple» και το «Mr. Jsaacs»· κι όσο για το «Robert Elsmere» είμαι τέλεια, αφωσιωμένος σ' αυτό. Όχι πως το θεωρώ σοβαρό έργο. Σαν έκθεση των προβλημάτων που έχει ν' αντικρύση ο αληθινός χριστιανός είναι γελοίο κι απηρχαιωμένο. Είναι απλούστατα το έργο &Φιλολογία και Δόγμα& του Arnold, με τη φιλολογία του βγαλμένη έξω και τόσο καθυστερεί στον αιώνα μας όσον αι &Αποδείξεις& του Paley ή η μέθοδος της Βιβλικής ερμηνείας του Golento. Και τίποτε δεν θα έκαμνε μικρότερη εντύπωση από τον άτυχον ήρωα, που σοβαρά διαλαλούσε μιαν αυγή, που προ πολλού είχε χαράξει και που τόσο του ξέφευγε η αληθινή σημασία της, ώστε να προτείνη να εξακολουθήση η εργασία της παληάς εταιρείας με νέον όνομα» (10). Από το άλλο μέρος όμως περιέχει πολλές επιτυχημένες καρικατούρες κ' ένα σωρό ευχάριστες περικοπές από ξένα έργα, και η φιλοσοφία του Green σκεπάζει με τη ζαχαρόκονή της τα κάπως πικρά καταπότια των παραμυθιών του συγγραφέως. Δεν μπορώ μολαταύτα να μην εκφράσω την απορία μου γιατί δεν αναφέρατε τίποτε για τους δυο μυθιστοριογράφους, που πάντα τους διαβάζετε, τον Balzac και τον George Meredith. Ασφαλώς και οι δύο τους είναι ρεαλισταί.

ΒΙΒΙΑΝ. — Α! Ο Meredith! Ποιος μπορεί να τον χαρακτηρίση; Το ύφος του είναι χάος φωτιζόμενον από λάμψεις αστραπής. Σα συγγραφεύς καθυπόταξε το καθετί εκτός από τη γλώσσα, σαν μυθιστοριογράφος μπορεί κάθε άλλο να κάνη παρά να διηγηθή καμμιάν ιστορία — σαν καλλιτέχνης όλα τάχει, μόνο η αρμονία του λείπει. Κάποιος στον Σαίξπηρ — ο Touchstone (11) νομίζω — μιλεί για έναν άνθρωπο που σπάζει το κεφάλι του όλη την ώρα για να δείξη πνεύμα κι αυτό μου φαίνεται πως μπορούσε να χρησιμέψη για βάση στην κριτική του τρόπου της εργασίας του Meredith. Αλλά ό,τι κι αν είναι, ρεαλιστής δεν είναι. Ή καλύτερα είναι παιδί του ρεαλισμού τσακωμένο με τον πατέρα του. Ύστερ' απ' ώριμη σκέψη εδιάλεξε να γίνη ρομαντικός. Αρνήθηκε να σκύψη το γόνα στον Βάαλ, και στο τέλος, κι αν ακόμα το λεπτό πνεύμα του ανθρώπου δεν επαναστατούσε ενάντια στις θορυβώδεις βεβαιώσεις του ρεαλισμού, το ύφος του θ' αρκούσε, μοναχό του αυτό, να κρατήση σε σεβαστήν απόσταση τη ζωή. Μ' αυτό φύτεψε γύρω στον κήπο του ένα φράχτη γεμάτο αγκάθια κι ολοκόκκινον από θαυμάσια τριαντάφυλλα. Όσο για τον Balzac, αυτός ήταν ένα παραπολύ αξιοσημείωτο ταίριασμα της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας με το επιστημονικό πνεύμα. Το τελευταίο το κληροδότησε στους μαθητές του· το πρώτο ήταν καθολοκληρίαν ιδικό του. Η διαφορά ανάμεσα του βιβλίου του Zola «l' Assommoir» και των «Ιllousions Perdues» του Balzac είναι διαφορά μεταξύ ρεαλισμού δίχως φαντασία και πραγματικότητος φανταστικής. Όλοι οι χαρακτήρες του Balzac, λέει ο Baudelaire, «είναι προικισμένοι με την ίδια ζωηρότητα που ζωντάνευε αυτόν τον ίδιο. Οι μύθοι του όλοι είναι τόσο βαθειά χρωματισμένοι, όσο τα όνειρα. Κάθε προσώπου των έργων του το μυαλό είν' ένα όπλο γεμισμένο με θέληση ίσαμε με το στόμιο. Κι αυτοί οι παραμάγειροι έχουν μεγαλοφυία. Μία συνεχής μελέτη του Balzac θα έκανε τους ζωντανούς φίλους μας να μεταβληθούν σε σκιές και τους γνωστούς μας σε σκιές σκιών. Οι χαρακτήρες του έχουν ένα είδος ζωηράς, πολύχρωμης υπάρξεως. Μας κυριεύουν και περιφρονούν το σκεπτικισμό. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου είναι ο θάνατος του Lucien de Rubempré. Μου είναι μια θλίψη, που ποτέ δεν μπόρεσα να λυτρωθώ απ' αυτήν τέλεια. Μου έρχεται στο νου στις στιγμές των απολαύσεών μου. Τον θυμούμαι κι όταν γελώ. Όμως ο Balzac δεν είναι περισσότερο ρεαλιστής απ' ό,τι ήταν ο Holbein. Έπλαθε τη ζωή, δεν την αντέγραφε. Παραδέχομαι μολαταύτα πως έδωσε παραπολύ μεγάλη σημασία στο νεωτεριστικό της μορφής κι ότι γι' αυτό κανένα βιβλίο του δεν μπορεί να ταχθή σαν καλλιτεχνικόν αριστούργημα στην ίδια σειρά με τη «Salambo» (12) ή τον «Esmond» (13) ή το «The Cloister and the Hearth» (14) ή τον &Υποκόμητα της Βαρκελώνης&.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Έχεις αντίρρηση λοιπόν στο νεωτεριστικό της μορφής;

ΒΙΒΙΑΝ. — Μάλιστα. Είναι το τεράστιο κόστος ενός πολύ φτωχού αποτελέσματος. Ο καθαρός νεωτερισμός στη φόρμα έχει πάντα κάτι το εκλαϊκευτικό. Δεν μπορεί να μην το έχη. Το κοινό φαντάζεται ότι, επειδή αυτό ενδιαφέρεται για τα ολόγυρά του, πρέπει και η τέχνη να ενδιαφέρεται γι' αυτά και να τα πάρη για θέμα της. Όμως απλώς το ότι ενδιαφέρεται το κοινό σ' αυτά, τα κάνει ακατάλληλα αντικείμενα Τέχνης. Τα μόνα ωραία πράγματα, καθώς το είπε κάποιος μια φορά, είναι εκείνα που δεν αφορούν σ' εμάς. Εφόσον ένα πράμα μας χρησιμεύει ή μας χρειάζεται ή οπωσδήποτε μας επιδρά προξενώντας μας πόνο ή ηδονήν ή αποτείνεται ορμητικά στη συμπάθειά μας ή είναι ζωτικό μέρος του περιβάλλοντος όπου ζούμε, είναι έξω από την καθαυτό σφαίρα της Τέχνης. Πρέπει να είμαστε πολύ ή λίγο αδιάφοροι στα θέματα της Τέχνης. Πρέπει οπωσδήποτε να μην έχουμε προτιμήσεις, προλήψεις, κανενός είδους αίσθημα μεροληπτικό. Ακριβώς γιατί η Εκάβη δεν μας είναι διόλου σχετική, οι πόνοι της είναι τόσο θαυμαστό μοτίβο για τραγωδία. Δεν ξέρω τίποτε μελαγχολικώτερο στην όλην ιστορία της φιλολογίας από το καλλιτεχνικό στάδιο του Charles Reade. Έγραψε ένα όμορφο βιβλίο, &Το Μοναστήρι και το Τζάκι&, ένα βιβλίο τόσο ανώτερο από τα «Romola» (15) όσο το «Romola» είναι ανώτερο από το «Daniel Derouda» (16), και σπατάλησε το υπόλοιπο της ζωής του σε μιαν ανόητη προσπάθεια να νεωτερίζη, να επισύρη την προσοχή του κοινού στην κατάσταση των ποινικών μας φυλακών και τη διαχείριση των ιδιωτικών μας φρενοκομείων. Ο Charles Dickens ήταν αρκετά αποθαρρυντικός και συνειδητά μάλιστα όταν προσπαθούσε να κινήση τη συμπάθειά μας προς τα θύματα της διαχειρίσεως της Δημοσίας Αρωγής. Αλλά ο Charles Reade, ένας καλλιτέχνης, ένας μελετητής, ένας άνθρωπος με αληθινόν αίσθημα του ωραίου, μαινόμενος και ουρλιάζων για τις καταχρήσεις της σύγχρονης ζωής σαν ένας κοινός λιβελλογράφος ή αισθηματίας δημοσιογράφος, είναι πράγματι ένα θέαμα για να το θρηνούν οι άγγελοι. Πίστεψέ με, αγαπητέ μου Κύριλλε, ότι ο νεωτερισμός στο θέμα είναι κάτι εντελώς και απολύτως στραβό. Τη συνειθισμένη του αιώνος φορεσιά των γκαρσονιών την πείραμε για την εσθήτα των Μουσών και ξοδεύομε τον καιρό μας στους μολυσμένους δρόμους και ταποκρουστικά προάστεια των αθλίων πόλεών μας αντί να τον περνούμε στη βουνοπλαγιά με τον Απόλλωνα. Ωρισμένως είμαστε γενεά εκφυλισμένη· επουλώσαμε τα πρωτοτόκια για ένα πινάκιο γεγονότων.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Υπάρχει κάποια αλήθεια σ' αυτό που λες και πράγματι, όση ευχαρίστηση και να μας δίνη το διάβασμα ενός καθαρά μοντέρνου μυθιστορήματος, δεν βρίσκομε καμμιά καλλιτεχνική απόλαυση στο ξαναδιάβασμά του, κι αυτό ίσως είναι η πιο ψηλαφητή απόδειξη του τι είναι φιλολογικό και τι δεν είναι. Αν κανείς δεν μπορή να αισθανθή ευχαρίστηση διαβάζοντας ξανά και ξανά ένα βιβλίο, δεν είναι ανάγκη να το διαβάση καθόλου. Αλλά τι λες για το ξαναγύρισμα στη Ζωή και στη Φύση; Είναι η πανάκεια που πάντα μας τη συσταίνουν.

ΒΙΒΙΑΝ. — Θα σου διαβάσω το τι φρονώ γι' αυτό το ζήτημα. Το κομματάκι αυτό είναι λίγο παρακάτω στο άρθρο, αλλά μπορώ να σου το διαβάσω από τώρα:

«Η λαϊκή κραυγή της εποχής μας είναι: «Ας ξαναγυρίσουμε στη Ζωή και στη Φύση. Αυτές θα μας ξαναπλάσουν την Τέχνη και θα χύσουν στις φλέβες της το κόκκινο αίμα· στα πόδια της θα δώσουν γρηγοράδα και στα χέρια της δύναμη». Όμως αλλοίμονο! απατώμεθα στις αξιέραστες και καλόβολες προσπάθειές μας. Η Φύση μένει πάντα πίσω από τον αιώνα. Κι όσο για τη Ζωή, αυτή είναι το στοιχείο που διαλύει την Τέχνη, ο εχθρός που ρημάζει το σπίτι της».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Τι εννοείς όταν λες ότι η Φύση μένει πάντα πίσω από τον αιώνα;

ΒΙΒΙΑΝ. — Είναι ίσως λίγο μυστηριακό. Να όμως τι εννοώ. Αν πάρουμε για Φύση το φυσικό, απλό ένστικτο αντίθετα προς τη συνειδητή καλλιέργεια και ανάπτυξη, το έργο που παράγεται με την επίδρασην αυτή είναι πάντα παλαιικό στη μορφή, απηρχαιωμένο κι ασυγχρόνιστο. Ένα της Φύσεως άγγελμα όλον τον κόσμο τον κάνει όμοιο, μα δυο της αγγέλματα καταστρέφουν όποιο έργο Τέχνης. Αν από την άλλη μεριά Φύση λέμε το σύνολο των εξωτερικών για τον άνθρωπο φαινομένων, τότε οι άνθρωποι βρίσκουν σ' αυτή ό,τι οι ίδιοι της φέρνουν. Αυτή δεν υποβάλλει τίποτε. Ο Wordsworth πήγε στις λίμνες, όμως ποτέ δεν ήταν ποιητής της λίμνης. Βρήκε στις πέτρες τα κηρύγματα που ο ίδιος τα είχε κηρύξει εκεί. Πήγαινε ηθικολογώντας στα τριγύρω, αλλά η καλή του εργασία φάνηκε όταν ξαναγύρισε όχι στη Φύση, μα στην Ποίηση. Η ποίηση του έδωκε τη &Λαοδάμεια& και τα ωραία σοννέτα και τη &Μεγάλη Ωδή&, όπως και είναι μεγάλη. Η Φύση του έδωκε τη «Martha Ray» και τον «Peter Bell» και την προσφώνηση στην τσάπα του Wilkinson.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Θαρρώ πως αυτή η όψη του πράγματος είναι συζητήσιμη. Εγώ πάω να πιστέψω κάλλιο στην «παρόρμηση από έν' ανοιξιάτικο δάσος», μολονότι βέβαια η καλλιτεχνική αξία μιας τέτοιας παρορμήσεως εξαρτάται εντελώς από το είδος της ιδιοσυγκρασίας που τη δέχεται, έτσι που ο γυρισμός στη Φύση να σημαίνη απλώς την κατεύθυνση προς μια μεγάλη προσωπικότητα. Υποθέτω πως θα συμφωνήσετε σ' αυτό. Προχωρώ ωστόσο στο διάβασμα.

ΒΙΒΙΑΝ. (Διαβάζει) — «Η τέχνη αρχίζει με την αφηρημένη διακόσμηση, με την καθαρά φανταστική και ηδονική εργασία, έχοντας να κάνη με ό,τι δεν είναι πραγματικό, με το ανύπαρκτο. Αυτός είναι ο πρώτος σταθμός. Ύστερα η Ζωή γοητεύεται με το νέο τούτο θαύμα και γυρεύει να γίνη δεκτή στο μαγεμμένο κύκλο. Η Τέχνη παίρνει τη ζωή σαν ένα μέρος του αρχικού υλικού της, την ξαναπλάττει και τη μεταμορφώνει σε καινούργιες φόρμες κι απολύτως αδιαφορεί στα όσα συμβαίνουν, εφευρίσκει, φαντάζεται, ονειρεύεται, τηρώντας αναμεταξύ της ίδιας και της πραγματικότητος το αδιαπέραστο διάφραγμα του ωραίου ύφους, της χρήσεως της διακοσμητικής ή του ιδεαλισμού. Το τρίτο στάδιο είναι όταν η Ζωή αρχίζη να επικρατή και διώχνη την Τέχνη έξω στην ερημιά. Αυτό είναι η αληθινή παραμονή στην Τέχνη κι απ' αυτό υποφέρομε σήμερα.

»Ας πάρουμε την περίπτωση του αγγλικού δράματος. Στην αρχή στα χέρια των μοναχών η δραματική τέχνη ήταν αφηρημένη, διακοσμητική και μυθολογική. Έπειτα επήρε τη Ζωή στην υπηρεσία της και μεταχειριζομένη μερικές εξωτερικές φόρμες της ζωής έπλασε ένα τέλειο νέο είδος όντων, που οι λύπες τους ήταν φοβερώτερες από τη λύπη που ποτέ αισθάνθηκε ο άνθρωπος, και οι χαρές τους δυνατώτερες από τη χαρά του εραστού, που είχαν τη μανία των Τιτάνων και τη γαλήνη των Θεών, τερατώδεις και θαυμαστές αμαρτίες, τερατώδεις και θαυμαστές αρετές. Τους έδωκε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της κοινής χρήσεως, μια γλώσσα γεμάτη από λαμπρόηχη μουσική και γλυκό ρυθμό, καμωμένη μεγαλόπρεπη με μια σοβαρή καντέντσα, ή απαλή με μια φανταστική ρίμα, στολισμένη με τα πετράδια θαυμαστών λέξεων και πλουτισμένη με μιαν υψηλήν έκφραση. Έντυσε τα παιδιά της με παράξενα ρούχα και μάσκες κι όταν αυτή έδωκε το σύνθημα, ο αρχαίος κόσμος εσηκώθη από το μαρμαρένιο του τάφο. Νέος Καίσαρ εβάδισε υπερήφανα διαμέσου των δρόμων της αναστημένης Ρώμης και με πορφυρά πανιά και κώπες κινούμενες στο ρυθμό του αυλού άλλη Κλεοπάτρα πέρασε τον ποταμό κατά πάνω προς την Αντιόχεια. Οι παληοί μύθοι και θρύλοι και τα παληά όνειρα πήρανε μορφή και υπόσταση. Η ιστορία ξαναγράφηκε ολάκερη και δύσκολα θα βρισκόταν κανένας δραματικός, που να έννοιωθε και να μη παραδεχόταν πως το αντικείμενο της Τέχνης δεν είναι η καθαρή αλήθεια, μα η πολύπλοκη ομορφιά. Σε τούτο είχαν κάθε δίκηο. Η Τέχνη η ίδια είναι πράγματι μια μορφή υπερβολής. Και η διαλογή, που είναι αυτό το πνεύμα της Τέχνης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας έντονος τρόπος υπερεμφάσεως.

»Όμως η Ζωή έκανε σε λίγο χίλια κομμάτια την τελειότητα της μορφής. Ακόμα και στον Σαίξπηρ βλέπομε την αρχή του τέλους. Δείχνεται μονάχη της με το βαθμιαίο κομματιασμό του ανομοιοκατάληκτου στίχου στα τελευταία δράματα, με την επικράτηση που δίνεται στην πρόζα και την υπέρμετρη σημασία που χαρίζεται στο χαρακτηρισμό. Στον Σαίξπηρ οι περικοπές, όπου η γλώσσα είναι άκομψη, χυδαία, υπερβολική, φανταστική, ακόμα κι άσεμνη, χρωστούνται ολότελα στη Ζωή, που αποζητάει μιαν ηχώ της ίδιας της φωνής κι απορρίπτει την επέμβαση του ωραίου ύφους, ενώ μόνο μ' αυτό έπρεπε η ζωή να επιτρέπεται να βρίσκη έκφραση. Ο Σαίξπηρ δεν είναι διόλου τέλειος καλλιτέχνης. Αγαπά πολύ να καταφεύγη στη ζωή και να δανείζεται της ζωής τη φυσικήν έκφραση. Ξεχνάει ότι, όταν η Τέχνη παραδίδη το μέντιουμ της φαντασίας, παραδίδει το καθετί. Ο Γκαίτε κάπου λέει: «In der Berschränkung zeigt sich erst der Meister» — «Δουλεύοντας μέσα σε όρια φανερώνει ο τεχνίτης τον εαυτό του», και ο περιορισμός, ο καθαυτό όρος μιας τέχνης, είναι το ύφος. Μολαταύτα δεν είναι ανάγκη να μακραίνουμε περισσότερο το λόγο για το ρεαλισμό του Σαίξπηρ. Η Τρικυμία είναι η τελειότερη απ' όλες τις παλινωδίες. Όλο που θελήσαμε να δείξουμε είναι πως το μεγαλόπρεπο έργο των καλλιτεχνών της εποχής της Ελισσάβετ και του Ιακώβου είχε αυτό το ίδιο μέσα του το σπόρο της ιδικής του αποσυνθέσεως, κι αν άντλησε τη λίγη του δύναμη από το μεταχείρισμα της ζωής σαν αρχικό υλικό, άντλησε όμως όλη του την αδυναμία από τη χρήση της ζωής σαν καλλιτεχνική μέθοδο. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αντικαταστάσεως του δημιουργικού μέσου με τη μίμηση, αυτής της εγκαταλείψεως της φανταστικής φόρμας, έχομε το νεώτερο αγγλικό μελόδραμα. Οι χαρακτήρες σ' αυτά τα έργα μιλούν απάνω στη σκηνή απαράλλακτα όπως θα μιλούσαν έξω από τη σκηνή· δεν έχουν μήτε στην ψυχή ορμές ευγενικές μήτε στην προφορά ακόμη λεπτότητα· είναι παρμένοι κατευθείαν από τη ζωή και ξαναπαρασταίνουν τη χυδαιότητά της ως τη μικρότερή της λεπτομέρεια· παρουσιάζουν το παράστημα, τους τρόπους, το κοστούμι και τον τόνο πραγματικών ανθρώπων και θα περνούσαν απαρατήρητοι σε διαμέρισμα τρίτης θέσεως του τραίνου. Κι ωστόσο πόσον κουραστικά είναι αυτά τα κομμάτια! Δεν πιτυχαίνουν να κάνουν ούτε την εντύπωση της πραγματικότητος που κυνηγούν και που είναι ο μόνος λόγος της υπάρξεώς των. Ως μέθοδος ο ρεαλισμός είναι μία τέλεια αποτυχία.

»Ό,τι είναι αλήθεια ως προς το δράμα και το μυθιστόρημα δεν αληθεύει λιγώτερο για τις διακοσμητικές λεγόμενες τέχνες. Ολάκερη η ιστορία αυτών των τεχνών στην Ευρώπη είναι η εξιστόρηση του αγώνος αναμεταξύ του Οριενταλισμού με την ειλικρινή του απόρριψη της μιμήσεως, τον έρωτά του προς ό,τι η καλλιτεχνία παραδέχτηκε και την αντιπάθειά του στην πραγματικήν αναπαράσταση των φυσικών αντικειμένων, και του ιδικού μας πνεύματος της μιμήσεως. Όπου ο πρώτος εκυριάρχησε, καθώς στο Βυζάντιο, τη Σικελία και την Ισπανία με πραγματική συνάφεια, ή όπως στη λοιπή Ευρώπη με την επίδραση των σταυροφοριών, εκεί είχαμε ωραία έργα φαντασίας· όπου τα πράματα της ζωής μεταμορφώθηκαν σε καλλιτεχνικές συμφωνίες, κι ό,τι δεν έχει η Ζωή εφευρέθηκε κ' έγεινε για την ευχαρίστησή της. Αλλά όπου γυρίσαμε πίσω στη Φύση και τη Ζωή τα έργα μας γίνηκαν πρόστυχα, ρουτινιέρικα και δίχως κανένα ενδιαφέρον. Η νεώτερη ταπητουργία με τις επιδράσεις της από τον αέρα, την επιμελημένη προοπτική της, τις πλατειές της εκτάσεις περιττού ουρανού, τον πιστό και φροντισμένο ρεαλισμό της δεν έχει καμμιάν ομορφιά. Τα εικονογραφημένα υελουργήματα της Γερμανίας είναι συχαμερά. Τώρ' αρχίσαμε στην Αγγλία να υφαίνουμε χαλιά που μπορεί να λέγωνται χαλιά, γιατί γυρίσαμε στη μέθοδο και το πνεύμα της Ανατολής. Οι βελέντσες και τα χαλιά μας προ είκοσι χρόνων με τις σοβαρές μελαγχολικές αλήθειες τους, τη μάταιη λατρεία της Φύσεως, τις ταπεινές αναπαραστάσεις ορατών αντικειμένων κατάντησαν και για τους Φιλισταίους ακόμα πηγή για γέλια. Ένας μορφωμένος μουσουλμάνος μας είπε κάποτε: «Εσείς οι χριστιανοί τόσον καταγίνεσθε να παρεξηγήτε την τετάρτη εντολή, ώστε να μην έχετε ποτέ σκεφθή να εφαρμόσετε καλλιτεχνικά τη δεύτερη εντολή». Είχε όλως διόλου δίκιο κι όλη η αλήθεια στο ζήτημά μας είναι ότι το κατάλληλο σχολειό για να μάθη κανείς την τέχνη δεν είναι η Ζωή, αλλά η Τέχνη».

Και τώρα στάσου να σου διαβάσω ένα κομμάτι που μου φαίνεται εμένα πως ξεκαθαρίζει τέλεια το ζήτημα.

«Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Δεν πρέπει να πούμε τίποτε για τους ποιητάς, γιατί αυτοί με την άτυχη εξαίρεση του κ. Wordsworth υπήρξαν πράγματι πιστοί στην υψηλή τους αποστολή και σ' όλο τον κόσμο αναγνωρίζεται ότι είναι τελείως αναξιόπιστοι. Αλλά στα έργα του Ηροδότου, που εις το πείσμα των επιπολαίων και ανάνδρων προσπαθειών νεωτέρων ημιμαθών ν' αποδείξουν την αλήθεια της ιστορίας του μπορεί να ονομασθή «ο Πατήρ της ψευτιάς», στους δημοσιευμένους λόγους του Κικέρωνος, και τις βιογραφίες του Σουετωνίου· στο καλύτερο μέρος του έργου του Τακίτου· στη &Φυσική Ιστορία& του Πλινίου — στον &Περίπλουν& του Άννωνος· στους παλαιοτέρους χρονικογράφους· στους Βίους των Αγίων· στον Froissart και τον Sir Thomas Mallery· στα ταξείδια του Μάρκο Πόλο· στον Olaus Magnus και τον Aldrovandus και Conrad Lycosthenes με το μεγαλόπρεπο «Prodigiorum et Ostentorum Chronicon»· στην αυτοβιογραφία του Benvenuto Cellini· σταπομνημονεύματα του Καζανόβα· στην &Ιστορία της Πανούκλας& του Defoe· στο &Βίο του Τζόνσον& του Boswell· στα έγγραφα του Ναπολέοντος και στα έργα του δικού μας Κάρλαϋλ, που η Γαλλική Επανάστασή του είναι έν' από τα πιο γοητευτικά ιστορικά μυθιστορήματα που γράφηκαν, τα γεγονότα ή κρατούνται στην ταιριαστή σ' αυτά δευτερεύουσά τους θέση ή ολότελ' αποκλείονται για την βλακεία τους γενικά. Τώρ' άλλαξαν τα πράγματα. Τα γεγονότα δεν βρίσκουνε μονάχα στήριγμα στην ιστορία, παρά καταπατούν και τα οικόπεδα της φαντασίας και κάνουν επιδρομές στην επικράτεια της ρομάντσας. Το παγερό τους χέρι εγγίζει το καθετί. Πάνε να χυδαΐσουνε το ανθρώπινο γένος. Ο ωμός εμπορικισμός της Αμερικής, το υλιστικό της πνεύμα, η αδιαφορία της στην ποιητικήν όψη των πραγμάτων και η έλλειψη φαντασίας και υψηλών άφθαστων ιδανικών χρωστούνται ολότελα στο ότι η χώρ' αυτή αναγνώρισε για ήρωά της εθνικό έναν άνθρωπο, που κατά τη δική του ομολογία ήταν ανίκανος να πη ένα ψέμα· και δεν πάει πολύ αν υποστηρίξη κανείς ότι η ιστορία του George Washington και της κερασιάς έβλαψε πιο πολύ και σε λιγώτερο διάστημα παρά όποιο άλλο ηθικό διήγημα σ' ολάκερη τη φιλολογία».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αγαπητό μου παιδί!

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε βεβαιώ πως έτσ' είναι και το διασκεδαστικότερο απ' όλα, η ιστορία της κερασιάς είναι ένα τέλειο παραμύθι. Μη νομίζης ωστόσο πως είμαι απελπισμένος για το καλλιτεχνικό μέλλον της Αμερικής ή της δικής μας χώρας. Άκου παρακάτω.

«Ότι κάποια αλλαγή θα γίνη προτού κλείση ο αιώνας αυτός δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία. Ζαλισμένη από την ανιαρή κ' εποικοδομητική κουβέντα εκείνων που δεν έχουνε μήτε το πνεύμα της υπερβολής μήτε το δαιμόνιο της ρομάντσας, κουρασμένη από τους νοήμονες που οι αναμνήσεις τους στηρίζονται πάντα στο μνημονικό και τα λόγια τους όλο και περιορίζονται από την πιθανότητα και κάθε ώρα και στιγμή ενδεχόμενο να επιβεβαιωθούν από τον πρώτον τυχόντα απλοϊκώτατον φιλισταίον, η Κοινωνία αργά ή γρήγορα θα γυρίση πίσω στον χαμένον οδηγό της, τον μορφωμένο και γόητα ψεύτη. Ποιος ήταν που πρώτον, δίχως ποτέ να έχη βγει στο άγριο κυνήγι κατάβραδα με το σουρούπωμα, διηγήθηκε στους κατάπληκτους κατοίκους των σπηλαίων το πώς έσυρε έξω από το πορφυρό σκοτάδι του ιάσπινου άντρου του το Μεγαθήριο ή σκότωσε το Μαμμούθ σε μια μονάχα μάχη ή επήρε τους χρυσωμένους χαυλιόδοντές του, δεν μπορούμε να το ξέρουμε και μήτε κανένας από τους νεώτερους ανθρωπολόγους μας μ' όλη την καυχησιάρα επιστήμη τους είχε ποτέ το θάρρος να μας το πη. Όποιο κι αν ήταν τόνομά του κι όποια κ' η πατρίδα του, αυτός βέβαια ήταν ο αληθινός θεμελιωτής των κοινωνικών σχέσεων. Γιατί ο σκοπός του ψεύτη είναι αυτή η βάση της πολιτισμένης κοινωνίας και δίχως αυτόν ένα γεύμα, κι όταν ακόμη δίδεται στα μέγαρα των μεγάλων, είναι τόσο πεζό όσο μια διάλεξη στη Βασιλική Εταιρεία (17) ή μια συζήτηση στο Σύλλογο των Ενωμένων Συγγραφέων ή μια από τις φαρσοειδείς κωμωδίες του κ. Burnand.

»Και δεν θα είναι καλοδεχούμενος μονάχα μέσα στην κοινωνία. Η Τέχνη φευγάτη από τις φυλακές του ρεαλισμού θα τρέξη να τον χαιρετήση και θα του φιλήση τα όμορφά του χείλη που λένε το ψέμα, ξέροντας πως αυτός μονάχα κατέχει το μεγάλο μυστικόν όλων της των εκδηλώσεων, το μυστικόν ότι η αλήθεια είναι εντελώς και απολύτως ζήτημα ύφους· ενώ η Ζωή — η φτωχή, η πιθανή, η δίχως ενδιαφέρον ζωή του ανθρώπου — η βαργιεμένη να επαναλαβαίνη τον εαυτό της προς όφελος του κ. Herbert Spencer, των ιστορικών της επιστήμης και των συλλογέων στατιστικών γενικά, θα τον ακολουθή ταπεινά προσπαθώντας ν' αναπαρασταίνη απλά κι αδασκάλευτα με το δικό της τρόπο μερικά απ' τα θαύματα, που μιλεί γι' αυτά εκείνος.

»Αναμφιβόλως θα υπάρχουν πάντα κριτικοί, που σαν κάποιον αρθρογράφο στη &Σαββατιανήν Επιθεώρηση&, θα ελέγχουνε σοβαρά τον αφηγητή όμορφων ιστοριών για λειψή γνώση της φυσικής ιστορίας, που θα καταμετρούν τα έργα της φαντασίας με την όλως διόλου ανύπαρκτη σ' αυτούς δύναμη της φαντασίας και θα σηκώνουν ψηλά τα μουντζουρωμένα απ' τη μελάνη χέρια τους με φρίκη αν ένας τίμιος τζέντελμαν που ποτέ δεν πήγε μακρύτερ' από τους σμίλακες του κήπου του περιγράψη κανένα γοητευτικό βιβλίο ταξειδιού, όπως ο Sir John Mandeville,(18) ή συγγράψη ολόκληρη παγκόσμιαν ιστορία δίχως να ξέρη τίποτε για τα περασμένα, όπως ο μεγάλος Raleigh ((19). Για να δικαιολογήσουν τους εαυτούς των πολεμούν να καταφύγουν πίσω απ' την ασπίδα εκείνου που έπλασε τον μάγο Prospero και του έδωκε για δούλους του τον Κάλιμπαν και τον Άριελ, που άκουσε τους Τρίτωνες να φυσούν τις κεράτινες σάλπιγγές τους γύρω στες κοράλλινες υφάλους του Μαγεμένου Νησιού και τις Νύμφες να τραγουδούν αναμεταξύ τους σ' ένα δάσος κοντά στην Αθήνα και που ωδήγησε τους βασιλιάδες — φαντάσματα σε σκοτεινή λιτανεία μέσ' από τον καταχνιασμένον ερεικιώνα της Σκωτίας κ' έκρυψε την Εκάτη σε σπήλαιο μαζί με τις μάγισσες αδερφές της. Επικαλούνται πάντα τον Σαίξπηρ κι αναφέρουν το τριμμένο πια εκείνο κομμάτι ξεχνώντας ότι εκείνος ο άτυχος αφορισμός για την Τέχνη, πως βαστάει αυτή τον καθρέφτη αγνάντια στη Φύση, ξεπίτηδες ειπώθηκε απ' τον Άμλετ για να πείση τους διπλανούς του για τον απόλυτο παραλογισμό του σ' όλα τα ζητήματα της Τέχνης».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Όχι δα! Δος μου ωστόσο ένα τσιγάρο ακόμα, σε παρακαλώ.

ΒΙΒΙΑΝ. — Αγαπητέ μου ό,τι και να πης ο αφορισμός αυτός είναι μια απλή δραματική έκφραση, που τόσο μόνο φανερώνει τις πραγματικές ιδέες του Σαίξπηρ για την Τέχνη όσον οι λόγοι του Ιάγου εκφράζουν τις αληθινές του ιδέες για την ηθική. Ας πάρουμε ωστόσο το τέλος της περικοπής.

«Η Τέχνη βρίσκει την τελειότητά της μέσα στον εαυτό της κι όχι έξω απ' τον εαυτό της. Δεν πρέπει να κρίνεται με κανένα εξωτερικό μέτρον ομοιότητος. Είναι ένα βέλο μάλλον παρά ένας καθρέφτης. Έχει λουλούδια που κανένα δάσος δεν τάχει. Κάνει και χαλάει κόσμους και μπορεί να τραβήξη το φεγγάρι απ' τον ουρανό με μια πορφυρή κλωστή. Αυτηνής είναι οι πιο ζωντανές κι απ' τον ζωντανόν άνθρωπο μορφές κι αυτηνής επίσης τα μεγάλα αρχέτυπα, των οποίων τα πράγματα που υπάρχουν δεν είναι παρ' ατελή αντίγραφα. Η φύση δεν έχει μπροστά στα μάτια της ούτε νόμους ούτε ομοιομορφία. Μπορεί να κάνη θαύματα όταν θέλη, και παρουσιάζονται μπροστά της, όταν καλή, τέρατ' από τα βάθη. Μπορεί να διατάξη την αμυγδαλιά ν' ανθίση το χειμώνα και να στείλη το χιόνι απάνω στα μεστωμένα στάχυα. Μόλις αυτή το πη, η παγωνιά βάζει τασημένιο της δάκτυλο στο καυστικό στόμα του Ιουνίου και τα φτερωτά λιοντάρια γλυστρούν έξω από τις τρύπες των βουνών της Λυδίας. Οι δρυάδες κυττάζουνε μέσ' από τη λόχμη, όταν περνάη, κ' οι καστανοί φαύνοι χαμογελάν παράξενα, όταν τους ζυγώνη. Γερακόμορφοι θεοί τη λατρεύουν και οι κένταυροι χοροπηδούν τριγύρω της».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Μ' αρέσει αυτό. Το καταλαβαίνω. Είναι το τέλος;

ΒΙΒΙΑΝ. — Όχι. Είναι μια περικοπή ακόμα, μα είναι όλως διόλου πρακτική. Υποβάλλει απλούστατα μερικούς τρόπους, με τους οποίους θα ξαναζωογονήσουμε τη χαμένη τέχνη της ψευδολογίας.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ωραία, αλλά προτού μου το διαβάσης θα ήθελα να σου κάνω μιαν ερώτηση. Τι εννοείς όταν λες ότι η ζωή η φτωχή, η πιθανή, η δίχως ενδιαφέρον ζωή του ανθρώπου θα προσπαθή ν' αντιγράφη τα θαύματα της Τέχνης; Κάλλιστα καταλαβαίνω την αντίρρησή σου στο ότι θα μπορούσε η Τέχνη να χρησιμεύη σαν καθρέφτης. Νομίζεις πως αυτό θα κατέβαζε τη μεγαλοφυία στο επίπεδο ενός σπασμένου καθρέφτη. Αλλά δεν θα πιστεύης βέβαια σοβαρά πως η Ζωή μιμείται την Τέχνη, πως η Ζωή είναι πράγματι ο καθρέφτης και η Τέχνη η πραγματικότης.

ΒΙΒΙΑΝ. — Και βέβαια το πιστεύω. Μολονότι μπορεί να φαίνεται παράδοξο — και τα παράδοξα είναι πάντα επικίνδυνα πράματα — δεν είναι όμως γι' αυτό και λιγώτερον αληθινό το ότι πολύ περισσότερο μιμείται η Ζωή την Τέχνη παρά η Τέχνη τη Ζωή. Όλοι μας είδαμε στη δική μας μάλιστα εποχή εις την Αγγλία πως ένας ωρισμένος παράξενος και γοητευτικός τύπος ομορφιάς, που εφευρέθηκε κι αποτυπώθηκε εκφραστικώτατα από δυο ζωγράφους της φαντασίας, έχει τόσον επιδράσει στη Ζωή, ώστε όποτε κανείς πάη σε μιαν ιδιωτική έκθεση ή σ' ένα καλλιτεχνικό σαλόνι να βλέπη εδώ τα μυστηριώδη μάτια του ονείρου του Rosseti (20) το μακρουλό φιλντισένιο λαιμό, το παράξενο τετραγωνικό σαγώνι, τη λυτή σκιερή κόμη, που τόσο την αγαπούσε, εκεί τη γλυκειά παρθενιά της «Χρυσής Σκάλας», το σαν μπουμπούκι στόμα και την κουρασμένην ερασμιότητα της «Laus Amoris», το ωχρό από το πάθος πρόσωπο της Ανδρομέδας, τα λεπτά χέρια και τη λυγερήν ομορφιά του Vivian στο «Όνειρο του Merlin». Κ' έτσ' ήταν πάντα. Ένας μεγάλος καλλιτέχνης εφευρίσκει έναν τύπο και η Ζωή πολεμάει να τον αντιγράφη και τον ξαναπαράγη σε λαϊκές φόρμες σαν ένας επιχειρηματίας εκδότης. Ούτε ο Holbein ούτε ο Vandyck βρήκαν στην Αγγλία ό,τι μας έδωκαν. Μαζί τους έφεραν τους τύπους των και η Ζωή με τη δυνατή μιμητική της βάλθηκε να εφοδιάση το μαέστρο με μοντέλα. Οι Έλληνες με το αψύ καλλιτεχνικό τους ένστικτο το έννοιωσαν αυτό κ' έβαζαν στη νυφική παστάδα το άγαλμα του Ερμή ή του Απόλλωνα για να μπορή να κάνη παιδιά η νύφη τόσον αξιαγάπητα όσον τα έργα της τέχνης που έβλεπε στις χαρές της ή στις λύπες της. Ήξεραν πως η Ζωή δεν κερδίζει από την Τέχνη μονάχα πνευματικότητα, βάθος σκέψεως και αισθήματος, ψυχική ταραχή ή γαλήνη, αλλά μπορεί να πλάθη τον εαυτό της επάνω στις ίδιες γραμμές και τα ίδια χρώματα της Τέχνης και να ξαναπαράγη τη μεγαλοπρέπεια του Φειδία και τη χάρη του Πραξιτέλη. Να, απ' αυτού επρόκυψε η εναντίωσή των στο ρεαλισμό. Τον αποστρέφοντο για καθαρά κοινωνικούς λόγους. Κατάλαβαν ότι χωρίς άλλο κάνει άσχημους τους ανθρώπους και είχαν όλως διόλου δίκηο. Πολεμάμε να καλυτερέψουμε τη φυλή με καθαρόν αέρα, ελεύθερο φως ηλίου, υγιεινό νερό και φρικιαστικά γυμνά σπίτια για καλύτερη κατοικία των κατωτέρων τάξεων. Όμως αυτά τα πράματα φέρνουνε μονάχα υγεία, δεν παράγουν ομορφιά. Γι' αυτή χρειάζεται η Τέχνη και οι αληθινοί μαθηταί του μεγάλου καλλιτέχνη δεν είναι οι μιμηταί του στο σπουδαστήριο, παρά όσοι γίνονται όμοιοι με έργα της Τέχνης του είτε πλαστικά όπως στην εποχή των Ελλήνων είτε ζωγραφικά όπως στους νεωτέρους χρόνους· μ' ένα λόγον η Ζωή είναι ο καλύτερος, ο μόνος μαθητής της Τέχνης.

Κι ό,τι συμβαίνει με τις τέχνες που βλέπομε αληθεύει και στη φιλολογία. Η πιο φανερή και χυδαιότερη μορφή, που φανερώνεται τούτο, είναι η περίπτωση των άτακτων παιδιών, που ύστερ' από το διάβασμα των περιπετειών του Jack Sheppard ή του Dick Turpin λεηλατούν τις παράγκες των κακόμοιρων πωλητριών μήλων, παραβιάζουν τη νύχτα ζαχαροπλαστεία και τρομοκρατούν γέρους κυρίους, που γυρίζουν από την πόλη σπίτι τους, βγαίνοντας ξαφνικά μπροστά τους σε στενοσόκακα των προαστείων με μαύρες μάσκες και άδεια πιστόλα. Αυτό το φαινόμενο, που δεν είναι δίχως ενδιαφέρον και παρουσιάζεται πάντα ύστερ' από τη δημοσίευση καμμιάς νέας εκδόσεως του ενός ή του άλλου από τα βιβλία που ανάφερα, αποδίδεται γενικά στην επίδραση της φιλολογίας, στη φαντασία. Όμως αυτό είναι πλάνη. Η φαντασία είναι κατ' ουσίαν δημιουργική και αποζητάει πάντα καινούργιες φόρμες. Ο μικρός λωποδύτης είναι απλώς το αναπόφευκτον αποτέλεσμα του μιμητικού ενστίκτου της ζωής. Είναι και Πραγματικότης που καταγίνεται, όπως κάθε Πραγματικότης συνήθως, με την προσπάθεια ν' αναπαράγη τον Μύθον κι ό,τι βλέπομε να συμβαίνη μ' αυτόν επαναλαμβάνεται σ' ευρύτερον κύκλο σ' ολάκερη τη ζωή. Ο Schopenhauer ανάλυσε τον πεσσιμισμό που χαρακτηρίζει την νέα σκέψη, όμως ο Άμλετ είν' εκείνος που τον ευρήκε. Ο κόσμος έγεινε μελαγχολικός, γιατί μια φορά ένα νευρόσπαστο ήταν μελαγχολικό. Ο Μηδενιστής, αυτός ο παράξενος μάρτυρας, που δεν έχει καμμιά πίστη, που ανεβαίνει δίχως ενθουσιασμό στο ικρίωμα και πεθαίνει για ό,τι δεν πιστεύει, είναι καθαρά φιλολογικό προϊόν. Είναι εύρεσις του Tourgenieff, τελειοποιημένη από τον Dostojeffski. Ότι ο Robespierre βγήκε από τις σελίδες του Rousseau είναι τόσο σίγουρο, όσο βέβαιον είναι ότι το Λαϊκό Παλάτι (Peoples Palace) υψώθηκε από τα συντρίμμια ενός μυθιστορήματος. Η φιλολογία πάντα πάει μπροστά απ' τη ζωή. Δεν την αντιγράφει, αλλά τη χύνει στο καλούπι, που θέλει, σύμφωνα με το σκοπό της. Ο δέκατος ένατος αιών, όπως ξέρομε, είναι στο μεγαλύτερό του μέρος εφεύρεση του Balzac. Οι Luciens de Rubempré, οι Rastignacs και οι De Marsays της ζωής παρουσιάσθηκαν πρώτα πάνω στη σκηνή της «Comédie Humaine». Εμείς απλούστατα σημειώνουμε με λίγες υποσημειώσεις τις άχρηστες προσθήκες, το καπρίτσιο ή τις φαντασίες ή τον δημιουργικόν οραματισμό ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου. Μια φορά ρώτησα κάποια κυρία που είχε στενή γνωριμία με τον Thackeray (21), αν έλαβε υπ' όψη κανένα μοντέλο για την Becky Sharp. Μου είπε ότι η Becky ήταν εύρεση του Thackeray, μα η ιδέα του χαρακτήρος του είχε υποβληθή εν μέρει από μια γκουβερνάντα που εζούσε σιμά στη Kensington Square κ' ήταν συντρόφισσα μιας πολύ εγωίστριας και πλούσιας γρηάς. Ερώτησα τότε τι απόγινε η γκουβερνάντα και μου αποκρίθη ότι κάπως παράξενα λίγα χρόνια ύστερ' από την έκδοση της Vanity Fair έφυγε με τον ανεψιό της κυρίας που ζούσε μαζί της και για λίγον καιρό έκανε μια μεγάλη βουτιά μες στο βούρκο της κοινωνίας ακριβώς με τους τρόπους και τη μέθοδο της κ. Rawdon Crawley. Στο τέλος έπεσε σ' απογοήτευση, εξαφανίσθηκε στην Ηπειρωτικήν Ευρώπη και φαινόταν πώς και πού στο Μόντε Κάρλο κι άλλα χαρτοπαικτικά κέντρα. Ο ευγενικός κύριος, από τον οποίον ο ίδιος μεγάλος αισθηματικός συγγραφεύς άντλησε τον χαρακτήρα του συνταγματάρχη Newcome πέθανε με τη λέξη «Adsum» στα χείλη, λίγους μήνες ύστερ' από τότε που το έργο «The Newcomes» έφθασε στην τέταρτή του έκδοση. Λίγο ύστερ' αφού ο κ. Stevenson εδημοσίευσε την περίεργη ψυχολογική του ιστορία της μεταμορφώσεως, ένας φίλος μου, ο κ. Hyde, στο βορεινό Λονδίνο τότε, ανυπόμονος να φθάση σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό, πήρε το πιο κοφτό κατά τη γνώμη του μονοπάτι, έχασε το δρόμο του κ' ευρέθηκε μέσα σ' ένα δίχτυ ελεεινών και ασχημόθωρων σοκακιών. Αυτό τούδωσε στα νεύρα κι άρχισε να περπατά εξαιρετικά γρήγορα, όταν ξαφνικά ένα παιδάκι κάτω από ένα θολωτό δρόμο τρέχοντας βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια του κ' εκυλίσθη χάμου. Αυτός εσκόνταψε πάνω του και το καταπάτησε, κ' εκείνο φοβισμένο φυσικά παραπολύ και λίγο πειραγμένο έβαλε τις φωνές, όπου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γέμισε όλος ο δρόμος από ανθρώπους του όχλου, που ξεχύνονταν από τα σπίτια σα μερμήγκια. Τον περικύκλωσαν και τον ρώτησαν τόνομά του. Πήγαινε να τους το πη, όταν άξαφνα θυμήθηκε το επεισόδιο στην αρχή της ιστορίας του κ. Stevenson (22). Τόσον ετρόμαξε αναγνωρίζοντας στη δική του περιπέτεια τη φοβερή εκείνη και καλογραμμένη σκηνή, και το ότι έκανε τυχαίως αλλά πραγματικά ό,τι ο κ. Hyde του μύθου είχε κάνει σκόπιμα, ώστε τόβαλε στα πόδια όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Τον πήραν όμως καταπόδι και τρύπωσε στο τέλος σε μια κλινική χειρούργου, που η πόρτα της έτυχε νάναι ανοικτή κ' εξήγησε στο βοηθό, που ήταν εκείνη την ώρα μέσα, τι ακριβώς είχε συμβή. Ο όχλος των φιλανθρωπιστών, αφού έλαβε λίγα χρήματα, πείσθηκε να γυρίση πίσω και μόλις άδειασε τελείως ο τόπος έφυγε κ' εκείνος. Όταν έβγαιν' έξω κτύπησε στο μάτι του τόνομα στη μπρούντζινη επιγραφή πάνω στην πόρτα. Ήταν «Zekyll». Ή επιτέλους έπρεπε να ήταν.

Εδώ η μίμηση ως το σημείο που προχώρησε ήταν φυσικά τυχαία. Στην ακόλουθη περίπτωση η μίμηση ήταν συνειδητή. Στα 1879, όταν είχα φύγει απ' την Οξφόρδη, στο σπίτι ενός από τους ξένους πρέσβεις αντάμωσα μια γυναίκα πολύ παράξενης εξωτικής ομορφιάς. Γενήκαμε στενοί φίλοι και πάντα είμαστε μαζί. Μολαταύτα ό,τι μ' ενδιέφερε πιο πολύ σ' αυτήν ήταν όχι η ομορφιά της, μα ο χαρακτήρας της, ο εντελώς αόριστος χαρακτήρας της. Φαινόταν σαν να μην είχε καμμιά προσωπικότητα, μα την πιθανότητα πολλών τύπων. Κάποτε παραγινόταν αποκλειστικά στην τέχνη, μεταμόρφωνε το σαλόνι της σε ατελιέ και περνούσε δυο ή τρεις μέρες την εβδομάδα στις πινακοθήκες ή στα μουσεία. Άλλοτε παρευρισκότανε σε ιπποδρόμια, φορούσε τα πιο αλλόκοτα κοστούμια της ιππευτικής και δεν μιλούσε παρά για στοιχήματα. Άφινε τη θρησκεία χάριν του μεσμερισμού(ζωικομαγνητισμού), τον μεσμερισμό για την πολιτική και την πολιτική για τις μελοδραματικές συγκινήσεις της φιλανθρωπίας. Ήταν πράγματι ένα είδος Πρωτέως και τέτοιαν αποτυχία είχε σ' όλες της τις μεταμορφώσεις, όποιαν είχε κ' εκείνος ο θαυματουργός θαλάσσιος θεός, όταν τον έπιασε ο Οδυσσεύς. Μια μέρα σε κάποιο γαλλικό περιοδικό άρχισε να δημοσιεύεται ένα έργο με συνέχεια. Εκείνη την εποχή διάβαζα τέτοια διηγήματα και θυμούμαι καλά τι έκπληξη μου έκανε η περιγραφή της ηρωίδος. Έμοιαζε τόσο πολύ τη φίλη μου που επήγα το περιοδικό σ' αυτήν κι ανεγνώρισε εκεί μέσα τον εαυτό της και φάνηκε σαν να γοητεύθηκε από την ομοιότητα. Πρέπει να σας πω εν παρόδω ότι το διήγημα ήταν μεταφρασμένο από το έργο ενός Ρώσσου συγγραφέως, που δεν είχε πάρει βέβαια τον τύπο του από τη φίλη μου. Λοιπόν για να πούμε σύντομα περί τίνος πρόκειται λίγους μήνες αργότερα ήμουν στη Βενετία και βρίσκοντας το περιοδικό στο αναγνωστήριο του ξενοδοχείου το πήρα να ιδώ τι απόγινε η ηρωίδα. Ήταν πολύ λυπηρά η διήγηση, γιατί το κορίτσι στο τέλος είχε φύγει με κάποιον άνθρωπο πολύ κατώτερό της στην κοινωνική θέση, μα και στο χαρακτήρα όπως και στο μυαλό. Έγραψα την ίδια κείνη βραδυά στη φίλη μου τη γνώμη μου για τον John Bellini και τα θαυμαστά παγωτά στου Φλόριο και την καλλιτεχνικήν αξία της γόνδολας, αλλά πρόσθεσα σε υστερόγραφο πως το ομοιότυπό της στο διήγημα είχε φερθή πολύ άσχημα. Δεν ξέρω γιατί το πρόσθεσα αυτό, όμως θυμούμαι πως έννοιωσα κάποιο φόβο μέσα μου μήπως κι αυτή θα έκανε το ίδιο. Προτού το γράμμα μου την προλάβη, αυτή είχε φύγει με κάποιον, που την άφησε ύστερ' από έξη μήνες. Την είδα κατόπιν στα 1884 στο Παρίσι όπου κατοικούσε με τη μητέρα της, και τη ρώτησα αν το διήγημα είχε να κάνη τίποτε με τη δική της ιστορία. Μου είπε ότι είχε αισθανθή μιαν όλως διόλου αδάμαστη παρόρμηση ν' ακολουθήση βήμα προς βήμα την ηρωίδα στον αλλόκοτο και μοιραίο δρόμο της κι ότι μ' αίσθημα αληθινού τρόμου επρόβλεπε τα τελευταία λίγα κεφάλαια της ιστορίας. Όταν δημοσιεύθηκαν της φάνηκε πως ήταν υποχρεωμένη να τα αντιγράψη στη ζωή της κι αυτό το έκαμε. Να ολοφάνερο κ' εξαιρετικά μάλιστα τραγικό παράδειγμα του μιμητικού ενστίκτου που έλεγα.

Δεν θέλω μολαταύτα να επιμείνω σε ατομικά παραδείγματα. Η προσωπική πείρα είναι ένας πολύ κακός και περιωρισμένος κύκλος. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι η γενική αρχή ότι η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο παρ' όσον η Τέχνη τη Ζωή και είμαι βέβαιος ότι, αν σκεφθήτε λιγάκι γι' αυτό, θα βρήτε πως είναι σωστό. Η Ζωή βαστάει τον καθρέφτη μπροστά στην Τέχνη και είτε αντιγράφει κανένα παράξενο τύπο της φαντασίας κάποιου ζωγράφου ή γλύπτη είτε εφαρμόζει στην πράξη τόνειρο του Μύθου. Και για να μιλήσουμε επιστημονικά, η βάση της ζωής, η ενέργεια της ζωής, όπως θάλεγε ο Αριστοτέλης, είναι απλούστατα η επιθυμία της εκφράσεως και η Τέχνη παρουσιάζει πάντα λογής- λογής φόρμες, που μ' αυτές να μπορή να πραγματοποιήται η έκφραση εκείνη. Η ζωή αρπάζει τις φόρμες αυτές και τις μεταχειρίζεται κι όταν ακόμα τη βλάπτουν. Πολλοί νέοι αυτοκτόνησαν γιατί αυτοκτόνησε ο Rolla, σκοτώθηκαν με τα ίδια τους χέρια γιατί με τα ίδια του χέρια σκοτώθηκε ο Werther. Συλλογίσου μια φορά τι χρωστούμε στη μίμηση του Χριστού ή του Καίσαρος.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Η θεωρία τούτη είναι αναμφισβήτητα πολύ περίεργη, αλλά για να τη συμπληρώσης πρέπει να δείξης ότι και η Φύση, όπως η Ζωή, είναι μίμηση της Τέχνης. Είσαι προετοιμασμένος για να το αποδείξης αυτό;

ΒΙΒΙΑΝ. — Αγαπητέ μου, είμαι προετοιμασμένος ν' αποδείξω
   οτιδήποτε.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ώστε η φύση ακολουθεί τον τοπιογράφο και παίρνει
   απ' αυτόν τις εντυπώσεις που θα κάμη;

ΒΙΒΙΑΝ. — Βέβαια. Κι από πού παίρνομε, αν όχι από τους Εμπρεσσιονιστάς, εκείνες τις θαυμαστές σταχτιές ομίχλες, που κατεβαίνουν έρποντας στους δρόμους μας, λερώνοντας τους φανούς του φωταερίου και μετατρέποντας τα σπίτια μας σε σκιές τεράτων; Σε ποιον χρωστούμε, αν όχι σ' αυτούς και στο δάσκαλό τους, τις αξιολάτρευτες ασημένιες καταχνιές που κατακαθίζουν επάνω στον ποταμό μας και μεταμορφώνουνε σε λιπόθυμες μορφές ωχρής χάρης την καμπυλωτή γέφυρα και τη σαλευόμενη λέμβο; Την έκτακτην αλλαγή στο κλίμα της Αγγλίας τα τελευταία δέκα χρόνια τη χρωστούμε ολότελα σε ωρισμένη σχολή Τέχνης. Χαμογελάς. Κύτταξε το ζήτημα από την επιστημονικήν ή μεταφυσική του όψη και θα δης πως έχω δίκηο. Γιατί τι είναι η Φύση; Η Φύση δεν είναι καμμία μεγάλη μάννα, που μας γέννησε. Είναι δικό μας πλάσμα. Στο μυαλό μας μέσα ζωντανεύει. Τα πράματα υπάρχουνε γιατί τα βλέπομε. Το τι βλέπομε και πώς τα βλέπομε εξαρτάται από τις Τέχνες, που μας έκαναν επίδραση. Να κυττάξη κανείς ένα πράμα είναι πολύ διαφορετικό από το να το βλέπη. Δεν βλέπει κανείς κάτι όσο δεν βλέπει την ομορφιά του. Μονάχα όταν τη δη, έρχεται εκείνο σε ύπαρξη. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουν την καταχνιά, όχι γιατί είναι καταχνιά, αλλά γιατί οι ποιηταί και οι ζωγράφοι διδάξανε τη μυστηριώδη ερασμιότητα τέτοιων φαινομένων. Μπορεί να υπήρχαν καταχνιές στο Λονδίνο αιώνες τώρα. Τολμώ να πω ότι υπήρχαν, αλλά κανένας δεν τις είδε, κ' έτσι δεν ξέρουμε τίποτε γι' αυτές. Δεν υπήρχαν ως που να τις βρη η Τέχνη. Τώρα πρέπει να παραδεχθούμε ότι γίνεται κατάχρηση της καταχνιάς. Κατάντησε απλή επιτήδευση τρόπου μιας κλίκας, που ο υπέρμετρος ρεαλισμός των μεθόδων της φέρνει βρογχίτιδα στους κουτούς. Εκεί που οι μορφωμένοι αρπάζουν καμμιάν εντύπωση, οι αμόρφωτοι αρπάζουν κανένα κρυολόγημα. Έτσι να γενούμε λίγο φιλάνθρωποι και να καλέσουμε την Τέχνη να στρήψη αλλού τα θαυμάσια μάτια της. Τόκαμε κιόλας αληθινά. Εκείνο το λευκό τρέμουλο φως του ήλιου, που βλέπει κανείς τώρα στη Γαλλία με ταλλόκοτα μωβ εξανθήματα και τις ακατάπαυστα κινούμενες μενεξεδένιες σκιές είναι η τελευταία της φαντασία και στο σύνολο του η Φύση το αναπαράγει θαυμαστά. Εκεί που μας έδινε τους Corots και Daubignys, μας δίνει τώρα εξαίρετους Manets και γόητες Pisaros, που μας φέρουνε σε έκσταση. Είναι στιγμές, λίγες πράγματι, αξιοπαρατήρητες όμως πού και πού, όπου η Φύση γίνεται απολύτως μοντέρνα. Βέβαια δεν είναι πάντα να βασισθή κανείς σ' αυτή. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται κάποτε στην ατυχή αυτή θέση. Η Τέχνη δημιουργεί μιαν ασύγκριτη και μοναδικήν εντύπωση και ύστερ' απ' αυτό τραβάει πέρα σ' άλλα πράματα. Η Φύση απ' το άλλο μέρος ξεχνώντας ότι η μίμηση μπορεί να γίνη ο πιο ειλικρινής τρόπος προσβολής εξακολουθεί να επαναλαμβάνη αυτό το αποτέλεσμα ως που όλοι να το βαρεθούμε. Κανένας σήμερα μ' αληθινή μόρφωση δεν μιλεί ποτέ πια για την ωραιότητα μιας δύσεως. Οι δύσεις του ήλιου είναι όλως διόλου παληάς μόδας. Ανήκουνε στην εποχή που ο Turner (23) ήταν η τελευταία νότα στην Τέχνη. Το να τις θαυμάζη κανείς τώρα είν' ένα διακριτικό σημάδι επαρχιωτισμού στην ιδιοσυγκρασία. Χώρια που όσο πάνε και χειροτερεύουν. Χθες η κυρία Arundel επέμενε να πάω στο παράθυρο και να κυττάξω τον ουρανό στη δόξα του, καθώς είπε. Βέβαια και δεν μπορούσα να μην πάω να ιδώ. Η κυρία Arundel είναι μια από κείνες τις ψευτόμορφες Φιλισταίες, που δεν μπορεί κανείς τίποτε να τους αρνηθή. Και τι ήταν; Απλούστατα ένας Turner δευτέρας τάξεως, ένας Turner μιας κακής περιόδου με όλα τα χειρότερα σφάλματα ενός ζωγράφου μεγαλοποιημένα κ' έντονα. Φυσικά είμαι πρόθυμος να παραδεχθώ ότι και η Ζωή πολύ συχνά κάνει το ίδιο σφάλμα. Παράγει τους ψεύτικους Renés (24) της και τους πλαστούς της Vautrins (25), ακριβώς όπως η Φύση μας δίνει τη μια μέρα έναν ύποπτο Cuyp (26) και την άλλη έναν περισσότερο από αμφισβητήσιμο Rousseau (27). Ωστόσο η Φύση ερεθίζει περισσότερον κανένα, όταν κάνη τέτοια πράματα. Φαίνεται τόσον ανόητο, τόσον πεζό, τόσον περιττό. Ένας ψεύτικος Vaudrin μπορεί να είναι ευχάριστος. Ένας ύποπτος Cuyp είναι ανυπόφορος. Όμως δεν θέλω να είμαι περαπολύ σκληρός προς τη Φύση. Ήθελα το κανάλι, μάλιστα στο Hastings, να μη φαινόταν τόσο συχνά σαν ένας Henry Moore (28), γκρίζο μαργαριτάρι με κίτρινες φωτοβολές, αλλά πάλιν όταν η Φύση έχη πιο μεγάλη ποικιλία και η Τέχνη φυσικά θα έχη μεγαλύτερη ποικιλία. Ότι μιμείται την Τέχνη δεν νομίζω ότι θα το αρνιόταν τώρα κι ο χειρότερος εχθρός της. Είναι το μοναδικό σημάδι, που την κρατεί σε συνάφεια με τον πολιτισμένον άνθρωπο. Aλλ' απέδειξα τάχα τη θεωρία μου προς ευχαρίστησή σου;

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Την απόδειξες προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια κι αυτό είναι καλύτερο. Όμως κι όταν ακόμα παραδεχθής την ύπαρξη τέτοιου μιμητικού ενστίκτου στη Ζωή και στη Φύση, σίγουρα θα ομολογήσης ότι η Τέχνη εκφράζει τον χαρακτήρα της εποχής της, το πνεύμα του καιρού της, τις ηθικές και κοινωνικές συνθήκες, που την τριγυρίζουν και που κάτω από την επίδρασή της φανερώνεται.

ΒΙΒΙΑΝ. — Όχι βέβαια! Η Τέχνη δεν εκφράζει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό της. Αυτή είναι η αρχή της νέας αισθητικής μου· κι αυτό πιο πολύ παρά ο ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ μορφής και ουσίας που εξηγεί επίμονα ο κ. Pater (29) είναι που κάνει τη Μουσική τον τύπον όλων των Τεχνών. Φυσικά τα έθνη και τα άτομα με τη γερή φυσική ματαιοδοξία, που είναι το μυστικό της υπάρξεως, μένουν πάντα με την εντύπωση πως γι' αυτούς μιλούν οι Μούσες, προσπαθούν πάντα να βρούνε στη γαλήνια αξιοπρέπεια της τέχνης της φαντασίας κάποιον καθρέφτη των θολωμένων παθών τους, ξεχνώντας πάντα ότι ο ψάλτης της ζωής δεν είναι ο Απόλλων, αλλά ο Μαρσύας. Μακρυά από την πραγματικότητα και με τα μάτια γυρισμέν' από τους ίσκιους του σπηλαίου η Τέχνη ξεσκεπάζει την τελειότητα τη δική της και ο έκπληκτος όχλος, που βλέπει το άνοιγμα του θαυμαστού πολυπέταλου ρόδου φαντάζεται πως η δική του ιστορία είναι εκείνη που ανιστοριέται εκεί, το δικό του πνεύμα εκείνο που βρίσκει νέα μορφή. Όμως δεν είναι αυτό. Η πιο υψηλή τέχνη πετάει το βάρος του ανθρωπίνου πνεύματος και κερδίζει πιο πολύ από ένα νέο μέντιουμ καινούργιου υλικού παρά από οποιοδήποτε ενθουσιασμό για την τέχνη ή από όποιο υψηλό πάθος ή όποιο μεγάλο ξύπνημα της συναισθήσεως των ανθρώπων. Ξεδιπλώνεται αποκλειστικά στις δικές της γραμμές. Δεν συμβολίζει καμμιάν εποχή. Οι εποχές είναι δικά της σύμβολα.

Ακόμα κι όσοι υποστηρίζουν ότι η Τέχνη αντιπροσωπεύει πάντα μιαν εποχή κ' έναν τόπο και κάποιο λαό δεν μπορεί να μη παραδεχθούν ότι όσον περισσότερο μιμητική είναι μία Τέχνη τόσον ολιγώτερον αντιπροσωπεύει το πνεύμα της εποχής της· τα μοχθηρά πρόσωπα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων μας κυττάζουν από κάτω από τον ακάθαρτο πορφυρίτη και τη στιγματισμένην λάσπη, που ευχαριστιόνταν να τα δουλεύουν οι ρεαλισταί αρτίστες της εποχής και φανταζόμεθα ότι στα ωμά εκείνα χείλη και τις βαρειά ηδονικές μασέλλες μπορούμε να βρούμε το μυστικό της καταστροφής της Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν όμως έτσι. Οι κακίες του Τιβέριου δεν μπορούσαν να χαλάσουν εκείνον τον υπέροχο πολιτισμό, απαράλλακτα όπως οι αρετές των Αντωνίνων δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Έπεσε γι' άλλους μικροτέρου ενδιαφέροντος λόγους. Οι Σίβυλλες και οι προφήτες της Κάπελας Σιξτίνας (30) μπορεί να χρησιμεύσουν σε μερικούς για να ξηγήσουν τη νέα εκείνη γέννηση του χειραφετημένου Πνεύματος, που λέμε Αναγέννηση. Αλλά τι μας λεν οι μεθύστακες και φωνακλάδες χωρικοί της Ολλανδικής Τέχνης για τη μεγάλη ψυχή της Ολλανδίας; Όσο πιο αφηρημένη και πιο εθνική είναι μία Τέχνη, τόσο περισσότερο μας ξεσκεπάζει τον χαρακτήρα της εποχής της. Αν θέλουμε να νοιώσουμε με το μέσον της Τέχνης ένα Έθνος, να κυττάξουμε την αρχιτεκτονική ή τη μουσική του.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Συμφωνώ τελείως με σένα σ' αυτό. Το πνεύμα μιας εποχής μπορεί κάλλιστα να εκφρασθή με τις αφηρημένες και ιδεολογικές τέχνες, γιατί αφηρημένο και ιδεολογικό είναι και το Πνεύμα. Από το άλλο μέρος, για την όψη μιας εποχής, για το εξωτερικό της, πρέπει φυσικά να καταφύγουμε στις εικαστικές τέχνες.

ΒΙΒΙΑΝ. — Δεν το νομίζω. Κ' επιτέλους ό,τι πράγματι προσφέρουν οι εικαστικές τέχνες είναι απλώς το διαφορετικό ύφος ξεχωριστών καλλιτεχνών ή ωρισμένων καλλιτεχνικών σχολών. Ασφαλώς δεν φαντάζεσαι ότι οι άνθρωποι του Μεσαιώνος έχουν καμμιάν ομοιότητα με τις εικόνες τις ζωγραφισμένες επάνω σε μεσαιωνικά χρωματιστά γυαλιά ή σε μεσαιωνικές λιθογραφίες ή ξυλογραφίες ή μεταλλουργήματα και ταπητουργήματα ή χειρόγραφα. Ήταν πιθανώτατα πολύ κοινοί τύποι με τίποτε που να ήταν αλλόκοτο ή αξιοπαρατήρητο ή φανταστικό στην όψη. Ο μεσαιών, όπως τον εγνωρίσαμε στην Τέχνη, είναι απλώς μία ωρισμένη μορφή ύφους και δεν υπάρχει κανείς λόγος γιατί ένας καλλιτέχνης μ' αυτό το ύφος να μην έπρεπε να γεννηθή στον δέκατον ένατον αιώνα. Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν βλέπει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Αν τα έβλεπε έτσι, θα έπαυε να είναι καλλιτέχνης. Πάρε ένα παράδειγμα από την εποχή μας. Ξέρω ότι αγαπάς πολύ τα γιαπωνέζικα είδη. Τώρα πράγματι φαντάζεσαι ότι υπάρχουν Γιαπωνέζοι, όπως μας παρουσιάζονται στην Τέχνη; Αν το φαντάζεσαι, δεν κατάλαβες καθόλου τη γιαπωνέζικη Τέχνη. Οι Γιαπωνέζοι είναι το με σκέψη και αυτοσυνείδητο δημιούργημα μερικών ξέχωρων καλλιτεχνών. Αν τοποθετήσετε μιαν εικόνα του Hokusai ή του Hokkei ή ενός οποιουδήποτε από τους μεγάλους ντόπιους ζωγράφους δίπλα σ' ένα Γιαπωνέζο κύριον ή μια Γιαπωνέζα κυρία, θα ιδήτε ότι δεν υπάρχει και η ελαχίστη ομοιότης μεταξύ των. Οι σημερινοί άνθρωποι που ζούνε στην Ιαπωνία δεν είναι διαφορετικοί από τους κοινούς Εγγλέζους, δηλ. είναι όλως διόλου κοινοί τύποι και δεν έχουν τίποτε το περίεργο ή έκτακτο. Πράγματι δε ολάκερη η Ιαπωνία είναι μια καθαρά εφεύρεση. Δεν υπάρχει τέτοια χώρα ούτε τέτοιος λαός. Ένας από τους γοητευτικώτερους ζωγράφους μας επήγε τελευταία στη χώρα των Χρυσανθέμων με την ανόητην ελπίδα να ιδή Γιαπωνέζους. Όλο που είδε, όλο που είχε την ευκαιρία να ζωγραφίση ήταν λίγα φανάρια και μερικές βεντάγιες. Εστάθη ολότελ' ανίκανος ν' ανακαλύψη τους κατοίκους, όπως κάλλιστα τόδειξε η έκθεσή του στην Πινακοθήκη των κ. κ. Dowdeswell. Δεν ήξερε πως οι Γιαπωνέζοι είναι απλώς, όπως είπα, κάποιος τρόπος για έκφραση, μια εξαίσια καλλιτεχνική φαντασία. Κ' έτσι λοιπόν, αν θέλης να έχης εντύπωση από τίποτε γιαπωνέζικο, μην κάνης σαν περιηγητής και πας στην Ιαπωνία. Απεναντίας να καθήσης στο σπίτι σου και να βυθιστής στα έργα γιαπωνέζων καλλιτεχνών και έπειτα, όταν θα έχης αφομοιώσει μέσα σου το πνεύμα του ύφους των και συλλάβει τον φανταστικό τρόπο της ενατενίσεώς των, πήγαινε κανέν απόγευμα και κάθου στο Πάρκο ή κάνε βόλτες κάτω στο Piccadilly κι αν δεν έχης εκεί απολύτως γιαπωνέζικες εντυπώσεις, πουθενά δεν θα τις έχης. Ή για να γυρίσωμε πίσω στα περασμένα, πάρε άλλο παράδειγμα, τους αρχαίους Έλληνες. Νομίζεις ότι η Ελληνική Τέχνη μας λέει καμμιά φορά σαν τι ήταν οι Έλληνες; Πιστεύεις ότι οι Ατθίδες ήταν όμοιες με τις αγαλματένιες μεγαλοπρεπείς μορφές των ζωοφόρων του Παρθενώνος ή σαν τις θαυμαστές θεές που είναι καθισμένες στις τριγωνικές προσόψεις του ίδιου μνημείου; Αν κρίνετε από την Τέχνη, βέβαια θα ήταν. Αλλά διαβάστε αίφνης μιαν αυθεντία, όπως ο Αριστοφάνης, θα βρήτε πως οι Ατθίδες κουμπώνονταν σφιχτά, φορούσαν σανδάλια με ψηλά τακούνια, βάφανε τα μαλλιά τους κίτρινα, έβαζαν κοκκινάδι στο πρόσωπο κ' έμοιαζαν απαράλλακτα οποιαδήποτε σημερινή ανόητη της μόδας ή πεσμένη γυναίκα. Το γεγονός είναι ότι κυττάζομε πίσω στους αιώνες απολύτως μέσον της Τέχνης και η Τέχνη ευτυχώς ούτε μια φορά δεν μας είπε την αλήθεια.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αλλά τι θα πης για τα νεωτεριστικά πορτραίτα των άγγλων ζωγράφων; Ασφαλώς μοιάζουν τους ανθρώπους που έχουν την αξίωση ότι αναπαριστάνουν.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ακριβώς. Τόσο πολύ τους μοιάζουν, ώστε ύστερ' από εκατό χρόνια κανένας δεν θα τα πιστέψη. Τα μόνα πορτραίτα, που κανείς πιστεύει, είναι τα πορτραίτα που μέσα τους πολύ λίγο είναι εκείνου που ποζάρει και παραπολύ του καλλιτέχνη. Του Holbein τα σκίτσα ανδρών και γυναικών της εποχής του μας κάνουν εντύπωση με την απόλυτη πραγματικότητά τους. Αλλ' αυτό συμβαίνει απλούστατα, γιατί ο Holbein ανάγκασε τη ζωή να δεχθή τους όρους του, να περιορισθή στα όρια που της έβαλε αυτός, ν' αναπαράγη τον τύπο που έδιδε και να φαίνεται όπως ήθελε αυτός. Είναι το ύφος που μας κάνει να πιστεύωμε κάτι, το ύφος και τίποτε άλλο. Παρά πολλοί από τους νεώτερους προσωπογράφους μας είναι προωρισμένοι σε απόλυτη λησμονιά. Ποτέ δεν ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν, ζωγραφίζουν ό,τι το κοινό βλέπει και το κοινόν ποτέ δεν βλέπει τίποτε.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Νομίζω πως θα μπορούσα τώρα ν' ακούσω μ' ευχαρίστηση το τέλος του άρθρου σου.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ευχαρίστως. Αν θα ωφελήση όμως σε τίποτε, αυτό δεν μπορώ πράγματι να το πω. Ο αιών μας είναι ασφαλώς ο πιο κουτός και πιο πεζός αιών που μπορούσε να υπάρχη. Γιατί ακόμα κι ο Ύπνος μας εγέλασε κ' έκλεισε τις ελεφαντένιες τις πόρτες κι άνοιξε τις κεράτινες πόρτες. Τα όνειρα της μεγάλης μέσης τάξεως τούτης της χώρας, όπως ανιστοριούνται στους δύο ογκώδεις τόμους του κ. Myers (31) και στις Πραγματείες της ψυχικής Εταιρείας, είναι τα πιο θλιβερά πράματα που εδιάβασα ποτέ. Δεν υπάρχει ούτε ένας καν όμορφος βραχνάς ανάμεσα σ' αυτά. Είναι κοινοί, ευτελείς και οχληροί. Όσο για την Εκκλησία, δεν φαντάζομαι τίποτε καλύτερο για την ανάπτυξη μιας χώρας από την παρουσία μιας ομάδος ανθρώπων, που το χρέος τους να είναι το να πιστεύουν στο υπερφυσικό, να κάνουν κάθε μέρα θαύματα και να βαστούν ζωντανή εκείνη τη μυθοπλαστική δύναμη, που τόσο απαραίτητη είναι για τη φαντασία. Όμως στην Εκκλησία της Αγγλίας πετυχαίνει κανείς όχι με την επιδεκτικότητα πίστεως που έχει, αλλά με την ικανότητά του προς δυσπιστίαν. Η δική μας Εκκλησία είναι η μόνη όπου ο σκεπτικιστής παραστέκει στο βωμό κι όπου ο Άγ. Θωμάς θεωρείται ο ιδανικός απόστολος. Πολλοί άξιοι κληρικοί, που περνούνε τη ζωή τους με θαυμαστές αγαθοεργίες, ζουν και πεθαίνουν απαρατήρητοι κι αγνώριστοι· αλλ' αρκεί ένας επιπόλαιος, αμόρφωτος αρριβίστ, από όποιο από τα δύο Πανεπιστήμια, ν' ανέβη πάνω στο βήμα και να εκφράση τις αμφιβολίες του για την Κιβωτό του Νώε, τον όνο του Βαλαάμ ή τον Ιωνά και το κήτος για να τρέξη η μισή Λόντρα να τον ακούση και να κάθηται μ' ανοικτό το στόμα σ' εκστατικό θαυμασμό προς το υπέροχο μυαλό του. Η ανάπτυξη κοινής αντιλήψεως στην Αγγλικήν Εκκλησία είναι κάτι που να λυπάται κανείς πολύ. Είναι αληθινά μια εξευτελιστική υποχώρηση σε κατώτερη μορφή ρεαλισμού· είναι συγχρόνως κι ανόητο. Βγαίνει από μιαν εντελή άγνοια της ψυχολογίας. Ο άνθρωπος μπορεί να πιστέψη το αδύνατο, αλλά ποτέ το απίθανο. Ωστόσο ας διαβάσω το τέλος του άρθρου μου:

«Εκείνο που έχουμε να κάνουμε, εκείνο οπωσδήποτε που χρωστάμε να κάνουμε, είναι ν' αναζωογονήσουμε αυτήν την παληά Τέχνη της ψευδολογίας. Πολλή εργασία μπορεί φυσικά να γίνη για τη μόρφωση του λαού από ερασιτέχνες στον οικογενειακό κύκλο, σε φιλολογικά γεύματα και το μεταμεσημβρινό τσάι. Μα αυτό είναι απλώς η ελαφρά και χαριτωμένη όψη της ψευδολογίας, όπως πιθανόν ν' ακούστηκε στα γεύματα των Κρητών. Υπάρχουν και πολλές άλλες μορφές: Το να λεν ψέμματα για να κερδίζουν κανέν' άμεσο προσωπικόν όφελος λ. χ. — με κάποιον ηθικό σκοπό, όπως λένε — μολονότι τώρα τελευταίως το θεωρούν αυτό αξιοπεριφρόνητο, ήταν εξαιρετικά κοινό στον αρχαίο κόσμο. Η Αθηνά γελά, όταν ο Οδυσσεύς της λέη «τα λόγια των πονηρών του σχεδίων», κατά την φρασεολογία του William Morris, και η δόξα του έρωτα της ψευτιάς φωτίζει το ωχρό μέτωπο του άσπιλου ήρωα της τραγωδίας του Ευριπίδη και κατατάζει μεταξύ των ευγενικών γυναικών των περασμένων εποχών τη νέα νύφη μιας από τις ωραιότερες ωδές του Ορατίου. Αργότερα ό,τι στην αρχή δεν ήταν παρά έν' απλό φυσικό ένστικτον υψώθηκε σε αυτοσυνείδητη επιστήμη. Καλοδουλεμμένοι κανόνες συνταχθήκαν για οδηγία του ανθρωπίνου γένους και μια σπουδαία φιλολογική σχολή εφύτρωσε γύρω σ' αυτό το θέμα. Και πράγματι, όταν κανείς θυμηθή την έξοχη φιλοσοφική πραγματεία του Sanchez επάνω σ' ολάκερη την υπόθεση, δεν μπορεί να μη λυπηθή γιατί κανένας ποτέ δεν σκέφθηκε να κάνη μιαν ευθηνή και περιληπτικήν έκδοση των έργων του μεγάλου σοφιστή λύτη των προβλημάτων της συνειδήσεως. Ένα σύντομο στοιχειώδες έργο: «Πώς και πότε να λέη κανείς ψέμματα», κομψοτυπωμένο και φθηνό, θα είχε μεγάλη κυκλοφορία και θα πρόσφερε πρακτική υπηρεσία σε πολλούς ειλικρινείς και βαθυστόχαστους ανθρώπους. Να λέη κανείς ψέμματα για τη βελτίωση των νέων, που είναι η βάση της οικογενειακής ανατροφής, αυτό εξακολουθεί ακόμη μεταξύ μας, και τα πλεονεκτήματά του τόσο θαυμαστά ανιστοριούνται στα πρώτα βιβλία της Πολιτείας του Πλάτωνος, ώστε να είναι περιττό να μακραίνουμε το λόγο γι' αυτά. Είναι τρόπος ψευδολογίας που γι' αυτόν όλες οι καλές μητέρες έχουν ξέχωρες ικανότητες, είναι όμως επιδεκτικός μεγαλυτέρας αναπτύξεως κ' έχει μολαταύτα δυστυχώς παραμεληθή από το Σχολείο. Να ψεύδωνται για ένα μισθό είναι κάτι πολύ γνωστό στην Fleet Street και το επάγγελμα ενός πολιτικού ηγέτη — συγγραφέως βρίσκει κι αυτό πλεονεκτήματα στην ψευδολογία. Λένε όμως ότι αυτό το είδος της ψευτιάς είναι λιγάκι κουτή ενασχόληση κι ασφαλώς δεν οδηγεί πιο μακρυά από μιαν επιδεικτικήν ασημότητα. Η μόνη φόρμα ψευδολογίας, που είναι έξω από κάθε ψεγάδι, είναι το να λέη κανείς ψέμματα μόνο για να λέη ψέμματα και η πιο υψηλή ανάπτυξη αυτής της φόρμας, όπως το υποδείξαμε προ ολίγου, είναι η ψευδολογία στην Τέχνη. Ακριβώς όπως όσοι δεν αγαπούν τον Πλάτωνα περισσότερον από την Αλήθεια δεν μπορούν να περάσουν το κατώφλι της Ακαδημίας, έτσι όσοι δεν αγαπούν την Ομορφιά περισσότερον από την Αλήθεια δεν ξέρουν ποτέ το εσωτερικώτερο ιερό της Τέχνης. Το στέρεο ηλίθιο εγγλέζικο μυαλό μένει χωμένο στην άμμο της ερήμου, όπως η Σφίγγα στο θαυμαστό διήγημα (32) του Flaubert και η φαντασία La Chimère (33) χορεύει γύρω της και της φωνάζει με την ψεύτικη σα φλογέρας φωνή της. Μπορεί να μη την ακούση τώρα, μα ασφαλώς καμμιά μέρα, όταν όλοι βαρεθούμε μέχρι θανάτου τον κοινοτοπικό χαρακτήρα του νεώτερου μύθου, θα την ακούση και θα προσπαθήση να δανεισθή τα φτερά της.

»Kι όταν εκείν' η ημέρα χαράξη ή κοκκινήση εκείν' η δύση, πόσο χαρούμενοι θα γενούμεν όλοι! Τα γεγονότα θα λογίζωνται σαν ανάξια εμπιστοσύνης, η Αλήθεια θα βρεθή πως μοιρολογάει απάνω στις αλυσίδες της και η Ρομάντσα με τον αέρα της το θαυματουργό θα ξανάρθη στη χώρα. Αυτή η όψη του κόσμου θ' αλλάξη μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Από τη θάλασσα θα βγουν ο Behemoth και ο Leviathan και θα πλεύσουν γύρω στις ψηλόπρυμνες γαλέρες, όπως το κάνουν στους μαγικούς χάρτες της εποχής εκείνης, που ήταν δυνατόν να διαβάζονταν τα γεωγραφικά βιβλία. Δράκοντες θα περιπλανούνται γύρω στα ερείπια και ο Φοίνικας θα πετάξη από την πύρινη φωλιά του ψηλά στον αέρα. Θα βάλουμε τα χέρια μας απάνω στο βασιλίσκο (34) και θα ιδούμε το πετράδι στο κεφάλι του φρύνου. Ο ιππόγρυψ (Πήγασος) μασσώντας τη χρυσωμένη βρώμη του θα κάθεται στους σταύλους μας κι απάνω από τα κεφάλια μας θα πετάη το Γαλάζιο Πουλί, ψέλνοντας όμορφα κι αδύνατα πράματα, πράματα αξιολάτρευτα και που ποτέ δεν γίνονται, πράματα που δεν υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν. Όμως προτού γίνουν όλ' αυτά, πρέπει να καλλιεργήσουμε τη χαμένη Τέχνη της ψευδολογίας.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Τότε πρέπει να την καλλιεργήσουμε ολάκερη κι αμέσως. Αλλά, για ν' αποφύγουμε τα λάθη, θα ήθελα να μου ειπής σύντομα τα δόγματα της νέας αισθητικής.

ΒΙΒΙΑΝ. — Εν συντόμω λοιπόν είναι τακόλουθα. Η Τέχνη δεν εκφράζει ποτέ τίποτε άλλο παρά τον εαυτό της. Έχει ανεξάρτητη ζωή, ακριβώς όπως η Σκέψη, κι αναπτύσσεται σκέτα πάνω στις δικές της γραμμές. Δεν είναι κατ' ανάγκην ρεαλιστική σε μιαν εποχή ρεαλισμού, ούτε πνευματική σε μιαν εποχή πίστεως. Μακρυά από το να είναι δημιούργημα της εποχής της είναι συνήθως εκ διαμέτρου αντίθετη προς εκείνην και η μόνη ιστορία που φυλάγει για μας είναι η ιστορία της δικής της προόδου. Κάποτε γυρίζει πίσω πάνω σταχνάρια της κι αναζωογονεί κάποιαν αρχαία φόρμα, όπως συνέβη με την αρχαϊκή κίνηση της Ελληνικής Τέχνης και την προρραφαηλική των ημερών μας. Άλλοτε προλαβαίνει ολότελα την εποχή της και παράγει σ' έναν αιώνα εργασίαν που χρειάζεται ένας άλλος αιών για να την εννοήσουν, να την εκτιμήσουν και να την απολαύσουν οι άνθρωποι. Σε καμμιά περίπτωση δεν ξαναπαρουσιάζει την εποχή της. Να περνούνε από την Τέχνη μιας εποχής στην εποχή την ίδια είναι ένα μεγάλο λάθος που κάνουν οι ιστορικοί.

Το δεύτερο δόγμα είναι το εξής. Όλη η κακή Τέχνη προέρχεται από την επιστροφή στη Ζωή και τη Φύση και από το ανύψωμα αυτών σε ιδεώδη. Η Ζωή και η Φύση μπορεί καμμιά φορά να χρησιμοποιούνται σα μέρος της πρώτης ύλης της Τέχνης, όμως προτού προσφέρουν καμμιά πραγματική υπηρεσία στην Τέχνη, πρέπει να έχουν μεταφερθή σε καλλιτεχνικές συνθήκες. Τη στιγμή που η Τέχνη παραδίδει το μέντιουμ της φαντασίας, παραδίδει το καθετί. Ως μέθοδος ο ρεαλισμός είναι τελεία αποτυχία και τα δυο πράματα που πρέπει κάθε καλλιτέχνης ν' αποφεύγη είναι νεωτερισμός στη φόρμα και νεωτερισμός στην υπόθεση. Για μας που ζούμε στον δέκατον ένατον αιώνα, οποιοσδήποτε αιών εκτός του ιδικού μας είναι κατάλληλο θέμα για την Τέχνη. Τα μόνα ωραία πράματα είναι όσα δεν αφορούν εις εμάς. Για να έχω την ευχαρίστηση να κάνω μια παραπομπή στον ίδιο τον εαυτό μου, οι πόνοι της Εκάβης είναι κατάλληλο μοτίβο για τραγωδία, ακριβώς γιατί η Εκάβη δεν μας είναι καθόλου σχετική. Χώρι' απ' αυτό το νεωτεριστικό γίνεται πάντα παλαιικό. Ο Zola κάθεται για να μας δώση μιαν εικόνα της Δευτέρας Αυτοκρατορίας. Ποιόνε νοιάζει τώρα για τη Δευτέρα Αυτοκρατορία; Είναι παράκαιρο. Η Ζωή προχωρεί πιο γρήγορ' από το Ρεαλισμό, όπως ο Ρομαντισμός πηγαίνει πάντα πιο μπροστά απ' τη Ζωή.

Το τρίτο δόγμα είναι ότι η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο παρά η Τέχνη τη Ζωή. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μονάχα του μιμητικού ενστίκτου της Ζωής, αλλά και του ότι συνειδητός σκοπός της Ζωής είναι να εκφράζη πάντα τον εαυτό της, και η Τέχνη της προσφέρει κάποιες όμορφες φόρμες που μ' αυτές να πραγματοποιή αυτή της την ενέργεια. Είναι μια θεωρία που ποτέ πριν δεν έχει ειπωθή, όμως είναι εξαιρετικά καρποφόρος και ρίχνει ολότελα καινούργιο φως στην ιστορία της Τέχνης.

Έπεται σαν πόρισμα από τα παραπάνω ότι η εξωτερική Φύση επίσης μιμείται την Τέχνη. Οι μόνες εντυπώσεις που μπορεί να μας δείχνη είναι εντυπώσεις που τις είχαμε πριν με την ποίηση ή τις ζωγραφιές. Αυτό είναι το μυστικό θέλγητρο της Φύσεως καθώς και η εξήγηση της αδυναμίας της.

Η τελευταία αποκάλυψη είναι ότι η ψευδολογία, το να λένε όμορφα αναληθή πράματα, είναι ο καθαυτό σκοπός της Τέχνης. Αλλά περί αυτού νομίζω μίλησα αρκετά εκτενώς. Και τώρα έλα πάμε έξω στην ταράτσα, όπου «το κάτασπρο σα γάλα παγώνι γέρνει από μαρασμό σα φάντασμα», ενώ το βραδινό αστέρι «βάφει μ' ασήμι το σούρουπο». Με το λυκόφως η Φύση γίνεται θαυμάσια υποβλητική και δεν της λείπει ερατεινότης, μολονότι ίσως ο κυριώτερος σκοπός της είναι ν' αντιγράφη τους ποιητάς. Έλα και μιλήσαμε αρκετά.

ΚΟΝΤΥΛΙ, ΜΟΛΥΒΟΚΟΝΤΥΛΟ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΙ
9 of 167
32 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights