ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
ΣΚΗΝΗ
Το σπουδαστήριον τον Λόρδου Γκόαριγκ. Δεξιά είνε η θύρα που φέρνει στην τραπεζαρία. Αριστερά η θύρα του καπνιστηρίου. Δυο θύρες που διπλώνονται στα οπίσω, ανοίγουν στο σαλόνι. Η φωτιά ανάβει. Ο Φιππς, ο οικονόμος, ταξιθετεί μερικές εφημερίδες επάνω στο γραφείο. Το διακριτικό του Φιππς είναι η απάθειά του. Οι αισθηματικοί τον αποκαλούν Ιδανικόν Οικονόμον. Η Σφιγξ δεν είναι τόσο μυστηριώδης. Για την πνευματική ή την αισθηματική ζωή του, η ιστορία τίποτε δε ξέρει. Αυστηρότατος σε όλους τους τύπους.
(Μπαίνει ο Λόρδος Γκόαριγκ με φράκο και σπάνιο άνθος στη κομβότρυπα. Φορεί μεταξένιο καπέλλο και λευκογαντομένος κρατεί μπαστούνι Λουδοβικίου 16ου. Ακολουθεί τον συρμόν με την πιο λεπτή φιλαρέσκεια. Καταλαβαίνει κανείς πως ο Λόρδος Γκόαριγκ βρίσκεται σε άμεσο σχέσι με τη νεωτέρα ζωή, και πως είναι κύριος αυτής. Είναι ο πρώτος κομψευόμενος φιλόσοφος στην ιστορία της σκέψεως).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μούφερες και τάλλο άνθος Φιππς;
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε. (Παίρνει το καπέλλο του, το μπαστούνι και το κασκόλ, και παρουσιάζει το άνθος μέσα σε δίσκο).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έν αρκετά χαρακτηριστικό πράμα, Φιππς. Εγώ είμαι ο μόνος από τους τιποτένιους του Λονδίνου που βάζω άνθος.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε. Το παρετήρησα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Βγάζει το παλαιό άνθος). Κύτταζε, Φιππς. Μόδα είν' εκείνο που φορεί κανείς. Ο,τι δεν είναι μόδα είναι εκείνο που φορεί όλος ο άλλος κόσμος.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Απαράλλακτα όπως προστυχιά είν' απλώς η διαγωγή όλου του άλλου κόσμου.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
{Βάζει το νέο άνθος). Και ψευδολογία είναι, η αλήθεια όλου του άλλου κόσμου.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όλος ο άλλος κόσμος είν' απαίσιος. Η μόνη υποφερτή κοινωνία είν' ο εαυτός μας.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Το ν' αγαπά κανείς τον εαυτό του είναι η αρχή ενός παντοτεινού ρωμάντσου, Φιππς.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Κυττάζει τον εαυτό του μέσα στον καθρέφτη). Μη Θαρρείς πως μ' αρέσει και πολύ αυτό τ' άνθος, Φιππς. Με κάμνει σχεδόν να φαίνομαι λιγάκι παραπάνω γέρος. Με κάμνει σχεδόν να φαίνομαι μεσόκοπος, αι, Φιππς;
Φιππς.
Δε βλέπω καμμιά μεταβολή στο εξωτερικό της εξοχότητός σας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δε βλέπεις, Φιππς;
Φιππς.
Όχι, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν είμαι πολύ βέβαιος. Στο εξής θέλω να μου φέρνης ένα πιο κοινό άνθος, Φιππς, κάθε Τρίτη βράδυ.
Φιππς.
Θα μιλήσω στην ανθοπώλιδα, μυλόρδε μου. Της απέθανε κάποιος συγγενής της τώρα τελευταία, και γι' αυτό ίσως δε μπόρεσε να φέρη από τ' άνθη που προτιμάτε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έν' αρκετά παράδοξο πράγμα συμβαίνει με τες κατώτερες τάξεις στο Λονδίνο — συχνά χάνουνε τους συγγενείς τους.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε! Σ' αυτό είναι υπερβολικά ευτυχισμένοι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Στρέφει και τον κυττάζει. Ο Φιππς μένει απαθής), Μμ! Έχω κανένα γράμμα, Φιππς;
Φιππς.
Τρία, μυλόρδε μου. (Δίνει τα γράμματα μέσα σε δίσκο).
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Παίρνει τα γράμματα). Θέλω το αμάξι μου σε είκοσι λεπτά.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε. (Πηγαίνει προς την θύρα).
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Κρατεί ψηλά ένα γράμμα μέσα σε τριανταφυλλί φάκελλο). Άκουσ' εδώ, Φιππς! Πότε ήρθε αυτό το γράμμα;
Φιππς.
Μου τόδωκαν στο χέρι ύστερ' από λίγο που η εξοχότητά σας πήγε στη λέσχη.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Πολύ καλά. (Ο Φιππς βγαίνει έξω). Το γράψιμο της Λαίδης Τσίλτερν και το τριανταφυλλί χαρτί της Λαίδης Τσίλτερν. Αυτό είν' αρκετά περίεργο, θαρρούσα πως ο Ροβέρτος θάγραφε. Απορώ τι νάχη τάχα η Λαίδη Τσίλτερν να μου πη; (Κάθεται στο γραφείο, ανοίγει το γράμμα και το διαβάζει). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας, Γερτρούδη». (Αφήνει κάτω το γράμμα με βλέμμα απορίας. Κατόπιν το παίρνει και το ξαναδιαβάζει σιγαλά). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας». Θα τ' ανεκάλυψε λοιπόν όλα. Δυστυχισμένη γυναίκα! (Βγάζει το ρολόγι και το παρατηρεί). Μα τι ώρα θάρθη; Δέκα τώρα η ώρα! θ' αναγκασθώ λοιπόν να μη πάγω στον Μπεκσάιαρ. Είναι τέλος πάντων ωραίο να περιμένεσαι και να μη φθάνης. Δεν με περιμένουνε στον χορό των μπάτσελορς άρα θα πάγω κει χωρίς άλλο. Θα την κάνω αυτή την κυρία Τσίλτερν να παρασταθή του ανδρός της. Αυτό πρέπει να κάνη κάθε γυναίκα. Είναι η ηθικοποίησις των γυναικών που κάνει τον γάμον τόσο απελπιστικόν, μονομερή θεσμόν. Δέκα η ώρα. Έπρεπε τώρα να είναι δω. Πρέπει να παραγγείλω στον Φιππς αν έρθη κανείς άλλος και με ζητήση να πη πως δεν είμαι σπίτι. (Πηγαίνει προς το κουδούνι).
(Μπαίνει ο Φιππς).
Φιππς.
Ο Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ω, γιατί πάντα οι γονείς να φθάνουνε στην ακατάλληλη ώρα; Κάποιο περίεργο λάθος της φύσεως, υποθέτω. (Μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ). Χαίρω πάρα πολύ που σας βλέπω, αγαπητέ μου πατέρα. (Πηγαίνει να τον προϋπαντήση).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Βγάλε μου το παλτό.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αξίζει τον κόπο, πατέρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Βέβαια κι' αξίζει τον κόπο, κύριε. Ποια είναι η πιο αναπαυτική καρέκλα που έχεις εδώ μέσα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αυτή, πατέρα. Είναι η καρέκλα που κάθουμ' εγώ, σαν έχω ξένους.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Σας ευχαριστώ. Δεν υπάρχει ρεύμα, ελπίζω, σ' αυτό το δωμάτιο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Κάθεται). Χαίρω πολύ. Δεν μπορώ να υποφέρω τα ρεύματα. Σπίτι δεν έχουμε ρεύματα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έχετε αρκετούς καυγάδες, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Αι; Αι; Δε καταλαβαίνω τι θέτε να πήτε. Θέλω να μιλήσω μαζί σας σοβαρά, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητέ μου πατέρα! Τέτοια ώρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Κάλλιστα, κύριε, είναι μόλις δέκα η ώρα; Είναι νομίζω πολύ κατάλληλη η ώρα!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η αλήθεια είναι, πατέρα, πως σήμερα δεν είναι η μέρα μου που μιλώ σοβαρά, Λυπούμαι πάρα πολύ, μα δεν είναι η μέρα μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι θέλετε να πήτε, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όλο το διάστημα της Σαιζόν, πατέρα, μιλώ μονάχα σοβαρά την πρώτη Τρίτη κάθε μηνός, από τις τέσσαρες ως τις επτά.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Καλά, υπόθεσε πως είναι Τρίτη, κύριε, υπόθεσε πως είναι Τρίτη.
Λόρδος Γκόαριγκ,
Μα είναι περασμένες οι επτά, πατέρα, κι' ο γιατρός μου λέει πως δεν πρέπει να κάνω σοβαρές κουβέντες ύστερ' από τις επτά. Αυτό με κάνει να μιλώ τη νύχτα στον ύπνο μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Να μιλείς στον ύπνο σου κύριε: Μα τι πειράζει; Δεν είσαι παντρεμένος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, πατέρα, δεν είμαι παντρεμένος.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Μμ! Γι' αυτό ακριβώς ήρθα να σου μιλήσω, κύριε. Πρέπει να παντρευτής, κι' αμέσως μάλιστα. Γιατί, σαν ήμουν εγώ στην ηλικία σου, κύριε, έμεινα απαρηγόρητος χήρος για τρεις μήνες, κ' εν τω μεταξύ τάφτιαξα με τη θαυμάσια μητέρα σου. Βάλτο καλά στο νου σου, κύριε, είναι καθήκο σου να παντρευτής. Δε μπορείς πάντα να ζης για τη διασκέδασι. Κάθε άνθρωπος που έχει μια κοινωνική θέσι σήμερα είναι παντρεμένος. Οι μπάτσελορς δεν είναι της μόδας πεια. Αυτοί είναι ελεεινοί άνθρωποι. Ο κόσμος δα τους ξέρει πολύ καλά. Πρέπει να πάρης μια γυναίκα, κύριε. Κύτταξε σε ποιο σημείο έφθασε ο φίλος σου ο Ροβέρτος Τσίλτερν με την τιμιότητα, την εργατικότητα, και τον φρόνιμο γάμο που έκανε με μια καλή γυναίκα. Γιατί δεν τον μιμήσαι, κύριε; Γιατί δεν τον έχεις για παράδειγμα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κομίζω πως θα το κάνω πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Σου εύχομαι να το κάνης, κύριε. Τότε θάμαι ευτυχής. Τώρα όμως, εξ αιτίας σου, κάνω κ' εγώ τη καϋμένη τη μητέρα σου να λυπήται. Είσαι άκαρδος, κύριε είσαι άκαρδος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι ελπίζω, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Κι' έφθασε πεια ο καιρός σου να παντρευτής. Είσαι τώρα τριαντατεσσάρων ετών, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι, πατέρα, μα φαίνομαι μονάχα τριανταδυό — τριάντα ενός και μισό όταν έχω ένα αληθινά ωραίο άνθος. Αυτό που έχω τώρα δεν είναι...και πολύ κοινό άνθος.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Σου λέω πως είσαι τριαντατεσσάρων, κύριε. Κι' εκτός αυτού, μέσα στο δωμάτιο σου φυσά ρεύμα που κάνει τη διαγωγή σου πιο χειρότερη. Γιατί μούπες πως δεν υπάρχει ρεύμα κύριε; Νοιώθω το ρεύμα, κύριε, το νοιώθω πολύ καλά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κι' εγώ το ίδιο, πατέρα. Είναι φοβερό ρεύμα. Θάρθω να σε δω αύριο, πατέρα. Μπορούμε να μιλήσουμε για ό,τι θες. Άφησέ με να σου βοηθήσω να βάλης το παλτό σου, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Όχι, κύριε. Ήρθα δω απόψε με ωρισμένο σκοπό, και πρέπει να τελειώσουμε με κάθε θυσία και της υγείας μου και της υγείας σου. Άφησε κάτω το παλτό, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βέβαια, πατέρα. Μα έλα να πάμε σάλλο δωμάτιο. (Χτυπά το κουδούνι). Εδώ μέσα φυσάει φοβερό ρεύμα. (Μπαίνει ο Φιππς). Φιππς, ανάβει καλή φωτιά μες στο καπνιστήριο;
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έλα κει μέσα, πατέρα· τα φταρνίσματά σου σπαράσσουνε καθαυτό την καρδιά.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Καλά, κύριε, έχω δικαίωμα να φταρνίζωμαι σαν θέλω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Απολογητικά). Βεβαιότατα, πατέρα. Εγώ απλώς εξέφρασα συμπάθεια.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Ω, ψευδοσυμπάθεια. Από τέτοιου είδους συμπάθειες ο κόσμος σήμερα είναι μαθημένος.
Λόρδος Γκόαριγκ,
Συμφωνώ πληρέστατα μαζί σας πατέρα. Αν υπήρχε λιγότερη συμπάθεια στον κόσμο θα υπήρχαν και λιγώτερες πικρίες.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Πηγαίνοντας προς το καπνιστήριο). Αυτό είναι παραδοξολογία, κύριε· μισώ τις παραδοξολογίες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κι' εγώ το ίδιο, πατέρα. Όπου πάει κανείς σήμερα θ' ακούση και μια παραδοξολογία. Είναι μεγάλος μπελάς. Αυτό δείχνει σε ποια κοινωνία ζούμε.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Στρέφει και κυττάζει το γυιό του ανάμεσα από τα πυκνά φρύδια του). Καταλαβαίνεις πάντα εκείνο που λες, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ύστερ' από μικρόν δισταγμόν). Ναι, πατέρα, αν ακούω προσεκτικά.
Λόρδος Κάβερσιαμ
(Με αγανάκτησι). Αν ακούης προσεκτικά!... Φαντασμένο παλιόπαιδο!
(Διευθύνεται προς το καπνιστήριο μουρμουρίζοντας. Μπαίνει ο Φιππς).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Φιππς, θάρΘη μια κυρία να με δη απόψε για ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Οδήγησέ τηνε στο σαλόνι σαν έλθη. Καταλαβαίνεις;
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είναι για ένα ζήτημα πολύ σοβαρό, Φιππς.
Φιππς.
Καταλαβαίνω, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Για κανένα λόγο δεν πρέπει κανείς άλλος να μπη μέσα, Φιππς.
Φιππς.
Καταλαβαίνω, μυλόρδε. (Το κουδούνι χτυπά).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! Αυτή μπορεί νάνε. Θα τη δω γω ο ίδιος.
(Καθώς πηγαίνει προς την θύρα μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ από το καπνιστήριο). Λοιπόν, κύριε; Θα σε περιμένω εδώ ακόμη πολύ;
Λόρδος Γκόαριγκ
(Υπερβολικά σαστισμένος). Μια στιγμή, πατέρα. Συγχώρησέ μου. (Ο Λόρδος Κάβερσιαμ γυρίζει πίσω). Λοιπόν θυμού τες οδηγίες που σούδωκα, Φιππς — σ' εκείνο το δωμάτιο.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Ο Λόρδοι Γκόαριγκ μπαίνει στο καπνιστήριο. Ο Χάρωλτ, ο υπηρέτης, εισάγει την Κυρία Σιέβελεϋ. Καθώς Λάμια ντυμένη αργυροπράσινα. Παλτό, από μαύρο ατλάζι, φοδραρισμένο με τριανταφυλλί μεταξωτό ανοικτού χρώματος).
Χάρωλτ.
Τόνομά σας, μαντάμ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Στον Φιππς ο οποίος προχωρεί προς αυτήν). Δεν είν' εδώ ο Λόρδος Γκόαριγκ; Μου είπαν πως είναι μέσα.
Φιππς.
Η εξοχότητά του έχει τώρα δουλειά μέσα με το Λόρδο Κάβερσιαμ μαντάμ.
(Γυρίζει και κυττάζει με ψυχρό, γυαλένιο μάτι τον Χάρωλτ, ο οποίος αμέσως φεύγει).
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Στον εαυτό της). Τι υική στοργή!
Φιππς.
Η εξοχότητά του μούπε να σας παρακαλέσω, μαντάμ να λάβετε την καλωσύνη να τον περιμένετε στο σαλόνι. Η εξοχότητά του θα σας συναντήση εκεί.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με βλέμμα εκπλήξεως). Ο Λόρδος Γκόαριγκ περιμένει εμέ;
Φιππς.
Μάλιστα μαντάμ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Είστε τελείως βέβαιος;
Φιππς.
Η εξοχότητά του μούπε πως αν έρθη καμμιά κυρία πρέπει να την παρακαλέσω να περιμένη στο σαλόνι. (Πηγαίνει προς την θύρα του σαλονιού και την ανοίγει). Αυτές ήταν οι οδηγίες που μούδωκεν η εξοχότητά του.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Στον εαυτό της). Τι φρόνιμη σκέψι! Να περιμένη το απροσδόκητο, δείχνει πως έχει πνεύμα πολύ νεωτεριστικό. (Πηγαίνει προς το σαλόνι και κυττάζει μέσα). Πουφ! Τι ακατάστατο που φαίνεται πάντα το δωμάτιο ενός μπάτσελορ. Όλ' αυτά Θα τ' αλλάξω. (Ο Φιππς φέρνει την λάμπα από το γραφείο). Όχι, δε μ' αρέσει αυτή η λάμπα. Είναι πολύ Θαμβωτική. Άναψε λίγα καντηλέρια.
Φιππς.
(Γυρίζει πίσω τη λάμπα). Όπως αγαπάτε, μαντάμ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ελπίζω τα καντηλέρια νάχουνε ταιριαστούς γλόμπους.
Φιππς.
Ως τώρα δεν είχαμε γι' αυτούς κανένα παράπονο, μαντάμ.
(Μπαίνει στο σαλόνι κι' αρχίζει ν' ανάβη τα καντηλέρια).
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Στον εαυτό της). Είμαι περίεργη ποια γυναίκα περιμένει αυτός απόψε. Θάναι έξοχο να τον τσακώσω. Οι άνδρες πάντα φαίνονται τόσο κουτοί σαν τους τσακώση κανείς. Και το νόστιμο είναι που πάντα πέφτουν στην παγίδα. (Κυττάζει γύρω στο δωμάτιο και πλησιάζει το γραφείο). Τι ελκυστικό δωμάτιο! Τι θαυμασία εικόνα! Είμαι περίεργη να δω τι πράμα είναι η αλληλογραφία του. (Παίρνει στο χέρι της γράμματα). Ω, τι αποκρουστική αλληλογραφία! Λογαριασμοί, κάρτες, χρέη. Μα ποιος είναι προς Θεού, αυτός που του γράφει απάνω σε τριανταφυλλί χαρτί: Τι ανόητο πράμα να γράφης απάνω σε τριανταφυλλί χαρτί! Μοιάζεις με τις μεσαίες τάξεις σαν αρχίζουν τη ρωμάντσα τους. Το ρωμάντσο δεν πρέπει ποτέ ν' αρχίζη με αίσθημα. Πρέπει ν' αρχίζη με επιστήμη και να τελειώνη με αποκατάστασι. (Αφίνει το γράμμα και πάλι το παίρνει). Ξέρω αυτό το γράψιμο. Είναι της Γερτρούδης Τσίλτερν. Το θυμάμαι πολύ καλά. Οι δέκα εντολές σε κάθε στροφή της πέννας κι' ο ηθικός νόμος σε κάθε σελίδα από πάνω ως κάτω. Είμαι περίεργη για τι πράμα του γράφει η Γερτρούδη. Θάνε κάτι φρικτό για μένα, υποθέτω. Πόσο αποστρέφομαι αυτή τη γυναίκα! (Το διαβάζει.). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας, Γερτρούδη». «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας».
(Ένας θρίαμβος ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της. Ετοιμάζεται να κλέψη το γράμμα, οπότε μπαίνει ο Φιππς).
Φιππς.
Τα καντηλέρια στο σαλόνι είν' αναμμένα, μαντάμ καθώς διετάξατε.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Σας ευχαριστώ. (Σηκώνεται βιαστικά και τρυπώνει το γράμμα κάτω από ένα μεγάλο ασημένιο κουτί που είναι απάνω στο τραπέζι). Φιππς. Ελπίζω πως οι γλόμποι θάνε της αρεσκείας σας, μαντάμ. Ταιριάζουν καλά. Είναι το ίδιο φως που έχει η εξοχότητά του σαν ντύνεται για το γεύμα.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με χαμόγελο). Τότε είμαι βεβαία πως θάνε κατάλληλο.
Φιππς.
(Σοβαρά). Σας ευχαριστώ, μαντάμ.
Η Κυρία Σιέβελεϋ μπαίνει στο σαλόνι. Ο Φιππς κλει την θύρα κι' αποσύρεται. Η θύρα ύστερα ανοίγει ελαφρά, και η Κυρία Σιέβελεϋ βγαίνει και με βήμα λαθραίο, πηγαίνει προς το γραφείο. Έξαφνα φωνές ακούονται από το καπνιστήριο. Η Κυρία Σιέβελεϋ ωχριάζει, και σταματά. Οι φωνές γίνονται δυνατότερες, και γυρίζει πίσω στο σαλόνι, δαγκάνοντας τα χείλη της).
(Μπαίνει ο Λόρδος Γκόαριγκ και ο Λόρδος Κάβερσιαμ.)
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Διαμαρτυρόμενος), Αγαπητέ μου πάτερα, αν πρόκειται να νυμφευθώ, θα μου επιτρέψης βέβαια να εκλέξω εγώ τον καιρό, το μέρος και το πρόσωπο, κυρίως το πρόσωπο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Θυμωμένα). Αυτή ναι δική μου δουλειά κύριε. Εσύ μπορούσες να κάνης και καμμιά πολύ άσχημη εκλογή. Εγώ είμ' εκείνος που θα δώσω συμβουλές, και όχι συ. Η περιουσία κινδυνεύει. Δεν είναι δω ζήτημα συμπαθείας. Η συμπάθεια έρχεται με τον καιρό σαν γίνη ο γάμος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μάλιστα. Η συμπάθεια έρχεται όταν πεια το ανδρόγυνο αρχίζει κατά βάθος ν' αλληλομισείται, δεν είναι έτσι, πατέρα; (Βοηθεί τον Λόρδο Κάβερσιαμ να βάλη το παλτό του).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Βέβαια. κύριε. Εννοώ βέβαια όχι, κύριε. Μιλείς πολύ ανόητα απόψε. Εκείνο που λέω είναι πως ο γάμος είν' ένα ζήτημα κοινού νου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μα οι γυναίκες που έχουνε τον κοινό νου είναι τόσο περίεργα άσχημες, πατέρα· δεν είναι; Εγώ βέβαια κρίνω απ' όσα ακούω από τους άλλους.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Καμμιά γυναίκα, άσχημη ή έμορφη, δεν έχει καν τον κοινό νου, κύριε. Ο κοινός νους είναι το προνόμιο του φύλου μας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ακριβώς. Κ' εμείς οι άνδρες έχουμε τόση αυτοθυσία που ποτέ δεν τον χρησιμοποιούμε, δεν είναι, πατέρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Εγώ όμως τον χρησιμοποιώ, κύριε. Τίποτε άλλο δεν χρησιμοποιώ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έτσι μου λέει η μητέρα μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Αυτό είναι το μυστικό της ευτυχίας της μητέρας σου. Είσαι πολύ άκαρδος, κύριε, πολύ άκαρδος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ελπίζω όχι, πατέρα.
(Βγαίνει έξω για μια στιγμή. Κατόπιν επιστρέφει, πολύ ταραγμένος μαζί με τον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αγαπητέ μου Αρθούρε, τι καλή τύχη να σας συναντήσω στο κατώφλι! Ο υπηρέτης σου μούλεγε ακριβώς τώρα πως δεν ήσουνα μέσα. Τι περίεργο!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η αλήθεια είναι πως είμαι φοβερά απασχολημένος απόψε, Ροβέρτε, κ' έδωσα διαταγή να πούνε πως δεν είμαι σπίτι. Κι' ο πατέρας μου ακόμα έτυχε σχετικώς ψυχράς υποδοχής. Όλο και παραπονιέται για τα ρεύματα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Α! για με όμως πρέπει να κάνης εξαίρεση Αρθούρε. Είσαι ο καλύτερος φίλος μου. Μπορεί ως αύριο νάσαι ο μόνος μου φίλος. Η γυναίκα μου ανεκάλυψε τα πάντα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! μου επέρασε μια τέτοια υποψία!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Τον κυττάζει). Αλήθεια! Πώς;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ύστερ' από μικρό δισταγμό) Ω, απλώς από κάτι στην έκφρασι του προσώπου σας όταν εμπαίνατε μέσα. Ποιος της τάπε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Η Κυρία Σιέβελεϋ η ιδία. Κ' η γυναίκα π' αγαπώ ξέρει τώρα πως άρχισα το στάδιο μου με μια πράξι ποταπής ατιμίας, πως εστερέωσα τη ζωή μου απάνω στην αμμουδιά του αίσχους — πως επούλησα, καθώς ένας κοινός μεταπράτης, το μυστικό που μούχαν εμπιστευθεί ως προς τίμιο άνθρωπο. Ευχαριστώ το Θεό που ο δυστυχισμένος ο Λόρδος Ράτλεϋ πέθανε προτού μάθει πως τον απάτησα, θάμουν ευχαριστημένος από τον Θεό αν απέθνησκα προτού δοκιμάσω τέτοιο φοβερό μαρτύριο, και πάρω τέτοιο κατήφορο. (Κρύβει το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του).
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σε λίγο). Δεν έλαβες ακόμη καμμιά απάντησι από τη Βιέννη στο τηλεγράφημά σου;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Κυττάζει απάνω). Ναι. Πήρα ένα τηλεγράφημα από τον πρώτο γραμματέα στις οκτώ απόψε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λοιπόν;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Τίποτε απολύτως δεν είναι γνωστό εναντίο της. Εξ εναντίας κατέχει μια αρκετά ψηλή κοινωνική θέσι. Είν' ένα πάγκοινο μυστικό πως ο Βαρώνος Άρνχεϊμ της αφήκε το μεγαλύτερο μερίδιο της κολοσσαίας περιουσίας του. Εξόν απ' αυτό δεν κατώρθωσα να μάθω τίποτε άλλο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δε σου φαίνεται πως μπορούσε νάνε καμμιά κατάσκοπος;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ω! οι κατάσκοποι δεν έχουν καμμιά πέρασι σήμερα. Δεν περνάει πεια η μπογιά τους. Τους αντικατεστήσανε οι εφημερίδες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Και τα καταφέρνουν θαυμάσια.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αρθούρε, καίομαι από τη δίψα. Μπορώ να χτυπήσω το κουδούνι να μου φέρουν κάτι τι; Λίγο κρασί του Ρήνου και σόδα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βέβαια. Άσε με. (Χτυπά το κουδούνι).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ευχαριστώ! Δεν ξέρω τι να κάνω και συ είσαι ο μόνος μου φίλος. Και τι φίλος! — Ο μόνος που μπορώ νάχω εμπιστοσύνη. Ο μόνος που μπορώ νάχω απόλυτο εμπιστοσύνη, δεν είναι έτσι;
(Μπαίνει ο Φιππς}.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βέβαια αγαπητέ μου Ροβέρτε. Ω! (Στον Φιππς). Φέρε λίγο κρασί του Ρήνου και σόδα.
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αι, Φιππς!...
Φιππς.
Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μου επιτρέπεις μια στιγμή, Ροβέρτε; θέλω να δώσω μερικές οδηγίες στον υπηρέτη μου.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Βεβαίως.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σαν έρθη εκείν' η κυρία πες της πως δε θάμαι σπίτι απόψε. Πες της πως έτσι ξαφνικά μούτυχε μια δουλειά κ' έφυγα από την πόλι. Καταλαβαίνεις;
Φιππς.
Η κυρία είναι μέσα σ' εκείνο το δωμάτιο, μυλόρδε. Μούπατε να την οδηγήσω μέσα σ' εκείνο το δωμάτιο, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έκανες πολύ καλά. (Ο Φιππς φεύγει). Τι μπελά ευρήκα! Όχι. Νομίζω πως θα τα καταφέρω, θα της δώσω ένα καλό μάθημα εκεί μέσα πούνε, αν κ' είναι αρκετά οχληρό.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αρθούρε, πες μου εσύ τι πρέπει να κάμω. Η ζωή μου αφανίζεται. Μοιάζω σαν πλοίο χωρίς τιμόνι μέσα στη νύγτα που δεν λάμπει ουδ' έν αστέρι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, αγαπάς τη γυναικά σου, δεν είναι έτσι:
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Την αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο. Η φιλοδοξία θαρρούσα πως ήταν το παν. Δεν είναι. Η αγάπη είναι το παν στον κόσμο. Τίποτε άλλο παρά η αγάπη, και την αγαπώ. Μα είμαι τώρα εμπρός στα μάτια της σαν ένας ντροπιασμένος και περιφρονημένος. Αναμεταξύ μας τώρα υπάρχει μια μεγάλη άβυσσος. Ξέρει τώρα ποιος είμαι, Αρθούρε, το ξέρει.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν έχει κάμει ποτέ στη ζωή της καμμιά ανοησία — καμμιά απερισκεψία — για να μη συγχωρή το δικό σου το αμάρτημα;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Η σύζυγος μου! Ποτέ! Δεν ξέρει τι είναι αδυναμία ή πειρασμός. Εγώ είμαι πλασμένος από πηλό καθώς οι άλλοι άνθρωποι. Εκείνη, όπως κάθε τέλεια γυναίκα, είναι άσπλαχνη ψυχρή, αυστηρή, χωρίς κανένα έλεος απάνω της, Αλλά την αγαπώ, Αρθούρε. Είμαστε χωρίς παιδιά, και δεν έχω ν' αγαπήσω άλλο κανένα, κανέναν άλλο να μ' αγαπήση. Αν ο Θεός ίσως μας έδινε παιδιά, αυτή μπορούσε νάνε πειο ευσπλαχνική σε με. Μα ο Θεός μας αφήκεν έρημους μέσα στο σπίτι. Κ' εκείνη ξέσχισε την καρδιά μου σε δυο. Ας μη μιλάμε πεια γι' αυτό. Της εφέρθηκα σαν χτήνος απόψε. Μα υποθέτω πως σαν μιλούνε στους αγίους οι αμαρτωλοί είναι πάντοτε χτήνη. Της είπα πράματα που ήταν η φρικτή αλήθεια, για με, για όλους τους άλλους ανθρώπους. Μ' ας μη μιλάμε πεια γι' αυτό.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η γυναίκα σου θα σου συγχωρήση. Μπορεί αυτή τη στιγμή να σου συγχωρή. Σ' αγαπά, Ροβέρτε. Γιατί να μη συγχωρήση;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ο Θεός να δώση! Ο Θεός να δώση! (Κρύβει το πρόσωπό του μέσ' στα χέρια του). Μα έχω κάτι ακόμα να σου πω, Αρθούρε.
(Μπαίνει ο Φιππς με τα ποτά).
Φιππς.
(Προσφέροντας το κρασί του Ρήνου και τη σόδα στον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν). Κρασί του Ρήνου και σόδα, κύριε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ευχαριστώ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είν' εδώ τ' αμάξι σου, Ροβέρτε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι· ήρθα πεζός από τη λέσχη.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ο Σιρ Ρόβερτ θα πάρη τ' αμάξι μου, Φιππς.
Φιππς.
Μάλιστα μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, δε σε νοιάζει που σε διώχνω;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αρθούρε, πρέπει να μου επιτρέψης ακόμη για πέντε λεπτά. Το έχω πάρει απόφασι τι θα κάνω απόψε στη Βουλή. Η συζήτησι για το Αργεντινό Καννάλλι θα αρχίση στις επτά. (Μια καρέκλα πέφτει στο σαλόνι). Τι είναι τούτο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τίποτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Άκουσα μια καρέκλα να πέση στο διπλανό δωμάτιο. Κάποιος θ’ ακροάζετο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, όχι· δεν είναι κανείς εκεί.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Κάποιος Θάνε. Υπάρχουν φώτα στο δωμάτιο, κ' η πόρτα είναι μισανοιγμένη. Κάποιος θάκουσεν όλα τα μυστικά μου. Αρθούρε, τι σημαίνει αυτό;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, είσαι ταραγμένος, εκνευρισμένος. Σου λέω πως δεν είνε κανείς σ' εκείνο το δωμάτιο. Κάθησε κάτω, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Μου δίνεις το λόγο σου πως δεν είναι κανείς εκεί μέσα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Το λόγο της τιμής σου; (Κάθεται).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Σηκώνεται). Αρθούρε, άφησέ με να κυττάξω εγώ ο ίδιος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, όχι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αν δεν είναι κανείς εκεί γιατί να μη κυττάξω; Αρθούρε, πρέπει να μ' αφήσης να μπω σ' εκείνο το δωμάτιο για να πεισθώ. Άσε με να δω πως κανένας ωτακουστής δεν άκουσε τα μυστικά της ζωής μου. Αρθούρε, δε βλέπεις τι υποφέρω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, αυτό πρέπει να τελειώση. Σούπα πως δεν είναι κανείς σ' εκείνο το δωμάτιο — αυτό είν' αρκετό.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ορμά προς την θύραν του δωματίου). Δεν είν' αρκετό. Επιμένω να μπω εκεί μέσα. Μούπες πως δεν είναι κανείς εκεί μέσα, για ποιο λόγο λοιπό να μου αρνήσαι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Για τ' όνομα του θεού, μη! Είναι κάποιος που δεν πρέπει εσύ να δης.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Α, το σκέφθηκα!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σου απαγορεύω να μπης σε κείνο το δωμάτιο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Στάσου πίσω. Η ζωή μου είναι σε κίνδυνο. Και δε με νοιάζει ποιος είναι κει μέσα. Θα μάθω ποιος είν' αυτός που είπα το μυστικό και το αίσχος μου. (Μπαίνει στο δωμάτιο).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ύψιστε θεέ! η γυναίκα του! (Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν γυρίζει πίσω).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Τι εξήγησι έχεις να μου δώσης για την παρουσία εκεί μέσα αυτής της γυναίκας;
Λόρδος Γκόαριγκ,
Ροβέρτε, σου ορκίζομαι στην τιμή μου πως η γυναίκα αυτή είν' άσπιλος κι' αθώα από κάθε ηθική προσβολή εναντία σου.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Είναι μια αχρεία, μια άτιμη!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μη μιλάτε έτσι Ροβέρτε! Είναι προς χάρι σου που ήρθ' εδώ. Είναι για να προσπαθήση να σε σώση που ήρθ' εδώ. Αγαπά εσέ και κανένα άλλον.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Είσαι τρελλός. Τι έχω γω να κάνω με τις ερωτοδουλειές σας; Χαίρου την. Ταιριάζετε αξιόλογα. Εκείνη, διεφθαρμένη κι' αναίσχυντος — συ, ψεύτης ως φίλος, κι' ως εχθρός ακόμη δόλιος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν είν' αλήθεια, Ροβέρτε. Μα τον Θεό δεν είν' αλήθεια. Μπροστά σ' εσέ και σ' εκείνη θα ξηγήσω τα πάντα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Άσε με να περάσω, κύριε. Αρκετά ψεύστηκες στον λόγο της τιμής σου.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν βγαίνει έξω. Ο Λόρδος Γκόαριγκ ορμά προς την θύρα του σαλονιού, η Κυρία Σιέβελεϋ εξέρχεται, αχτινοβόλος και κατευχαριστημένη).
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ειρωνικά). Καλησπέρα, Λόρδε Γκόαριγκ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η Κυρία Σιέβελεϋ! Ύψιστε Θεέ!... Μπορώ να μάθω τι εκάμνατε μέσ' στο σαλόνι μου;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Απλώς άκουα. Έχω μεγάλο πάθος ν' ακροάζομε πίσω από τις κλειδαρότρυπες, Έτσι κανείς ακούει πάντα τόσο θαυμάσια πράματα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν είν' αυτό μάλλον ένα είδος πειρασμού Θείας Προνοίας;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ω! βέβαια η θεία Πρόνοια μπορεί ν' αντισταθή στον πειρασμό. (Του κάνει νεύμα να βγάλη το παλτό του, και το βγάζει).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Χαίρομαι που ήρθατε, θα σας δώσω μια καλή συμβουλή.
Κυρία Σιέβελεύ.
Ω! μη σας παρακαλώ. Δεν πρέπει κανείς ποτέ να δίνη σε μια γυναίκα τίποτε που δε μπορεί να το φορέση τη νύχτα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κυττάζω πως εξακολουθείτε ακόμα να είσαστε πεισματάρα όπως πριν.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Πειο πολύ ακόμα. Έγεινα περισσότερο πεισματάρα. Απέχτησα περισσότερη πείρα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η μεγάλη πείρα είναι πάντα επικίνδυνο πράμα. Πάρτ' ένα σιγαρέττο παρακαλώ. Οι μισές από τις έμορφες γυναίκες στο Λονδίνο καπνίζουνε σιγαρέττα. Το κατ' εμέ προτιμώ εκείνες που δεν καπνίζουν.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω ποτέ. Η ράφτρα μου δεν το θέλει, και το πρώτο καθήκον που έχει στη ζωή της μια γυναίκα είναι ν' ακούη τη ράφτρα της, δεν είναι έτσι; Ποιο είναι το δεύτερο καθήκον, ακόμη κανείς δεν το έχει εξακριβώση.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ήρθατ' εδώ για να μου πουλήσετε το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν, δεν είναι γι' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Να σας το προσφέρω με όρους. Πώς το μαντεύσατε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Γιατί δεν αναφέρατε τίποτε γι' αυτό. Το έχετε μαζί σας;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Κάθεται). Α, όχι! Ένα καλοραμμένο φόρεμα δεν έχει ποτέ τσέπες.
Λόρδος Γκόαριγκ, Πόσο ζητάτε γι' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Τι γελοίος Εγγλέζος που είσαστε! Οι Εγγλέζοι θαρρούνε πως ένα τσεκ μπορεί να λύση κάθε πρόβλημα στη ζωή. Μάθετε, αγαπητέ μου Αρθούρε, πως έχω πιο πολλά χρήματα από σας, και τόσα ακριβώς όσα ο Ρόβερτ Τσίλτερν κατώρθωσε να σουφρώση. Δεν είναι χρήματα που ζητώ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τι θέτε λοιπόν, Κυρία Σιέβελεϋ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Γιατί δε μ' ονομάζεις Λαύρα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν μ' αρέσει τ' όνομα.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Συνήθιζες να το λατρεύης άλλοτε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι. Αυτός είν' ο λόγος.
(Η Κυρία Σιέβελεϋ του νεύει να καθίση κοντά της. Εκείνος χαμογελάει, και κάθεται)
Κυρία Σιέβελεϋ.
Αρθούρε, μ' αγαπούσες μια φορά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Και μ' εζήτησες για γυναίκα σου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αυτό φυσικά τόκανα γιατί σ' αγαπούσα.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Και μ' επαραίτησες γιατί είδες, ή είπες πως είδες, τον καϋμένο το γέρο Λόρδο Μόρτλεϊκ που ζητούσε να κάνη μαζί μου σφοδρό φλερτ στο θερμοκήπιο στο Τέμπυ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είμαι με την εντύπωσι πως ο δικηγόρος μου έχει κανονίσει αυτό το ζήτημα μαζί σας με κάποιους όρους... που τους υπεβάλετε σεις η ιδία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Εκείνο τον καιρό εγώ ήμουνα φτωχή· συ ήσουνα πλούσιος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ακριβώς. Γι' αυτό προσποιούσουνα πως μ' αγαπούσες.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Υψώνοντας τους ώμους). Ο δυστυχισμένος ο γέρο-Λόρδο Μόρτλεϊκ, αυτός που για μόνο δυο πράματα πάντα μιλούσε, για τους ρευματισμούς του και για τη γυναίκα του! Ποτέ μου δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω για ποιο από τα δυο μιλούσε. Και για τα δυο μεταχειρίζετο την πιο απαισία γλώσσα. Ήσουν κουτός, Αρθούρε. Γιατί, ο Λόρδος Μόρτλεϊκ δεν ήτανε τίποτε άλλο για με παρά μια διασκέδασι. Μια από της σαχλές εκείνες διασκεδάσεις που βρίσκει κανείς μονάχα στις Αγγλικές εξοχές την Κυριακή! Δεν νομίζω πως μπορεί νάχη κανείς καμμιά ηθική ευθύνη για όσα συμβαίνουνε στις Αγγλικές αυτές εξοχές.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι ξέρω πως πολύς κόσμος φρονεί έτσι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Σ' αγαπούσα, Αρθούρε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητή μου Κυρία Σιέβελεϋ, υπήρξατε πάντα αρκετά έξυπνη για να ξέρετε τι σημαίνει αγάπη.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Σ' αγαπούσα. Και συ μ' αγαπούσες· το ξέρεις πως μ' αγαπούσες· κ' η αγάπη είν' ένα εξαίσιο πράμα. Υποθέτω πως ένας άνδρας μια π' αγαπήση μια γυναίκα, θα κάνη γι' αυτήν το παν, εκτός από του να παίζη την αγάπη του.
(Βάζει το χέρι της απάνω στο ιδικό του).
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σέρνει πίσω το χέρι του ελαφρά)· Ναι: εκτός αυτού.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Σε λίγο.) Κουράστηκα να ζω έξω. Θέλω να γυρίσω πίσω στο Λονδίνο, θέλω νάχω ένα έμορφο σπιτάκι εδώ. Θέλω νάχω ένα σαλόνι. Αν μπορούσε κανείς μονάχα να διδάξη τους Εγγλέζους πώς να μιλάνε, και τους Ιρλανδούς πώς ν' ακούνε, η κοινωνία δω θάταν αρκετά πολιτισμένη. Ξέχωρ' απ' αυτό, εγώ έχω φθάσει στο ρωμαντικό στάδιο. Όταν χθες το βράδυ σε είδα στου Τσίλτερν, ήξερα πως εσύ ήσουν ο μόνος για τον οποίον αισθάνθηκα ποτέ ενδιαφέρο, αν ποτέ αισθάνθηκα ενδιαφέρο για κανένα, Αρθούρε. Έτσι λοιπόν, το πρωί της ημέρας που θα με πάρης, θα σου δώσω το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν. Αυτή είναι η πρότασί μου. Θα σου το δώσω από τώρα, αν υπόσχεσαι να με νυμφευθής.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τώρα;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Χαμογελώντας). Αύριο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μιλείς, αλήθεια, σοβαρά;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ναι, σοβαρώτατα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θα σου ήμουνα πολύ κακός σύζυγος.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Δε με σκοτίζουν οι κακοί σύζυγοι. Επήρα δύο. Αρκετά με διασκεδάσανε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θέτε να πήτε πως διασκεδάσατε τον εαυτό σας πολύ, δεν είν' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Τι ξέρεις εσύ για τον έγγαμόν μου βίο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τίποτε: μα μπορώ να τον διαβάσω όπως ένα βιβλίο.
Κυρία Σιέβελεϋ, Τι βιβλίο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σηκώνεται). Βιβλίο των Αριθμών.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Νομίζεις πως δεν είναι καθόλου ευγενικό για σε να φέρεσαι έτσι άσχημα σε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι σου;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όταν πρόκειται για πολύ γοητευτικές γυναίκες, τo φύλον είναι μια πρόκλησι· όχι υπεράσπισι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Υποθέτω πως αυτό το λέτε για κομπλιμέντο. Αγαπητέ μου Αρθούρε, οι γυναίκες ποτέ δε ξιππάζουνται από κομπλιμέντα. Οι άνδρες μάλιστα. Αυτή είν' η διαφορά μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Οι γυναίκες ποτέ δε ξιππάζουνται από τίποτε, απ' όσα γω ξέρω γι' αυτές.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Σε λίγο.) Τότε λοιπόν θ' αφήσης τον καλλίτερο φίλο σου, Ρόβερτ Τσίλτερν, να καταστραφή μάλλον παρά να νυμφευθής μια γυναίκα π' αφήκε πίσω της μια τέτοια ζωή καθώς λες; Νόμιζα πως θα βρίσκεσο σε μεγαλήτερο ύψος αυτοθυσίας, Αρθούρε. Νομίζω πως έτσι έπρεπε να κάνης. Και το υπόλοιπο της ζωής σου μπορούσες να το ξοδεύσης σχεδιάζοντας την τελειοποίησί σου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ω! ναι αυτό το κάνω. Κ' η αυτοθυσία είν' ένα πράμα που πρέπει να το καταργήση ο νόμος. Εξαχρειώνει τόσο πολύ εκείνους για τους οποίους κανείς αποφασίζει να θυσιαστή. Τους κάνει χειρότερους απ' ό,τι είναι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ως εάν τίποτε μπορούσε να εξαχρειώση τον Ρόβερτ Τσίλτερν! Φαίνεται να λησμονής πως εγώ ξέρω τον αληθινό χαρακτήρα του.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Εκείνο που ξέρεις γι' αυτόν δεν είναι ο πραγματικός χαρακτήρας του. Ήταν μια ανόητη πράξι που έκανε στα νιάτα του, άτιμη πράξι, το παραδέχομαι, αισχρή, το παραδέχομαι, ανάξι' αυτού, το παραδέχομαι,.. όχι ο πραγματικός χαρακτήρας του.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Πώς εσείς οι άνδρες υπερασπίζετε ο ένας τον άλλο!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Πώς εσείς οι γυναίκες πολεμάτε η μια την άλλη!
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με πικρία). Εγώ μια γυναίκα μονάχα πολεμώ: τη Γερτρούδη Τσίλτερν. Την μισώ. Την μισώ τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κι' αυτό γιατί της έφερες μια αληθινή τραγωδία στη ζωή της, υποθέτω.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ειρωνικά). Ω, μια μονάχα πραγματική τραγωδία υπάρχει στη ζωή μιας γυναίκας. Το γεγονός ότι το παρελθόν της είναι ο παντοτεινός εραστής της, και το μέλλον της ο σταθερός της σύζυγος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η Λαίδη Τσίλτερν δεν ξέρει τίποτε για το είδος αυτό της ζωής που υπαινίτεστε.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Γυναίκα που φορεί γάντια επτά και τρία τέταρτα δε μπορεί ποτέ να ξέρη πολλά πράματα. Το ξέρεις πως η Γερτρούδη φορεί πάντα επτά και τρία τέταρτα; Αυτή είναι μια από τις αιτίες που δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ηθική συμπάθεια αναμεταξύ μας... Λοιπόν, Αρθούρε, υποθέτω πως αυτή η ρωμαντική συνέντευξι μπορεί να θεωρηθή ως τελειομένη· το παραδέχεσαι πως ήταν ρωμαντική, δεν είναι έτσι; Για το όφελος να γίνω σύζυγός σου, εγώ ήμουνα πρόθυμη να θυσιάσω μεγάλο κέρδος που θάταν ο πυρήν του διπλωματικού μου σταδίου. Συ αρνείσαι. Πολύ καλά. Εάν ο Σιρ Ρόβερτ δεν υποστηρίξη το σχέδιο μου για το Αργεντινό Κανάλλι, τον εκθέτω. Voilà tout.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν πρέπει να το κάνης, θάτανε πρόστυχο, φρικτό, άτιμο.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(ψηλώνοντας τους ώμους). Ω! μη λες μεγάλα λόγια. Έχουνε τόσο μικρή σημασία. Αυτή είναι μια εμπορική δοσοληψία. Αυτό είναι όλο. Δεν ωφελεί ν' ανακατώνετε μέσα την αισθηματικότητα. Εγώ πρότεινα στον Ρόβερτ Τσίλτερν να του πουλήσω ένα πράμα. Αν δε μου πληρώσει όσ' αξίζει, θα πλήρωση στον κόσμο περισσότερα. Δε χωρούνε άλλα λόγια. Πρέπει να φύγω. Χαίρετε. Δε μου δίνεις το χέρι σου;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σ' εσέ; Όχι. Η δοσοληψία σου με τον Ρόβερτ Τσίλτερν μπορεί να περάση ως μια σιχαμερή εμπορική δοσοληψία ενός σιχαμερού εμπορικού αιώνα· μα φαίνεται να λησμόνησες πως ήρθες εδώ απόψε να μιλήσης γι' αγάπη, συ της οποίας τα χείλη βεβήλωσαν τη λέξιν αγάπη, συ στην οποίαν η αγάπη είν' ένα βιβλίο σφικτά σφραγισμένο, πήγες σήμερα τ' απόγευμα στο σπίτι μιας από τις πιο ευγενικές κι' αγαθές γυναίκες στον κόσμο για να ξευτελίσης τον σύζυγο της μπρος στα μάτια της, και να δοκιμάσης να φονεύσης την αγάπη που έχει γι' αυτόν, να χύσης δηλητήριο στην καρδιά της, και πίκρα στη ζωή της, να θρυμματίσης το είδωλο της, και, ίσως, να διαφθείρης την ψυχή της. Δεν θα σου το συγχωρήσω αυτό. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμμιά συγχώρησι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Αρθούρε, είσαι άδικος για μένα. Πίστευσέ μου πως είσε πολύ άδικος. Δεν επήγα να υβρίσω καθόλου την Γερτρούδη. Δεν επήγα με τέτοιο σκοπό. Εγώ πήγα μαζί με τη Λαίδη Μάρκων απλώς να ρωτήσω αν ένα κόσμημα, ένα διαμαντικό, που έχασα κάπου χθες το βράδυ, βρέθη στο σπίτι της Τσίλτερν. Αν δεν πιστεύης σ' εμένα, μπορείς να ρωτήσης τη Λαίδη Μάρκων, θα σου πη όλη την αλήθεια. Η σκηνή συνέβηκε ύστερα πούφυγε η Λαίδη Μάρκων και μα την αλήθεια την προκάλεσε η Γερτρούδη με την αυθάδεια και τις ειρωνείες της. Εγώ πήγα χωρίς την παραμικρά κακία αλλ' απλώς να ρωτήσω αν μια διαμαντένια καρφίτσα μου βρέθηκε. Αυτό ήτανε όλη η αφορμή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μια διαμαντένια σαν φείδι καρφίτσα με ένα ρουμπίνι;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ναι, πως το ξέρεις;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Γιατί βρέθηκε. Αν θες να μάθης την αλήθεια, τη βρήκα γω, και σαν βλάκας ξέχασα να πω τίποτε στον υπηρέτη την ώρα που έφευγα. (Πηγαίνει στο γραφείο και τραβά τα συρτάρια). Είναι σ' αυτό το συρτάρι. Όχι, στάλλο. Αυτή είναι η καρφίτσα, δεν είν' αυτή; (Την κρατάει ψηλά).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ναι. Τι χαρά μου που βρέθηκε! Ήτανε.. δώρο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δε θέτε να τη βάλετε;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Βέβαια, αν μου την καρφώνετε. (Ο Λόρδος Γκόαριγκ ξαφνικά τη θηλυκώνει στο μπράτσο της). Γιατί τη βάζεις σαν βραχιόλι; Δεν τόξερα πως μπορούσε να φορεθή ως βραχιόλι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αλήθεια;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Απλώνει τόμορφο μπράτσο της). Όχι· μα φαίνεται πως πολύ έμορφα μου πηγαίνει έτσι, δεν είναι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι· πολύ καλλίτερα από την τελευταία φορά που το είδα.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Πότε το είδετε τελευταία φορά;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Με αταραξία). Ω, πάνε τώρα δέκα χρόνια, τη φορούσε η Λαίδη Παρησάιαρ, από την οποίαν την έκλεψες.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ξαφνίζεται). Τι θες να πης;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θέλω να πω πως έκλεψες αυτό το κόσμημα από την εξαδέρφη μου, στην οποίαν εγώ τόδωσα ως γαμήλιο δώρο. Έπεσε υποψία απάνω σ' ένα άθλιο υπηρέτη, τον οποίον διώξανε κακήν κακώς. Το ανεγνώρισα χθες το βράδυ που το είδα. Απεφάσισα να μη πω τίποτε σε κανένα ωσότου εύρω τον κλέφτη. Βρήκα τώρα τον κλέφτη, κι' άκουσα την ιδία του ομολογία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Κουνεί το κεφάλι της). Δεν είν' αλήθεια.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Το ξέρεις πως είν' αλήθεια. Πώς όχι; Να, η κλεψιά είναι γραμμένη απάνω στο μέτωπο σου αυτή τη στιγμή.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Θα τ' αρνηθώ όλα απ' την αρχή ως το τέλος. Θα πω πως δεν είδα ποτέ μου αυτό το ελεεινό πράμα, πως ποτέ δεν τόχα στην κατοχή μου.
(Η Κυρία Σιέβελεϋ προσπαθεί να ξεκουμπώσει το βραχιόλι από το μπράτσο της, μα δεν το κατορθώνει. Ο Λόρδος Γκόαριγκ κυττάζει ευχαριστημένος. Τα λεπτά της δάκτυλα μάταια σχίζουνται απάνω στο διαμάντι. Ξεσπάει σε μια βλαστημιά).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Το λάθος του να κλέφτη κανείς ένα πράμα, Κυρία Σιέβελεϋ, είναι ότι δεν ξέρει ποτέ ποσόν ωραίον είναι αυτό το πράμα. Δε μπορείς να βγάλης αυτό το βραχιόλι, αν δε ξέρεις πού είναι η σούστα. Και βλέπω πως δε ξέρεις πού είναι η σούστα. Είναι πολύ δύσκολο να τη βρης.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Χτήνος! Άνανδρε! (Δοκιμάζει πάλι να ξεθηλυκώση το βραχιόλι, μα δεν το κατορθώνει).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ω! μη λες μεγάλα λόγια. Έχουνε τόση μικρή σημασία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ξεσκίζει πάλι τα χέρια της τραβώντας το βραχιόλι με παροξυσμούς λύσσας, και βάζει ανάρθρους φωνές). Τι σκοπεύεις να κάνης;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σκοπεύω να χτυπήσω το κουδούνι νάρθη ο υπηρέτης μου. Είν' ένας θαυμάσιος υπηρέτης. Καθώς του χτυπήσετε το κουδούνι στη στιγμή παρουσιάζεται μπροστά σας. Σαν έρθη θα του πω να φέρη την αστυνομία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Τρεμουλιασμένη). Την αστυνομία: Γιατί;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αύριο οι Παρησάιαρ θα σας φέρουνε ποινική αγωγή, Γι' αυτό χρειάζεται η αστυνομία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Βρίσκεται τώρα σε αγωνία φυσικού τρόμου. Το πρόσωπό της στραβώνει· το στόμα της στραβώνει. Μια μάσκα ως να έπεσεν απ' επάνω της. Αυτή τη στιγμή είναι φρικτή να την κυττάζη κανείς). Μη το κάνεις αυτό. Θα κάμω ό,τι θες. Καθετί που μπορείς να μου ζήτησης
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δος μου το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Στάσου! Στάσου! Άσε με λίγο να σκεφθώ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δος μου το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Δεν τόχω μαζί μου. Θα σου το δώσω αύριο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Το ξέρεις πως λες ψέματα. Δόσμου το αμέσως. (Η Κυρία Σιέβελεϋ βγάζει το γράμμα και του το δίνει. Είναι τρομερά ωχρή). Αυτό είνε;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με βραχνιασμένη φωνή). Ναι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Παίρνει το γράμμα, το εξετάζει, και το καίει απάνω από τη λάμπα). Για μια γυναίκα τόσο καλοφορεμένη, σαν εσέ, Κυρία Σιέβελεϋ, έχεις στιγμές που δείχνεις θαυμάσια πως έχεις τον κοινόν νουν. Σε συγχαίρω.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ρίφτει το βλέμμα της απάνω στο γράμμα της Λαίδης Τσίλτερν, που μόλις φαίνεται κάτω από τ' ασημένιο κουτί). Φέρε μου ένα ποτήρι νερό, σε παρακαλώ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βεβαίως. (Πηγαίνει στην κώχη του δωματίου και χύνει ένα ποτήρι νερό Καθώς έχει την πλάτη στραμμένη η Κυρία Σιέβελεϋ κλέφτει το γράμμα της Λαίδης Τσίλτερν. Σαν επιστρέψη ο Λόρδος Γκόαριγκ με το ποτήρι αυτή το αρνείται με μια χειρονομία).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Σ' ευχαριστώ. Μου βοηθείς να βάλω το επανωφόρι μου;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μ' ευχαρίστησι. (Της βάζει το επανωφόρι).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ευχαριστώ. Δεν θα θελήσω πεια να δοκιμάσω να κάνω κακό στον Ρόβερτ Τσίλτερν.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ευτυχώς δεν έχεις την ευκαιρία, Κυρία Σιέβελεϋ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Καλά, μα κι' αν είχ' ακόμα την ευκαιρία, δεν θα τόκαμνα. Απ' εναντίας, σκοπεύω να του κάνω μια μεγάλη εκδούλευσι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μαγεύομαι να σ' ακούω να το λες αυτό. Είναι μια αναμόρφωσις για σε.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ναι. Δε μπορώ να βλέπω ένα τόσο έντιμο Άγγλο τζέντλεμαν, να τον απατούνε τόσο αισχρά, και τόσο —
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λοιπόν;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Βρίσκω πως τα επιθανάτια λόγια κ' η ομολογία της Γερτρούδης Τσίλτερν παραστράτησαν κάπως και βρέθηκαν στην τσέπη μου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τι θες να πης;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με πικρόχολο τόνο θριάμβου στη φωνή της), θέλω να πω πως σκοπεύω να στείλω στον Ρόβερτ Τσίλτερν το ερωτικό γράμμα που η γυναίκα του σούγραψε απόψε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ερωτικό γράμμα;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Γελώντας). «Σε χρειάζομαι. Σ' εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας. Γερτρούδη».
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ, ορμά στο γραφείο και παίρνει τον φάκελλο, τον βρίσκει κενόν, και στρέφει γύρω).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Πρόστυχη γυναίκα, πρέπει πάντα να κλέφτης; Δος μου πίσω το γράμμα. Θα σου το πάρω διά της βίας. Δε θα βγης από δω μέσα ωσότου το πάρω.
(Ορμά κατ' επάνω της, μα η Κυρία Σιέβελεϋ αμέσως βάζει το χέρι της στο ηλεκτρικό κουδούνι που είναι απάνω στο τραπέζι. Το κουδούνι χτυπά με διαπεραστικές απηχήσεις, και ο Φιππς εισέρχεται).
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Σε λίγο). Ο Λόρδος Γκόαριγκ κουδούνισε, απλώς για να με ωδηγήσετε έξω. Καληνύχτα, Λόρδε Γκόαριγκ!.
(Βγαίνει έξω ακολουθούμενη από τον Φιππς. Το πρόσωπό της φωτίζεται από διαβολικό θρίαμβο. Τα μάτια της γελούνε από χαρά. Τα νιάτα της φαίνονται σαν να γύρισαν πίσω. Το τελευταίο της βλέμμα μοιάζει με ταχύ βέλος. Ο Λόρδος Γκόαριγκ δαγκάνει τα χείλη του, και ανάβει σιγαρέττο).
ΑΥΛΑΙΑ
ΣΚΗΝΗ
Η ιδία σκηνογραφία της Β' πράξεως.
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ στέκεται κοντά στη φωτιά με τα χέρια στις τσέπες. Φαίνεται υπερβολικά ταραγμένος).
Λόρδος Γκόαριγκ.
{Βγάζει το ρολόγι του, το κυττάζει, και χτυπά το κουδούνι). Αυτός είναι μεγάλος μπελάς. Δε μπορώ νάβρω κανένα σ' αυτό μέσα στο σπίτι να μιλήσω. Κι' έχω τόσα πολλά σπουδαία πράματα.
(Μπαίνει ο υπηρέτης).
Ιάκωβος.
Ο Σιρ Ρόβερτ είναι ακόμα στο υπουργείο των Εξωτερικών, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η Λαίδη Τσίλτερν δεν κατέβηκε ακόμα;
Ιάκωβος.
Η ευγενία της δεν βγήκε ακόμα από το δωμάτιο της. Η Δεσποινίς Τσίλτερν τώρα γύρισε από την ιππασία.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Στον εαυτό του). Α! μ' αυτό είν' ευχάριστο.
Ιάκωβος.
Ο Λόρδος Κάβερσιαμ περίμενε κάμποση ώρα στη βιβλιοθήκη του Σιρ Ρόβερτ. Του είπα πως η εξοχότη σας ήτανε δω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σ' ευχαριστώ. Λαμβάνεις την καλωσύνη να του πης πως έφυγα;
Ιάκωβος.
(Υποκλίνεται), θα κάνω καθώς μου λέτε, μυλόρδε. (Ο υπηρέτης φεύγει).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η αλήθεια είναι πως δε θέλω να συναντήσω τον πατέρα τρεις ημέρες τώρα κατά σειρά. Αυτό, για κάθε γιυό θάτανε πολύ ενοχλητικό. Ελπίζω στο Θεό πως δε θάβγη απάνω. Τους πατέρες δεν πρέπει κανείς ούτε να τους βλέπη ούτε να τους ακούη. Αυτή είναι η μόνη καλή βάσι της οικογενειακής ζωής. Οι μητέρες διαφέρουνε. Οι μητέρες είναι πολυαγαπημένα πλάσματα. (Ρίχνεται απάνω σε μια καρέκλα, παίρνει μια εφημερίδα και αρχίζη να διαβάζη).
(Μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λοιπόν, κύριε, τι κάνεις αυτού; Χάνεις τον καιρό σου όπως πάντα, υποθέτω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Αφήνει την εφημερίδα και σηκώνεται). Αγαπητέ μου πατέρα, όταν κανείς κάμνει μια επίσκεψι είναι με σκοπό να χάση τον καιρό των άλλων, κι' όχι τον ιδικό του.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Σκέφθηκες για το ζήτημα που σου μίλησα χθες το βράδυ;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Για τίποτε άλλο δε σκεπτόμουνα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Δεν αρραβωνιάστηκες ακόμα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Φαιδρά). Όχι ακόμα· μα ελπίζω να το κάνω πριν της ώρας του προγεύματος.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Με καυστικότητα). Μπορούσες να περιμένης ως την ώρα του γεύματος αν σου ήτανε εύκολο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ευχαριστώ πάρα πολύ, μα νομίζω πως το ταχύτερο πρέπει ν' αρραβωνιαστώ πριν του προγεύματος.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Ουφ! Ποτέ δεν ξέρω πότε σοβαρεύεσαι και πότε όχι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ούτ' εγώ, πατέρα.
(Διακοπή).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Υποθέτω πως διάβασες τους «Τάιμς» σήμερα το πρωί;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Φαιδρά). Τους «Τάιμς»; Όχι βέβαια. Εγώ διαβάζω μονάχα το «Μόρνιγκ Ποστ».
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Θες να πης πως δε διάβασες το κύριο άρθρο των «Τάιμς» που γράφει για τον Ρόβερτ Τσίλτερν;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ύψιστε θεέ! Όχι. Τι λέει;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι θες να λέη, κύριε; Όλο επαινετικά, βέβαια. Η αγόρευσις του Τσίλτερν χθες το βράδυ για το σχέδιο αυτό της Αργεντινής Διώρυγος ήταν' ένα από τα ωραιότερα δείγματα ρητορικής που ακούστηκε ποτέ στη Βουλή από τον καιρό του Κάννιγκ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! ποτέ μου δεν άκουσα τον Κάννιγκ. Ούτε ποτέ θέλω. Και... και ο Τσίλτερν υπεστήριξε το σχέδιο;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Το υποστήριξε, κύριε; Πόσο λίγο τον ξέρεις! Το κατεδίκασε μάλιστα ορθά κοφτά, καθώς και ολόκληρο το οικονομικό σύστημα της νέας πολιτικής. Η αγόρευσί του αυτή είναι το κριτήριον του σταδίου του, καθώς υποδεικνύουν οι «Τάιμς». Έπρεπε να διαβάσης αυτό το άρθρο, κύριε, (Ανοίγει τους «Τάιμς»}. «Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν... Ο μάλλον εύελπις των νεαρών πολιτευτών μας... Έξοχος ρήτωρ... Ακηλίδωτον στάδιον — Πασίγνωστος ακεραιότης χαρακτήρος... Εκπροσώπησις της τελειότητος εις τον Αγγλικόν δημόσιον βίον... Ευγενική αντίθεσις προς την χαλαρότητα των ηθών που είναι το κοινόν γνώρισμα των ξένων πολιτευτών.» Αυτά δεν θα λεχθούνε ποτέ για σε, κύριε. Λόρδος Γκόαριγκ. Ειλικρινώς ελπίζω όχι, πατέρα. Οπωσδήποτε όμως, με χαροποιούνε όλ' αυτά που μου λες για τον Ρόβερτ Τσίλτερν, πολύ με χαροποιούνε. Αυτό δείχνει πως έχει κουράγιο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Έχει κάτι παραπάνω από κουράγιο, κύριε, έχει μεγαλοφυία.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! εγώ προτιμώ το κουράγιο. Δεν είναι τόσο κοινό πράμα σήμερα, όπως είναι η μεγαλοφυία.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Θα σου ευχόμουν νάμπαινες στη Βουλή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητέ μου πατέρα, μονάχα άνθρωποι που φαίνονται ηλίθιοι κατορθώνουνε να μπουν στη Βουλή των Κοινοτήτων, και μονάχα οι βλάκες επιτυγχάνουν εκεί μέσα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Γιατί δεν προσπαθάς να φανής χρήσιμος στη ζωή;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είμαι ακόμη πολύ νέος.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Θυμωτά). Μισώ αυτή την προσποίησι της νεότητος, κύριε. Συνηθίζεται πάρα πολύ σήμερα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η νεότητα δεν είναι προσποίησι. Η νεότητα είναι μια τέχνη.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Γιατί δεν κάνεις πρότασι σε κείνη την ωραία δεσποινίδα Τσίλτερν;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είμαι πολύ νευρικός αυτές τες ημέρες, εξαιρετικά το πρωί.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Στοιχηματίζω πως δεν υπάρχει η παραμικρά ελπίδα να δεχθή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν ξέρω τι σημασίαν έχουνε τα στοιχήματα σήμερα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Αν δεχότανε θάτανε η πιο τρελλή μέσα σ' όλη την Αγγλία.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μια τέτοια γυναίκα εγώ ακριβώς επιθυμούσα να πάρω. Γυναίκα με σωστά μυαλά θα με καταντούσε εντελώς ηλίθιο μέσα σ' έξη μήνες το περισσότερο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Δεν είσαι άξιός της, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητέ μου πατέρα, αν εμείς οι άνδρες επαίρναμε γυναίκες που τους είμαστε άξιοι, πολύ θα κακοπερνούσαμε.
(Μπαίνει η Μάπελ Τσίλτερν.)
Μάπελ Τσίλτερν.
Ω!... Πώς έχετε Λόρδε Κάβερσιαμ; Ελπίζω πως η Λαίδη Κάβερσιαμ είναι πολύ καλά;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Η Λαίδη Κάβερσιαμ είν' όπως πάντοτε, όπως πάντοτε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Καλημέρα Δεσποινίς Μάπελ!
Μάπελ Τσίλτερν.
(Μη δίνοντας καμμιά προσοχή καθόλου στον Λόρδο Γκόαριγκ, κι' απευθυνομένη αποκλειστικά στον Λόρδο Κάβερσιαμ) Και τα bonnets της Λαίδης Κάβερσιαμ... είναι καθόλου καλλίτερα;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λυπούμαι να σας πω πως είχανε μια σοβαρά υποτροπή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Καλημέρα Δεσποινίς Μάπελ!
Μάπελ Τσίλτερν.
(Στον Λόρδο Κάβερσιαμ.) Ελπίζω πως δε θα γίνη ανάγκη από εγχείρησι.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Χαμογελώντας για την αυθάδειά της.) Αν γίνη, θ' αναγκαστούμε να δώσουμε υπνωτικό στη Λαίδη Κάβερσιαμ. Αλλέως δε θα θελήσση ποτέ να αγγίξουμε, ουδ' ένα φτερό.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Μ' επιτεινομένη έμφασι). Καλημέρα, Δεσποινίς Μάπελ!
Μάπελ Τσίλτερν.
(Στρέφει πίσω με προσποιημένη έκπληξι). Ω, εδώ είσαστε; Βεβαίως θα καταλάβετε πως ύστερα που δεν κρατήσατε το λόγο σας, δε σκοπεύω πεια να σας μιλήσω ποτέ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ω, παρακαλώ μη λέτε τέτοια πράματα. Είστε η μόνη μέσ' στο Λονδίνο που θέλω αληθινά να μ' ακούτε.
Μάπελ Τσίλτερν.
Λόρδε Γκόαριγκ, δεν πιστεύω ποτέ ουδέ μια λέξι απ' ό,τι λέμε ο ένας στον άλλο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Έχετε πληρέστατο δίκαιο, αγαπητή μου, πληρέστατο δίκαιον ως προς αυτόν εδώ τον ίδιο, θέλω να πω.
Μάπελ Τσίλτερν.
Νομίζετε πως θάτανε δυνατό να κάνετε το γυιό σας να φέρεται κάπως καλλίτερα μέσα-μέσα; Ν' αλλάξη λιγάκι;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λυπούμαι να σας πω, Δεσποινίς Μάπελ, πως δεν έχω ουδέ την παραμικρή επιρροή απάνω του. Ήθελα νάχω. Κι' αν είχα, εγώ ξέρω τι θα του επέβαλλα να κάνη.
Μάπελ Τσίλτερν.
Φοβούμαι πως είν' ένας από τους φοβερά ασθενείς εκείνους χαρακτήρες που δεν επιδέχεται καμμιά επιρροή.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Είναι πολύ άκαρδος, πολύ άκαρδος.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μου φαίνεται πως η παρουσία μου εδώ πέρα σας είναι λιγάκι εμπόδιο.
Μάπελ Τσίλτερν.
Είναι καλό για σας να ξέρετε τι λέει ο· κόσμος πίσω σας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δε μ' αρέσει καθόλου να ξέρω τι λέει πίσω μου ο κόσμος. Αυτό με κολακεύει πάρα πολύ.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τότε λοιπόν, αγαπητή μου, εγώ πρέπει να σας αποχαιρετήσω και να φύγω.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ω! ελπίζω πως δε θα θελήσετε να μ' αφήσετε μονάχη με τον Λόρδο Γκόαριγκ. Και μάλιστα σε τέτοια πρωινή ώρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Φοβούμαι πως δε μπορώ να τον πάρω μαζί μου στο υπουργείο. Δεν είναι σήμερα η μέρα του υπουργού που δέχεται τους αέργους.
(Δίνει το χέρι του στη Μάπελ Τσίλτερν, παίρνει το καπέλλο και το μπαστούνι του, και βγαίνει έξω, αποχαιρετώντας τον Λόρδο Γκόαριγκ μ' ένα βλέμμα που φανερώνει αγανάκτησι).
Μάπελ Τσίλτερν.
(Παίρνει τριαντάφυλλα κι' αρχίζει να τα ταξιθετή μέσα σ' ένα δοχείο απάνω στο τραπέζι). Εκείνοι που δε κρατούνε τις υποσχέσεις τους είναι απαίσιοι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μισημένοι.
Μάπελ Τσίλτερν.
Χαίρομαι που το παραδέχεστε. Μα θα ηυχόμουν να μη είσαστε και πολύ ευχαριστημένος γι' αυτό.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν μπορώ να κάνω αλλοιώτικα. Εγώ πάντα είμαι ευχαριστημένος σαν βρίσκομαι κοντά σας.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Θλιβερά). Τότε να υποθέσω πως είναι καθήκον μου να μένω κοντά σας;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βέβαια.
Μάπελ Τσίλτερν.
Μα το καθήκον μου είν' ένα πράμα που δεν το εκτελώ ποτέ, κατ' αρχήν. Πάντα με ταπεινώνει. Φοβούμαι λοιπόν πως πρέπει να σας αφήσω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μη παρακαλώ, δεσποινίς Μάπελ Έχω κάτι πολύ ιδιαίτερο να σας πω.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Ενθουσιασμένη). Ω! είναι καμμιά πρότασις;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Κάπως θορυβημένος). Καλά, ναι, είναι — είμαι αναγκασμένος να πω ναι.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Μ αναστεναγμό ευχαριστήσεως). Χαίρω πολύ. Μ' αυτήν γίνονται δυο οι προτάσεις σήμερα που έλαβα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Αγανακτησμένος). Δυο σήμερα; Ποιος παληάνθρωπος, ποιο γαϊδούρι, είχε την αναίδεια να τολμήση να σου κάνη πρότασι προτήτερα από μένα;
Μάπελ Τσίλτερν.
Ποιος άλλος από τον Τόμμυ Τράφφωρτ! Σήμερα είναι η μέρα του που μου κάνει πρότασι. Έχει τώρα όλο το διάστημα της Σαιζόν που μου κάνει πρότασι κάθε Τρίτη και Τετάρτη.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν εδέχθηκες, ελπίζω;
Μάπελ Τσίλτερν.
Τώχω ως κανόνα να μη δεχθώ ποτέ τον Τόμμυ. Γι' αυτό κι' όλο μου κάνει προτάσεις. Λίγο όμως έλειψε σήμερα το πρωί, αφού εσείς δε φανήκατε, να του πω το ναι.. Θάτανε έτσι έξοχο μάθημα και για τους δυο σας. Θα μαθαίνατε κι' οι δυο σας πώς να φέρεστε καλλίτερα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ω! ενοχλητικέ Τόμμυ Τράφφωρτ. Ο Τόμμυς είν' ένα παληογαϊδούρι. Σ' αγαπώ.
Μάπελ Τσίλτερν.
Το ξέρω. Μα μπορούσες νομίζω να το πης ενωρίτερα. Είμαι βεβαία πως σας έδωκα ένα σωρό ευκαιρίες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μάπελ γίνου σοβαρή. Σε παρακαλώ γίνου σοβαρή,
Μάπελ Τσίλτερν.
Α! ένα τέτοιο πράμα πάντα ο άνδρας συνηθίζει να λέη σ' ένα κορίτσι προτού το πάρη. Κατόπι δεν του λέει τίποτε γι' αυτό.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Την πιάνει από το χέρι.) Μάπελ σου είπα πως σ' αγαπώ. Δεν μπορείς και συ να μ' αγαπάς λίγο που τόσο σ' αγαπώ:
Μάπελ Τσίλτερν.
Τι κουτός πούσε Αρθούρε! Αν ήξερες κάτι που... κάτι, που δε ξέρεις, θα καταλάβαινες πόσο σε λατρεύω. Όλος ο κόσμος μέσα στο Λονδίνο το ξέρει και μονάχα εσύ δεν το ξέρεις. Κατάντησε πεια δημόσιο σκάνδαλο ο τρόπος που σε λατρεύω. Μέσα στους τελευταίους αυτούς έξη μήνες δεν έμεινε κανένας στο Λονδίνο που δεν του είπα πως σε λατρεύω. Δεξιά κι' αριστερά τόλεγα. Όπου καθόμουνα. Εξευτελίστηκα φοβερά, το καταλαβαίνω, κ' είμαι ευτυχής τουλάχιστο που το καταλαβαίνω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Την αρπάζει στην αγκαλιά του και την φιλεί. Διακοπή γεμάτη ευδαιμονία) Το ξέρεις πως φοβούμουνα φοβερά μήπως και μ' αρνηθής;
Μάπελ Τσίλτερν,
(Κυτάζοντάς τον στα μάτια). Μα καμμιά ως τώρα δε σ' αρνήθηκε. Σ' αρνήθηκε ποτέ καμμιά, Αρθούρε; Δε μπορώ να φαντασθώ πως μπορούσε καμμιά να σ' αρνηθή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ύστερα που τη φιλεί και πάλι) Βέβαια δεν είμαι και όλως διόλου άξιός σου, Μάπελ.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Συμμαζεύεται κοντά του.) Είμαι τόσο χαρούμενη, αγάπη μου. Φοβόμουν πως ήσουνα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ύστερ' από μικρό δισταγμό.) Και είμαι... είμαι κάτι παραπάνω από τριάντα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Αγαπητέ, συ φαίνεσαι πολλές βδομάδες νεώτερος απ' ό,τι λες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ενθουσιασμένος.) Τι γλυκά που το λες αυτό, φως μου!.,.. Αρκεί μονάχα να σου πω ειλικρινώς πως είμαι φοβερά υπερβολικός.
Μάπελ Τσίλτερν.
Μα κ' εγώ το ίδιο, Αρθούρε. Έτσι είμαστε βέβαιοι πως θα συμφωνούμε. Και τώρα πρέπει να πάγω να δω τη Γερτρούδη.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Πρέπει να πας αλήθεια; (Τη φιλεί.)
Μάπελ Τσίλτερν.
Ναι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τότε πες της πως θέλω να της μιλήσω ιδιαιτέρως. Έχω από το πρωί που περιμένω εδώ να μιλήσω σ' αυτήν ή στο Ροβέρτο.
Μάπελ Τσίλτερν.
Θες να πης πως δεν ήρθες εδώ επίτηδες για να μου κάνης την πρότασι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Θριαμβευτικά.) Όχι· κείνο ήτανε μια έκλαμφις πνεύματος.
Μάπελ Τσίλτερν.
Η πρώτη σου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Αποφασιστικά.] Η τελευταία μου.
Μάπελ Τσίλτερν.
Χαίρομαι ν' ακούω τούτο. Τώρα μη κουνηθής απ' εδώ. Θα γυρίσω σε πέντε λεπτά. Και μη πέσης σε κανένα πειρασμό όσο γω θάμε μακρυά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητή Μάπελ όσο εσύ θάσαι μακρυά, δεν υπάρχει για με άλλος κανείς. Αυτό με κάνει φοβερά να εξαρτώμαι από σε.
(Μπαίνει η Λαίδη Τσίλτερν.)
Λαίδη Τσίλτερν.
Καλημέρα, αγαπητή! Πόσον έμορφη φαίνεσαι!
Μάπελ Τσίλτερν.
Πόσον ωχρή φαίνεσαι, Γερτρούδη! Σας κάνει πιο συμπαθητική!
Λαίδη Τσίλτερν.
Καλημέρα, Λόρδε Γκόαριγκ!
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Υποκλίνεται.) Καλημέρα, Λαίδη Τσίλτερν.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Κατά μέρος στον Λόρδο Γκόαριγκ.) Θάμε στο θερμοκήπιο, κάτω από τη δεύτερη χουρμαδιά αριστερά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τη δεύτερη αριστερά;
Μάπελ Τσίλτερν.
(Με βλέμμα πειρακτικής εκπλήξεως.) Ναι· τη συνηθισμένη χουρμαδιά.
(Του στέλνει με το χέρι ένα φιλί, απαρατήρητη από την Λαίδη Τσίλτερν, και βγαίνει έξω.)
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λαίδη Τσίλτερν, έχω ένα σωρό από καλά νέα να σας πω. Η Κυρία Σιέβελεϋ μου άφηκε το γράμμα του Ρόβερτ χθες το βράδυ, και τόκαψα. Ο Ροβέρτος είναι ασφαλισμένος.
Λαίδη Τσίλτερν,
(Κάθεται στο σοφά.) Ασφαλισμένος! Ω! Τι χαρά μου. Τι καλός φίλος που είσαστε για κείνον — για μας!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ένας μονάχα τώρα είναι που βρίσκεται σε κίνδυνο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ποιος είν' αυτός;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Κάθεται κοντά της.) Εσείς.
Λαίδη Τσίλτερν.
Εγώ! Σε κίνδυνος Τι θέτε να πήτε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κίνδυνος είναι μια πολύ μεγάλη λέξι. Είναι μια λέξι που δεν έπρεπε να μεταχειρισθώ. Μα παραδέχομαι πως έχω κάτι να σας πω που μπορεί να σας ενοχλήση πολύ, κάτι που βασανίζει κι' εμένα. Χθες το βράδυ μου γράψατε ένα γράμμα, ένα πολύ έμορφο, χαριτωμένο γράμμα, και ζητούσατε τη βοήθειά μου. Μου γράψατε ως προς ένα από τους παλαιοτέρους σας φίλους, ένα από τους παλαιοτέρους φίλους του συζύγου σας. Η Κυρία Σιέβελεϋ έκλεψε το γράμμα εκείνο από το δωμάτιό μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
Καλά, σε τι μπορεί να της χρησιμεύση; Τι βλάφτει αν τόχη;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σηκώνεται). Λαίδη Τσίλτερν, θέλω νάμαι πολύ ειλικρινής μαζί σας. Η Κυρία Σιέβελεϋ αποδίδει κάποια σημασία στο γράμμα εκείνο και σκοπεύει να το στείλη στο σύζυγο σας.
Λαίδη Τσίλτερν.
Μα τι σημασία μπορούσε να δώση σ' αυτό; Ω! όχι τέτοια! όχι βέβαια τέτοια σημασία. Αν εγώ, εγώ, στενοχωρημένη καθώς ήμουνα, είχα ανάγκη τη βοήθεια σας, σας είχα εμπιστοσύνη κ' ήθελα νάρθω κοντά σας... για να μου δώσετε τη συμβουλή σας... να με βοηθήσετε... Ω! υπάρχουνε γυναίκες τόσο απαίσιες όπως αυτή...: Και σκοπεύει να το στείλη στο σύζυγο μου; Πήτε μου τι συνέβηκε. Πήτε μου όλα που συνέβησαν.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η Κυρία Σιέβελεϋ ήτανε κρυμμένη σ' ένα δωμάτιο που συνέχεται με το γραφείο μου, χωρίς εγώ να ξέρω τίποτε. Νόμισα πως εκείνη που καρτερούσε στο δωμάτιο να με δη ήσαστε σεις. Ο Ροβέρτος εμπήκε ξαφνικά μέσα. Μια καρέκλα ή κάτι άλλο έπεσε στο δωμάτιο. Εκείνος ώρμησε μέσα και την ανεκάλυψε. Είχαμε μια φοβερή σκηνή. Εγώ ως την ώρα εκείνη ακόμα νόμιζα πως ήσαστε σεις. Εκείνος έφυγε θυμωμένος. Αφού όλα πεια τελειώσανε η Κυρία Σιέβελεϋ πήρε το γράμμα σας — τόκλεψε. πότε και πώς, δε ξέρω.
Λαίδη Τσίλτερν.
Κατά ποια ώρα συνέβηκε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Στις δεκάμισυ. Και τώρα προτείνω να τα πούμε όλα στο Ροβέρτο αμέσως.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Τον κυττάζει με έκπληξι που μοιάζει με τρόμο). Μου ζητάτε να πω στον Ροβέρτο πως η γυναίκα που περιμένατε δεν ήτανε η Κυρία Σιέβελεϋ αλλ' εγώ; Πως εγώ ήμουνα κείνη που νομίζατε πως ήταν κρυμμένη σ' ένα δωμάτιο στο σπίτι σας, στις δεκάμισυ η ώρα το βράδυ; Με θέτε να του πω έτσι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Νομίζω πως θάνε καλλίτερο να μάθη όλη την αλήθεια όπως έχει.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Σηκώνεται). Ω, θα μου ήταν αδύνατο, θα μου ήταν αδύνατο!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μπορώ να το κάνω εγώ;
Λαίδη Τσίλτερν.
Όχι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Θλιβερά). Έχετε άδικο, Λαίδη Τσίλτερν.
Λαίδη Τσίλτερν.
Όχι. Το γράμμα πρέπει να παρθή πίσω. Αυτό είναι όλο. Μα πώς μπορώ να το κατορθώσω; Γράμματα του έρχουνται σε κάθε στιγμή της ημέρας. Οι γραμματικοί του τ' ανοίγουνε και ύστερα του τα δίδουνε. Δεν τολμώ να ζητήσω από τους γραμματικούς να φέρουν σ' εμένα τα γράμματα. Αυτό θάταν αδύνατο. Ω! γιατί δε μου λέτε τι να κάνω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Παρακαλώ ησυχάσατε, Λαίδη Τσίλτερν, κι' απαντήσατε μου στις ερωτήσεις που θα σας κάνω. Είπατε πως οι γραμματικοί του ανοίγουν τα γράμματά του.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ποιος είναι μαζί του σήμερα; Ο Κύριος Τράφφωρτ, δεν είναι;
Λαίδη Τσίλτερν.
Όχι. Ο Κύριος Μόντφωρτ, νομίζω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μπορείς νάχης εμπιστοσύνη σ' αυτόν;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Με χειρονομία απελπισίας). Ω! πώς να ξέρω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θάκανε ό,τι θα του ζητούσατε, δεν θάκανε;
Λαίδη Τσίλτερν.
Έτσι νομίζω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Το γράμμα σας ήταν γραμμένο σε τριανταφυλλί χαρτί, θα μπορούσε να το αναγνωρίση χωρίς να το διάβαση, δεν είναι; Από το χρώμα;
Λαίδη Τσίλτερν.
Έτσι υποθέτω..
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είναι στο σπίτι τώρα;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τότε θα πάγω να τον δω γω ο ίδιος, και να του πω πως κάποιο γράμμα, γραμμένο απάνω σε τριανταφυλλί χαρτί, που είναι να σταλθή στον Ροβέρτο σήμερα, δεν πρέπει με κάθε θυσία να φθάση στα χέρια του. (Πηγαίνει προς τη θύρα και την ανοίγει). Ω! να ο Ροβέρτος π' αναβαίνει τη σκάλα με το γράμμα στο χέρι. Το πήρε κι' όλας.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Με κραυγή πόνου.) Ω! εσώσατε τη ζωή του· τι εκάνετε με τη δική μου;
(Μπαίνει ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Κρατεί το γράμμα και το διαβάζει. Πλησιάζει τη σύζυγο του, χωρίς να προσέξη την παρουσία του Λόρδου Γκόαριγκ).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
«Σας έχω ανάγκη. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας. Γερτρούδη.» Ω! αγάπη μου! Είν' αλήθεια; Μ' εμπιστεύεσαι αληθινά και με θέλεις; Αν είναι έτσι, εγώ έπρεπε νάρθω κοντά σου κι' όχι να μου γράψης πως θάρχεσο συ. Αυτό σου το γράμμα, Γερτρούδη, με κάμνει να αισθάνωμαι πως ό,τι δήποτε κι' αν κάνη ο κόσμος δεν μπορεί να με βλάψη. Με θέλεις, Γερτρούδη;
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ, απαρατήρητος από τον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν, κάμνει ένα παρακλητικό νεύμα στη Λαίδη Τσίλτερν να επωφεληθή της θέσεως και του λάθους του Σιρ Ρόβερτ).
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Μ' εμπιστεύεσαι, Γερτρούδη;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Α! γιατί δεν πρόσθεσες πως μ' αγαπούσες;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Του πιάνει το χέρι.) Γιατί σ' αγαπούσα. (Ο Λόρδος Γκόαριγκ περνά στο θερμοκήπιο.)
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Την φιλεί) Γερτρούδη, δεν ξέρεις τι αισθάνομαι. Όταν ο Μόντφωρτ μου έβαλε το γράμμα σου επάνω στο γραφείο — τάνοιξε κατά λάθος υποθέτω, χωρίς να προσέξη το γράψιμο απάνω στο φάκελλο — και το διάβασα — ώ! δε μ' ένοιαζε ποιος εξευτελισμός ή τιμωρία μου επεφυλάττετο, μονάχα σκεπτόμουν πως μ' αγαπούσες ακόμα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ούτε εξευτελισμός ούτε καμμιά τιμωρία σε περιμένει. Η Κυρία Σιέβελεϋ έδωσε στον Λόρδο Γκόαριγκ το έγγραφο που είχε στα χέρια της κ' εκείνος το κατέστρεψε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Είσαι βεβαία γι' αυτό, Γερτρούδη!
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι· ο Λόρδος Γκόαριγκ μου τόλεγε τώρα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Τότε είμαι ασφαλής! Ω! τι έξοχο πράμα νάμαι ασφαλής! Δυο μέρες τώρα που βρίσκομαι σε αγωνία. Είμ' ασφαλής τώρα. Με τι τρόπο ο Αρθούρος κατέστρεψε το γράμμα μου; Πες μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
Τόκαψε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Πόσον επιθυμούσα νάβλεπα το νεανικό μου κείνο αμάρτημα να γίνεται στάχτη. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι σήμερα θάθελαν να βλέπανε τα περασμένα τους να καίονται και να γίνονται στάχτη μπροστά τους! Είν' ο Αρθούρος εδώ ακόμη;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι· είναι στο θερμοκήπιο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Πόσο χαίρουμαι τώρα που έκαμα κείνη την αγόρευσι χθες το βράδυ στη Βουλή, πόσο χαίρομαι. Την έκανα και σκεπτόμουνα πως θα εξευτελιζόμην κατόπιν από τον κόσμον. Μα δεν ήταν έτσι.
Λαίδη Τσίλτερν.
Η τιμή του κόσμου υπήρξε τ' αποτέλεσμα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Έτσι νομίζω. Έτσι φοβούμαι, τουλάχιστο. Γιατί αν και είμαι ασφαλής και δεν υπάρχει τρόπος να μ' ανακαλύψουν, αν και κάθε απόδειξι εναντίο μου κατεστράφηνε, υποθέτω, Γερτρούδη... υποθέτω πως πρέπει ν' αποσυρθώ από τον δημόσιο βίο.
(Κυττάζει τη γυναίκα του με ανυπομονησία.)
Λαίδη Τσίλτερν.
(Με ζέσι) Ω ναι, Ροβέρτε, πρέπει να το κάνης. Είναι καθήκον σου να το κάνης.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Θάταν μεγάλη θυσία.
Λαίδη Τσίλτερν.
Όχι· θάταν μεγάλο κέρδος.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν πηγαινοέρχεται στενοχωρημένος. Ύστερα πλησιάζει τη σύζυγό του, και βάζει το χέρι του στον ώμο της.)
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Και θάσουν ευτυχισμένη να ζούσες κάπου μονάχη μαζί μου, έξω ίσως, ή σε καμμιά εξοχή μακρυά από το Λονδίνο, μακρυά, στη μοναξιά. Δεν θάχες λύπες;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ω! καμμιά, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Θλιβερά. Κ' η φιλοδοξία για με; Είχες πάντα φιλοδοξία για μένα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ω, η φιλοδοξία μου! Δεν έχω τώρα καμμιά, παρά μόνο ν' αγαπούμε ο ένας τον άλλο. Ήταν η αυτή φιλοδοξία που σ' έκανε να πάρης κακό δρόμο. Ας μη μιλάμε πεια για φιλοδοξία.
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ γυρίζει από το θερμοκήπιο, φαίνεται πολύ ευχαριστημένος από τον εαυτό του, και μ’ ένα όλως διόλου νέο άνθος που κάποιος του το πρόσφερε).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Πηγαίνοντας προς αυτόν.) Αρθούρε, έχω να σ' ευχαριστήσω για ό,τι έκανες για μένα. Δεν ξέρω πώς να σου τ' ανταποδώσω. (Του παίρνει το χέρι).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητέ μου φίλε, θα σου πω αμέσως. Αυτή τη στιγμή, κάτω από τη συνηθισμένη χουρμαδιά... Θέλω να πω στο θερμοκήπιο...
(Μπαίνει ο Μέισον).
Μέισον.
Ο Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αυτός ο θαυμάσιος πατέρας μου αλήθεια συνηθίζει να φανερώνεται σε κακή στιγμή. Είναι πολύ σκληρό εκ μέρους του, πολύ σκληρό πράγματι.
(Μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ. Ο Μέισον βγαίνει έξω.)
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Καλημέρα, Λαίδη Τσίλτερν! Τα θερμότερα μου συγχαρητήρια, Ροβέρτε, για τη λαμπρά σου αγόρευσι χθες το βράδυ. Μόλις έφυγα τώρα από τον Πρωθυπουργό, και θα πάρης την κενή θέσι στο υπουργικό συμβούλιο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Με βλέμμα χαράς και θριάμβου.) Θέσι στο υπουργικό συμβούλιο;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Ναι, να και το γράμμα του Πρωθυπουργού.
(Δίνει γράμμα).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Παίρνει το γράμμα και το διαβάζει). Θέσι στο υπουργικό συμβούλιο!
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Βέβαια, και σου αξίζει μάλιστα πολύ. Εσύ κατέχεις όλα που τόσο χρειαζόμαστε νάχη κάθε πολιτικός σήμερα — μεγάλο χαρακτήρα, μεγάλη ηθική δύναμι, μεγάλες αρχές. (Στο Λόρδο Γκόαριγκ). Καθετί που εσύ στερείσαι, κύριε, και ποτέ δε θα τόχης.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν μ' αρέσει νάχω αρχές, πατέρα. Προτιμώ τες προλήψεις.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν ετοιμάζεται να δεχθή τη θέσι που του προσφέρει ο Πρωθυπουργός, ότε βλέπει τη σύζυγο του που τον κυττάζει με τα φωτεινά τ' αθώα της μάτια. Εκείνος τότε αντιλαμβάνεται πως αυτό είν' αδύνατο).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέσι. Λόρδε Κάβερσιαμ. Απεφάσισα να την αρνηθώ.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Να την αρνηθής, κύριε!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ο σκοπός μου είναι ν' αποσυρθώ αμέσως από τον δημόσιο βίο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Με θυμό.) Ν' αρνηθής μια θέσι στο υπουργικό συμβούλιο, και ν' αποσυρθής από τον δημόσιο βίο. Ποτέ μου δεν άκουσα τέτοια φρικτή ανοησία σ' όλη μου τη ζωή. Σας ζητώ συγγνώμην, Λαίδη Τσίλτερν, Ροβέρτε, σου ζητώ συγγνώμην. (Στο Λόρδο Γκόαριγκ που χαμογελά βλοσυρά.) Μη δείχνεις έτσι τα δόντια σου, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λαίδη Τσίλτερν, εσείς είσαστε μια γνωστική γυναίκα, η πιο γνωστική μέσα σ' όλο το Λονδίνο, η πιο γνωστική γυναίκα που ξέρω. Λαμβάνετε την καλωσύνη να μποδίσετε το σύζυγο σας να κάνη μια τέτοια... να πάρη τέτοια... Λαμβάνετε την καλωσύνη να το κάνετε, Λαίδη Τσίλτερν;
Λαίδη Τσίλτερν.
Νομίζω πως ο σύζυγος μου έχει δίκαιο στην απόφασί του, Λόρδε Κάβερσιαμ. Το επιδοκιμάζω.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Το επιδοκιμάζετε; Μέγας είσαι, Κύριε!
Λαίδη Τσίλτερν.
(Παίρνει τον σύζυγό της από το χέρι), Τον θαυμάζω γι' αυτό. Τον θαυμάζω άπειρα γι' αυτό. Καμμιά φορά δεν τον εθαύμασα τόσο πολύ όπως τώρα. Είναι λαμπρότερος απ' ό,τι τον φανταζόμουνα. (Στον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν). Θα πας να γράψης το γράμμα σου στον Πρωθυπουργόν, δε θα πας; Μη διστάζεις γι' αυτό, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Με κάποια πικρία). Υποθέτω πως θάταν καλλίτερα να τη γράψω αμέσως, θα σε παρακαλέσω να μου επιτρέψης μια στιγμή, Λόρδε Κάβερσιαμ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Μπορώ νάρθω μαζί σου, Ροβέρτε, δεν μπορώ;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ναι, Γερτρούδη.
(Η Λαίδη Τσίλτερν βγαίνει έξω μαζί του).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι θα συμβαίνη μ' αυτή την οικογένεια; Κάτι διάβολος θάναι στη μέση, αι; (Χτυπά το μέτωπό του.) Βλακία; Κληρονομικό θάναι, υποθέτω. Κ' οι δυο τους το ίδιο πράμα. Άντρας και γυναίκα. Πολύ λυπηρό. Πολύ λυπηρό πράγματι. Και δεν είναι και καμμιά παλιά οικογένεια. Δεν μπορεί να το χωρέση ο νους μου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν είναι βλακία, πατέρα, σε βεβαιόνω.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι είναι λοιπόν, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ύστερα από μικρό δισταγμό). Καλά, είναι κείνο που σήμερα τ' ονομάζουνε ηθική δύναμι, χαρακτήρα, πατέρα. Αυτό είναι όλο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Αποστρέφομαι αυτά τα νεόβγαλτα ονόματα. Είναι το ίδιο πράμα που εμείς συνηθίζουμε να ονομάζωμεν βλακία εδώ και πενήντα χρόνια. Δεν μπορώ να σταθώ περισσότερο μέσα σ' αυτό το σπίτι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Τον παίρνει από το μπράτσο.) Ω! Έλα δω μέσα, πατέρα, μια στιγμή. Η τρίτη χουρμαδιά αριστερά, η συνηθισμένη χουρμαδιά.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι πράμα, κύριε:
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σου ζητώ συγγνώμην, πατέρα. λησμόνησα. Στο θερμοκήπιο, πατέρα, στο θερμοκήπιο — είναι κάποιος που θέλω να του μιλήσης.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Για τι πράμα, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Για μένα. πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Με ταραχή μεγάλη.) Όχι βέβαια για κανένα ζήτημα που χρειάζεται μεγάλη ευφράδεια.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι, πατέρα· μα η κυρία μου μοιάζει εμένα. Δεν την νοιάζει και πολύ για την ευφράδεια την άλλην. Είν' ένα πράμα που το θεωρεί λίγο επιδεικτικό.
(Ο Λόρδος Κάβερσιαμ πηγαίνει στο θερμοκήπιο. Η Λαίδη Τσίλτερν μπαίνει μέσα.}
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λαίδη Τσίλτερν, γιατί θέλετε να κάνετε κείνο που ζητούσε η Κυρία Σιέβελεϋ να κάνη;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Τρομαγμένη.)Δεν σας καταλαβαίνω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η Κυρία Σιέβελεϋ έκανε μια απόπειρα να καταστρέψη το σύζυγό σας. Με σκοπό να τον απομακρύνη από τον δημόσιο βίο, ή να τον κάνη να πέση στην ατιμία. Από την τελευταία τραγωδία τον εσώσατε. Προσπαθείτε όμως να τον πείσετε για το πρώτο. Γιατί να θέτε να του κάνετε το κακό που η Κυρία Σιέβελεϋ δοκίμασε να κάνη κι' απέτυχε;
Λαίδη Τσίλτερν.
Λόρδε Γκόαριγκ;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Καταβάλλοντας κάθε μεγάλη προσπάθεια και δείχνοντας τον φιλόσοφο που κρύπτεται κάτω από τον δανδή). Λαίδη Τσίλτερν, επιτρέψατέ μου. Μου γράψατε ένα γράμμα χθες το βράδυ στο οποίο μου λέγατε πως είχατε σ' εμέ εμπιστοσύνη και ζητούσατε τη βοήθειά μου. Τώρα είναι η στιγμή που πράγματι έχετε ανάγκη τη βοήθειά μου, τώρα είναι ο καιρός που πρέπει να μ' εμπιστευθήτε, να έχετ' εμπιστοσύνη στη συμβουλή και στην κρίσι μου. Τον Ροβέρτο τον αγαπάτε, θέλετε να σκοτώσετε την αγάπη που αυτός έχει για σας: Πού θα καταντήση αν του στερήσετε τους καρπούς της φιλοδοξίας του, αν τον τραβήξετε μακρυά από την αίγλη ενός μεγάλου πολιτικού σταδίου, αν του κλείσετε κατάμουτρα τη θύρα του δημοσίου βίου, αν τον καταδικάσετε σε φοβερή χρεωκοπία, εκείνον που ήταν γεννημένος για θρίαμβο κ' επιτυχία; Οι γυναίκες δεν είναι για να μας κρίνουν, αλλά να μας συγχωρούνε σαν έχουμε ανάγκη από συγχώρησι. Η συγχώρησι, και όχι η τιμωρία, είναι η δική των αποστολή. Γιατί να τον παιδεύετε έτσι γι' αμάρτημα πούκανε στα νιάτα του, προτού γνωρίσει εσάς, προτού γνωρίση τον εαυτό του; Η ζωή ενός ανδρός είναι πιο πολύτιμη από τη ζωή μιας γυναικός. Έχει μεγαλήτερες συνέπειες, πλατύτερον ορίζοντα, περισσότερες φιλοδοξίες. Της γυναικός η ζωή περιστρέφεται όλο σε συγκινήσεις. Μα η ζωή του ανδρός είναι απάνω ατές γραμμές της φρονήσεως που προχωράει. Μη πέσετε σε κανένα φοβερό λάθος, Λαίδη Τσίλτερν. Μια γυναίκα που μπορεί να διατηρήση την αγάπη ενός ανδρός, και να τον ανταγαπά κι' αυτή, έπραξε παν ό,τι ο κόσμος ζητεί από τες γυναίκες, ή ό,τι θα ζητούσεν απ' αυτές.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Στενοχωρημένη και διστάζοντας.) Μα είναι ο ίδιος ο σύζυγός μου που θέλει ν' αποσυρθή από τον δημόσιο βίο. Αισθάνεται πως είναι καθήκον του. Είναι κείνος που το πρωτοείπε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Παρά να χάση την αγάπη σου, ο Ροβέρτος θα προτιμούσε να πράξη το παν, να καταστρέψη το στάδιο του, καθώς είναι τώρα έτοιμος να το κάνη. Κάνει για σας μια φοβερή θυσία. Ακούσατε τη συμβουλή μου, Λαίδη Τσίλτερν, και μη δεχθήτε μια τόσο μεγάλη θυσία. Αν τη δεχθήτε, θάχετε υστερότερα να μετανοιώσετε πικρά. Εμείς, γυναίκες και άνδρες, δεν είμαστε πλασμένοι για να δεχόμαστε τέτοιες θυσίες ο ένας από τον άλλο. Δεν είμαστε άξιοι για τέτοιες θυσίες. Εκτός τούτου ο Ροβέρτος τιμωρήθηκε αρκετά.
Λαίδη Τσίλτερν.
Κ' οι δυο μας τιμωρηθήκαμε. Τον ανύψωσα πάρα πολύ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Με βαθύ αίσθημα στη φωνή του.) Μη θελήσετε λοιπόν γι' αυτό να τον ταπεινώσετε τώρα τόσο πολύ. Αν έπεσε από τον στυλοβάτη του, μη τον σπρώξετε μέσα στη λάσπη. Αποτυχία για τον Ροβέρτο Θα σήμαινε το κατρακύλισμά του στην ατίμωσι. Η δύναμι είναι από το σφοδρό του αίσθημα! Θάχανε το παν, κι' αυτήν ακόμη τη δύναμι ν' αγαπά. Η ζωή του συζύγου σας είναι τώρα στα χέρια σας, του συζύγου σας η αγάπη είναι στα χέρια σας. Μη του τα καταστρέψετε και τα δυο.
(Μπαίνει ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.)
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Γερτρούδη, να το σχέδιο της επιστολής μου. Θες να σου διαβάσω:
Λαίδη Τσίλτερν.
Να το δω.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν της δίνει το γράμμα. Εκείνη το διαβάζει, και ύστερα, με μια χειρονομία σφοδρού πάθους, το ξεσχίζει.)
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Τι κάνεις έτσι;
Λαίδη Τσίλτερν.
Η ζωή του ανδρός είναι πιο πολύτιμη από τη ζωή μιας γυναικός. Έχει μεγαλήτερες συνέπειες, πλατύτερον ορίζοντα, περισσότερες φιλοδοξίες. Η ζωή η δική μας όλο περιστρέφεται σε συγκινήσεις. Είναι απάνω στες γραμμές της φρόνησις που η ζωή ενός ανδρός προχωράει. Μόλις το έμαθ' αυτό και πολλά άλλα μαζί, από τον Λόρδο Γκόαριγκ. Και δε θα καταστρέψω τη ζωή σας κι' ούτε σάς θ' αφήσω να την καταστρέψετε κάμνοντας για με μια θυσία, μια περιττή θυσία!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Γερτρούδη! Γερτρούδη!
Λαίδη Τσίλτερν.
Μπορείς να λησμονήσης. Οι άνδρες εύκολα λησμονούνε. Κ' εγώ συγχωρώ. Μ' αυτό τον τρόπο οι γυναίκες βοηθούνε τον κόσμο· τώρα το καταλαβαίνω.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Πνιγμένος από συγκίνησι την αγκαλιάζει). Γυναίκα μου! Γυναίκα μου! (Στον Λόρδο Γκόαριγκ) Αρθούρε, φαίνεται πως είναι πάντα γραφτό μου νάμαι υποχρεωμένος σ' εσέ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μπα, όχι αγαπητέ μου Ροβέρτε. Είναι στη Λαίδη Τσίλτερν πούσαι υποχρεωμένος κι' όχι σ' εμέ!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Σου χρωστώ πολλά. Κ' έλα πες μου τώρα τι 'θελες να μου πης ακριβώς την ώρα που μπήκε μέσα ο Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, είσαι ο κηδεμόνας της αδελφής σου και θέλω τη συγκατάθεσί σου για τον γάμο μας. Αυτό είν' όλο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ω, τι χαρά! Τι χαρά!
(Παίρνει το χέρι του Λόρδου Γκόαριγκ)
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σας ευχαριστώ, Λαίδη Τσίλτερν.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ταραγμένος.) Η αδελφή μου να γίνη σύζυγος σου;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Μιλώντας με μεγάλη αποφασιστικότητα.) Αρθούρε, λυπούμαι πολύ, μ' αυτό δε δέχεται συζήτησι. Έχω υποχρέωσι να φροντίσω για την ευτυχία της Μάπελ. Και δεν μου φαίνεται πως η ευτυχία της θάταν ασφαλισμένη στα χέρια σου. Και δε μπορώ να την θυσιάσω!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Να τη θυσιάσετε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ναι, να την θυσιάσω ολότελα. Οι χωρίς αγάπη γάμοι είναι απαίσιοι. Μα υπάρχει ακόμα κάτι χειρότερο από ένα χωρίς καθόλου αγάπη γάμο. Ο γάμος στον όποιον υπάρχει αγάπη, μα μονάχα από το ένα μέρος, πέστε, μα μονάχα από το ένα μέρος και στον οποίον η μια από τες δυο καρδιές είναι βέβαιο πως θα συντριφτή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μα γω αγαπώ την Μάπελ. Καμμιά άλλη γυναίκα δεν έχει θέσι στην καρδιά μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ροβέρτε, αν αγαπούνται, γιατί να μη παρτούνε:
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ο Αρθούρος δε μπορεί να δώση στην Μάπελ την αγάπη που της αξίζει.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τι αφορμές έχεις να το λες αυτό;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Σε λίγο) Το θες αλήθεια να σου πω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βεβαιότατα θέλω.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όπως αγαπάς. Όπως ήρθα σπίτι σου χθες το βράδυ βρήκα την Κυρία Σιέβελεϋ κρυμμένη στα δωμάτιά σου. Ήταν η ώρα μεταξύ των δέκα κ' ένδεκα το βράδυ. Δε θέλω να πω τίποτε περισσότερο. Στες σχέσεις σου με την Κυρία Σιέβελεϋ, καθώς σου είπα και χθες το βράδυ, δεν έχω εγώ τίποτε απολύτως να κάνω. Ξέρω πως μια φορά ήσουν αρραβωνιασμένος μαζί της. Η γοητεία που εξασκούσε τότε απάνω σου φαίνεται ν' ανανεώθηκε. Μου μίλησες χθες το βράδυ γι' αυτήν όπως θα μιλούσες για μια γυναίκα αγνή κι' άσπιλο, μια γυναίκα που σέβεσο και τιμούσες. Αυτό μπορεί νάνε έτσι. Μα δε μπορώ ν' αφήσω την ζωή της αδελφής μου στα χέρια σου. Θα ' τανε σφάλμα μου. Θάτανε άδικο, φρικτό άδικο γι' αυτή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν έχω να πω τίποτε περισσότερο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ροβέρτε, δεν ήτανε την Κυρία Σιέβελεϋ που περίμενε ο Λόρδος Γκόαριγκ χθες το βράδυ.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι την Κυρία Σιέβελεϋ! Ποιά ήτανε λοιπόν!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λαίδη Τσίλτερν!
Λαίδη Τσίλτερν.
Τη σύζυγό σου. Ροβέρτε, χθες το απόγευμα ο Λόρδος Γκόαριγκ μούπε πως αν καμμιά φορά βρισκόμουν σε στενοχωρία μπορούσα νάρθω κοντά του να με βοηθήση ως παλαιός που ήταν και καλός φίλος. Βραδύτερα, ύστερα από τη φοβερά εκείνη σκηνή σ' αυτό το δωμάτιο, τούγραψα λέγοντας του πως είχα σ' αυτόν κάθε εμπιστοσύνη, πως ζητούσα τη βοήθεια του, και πως ήθελα νάρθω κοντά του να μου δώση τη βοήθεια και τη συμβουλή του. (Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν βγάζει το γράμμα από την τπέπη του). Ναι, κείνο το γράμμα. Μόλα ταύτα δεν πήγα στου Λόρδου Γκόαριγκ. Σκέφθηκα πως από μας μονάχα μπορούσε νάρθη βοήθεια. Η φιλοτιμία μ' έκανε να σκεφθώ έτσι. Πήγε η Κυρία Σιέβελεϋ. Έκλεψε το γράμμα μου και τόστειλε σ' εσέ ανωνύμως σήμερα το πρωί, για να υποθέσης.., Ω! Ροβέρτε, δε μπορώ να πω τι 'θελε να σε κάνη να υποθέσης...
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Τι! Ξέπεσα τόσο πολύ μπρος στα μάτια σου που νόμισες πως έστω και για μια στιγμή μπορούσα να αμφιβάλλω για την καλωσύνην σου; Γερτρούδη, Γερτρούδη, συ είσαι για με η λευκή εικόνα όλων των ωραίων πραγμάτων, κ' η αμαρτία δε μπορεί να σ' αγγίξη. Αρθούρε, μπορείς να πας στην Μάπελ, κ' έχεις τις καλλίτερές μου ευχές! Ω! στάσου μια στιγμή. Δεν υπάρχει όνομα στην αρχή αυτής της επιστολής. Η περίφημη Κυρία Σιέβελεϋ φαίνεται πως δεν το πρόσεξε. Έπρεπε να υπάρχη εδώ ένα όνομα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Άσε με να γράψω το δικό σου. Είσαι συ που πιστεύω κ' έχω ανάγκη. Σε και κανένα άλλο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τότε, λοιπόν, Κυρία Σιέβελεϋ, νομίζω πως πρέπει αλήθεια να πάρω πίσω το γράμμα μου.
Λαίδη Τσίλτερν
(χαμογελώντας) Όχι· εσείς θα πάρετε την Μάπελ (Παίρνει το γράμμα και γράφει τ' όνομα του συζύγου της.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Καλά, ελπίζω πως δε θάλλαξε γνώμη. Είναι τώρα πάνω- κάτω είκοσι λεπτά που δεν την είδα.
(Μπαίνει η Μάπελ Τσίλτερν και ο Λόρδος Κάβερσιαμ).
Μάπελ Τσίλτερν.
Λόρδε Γκόαριγκ, νομίζω πως η ομιλία μου με τον πατέρα σας είναι πιο αποτελεσματική παρά μαζί σας. Απ' εδώ κ' εμπρός όλο στον Λόρδο Κάβερσιαμ θα μιλώ, και πάντα κάτω από τη συνηθισμένη χουρμαδιά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγάπη μου! (Την φιλεί).
Λόρδος Κάβερσιαμ.
(Υπερβολικά ταραγμένος). Τι σημαίνει αυτό, κύριε; Δε θες να πης πως αυτό το χαριτωμένο, το έξυπνο κορίτσι είχε την ανοησία να σε δεχθή;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βεβαιότατα, πατέρα! Κι' ο Τσίλτερν είχε τη φρόνησι να δεχθή τη θέσι στο υπουργικό Συμβούλιο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Χαίρομαι πολύ να τ' ακούω αυτό,
Τσίλτερν.
.. Σε συγχαίρω, κύριε. Αν η χώρα δε θέλη να πάη κατά διαβόλου και δε ψηφίση το Ριζοσπαστικό κόμμα, θα σ' έχουμε Πρωθυπουργό, μια μέρα.
(Μπαίνει ο Μέισον).
Μέισον.
Το τραπέζι είναι έτοιμο, Λαίδη μου!
(Ο Μέισον φεύγει)
Μάπελ Τσίλτερν.
Θα μείνετε να φάμε μαζί. Λόρδε Κάβερσιαμ, δε θα μείνετε;
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Μ' ευχαρίστηση και ύστερα θα σας πάρω μαζί μου με τ' αμάξι κάτω στο Υπουργείο, Τσίλτερν. Έχεις μεγάλο μέλλον μπροστά σου, μεγάλο μέλλον, (Στον Λόρδο Γκόαριγκ). Θα ευχόμουνα να μπορούσα να πω το ίδιο και για σε, κύριε. Μα το δικό σου στάδιο θάνε αποκλειστικά μέσα στο σπίτι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι, πατέρα, εγώ προτιμώ το σπιτικό.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Κι' αν δεν φανής σ' αυτό το κορίτσι ιδανικός σύζυγος, δε Θα κληρονόμησης από μένα πεντάρα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ιδανικός σύζυγος! Ω, δε νομίζω πως μ' αρέσει αυτό. Φαίνεται ως νάνε κάτι για τον άλλο κόσμο.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Τι τον προτιμάς λοιπόν να σου είναι, αγαπητή;
Μάπελ Τσίλτερν.
Μπορεί νάνε κείνο που προτιμά ο ίδιος. Το μόνο που εγώ θέλω είναι... είναι νάμαι... Ω! η αληθινή γυναίκα του.
Λόρδος Κάβερσιαμ.
Μα την πίστι μου σ' αυτό μέσα υπάρχει αρκετή δόσις καλής σκέψεως, Λαίδη Τσίλτερν.
(Όλοι βγαίνουν έξω εκτός του Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Ρίπτεται απάνω σε μια καρέκλα βυθισμένος σε σκέψεις. Σε λίγο η Λαίδη Τσίλτερν γυρίζει πίσω να δη τι γίνεται).
Λαίδη Τσίλτερν.
(Ακουμπώντας στο πίσω μέρος της καρέκλας του). Δεν έρχεσαι μέσα, Ροβέρτε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Παίρνει το χέρι της). Γερτρούδη, είναι αγάπη που αισθάνεσαι για μένα ή απλώς οίκτο;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Τον φιλεί). Είναι αγάπη, Ροβέρτε. Αγάπη, και μόνο αγάπη. Μία νέα ζωή αρχίζει και για τους δυο μας.