ΠΡΑΞΙΣ Β'.
ΣΚΗΝΗ
Δωμάτιο στο σπίτι του Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ, ντυμένος σύμφωνα με όλες τις απαιτήσεις της μόδας, είναι ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα. Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν στέκεται μπροστά στη φωτιά. Είναι φανερό πως μεγάλη πνευματική ταραχή και θλίψι τον συνεπαίρνει. Την ώρα που η δράσις προχωρεί, αυτός βηματίζει νευρικά επάνω-κάτω).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αγαπητέ μου Ροβέρτε. Αυτή είναι μια πολύ οχληρή υπόθεσι, αλήθεια πολύ οχληρή. Εσύ ώφειλες να πης στη γυναίκα σου τα πάντα. Να κρύφτη κανείς μυστικά από τις γυναίκες των άλλων είνε μια αναγκαία πολυτέλεια στη νεωτέρα ζωή. Έτσι, τουλάχιστο, μου λένε στη Λέσχη άνθρωποι που η φαλάκρα μαρτυρεί πως ξέρουνε καλλίτερα. Μα κανείς δεν πρέπει να κρύφτη μυστικά από τη γυναίκα του. Γιατί χωρίς άλλο θα τ’ ανακαλύψη. Οι γυναίκες είναι προικισμένες γι' αυτό μ' ένα θαυμάσιο ένστικτο. Μπορούν ν' ανακαλύψουν καθετί εξόν απ' ό,τι είναι ολοφάνερο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αρθούρε, δε μπορούσα να πω τίποτε στη γυναίκα μου. Πότε μπορούσα να το κάνω; Χθες το βράδυ; Όχι βέβαια! Αυτό θα γινότανε αφορμή να χωριστούμε για πάντα, και θάχανα την αγάπη της μόνης γυναίκας που μ' έκαμε να νοιώσω αγάπη μέσα μου. Χθες το βράδυ θάτανε ολωσδιόλου αδύνατο, θάστρεφε από με το πρόσωπό της με τρόμο... με τρόμο και περιφρόνησι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είναι τόσο τέλεια γυναίκα η Λαίδη Τσίλτερν καθώς τη λες;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ναι η γυναίκα μου είναι τόσο τελεία καθώς τη λέω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Βγάζει το αριστερό του γάντι). Τι κρίμα! Σου ζητώ συγγνώμη, αγαπητέ φίλε, δεν εννοούσα ακριβώς τούτο. Μ' αν είν' αλήθεια ό,τι μου λες, θα επιθυμούσα νάχω μια σοβαρά ομιλία για τη ζωή με τη Λαίδη Τσίλτερν.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Θάτανε περιττό ολωσδιόλου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μπορώ να δοκιμάσω;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ναι· μα τίποτε δεν θα μπορούσε να την κάνη ν' αλλάξη σκέψι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Καλά, το πιο χειρότερο θάτανε απλώς μια ψυχολογική δοκιμή.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όλες οι δοκιμές αυτού του είδους είναι τρομερά επικίνδυνες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κάθε πράγμα είναι επικίνδυνο, αγαπητέ μου φίλε. Αν δεν ήταν έτσι, η ζωή δε θάξιζε τον κόπον... Λοιπόν, είμαι υποχρεωμένος να πω ότι εγώ νομίζω πως έπρεπε να της τα πης όλα προ καιρού.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Πότε; Όταν ήμεθα αρραβωνισμένοι; Νομίζετε πως μέπαιρνε αν ήξερε με ποιο τρόπο γίνηκα πλούσιος, ποια ήταν η αρχή του σταδίου μου, και πώς έκανα κάτι που μπορούσαν, υποθέτω, πολλοί να τ' ονομάσουν αισχρό και άτιμο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Με χαμηλή φωνή). Ναι. Πολλοί άνθρωποι έτσι και χειρότερα θάλεγαν, Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Με πικρία). Άνθρωποι που κάθε μέρα κάνουνε τα ίδια. Άνθρωποι, που καθένας απ' αυτούς, έχουνε χειρότερα μυστικά στη ζωή τους.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αυτή είν' η αφορμή που τόσον ευχαριστούνται να μάθουνε του άλλου τα μυστικά. Αυτό κάνει τον κόσμο να προσέχη λιγώτερο στα δικά τους.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Και, το κάτω-κάτω, ποιόν έβλαψα εγώ μ' αυτά που έκανα; Κανένα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Τον κυττάζει στα μάτια καλά-καλά). Μονάχα τον εαυτό σου, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Σε λίγο). Το βέβαιο είναι πως είχα ιδιαιτέρας πληροφορίας για κάποια υπόθεση που διαπραγματεύονταν η τότε Κυβέρνηση κ' εγώ επωφελήθηκα. Μα ποιος σήμερα μεγάλος πλούτος δεν είχε τη πηγή του από κάποιαν ιδιαιτέρα πληροφορία.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Κτυπά το παπούτσι του με το μπαστούνι του) Και ποιο είναι το αποτέλεσμα. Το δημόσιο σκάνδαλο; Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αρθούρε, νομίζεις πως εκείνο που έκανα εδώ και δεκαοχτώ χρόνια πάνω-κάτω, θάβγη τώρα στη μέση εναντίο μου; Το νομίζεις δίκαιο να καταστραφή ολάκερο το στάδιο ενός άνθρωπου για σφάλμα που έκανε σχεδό στην παιδική του ηλικία; Ήμουν εικοσιδυό χρόνων τότε, κ' είχα τη διπλή δυστυχία νάμε από υψηλή καταγωγή και φτωχός, δυο ασυγχώρητα πράματα στη σημερινή εποχή. Είναι δίκαιο η ανοησία, το νεανικό αμάρτημα, αν ο κόσμος θε να τ' ονομάση αμάρτημα, ν' αφανίση μια ζωή σαν τη δική μου, να με αλυσοδέση και να μου γκρεμίση όλο ό,τι έκανα κ' έχτισα με την εργασία μου; Το βρίσκεις αυτό δίκαιο Αρθούρε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Η ζωή δεν είνε ποτέ ευχάριστη, Ροβέρτε. Και ίσως αυτό είναι πολύ πράγμα για πολλούς από μας.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Κάθε άνθρωπος με φιλοδοξία είναι υποχρεωμένος να πολεμήση τον αιώνα του με τα δικά του όπλα. Εκείνο που λατρεύει ο αιώνας αυτός είναι ο πλούτος. Ο Θεός του αιώνα αυτού είναι ο πλούτος. Για να επιτύχη κανείς πρέπει νάχη πλούτο. Με κάθε θυσία κανείς πρέπει νάχη πλούτο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Υποτιμάς τον εαυτό σου. Ροβέρτε. Πίστευσέ μου πως και χωρίς πλούτο μπορούσες να επιτύχης εξαίρετα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όταν θάμουνα γέρος, ίσως. Όταν θάχανα τον πόθο μου για τη δύναμι, ή δεν θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω. Όταν θάμουν κουρασμένος, εξαντλημένος, απογοητευμένος. Εγώ ζητούσα την επιτυχία όταν ήμουνα νέος. Η νεότη είναι ο καιρός που πρέπει να κυνηγήση κανείς την επιτυχία. Δεν μπορούσα να περιμένω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μα εσύ είχες βέβαια τις επιτυχίες σου ενώ ήσουν ακόμη νέος. Κανείς άλλος σ' αυτήν την εποχή δεν είχε μια τέτοια επιτυχία. Υφυπουργός των Εξωτερικών στα σαράντα — αυτό είναι υπεραρκετότατο για κάθε ένα, νομίζω.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Κι' αν όλ' αυτά μου τα πάρουνε τώρα; Αν ξεσπάση το φοβερό σκάνδαλο και χάσω το παν; Αν μ' αποκλείσουν από το δημόσιο βίο;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Πώς μπόρεσες και πούλησες τον εαυτό σου για χρήματα;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Εξάπτεται). Δεν πούλησα τον εαυτό μου για χρήματα. Αγόρασα ακριβά την επιτυχία. Αυτό είν' όλο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Θλιβερά). Ναι· πλήρωσες βέβαια γι' αυτά ένα μεγάλο ποσό. Μα ποιοι σου είπανε πρώτα να σκεφθής να κάνης τέτοιο πράμα;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ο Βαρώνος Άρνχεϊμ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κακοήθης, παληάνθρωπος!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι· ήταν άνθρωπος με οξύτατο και λεπτότατο πνεύμα. Άνθρωπος ανεπτυγμένος, γοητευτικός και με μεγάλη αξία. Ένας από τους πιο διανοητικούς ανθρώπους που έχω ποτέ συναντήσει.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! εγώ προτιμώ ένα ευγενικό τρελόν από κάθε άλλον. Για τη βλακία μπορεί κανείς να πη πολλά παραπάνω απ' ότι φαντάζεται ο κόσμος. Προσωπικώς εγώ έχω μεγάλο θαυμασμό για τη βλακία. Είν' ένα είδος συμπαθείας, υποθέτω, Μα πως τόκανες; Πες μου όλη την υπόθεσι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ρίπτεται σε μια πολυθρόνα κοντά στο γραφείο). Ένα βράδυ μετά το δείπνο στου Λόρδου Γάτλεϋ ο Βαρώνος άρχισε να μιλά περί επιτυχίας στη νεώτερη ζωή ως περί ενός πράγματος που μπορούσε κανείς να υποτάξη σε μια απολύτως ωρισμένη επιστήμη. Με την εξαίσια γοητευτική και σιγανή φωνή του μας ανέπτυξε την τρομερώτερη απ' όλες τις φιλοσοφίες, τη φιλοσοφία της δυνάμεως, μας εκήρυξε το θαυμασιότερο απ' όλα τα ευαγγέλια, το ευαγγέλιο του χρυσού. Νομίζω πως παρετήρησε την επίδρασι που έφεραν επάνω μου τα λόγια του, γιατί λίγες μέρες ύστερα μούγραψε και μ' επαρακαλούσε να πάγω να τον δω. Κατοικούσε τότε στο Παρκ Λέιν στο σπίτι που έχει τώρα ο Λόρδος Ούλκουμ. Θυμάμαι τόσο καλά πως μ' ένα αλλοιώτικο χαμόγελο στα ωχρά, κρεμασμένα χείλη του. με γύρισε πέρα και πέρα μέσα στη θαυμάσια πινακοθήκη του, μου έδειξε τις ταπετσαρίες του, τα σμάλτα του, τα διαμαντικά του, τα ελεφαντοκόλλητά του, μ' έκανε να θαυμάσω τη μεγάλη πολυτέλεια και τρυφά στην οποία ζούσε, και κατόπιν μου είπεν ότι η πολυτέλεια δεν ήταν παρά ένα βάθος, μια σκηνογραφία του δράματος, και πως η δύναμις, η δύναμις επί των άλλων ανθρώπων, η δύναμις επί του κόσμου, είναι το μόνο πράγμα που άξιζε τον κόπο νάχη κανείς, η μόνη υπέρτατη ηδονή που άξιζε να τη δοκιμάση, η μόνη χαρά που δε τη βαριέσαι, και πως στον αιώνα που ζούμε μονάχα οι πλούσιοι την κατέχουνε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Με μεγάλη συλλογή) Δόγμα ολωσδιόλου επιπόλαιο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. (Σηκώνεται),
Δεν εσκεπτόμουν τότε έτσι. Ούτε και τώρα ακόμα, Ο πλούτος μούδωσε τεράστια δύναμι. Μούδωσεν ελευθερίαν από τα πρώτα μου βήματα στη ζωή, κ' η ελευθερία είναι το παν. Εσύ δεν υπήρξες ποτέ σου φτωχός και δε ξέρεις τι είναι φιλοδοξία. Δεν μπορείς να νοιώσης πόσο θαυμάσια ευκαιρία μούδωσε ο Βαρώνος. Λίγοι άνθρωποι στάθηκαν τόσω τυχεροί να βρουν τέτοια ευκαιρία.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ευτυχώς γι' αυτούς, αν κανείς πρέπει να κρίνη απ' τ' αποτελέσματα, Μα πες μου οριστικά, πως κατώρθωσ' επί τέλους ο Βαρώνος να σε πείση να — κάνης, τέλος πάντων, εκείνο που έκανες:
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όταν ετοιμαζόμουν να φύγω μου είπε πως αν καμμιά φορά μπορούσα να του δώσω καμμιά ιδιαιτέρα πληροφορία που νάχη πραγματική αξία θα μέκαμνε πολύ πλούσιο άνθρωπο. Εγώ θαμβώθηκα από τις υποσχέσεις που μ' έδωσε, κ' η φιλοδοξία μου κι' ο πόθος μου για δύναμι τον καιρό εκείνο ήταν απεριόριστος. Έξη βδομάδες ύστερα μερικά εμπιστευτικά χαρτιά πέρασαν από τα χέρια μου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Όλο και κυττάζει σκυμμένος απάνω στο χαλί). Κυβερνητικά έγγραφα;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ναι.
(Ο Λόρδος Γκόαριγκ αναστενάζει, κατόπιν φέρνει το χέρι τον στο μέτωπο του και κυττάζει απάνω).
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν εφανταζόμουν, για όλον τον κόσμο, πως εσύ θάχης τόσον ασθενή χαρακτήρα Ροβέρτε, ώστε να υποκύψης στον πειρασμόν αυτό του Βαρώνου Άρνχεϊμ.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ασθενή χαρακτήρα; Ω, βαρέθηκα ν' ακούω και να λέω αυτή τη φράσι. Ασθενή χαρακτήρα; Και νομίζεις πράγματι, Αρθούρε. πως είνε αδυναμία χαρακτήρος να ενδίδη κανείς στον πειρασμό; Μάθε πως υπάρχουνε φοβεροί πειρασμοί στους οποίους για να υποκύψης, χρειάζεται δύναμις, δύναμις και θάρρος. Για να ριψοκινδυνεύση ολάκερη κανείς τη ζωή του σε μια μονάχα στιγμή, για να θυσιάση κανείς το παν έτσι δια μιας είτε για τον ένα είτε για τον άλλο λόγο, αδιάφορο, δεν είναι καθόλου αδυναμία χαρακτήρος. Χρειάζεται τρομερό θάρρος, τρομερό θάρρος. Εγώ είχα αυτό θάρρος. Κάθησα το ίδιο εκείνο απόγευμα κ' έγραψα στον Βαρώνο το γράμμα που η γυναίκα αυτή τώρα έχει ατά χέρια της. Εκείνος έκανε τρία τέταρτα του εκατομμυρίου απ' αυτή την υπόθεσι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κ' εσύ:
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Εγώ επήρα από το Βαρώνο εκατό δέκα χιλιάδες λίρας Στερλίνες.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Άξιζες να πάρης περισσότερα, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι· το ποσόν εκείνο μούδωσεν ακριβώς ό,τι εχρειαζόμουν, μ' έκαμε να κατισχύσω των άλλων. Αμέσως μπήκα στη Βουλή. Ο Βαρώνος μούδινε και οικονομικές συμβουλές από καιρού σε καιρό. Δεν έχει πέντε χρόνια που λίγο έλειψε να τριπλασιάσω την περιουσία μου. Από τότε κάθε πράγμα που άγγιζα βγήκε σε καλό. Σε κάθε χρηματική επιχείρησι είχα μια τόσο έκτακτη επιτυχία που σχεδόν μ' έκαμνε πολλές φορές να φοβούμαι. Θυμούμαι να διάβασα κάπου, σ' ένα περίεργο βιβλίο, πως όταν οι Θεοί θέλουνε να μας τιμωρήσουν υπακούουν στις προσευχές μας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Μα πες μου, Ροβέρτε, δεν αισθάνθηκες ποτέ σου καμμιά μετάνοια για ό,τι έκαμες;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι. Αισθάνθηκα πως επολέμησα τον αιώνα με τα ίδιά του τα όπλα κ' ενίκησα.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(θλιβερά). Ενόμισες πως ενίκησες.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Έτσι ενόμισα. (Μένει κάμποσες στιγμές σιωπηλός). Αρθούρε με, καταφρονείς για ότι σου είπα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Με βαθύ αίσθημα στη φωνή του). Σε λυπούμαι πολύ, Ροβέρτε, πολύ σε λυπούμαι αλήθεια
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Δεν λέω πως αισθάνθηκα καμμιά τύψι. Καμμιά τύψι δεν αισθάνθηκα, καθόλου. Μα πολλές φορές έκαμα μεγάλες χρηματικές θυσίες για να ξαλαφρώσω τη συνείδησί μου. Είχα πάντα μια παράξενη ελπίδα πως μπορούσα να ξαρματώσω την ειμαρμένη. Το ποσό που μούχε δώσει ο Βαρώνος Άρνχεϊμ διπλάσιο το μοίρασα από τότε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κυττάζει απάνω. Σε φιλανθρωπικούς σκοπούς; Αγαπητέ μου! Πόσο μεγάλο κακό θάκανες, Ροβέρτε!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ω. μη το λες αυτό. Αρθούρε· μη λες έτσι!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν πειράζει για ό,τι λέω. Ροβέρτε! Εγώ λέω πάντα εκείνο που δεν πρέπει να λέω. Αλήθεια, λέω συνήθως εκείνο που πράγματι σκέπτομαι. Μεγάλο σφάλμα για τον καιρό αυτό που ζούμε. Τον εκθέτει κανένα σε παρεξηγήσεις. Όσο δα για τη τρομερή αυτή υπόσχεσι, θα σε βοηθήσω όπως μπορέσω. Αυτό βέβαια το ξέρεις.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Σ' ευχαριστώ. Αρθούρε, σ' ευχαριστώ. Μα τι πρέπει να γίνη; Τι μπορεί να γίνη;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Γέρνει πίσω με τα χέρια του στις τσέπες). Καλά, οι Άγγλοι δε μπορούνε να υποφέρουν άνθρωπο που θέλει πάντα να λέη πως έχει δίκαιο, μα πολύ τους αρέσει εκείνος που παραδέχεται πως έχει άδικο. Αυτό είν' ένα από τα καλύτερα τους πράγματα. Οπωσδήποτε όμως, στη δική σου υπόθεσι, Ροβέρτε, μια ομολογία δεν θα είχε και καλό αποτέλεσμα. Το χρήμα, αν μου επιτρέπης να μιλήσω έτσι, είναι... οχληρό. Ξέχωρ' απ' αυτό, αν καθόσουνα τώρα να πης κουκιά καθαρισμένα όλη την υπόθεσι, δεν θα μπορούσες πεια να ηθικολογής. Και στην Αγγλία, άνθρωπος που δε μπορεί να ηθικολογή δυο φορές την εβδομάδα μπροστά σ' ένα μεγάλο, λαϊκό, ανήθικο ακροατήριο είναι τελείως χαμένος ως σοβαρός πολιτικός. Δεν θα υπήρχε πεια γι' αυτόν άλλο επάγγελμα παρά η Βοτανική ή η Εκκλησία. Μια ομολογία λοιπόν δε θα σε ωφελούσε, θα σε κατέστρεφε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Θα με κατέστρεφε Αρθούρε· το μόνο που πρέπει τώρα να κάνω είναι να πολεμώ γι' αυτό μέχρι τέλους.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σηκώνεται από το κάθισμά του). Περίμενα από σε να τ' ακούσω αυτό, Ροβέρτε. Είναι το μόνο πράμα που πρέπει τώρα να κάνης. Και πρέπει ν' αρχίσης να πης στη γυναίκα σου όλη την ιστορία.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αυτό δε θα το κάνω.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ροβέρτε, πίστευσέ μου, έχεις άδικο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Δεν θα μπορούσα να το κάνω. Θα σκότωνα την αγάπη που έχει σε μένα. Και τώρα ας μιλήσουμε γι' αυτή τη γυναίκα, αυτή τη Κυρία Σιέβελεϋ. Πώς μπορώ να υπερασπισθώ εναντίο της; Εσύ την ήξερες από πρωτήτερα, Αρθούρε, καθώς φαίνεται.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Την ήξερες καλά;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Διορθώνει το λαιμοδέτη του). Τόσο λίγο που μια φορά την αραβωνιάστικα, όταν έμενα στο Τένμπυ. Η δουλειά εβάσταξε τρεις μέρες... πάνω κάτω.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Γιατί διαλύσατε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Φαιδρά). Ω, ξεχνώ. Αυτό δε μας ενδιαφέρει καθόλου τώρα. Έλα πες μου, τέλος πάντων την εδοκίμασες με χρήματα; Αυτή συνήθιζε νάναι μέχρις αηδίας ξετρελλαμένη για τα χρήματα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Της πρόσφερα ό,τι ποσόν ήθελε, μα δεν εδέχθηκε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Να λοιπό που το θαυμάσιο ευαγγέλιο του χρυσού δε μπορεί να σταθή κάποτε. Μ' όσα κι' αν λένε, οι πλούσιοι δε μπορούν να τα κάνουν όλα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όχι όλα. Υποθέτω πως έχεις δίκηο, Αρθούρε, αισθάνομαι πως η καταφρόνια του κόσμου με περιμένει από στιγμή σε στιγμή. Είμαι βέβαιος γι' αυτό. Δεν ήξερα πριν τι πράμα είναι ο τρόμος. Τώρα τον εγνώρισα. Είναι καθώς χέρι παγωμένο που αγγίζει την καρδιά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Χτυπά το κουδούνι). Ροβέρτε, πρέπει την πολεμήσης. Πρέπει να την πολεμήσης.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Μα πώς;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δε μπορώ τώρα να σου πω. Δεν έχω τη παραμικρήν ιδέα. Αλλά καθένας έχει και το τρωτό του σημείο. Όλοι μας έχουμε τα ελαττώματά μας. (Κάνει ένα γύρο, πηγαίνει κοντά στη φωτιά και κυττάζει τον εαυτό του μέσα στον καθρέφτη!. Ο πατέρας μου μού λέει πως κ' εγώ ακόμα έχω ελαττώματα. Μπορεί νάχω. Δεν ξέρω.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Υπερασπίζοντας τον εαυτό μου ενάντιο της Κυρίας Σιέβελεϋ, έχω το δικαίωμα να μεταχειρισθώ οποιοδήποτε όπλο μπορέσω ναύρω· δεν έχω το δικαίωμα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Ακόμα κυττάζοντας στον καθρέφτη). Αν ήμουνα στη θέσι σου δεν νομίζω πως θάχα τον παραμικρό δισταγμό να το κάνω. Αυτή έχει πολύ καλά τη δύναμι να φροντίση για τον εαυτό της.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Κάθεται κοντά στο τραπέζι και παίρνει στο χέρι του την πένναν). Λοιπόν, θα στείλω ένα κρυπτογραφικό τηλεγράφημα στη πρεσβεία της Βιέννης να εξετάση αν είναι τίποτε γνωστό εναντίο της. Μπορεί νάνε κανένα μυστικό σκάνδαλο που να φοβάτε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Διορθώνει το λουλούδι που έχει στην κομπότρυπα). Ω, εγώ φαντάζομαι πως η Κυρία Σιέβελεϋ είναι μια από τις νέες εκείνες γυναίκες της εποχής μας που κάθε νέο σκάνδαλο το υποδέχονται όπως κάθε νέο καπέλλο, και τα περιφέρουνε και τα δυο στο Πάρκο κάθε απόγευμα στις πεντέμισυ. Είμαι βέβαιος πως αυτή λατρεύει τα σκάνδαλα, και πως το μόνο που λυπάται τώρα στη ζωή της είναι που δεν μπορεί να κατορθώση νάχη αρκετά εις βάρος της.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Γράφοντας. Γιατί το λες αυτό;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Στρέφει γύρω). Να, χθες το βράδυ είχεν απάνω της περισσότερα κοκκινάδια παρά ρούχα. Αυτό είναι πάντα απελπιστικό σημείο για μια γυναίκα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Χτυπά ένα κουδούνι). Όπως κι' αν έχη όμως αξίζει τον κόπο να τηλεγραφήσω στη Βιέννη, δεν αξίζει;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αξίζει πάντα τον κόπο να ρωτά κανείς, αν και δεν αξίζει πάντα τον κόπο κανείς ν' απαντά.
(Μπαίνει ο Μέισον).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Είναι στα δωμάτιό του ο κύριος Τράφφωρτ;
Μέισον.
Μάλιστα, Σιρ Ρόβερτ.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Βάζει τα γράμμα σ' ένα φάκελλο τον όποιον κλει κατόπιν προσεκτικά). Πες του να στείλη αυτό κρυπτογραφικά αμέσως. Χωρίς τη παραμικρή βραδύτητα.
Μέισον.
Μάλιστα, Σιρ Ρόβερτ.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ω! δος μου το πίσω μια στιγμή.
(Γράφει κάτι απάνω στο φάκελλο. Ο Μέισον κατόπιν εξέρχεται με το γράμμα).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Αυτή πρέπει νάχε κάποια αλλοιώτικη επιρροή επάνω στο Βαρώνο Άρνχεϊμ. Απορώ τι νάτανε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Χαμογελώντας). Απορείς.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Θα την πολεμήσω μέχρι θανάτου, εφόσον η γυναίκα μου δεν ξέρει τίποτε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Δυνατά). Ω, πολέμα με κάθε τρόπο — με κάθε τρόπο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Με χειρονομίαν απελπισίας). Αν η γυναίκα μου τ' ανεκάλυπτε, δεν θάχα και πολύ να πολεμήσω. Λοιπόν, άμα λάβω απάντησι από τη Βιέννη, θα σου πω τ' αποτέλεσμα. Είναι μια δοκιμή, ακριβώς μια δοκιμή, μα ελπίζω πως θα τα καταφέρω. Καθώς επολέμησα τον αιώνα με τα ίδια του τα όπλα, έτσι θα πολεμήσω κι' αυτήν με τα όπλα της. Είναι ευχάριστο. Κι' αυτή φαίνεται σαν γυναίκα με κάποιο παρελθόν, δε σου φαίνεται;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αυτό συμβαίνει σε πολλές από τις έμορφες γυναίκες. Αλλ' υπάρχει μόδα στο παρελθόν ακριβώς όπως υπάρχει μόδα στα φουστάνια. Μπορεί το παρελθόν της Κυρίας Σιέβελεϋ νάνε λιγάκι ντεκολτέ, κι' αυτό αρέσει υπερβολικά στον κόσμο σήμερα. Ξέχωρ' απ' αυτό, αγαπητέ μου Ροβέρτε, εγώ δεν στηρίζω και μεγάλες ελπίδες σ' αυτό που λες, — να φοβερίσουμε δηλαδή την Κυρία Σιέβελεϋ. Δεν φαντάζομε πως η Κυρία Σιέβελεϋ είναι καμμιά γυναίκα που μπορούσε εύκολα να τρομάξη. Αυτή επέζησεν όλων των πιστωτών της, και δείχνει θαυμασίαν ετοιμότητα πνεύματος.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ω! Εγώ τώρα ζω με τις ελπίδες. Αδράχνω κάθε περίστασι. Αισθάνομαι ως να είμαι μέσα σε πλοίο που βυθίζεται. Τα νερά αγγίζουν τα πόδια μου, κι' αυτός ο αέρας είναι δριμύς από καταιγίδα. Σιωπή! Ακούω τη φωνή της γυναίκας μου.
(Μπαίνει η Λαίδη Τσίλτερν με φόρεμα περιπάτου)
Λαίδη Τσίλτερν.
Χαίρετε, Λόρδε Γκόαριγκ!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Χαίρετε, Λαίδη Τσίλτερν! Πήγατε στο Πάρκο;
Λαίδη Τσίλτερν.
Όχι· μόλις επέστρεψα από την Φιλανθρωπική Εταιρεία των Κυριών, όπου, καλά που θυμήθηκα, Ροβέρτε, τ' όνομά σου γίνηκε δεκτό με δυνατά χειροκροτήματα, και τώρα ήρθα σπίτι να πάρω το τσάι μου. (Στον Λόρδο Γκόαριγκ). Θα μείνετε να πάρωμε το τσάι, δεν είναι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θα μένω λιγάκι, ευχαριστώ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Θα γυρίσω σε μια στιγμή. Πηγαίνω μόνο να βγάλω το καπέλλο μου.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Σοβαρά). Ω! μη παρακαλώ. Είναι τόσο έμορφο. Ένα από τα ωραιότερα καπέλλα που είδα. Ελπίζω πως η Φιλανθρωπική Εταιρεία των Γυναικών το υπεδέχθηκε με ζωηρά χειροκροτήματα.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Με χαμόγελο): Έχουμε πιο πολύ σοβαρή εργασία να κάνουμε από το να κυττάξουμε η μια της άλλης τα καπέλλα, Λόρδε Γκόαριγκ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Αλήθεια; Τι είδους εργασία;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ω! Χίλια δυο, πληχτικά, χρήσιμα, ευχάριστα πράγματα, εργατικά νομοσχέδια, περί του διορισμού των γυναικών ως επιθεωρητών, για το νομοσχέδιο περί οκταώρου εργασίας, για το δικαίωμα της ψήφου των γυναικών...για καθετί, αλήθεια, που εσείς δε θα το βρίσκατε καθόλου ενδιαφέρο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Και καμμιά φορά για τα καπέλλα;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Με κοροϊδευτική αγανάκτησι). Για τα καπέλλα ποτέ, ποτέ!
{Η Λαίδη Τσίλτερν βγαίνει από τη θύρα που φέρνει στο ιδιαίτερο της δωμάτιο).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Παίρνει το χέρι του Λόρδου Γκόαριγκ). Υπήρξες καλός φίλος σε με, Αρθούρε, ένας τέλειος καλός φίλος.
Λόρδος Γκόαριγκ,
Δεν ξέρω αν κατώρθωσα να κάνω για σένα πολλά πράματα ακόμα, Ροβέρτε. Η αλήθεια είναι πως, καθώς καταλαβαίνω, δεν κατώρθωσα να κάνω τίποτε ακόμη για σένα. Είμαι ολότελα απογοητευμένος με τον εαυτό μου.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Μ' έφερες σε θέσι να σου πω την αλήθεια. Αυτό είναι κάτι τι. Η αλήθεια πάντα με στενοχωρούσε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Α! η αλήθεια είν' ένα πράμα που αποφεύγω όσο μπορώ! Κακή συνήθεια ξέρεις. Μας κάνει πολύ αντιδημοτικούς στη λέσχη... στα αρχαιότερα ιδίως μέλη.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Ευχαριστώ τον Θεό που μπόρεσα να πω την αλήθεια... να υποφέρω την αλήθεια. Α! αυτό είναι μεγάλο πράμα στη ζωή, να υποφέρη κανείς την αλήθεια.(Αναστενάζει, και πηγαίνει προς τη θύρα.) θα σε δω γρήγορα πάλι, Αρθούρε, δεν είναι;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Βέβαια, Όποτε θες. Θα πάγω μια ματιά στο χορό των αγάμων απόψε, εκτός αν εύρω τίποτε καλύτερο να κάνω. Μα θάρθω ως εδώ αύριο το πρωί. Αν τύχη όμως και με χρειασθής απόψε, στείλε μου ένα γραμματάκι στην οδό Κούρτον.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Σ' ευχαριστώ.
(Καθώς πλησιάζει τη θύρα, η Λαίδη Τσίλτερν μπαίνει από το ιδιαίτερο της δωμάτιο.)
Λαίδη Τσίλτερν.
Τι θα βγης, Ροβέρτε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Έχω μερικά γράμματα να γράψω, αγαπητή μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Πηγαίνει κοντά του).Εργάζεσαι υπερβολικά, Ροβέρτε. Δε σκέπτεσαι ποτέ για τον εαυτό σου, και φαίνεσαι τόσο κουρασμένος.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Δεν είναι τίποτε, αγαπητή, τίποτε.
(Τη φιλεί και βγαίνει έξω).
Λαίδη Τσίλτερν.
(Στον Λόρδο Γκόαριγκ) Καθήστε. Χαίρω πολύ που ήρθατε, θέλω να σας μιλήσω για... όχι, βέβαια, για τα καπέλλα, ή για τη Φιλανθρωπική Εταιρεία των Κυριών. Σας ενδιαφέρει τόσο περισσότερο για τα πρώτο ζήτημα όσο λιγώτερο για το δεύτερο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θέλετε να μου μιλήσετε για την κυρία Σιέβελεϋ;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι. Καλά το μαντεύσατε. Ύστερα που φύγατε χθες το βράδυ βρήκα πως όσα είπεν εκείνη ήτανε πράγματι αληθινά. Εννοείται πως ανάγκασα το Ροβέρτο να της στείλη γράμμα αμέσως, και ν' αποσύρη την υπόσχεσί του.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Έτσι μούδωκε κ' εκείνος να καταλάβω.
Λαίδη Τσίλτερν.
Αν κρατούσε την υπόσχεσί του θάτανε το πρώτο στίγμα ενός σταδίου που πάντα υπήρξεν ακηλίδωτο. Ο Ροβέρτος πρέπει νάνε υψηλά από κάθε μομφή. Δεν είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Δεν είναι για να κάνη αυτός εκείνο που κάνουν οι άλλοι άνθρωποι. (Κυττάζει τον Λόρδο Γκόαριγκ, που μένει σιωπηλός). Δεν συμφωνάτε μαζί μου; Εσείς είστε ο καλύτερος φίλος του Ροβέρτου, είστε ο καλύτερος φίλος μας, Λόρδε Γκόαριγκ. Κανείς άλλος εξόν από με, δεν ξέρει καλλίτερα τον Ροβέρτο όσον εσείς. Δεν έχει μυστικά από μένα, και δεν υποθέτω πως θάχη κι' από σας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Δεν έχει βέβαια μυστικά από μένα. Δεν το νομίζω τουλάχιστο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Δεν είναι λοιπόν δικαιολογημένη η εκτίμησις που έχω γι' αυτόν; Εγώ ξέρω πως είναι. Μα μιλήστε μου με ειλικρίνεια!
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Την κυττάζει στα μάτια). Με όλη την ειλικρίνεια;
Λαίδη Τσίλτερν.
Βεβαιότατα. Δεν έχετε τίποτε να κρύψετε; Έχετε τίποτε;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τίποτε. Αλλά, αγαπητή μου Λαίδη Τσίλτερν, νομίζω, αν μου επιτρέπετε να πω έτσι νομίζω πως στον πρακτικό βίο —
Λαίδη Τσίλτερν.
(Χαμογελώντας). Για τον οποίο ξέρετε τόσο λίγο. Λόρδε Γκόαριγκ.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Για τον όποιον δεν ξέρω τίποτε εκ πείρας αν και ξέρω κάτι εκ παρατηρήσεως· Νομίζω πως στον πρακτικό βίο, σαν πρόκειται για επιτυχία, πραγματική επιτυχία υπάρχει κάτι που είναι λίγο ασυνείδητο, και κάτι που είναι ολότελα ασυνείδητο σαν πρόκειται για φιλοδοξία. Μια φορά που ένας άνθρωπος πάρη, με όλη τη καρδιά και τη ψυχή του, την απόφασι να φθάση σε κάποιο σημείο, αν έχη ν' ανεβή τον κρημνό, ανεβαίνει τον κρημνό, αν έχη να περπατήση μέσα στη λάσπη —
Λαίδη Τσίλτερν.
Λοιπόν;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Περπατεί μέσα στη λάσπη. Εγώ βέβαια, μιλώ γενικώς για τη ζωή.
Λαίδη Τσίλτερν.
(θλιβερά). Έτσι ελπίζω. Γιατί με κυττάζετε τόσο περίεργα, Λόρδε Γκόαριγκ;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λαίδη Τσίλτερν, σκέφθηκα πολλές φορές πως... μπορεί νάστε λιγάκι αυστηρή στις ιδέες σας για τη ζωή. Νομίζω πως... πολλές φορές δεν κάνετε αρκετές παραχωρήσεις. Σε κάθε φύσιν υπάρχουνε στοιχεία αδυναμίας, ή κάτι χειρότερο από αδυναμία. Ας υποθέσωμε, προς στιγμή, πως — πως ένας οποιοσδήποτε πασίγνωστος άνθρωπος, ο πατέρας μου, ή ο Λόρδος Μέρτων, ή ο Ροβέρτος, λόγου χάριν, είχε, προ αρκετών χρόνων, γράψει ένα ανόητο γράμμα σε κάποιον...
Λαίδη Τσίλτερν.
Τι θέλετε να πήτε με το ανόητο γράμμα;
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ένα γράμμα που να ενοχοποιή σοβαρά τη θέσι του. Εγώ τώρα μιλώ απλώς με τη φαντασία μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
Ο Ροβέρτος δεν είναι ικανός να κάμη τίποτε ανόητο όπως δεν είναι ικανός να κάμη και τίποτε άδικο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Μένει αρκετές στιγμές σιωπηλός). Κανείς δεν είναι ανίκανος να κάνη ανόητα και άδικα πράματα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Είστε Πεσσιμιστής; Τι θα 'πούνε οι άλλοι δανδήδες; Όλοι θ' αναγκασθούνε να πενθήσουνε για σας.
Λόρδος Γκόαριγκ,
(Σηκώνεται). Όχι, Λαίδη Τσίλτερν, δεν είμαι Πεσσιμιστής. Μα την αλήθεια δεν είμαι βέβαιος αν ξέρω καλά-καλά τι σημαίνει Πεσσιμισμός. Το μόνο που ξέρω είναι πως η ζωή δε μπορεί να εννοηθή χωρίς πολλήν επιείκειαν, δεν μπορεί να είναι υποφερτή χωρίς πολλήν επιείκειαν. Αγάπη, και όχι γερμανική φιλοσοφία, είναι η πραγματική ερμηνεία αυτής της λέξεως, οποιαδήποτε κι' αν είναι η ερμηνεία της άλλης. Κι' αν ευρεθήτε καμμιά φορά σε στενοχώρια. Λαίδη Τσίλτερν, έχετε σε με απόλυτο πεποίθησι, κι' εγώ θα σας βοηθήσω όπως μπορέσω. Αν ποτέ με χρειασθήτε, ζητήσατε τη βοήθεια μου, και θα την έχετε. Ελάτε αμέσως κοντά μου.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Τον κυττάζει με έκπληξι). Λόρδε Γκόαριγκ, μιλήτε πολύ σοβαρά. Δε νομίζω να σας έχω ακούσει ως τώρα καμμιά φορά να μιλήτε σοβαρά.
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Γελά). Πρέπει να μου συγχωρήσετε, Λαίδη Τσίλτερν. Θα προσπαθήσω να μη το ξανακάνω.
Λαίδη Τσίλτερν.
Μα μου αρέσετε να είστε σοβαρός.
(Μπαίνει η Μάπελ Τσίλτερν αιθέρια ντυμένη).
Μάπελ Τσίλτερν.
Αγαπητή Γερτρούδη, μη λες τέτοιο φοβερό πράμα στο Λόρδο Γκόαριγκ. Η σοβαρότητα δεν θα του ταίριαζε καθόλου. Χαίρετε Λόρδε Γκόαριγκ! Μη κάνετε δα και πολύ το σπουδαίο!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Θα το επιθυμούσα, Δεσποινίς Μάπελ, μα φοβούμαι πως σήμερα δεν είμαι και... πολύ πρακτικός. Και εκτός τούτου, είμαι τώρα στο πόδι να φύγω.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ακριβώς τώρα που μπήκα γω! Τι κακούς τρόπους που έχετε! Είμαι βεβαία πως ελάβετε κακή ανατροφή.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι.
Μάπελ Τσίλτερν.
Θα ήθελα να σας δώσω εγώ ανατροφή!
Λόρδος Γκόαριγκ.
Λυπούμαι που δεν το εκάνατε,
Μάπελ Τσίλτερν.
Είναι τώρα πολύ αργά, υποθέτω;
Λόρδος Γκόαριγκ.
(Χαμογελώντας). Δεν είμαι τόσο βέβαιος.
Μάπελ Τσίλτερν.
Θα πάτε ιππασία αύριο το πρωί.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ναι, στις δέκα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Μη ξεχάσετε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Όχι βέβαια, δεν θα ξεχάσω. Καλά που θυμήθηκα, Λαίδη Τσίλτερν, δεν είδα σήμερα στο Μόρνιγκ Ποστ τα ονόματα των επισκεπτών σας. Το φύλλο φαίνεται ήταν γεμάτο από πρακτικά του ειρηνοδικείου, ή του επαρχιακού συμβουλίου, ή από κάτι τέτοια παραφορτώματα. Δε μπορούσατε να μου δώσετε ένα κατάλογο; Έχω ιδιαιτέρους λόγους να σας τον ζητήσω.
Λαίδη Τσίλτερν.
Είμαι βεβαία πως ο κύριος Τράφφωρτ θα μπορέση να σας δώση.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ο Τόμυς είναι ο πιο χρήσιμος άνθρωπος μέσα στο Λονδίνο.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Και ποιος είναι ο περισσότερο καλοφορεμένος:
Μάπελ Τσίλτερν.
(θριαμβευτικά). Εγώ είμαι.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τι εξυπνάδα να το μαντεύσετε! (Παίρνει το καπέλλο και το μπατούνι του). Χαίρετε Λαίδη Τσίλτερν! Θα θυμάστε κείνο που σας είπα. δεν είναι;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι, μα δε ξέρω γιατί μου το είπετε.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Κ' εγώ δεν ξέρω καλά-καλά. Χαίρετε, Δεσποινίς Μάπελ!
Μάπελ Τσίλτερν.
(Με κάποια απογοήτευσι). Ήθελα να μη φύγετε. Είχα κάμποσες σήμερα έμορφες περιπέτειες. Μπορούσατε να μείνετε ν' ακούσετε μερικές.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Τι εγωισμός νάχετε τόσες πολλές. Δε θάμενε καμμιά για μένα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Δε σας ήθελα νάχετε καμμιά. Δε θάτανε καλό για σας.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Είναι η πρώτη φορά που σας ακούω να μου λέτε τέτοιο σκληρό πράμα. Πόσο χαριτωμένα το λέτε! Αύριο στις δέκα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ακριβώς.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Ακριβέστατα. Μα μη φέρετε μαζί σας τον κύριο Τράφφωρτ.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Με μικρό κούνημα της κεφαλής). Βέβαια και δεν θα φέρω τον Τόμυ Τράφφωρτ. Ο Τόμυς Τράφφωρτ είναι υπό μεγάλην δυσμένεια.
Λόρδος Γκόαριγκ.
Χαίρω που τ' ακούω. (Υποκλίνεται και φεύγει)
Μάπελ Τσίλτερν.
Γερτρούδη, ήθελα συ να μιλήσης του Τόμυ Τράφφωρτ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Τι έκανε πάλι ο καϋμένος κύριος Τράφφωρτ. Ο Ροβέρτος λέει πως είναι ο καλλίτερος γραμματικός που είχεν ως τώρα.
Μάπελ Τσίλτερν.
Λοιπόν, ο Τόμυς μου έκαμε πάλι πρότασι. Ο Τόμυς πεια δε κάνει άλλη δουλειά. Μου έκανε πρότασι χθες το βράδυ στην αίθουσα μέσα της μουσικής, τη στιγμή που εγώ δεν μπορούσα να υπερασπιστώ, επειδή επαίζετο ένα θαυμάσιο τρίο. Είναι περιττό να σου πω πως δεν τολμούσα να του δώσω καμμιά απάντησι καθώς πρέπει. Αν το έκανα η μουσική θα σταματούσεν αμέσως. Οι μουσικοί, ξέρεις, είναι άνθρωποι τόσο γελοίως παράλογοι. Θέλουνε νάνε κανείς βουβός ολωσδιόλου τη στιγμή που προτιμά νάνε τελείως κουφός. Κ' έπειτα ακόμα μου έκανε τη πρότασί του μέρα μεσημέρι, μπροστά σ' εκείνο το φοβερό άγαλμα του Αχιλλέως. Αλήθεια, τα όσα συμβαίνουνε μπροστά σ' εκείνο το καλλιτεχνικό έργο είναι φρικτότατα. Η αστυνομία πρέπει να επέμβη. Την ώρα του φαγητού αντιλήφθηκα από μια λάμψι στα μάτια του πως είχε πάλι σκοπό να μου προτείνη, μα 'γω κατώρθωσα να τον σταματήσω μ' ένα θαυμάσιο τρόπο! τον εβεβαίωσα πως ήμουνα διμεταλλιστής. Ευτυχώς δεν ξέρω τι σημαίνει διμεταλλισμός. Και δεν πιστεύω ούτε κανείς άλλος να ξέρη. Μα η παρατήρησι έκανε τον Τόμυ να μένη σαστισμένος για δέκα λεπτά. Εφαίνετο καθαυτό κλονισμένος. Κι' έπειτα ο τρόπος με τον οποίο κάνει τις προτάσεις του ο Τόμυς είναι τόσο οχληρός. Αν τις έκανε μ' ανοικτή φωνή, δεν θα μ' έννοιαζε και πολύ. Μ' αυτός τις κάνει μ' ένα απαίσιο εμπιστευτικό τρόπο. Σαν θέλει ο Τόμυς να φανή ρωμαντικός σας μιλεί καθαυτό σαν γιατρός. Πολύ μ' αρέσει ο Τόμυς, μα η μέθοδος που κάνει τις προτάσεις του είναι πολύ παλαιωμένες. Γι' αυτό, Γερτρούδη, θέλω να του μιλήσης εσύ, και να του πης πως μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετό για να κάνη τις προτάσεις του, και πως πρέπει πάντα να γίνονται μ' ένα τρόπο που να ελκύη κάπως το ενδιαφέρο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Αγαπητή Μάπελ, μη μιλάς έτσι. Μάθε ακόμη πως ο Ροβέρτος έχει πολύ μεγάλην ιδέα για τον κύριο Τράφφωρτ. Πιστεύει πως έχει μπροστά του ένα θαυμάσιο μέλλον.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ω! εγώ για όλο τον κόσμο δεν θα πατρευόμουνα άνθρωπο με το νάχη μονάχα μπροστά του ένα οποιοδήποτε μέλλο.
Λαίδη Τσίλτερν.
Μάπελ!
Μάπελ Τσίλτερν.
Ξέρω τι λέω, αγαπητή. Συ παντρεύτηκες ένα άνθρωπο με μέλλον, δεν είναι έτσι; Μα έπειτα ο Ροβέρτος ήτανε πνεύμα, και συ έχεις ένα ευγενικό και γενναίο χαρακτήρα. Εσύ μπορείς να υποφέρης τους μεγαλοφυείς. Εγώ δεν έχω καθόλου χαρακτήρα, κι' ο Ροβέρτος είναι ο μόνος μεγαλοφυής που θα μπορούσα να υποφέρω ποτέ. Γενικώς, εγώ τους θεωρώ ανθρώπους πολύ δύσκολους. Οι μεγαλοφυείς έχουνε το κακό σύστημα να μιλούνε πολύ, δεν είναι έτσι; Κι' όλο σκέπτονται για τον εαυτό τους, εκεί που εγώ τους θέλω να σκέπτονται για μένα. Πρέπει τώρα να πάγω στης Λαίδη Μπάσιλτων για τις πρόβες. Το θυμάσε πως έχουμε ταμπλώ; Α! θα θριαμβεύσω! Τι θρίαμβος! Για τίποτε άλλο δε σκοτίζομαι. (Φιλεί τη Λαίδη Τσίλτερν και βγαίνει έξω, κατόπι πάλι γυρίζει πίσω τρέχοντας). Ω! Γερτρούδη, ξέρεις ποια έρχεται να σε δη; Η απαίσια εκείνη κυρία Σιέβελεϋ, μ' ένα πολύ χαριτωμένο φόρεμα. Εσύ την εζήτησες;
Λαίδη Τσίλτερν.
(Σηκώνεται). Η κυρία Σιέβελεϋ! Έρχεται να με ιδή; Αδύνατο!
Μάπελ Τσίλτερν.
Σε βεβαιόνω αυτή είναι, η ιδία κι' απαράλλακτη. Να που αναβαίνει τη σκάλα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Δεν είναι ανάγκη να περιμένης. Μάπελ. Μη ξεχνάς πως σε περιμένει η Λαίδη Μπάσιλτων.
Μάπελ Τσίλτερν.
Ω! πρέπει να σφίξω το χέρι της Λαίδης Μάρκων. Είναι χαριεστάτη. Μ' αρέσει να μ' επιπλήττη.
(Μπαίνει ο Μέισον).
Μέισον.
Η Λαίδη Μάρκων. Η Κυρία Σιέβελεϋ.
(Μπαίνουν η Λαίδη Μάρκων και η Κυρία Σιέβελεϋ)
Λαίδη Τσίλτερν.
(Προχωρεί προς συνάντησί των). Αγαπητή, Λαίδη Μάρκων, τι ωραία που ήρθατε να με δήτε! (της πιάνει το χέρι, κ' υποκλίνεται, λίγο απομακρυσμένη, προς στη Κυρία Σιέβελεϋ).
Δεν κάθεστε. Κυρία Σιέβελεϋ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ευχαριστώ. Δεν είν' αυτή η Δεσποινίς Τσίλτερν; Πολύ επιθυμούσα να τη γνωρίσω.
Λαίδη Τσίλτερν.
Μάπελ, η Κυρία Σιέβελεϋ επιθυμεί να σας γνωρίση. (Η Μάπελ Τσίλτερν κλίνει λιγάκι το κεφάλι).
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Κάθεται). Μου άρεσε το χαριτωμένο σας φόρεμα χθες το βράδυ, Δεσποινίς Τσίλτερν. Τόσο απλό και... νόστιμο.
Μάπελ Τσίλτερν.
Αλήθεια; Πρέπει να το πω στη ράφτρα μου. Θα της κάνη μεγάλη έκπληξι. Χαίρετε, Λαίδη Μάρκων!
Λαίδη Μάρκων.
Φεύγετε κι' όλας;
Μάπελ Τσίλτερν.
Λυπούμαι πολύ, μα είμαι υποχρεωμένη να φύγω. Πηγαίνω για τις πρόβες, θα σταθώ με το κεφάλι κάτω σ' ένα ταπλώ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Με το κεφάλι σας κάτω, παιδάκι μου; Ω! Ελπίζω όχι· Πιστεύω πως αυτό είναι πολύ βλαβερό στην υγεία. (Κάθεται απάνω στον σοφά κοντά στη Λαίδη Τσίλτερν).
Μάπελ Τσίλτερν.
Μα πρόκειται για ένα λαμπρά φιλανθρωπικό σκοπό· είναι για τους ανικάνους προς εργασία, τους μόνους για τους οποίους ενδιαφέρομαι αληθινά. Εγώ είμαι η γραμματεύς κι' ο Τόμυ Τράφφωρτ είναι ταμίας.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Και τι είναι ο Λόρδος Γκόαριγκ;
Μάπελ Τσίλτερν.
Ω! ο Λόρδος Γκόαριγκ είναι πρόεδρος.
Συρία Σιέβελεϋ.
Το αξίωμα αυτό θα του αρμόζει θαυμάσια, εκτός αν εχειροτέρευσεν από τον καιρό που τον εγνώρισα πρώτη φορά.
Λαίδη Μάρκων,
(Σκεπτική). Είστε πάρα πολύ νεωτεριστική, Μάπελ. Λίγο παραπάνω απ' εκείνο που πρέπει, ίσως. Τίποτε άλλο δεν είναι τόσο επικίνδυνο από του να είναι κανείς πολύ νεωτεριστικός. Κινδυνεύει έτσι έξαφνα να μεταβληθή σε παλαιικόν. Γνώρισα πολλές τέτοιες περιπτώσεις.
Μάπελ Τσίλτερν.
Τι τρομερή, μεταμόρφωσι!
Λαίδη Μάρκων.
Α! αγαπητή μου. δεν είναι ανάγκη να γίνεστε νευρική, θα είστε πάντα όσο μπορείτε ωραία. Αυτή είναι η καλύτερη μόδα που υπάρχει, κ' η μόνη μόδα που η Αγγλία κατορθώνει να επιβάλη.
Μάπελ Τσίλτερν.
(Ευγενικά). Σας ευχαριστώ πολύ. Λαίδη Μάρκων, εκ μέρους της Αγγλίας... κι' εκ μέρους μου..
(Βγαίνει έξω).
Λαίδη Μάρκων.
(Στρέφεται προς την Λαίδη Τσίλτερν). Αγαπητή Γερτρούδη, ήρθαμε ακριβώς να μάθομε αν βρέθηκε η διαμαντένια καρφίτσα της Κυρίας Σιέβελεϋ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Εδώ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ναι, τη ζήτησα σαν πήγα πίσω στο ξενοδοχείο, κ' ενόμισα πως μπορούσε να μούπεσε κάπου εδώ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Δεν άκουσα τίποτε γι' αυτό. Μα θα φωνάξω την οικονόμο να τη ρωτήσω. (Αγγίζει το κουδούνι).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ω, παρακαλώ μη ενοχλήστε, Λαίδη Τσίλτερν. Πολύ πιθανό να μούπεσε στην Όπερα, προτού έρθουμ' εδώ.
Λαίδη Μάρκων.
Α ναι, υποθέτω πως θα χάθηκε στην Όπερα. Η αλήθεια είναι πως παλαίβουμε και σκουντιόμαστε τόσο πολύ σήμερα στις συναναστροφές μας, που απορώ κ' εγώ πως δε χάνουμε στο τέλος όλα που έχουμ' απάνω μας. Το ξέρω από τον εαυτό μου σαν γυρίζω από ένα σαλόνι αισθάνομαι πως δεν έχω τίποτ' απάνω μου παρά ένα μικρό θρύμμα υποφερτής υπολήψεως, μόλις αρκετό για να εμποδίζη τις κατώτερες τάξεις να κυττάζουν επίμονα ανάμεσα από τα παράθυρα της αμάξης. Η αλήθεια είναι πως η κοινωνία μας ολοένα πληθαίνει τρομαχτικά... Πράγματι, πρέπει κανείς ναύρη κανένα τρόπο να διευκολύνη τη μετανάστευσι. Αυτό θάκανε μεγάλο καλό.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Συμφωνώ πληρέστατα μαζί σας, Λαίδη Μάρκων. Είναι τώρα έξη χρόνια που έχω νάρθω στο Λονδίνο για τη Σαιζόν, και πρέπει να ομολογήσω πως η κοινωνία ενοθεύθηκε φοβερά. Όπου πάει κανείς βλέπει τον πιο παράξενο κόσμο.
Λαίδη Μάρκων.
Αυτό είναι αληθέστατο, αγαπητή. Μα δεν είναι και ανάγκη να τους ξέρη κανείς όλους. Εγώ είμαι βεβαία πως δεν ξέρω ούτε το μισό κόσμο που έρχετε σπίτι μου. Πράγματι, απ' όσα ακούω, δεν επιθυμώ να τους ξέρω.
(Μπαίνει ο Μέισον).
Λαίδη Τσίλτερν.
Τι είδους καρφίτσα είν' εκείνη που χάσατε Κυρία Σιέβελεϋ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Μια διαμαντένια καρφίτσα σχήμα φειδιού μ' ένα ρουμπίνι, ένα αρκετά μεγάλο ρουμπίνι.
Λαίδη Μάρκων.
Νομίζω είπατε πως είχε ένα ζαφείρι απάνω στο κεφάλι, αγαπητή;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Χαμογελώντας). Όχι, Λαίδη Μάρκων — ένα ρουμπίνι.
Λαίδη Μάρκων.
(Κουνεί το κεφάλι). Και είμαι βεβαία πως θάτανε πολύ νόστιμο πράμα.
Λαίδη Τσίλτερν.
Βρήκατε καμμιά καρφίτσα διαμαντένια με ένα ρουμπίνι σε κανένα δωμάτιο σήμερα το πρωί, Μέισον;
Μέισον.
Όχι, Λαίδη.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Σας βεβαιώνω δεν είναι και τίποτε σπουδαίο. Λαίδη Τσίλτερν. Λυπούμαι πολύ που σας έβαλα σε ενόχλησι.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Ψυχρά). Ω. δεν ήταν καμμιά ενόχλησι. Πολύ καλά Μέισον. Μπορείς να φέρης το τσάι.
(Ο Μέισον βγαίνει έξω.)
Λαίδη Μάρκων.
Λοιπόν, πρέπει να πω πως είναι μεγάλος μπελάς να χάνη κανείς τίποτε. Θυμάμαι γω μια φορά στα λουτρά, χρόνια τώρα, έχασα μέσα στο δωμάτιο του ντους ένα πολύ έξοχο βραχιόλι που μούχε δώσει ο Σιρ Τζων. Δε νομίζω να μούδωσε πεια τίποτε από τότε, και το λέω με λύπη μου. Αυτός πεια έχει εκφυλισθή ελεεινά. Πράγματι, αυτή η απαισία Κάτω Βουλή μας καταστρέφει ολωσδιόλου τους συζύγους μας. Και νομίζω ακόμα πως το μεγαλύτερο χτύπημα στην ευτυχία ημών των υπάνδρων τόδωσε η Κάτω Βουλή από τον καιρό που επενόησε το φοβερό εκείνο πράμα που λέγεται Ανωτέρα γυναικεία εκπαίδευσις.
Λαίδη Τσίλτερν.
Α, μα είν' κρίμα να μιλάτε έτσι σ' αυτό το σπίτι,
Λαίδη Μάρκων.
Ο Ροβέρτος καθώς κ' εγώ, είμαστε φανατικοί πρόμαχοι της Ανωτέρας γυναικείας εκπαιδεύσεως.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Εκείνο που ήθελα γω είναι προπάντων η ανωτέρα εκπαίδευσι των ανδρών. Οι άνδρες έχουνε μεγάλη ανάγκη.
Λαίδη Μάρκων.
Έχουνε αγαπητή, μα φοβούμαι πως η ανωτέρα εκπαίδευσι για τους άνδρας δεν θάχε καθόλου πραχτικό αποτέλεσμα. Δε μου φαίνεται πως οι άνδρες είναι και πολύ επιδεκτικοί για ανάπτυξι. Έχουνε κάποια ικανότητα, δε σου λέω, μα όχι κι' αρκετή, δεν είναι έτσι; Όσο για τις γυναίκες, λοιπόν, αγαπητή μου Γερτρούδη, εσείς ανήκετε στη νεωτέρα γεννεά κ' είμαι βεβαία πως θάστε εν τάξει αν την εγκρίνετε (την ανωτέρα εκπαίδευσι δηλαδή). Επί των ημερών μου βέβαια, εμείς διδασκόμαστε να μη καταλαβαίνουμε τίποτε. Αυτό ήτανε το παλαιό σύστημα, κ' ήτανε θαυμάσιο. Σας βεβαιώνω πως όλα εκείνα που εγώ κ' η αδελφή μου διδασκόμαστε να μη εννοούμε ήτανε πολύ παράδοξα. Μα οι σημερινές γυναίκες μανθάνω, δεν έχει τίποτε που να μη το καταλαβαίνουν.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Εξόν από τους συζύγους των. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που οι σημερινές γυναίκες δε μπορούνε ποτέ να καταλάβουν.
Λαίδη Μάρκων.
Κι' αυτό είναι πολύ καλό πράμα, τολμώ να πω. Μπορούσε να φέρη τη δυστυχία σε πολλά σπίτια. Όχι στο δικό σας Γερτρούδη, αυτό δεν είναι ανάγκη να σας το πω. Εσείς επήρατε ένα άνδρα που είναι υπόδειγμα συζύγου. Θα ηυχόμουν κ' εγώ νάχα την τύχη σας. Μ' από τον καιρό που ο Σιρ Τζων προτιμά να πηγαίνη ταχτικά στις συζητήσεις της Βουλής, πράμα που δεν τόκαμνε στα παληά καλά χρόνια, η γλώσσα του κατάντησε ανυπόφορη. Νομίζει φαίνεται πάντα πως αγορεύει στη Βουλή, και σαν αρχίζει να λέη και να λέη για το εργατικό ζήτημα, για το Εκκλησιαστικό και δεν ξέρω για πόσα άλλα ακόμα άπρεπα πράμματα, είμαι αναγκασμένη να βγάζω έξω από το δωμάτιο όλους τους υπηρέτες. Δεν είναι βέβαια ευχάριστο να βλέπη κανείς έξαφνα την οικονόμο που σου δουλεύει είκοσι τρία χρόνια τώρα να γίνεται κατακόκκινη από ντροπή πίσω από την ντουλάπα, και τους άλλους υπηρέτες να στριφογυρίζουνε στες γωνιές. Σας βεβαιόνω πως η ζωή μου είναι χαμένη αν δεν στείλουνε τον Τζων αμέσως στην Άνω Βουλή. Έτσι δε θα έχει πεια κανένα ενδιαφέρο για την πολιτική, δεν είναι; Η Βουλή των Λόρδων είναι πολύ γνωστική. Είναι μια συνέλευσι ευγενών τζέντλεμεν. Μα όπως είναι τώρα, ο Σιρ Τζων είναι αληθινά μεγάλο βάσανο. Γιατί, σήμερα το πρωί, προτού ακόμα μισοφάμε, στάθηκε απάνω στο ανάβαθρο της θερμάστρας έβαλε τα χέρια του στις τσέπες, και άρχισε ν' αγορεύη και να κάμνη επικλήσεις προς την πατρίδα με όλη τη δύναμι της φωνής του. Δεν είναι ανάγκη να σας πω πως εγώ άμα πήρα το δεύτερο φλιτζάνι του τσαγιού σηκώθηκα από το τραπέζι. Μα η φωνή του βροντούσε μέσα σ' όλο το σπίτι! Ελπίζω Γερτρούδη, πως ο Σιρ Ρόβερτ δεν είναι έτσι;
Λαίδη Τσίλτερν.
Μα ενδιαφέρομαι πάρα πολύ για την πολιτική, Λαίδη Μάρκων. Μ' αρέσει ν' ακούω τον Ροβέρτο να μιλή για πολιτικά.
Λαίδη Μάρκων.
Καλά, μα ελπίζω πως δε θάνε τόσο αφοσιωμένος στας Κυανάς Βίβλους όπως είν' ο Σιρ Τζων. Δε νομίζω πως μπορεί κανείς να ωφεληθή απ' αυτές.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ασθενώς. Εγώ δεν εδιάβασα ποτέ μου Κυανή Βίβλο. Προτιμώ τα βιβλία... με το κίτρινο δέσιμο.
Λαίδη Μάρκων.
(Με φαιδρή, αδιαφορία). Το κίτρινο είναι πιο ζωηρόχρωμο, δεν είναι: Συνήθιζα πολύ να ντύνωμαι με κίτρινα στα πρώτα μου χρόνια, και θα τόκαμνα και τώρα, αν ο Σιρ Τζων δεν ήτανε τόσο φοβερά πειρακτικός στις παρατηρήσεις του, και ξέρετε δα πόσον γελοίοι είναι πάντα οι άνδρες στο ζήτημα του ντυσίματος.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Α, όχι! Νομίζω πως οι άνδρες είναι αυθεντίαι, για το ντύσιμο.
Λαίδη Μάρκων.
Αλήθεια; Μ' αν κρίνη κανείς από τα είδη των καπέλλων που φορούνε, θάλεγε το εναντίο, δεν είναι έτσι;
(Μπαίνει η οικονόμος και την ακολουθεί ο υπηρέτης. Βάζουν το τσάι απάνω σε μικρό τραπέζι κοντά στη Λαίδη Τσίλτερν).
Λαίδη Τσίλτερν.
Μπορώ να σας προσφέρω Λίγο τσάι, Κυρία Σιέβελεϋ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ευχαριστώ. (Η οικονόμος προσφέρει στη Κυρία Σιέβελεϋ ένα φλυτζάνι τσάι μέσα σε δίσκο).
Λαίδη Τσίλτερν.
Λίγο τσάι, Λαίδη Μάρκων;
Λαίδη Μάρκων.
Όχι ευχαριστώ, αγαπητή. (Οι υπηρέτες βγαίνουν έξω). Η αλήθεια είναι πως υπεσχέθηκα να πάγω να δω για δέκα λεπτά τη καϋμένη τη Λαίδη Πραγκάστερ. που είναι πολύ στενοχωρημένη. Η κόρη της, ένα πολύ καλοανατεθραμμένο κορίτσι, αρραβωνιάστηκε και καλά μ' ένα εφημέριο στο Σροπσάιαρ και θα παρθούνε. Είναι πολύ λυπηρό, πολύ λυπηρό, πράγματι. Δε μπορώ να καταλάβω αυτή πάλι τη νέα μανία για τους εφημερίους. Στον καιρό το δικό μου, εμείς τα κορίτσια τους κυττάζαμε που τρέχανε ολοένα δω κ' εκεί σαν κουνέλλια. Μα, είναι περιττό να σας πω. πως ποτέ δεν τους δίναμε καμμιά προσοχή. Σήμερα όμως, καθώς ακούω, σαν μελίσσια τρέχουνε σ' όλες τες εξοχές. Εγώ το νομίζω αυτό πολύ αντιθρησκευτικό. Και υστέρα, λοιπόν, ο μεγαλύτερος γιος φιλονίκησε με τον πατέρα και λεν πως άμα συναντηθούνε στη Λέσχη ο Λόρδος Πραγκάστερ κρύπτεται πάντα πίσω από το δελτίο των χρηματιστικών ειδήσεων των «Τάιμς». Όπως κι' αν συμβαίνη όμως, αυτό είναι πολύ κοινό πράμα σήμερα. Υπάρχουνε πολλά παιδιά που δε θέλουνε νάχουν καμμιά σχέσι με τους πατέρες των, όπως και πολλοί πατέρες που δε θέλουνε να μιλούνε στα παιδιά τους.. Εγώ αυτό το θεωρώ ένα πράμα για το όποιον πρέπει κανείς να λυπάται πολύ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Κ' εγώ το ίδιο. Οι πατέρες έχουνε πολλά σήμερα να διδαχθούνε από τα παιδιά τους.
Λαίδη Μάρκων.
Αλήθεια αγαπητή; Σαν τι:
Κυρία Σιέβελεϋ.
Την τέχνην του πώς να ζουν. Η μόνη πράγματι ωραία τέχνη που ανεπτύξαμε στους νεωτέρους χρόνους!
Λαίδη Μάρκων.
(Κουνεί το κεφάλι). Α! Φοβούμαι πως ο Λόρδος Πραγκάστερ ήξερε πολύ καλά πώς έπρεπε να ζη. Πιο πολύ και από την καϋμένη την γυναίκα του. (Στρέφει προς την Λαίδη Τσίλτερν). Ξέρετε τη Λαίδη Πραγκάστερ, δεν τι ξέρετε, αγαπητή;
Λαίδη Τσίλτερν.
Την ξέρω λιγάκι. Έμενε στο Λάγκτον το περασμένο καλοκαίρι, όταν είμαστε μεις εκεί.
Λαίδη Μάρκων.
Καθώς όλες οι χονδρές γυναίκες, έτσι κι' αυτή δείχνη την πραγματική εικόνα της ευτυχίας, καθώς βέβαια θα παρατηρήσατε. Μα κοντά σ' αυτή την υπόθεσι του εφημερίου, υπάρχουνε ακόμα πολλές τραγωδίες στην οικογένειά της. Η αδελφή της, η Κυρία Τζέκυλ, πέρασε μια ζωή πολύ δυστυχισμένη, χωρίς κανένα δικό της σφάλμα Στα τελευταία η καρδιά συντρίφτηκε τόσο που κατέφυγε σ' ένα μοναστήρι ή σε μια όπερα, ξεχνώ τώρα. Όχι, νομίζω ήτανε σ' ένα κατάστημα κεντημάτων. Ξέρω πως έχασε κάθε είδος χαρά σ' αυτό τον κόσμο, (Σηκώνεται). Και τώρα, Γερτρούδη, αν μου το επιτρέπετε, θ' αφήσω την Κυρία Σιέβελεϋ στη φροντίδα σας και θα τη ζητήσω σ' ένα τέταρτο. Ή μπορεί αγαπητή Κυρία Σιέβελεϋ, να μη σας νοιάζη αν περιμένετε στ' αμάξι όσο εγώ θάμε στης Λαίδη Πραγκάστερ. Επειδή είναι μονάχα μια συλλυπητήριος επίσκεψις δεν θ' αργίσω πολύ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Σηκώνεται). Δε με νοιάζει καθόλου, αν περιμένω στ' αμάξι, αρκεί να υπάρχη κάτι εκεί που να με διασκεδάζη.
Λαίδη Μάρκων.
Καλά, ακούω, πως ο εφημέριος όλο και πηγαίνει κ' έρχεται γύρω από το σπίτι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Φοβούμαι πως δε μ' αρέσει να κυττάζω ερωτευμένους.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Σηκώνεται). Ω, ελπίζω η Κυρία Σιέβελεϋ θα μείνη δω λιγάκι. Ήθελα να μιλήσω μαζί της για δέκα λεπτά.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Τι καλή που είσαστε. Λαίδη Τσίλτερν! Πιστεύσατέ μου πως τίποτε δεν είναι για με πιο ευχάριστο.
Λαίδη Μάρκων.
Α! χωρίς άλλο κ' οι δυο σας έχετε πολλές ευχάριστες αναμνήσεις να πήτε από τον καιρό του σχολειού. Χαίρετε, αγαπητή Γερτρούδη! θα σας δω απόψε στης Λαίδης Μπόναρ; Αυτή ανεκάλυψε μια νέα θαυμάσια εξυπνάδα. Δεν κάνει... τίποτε όλη την ημέρα. Αυτό είναι μεγάλο κόμφορτ, δεν είναι;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ο Ροβέρτος κ' εγώ θα φάμε στο σπίτι απόψε μονάχοι, και δεν νομίζω πως θα πάω ύστερα πουθενά. Ο Ροβέρτος βέβαια, θάνε στη Βουλή. Μα δεν υπάρχει και τίποτε που ενδιαφέρει απόψε.
Λαίδη Μάρκων.
Θα φάτε στο σπίτι μονάχοι; Κ' είναι καθόλου φρόνιμο; Α, λησμόνησα, ο άνδρας σας αποτελεί εξαίρεσι, ενώ ο δικός μου ακολουθεί πάντα τον γενικόν κανόνα, αυτό ακριβώς που κάνει εμάς τις γυναίκες να γερνούμε γλήγορα.
(Η Λαίδη Μάρκων φεύγει).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Θαυμάσια γυναίκα η Λαίδη Μάρκων δεν είναι; Μιλά περισσότερα και λέει λιγότερα από κάθε άλλον. Δικαιολογεί όλες τις φλυαρίες της Λαίδη Μάρκων. Γι' αυτό και μερικά λόγια της είναι κάπου- κάπου ακατάληπτα. Αυτή είναι γεννημένη για δημόσιος ρήτορας. Τόσο μάλιστα που δεν τη φθάνει ο σύζυγος της, ο οποίος είναι ένας τυπικώτατος Άγγλος χονδροκέφαλος και συχνά ευερέθιστος
Λαίδη Τσίλτερν.
(Δεν της δίνει καμμιά απάντησι, κ' εξακολουθεί να στέκεται. Σε λίγο τα μάτια των δύο γυναικών συναντώνται. Η Λαίδη Τσίλτερν φαίνεται αγριεμένη και ωχρά. Η Κυρία Σιέβελεϋ φαίνεται μάλλον ευχαριστημένη). Κυρία Σιέβελεϋ, νομίζω πως είναι δίκαιο να σας πω ειλικρινέστατα πως, αν ήξερα ποια είσαστε πράγματι, δεν θα σας προσκαλούσα σπίτι μου χθες το βράδυ.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με αναιδές χαμόγελο). Αλήθεια;
Λαίδη Τσίλτερν.
Δεν θα τόκανα.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Βλέπω πως ύστερα από τόσα χρόνιο δεν άλλαξες καθόλου, Γερτρούδη.
Λαίδη Τσίλτερν.
Εγώ ποτέ δεν αλλάζω.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ψηλόνοντες τα φρύδια της). Δεν σε δίδαξε λοιπόν τίποτε η ζωή;
Λαίδη Τσίλτερν.
Μ' εδίδαξε πως ένα πλάσμα που μια φορά κάνει μια άτιμη κ' αχρεία πράξι μπορεί να τη ξανακάνη και δευτέρα φορά, και πρέπει το πλάσμα αυτό να τ' αποφεύγουμε.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Θα εφήρμοζες αυτό τον κανόνα για όλους;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι, για κάθε ένα, χωρίς εξαίρεσι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Τότε σε λυπούμαι, Γερτρούδη, σε λυπούμαι πολύ.
Λαίδη Τσίλτερν.
Καταλαβαίνετε τώρα, είμαι βεβαία, πως για πολλούς λόγους δε μπορεί να υπάρχη καμμιά σχέσι μεταξύ μας όσον καιρό θα μείνετε στο Λονδίνο.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ακουμβά πίσω στο κάθισμα της). Ξέρεις, Γερτρούδη, πως εμέ δε με νοιάζει καθόλου που μιλείς για ηθική. Η ηθική είναι απλώς ένας τρόπος που λαμβάναμε απέναντι προσώπων για τα οποία έχουμε προσωπική αντιπάθεια. Εσύ με αντιπαθείς. Το ξέρω πολύ καλά. Κ' εγώ πάντα σ' αποστρεφόμουν. Και όμως ήρθα εδώ για να σου κάνω μια εκδούλευσι.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Περιφρονητικά). Καθώς την εκδούλευσι πούθελες να κάνης στον άνδρα μου χθες το βράδυ, υποθέτω. Ευχαριστώ το θεό, που τον έσωσα από τέτοια εκδούλευσι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Ανασηκώνεται) Συ ήσουνα που τον έκανες να μου γράψη εκείνο το αναίσχυντο γράμμα; Συ ήσουνα που τον έκανες να παραβή την υπόσχεσί του;
Λαίδη Τσίλτερν.
Ναι.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Τότε πρέπει να τον κάνης να κρατήση την υπόσχεσί του. Σου δίνω καιρόν ως αύριο το πρωί — τίποτε παραπάνω. Αν ως αύριο το πρωί ο σύζυγος σου δεν αναλάβη επισήμως την υποχρέωσι να με βοηθήση στο μεγάλο αυτό σχέδιο που ενδιαφέρομαι...
Λαίδη Τσίλτερν.
Αυτή τη δολία κερδοσκοπία.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Ονόμασέ τηνε όπως θες. Κρατώ τον άνδρα σου μέσα στη φούκτα μου, κι' αν είσαι φρόνιμη θα τον κάνης να πράξη εκείνο που του λέω.
Λαίδη Τσίλτερν.
(Σηκώνεται και πηγαίνει κατ' επάνω της). Είσθε αναίσχυντη. Τι έχει να κάνη μαζί σου ο άνδρας μου; Με μια γυναίκα καθώς εσέ;
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Με πικρό γέλοιο) Σ' αυτό τον κόσμο ο όμοιος τον όμοιο. Επειδή ο άνδρας σου είναι ο ίδιος δόλιος και άτιμος γι' αυτό κ' οι δυο μας κάνουμε ωραίο ζευγάρι. Μεταξύ σου και εκείνου υπάρχει άβυσσος. Εκείνον και μένανε μας συνδέει κάτι περισσότερον από φιλία. Είμαστε εχθροί συνδεδεμένοι μαζί. Το ίδιο αμάρτημα μας ενώνει.
Λαίδη Τσίλτερν.
Πώς τολμάς να βάζης τον άνδρα μου στην αυτή τάξι με σένα; Πώς τολμάς να φοβερίζης εκείνον ή εμένα; Φύγε από το σπίτι μου. Δεν είσαι άξια να είσαι δω μέσα.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν μπαίνει από την πίσω θύρα. Ακούει της συζύγου του τις τελευταίες λέξεις και αντιλαμβάνεται σε ποιαν απευθύνονται. Στο πρόσωπο του χύνεται νεκρική ωχρότης).
Κυρία Σιέβελεϋ.
Το σπίτι σου! Σπίτι αγορασμένο με ατιμία. Σπίτι που καθετί μέσα του πληρώθηκε με απάτη. (Στρέφει γύρω και κυττάζει τον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν). Αρώτησέ τον ποιά ήταν η αρχή του πλούτου! Ας σου πη με ποιο τρόπο επούλησε σε κάποιον χρηματιστή ένα μυστικό του υπουργείου. Μάθε απ' αυτόν σε τι οφείλεις τη θέσι σου.
Λαίδη Τσίλτερν.
Δεν είναι αλήθεια! Ροβέρτε! Δεν είναι αλήθεια!
Κυρία Σιέβελεϋ.
(Τον δείχνει με το δάκτυλό της). Κύτταξέ τον! Μπορεί να τ' αρνηθή; Τολμά να το κάνη;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Πήγαινε! Πήγαινε αμέσως. Ότι κακό μπορούσες να κάνης το έκανες πεια.
Κυρία Σιέβελεϋ.
Κακό; Ακόμα δεν εξώφλησα ούτε μαζί σου, ούτε μαζί της. Σας δίνω και των δύο καιρό ως αύριο το μεσημέρι. Αν ως την ώρα εκείνη δεν κάνετε εκείνο μου σας διέταξα να κάνετε, όλος ο κόσμος θα μάθη το ποιόν του Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν χτυπά το κουδούνι Μπαίνει ο Μέισον).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Οδήγησε έξω την Κυρία Σιέβελεϋ.
(Η Κυρία Σιέβελεϋ ανατινάσσεται· ύστερα υποκλίνεται με κάποιαν υπερβολικήν ευγένεια στη Λαίδι Τσίλτερν, η οποία δεν κάνει κανένα κίνημα αποκρίσεως. Καθώς διαβαίνει από μπροστά στον Σιρ Ρόμπερτ Τσίλτερν, ο όποιος στέκεται κοντά στην θύρα, σταματά για μια στιγμή και τον κυττάζει κατάματα. Κατόπιν βγαίνει έξω, ακολουθουμένη από τον υπηρέτην, ο όποιος κλει την θύρα πίσω του. Ο σύζυγος κ' η σύζυγος μένουν μόνοι. Η Λαίδη Τσίλτερν στέκεται καθώς ένας που βλέπει τρομαχτικό όνειρο. Ύστερα στρέφει γύρω και κυττάζει τον σύζυγο της. Τον κυττάζει με περίεργα μάτια ως να τον έβλεπε για πρώτη φορά).
Λαίδη Τσίλτερν.
Επούλησες ένα μυστικό του Υπουργείου για χρήματα. Άρχησες τη ζωή σου με δόλο! Στερέωσες το στάδιο σου με ατιμία! Ω, έλα πες μου πως δεν είνε αλήθεια! Εμπιστεύσου σε με! Πες μου πως δεν είν' αλήθεια!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Όσα είπεν η γυναίκα αυτή είναι όλα αληθινά. Μ' άκουσε μου, Γερτρούδη. Δεν μπορείς να καταλάβης πως παραπλανήθηκα. Άκου να σου τα πω όλα. (Πηγαίνει κατ' επάνω της).
Λαίδη Τσίλτερν.
Μη με πλησιάζεις. Μη μ' αγγίζεις. Αισθάνομαι ως να μ' έχεις πεια μολύνει για πάντα. Ω! τι μάσκα φορούσες τώρα τόσα χρόνια! ένας κοινός κλέφτης θάταν καλλίτερος. Έβγαλες τον εαυτό σου σε πώλησι και σ' αγόρασεν ο μεγαλείτερος πλειοδότης! Πουλήθηκες μέσα στην αγορά. Ψεύσθηκες μπροστά σ' όλο τον κόσμο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ορμά κατ' επάνω της). Γερτρούδη! Γερτρούδη!
Λαίδη Τσίλτερν.
(Σπρώχνοντάς τον πίσω μ' ανοιχτά χέρια). Όχι, μη μιλάς! Μη λες τίποτα! Η φωνή σου ξυπνά τρομερές αναμνήσεις — αναμνήσεις πραγμάτων που μ' έκαμαν να σ' αγαπήσω — αναμνήσεις λέξεων που μ' έκαμαν να σ' αγαπήσω — αναμνήσεις που τώρα μου είναι φριχτές. Και πόσο σ' ελάτρευα! Ήσουνα για μένα κάτι ξεχωριστό από την κοινή ζωή, ένα πράγμα αγνό, ευγενικό, τίμιο, χωρίς στίγμα. Ο κόσμος μου φαίνουνταν ωραιότερος γιατί σ' αυτόν ήσουνα συ, κ' η καλωσύνη πειο πραγματική γιατί ζούσες εσύ. Και τώρα — ώ, σαν σκέφτομαι πως έκαμα ένα άνδρα καθώς εσέ ιδανικό μου! Το ιδανικό της ζωής μου!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν.
Εδώ ήταν το σφάλμα σου. Εδώ ήταν το λάθος σου. Το λάθος που κάμνουν όλες οι γυναίκες. Γιατί σεις οι γυναίκες να μη μας αγαπάτε με όλα μας τα ελαττώματα; Γιατί να μας ανεβάζετε απάνω σε τερατώδεις στυλοβάτες: Είμαστε όλοι πλασμένοι από πηλό, γυναίκες καθώς και άνδρες· μα όταν εμείς οι άνδρες αγαπούμε γυναίκες, τις αγαπούμε γνωρίζοντας τις αδυναμίες των, τις τρέλλες των, τις ατέλειές των, και για όλ' αυτά ίσως, τις αγαπούμε πιο πολύ. Δεν είναι οι τέλειοι, αλλ' οι ατελείς που έχουν ανάγκην από αγάπη. Όταν πληγωνόμαστε με τα ίδιά μας τα χέρια, ή με τα χέρια των άλλων, τότε μόνον η αγάπη πρέπει νάρθη να μας θεραπεύση — αλλέως για τι άλλο είναι χρήσιμος η αγάπη; Όλα τα αμαρτήματα, η αγάπη πρέπει να τα συγχωρή. Σε όλες τις υπάρξεις, εκτός εκείνων που δεν έχουν αγάπη, η αληθινή αγάπη πρέπει να δίνη συγχώρησι. Έτσι είναι η αγάπη του ανδρός. Οι γυναίκες νομίζουν πως κάνουνε τους άνδρες ιδανικά των. Μα ό,τι κάνουν δεν είναι άλλο παρά ψεύτικα είδωλα. Εσύ μ' έκανες ένα ψεύτικο είδωλο, κ' εγώ δεν είχα το θάρρος να κατέβω, να σου δείξω τις πληγές μου, να σου πω τις αδυναμίες μου. Φοβούμουνα μήπως κέχανα την αγάπη σου, καθώς την έχασα τώρα. Κ' έτσι, χθες το βράδυ εσύ κατέστρεψες εκείνο που η γυναίκα αυτή ζήτησε από μένα· δεν ήταν τίποτε κατά σε ό,τι εκείνη μου πρόσφερε. Μου πρόσφερεν ασφάλεια, ησυχία, σταθερότητα. Το νεανικό μου το αμάρτημα, που το νόμιζα για θαμμένο, ωρθόθηκε τώρα μπροστά μου, φρικαλέο, τρομερό, με τα χέρια του στο λαιμό μου. Μπορούσα να το σκοτώσω για πάντα, να το στείλω πίσω στο μνήμα του, ν' αφανίσω κάθε του σημάδι, να κάψω τη μόνη μαρτυρία εναντία μου. Εσύ μ' εμπόδισες. Κανείς άλλος παρά εσύ, το ξέρεις. Και τώρα τι άλλο με περιμένει παρά του κόσμου η καταφρόνια, το τρομερόν αίσχος, η κοροϊδία του κόσμου, μια μονάχη ατιμασμένη ζωή, κ' ένας μια μέρα, ίσως, ατιμασμένος θάνατος; Ας μη κάνουνε πεια οι γυναίκες ιδανικά τους τους άνδρες! ας μη τους ανεβάζουνε απάνω σε βωμούς και να γονατίζουνε μπροστά τους, γιατί μπορούν να καταστρέψουν άλλες υπάρξεις ολότελα καθώς εσύ — εσύ που τόσο παράφορ' αγαπούσα — κατέστρεψες τη δική μου!
(Διαβαίνει το δωμάτιο. Η Λαίδη Τσίλτερν ορμά κατ' επάνω του. μα η θύρα κλει μόλις φθάση εκεί. Ωχρή από ψυχικόν πόνο, ταραγμένη, απροστάτευτος, λυγίζεται καθώς φυτό μέσ' στα νερά. Τα χέρια της, ανοιγμένα, φαίνονται ως να τρέμουν στον αέρα, καθώς άνθη στον άνεμο. Ύστερα ρίπτεται κάτω δίπλα στο σοφά και κρύβει το πρόσωπό της. Οι λυγμοί της είναι ίδιοι με λυγμούς παιδιού).
Α Υ Λ Α I Α