ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.
Αυτό λοιπόν το είδος του πολιτεύματος, είτε εις τας πόλεις είτε εις τα άτομα, ονομάζω εγώ καλόν· και αν επομένως αυτό είναι το μόνον ορθόν είδος, πάντα τα άλλα θα είναι κακά, είτε περί διοικήσεως πόλεων πρόκειται είτε περί χαρακτήρος της ψυχής ιδιωτών· είναι δε τέσσαρα τον αριθμόν αυτά. — Και ποία είναι;
Και εγώ έμελλον να τα απαριθμήσω κατά σειράν, όπως μου εφαίνετο ότι παρουσιάζονται το ένα κατόπιν του άλλου, ότε ο Πολέμαρχος, ο οποίος εκάθητο ολίγον παραπέρα από τον Αδείμαντον ήπλωσε το χέρι του εις τον ώμον του και τον έσυρε από το φόρεμα; έγυρε και ο ίδιος εμπρός και έτσι σκυμμένος ήρχισε κάτι να του ψιθυρίζη από τα οποία δεν ακούσαμεν άλλο, παρά τούτο μόνον: Θα τον αφήσωμεν λοιπόν να προχωρήση ή θα κάμωμεν τίποτε; — Διόλου μάλιστα, απεκρίθη ο Αδείμαντος, μεγαλοφώνως πλέον. — Τι λοιπόν δεν θα αφήσετε; τον ηρώτησα εγώ τότε. — Εσένα. — Εμένα; και διατί παρακαλώ; — Μας φαίνεται ότι αρχίζεις και χάνεις την διάθεσίν σου και θέλεις να μας στερήσης ολόκληρον τμήμα της συζητήσεως και όχι το ολιγώτερον ενδιαφέρον· ενόμισες φαίνεται ότι θα μας διαφύγης, λέγων απλώς ότι, όσον διά τας γυναίκας και τα τέκνα φανερόν ότι θα είναι κοινά μεταξύ των φίλων. — Και πώς; δεν σου φαίνεται τάχα πως έχω δίκαιον; — Βεβαίως· αλλ' αυτό το δίκαιον όπως και τα άλλα, έχει ανάγκην επεξηγήσεως· διότι αυτή η κοινότης δύναται να εννοηθή κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους· δεν πρέπει λοιπόν να παραλείψης να μας είπης ποίον παραδέχεσαι συ· είναι ώρα τώρα που περιμένομεν με την ελπίδα ότι πάντα θα μας ανέφερες κάπου περί αυτού του ζητήματος, πώς θα γίνεται η τεκνοποίησις, πώς θανατρέφωνται τα παιδιά άμα γεννηθούν και εν γένει περί της κοινότητος αυτής των γυναικών και των τέκνων, που λέγεις· διότι νομίζομεν ότι έχει πολύ να κάμη, ή μάλλον ότι το παν εξαρτάται από αυτό εις την πολιτείαν· τώρα λοιπόν, επειδή συ μεταβαίνεις εις άλλο είδος πολιτεύματος, πριν να διευκρινήσης επαρκώς αυτό το ζήτημα, ελάβαμεν αυτήν την απόφασιν, που ήκουσες, να μη σε αφήσωμεν να προχωρήσης πριν να αναπτύξης και αυτό όπως όλα τα άλλα. — Και εγώ συμμερίζομαι την απόφασίν σας αυτήν, είπεν ο Γλαύκων. — Και όλοι μας εδώ να γνωρίζης ότι είμεθα σύμφωνοι, Σωκράτη, είπε και ο Θρασύμαχος.
— Τι μου εκάμετε, που με εσταματήσετε! τι λόγους και συζητήσεις περί πολιτείας κινείτε πάλιν εξ αρχής! Και εγώ ενόμιζα πως το είχα πλέον διαφύγη και ήμουν πολύ ευχαριστημένος που το παραδεχθήκατε έτσι όπως το είπα τότε· αλλά τώρα με αυτάς σας τας παρακλήσεις δεν ηξεύρετε τι πλήθος συζητήσεων ανακινείτε! και αυτό ακριβώς προέβλεπα εγώ και εζήτησα να το αποφύγω τότε, διά να μη καταντήση πολύ κουραστικόν το πράγμα. — Και τι, είπεν ο Θρασύμαχος, νομίζεις τάχα πως όλοι αυτοί εδώ ήλθαν να λυώσουν μάλαμα, και όχι να ακούσουν λόγους; — Ναι βέβαια, αλλά με το μέτρον. — Δι’ ανθρώπους που έχουν νουν, είπεν ο Γλαύκων, και ολόκληρος η ζωή δεν θα ήτο αρκετή, Σώκρατες, διά να ακούουν τοιούτους λόγους· ώστε μη σε μέλη δι’ ημάς, μόνον μην αποφεύγης εσύ αυτά που σε ερωτώμεν και ανάπτυξέ μας την ιδέαν σου, πώς εννοείς ότι θα γίνεται αυτή η κοινότης των γυναικών και των τέκνων μεταξύ των φρουρών μας, και πώς θα τρέφωνται τα τέκνα από την στιγμήν που θα γεννηθούν, έως να αρχίση η εκπαίδευσίς των, καθ' ην εποχήν ακριβώς έχουν ανάγκην και των επιπονωτέρων φροντίδων^ αυτά λοιπόν προσπάθησε τώρα να μας εξηγήσης.
— Δεν είναι, καλέ μου, εύκολον το πράγμα· και θα κινήση πολύ περισσοτέραν απιστίαν, παρά όλα όσα είπαμεν προηγουμένως· πρώτον κανείς δεν θα πιστεύση, ότι είναι δυνατόν να γίνουν αυτά τα πράγματα, έπειτα, και αν το πιστεύση, δεν θα παραδεχθή ότι είναι το καλύτερον που ημπορεί να γίνη. Δι’ αυτό και εγώ διστάζω να αρχίσω την συζήτησιν, μήπως θεωρηθούν ως ματαία ευχή όσα έχω να είπω. — Μη διστάζης μολαταύτα· αυτοί που πρόκειται να σε ακούσουν, ούτε ανόητοι βέβαια είναι, ούτε άπιστοι, ούτε δα και τόσον κακώς διατεθειμένοι μαζί σου. — Ω καλέ μου, μήπως τάχα θέλης να μου δώσης θάρρος με αυτά που μου λέγεις; — Και βέβαια. — Αι λοιπόν, κάθε άλλο κατορθώνεις με αυτό· διότι αν είχα την πεποίθησιν ότι γνωρίζω αυτά που πρόκειται να ειπώ, θα είχε τότε τον τόπον της και η ενθάρρυνσίς σου· διότι μεταξύ ανθρώπων φρονίμων και φίλων ημπορεί κανείς να ομιλή με βεβαιότητα και θάρρος, όταν έχη να κάμη λόγον περί πραγμάτων σπουδαιοτάτων και ενδιαφερόντων αυτούς, περί της αληθείας των οποίων είναι πεπεισμένος· όταν όμως δεν έχη αυτήν την πεποίθησιν και ζητή να εύρη όσα έχει να είπη, όπως το κάμνω τώρα εγώ, είναι πράγμα επισφαλές, και κινδυνεύει, όχι βέβαια να γίνη γελοίος — διότι αυτός ο φόβος θα ήτο παιδαριώδης — αλλά να παραπλανηθή εις την ζήτησιν της αληθείας και ο ίδιος και να συμπαρασύρη εις την πτώσιν του και τους φίλους του περί πραγμάτων, διά τα οποία δεν επιτρέπεται καμμία πλάνη. Επικαλούμαι δε την Νέμεσιν δι’ όσα πρόκειται να είπω· διότι πιστεύω ότι είναι μικρότερον έγκλημα να γίνη κανείς φονεύς ακουσίως, παρά να εξαπατήση άλλον εις τα ζητήματα αυτά περί του ωραίου, του καλού, του δικαίου και του νομίμου· και να επρόκειτο να διατρέξη κανείς αυτόν τον κίνδυνον απέναντι εχθρών, καλά οπωσδήποτε· αλλ' απέναντι φίλων; ώστε βλέπεις, φίλε Γλαύκων, δεν είναι θάρρος αυτό που μου δίδεις.
Και ο Γλαύκων εμειδίασε και είπεν· — Αλλ' ω Σώκρατες, αν πάθωμεν τίποτε κακόν από τους λόγους σου, υποσχόμεθα να μη σε καταδιώξωμεν, όπως επί φόνου, και να μη σε θεωρήσωμεν απατεώνα· πάρε λοιπόν θάρρος και άρχισε. — Αλλά πράγματι προκειμένου και περί φόνου θεωρείται αθώος ο συγχωρηθείς, συμφώνως με τον νόμον· είναι λοιπόν ίσως εύλογον το ίδιον να συμβαίνη και με την ιδικήν μας περίστασιν. — Λέγε λοιπόν τώρα χωρίς αυτόν τον φόβον.
— Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος να γυρίζω τώρα πάλιν οπίσω εις ζήτημα, το οποίον έπρεπεν ίσως να πραγματευθώ τότε, που παρουσιάσθη εις την σειράν του. Ημπορεί ίσως να είναι αυτό και ορθόν, αφού ετελείωσε πλέον όλως διόλου το ανδρικόν δράμα, να τελειώνωμεν τώρα και το γυναικείον, αφού άλλως τε συ το προκαλείς. Δι’ ανθρώπους λοιπόν και εκ φύσεως και εξ ανατροφής τοιούτους, όπως ημείς τους ελάβαμεν, δεν έχομεν κατά την ιδέαν μου να ορίσωμεν τίποτε άλλο, ως προς την κτήσιν και την χρήσιν των γυναικών και των τέκνων, παρά να ακολουθήσουν τον ίδιον δρόμον, που εχαράξαμεν εκ μιας αρχής· επεχειρήσαμεν δε να παραστήσωμεν τους άνδρας ως φύλακας μιας αγέλης. — Μάλιστα. — Ας ακολουθήσωμεν λοιπόν αυτήν την ιδέαν και ας παραδεχθώμεν και διά τας γυναίκας την αυτήν φύσιν και ανατροφήν διά να ίδωμεν αν θα μας επιτύχη ή όχι. Πώς δηλαδή; — Κατ' αυτόν τον τρόπον· τα θηλυκά των σκύλων νομίζομεν ότι πρέπει να φυλάττουν τα ποίμνια, όπως και τα αρσενικά, και να κυνηγούν μαζί και να κάμνουν τα πάντα από κοινού, ή απεναντίας να μένουν μέσα, διότι προορισμός των είναι να γεννούν και να τρέφουν τα μικρά τους και δεν έχουν επομένως την δύναμιν να συμμετέχουν εις τους κόπους, που απαιτεί η φύλαξίς των ποιμνίων; — Όλα από κοινού· εκτός ότι μεταχειριζόμεθα πάντα τα θηλυκά ως ασθενέστερα, τα δε αρσενικά ως ισχυρότερα. — Και είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν εις την ιδίαν εργασίαν ένα ζώον, αν δεν το αναθρέψωμεν και το γυμνάσωμεν κατά τον ίδιον τρόπον; — Δεν είναι δυνατόν. — Εάν θέλωμεν λοιπόν να μεταχειρισθώμεν και τας γυναίκας, όπως τους άνδρας, πρέπει να διδάξωμεν τα ίδια και αυτάς. — Ναι. — Τους άνδρας τους ανεθρέψαμεν διά της μουσικής και της γυμναστικής. — Ναι. — Πρέπει επομένως και εις τας γυναίκας να εφαρμόσωμεν αυτάς τας δύο τέχνας, να τας γυμνάσωμεν εις τα πολεμικά και να τας χρησιμοποιούμεν εις όλα, όπως και τους άνδρας. — Αυτό τουλάχιστον εξάγεται από όσα λέγεις.
— Ίσως όμως πολλά από αυτά, που λέγομεν τώρα, εις την πράξιν να εφαίνοντο γελοία, διότι είναι εναντία προς τας συνηθείας μας. — Πολύ μάλιστα. — Και τι βλέπεις εις όλα αυτά το πλέον γελοίον; δεν θα είναι βέβαια το να γυμνάζωνται εις τας παλαίστρας γυμναί μαζί με τους άνδρας αι γυναίκες, όχι μόνον αι νέαι, αλλά και αι ηλικιωμέναι ακόμη, καθώς οι γέροντες εκείνοι που ευρίσκουν ακόμη ευχαρίστησιν εις αυτά τα γυμνάσια, αν και είναι καταζαρωμένοι και όχι πολύ ευχάριστοι να τους βλέπη κανείς; — Ναι, μα την αλήθειαν πολύ γελοίον θα εφαίνετο με τα τωρινά μας ήθη. — Αλλ' αφού μίαν φοράν εξεκινήσαμεν, δεν πρέπει βέβαια να μας σταματήσουν τα σκώμματα των αστείων και των εξύπνων, όσα και αν έχουν να λέγουν δι’ αυτήν την μεταβολήν, όταν θα βλέπουν τας γυναίκας να καταγίνωνται με τα γυμνάσια και την μουσικήν, με τον χειρισμόν των όπλων και με την ιππασίαν. — Σωστά λέγεις. — Αφού λοιπόν εξεκινήσαμεν, ας μη λαμβάνωμεν υπ’ όψιν την τραχύτητα του νόμου αυτού, αλλ' ας ακολουθήσωμεν τον δρόμον μας· θα παρακαλέσωμεν μόνον τους κυρίους αυτούς, να αφήσουν την συνειθισμένην των εργασίαν, διά να σπουδαιολογήσουν μίαν φοράν, και θα τους υπενθυμίσωμεν, ότι δεν είναι πολύς καιρός, που εθεώρουν και οι Έλληνες, όπως ακόμη σήμερον οι περισσότεροι των βαρβάρων, αισχρόν και γελοίον το θέαμα ενός ανθρώπου γυμνού, και όταν ήρχισαν να ασκούνται γυμνοί, πρώτοι μεν οι Κρήτες, έπειτα δε οι Λακεδαιμόνιοι, είχον κάποιον δικαίωμα οι αστείοι της εποχής εκείνης να διακωμωδούν όλα αυτά· ή δεν το παραδέχεσαι; — Βεβαίως. — Αφού όμως η πείρα κατέδειξεν ότι ήτο προτιμότερον να ασκούνται γυμνοί παρά να συγκαλύπτουν όλα εκείνα τα μέρη του σώματος, έπαυσε πλέον να θεωρήται αισχρόν διά τους οφθαλμούς εκείνο το οποίον ο ορθός λόγος εφανέρωσεν ως καλύτερον· και τοιουτοτρόπως απέδειξε συνάμα ότι είναι ανόητος και επιπόλαιος εκείνος, ο οποίος θεωρεί άλλο τίποτε γελοίον παρά το κακόν, και εκείνος όστις ζητεί να διακωμωδή τα πράγματα από άλλην όψιν ή την όψιν της κακίας και ανοησίας, και εκείνος ο οποίος επιδιώκει το καλόν αποβλέπων προς άλλο τι ή προς αυτό το καλόν. — Έχεις απολύτως δίκαιον.
— Δεν πρέπει λοιπόν εις αυτό πρώτον να συμφωνήσωμεν περί των συζητουμένων, εάν είναι πράγματα δυνατά ή όχι, και να δώσωμεν ελευθερίαν, όποιος θέλει, είτε άνθρωπος φιλοπαίγμων είτε σοβαρός, να εξετάση μαζί μας αν η ανθρωπίνη φύσις η γυναικεία είναι ικανή να λάβη μέρος εις όλα τα έργα του ανδρός, ή εις κανένα, ή εις μερικά μεν είναι ικανή, εις άλλα δε όχι, και τέλος εις ποίαν από αυτάς τας δύο κατηγορίας ανήκει και η περί τα πολεμικά ενασχόλησις και αν κατ' αυτόν τον τρόπον αρχίσωμεν τόσον καλά την εξέτασιν αυτήν, δεν είναι επόμενον επίσης καλά και να την τελειώσωμεν; — Και πολύ μάλιστα. — Θέλεις λοιπόν ημείς μεταξύ μας να αναλάβωμεν και το πρόσωπον των αντιφρονούντων, διά να μη πολεμούνται τα επιχειρήματά των ανυπεράσπιστα; — Τίποτε δεν μας εμποδίζει. — Θα ημπορούσαμεν λοιπόν να είπωμεν ως από μέρους των: ω Σωκράτη και Γλαύκων, δεν είναι καμμία ανάγκη να αναιρέσουν άλλοι τους ισχυρισμούς σας· διότι σεις οι ίδιοι εξ αρχής, όταν εθεμελιώνετε την πόλιν σας, ωρίσατε, ότι συμφώνως έκαστος προς την φύσιν του πρέπει να περιορίζεται εις ένα και μόνον έργον. — Πράγματι αυτό ωρίσαμεν· και πώς όχι; — Αλλά δύναται να υπάρξη μεγαλυτέρα διαφορά από αυτήν που υφίσταται μεταξύ της φύσεως του ανδρός και της γυναικός; — Υπάρχει πράγματι μεγίστη. — Δεν πρέπει λοιπόν να τους αναθέσωμεν όλως διόλου διάφορα έργα αναλόγως της φύσεως αυτών; — Πώς όχι; — Δεν περιπίπτετε λοιπόν εις προφανή αντίφασιν με τους εαυτούς σας και δεν σφάλλεσθε, όταν ισχυρίζεσθε τώρα, ότι πρέπει να επιδίδωνται άνδρες και γυναίκες εις τα ίδια έργα, παρ' όλην την μεγίστην φυσικήν διαφοράν που τους χωρίζει; θα έχης τίποτε να απαντήσης εις αυτά, αγαπητέ Γλαύκων; — Έτσι βέβαια εξ απρόοπτου δεν είναι πολύ εύκολον· αλλά θα σε παρακαλέσω και σε παρακαλώ να αναλάβης συ να απαντήσης και εκ μέρους μας ό,τι έχεις να απαντήσης.
— Αυτά και άλλα πολλά τοιαύτα είναι που προέβλεπα εγώ εξ αρχής και εδίσταζα να εγγίσω αυτό το θέμα περί των γυναικών και των τέκνων. — Και πράγματι, μα την αλήθειαν, δεν ομοιάζει πολύ εύκολον. — Όχι βέβαια· το πράγμα όμως είναι έτσι· είτε πέση κανείς μέσα εις μικράν δεξαμενήν είτε μέσα εις το μεγαλύτερον πέλαγος, ουχ' ήττον όμως κολυμβά και εις την μίαν και εις την άλλην περίστασιν. — Βεβαίως. — Και ημείς λοιπόν πρέπει να κολυμβήσωμεν και να δοκιμάσωμεν να σωθούμεν από αυτήν την συζήτησιν, με την ελπίδα ότι ημπορεί να ευρεθή κανένας δελφίν να μας πάρη εις την ράχιν του, ή να παρουσιασθή καμμία άλλη απροσδόκητος σωτηρία. — Πολύ ενδεχόμενον. — Έλα λοιπόν, μήπως εύρωμεν καμμίαν διέξοδον· είμεθα αληθώς σύμφωνοι, ότι εκάστη φύσις έχει και ίδιον προορισμόν και ότι άλλη είναι η φύσις του ανδρός και άλλη της γυναικός· και μολαταύτα λέγομεν τώρα ότι αυταί αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να επιδίδωνται εις τα ίδια έργα· αυτά δεν είναι που μας κατηγορείτε; — Μάλιστα.
— Τι θαυμασίαν δύναμιν που έχει, Γλαύκων, η τέχνη της αντιλογίας! — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι, μου φαίνεται, πολλοί περιπίπτουν εις αυτήν χωρίς να το εννοούν και νομίζουν ότι συζητούν, ενώ πράγματι απλώς αντιλέγουν ο ένας εις τον άλλον· και τούτο συμβαίνει διότι δεν ημπορούν να αναλύσουν μίαν έννοιαν εις τα διάφορα στοιχεία της, αλλά την λαμβάνουν κατά γράμμα και προσπαθούν να της εύρουν αντιλογίαν, μεταβάλλοντες τοιουτοτρόπως την συζήτησιν εις έριδα. — Πράγματι πολλοί το παθαίνουν αυτό· αλλά μήπως συμβαίνει τάχα και με ημάς το ίδιον τώρα; — Όλως διόλου· και κινδυνεύομεν, χωρίς να το θέλωμεν, να παρασυρθώμεν εις αυτό το πάθημα. — Πώς; — Την έννοιαν, ότι τα επιτηδεύματα πρέπει να είναι διάφορα αναλόγως της διαφοράς των φύσεων, την λαμβάνομεν, ως γενναίοι οπαδοί της αντιλογικής, κατά γράμμα, χωρίς διόλου να έχωμεν εξετάση προηγουμένως εις τι έγκειται η διαφορά αύτη, ούτε τι είχαμεν υπ’ όψιν μας όταν ωρίζαμεν, ότι αι διαφορετικαί φύσεις πρέπει να έχουν διαφορετικά έργα και αι αύται φύσεις τα αυτά έργα. — Πραγματικώς δεν το εξετάσαμεν. — Και κατά συνέπειαν έχομεν πλήρες το δικαίωμα, καθώς φαίνεται, να ερωτήσωμεν, εάν είναι της αυτής φύσεως οι φαλακροί και οι μαλλιαροί, και αφού συμφωνήσωμεν, ότι είναι διαφορετικής φύσεως, εάν οι φαλακροί έξαφνα καταγίνωνται εις την υποδηματοποιίαν, να μην επιτρέπωμεν αυτήν την ιδίαν εργασίαν εις τους μαλλιαρούς και τανάπαλιν. — Θα ήτο όμως γελοίον το πράγμα. — Και θα είναι δι’ άλλον λόγον άραγε γελοίον, παρά διότι δεν ελαμβάναμεν τότε την ιδίαν ή την διαφορετικήν φύσιν απολύτως, αλλά την περιωρίζαμεν εις εκείνο μόνον το είδος της διαφοράς και της ομοιότητος, το οποίον απέβλεπεν εις τα αυτά επαγγέλματα; παραδείγματος χάριν ελέγαμεν τότε, ότι είναι της αυτής φύσεως ο ιατρός και ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος διά την ιατρικήν ή δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Και διαφορετικής φύσεως ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την ιατρικήν, και ο άνθρωπος ο κατάλληλος διά την ξυλουργικήν; — Αναμφιβόλως. — Εάν λοιπόν ευρέθη ότι η φύσις του ανδρός και της γυναικός διαφέρουσιν ως προς τέχνην τινά ή άλλην εργασίαν, θα συμπεράνωμεν ότι δεν δύνανται να είναι αύται κοιναί και εις τα δύο φύλα· εάν δε η διαφορά έγκειται απλώς και μόνον εις το ζήτημα της τεκνοποιήσεως, δεν θα θεωρήσωμεν διά τούτο ως αποδεδειγμένον πράγμα, ότι η γυναίκα διαφέρει από τον άνδρα ως προς το σημείον, περί του οποίου τώρα κάμνομεν ημείς εδώ λόγον, και δεν θα επιμείνωμεν ολιγώτερον εις τον ισχυρισμόν μας, ότι πρέπει να καταγίνωνται εις τα αυτά και οι πολεμισταί μας και αι γυναίκες των. — Και πολύ σωστά.
— Κατόπιν λοιπόν τούτων δεν θα ερωτήσωμεν τους αντιλέγοντας να μας διδάξουν, ποία είναι η τέχνη ή ποίον είναι το επάγγελμα εκ των εξασκουμένων εις μίαν πόλιν, ως προς το οποίον δεν είναι η αυτή, αλλά διαφέρει η φύσις του ανδρός και της γυναικός; Δικαία ερώτησις. — Μήπως όμως ευρεθή και άλλος, όπως έκαμες και συ προ ολίγου, να μας απαντήση, ότι δεν είναι μεν εύκολον να δοθή ικανοποιητική απόκρισις εκ του προχείρου, κατόπιν όμως μικράς σκέψεως δεν θα ήτο καθόλου δύσκολον; — Ίσως. — Θέλεις όμως να τον παρακαλέσωμεν να μας παρακολουθήση, μήπως κατορθώσωμεν ημείς να του αποδείξωμεν, ότι δεν υπάρχει κανένα έργον εις την πόλιν, το οποίον να ανήκη ειδικώς εις την γυναίκα; — Μάλιστα. — Έλα λοιπόν, θα του ειπούμεν, να μας απαντήσης· δεν είναι αυτή, κατά την ιδέαν σου, η διαφορά μεταξύ ενός ευφυούς και ενός αφυούς ανθρώπου, ότι ο μεν πρώτος μανθάνει εύκολα ένα πράγμα, ο δε άλλος δύσκολα; και ότι ο ένας, από το μικρόν που έμαθε, είναι ικανός να δημιουργήση ολόκληρον σειράν σχετικών γνώσεων, ενώ ο άλλος μ' όλην του την μεγάλην μάθησιν και επιμέλειαν δεν ημπορεί ούτε όσα έμαθε να συγκρατήση; και ότι ακόμη του μεν πρώτου και αι σωματικαί του διαθέσεις εξυπηρετούν την διάνοιαν, του δευτέρου δε απεναντίας της παρεμβάλλουν προσκόμματα; αυτά είναι, ή τίποτε άλλα, που διακρίνουν, κατά την ιδέαν σου, τον ευφυή άνθρωπον από τον αφυή; — Κανείς δεν θα έχη να ειπή άλλα. — Γνωρίζεις τώρα τίποτε από όσα καταγίνονται οι άνθρωποι, εις το οποίον να μην έχουν οι άνδρες όλας αυτάς τας ιδιότητας εις πολύ ανώτερον βαθμόν από τας γυναίκας; ή νομίζεις πως θα άξιζε τον κόπον να κάμωμεν μακρότερον λόγον περί της υφαντουργίας και μερικών ειδών της μαγειρικής, εις τα οποία κάτι δα φαίνεται πως είναι και αι γυναίκες, και όπου θα ήτο η μεγαλυτέρα των εντροπή να φαίνωνται κατώτεραι από τους άνδρας; — Έχεις δίκαιον πράγματι να λέγης ότι εις όλα, γενικώς ειπείν, υπολείπονται κατά πολύ αι γυναίκες από τους άνδρας· βεβαίως υπάρχουν πολλαί γυναίκες ανώτεραι εις πολλά από τους άνδρας· το γενικόν όμως είναι όπως συ λέγεις.
— Δεν υπάρχει επομένως, φίλε μου, κανένα, έργον, από όσα εξασκούνται εις μίαν πόλιν, το οποίον να προσιδιάζη αποκλειστικώς εις την γυναίκα, ούτε αποκλειστικώς εις τον άνδρα, αλλ' αι φυσικαί προδιαθέσεις έχουν εξ ίσου απονεμηθή και εις τα δύο φύλα, και δι’ όλα μεν τα έργα είναι εκ φύσεως ικανή η γυναίκα, δι’ όλα δε και ο άνδρας, απλώς μόνον ότι η γυναίκα είναι εις όλα κατωτέρα και ασθενεστέρα του ανδρός. — Αυτό είναι βέβαιον. — Τα πάντα λοιπόν θα τα αναθέσωμεν εις τον άνδρα, και τίποτε δεν θα αφήσωμεν διά την γυναίκα; — Πώς γίνεται; — Δεν υπάρχουν πράγματι, θα είπωμεν, και γυναίκες κατάλληλοι διά την ιατρικήν και την μουσικήν, και άλλαι το εναντίον; — Πώς όχι; — Και άλλαι που έχουν φυσικήν προδιάθεσιν διά την γυμναστικήν, διά τον πόλεμον, και άλλαι πάλιν που δεν έχουν καμμίαν; — Το πιστεύω. — Η και φιλόσοφοι και ανδρείαι, και άλλαι όλως διόλου το εναντίον; — Σωστόν και αυτό. — Υπάρχουν επομένως και γυναίκες ικαναί εκ φύσεως διά την φρούρησιν της πόλεως, και άλλαι όχι· διότι η φιλοσοφία και η ανδρεία δεν είναι αι δύο ιδιότητες επί τη βάσει των οποίων εξελέξαμεν και τους φρουρούς μας; — Μάλιστα. — Ώστε η φύσις της γυναικός είναι επίσης κατάλληλος διά την φρούρησιν της πόλεως, όπως και του ανδρός, και η μόνη διαφορά έγκειται εις τον μεγαλύτερον ή μικρότερον βαθμόν της ικανότητος. — Φαίνεται.
— Τοιαύτας λοιπόν γυναίκας πρέπει να εκλέγουν οι τοιούτοι άνδρες διά να συνοικούν μαζί των και να συμμετέχουν εις την φρούρησιν της πόλεως, αφού είναι ικαναί προς τούτο και έχουν την αυτήν φυσικήν προδιάθεσιν. — Χωρίς άλλο. — Εις τας αυτάς δε φυσικάς προδιαθέσεις δεν πρέπει να ορίζωμεν και τας αυτάς ενασχολήσεις και τα αυτά έργα; — Τα αυτά.
— Ιδού λοιπόν που επεστρέψαμεν εις το σημείον, από το οποίον ανεχωρήσαμεν, και ευρέθημεν σύμφωνοι πάλιν, ότι δεν είναι εναντίον της φύσεως να επιδίδωνται αι γυναίκες των φρουρών μας εις την μουσικήν και την γυμναστικήν. — Βεβαιότατα. — Ώστε ο νόμος, τον οποίον ηθέλαμεν να θεσπίσωμεν, αφού είναι σύμφωνος προς την φύσιν, δεν αποβλέπει εις πράγματα αδύνατα, ουδέ ομοιάζει με ευσεβή απλώς πόθον· αλλ' απεναντίας, όπως γίνονται τα πράγματα σήμερον, είναι, καθώς φαίνεται, παρά φύσιν. — Φαίνεται. — Το ζήτημά μας λοιπόν ήτο να εξετάσωμεν, εάν είναι δυνατά αυτά τα πράγματα, και αν συγχρόνως είναι και τα καλύτερα. — Μάλιστα. — Και ότι μεν είναι δυνατά το παρεδέχθημεν ήδη και εσυμφωνήσαμεν. — Ναι. — Δεν υπολείπεται λοιπόν τώρα να αποδειχθή, ότι είναι και τα καλύτερα; — Φανερόν. — Λοιπόν, διά να καταστήσωμεν την γυναίκα ικανήν προς φρούρησιν της πόλεως, άλλη ανατροφή θα μας χρειασθή, παρά διά τους άνδρας, αφού μάλιστα πρόκειται να επενεργήση επί της αυτής φυσικής προδιαθέσεως; — Όχι βέβαια άλλη, — Και τι φρονείς, παρακαλώ, δι’ αυτό που θα σε ερωτήσω; — Ποίον; — Παραδέχεσαι ότι όλοι οι άνδρες είναι όμοιοι κατά την αξίαν, ή άλλος είναι καλύτερος και άλλος χειρότερος; — Αυτό βέβαια. — Εις την πόλιν λοιπόν, που εθεμελιώσαμεν, φρονείς ότι τους φρουρούς, με την εκπαίδευσιν που τους εδώσαμεν, τους εκάμαμεν καλυτέρους από τους υποδηματοποιούς, όπως εξεπαιδεύθησαν και εκείνοι εις την τέχνην των; — Γελοία είναι η ερώτησίς σου — Εννοώ· και από τους άλλους πολίτας δεν είναι αυτοί οι καλύτεροι; — Και πολύ μάλιστα. — Και αι γυναίκες των δεν θα είναι καλύτεραι από τας γυναίκας όλων των άλλων; — Πολύ καλύτεραι και αυταί. — Και υπάρχει τίποτε συμφερώτερον διά μίαν πόλιν, παρά να ευρίσκωνται εις αυτήν όσον το δυνατόν καλύτεροι άνδρες και γυναίκες; — Δεν υπάρχει. Και εις αυτό το αποτέλεσμα δεν θα φθάσουν καλλιεργούντες την μουσικήν και την γυμναστικήν, καθ' όν τρόπον ημείς είπομεν; — Πώς όχι; — Ώστε βλέπεις ότι ο νόμος, που εθέσαμεν, όχι μόνον δυνατός είναι, αλλά και άριστος διά την πόλιν. — Μάλιστα.
— Οφείλουν λοιπόν αι γυναίκες των φρουρών και να γυμνωθούν, αφού αντί παντός άλλου φορέματος θα είναι ενδεδυμέναι την αρετήν, και να λαμβάνουν μέρος εις τον πόλεμον και εις την φρούρησιν της πόλεως, χωρίς εις τίποτε άλλο να καταγίνωνται· μόνον, θα αναθέτωμεν εις αυτάς τα ελαφρότερα εκ των έργων τούτων, διά την αδυναμίαν του φύλου των· εκείνος δε ο οποίος θα περιγελά διά την γύμνωσιν των γυναικών, αι οποίαι θα γυμνάζωνται δι’ ένα τόσον καλόν σκοπόν, άμεστον θα τρυγά της γνώσεως του γελοίου τον καρπόν, και δεν γνωρίζει, καθώς φαίνεται, διατί γελά, ούτε τι κάμνει· διότι έχει και θα έχη πάντοτε ισχύν το αξίωμα, ότι το μεν ωφέλιμον είναι καλόν, το δε βλαβερόν αισχρόν. — Βεβαιότατα.
— Αυτό λοιπόν είναι το πρώτον, ούτως ειπείν, κύμα, το οποίον διεφύγαμεν εις την περί των γυναικών συζήτησίν μας, ούτως ώστε να μη καταποντισθώμεν υπ’ αυτού νομοθετούντες, ότι πρέπει από κοινού να πράττουν τα πάντα οι φρουροί μας και αι γυναίκες των, αφού εξήχθη αφ' εαυτού το λογικόν συμπέρασμα ότι και δυνατά είναι αυτά και ωφέλιμα. — Και δεν είναι μικρόν το κύμα, που διέφυγες. — Θα ειπής όμως ότι δεν ήτο και πολύ μεγάλον, όταν θα ίδης αυτό, που έρχεται τώρα. — Λέγε, να το ιδούμεν. — Συνέπεια του νόμου τούτου και των άλλων των προηγουμένων, είναι, καθώς μου φαίνεται, ο εξής. — Ποίος; — Αι γυναίκες των πολεμιστών μας όλαι θα είναι κοιναί δι’ όλους, και καμμία δεν θα συνοική ιδιαιτέρως με κανένα· επίσης και τα τέκνα θα είναι κοινά, και ούτε ο γονεύς θα γνωρίζη το τέκνον του, ούτε το τέκνον τον γονέα του. — Πολύ δυσκολώτερον πράγματι να πιστευθή αυτός ο νόμος, κατά πόσον είναι δυνατός και ωφέλιμος. — Νομίζω ότι ως προς το ωφέλιμον δεν θα γεννηθώσι μεγάλαι αντιρρήσεις, ότι δεν είναι μέγιστον αγαθόν η κοινότης των γυναικών και των τέκνων, εάν είναι δυνατή· αλλά φρονώ ότι περί αυτού ακριβώς του δυνατού θα εγερθώσιν αι μεγαλύτεραι αμφισβητήσεις. — Και τα δύο θα ημπορούσε κάλλιστα ν' αμφισβητηθούν. — Συνεμάχησαν λοιπόν και τα δύο εναντίον μου· και εγώ ενόμιζα ότι θα εγλύτωνα τουλάχιστον από το ένα, εάν ήθελες συμφωνήση ότι είναι ωφέλιμον, και θα μου υπελείπετο μόνον να συζητήσω περί του δυνατού ή μη. — Το επήρα είδησιν, ότι ήθελες να μου διαφύγης· θα δώσης όμως τώρα λόγον και διά τα δύο.
— Θα υποστώ και αυτήν την ποινήν· μόνον μίαν μικράν χάριν θα σου ζητήσω· άφησέ με να δώσω αυτήν την εορτήν εις τον εαυτόν μου, όπως τα νωθρά εκείνα πνεύματα που συνηθίζουν να τρέφωνται με την φαντασίαν των, όταν αφήνουν τον νουν των να τρέχη· γνωρίζεις βέβαια ότι οι τοιούτοι, πριν να καλοεξετάσουν διά τινος μέσου θα επιτύχουν κάτι που έχουν εις την κεφαλήν των, διά να μη κουράζωνται σκεπτόμενοι κατά πόσον είναι τούτο δυνατόν ή όχι, το λαμβάνουν ως υπάρχον ήδη, σύμφωνα με την επιθυμίαν των, και αρχίζουν πλέον να τακτοποιούν τα επίλοιπα, και χαίρουν προκαταβολικώς λογαριάζοντες το τι έχουν να κάμουν κατόπιν, και — αυξάνουν μόνον ακόμη περισσότερον την φυσικήν νωθρότητα της ψυχής των. Έτσι και εγώ τώρα αποδειλιώ εμπρός εις τας δυσκολίας, και θέλω να αναβάλω δι’ άλλοτε να εξετάσω κατά πόσον είναι δυνατά αυτά που λέγω· τα λαμβάνω όμως επί του παρόντος ως δυνατά και έρχομαι να ίδω, αν μου το επιτρέπης, ποία μέτρα θα λάβουν οι άρχοντες διά την εφαρμογήν των, και να αποδείξω ότι τίποτε δεν θα είναι ωφελιμώτερον και διά τους φρουρούς και διά την πόλιν· εις αυτήν λοιπόν πρώτον την εξέτασιν θα προβώ μαζί σου και κατόπιν βλέπομεν και διά τα άλλα, αν το επιτρέπης. — Το επιτρέπω, μόνον άρχισε.
— Νομίζω λοιπόν ότι εάν οι άρχοντές μας θα είναι άξιοι του ονόματος τούτου, κατά τον ίδιον δε λόγον και οι πολεμισταί μας, θα θέλουν πάντοτε αυτοί μεν να κάμνουν ό,τι τους προστάττουν, εκείνοι δε να προστάττουν ό,τι επιβάλλει ο νόμος, ή ό,τι συμφωνεί με το πνεύμα του νόμου, εις τας περιστάσεις που θα τους επιτρέψωμεν να το κρίνουν μόνοι των. — Φυσικά. — Συ λοιπόν ο νομοθέτης, όπως εξέλεξες τους άνδρας, τοιουτοτρόπως θα εκλέξης και τα γυναίκας και θα τας παραδώσης να συμφωνούν όσον το δυνατόν κατά τους χαρακτήρας των. Επειδή δε θα έχουν και τας οικίας και τα συσσίτια κοινά, και κανείς δεν θα έχη τίποτε από αυτά ιδιαιτέρως, θα είναι όλοι μαζί, και επειδή θα είναι τοιουτοτρόπως ανακατωμένοι και εις τα γυμνάσια και παντού αλλού, θα οδηγηθούν, νομίζω, από την έμφυτον ανάγκην να ζευγαρωθούν· ή δεν το παραδέχεσαι ότι κατ' ανάγκην θα συμβή αυτό; — Κατ' ανάγκην μάλιστα, όχι γεωμετρικήν βέβαια, αλλ' ερωτικήν, η οποία έχει πολύ μεγαλυτέραν δύναμιν από εκείνην, να πείθη και να ελκύη τον πολύν λαόν.
— Πολύ σωστά· αλλά, Γλαύκων, να γίνωνται αι ενώσεις αύται χωρίς καμμίαν τάξιν, ή να κάμνουν οτιδήποτε άλλο, δεν είναι πράγμα θεμιτόν εις πόλιν ανθρώπων ευτυχών, ούτε θα το επιτρέψουν οι άρχοντες. — Μάλιστα· διότι δεν είναι δίκαιον. — Κατόπιν τούτου είναι προφανές, ότι θα κάμωμεν γάμους όσον ημπορούμεν περισσότερον ιερούς· θα είναι δε ιεροί οι ωφελιμώτατοι. — Βεβαίως. — Αλλά πώς θα είναι ωφελιμώτατοι; αυτό θα μας το ειπής συ, Γλαύκων· διότι βλέπω εις την οικίαν σου και σκύλους κυνηγετικούς και πάμπολλα θηρευτικά πτηνά· άραγε έδωσες καμμίαν προσοχήν εις τους γάμους των και εις τας παιδοποιίας των; — Τι δηλαδή; — Πρώτον μεν μεταξύ των ζώων τούτων, αν και όλα είναι από καλόν γένος, δεν υπάρχουν μερικά τα οποία είναι και γίνονται καλύτερα από τα άλλα; — Μάλιστα. — Και σου τεκνοποιούν όλα αδιακρίτως, ή φροντίζεις να αποκτήσης μικρά από τα καλύτερα ζώα; Από τα καλύτερα. — Από τα νεώτερα, από τα γεροντότερα, ή από εκείνα που ευρίσκονται εις την ακμήν της ηλικίας των; — Από αυτά τα τελευταία. — Και αν δεν λάβης αυτήν την πρόνοιαν, νομίζεις ότι πολύ γρήγορα θα εκφυλισθή το γένος των σκύλων και των πτηνών σου; — Βεβαίως. — Το ίδιον νομίζεις και διά τους ίππους και δι’ όλα εν γένει τα ζώα; — Θα ήτο άτοπον να πιστεύω το εναντίον.
— Πωπώ, αγαπητέ μου φίλε, πόσον μεγάλην ικανότητα λοιπόν πρέπει να έχουν οι άρχοντές μας, εάν το ίδιον συμβαίνη και με τους ανθρώπους! — Αλλά το ίδιον βέβαια· διατί όμως; — Διότι θα γίνη ανάγκη να μεταχειρίζωνται πολλά φάρμακα· ένας ιατρός κοινός, και ο χειρότερος ακόμη, νομίζομεν ότι αρκεί, όταν πρόκειται δι’ ασθενείς, που δεν έχουν ανάγκην από φάρμακα, αλλ' απλώς από δίαιταν· όταν όμως είναι ανάγκη να ορίση και φάρμακα, γνωρίζομεν ότι χρειάζεται μεγαλυτέρας αξίας ιατρός. — Είναι αλήθεια· αλλά διατί τα λέγεις αυτά; — Ιδού διατί· φαίνεται ότι θα γίνη ανάγκη να καταφεύγουν συχνά εις το ψεύδος και την απάτην οι άρχοντές μας, προς ωφέλειαν των πολιτών· είπομεν δε ότι ενίοτε είναι χρήσιμα και αυτά, ως είδος φαρμάκου. — Και πολύ ορθά. — Αυτό λοιπόν το ορθόν, που λέγεις, φαίνεται ότι έχει όχι μικράν πέρασιν εις τους γάμους και εις τας παιδοποιίας. — Πώς δηλαδή; — Είναι ανάγκη, συμφώνως με όσα παρεδέχθημεν, αι ερωτικαί συναντήσεις μεταξύ των αρίστων εκ των δύο φύλων να γίνωνται όσον το δυνατόν συχνότεροι, το εναντίον δε μεταξύ των κατωτέρων· και να ανατρέφωνται μεν τα τέκνα των πρώτων, όχι όμως και των άλλων, εάν δεν θέλωμεν να εκφυλισθή το ποίμνιόν μας· και όλα αυτά πρέπει να γίνωνται χωρίς να γνωρίζη κανείς άλλος τίποτε, εκτός μόνον των αρχόντων, εάν εννοούμεν πάλιν να μείνη αδιατάρακτος η ειρήνη μεταξύ της αγέλης των πολεμιστών. — Ορθότατα.
— Θα γίνη λοιπόν ανάγκη να νομοθετήσωμεν μερικάς εορτάς, εις τας οποίας θα συναθροίζωμεν τους γαμβρούς και τας νύμφας· θα τας συνοδεύωμεν με θυσίας και ύμνους, τους οποίους θα συνθέτουν οι ποιηταί, εμπρέποντας εις την ιερότητα των τελουμένων γάμων· θα αφήσωμεν εις τους άρχοντας το δικαίωμα να κανονίζουν τον αριθμόν των γάμων, διά να διατηρούν πάντοτε τον αυτόν αριθμόν των ανδρών, αποβλέποντες εις τους πολέμους και εις τας ασθενείας και εις τα άλλα τα τοιαύτα, διά να μη γίνεται, όσον το δυνατόν, ούτε πολύ μεγάλη η πόλις μας, ούτε πολύ μικρά. — Σωστά. — Θα προετοιμάζωνται δε επιτηδείως κάποιοι κλήροι, ώστε οι χειρότεροι εκείνοι να μην έχουν να παραπονούνται με τους άρχοντας διά την γυναίκα, που θα τους λάχη, αλλά με την τύχην. — Πολύ ωραίον και τούτο.
— Και εις τους νέους, οι οποίοι θα διεκρίνοντο εις τον πόλεμον ή όπου αλλού, εκτός των άλλων βραβείων και αμοιβών, θα παραχωρηθή και το δικαίωμα να πλησιάζωσι συχνότερον τας γυναίκας, ίνα, με αυτήν συγχρόνως την πρόφασιν, γεννώνται όσον το δυνατόν περισσότερα τέκνα από τους τοιούτους. — Ορθότατα.
— Τα δε εκάστοτε γεννώμενα τέκνα θα παραλαμβάνουν ιδιαίτεροι προς τον σκοπόν τούτον αρχαί, τας οποίας θα αποτελούν είτε άνδρες, είτε γυναίκες, είτε άνδρες ομού και γυναίκες· διότι είπομεν ότι όλοι οι αρχαί θα είναι κοινοί και διά τα δύο φύλα. — Μάλιστα. — Και τα μεν τέκνα των καλυτέρων θα τα φέρουν εις το κοινόν τροφείον και θα τα παραδίδουν εις τας χείρας των τροφών, αι οποίαι θα κατοικούν εις ένα χωριστόν μέρος της πόλεως· των δε χειροτέρων, και όσα και των άλλων τύχη να γεννηθούν ελαττωματικά, θα τα κρύψουν, όπως είναι πρέπον, εις ένα μέρος μυστικόν και απόρρητον. Εάν βέβαια θέλωμεν να διατηρηθή καθαρά η γενεά των πολεμιστών. — Αυτοί οι ίδιοι θα έχουν και την φροντίδα της τροφής των νεογνών, και θα οδηγούν τας μητέρας εις το τροφείον, όταν τας στενοχωρή το γάλα των, λαμβάνοντες όμως όλας τας δυνατάς προφυλάξεις διά να μην αναγνωρίση καμμία το τέκνον της· και αν αυταί δεν αρκούν, θα φροντίσουν να εύρουν και άλλας, που να έχουν άφθονον γάλα, θα προσέχουν όμως να μη θηλάζουν και αύται περισσότερον του δέοντος, τας δε αγρυπνίας και τους άλλους κόπους θα αναθέσουν εις τας τροφούς και εις άλλας γυναίκας. — Τοιουτοτρόπως καθιστάς πολύ εύκολον την παιδοποιίαν διά τας γυναίκας των πολεμιστών. — Διότι αυτό είναι το πρέπον· αλλ' ας εξακολουθήσωμεν εκείνο που ηρχίσαμεν ελέγαμεν ότι η τεκνοποίησις οφείλει να γίνεται εις την ακμήν της ηλικίας. — Μάλιστα. — Δεν σου φαίνεται αρκετόν να ορίσωμεν είκοσιν έτη ακμής διά την γυναίκα και τριάκοντα διά τον άνδρα; — Από ποίας ηλικίας; — Διά μεν την γυναίκα από το εικοστόν μέχρι του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας της· διά δε τον άνδρα, αφού περάση η θερμοτέρα περίοδος της νεότητος, μέχρι του πεντηκοστού πέμπτου. — Πραγματικώς αυτός είναι και δια τους δύο ο χρόνος της ακμής και του σώματος και του πνεύματος. — Εάν λοιπόν κανείς πολίτης, είτε πριν, είτε πέραν της ηλικίας αυτής, παραβή τους περί των κοινών γάμων νόμους της πόλεως, θα τον κηρύξωμεν ένοχον της εσχάτης αδικίας και καθοσιώσεως, διότι έσπειρε τέκνον, το οποίον αν γεννηθή, θα είναι ο λαθραίος καρπός του σκότους και της παρανόμου ακολασίας, και διότι της γεννήσεώς του δεν προηγήθησαν ούτε θυσίαι ούτε ευχαί, τας οποίας οι ιερείς και αι ιέρειαι και ολόκληρος η πόλις απευθύνουν εις έκαστον γάμον προς τους θεούς, διά να γεννηθούν από καλούς γονείς καλύτερα τέκνα και από ωφελίμους ωφελιμώτερα. — Πολύ σωστά.
— Ο αυτός δε νόμος θα ισχύη, και εάν κανείς από τους έχοντας την νόμιμον ηλικίαν γάμου, πλησιάση γυναίκα έχουσαν επίσης την νόμιμον ηλικίαν, αλλά χωρίς την άδειαν του άρχοντος· διότι ο καρπός των σχέσεων τούτων θα είναι παράνομος και, ούτως ειπείν, αφερέγγυος και ανίερος. — Ορθότατα.
— Όταν δε πλέον αι γυναίκες και οι άνδρες υπερβώσι την υπό των νόμων ωρισμένην ηλικίαν του γάμου, θα αφήσωμεν εις μεν τους άνδρας απόλυτον ελευθερίαν να συνέρχωνται με οιανδήποτε γυναίκα θέλουν, εκτός θυγατρός, μητρός, εγγονής και μάμμης, επίσης και εις τας γυναίκας, εκτός υιού, πατρός, εγγόνου και πάππου· θα τους δώσωμεν όμως πάλιν την άδειαν αυτήν, αφού προηγουμένως τους συστήσωμεν ρητώς, μάλιστα μεν να αποφύγουν οπωσδήποτε να φέρουν εις φως καρπόν των σχέσεών των, εν εναντία δε περιπτώσει, να έχωσι προ οφθαλμών, ότι η πόλις δεν είναι δυνατόν να επιβαρυνθή με την ανατροφήν του. — Και αυτά μεν όλα είναι λογικώτατα, αλλά πώς θα διακρίνουν τους πατέρας και τας θυγατέρας και τους άλλους συγγενείς που ανέφερες;
— Καθόλου δεν θα τους διακρίνουν· αλλ' αφ' ής ημέρας γίνη ο γάμος ενός πολεμιστού, όσα τέκνα θα γεννηθούν μεταξύ του εβδόμου και του δεκάτου μηνός από τότε, θα τα θεωρή τα μεν αρσενικά υιούς του, τα δε θηλυκά θυγατέρας του, και τα τέκνα αυτών εγγονούς του, και εκείνα πάλιν θα τον ονομάζουν πατέρα και πάππον· όλα δε τα τέκνα, τα οποία θα γεννηθούν κατά το διάστημα, κατά το οποίον αι μητέρες των και οι πατέρες είχον την νόμιμον ηλικίαν διά να τεκνοποιούν, θα ονομάζωνται αδελφοί και αδελφαί· ούτως ώστε να μη συνάπτωνται γάμοι μεταξύ των βαθμών της συγγενείας, που ανεφέραμεν μεταξύ όμως αδελφού και αδελφής δεν θα ισχύη αυτή η απαγόρευσις του νόμου, εάν τοιουτοτρόπως το αποφασίση ο κλήρος και ο χρησμός της Πυθίας το προσεπικυρώση. — Πολύ καλά.
— Αυτή λοιπόν, φίλε Γλαύκων, είναι η κοινότης των γυναικών και των τέκνων διά τους φρουρούς της πόλεως μας· υπολείπεται τώρα να βεβαιωθή ότι είναι σύμφωνος με όλην την άλλην πολιτειακήν μας διάταξιν και ότι είναι και κατά πάντα συμφερωτάτη· δεν είναι αυτό που πρέπει να αποδείξωμεν; — Ναι βέβαια. — Και δεν είναι αυτή η αρχή της αποδείξεως, να ερωτήσωμεν ημάς αυτούς, ποίον πρέπει να θεωρήσωμεν το μέγιστον αγαθόν διά την σύστασιν της πόλεως, το οποίον πρέπει να έχη πάντοτε προ οφθαλμών ο νομοθέτης όταν νομοθετή, και ποίον είναι το μέγιστον κακόν; και ακολούθως να εξετάσωμεν, εάν αυτή η διάταξις της κοινότητος των γυναικών, την οποίαν επραγματεύθημεν τώρα, συμπίπτει τάχα με τα ίχνη που μας οδηγούν εις αυτό το μέγιστον αγαθόν και μας απομακρύνουν από το μέγιστον κακόν; — Πολύ σωστά. — Έχομεν λοιπόν μεγαλύτερον κακόν διά την πόλιν από εκείνο, το οποίον διασπά την πόλιν και, από μίαν, την κάμνει να είναι πολλαί; ή μεγαλύτερον αγαθόν από εκείνο, που συσφίγγει τα διάφορα μέρη της και την κάμνει μίαν; — Δεν έχομεν. — Και δεν είναι η κοινότης της χαράς και της λύπης εκείνη, η οποία παρά κάθε άλλο, επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, όταν όλοι γενικώς οι πολίται δοκιμάζουν όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν χαράν διά την αυτήν ευτυχίαν, και λύπην πάλιν διά την αυτήν απώλειαν, — Αναμφιβόλως. — Και εκείνο απεναντίας που διαιρεί μίαν πόλιν, θα είναι, όταν αυτά τα αισθήματα είναι ιδιωτικά, και άλλοι μεν χαίρουν άλλοι δε λυπούνται διά τα παθήματα ή της πόλεως ή τινών πολιτών; — Πώς όχι; — Και αυτό δεν συμβαίνει, όταν όλοι οι πολίται δεν μεταχειρίζωνται επί των ιδίων περιστάσεων τας φράσεις: αυτό είναι ιδικόν μου, αυτό δεν είναι ιδικόν μου, αυτό μου είναι αδιάφορον; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Άριστα λοιπόν δεν κυβερνάται εκείνη η πόλις, εις την οποίαν οι περισσότεροι λέγουν συγχρόνως και επί των αυτών περιστάσεων: αυτό με ενδιαφέρει και αυτό δεν με ενδιαφέρει; — Και πολύ μάλιστα. — Και εις την οποίαν επομένως συμβαίνει ό,τι και με ένα πρόσωπον· όταν δηλαδή κανείς από ημάς κτυπήση εις τον δάκτυλον, όλη εκείνη η σχέσις η οποία συνδέει το σώμα προς την ψυχήν και καταντά να αποτελή μίαν κυρίαρχον ενότητα εν αυτή, όλη συγχρόνως αισθάνεται τον πόνον του ενός μέρους και τοιουτοτρόπως λέγομεν, ότι άνθρωπος πονεί εις τον δάκτυλον· το ίδιον, προκειμένου και δι’ άλλα αισθήματα του ανθρώπου, όταν δοκιμάζη τίποτε δυσάρεστον εις κανένα του μέρος ή απολαμβάνει καμμίαν ευχαρίστησιν. — Το ίδιον πράγματι και, όπως έλεγες, το αυτό συμβαίνει και με την πόλιν, η οποία κυβερνάται άριστα. — Και ένας λοιπόν, νομίζω, μόνον πολίτης, αν υφίσταται οτιδήποτε καλόν ή κακόν, η τοιαύτη πόλις θα το θεωρήση ιδικόν της το πάθημα και θα συμμερισθή ολόκληρος ή την χαράν ή την λύπην του. — Ανάγκη πάσα, αν πράγματι η πόλις είναι ευνομουμένη.
— Καιρός λοιπόν τώρα να γυρίσωμεν και εις την ιδικήν μας πόλιν και να ιδούμεν, αν όλα αυτά που είπαμεν εφαρμόζωνται εις αυτήν περισσότερον από κάθε άλλην πόλιν. — Πρέπει πράγματι. — Λοιπόν, και εις τας άλλας πόλεις, όπως εις την ιδικήν μας, υπάρχουν άρχοντες, υπάρχει και λαός; — Υπάρχουν. — Και όλοι αυτοί ονομάζονται συμπολίται μεταξύ των; — Πώς όχι; — Αλλά, εκτός αυτής της κοινής ονομασίας, πώς αλλέως ονομάζει εις τας άλλας πόλεις ο λαός τους άρχοντας; — Εις μεν τας περισσοτέρας κυρίους, εις δε τας δημοκρατουμένας τους ονομάζει απλώς κατ' αυτόν τον τρόπον, άρχοντας. — Εις δε την ιδικήν μας πόλιν, εκτός που τους ονομάζει πολίτας, τι άλλο λέγει ο λαός διά τους άρχοντας; — Λέγει ότι είναι σωτήρες και υπερασπισταί του. — Οι δε άρχοντες πάλιν τους άλλους πολίτας; — Μισθοδότας και διατροφείς. — Εις δε τας άλλας πόλεις οι άρχοντες τους πολίτας; — Δούλους. — Μεταξύ των δε οι άρχοντες πώς ονομάζονται; — Συνάρχοντες. — Εις δε την πόλιν μας; — Συμφύλακες. — Ημπορείς τώρα να μου είπης, αν εις τας άλλας πολιτείας, οι άρχοντες μεταξύ των, μερικούς μεν από τους συναδέλφους των ονομάζουν και θεωρούν ως ιδικούς των, μερικούς δε ως ξένους; — Πλείστους όσους. — Και δεν θεωρούν ότι με εκείνους μεν τους συνδέουν κοινά συμφέροντα, με τους άλλους δε όχι; — Αυτό συμβαίνει πράγματι. — Μεταξύ όμως των φρουρών της ιδικής σου πόλεως, είναι δυνατόν κανείς να ονομάζη ή να θεωρή κανένα από τους συναδέλφους του ως ξένον; — Καθόλου, διότι εις το πρόσωπον αυτών θα νομίζουν ότι βλέπουν ή αδελφόν, ή αδελφήν, ή πατέρα, ή μητέρα, ή υιόν, ή θυγατέρα, ή γενικώς συγγενή ανιόντος ή κατιόντος βαθμού. — Πολύ ωραία τα λέγεις· αλλά ειπέ μου ακόμη, θα περιορίσης την συγγένειαν εις τα ονόματα μόνον, ή θα νομοθετήσης να συμφωνούν και όλαι των αι πράξεις προς αυτά, και να έχουν απέναντι εκείνων, που ονομάζουν πατέρας των, όλον τον σεβασμόν, όλην την αφοσίωσιν, όλην την υπακοήν, που απαιτεί ο νόμος παρά των τέκνων, διότι, εν εναντία περιπτώσει, θα εθεωρούντο ανόσιοι και άδικοι και δεν θα εύρισκον χάριν ούτι ενώπιον των θεών, ούτε ενώπιον των ανθρώπων; αυτά τα παραγγέλματα, ή άλλα, θα αντηχούν ευθύς εξ αρχής εις τα ώτα των νέων εκ μέρους όλων των πολιτών, περί της διαγωγής που οφείλουν να τηρούν απέναντι εκείνων, τους οποίους θα τους υποδείξουν ως πατέρας και συγγενείς; — Αυτά αναμφιβόλως· διότι θα ήτο γελοίον να έχουν εις το στόμα των μόνον τα ονόματα της συγγενείας, χωρίς να εκπληρούν και τα επιβαλλόμενα υπ’ αυτής καθήκοντα.
— Ώστε εξ όλων των πόλεων εις την ιδικήν μας προ πάντων θα είναι σύμφωνοι, όταν συμβή κανένα καλόν ή κακόν και εις ένα μόνον, να λέγουν όλοι εκείνο, που είπαμεν παραπάνω, ότι τα πράγματά μου πηγαίνουν καλά, ή ότι πηγαίνουν κακά. — Πολύ σωστά. — Δεν είπομεν δε, ότι όπου επικρατεί αυτή η ιδέα και ακούεται αυτός ο λόγος, αποτέλεσμα θα έχη να είναι κοιναί, αι λύπαι και αι χαραί· — Και είχομεν πολύ δίκαιον. — Ώστε δεν θα συμμετέχουν κοινώς όλοι οι πολίται μας από εκείνο, το οποίον θα ονομάζουν όλοι ιδικόν των; και ένεκα ακριβώς αυτής της συμμετοχής, δεν θα χαίρουν και δεν θα λυπούνται όλοι διά τα αυτά πράγματα; — Και πολύ μάλιστα. — Και εκτός της άλλης συντάξεως της πολιτείας, ποίον άλλο περισσότερον θα επιφέρη αυτά τα αποτελέσματα, παρά η κοινότης των γυναικών και των τέκνων μεταξύ των φρουρών μας; — Αυτό βέβαια προ πάντων.
Αλλ' όμως παρεδέχθημεν αυτό ως το μεγαλύτερον αγαθόν διά την πόλιν, και παρωμοιάσαμεν μίαν καλώς κυβερνωμένην πόλιν προς το σώμα, το οποίον ολόκληρον αισθάνεται τον πόνον ή την ηδονήν ενός μέλους αυτού. — Και ορθώς το παρεδέχθημεν. — Ώστε του μεγίστου αγαθού αιτία απεδείχθη ότι είναι διά την πόλιν μας η μεταξύ των φρουρών κοινότης γυναικών και τέκνων. — Μάλιστα. — Ακόμη δε το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί και με όσα προηγουμένως ωρίσαμεν· διότι είπαμεν, καθώς ενθυμείσθε, ότι δεν πρέπει να έχουν οι πολεμισταί μας ούτε ιδίας οικίας, ούτε γαίας, ούτε καμμίαν άλλην κτήσιν, αλλ' ότι θα λαμβάνουν από τους άλλους την τροφήν των, ως μισθόν διά την φρούρησιν της πόλεως, και ότι θα έχουν όλοι ένα κοινόν έξοδον, αν θέλουν να είναι πράγματι φρουροί. — Σωστά. — Λοιπόν, όπως είπα, και εκείνα που ωρίσαμεν προηγουμένως και αυτά που λέγομεν τώρα, δεν συντείνουν να τους κάμουν ακόμη περισσοτέρων αληθινούς φρουρούς και να εμποδίζουν πάσαν διάσπασιν της πόλεως; πράγμα το οποίον δεν θα συνέβαινεν, όταν δεν θα ωνόμαζον όλοι το αυτό πράγμα «ιδικόν μου», αλλ' άλλος άλλο, και όταν ο ένας θα απεκόμιζε εις την ιδικήν του οικίαν ό,τι θα ημπορούσε να αποκτήση χωριστά από τους άλλους, και ο άλλος πάλιν θα έκαμνε το ίδιον εκ μέρους του, και θα είχον τας ιδιαιτέρας των γυναίκας και τέκνα έκαστος, που θα τους παρείχον ιδιαιτέρας ηδονάς και λύπας, διά να τας αισθάνωνται μόνοι των; ενώ απεναντίας, όταν έκαστος θα έχη ως αξίωμα, ότι το συμφέρον του άλλου δεν είναι διαφορετικόν από το ιδικόν του, δεν θα αποβλέπουν πάντες με όλας των τας δυνάμεις εις τον αυτόν σκοπόν, και δεν θα έχουν κοινάς μεταξύ των όλας τας ευτυχίας και τας δυστυχίας; — Αυτό είναι αναμφισβήτητον. — Και δεν θα εκλείψουν τότε αι δίκαι και αι αντεγκλήσεις εκ του μέσου, αφού κανένα άλλο δεν θα έχη κανείς αποκλειστικόν του κτήμα, έξω από το σώμα του, όλα δε τα άλλα θα είναι κοινά; του οποίου φυσικόν αποτέλεσμα θα είναι να μην αναπτύσσωνται ποτέ μεταξύ των πάθη και διχόνοιαι, όσαι τουλάχιστον συνήθως προέρχονται από κτηματικάς διαφοράς, ή εξ αφορμής των γυναικών και των τέκνων, ή εξ άλλων οικογενειακών λόγων; — Θα είναι βέβαια κατ' ανάγκην απηλλαγμένοι από όλα αυτά. — Ακόμη δε ούτε βιαιοπραγίαι και χειροδικίαι θα συμβαίνουν φυσικά μεταξύ των διότι θα τους διδάξωμεν, ότι είναι καλόν και δίκαιον οι συνομήλικες να παρέχουν ο ένας εις τον άλλον την συνδρομήν του, και ότι καθήκον έχουν να φροντίζουν διά την αμοιβαίαν ασφάλειαν. — Πολύ σωστά. — Και τούτο το ορθόν θα έχη αυτός ο νόμος, ότι, εάν κανείς εις στιγμιαίαν παραφοράν οργής ικανοποιήση κατ' αυτόν τον τρόπον τον θυμόν του, το πράγμα δεν θα είναι δυνατόν να λάβη μεγαλυτέρας διαστάσεις. — Αναμφιβόλως. — Διότι θα είναι ανατεθειμένη εις τον πρεσβύτερον εξουσία επί πάντων των νεωτέρων, με το δικαίωμα να επιβάλλη και ποινάς. — Εννοείται.
— Είναι ακόμη φανερόν, ότι ουδέποτε, άνευ τουλάχιστον ρητής διαταγής των αρχόντων, θα τολμήση ο νεώτερος να βιαιοπραγήση εναντίον του πρεσβυτέρου, ούτε να εγείρη, φυσικά, χείρα εναντίον του· ούτε, νομίζω, να τον προσβάλη καθ' οιονδήποτε τρόπον· διότι θα υπάρχουν δύο φύλακες ικανοί να τον εμποδίσουν, ο φόβος και το σέβας· το σέβας, το οποίον θα τους συγκρατήση να υψώσουν χείρα κατ' εκείνων, που θεωρούνται πατέρες· ο φόβος δε, διότι γνωρίζουν ότι οι άλλοι θα βοηθήσουν τον προσβληθέντα, οι μεν ως υιοί, οι δε ως αδελφοί, οι δε ως πατέρες. — Αυτό πραγματικώς θα συμβαίνη. — Παντοτινή λοιπόν, χάρις εις αυτούς τους νόμους, θα βασιλεύη ειρήνη μεταξύ των πολεμιστών μας. — Και μεγάλη μάλιστα. — Αφού λοιπόν αυτοί θα ομονοούν, κανείς φόβος βέβαια δεν υπάρχει να διχονοήσουν προς αυτούς και αι λοιπαί τάξεις των πολιτών, είτε και μεταξύ των. — Όχι βέβαια. — Δεν τολμώ δε, διά την ταπεινότητα του πράγματος, να κατέλθω εις την απαρίθμησιν των μικροτέρων κακών, από τα οποία θα είναι απηλλαγμένοι, τας κολακείας παραδείγματος χάριν των πλουσίων, εις τας οποίας είναι ηναγκασμένοι να καταφεύγουν οι πτωχοί, τας στενοχωρίας και τας θλίψεις, που υφίστανται, διά την ανατροφήν των τέκνων, ή διά την απόκτησιν χρημάτων, προς συντήρησιν πολυαρίθμων δούλων, χάριν των οποίων όλων συνάπτουν πολλάκις μεγάλα δάνεια, αρνούνται ενίοτε τα χρέη των, και με κάθε τρόπον εξευρίσκουν οπωσδήποτε τα αναγκαιούντα χρήματα, διά να επιτρέψουν εις το τέλος την διαχείρισιν αυτών εις τας γυναίκας και εις δούλους· πόσας, αλήθεια, φίλε μου, και ποίας ταπεινώσεις δεν υφίστανται, που είναι πολύ γνωσταί, ώστε να μην αξίζη τον κόπον να τας απαριθμήση κανείς! — Πράγματι, πρέπει να είναι τυφλός κανείς διά να μη το βλέπη. — Από όλας λοιπόν αυτάς τας αθλιότητας θα είναι οι ιδικοί μας απηλλαγμένοι, και θα ζουν πολύ μακαριώτερον και από τον μακαριστόν βίον, που ζουν οι Ολυμπιονίκαι. — Πώς; — Εκείνοι μακαρίζονται διά μικρόν μέρος από τα αγαθά, που έχουν οι ιδικοί μας· διότι και η νίκη τούτων είναι κατά πολύ ενδοξοτέρα, και η εκ του δημοσίου διατροφή των τελειοτέρα· και η μεν νίκη των είναι η σωτηρία ολοκλήρου της πόλεως, τροφήν δε και όλα τα άλλα αναγκαία έχουν καθ' όλην την διάρκειαν της ζωής των και οι ίδιοι και τα τέκνα των, δέχονται παρά της πόλεως τιμάς και βραβεία εφ' όσον ζώσι, και όταν αποθάνουν αξιούνται μεγαλοπρεπούς ταφής. — Όπως πράγματι τους χρειάζεται.
— Ενθυμείσαι όμως, ότι προηγουμένως δεν ηξεύρω ποίος μας απηύθυνε την κατηγορίαν, πως δεν λαμβάνομεν καμμίαν πρόνοιαν διά την ευτυχίαν των πολεμιστών μας, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε ιδικόν των, ενώ ημπορούσαν να έχουν όλα όσα ανήκουν εις τους άλλους πολίτας; ημείς δε του απηντήσαμεν, νομίζω, ότι αυτό μεν το ζήτημα θα το εξετάσωμεν άλλοτε, αν ήθελε παρουσιασθή ευκαιρία, τώρα δε ο σκοπός μας είναι να κάμωμεν τους φρουρούς μας πραγματικώς φρουρούς, την δε πόλιν μας όσον το δυνατόν ευτυχεστέραν, χωρίς να αποβλέπωμεν εις την ευδαιμονίαν αποκλειστικώς μιας μόνον τάξεως εν αυτή; — Το ενθυμούμαι. — Τι λοιπόν; ο βίος τώρα των πολεμιστών μας, αφού απεδείχθη πολύ καλύτερος και προτιμότερος από των Ολυμπιονικών, μήπως τάχα επιδέχεται καμμίαν σύγκρισιν με τον βίον των υποδηματοποιών ή των άλλων τεχνιτών ή των γεωργών; — Δεν μου φαίνεται καθόλου. — Ώστε λοιπόν είναι δίκαιον να επαναλάβω και εδώ ό,τι έλεγα και τότε, ότι, αν ο πολεμιστής ζητήση να γίνη ευδαίμων κατά τρόπον, ώστε να παύση πλέον να είναι φρουρός της πόλεως, και αν δεν του αρέση αυτός ο μέτριος και εξησφαλισμένος βίος, τον οποίον ημείς θεωρούμεν άριστον, αλλά τον καταλάβη μία ανόητος και παιδαριώδης ιδέα περί ευδαιμονίας, η οποία τον εξωθήση να καταχρασθή την δύναμίν του διά να γίνη κύριος των πάντων εν τη πόλει, τότε θα μάθη πόσον σοφός ήτο ο Ησίοδος, ο οποίος είπεν ότι «το ήμισυ είναι πλέον του παντός». — Εάν θέλη να ακούση την συμβουλήν μου, δεν θα εξέλθη από την συνθήκην της ζωής, που του ωρίσαμεν.
— Επιδοκιμάζεις λοιπόν να είναι τα πάντα κοινά μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθ' όν τρόπον τα επραγματεύθημεν, όσον αφορά την ανατροφήν, τα τέκνα, και την φρούρησιν των άλλων πολιτών; να μένουν δηλαδή και εκείναι εις την πόλιν, να μεταβαίνουν εις τον πόλεμον, να λαμβάνουν μέρος εις τας φρουράς και εις τα κυνήγια, όπως τα θηλυκά των σκύλων, και εν γένει να συμμετέχουν πάντοτε και εις πάντα, κατά το δυνατόν, τα έργα των πολεμιστών, με την πεποίθησιν, ότι όλα αυτά που θα κάμνουν θα είναι συμφερώτατα διά την πόλιν, και όχι εναντία προς την φύσιν του ανδρός και της γυναικός, αφού ο προορισμός των είναι να ζουν ομού βίον κοινόν; — Επιδοκιμάζω.
— Δεν μένει λοιπόν τώρα να εξετάσωμεν, αν είναι δυνατόν να υπάρξη και μεταξύ των ανθρώπων, όπως και μεταξύ των άλλων ζώων, αυτή η κοινότης, και κατά ποίον τρόπον δύναται να κατορθωθή; — Μου επρόλαβες ακριβώς την ερώτησιν που ήμουν έτοιμος να κάμω. — Και όσον μεν αφορά τον πόλεμον είναι, νομίζω, φανερόν, πώς θα πολεμούν. — Πώς; — Θα εκστρατεύουν βέβαια από κοινού, θα παραλαμβάνουν όμως ακόμη μαζί των και τα πλέον μεστωμένα από τα παιδιά, διά να βλέπουν, καθώς συμβαίνει και με τα παιδιά των άλλων τεχνιτών, εκείνα που θα έχουν και αυτοί να κάμνουν μίαν ημέραν, όταν μεγαλώσουν· εκτός δε τούτου, και να βοηθούν τους πατέρας των και τας μητέρας των, να περιποιούνται και να παρέχουν τας δυνατάς εκδουλεύσεις εις όλα του πολέμου· ή δεν παρετήρησες τι γίνεται και εις τας άλλας τέχνας, παραδείγματος χάριν τα τέκνα των αγγειοπλαστών, πόσον καιρόν βοηθούν απλώς και περιορίζονται να παρατηρούν, πριν να καθίσουν και οι ίδιοι εις τον τροχόν; — Το παρετήρησα. — Ή τάχα πρέπει εκείνοι να φροντίζουν περισσότερον από τους φρουρούς μας διά τα τέκνα των, διά να αποκτήσουν με την παρατήρησιν την πείραν, που τους χρειάζεται διά το έργον των; — Θα ήτο πολύ γελοίον να το υποθέση κανείς. — Δεν είναι δε ακόμη αληθές, ότι κάθε ζώον πολεμεί γενναιότερον, όταν έχη εμπρός του και τα τέκνα του; — Έτσι είναι· υπάρχει όμως, Σωκράτη, όχι μικρός κίνδυνος, αν τύχη και νικηθούν, όπως συχνά συμβαίνει εις τον πόλεμον, μήπως, εκτός αυτών, χάσουν και τα τέκνα των την ζωήν, και γίνη αδύνατον να αναλάβη ποτέ και ολόκληρος η πόλις από αυτήν την απώλειαν. — Αλήθεια λέγεις· αλλά τάχα νομίζεις, ότι η πρώτη μας φροντίς θα είναι να μην τους εκθέσωμεν ποτέ εις κανένα κίνδυνον; — Κάθε άλλο — Και αν γίνη ανάγκη, δεν θα κινδυνεύσουν ακριβώς εκεί όπου, εν περιπτώσει επιτυχίας, θα γίνουν καλύτεροι; — Αυτό είναι φανερόν. — Νομίζεις λοιπόν ότι είναι μικρόν κέρδος και δεν αξίζει τον κίνδυνον, να παρίστανται θεαταί της μάχης οι παίδες, που θα είναι και αυτοί πολεμισταί μίαν ημέραν; — Πραγματικώς, θα είναι κέρδος. — Ώστε αυτό πρέπει να το λάβωμεν κατ' αρχήν, ότι θα παρίστανται θεαταί εις τον πόλεμον οι παίδες, αλλά και θα λαμβάνωνται προσέτι όλαι αι δυναταί προφυλάξεις διά την ασφάλειάν των, και όλα θα είναι καλά, δεν είναι έτσι; — Ναι. — Εν πρώτοις οι πατέρες αυτών, όσον το ανθρωπίνως δυνατόν, θα είναι εις θέσιν να γνωρίζουν ποίαι εκστρατείαι θα είναι επικίνδυνοι και ποίαι όχι. — Φυσικά. — Και εις εκείνας μεν θα τους παραλαμβάνουν μαζί των, εις τας άλλας όμως θα φυλαχθούν να το κάμουν. — Σωστά. — Θα τους δώσουν δε προσέτι ως αρχηγούς και οδηγούς όχι τους τυχόντας, αλλ' ανθρώπους ωρίμου ηλικίας και δεδοκιμασμένης πείρας. — κ’ έτσι πρέπει. — Ναι, αλλά, θα είπη τις· πολλάκις έλαβον διά πολλούς τα πράγματα παρά πάσαν προσδοκίαν διαφορετικήν τροπήν. — Πραγματικώς. — Διά κάθε λοιπόν τοιούτον ενδεχόμενον, πρέπει να δώσωμεν εις τα τέκνα μας από ενωρίς πτερά, ώστε, αν παραστή ανάγκη, να πετούν και να σώζωνται. — Τι εννοείς δηλαδή; — Να τους μάθωμεν από την νεαρωτέραν ηλικίαν να ιππεύουν, και έτσι να τους φέρωμεν εις τον πόλεμον επάνω εις ίππους, όχι θυμοειδείς και πολεμικούς, αλλ' όσον το δυνατόν ταχείς και πειθηνίους· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον και θα ημπορέσουν να παρατηρήσουν ό,τι έχουν να ιδούν, και εν περιπτώσει κινδύνου θα σωθούν ευκολώτατα με τους ηλικιωμένους αρχηγούς των. — Μου φαίνεται πως πολύ σωστά τα λέγεις. — Τώρα, όσον αφορά τον πόλεμον των ανδρών, πώς νομίζεις ότι πρέπει να φέρωνται οι στρατιώται και μεταξύ των και προς τους εχθρούς; σου φαίνονται τάχα ορθά αυτά που θα είπω; — Λέγε ν' ακούσωμεν. — Όποιος απ’ αυτούς λιποτακτήση, ή ρίξη τα όπλα του, ή κάμη τίποτε άλλο τοιούτον από δειλίαν, δεν πρέπει να τον υποβιβάζωμεν εις την τάξιν των τεχνιτών ή των γεωργών; — Και βεβαίως πρέπει. — Και όποιος πάλιν συλληφθή ζωντανός από τους εχθρούς, δεν αξίζει να τους τον αφήσωμεν χάρισμα να τον κάμουν ό,τι θέλουν; — Εννοείται. — Εκείνος δε που ανδραγαθήση και διακριθή δεν νομίζεις, ότι πρέπει εκεί επί του πεδίου της μάχης να τον στεφανώνουν καθένας χωριστά από τους νεαρούς πολεμιστάς και τα παιδιά; — Μάλιστα. — Και να του σφίγγουν το χέρι; — Και αυτό. — Ίσως όμως να μη παραδέχεσαι και αυτό που θα προσθέσω ακόμη. — Ποίον; — Να φιλήση και να φιληθή απ’ όλους. — Απεναντίας· και θα προσθέσω μάλιστα εις τον νόμον, ότι, εφόσον διαρκή αυτή η εκστρατεία, να μην έχη κανείς το δικαίωμα να του αρνηθή, αν θέλη να τον φιλήση, ώστε, αν τύχη μάλιστα και αγαπά κανένα ή καμμίαν, να βάζη όλα τα δυνατά του διά να αξιωθή αυτήν την αμοιβήν. — Πολύ καλά· καθόσον μάλιστα είπαμεν και προηγουμένως, ότι ο διακρινόμενος διά την ανδρείαν του, θα έχη το δικαίωμα να πλησιάζη συχνότερα τας γυναίκας, και να προτιμάται εις την εκλογήν του από τους άλλους, ώστε να γεννώνται όσον το δυνατόν περισσότερα τέκνα από ένα τοιούτον άνδρα. — Πραγματικώς το είπαμεν.
— Αλλ' όμως και κατά τον Όμηρον είναι δίκαιον, όσοι νέοι διακρίνονται διά την ανδρείαν των, να τιμώνται και κατ' άλλους τρόπους ακόμη· όταν παραδείγματος χάριν ηνδραγάθησεν εις μίαν μάχην ο Αίας, λέγει ότι του έδωσαν εις το γεύμα &«ολάκερη την πλάτη»& ως τιμητικήν μερίδα, η οποία ταιριάζει πράγματι δι’ ένα νέον και ανδρείον πολεμιστήν, διότι, εκτός της διακρίσεως, του αυξάνει συγχρόνως και την δύναμιν. — Πολύ σωστά. — Ώστε, εις αυτό τουλάχιστον, θα ακολουθήσωμεν και ημείς τον Όμηρον· διότι και ημείς εις τας θυσίας και εις όλα αυτά τους ανδρείους, εφόσον αναδεικνύωνται τοιούτοι, θα τους τιμώμεν και με ύμνους και με όλα που προαναφέραμεν και με πρωτοκαθεδρίας και με διακεκριμένας μερίδας και &«με ποτήρια πιότερα»&, ώστε εκτός της τιμής να δυναμώνωμεν συγχρόνως τους ανδρείους μας, άνδρας και γυναίκας. — Πολύ ορθά λέγεις. — Έστω· από δε τους φονευθέντος εις τον πόλεμον, εκείνος που πέση με τιμήν και με ανδρείαν, δεν θα ανακηρύξωμεν κατά πρώτον ότι ανήκει εις το χρυσούν γένος; — Παρά κάθε άλλον μάλιστα. — Και δεν θα συμφωνήσωμεν με τον Ησίοδον, που λέγει, ότι, αφού αποθάνουν όσοι ανήκουν εις αυτό το γένος,
γίνουνται δαίμονες αγνοί, που ζουν στη γης επάνω,
καλοί και διώχνουν τα κακά μακριά από τους ανθρώπους;
— Βέβαια θα συμφωνήσωμεν. — Και ακολούθως δεν θα ερωτήσωμεν το μαντείον του θεού, τι οφείλομεν να πράξωμεν απέναντι των θείων και μακαρίων τούτων ανδρών και να συμμορφωθώμεν με ό,τι μας παραγγείλη; — Πώς όχι; — Και του λοιπού πλέον δεν θα τους λατρεύωμεν ως ημιθέους και θα προσκυνούμεν τους τάφους των; και τας ιδίας τιμάς δεν θα αποδίδωμεν και όταν αποθάνουν εκ γήρατος, ή όπως αλλέως, εκείνοι που διακριθούν εν τη ζωή διά την αρετήν των; — Αυτό τουλάχιστον απαιτεί η δικαιοσύνη.
— Τώρα απέναντι των εχθρών, πώς τάχα οφείλουν να φέρωνται οι στρατιώται μας; — Ως προς τι; — Πρώτα ως προς το ζήτημα του εξανδραποδισμού, σου φαίνεται δίκαιον έλληνες να εξανδραποδίζουν πόλεις ελληνικάς, ή θα το απαγορεύσωμεν ολωσδιόλου και θα τους συνηθίσωμεν απεναντίας να φείδωνται του ελληνικού γένους, μήπως διαφορετικά περιπέση εις την δουλείαν των βαρβάρων; — Ούτε λόγος να γίνεται δι’ αυτό. — Και επομένως μήτε έλληνα δούλον να έχη κανείς των, και τους λοιπούς έλληνας να συμβουλεύουν το ίδιον; — Αναμφιβόλως· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα άφηναν τας μεταξύ των έχθρας και θα έστρεφαν όλας των τας δυνάμεις κατά των βαρβάρων. — Τι δε; η σύλησις εν περιπτώσει νίκης των νεκρών, εκτός εννοείται των όπλων των, να είναι άραγε καλόν πράγμα; ή μήπως δίδη αυτό πρόφασιν εις τους δειλούς, να αφήνουν εκείνους που αντιστέκονται ακόμη και να σκύπτουν επάνω εις τους φονευμένους, ως να ήτο τάχα και αυτό ένα από τα καθήκοντά των, ενώ πραγματικώς αυτό επέφερεν ως τώρα την καταστροφήν πολλών στρατοπέδων; — Είναι αλήθεια. — Και δεν είναι ταπεινή φιλοχρηματία αυτή η σύλησις των νεκρών; και δεν είναι ίδιον μικράς και ανοήτου διανοίας να δεικνύη κανείς την έχθραν του προς το πτώμα του φονευθέντος, ενώ ο εχθρός επέταξε πλέον και άφησε μόνον εκείνο με το οποίον επολεμούσε; ή νομίζεις ότι αυτοί κάμνουν τίποτε διαφορετικώτερον από τους σκύλους, οι οποίοι δαγκάνουν την πέτραν που τους εκτύπησεν, χωρίς να κάμνουν τίποτε εκείνου που την έρριψε; — Πραγματικώς είναι το ίδιον. — Πρέπει λοιπόν να απέχουν οι πολεμισταί μας από την σύλησιν των νεκρών, και να μην αρνούνται εις τους εχθρούς την άδειαν της παραλαβής των. — Πρέπει μάλιστα.
— Και άλλο ακόμη· δεν θα φέρωμεν εις τους ναούς των θεών τα όπλα των νικημένων, και μάλιστα όταν είναι έλληνες, διά να τα κρεμάσωμεν ως αφιερώματα, εάν εννοείται θέλωμεν να εξασφαλίσωμεν την εύνοιαν των άλλων ελλήνων· μάλλον δε θα φοβηθώμεν μήπως είναι βεβήλωσις του ναού αυτή η αφιέρωσις των όπλων των ομοεθνών μας, εκτός εάν πλέον το μαντείον του θεού διατάξη το εναντίον. — Ορθότατα.
— Όσον δε αφορά την δήωσιν της ελληνικής γης και την πυρπόλησιν των οικιών, ποίαν ιδέαν, λέγεις, πρέπει να έχουν οι στρατιώται μας; — Θα ήκουα ευχαρίστως την ιδικήν σου γνώμην. — Εγώ νομίζω, ότι δεν πρέπει να κάμνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλ' απλώς μόνον να παίρνουν τον καρπόν της χρονιάς· και θέλεις να σου ειπώ τον λόγον: — Μάλιστα. — Μου φαίνεται ότι, όπως είναι δύο διαφορετικά ονόματα ο πόλεμος και η στάσις, τοιουτοτρόπως σημαίνουν και δύο τινά, που αναφέρονται εις δύο διαφορετικά αντικείμενα· εκ των δύο τούτων με το ένα μας συνδέει οικειότης και συγγένεια, με το άλλο καμμίαν σχέσιν δεν έχομεν και μας είναι όλως διόλου ξένον· και η μεν έχθρα προς τους οικείους μας τούτους ονομάζεται στάσις, προς δε τους ξένους πόλεμος. — Είναι πολύ ορθά αυτά που λέγεις. — Πρόσεξε τώρα, αν είναι και αυτό ορθόν· λέγω δηλαδή ότι πάντες όσοι ανήκουν εις το ελληνικόν έθνος είναι οικείοι και συγγενείς μεταξύ των, ξένοι δε και άσχετοι με τους βαρβάρους. — Πολύ καλά. — Όταν λοιπόν έλθουν εις σύγκρουσιν Έλληνες με βαρβάρους ή βάρβαροι με Έλληνας, θα λέγωμεν ότι πολεμούν και ότι είναι εκ φύσεως πολέμιοι και την σύγκρουσιν αυτήν θα ονομάσωμεν πόλεμον· όταν όμως συμβαίνη τοιούτον τι μεταξύ ελλήνων, θα λέγωμεν ότι είναι μεν εκ φύσεως φίλοι, αλλ' αυτή η μεταξύ των σύγκρουσις είναι ούτως ειπείν νόσημα, και πρέπει να την ονομάζωμεν στάσιν. — Επιδοκιμάζω και εγώ την ιδέαν σου. — Λοιπόν, όταν συμβή και εκραγή στάσις, όπως την παραδεχόμεθα σήμερα, εις μίαν πόλιν και διαιρεθούν οι πολίται μεταξύ των, εάν αρχίσουν να καταστρέφουν ο ένας του άλλου τα κτήματα και πυρπολούν τας οικίας, γνωρίζεις βέβαια πόσον αποτρόπαιος θεωρείται αυτή και πόσον αφιλοπάτριδες και αι δύο μερίδες· διότι αλλέως δεν θα ετολμούσαν να προξενούν τοιαύτην καταστροφήν εις την γην, που πρέπει να θεωρούν ως μητέρα των και τροφόν· αρκετόν θα ήτο, αν οι νικηταί περιωρίζοντο να πάρουν από τους νικημένους την εσοδείαν των, έχοντες υπ’ όψιν ότι δεν θα διαρκέση ο πόλεμος αιωνίως και θα συμφιλιωθούν επί τέλους. — Βεβαίως αυτή η διάθεσις θα ήτο πολύ ανθρωπινωτέρα. — Αι λοιπόν, αυτή η πόλις, που θεμελιώνομεν ημείς, δεν θα είναι ελληνική πόλις; — Αναμφιβόλως. — Επομένως και οι κάτοικοί της δεν θα είναι καλοί και πολιτισμένοι; — Και πολύ μάλιστα. — Δεν θα αγαπούν επομένως τους έλληνας; δεν θα θεωρούν κοινήν πατρίδα την Ελλάδα; δεν θα έχουν την αυτήν θρησκείαν; — Εννοείται. — Επομένως, ως οικείοι προς τους λοιπούς έλληνας, πάσαν προς αυτούς διαφοράν και σύγκρουσιν δεν θα την θεωρούν και δεν θα την ονομάζουν στάσιν, και όχι ποτέ πόλεμον; — Μάλιστα. — Και επομένως εις τας διενέξεις των δεν θα φέρωνται ως άνθρωποι, που μίαν ημέραν θα συμφιλιωθούν; — Βεβαιότατα. — Ώστε θα ζητούν μόνον με καλόν τρόπον να τους σωφρονίσουν, και όχι να τους εξανδραποδίσουν ή να τους εξοντώσουν, διά να τους τιμωρήσουν, διότι θα είναι σωφρονισταί και όχι πολέμιοι. — Μάλιστα.
— Αφού λοιπόν είναι έλληνες, δεν θα θελήσουν ποτέ να ερημώσουν την Ελλάδα, ούτε να καίουν τας οικίας, ούτε θα θεωρούν ως εχθρούς όλους τους κατοίκους μιας πόλεως, άνδρας, γυναίκας και παιδία, αλλά μόνον ολίγους τινάς, τους αιτίους της διαφοράς· δι’ αυτόν τον λόγον ούτε την γην αυτών θα θελήσουν να βλάπτουν, αφού οι περισσότεροι θα είναι φίλοι των, ούτε τας οικίας των να κρημνίζουν, αλλά θα ωθήσουν το πράγμα απλώς μέχρι του σημείου, ώστε μόνοι των να αναγκασθούν οι αναίτιοι, διά να μην υποφέρουν αυτοί αδίκως, να τιμωρήσουν τους αιτίους. — Εγώ συμφωνώ πληρέστατα ότι κατ' αυτόν πράγματι τον τρόπον οφείλουν να φέρωνται οι πολίται μας προς τους εναντίους των, προς δε τους βαρβάρους, όπως τώρα οι έλληνες μεταξύ των. — Να θέσωμεν λοιπόν και αυτόν τον νόμον διά τους πολεμιστάς μας, ούτε να δενδροτομούν την χώραν, ούτε να καίουν τας οικίας; — Να τον θέσωμεν βέβαια, αναγνωρίζοντες ότι είναι κάλλιστος όπως και οι προηγούμενοι. Μου φαίνεται όμως, Σωκράτη, ότι αν σε αφήση κανείς να εξακολουθής κατ' αυτόν τον τρόπον, θα λησμονήσης ολότελα το κύριον σημείον, το οποίον άφησες κατά μέρος προηγουμένως, διά να εισέλθης εις όλας αυτάς τας λεπτομερείας: αν είναι δηλαδή δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία και πώς θα είναι δυνατόν. Εγώ παραδέχομαι, ότι πάντα τα αγαθά του κόσμου θα υπήρχον εις μίαν τοιαύτην πόλιν, εάν ήτο δυνατόν να υπάρξη· προσθέτω μάλιστα και άλλα που παραλείπεις εσύ, ότι, παραδείγματος χάριν, θα πολεμούν γενναιότατα προς τους εχθρούς, επειδή θα γνωρίζωνται όλοι, και θα προσκαλούνται μεταξύ των με αυτά τα ονόματα του αδελφού, του υιού, του πατρός και δεν θα εγκαταλείπη επομένως αβοήθητον ο ένας τον άλλον· γνωρίζω ακόμη ότι η παρουσία των γυναικών εις τους πολέμους θα τους καθιστά τελείως ακατανίκητους, είτε θα συμπολεμούν αύται εις την ιδίαν γραμμήν, είτε θα παρατάσσωνται όπισθεν του λοιπού στρατού διά να εμπνέουν φόβον εις τον εχθρόν και να σπεύδουν εν ανάγκη εις βοήθειαν· βλέπω επίσης και εν ειρήνη πόσα άλλα ακόμη θα έχουν αγαθά, που τα παραλείπεις εσύ· μην εκτείνεσαι λοιπόν εις περισσοτέρας λεπτομέρειας, αφού εγώ σου παραδέχομαι ότι θα έχουν όλα αυτά τα καλά και ένα εκατομμύριον ακόμη άλλα, αν είναι δυνατόν να υπάρξη αυτή η πολιτεία· ώστε ας αφήσωμεν κατά μέρος όλα τα άλλα, και έλα να ιδούμεν, πώς θα πείσωμεν τον εαυτόν μας ότι είναι δυνατόν αυτό το πράγμα και κατά ποίον τρόπον θα είναι δυνατόν. — Μα εσύ έκαμες μίαν αιφνιδίαν έφοδον εις τον λόγον μου και δεν εννοείς να μου επιτρέψης ούτε την αναπνοήν μου να πάρω· δεν θα καταλαβαίνης ίσως, ότι, μόλις εξέφυγα τα δύο κύματα, σηκώνεις τώρα καταπάνω μου το τρίτον και χειρότερον που όταν το ιδής και το ακούσης, θα με δικαιολογήσης πληρέστατα, που εδίσταζα ως τώρα και ετρόμαζα διά να αναλάβω την εξέτασιν ενός τόσον παραδόξου ζητήματος. — Όσο περισσότερα τοιαύτα μας λέγεις, τόσον και ημείς ολιγώτερον θα σε αφήσωμεν, πριν να μας ειπής πώς είναι δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία· εμπρός λοιπόν, να μη χάνωμεν άδικα τον καιρόν μας.
— Λοιπόν είναι ανάγκη να ενθυμηθούμεν πρώτα, ότι εφθάσαμεν εδώ που εφθάσαμεν, ενώ εζητούσαμεν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη και τι είναι αδικία. — Πολύ καλά· αλλά τι έχει αυτό να κάμη; — Τίποτε· αλλά, αν εύρωμεν ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης, θα απαιτήσωμεν άραγε και ο δίκαιος άνθρωπος να μη διαφέρη διόλου, αλλά να έχη πλήρη με αυτήν ομοιότητα, ή θα είμεθα ευχαριστημένοι εάν προσεγγίζη όσον το δυνατόν περισσότερον και μετέχη αυτής περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους; — Θα μας είναι βέβαια αρκετόν και τόσον.
— Εζητούσαμεν λοιπόν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι ο τελείως δίκαιος, εάν θα υπήρχε, και οποίος τις θα ήτο, τι είναι αφ' ετέρου αδικία και τι ο τελείως άδικος, διά να έχωμεν δύο πρότυπα ανθρώπων υπ’ όψιν μας και, όπως τους κρίνωμεν αυτούς αναλόγως της ευτυχίας ή της δυστυχίας, που θα υπάρχη εις τον καθένα των, να είμεθα υποχρεωμένοι να παραδεχθώμεν και διά τους εαυτούς μας, ότι θα έχη την ομοιοτάτην προς εκείνους μοίραν, όστις τους ομοιάζει κατά το δυνατόν περισσότερον· αυτή ήτο η πρόθεσίς μας, και όχι να αποδείξωμεν, ότι είναι δυνατόν και να υπάρξουν αυτά τα πρότυπα. — Αυτή είναι η αλήθεια. — Νομίζεις λοιπόν ότι θα εμειούτο καθόλου η αξία του ζωγράφου εκείνου, ο οποίος, αφού εζωγράφισε το ωραιότερον πρότυπον ανθρώπου, που θα ημπορούσε να ιδή κανείς, και με όλην την δυνατήν εις τα καθέκαστα τελειότητα, δεν θα ημπορούσε να αποδείξη ότι είναι δυνατόν να υπάρξη και εις την πραγματικότητα τοιούτος άνθρωπος; — Βεβαίως όχι. — Τι άλλο λοιπόν εκάμαμεν και ημείς, παρά να χαράξωμεν διά του λόγου το πρότυπον μιας τελείας πόλεως: — Πραγματικώς. — Ώστε θα χάσουν καθόλου την αξίαν των εκείνα που είπαμεν, εάν δεν ημπορούμεν να αποδείξωμεν ότι είναι δυνατόν να ιδρύσωμεν μίαν πόλιν επάνω εις αυτό το πρότυπον; — Όχι βέβαια.
— Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια επί του ζητήματος· εάν όμως οφείλω να αποδείξω και τούτο, πώς και μέχρι ποίου σημείου είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή μία τοιαύτη πόλις, θα το κάμω προθύμως προς χάριν σου, αφού όμως και συ συμφωνήσης εις αυτά που μου χρειάζονται δι’ αυτήν την απόδειξιν. — Τα ποία δηλαδή; — Είναι δυνατόν να εκτελεσθή ένα πράγμα ακριβώς όπως περιγράφεται, ή έγκειται εις την φύσιν των πραγμάτων, να πλησιάζη ολιγώτερον η εκτέλεσις από τον λόγον προς την αλήθειαν; και αν άλλος τις δεν το παραδέχεται αυτό, εσύ όμως τι φρονείς, πως είναι έτσι, ή όχι; — Συμφωνώ μαζί σου. — Μη με αναγκάζης λοιπόν να αποδεικνύω, ότι πρέπει και εις την πραγματικότητα να γίνωνται αυτά απαράλλακτα κατά πάντα, όπως τα περιεγράψαμεν διά του λόγου· αλλά, αν ημπορέσωμεν να εύρωμεν, πώς μία πόλις είναι δυνατόν να διοικηθή όσον το δυνατόν συμφωνότερα με όσα είπαμεν, τότε να ομολογήσης πως ευρήκαμεν, συμφώνως με την απαίτησίν σου, ότι είναι δυνατά αυτά να γίνουν· ή δεν θα μείνης ευχαριστημένος, εάν το κατορθώσωμεν αυτό; εγώ τουλάχιστον θα το εθεώρουν αρκετόν. — Και εγώ επίσης.
— Ας προσπαθήσωμεν λοιπόν τώρα να ζητήσωμεν και να εύρωμεν, τι ελάττωμα τάχα υπάρχει σήμερον εις τας πόλεις, ώστε να μη κυβερνώνται καλώς, και ποίαν μικροτάτην μεταβολήν δυνάμεθα να επιφέρωμεν, διά να φθάση μία πόλις εις αυτήν την τελειότητα του ιδικού μας πολιτεύματος· μεταβολήν δε μίαν μόνον, αν είναι δυνατόν, ή δύο, ειδεμή, όσον ημπορεί ολιγωτέρας και μικροτέρας κατά την σπουδαιότητα. — Πολύ καλά. — Νομίζω λοιπόν πως ημπορούμεν να αποδείξωμεν, ότι με μίαν μόνον μεταβολήν είναι δυνατόν να αλλάξη καθ' ολοκληρίαν όψιν η πόλις, αν και η μεταβολή αυτή δεν θα είναι βέβαια μικράς σπουδαιότητος ούτε πολύ εύκολος, οπωσδήποτε όμως όχι και αδύνατος. — Και εις τι θα έγκειται αυτή η μεταβολή; — Ακριβώς εις αυτό έρχομαι τώρα, που το παρωμοίασα με το τρίτον και μεγαλύτερον κύμα· θα το ειπώ όμως, και αν ακόμη πρόκειται να μεταβληθή εις κύμα γέλωτος διά να με σκεπάση και με παρουσιάση ολότελα γελοίον και μωρόν· άκουσε λοιπόν. — Λέγε. — Εάν δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι εις τας πόλεις, ή εάν αυτοί που ονομάζονται τώρα βασιλείς και κυβερνήται δεν γίνουν φιλόσοφοι, με όλην την σημασίαν της λέξεως, ούτως ώστε να συνδυάζεται εις το αυτό πρόσωπον η πολιτική δύναμις και η φιλοσοφία, και αν δεν αποκλεισθούν απολύτως της διοικήσεως όλοι όσοι σήμερον διεκδικούν τον ένα ή τον άλλον τίτλον χωριστά, είναι αδύνατον, φίλε μου Γλαύκων, να επέλθη καμμία διόρθωσις των κακών, που μαστίζουν τα κράτη και όλον, καθώς νομίζω, το ανθρώπινον γένος, και ούτε θα εμφανισθή ποτε και θα ίδη το φως του ηλίου η πολιτεία αυτή, της οποίας ημείς εχαράξαμεν το σχέδιον. Αυτό λοιπόν είναι, που τόσον πολύ εδίσταζα ως τώρα να το εκστομίσω, επειδή προέβλεπα, ότι θα προσκρούση πολύ εις την κοινήν γνώμην και είναι πράγματι δύσκολον να κατανοηθή, ότι κατ' άλλον τρόπον δεν ημπορεί να υπάρξη ούτε δημοσία ούτε ιδιωτική ευδαιμονία.
— Πρέπει πράγματι, Σωκράτη, να περιμένης, με αυτόν τον λόγον που είπες τώρα, να ιδής να σηκώνωνται παρά πολλοί, και όχι οι πρώτοι τυχόντες, να πετούν τα φορέματά των και γυμνοί να αρπάζουν ό,τι πρωτοευρεθή εμπρός των και να χυθούν επάνω σου, έτοιμοι να σε διορθώσουν μια χαρά· που αν δεν κατορθώσης να τους αποκρούσης με τα όπλα του λόγου και τους ξεφύγης, έχεις να ακούσης των παθών σου τον τάραχον προς τιμωρίαν σου.
— Δεν είσαι συ η αιτία εις όλα αυτά; — κ’ έκαμα πολύ καλά· μολαταύτα σου υπόσχομαι να μη σε αφήσω εις την τύχην σου, αλλά να σε βοηθήσω όπως ημπορώ, με το ενδιαφέρον μου και με την ενθάρρυνσιν που θα σου δίδω· ίσως δε και να είμαι εις θέσιν να απαντώ καταλληλότερα από ένα άλλον εις τας ερωτήσεις σου· με ένα λοιπόν τέτοιον βοηθόν που ευρήκες, προσπάθησε να αποδείξης εις τους διαμαρτυρομένους, ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως εσύ τα λέγεις.
— Ας δοκιμάσωμεν λοιπόν, αφού μου παρέχεις και συ την τόσον πολύτιμον συνδρομήν σου· μου φαίνεται όμως αναγκαίον εν πρώτοις, αν θέλωμεν να γλυτώσωμεν από αυτούς που λέγεις, να εξηγηθούμεν μαζί των, ποίοι είναι οι φιλόσοφοι, εις τους οποίους τολμώμεν να λέγωμεν, ότι πρέπει να ανατεθή η κυβέρνησις των πόλεων, διά να ημπορέση κανείς, αφού διασαφηνισθή το σημείον αυτό, να υποστηρίξη την ιδέαν του, αποδεικνύων ότι τοιούτοι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως το δικαίωμα να φιλοσοφούν και να κυβερνούν την πολιτείαν, όλοι δε οι άλλοι οφείλουν να μην αναμιγνύωνται, αλλά να ακολουθούν τυφλώς εκείνους. — Είναι καιρός να εξηγηθής. — Εμπρός λοιπόν, ακολούθησέ με, διά να ιδής, αν σου φανή επαρκής η εξήγησίς μου. — Εμπρός.
— Είναι ανάγκη να σου ενθυμίσω ότι, όταν λέγωμεν διά κάποιον ότι αγαπά κάτι τι, πρέπει αυτός, εάν εννοούμεν την αληθινήν αγάπην, να μην αγαπά ένα μόνον μέρος του πράγματος, άλλο δε όχι, αλλά ολόκληρον εκείνο το πράγμα; — Πρέπει, καθώς φαίνεται, να μου το ενθυμίσης, διότι δεν σε εννοώ πολύ καλά. — Κάθε άλλος παρά συ εταίριαζε να το λέγη αυτό· ένας όμως άνθρωπος ερωτικός, όπως είσαι συ, δεν ταιριάζει να λησμονή, ότι όλοι όσοι είναι εις το άνθος της ηλικίας που πρέπει, κεντούν την καρδίαν του παιδεραστού και την φέρουν άνω κάτω και κανένα δεν θεωρεί ανάξιον της αγάπης και της τρυφερότητός του· δεν παθαίνετε, αλήθεια, αυτό με τα ωραία τα αγόρια; εάν έχη ένας την μύτη πλακωτήν, θα τον εγκωμιάσετε χαριτόβρυτον, του άλλου την αγκυλωτήν μύτην θα την ειπήτε βασιλικήν, έναν που έχη το μέσον μεταξύ των δύο αυτών, θα τον ονομάσετε συμμετρικώτατον, τους μαύρους τους λέγετε αρρενωπούς, και τους άσπρους υιούς των θεών· και το όνομα δε μελίχλωρος, τίνος άλλου κατασκεύασμα είναι παρά εραστού, που με αυτήν την χαϊδευτικήν λέξιν σκεπάζει την υποφερτήν δι’ αυτόν ωχρότητα ενός ωραίου παιδιού; και με ένα λόγον όλας τας προφάσεις μεταχειρίζεσθε και κάθε λόγον ευρίσκετε, διά να μην απορρίψετε κανένα από εκείνους, που ευρίσκονται εις το άνθος της ώρας των.
— Εάν θέλης να εφαρμόσης επάνω μου ό,τι έχεις να λέγης διά τους ερωτικούς, σου το συγχωρώ χάριν της συζητήσεως.
— Μα τι; δεν βλέπεις ότι και οι φιλοπόται κάμνουν το ίδιον, και με οιανδήποτε πρόφασιν ευρίσκουν της αρεσκείας των όλα τα κρασιά; — Πράγματι.
— Γνωρίζεις ακόμη, υποθέτω, ότι και οι φιλόδοξοι, εάν δεν ημπορούν να εκλεχθούν στρατηγοί υπό της φυλής των, εκλέγονται τριττύαρχοι, και αν δεν ημπορούν να τιμώνται από τους μεγάλους και τους σπουδαίους, αρκούνται εις τας τιμάς των μικροτέρων και ασημοτέρων, διότι η μόνη των επιθυμία είναι να έχουν οπωσδήποτε τιμάς και αξιώματα. — Βεβαιότατα. — Εις αυτό λοιπόν θέλω να μου απαντήσης, ναι ή όχι· όταν λέγωμεν διά κάποιον ότι αγαπά κάτι τι, εννοούμεν ότι το αγαπά ολόκληρον αυτό το πράγμα, ή μέρος αγαπά και μέρος όχι; — Ολόκληρον.
— Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον δεν θα είπωμεν και περί του φιλοσόφου ότι είναι εραστής της σοφίας, όχι ενός μέρους αυτής και άλλου όχι, αλλά ολοκλήρου; — Μάλιστα. — Ένα λοιπόν ανθρωπον, που δεν έχει και μεγάλην ευχαρίστησιν εις την μάθησιν, αν μάλιστα είναι νέος και δεν έχη ακόμη την απαιτουμένην κρίσιν να καταλάβη τι είναι ωφέλιμον και τι δεν είναι, δεν θα τον ονομάσωμεν βέβαια φιλομαθή και φιλόσοφον, όπως και ένας άνθρωπος, που το ένα του μυρίζει και το άλλο του βρωμά από τα φαγητά, θα ειπούμεν ότι δεν έχει όρεξιν και δεν θέλει να φάγη και δεν είναι, ούτως ειπείν, φιλόσιτος αλλά κακόσιτος. — Και θα έχωμεν δίκαιον να το ειπούμεν. — Ένας όμως ο οποίος αισθάνεται έμφυτον την αγάπην προς πάσαν μάθησιν και επιδίδεται με ακόρεστον ζήλον και προθυμίαν εις την σπουδήν, αυτός βέβαια θα ονομασθή με όλον το δίκαιον φιλόσοφος· ή όχι;
Και ο Γλαύκων απήντησεν. — Ναι, αλλά τοιούτοι θα ευρεθούν πολλοί, οι οποίοι δεν πιστεύω και να έχουν τον τόπον των μεταξύ των φιλοσόφων διότι έπρεπε, μου φαίνεται, υπ’ αυτό το όνομα να περιλαμβάνωνται τότε όλοι οι φίλοι των θεαμάτων, επειδή και αυτοί ευχαριστούνται πάντα να μανθάνουν κάτι τι, θα ήτο δε άτοπον να καταλέξωμεν εις τους φιλοσόφους και τους φιλακολούθους εκείνους, οι οποίοι, εις μίαν μεν τοιαύτην συζήτησιν, όπως η ιδική μας, δεν θα είχαν καμμίαν διάθεσιν βέβαια να παρασταθούν, τρέχουν όμως εις όλας τας Διονυσιακάς εορτάς, χωρίς να παραλείψουν καμμίαν, είτε εις την πόλιν είτε εις τα χωρία, ως να είχαν ενοικιάση τα αυτιά των, διά να ακούσουν όλους τους χορούς. Φιλοσόφους λοιπόν θα ονομάσωμεν όλους αυτούς, που έχουν μέγαν ζήλον να μανθάνουν κάτι τοιαύτα πράγματα και να καταγίνωνται με τέχνας όλως διόλου ασημάντους; — Δεν είναι πράγματι αυτοί φιλόσοφοι, ομοιάζουν όμως με φιλοσόφους. — Και ποίους ονομάζεις πραγματικούς φιλοσόφους; — Εκείνους που αγαπούν να βλέπουν την αλήθειαν. — Είναι αναμφιβόλως ορθόν αυτό που λέγεις, αλλά εξήγησέ μου πώς το εννοείς; — Διά κάθε άλλον δεν θα μου ήτο πολύ εύκολον· εσύ όμως πιστεύω να συμφωνήσης εις αυτό που θα ειπώ. — Τι; — Επειδή το ωραίον είναι αντίθετον προς το άσχημον, θα ειπή ότι είναι δύο πράγματα αυτά. — Πώς όχι; Αφού λοιπόν είναι δύο, είναι το καθένα των ξεχωριστόν. — Μάλιστα. — Το αυτό ισχύει και περί του δικαίου και του αδίκου, περί του καλού και του κακού και εν γένει περί όλων των ιδεών· έκαστον δηλαδή εξ αυτών είναι ένα, αλλά παρουσιαζόμενα πανταχού υπό την σχέσιν, την οποίαν έχουν με τας πράξεις μας, με τα σώματα και μεταξύ των, φαίνονται ως πολλά το καθένα. — Έχεις δίκαιον. — Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον διακρίνω και εγώ, χωριστά μεν εκείνους που αγαπούν τα θεάματα, τας τέχνας και καταγίνονται με αυτά, και χωριστά εκείνους, περί των οποίων πρόκειται τώρα ο λόγος, και οι οποίοι μόνον αξίζουν το όνομα του φιλοσόφου. — Και πώς τους διακρίνεις; — Οι πρώτοι εκείνοι, που αγαπούν τα θεάματα και τας ακροάσεις, περιορίζονται μόνον εις τας ωραίας φωνάς, εις τα ωραία χρώματα και σχήματα και εις όλα τα δημιουργήματα των τεχνών, τα οποία στηρίζονται επ’ αυτών, ενώ η διάνοιά των είναι ανίκανος να αντιληφθή αυτήν καθ' εαυτήν την φύσιν του ωραίου και να την αγαπήση. — Αυτό πραγματικώς συμβαίνει. — Όσοι δε είναι ικανοί να ανυψωθούν μέχρι του ωραίου και να το βλέπουν αυτό καθ' εαυτό, δεν είναι βέβαια αρκετά σπάνιοι; — Και πολύ μάλιστα.
— Και τι σου φαίνεται πως είναι η ζωή ενός ανθρώπου, που γνωρίζει μεν τα ωραία πράγματα, δεν γνωρίζει όμως αυτό καθ' εαυτό το ωραίον, ούτε είναι ικανός να παρακολουθήση εκείνους, που θα ημπορούσαν να τον κάμουν να το γνωρίση; όνειρον τάχα ή πραγματικότης; και σκέψου· τι άλλο σημαίνει να ονειρεύεται κανείς, παρά ένα πράγμα όμοιον με κάτι, να μη το θεωρή όμοιον, αλλά να το παίρνη δι’ αυτό το ίδιον πράγμα, με το οποίον ομοιάζει; — Βέβαια, και εγώ θα έλεγα πως ονειρεύεται αυτός.
— Εκείνος όμως απεναντίας, όστις γνωρίζει το ωραίον καθ' εαυτό και ημπορεί να το οραματίζεται και αυτό το ίδιον και όσα μετέχουν από την φύσιν του, χωρίς όμως να συγχέη αυτά με εκείνο, σου φαίνεται και αυτός πως ζη εν ονείρω, ή εν εγρηγόρσει; — Και πάρα πολύ μάλιστα εν εγρηγόρσει. — Η γνώσις επομένως αυτού, επειδή στηρίζεται επί της πραγματικότητος, δεν είναι δίκαιον να ονομασθή επιστήμη, του δε άλλου απλώς δοξασία, διότι στηρίζεται μόνον επί της φαντασίας του; — Βεβαιότατα.
— Και αν ο τελευταίος αυτός, ο οποίος καθ' ημάς φαντάζεται μόνον και δεν γνωρίζει, εθύμωνε μαζί μας και διεμαρτύρετο, ότι δεν λέγομεν την αλήθειαν, δεν θα είχαμεν να του ειπούμεν τίποτε, διά να τον καθησυχάσωμεν και να τον πείσωμεν, αλλά πάντοτε οπωσδήποτε κεκαλυμμένως, ότι δεν είναι καλά; — Πρέπει τουλάχιστον. — Σκέψου λοιπόν τι θα του ειπούμεν, ή θέλεις καλύτερα, αφού τον διαβεβαιώσωμεν ότι καθόλου δεν τον φθονούμεν, εάν ηξεύρη τίποτε, αλλ' απεναντίας θα είμεθα πολύ ευχαριστημένοι να ιδούμεν ότι ηξεύρει κάτι, να του αποτείνωμεν την εξής ερώτησιν; ειπέ μας, θα τον ερωτήσωμεν, ένας που γνωρίζει, γνωρίζει κάτι τι ή όχι; απάντησέ μου λοιπόν εσύ δι’ εκείνον. — Θα σου απαντήσω ότι γνωρίζει κάτι τι. — Και αυτό, που γνωρίζει, είναι πράγμα υπαρκτόν ή ανύπαρκτον; — Υπαρκτόν· διότι πώς είναι δυνατόν να γνωρισθή ένα πράγμα, που δεν υπάρχει;
— Δυνάμεθα λοιπόν να είμεθα βέβαιοι περί αυτού, οπωσδήποτε και αν το εξετάσωμεν, ότι ένα πράγμα που υπάρχει καθ' όλην του την υπόστασιν, ημπορεί επίσης και να γνωρισθή, ένα δε πράγμα που δεν υπάρχει καθόλου, δεν ημπορεί και καθόλου να γνωρισθή. — Είμεθα βέβαιοι. — Έστω· αλλ' αν ευρίσκετο κάτι τι, το οποίον να είναι συγχρόνως και να μην είναι, δεν θα έκειτο μεταξύ εκείνου που υπάρχει καθ' ολοκληρίαν, και εκείνου που δεν υπάρχει διόλου; — Βεβαίως. — Και αφού επομένως η μεν γνώσις είπομεν ότι είναι δι’ εκείνα που υπάρχουν, η δε αγνωσία κατ' ανάγκην δι’ εκείνα που δεν υπάρχουν, δεν πρέπει να ζητήσωμεν δι’ αυτά που κείνται μεταξύ, κάτι τι που να είναι μεταξύ της αγνοίας και της επιστήμης, εάν υποτεθή ότι υπάρχει τοιούτον τι; — Πρέπει βέβαια. — Υπάρχει κάτι που το ονομάζομεν δοξασίαν; — Πώς όχι; — Και είναι διαφορετικόν από την επιστήμην, ή το ίδιον; — Διαφορετικόν. — Άλλο λοιπόν είναι το αντικείμενον της μιας και άλλο της άλλης, και καθεμία έχει την ιδικήν της ξεχωριστά δύναμιν. — Μάλιστα. — Η επιστήμη δεν έχει αντικείμενον να γνωρίζη τα πράγματα, που υπάρχουν, κατά ποίον τρόπον υπάρχουν; ή μάλλον μου φαίνεται αναγκαίον προηγουμένως να διευκρινήσωμεν κάπως αλλέως το ζήτημα. — Πώς;
— Όταν λέγωμεν δυνάμεις, εννοούμεν ένα κάποιον είδος υπάρξεων, χάρις εις τας οποίας είμεθα εις θέσιν και ημείς, και οτιδήποτε άλλο πράγμα, να κάμνωμεν εκείνο, που μας προσιδιάζει· δυνάμεις παραδείγματος χάριν λέγω την ακοήν, την όρασιν, και πιστεύω να καταλαβαίνης τι θέλω να εννοήσω με αυτό το γενικόν όνομα — Πώς; καταλαβαίνω. — Άκουσε λοιπόν, ποία είναι η γνώμη μου περί αυτού του ζητήματος· εγώ δεν βλέπω η δύναμις να έχη ούτε χρώμα, ούτε σχήμα, ούτε τίποτε όμοιον με εκείνα, που ευρίσκονται εις πολλά άλλα πράγματα, και τα οποία λαμβάνω υπ’ όψιν μου διά να διακρίνω τα διάφορα αντικείμενα απ’ αλλήλων· προκειμένου λοιπόν περί δυνάμεως εις τούτο μόνον αποβλέπω, ποίος είναι ο προορισμός και ποία τα αποτελέσματά της, και με αυτόν τον τρόπον διακρίνω την κάθε μίαν των· και θεωρώ ομοίας μεν τας δυνάμεις, που έχουν το αυτό αντικείμενον και τα αυτά αποτελέσματα, διαφορετικάς δε, όσαι έχουν διάφορον αντικείμενον και αποτελέσματα· εσύ δε, πώς τας διακρίνεις; — Και εγώ έτσι.
— Ας επανέλθωμεν λοιπόν τώρα εις το θέμα μας· την επιστήμην την παραδέχεσαι ως δύναμιν, ή την κατατάσσεις εις καμμίαν άλλην κατηγορίαν; — Ως δύναμιν και μάλιστα την ισχυροτάτην από όλας τας δυνάμεις. — Η δε δοξασία, είναι και αυτή δύναμις, ή πρέπει να την κατατάξωμεν εις άλλο είδος; — Διόλου· επειδή και η δοξασία είναι κάτι, διά του οποίου ημπορούμεν να κρίνωμεν κατά το φαινόμενον. — Αλλά προ ολίγου ωμολόγησες ότι δεν είναι το ίδιον πράγμα η δοξασία και η επιστήμη. — Αναμφιβόλως· διότι πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με νουν να θεωρήση το ίδιον ένα πράγμα που δεν σφάλλεται με ένα που σφάλλεται; — Πολύ καλά· αναγνωρίζομεν λοιπόν, ότι άλλο πράγμα είναι η γνώσις και άλλο η δοξασία. — Μάλιστα. — Και επομένως η καθεμία έχει άλλο αντικείμενον και άλλην ενέργειαν. — Κατ' ανάγκην. — Και η μεν επιστήμη δεν έχει ως αντικείμενόν της, να γνωρίζη εκείνο που υπάρχει, κατά ποίον ακριβώς τρόπον υπάρχει; — Ναι. — Η δε δοξασία, λέγομεν, δεν είναι άλλο παρά η δύναμις να κρίνωμεν κατά το φαινόμενον. — Μάλιστα. — Το ίδιον τάχα αντικείμενον, το οποίον και η επιστήμη γνωρίζει, ούτως ώστε το γνωστόν και το κατά το φαινόμενον να είναι ένα και το αυτό πράγμα; ή είναι αδύνατον το τοιούτον; — Αδύνατον, σύμφωνα με εκείνα που παραδέχθημεν, αφού εκάστη δύναμις έχει ωρισμένον αντικείμενον, η δε επιστήμη και η δοξασία είναι μεν και αι δύο δυνάμεις, άλλα διαφορετική καθεμία· εκ του οποίου έπεται, ότι δεν ημπορεί το γνωστόν και το κατά το φαινόμενο να είναι το ίδιον πράγμα. — Αφού λοιπόν η επιστήμη αντικείμενόν της έχει το ον, άλλο βεβαίως θα είναι το αντικείμενον της δοξασίας και όχι το ον. — Άλλο. — Τάχα να είναι λοιπόν το μη ον; ή μήπως είναι αδύνατον το μη ον να είναι αντικείμενον δοξασίας; και σκέψου, εκείνος ο οποίος έχει μίαν δοξασίαν, δεν την έχει δι’ ένα πράγμα; ή είναι δυνατόν να έχη μεν μίαν δοξασίαν, να μην αποβλέπη όμως αυτή εις κανένα πράγμα; — Αδύνατον. — Ώστε ένας, που έχει μίαν δοξασίαν, την έχει πάντοτε δι’ ένα ωρισμένον πράγμα. Μάλιστα. Το μη ον όμως δεν είναι ένα πράγμα, αλλά θα ημπορούσαμεν ορθότατα να το ονομάσωμεν μηδέν.
Βεβαίως. — Παρεδέχθημεν δε κατ' ανάγκην ότι το μη ον είναι το αντικείμενον της γνώσεως. — Ορθώς. — Η δοξασία επομένως δεν της μένει να έχη αντικείμενον ούτε το ον, ούτε το μη ον. — Όχι βέβαια. — Επομένως δεν είναι ούτε γνώσις, ούτε άγνοια. Καθώς φαίνεται.
— Είναι λοιπόν έξω και από τα δύο, εις τρόπον τάχα που να υπερτερή την γνώσιν κατά την σαφήνειαν, ή την άγνοιαν κατά την ασάφειαν: — Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. — Αλλά τότε μήπως άραγε παραδέχεσαι, ότι η δοξασία είναι σκοτεινοτέρα μεν της γνώσεως, φωτεινοτέρα δε της αγνοίας. — Και πολύ μάλιστα. — Κείται λοιπόν μεταξύ των δύο; — Ναι. — Ώστε είναι κάτι διάμεσον η δοξασία μεταξύ της γνώσεως και της αγνοίας; — Βεβαιότατα. — Είπαμεν όμως προηγουμένως ότι, αν εύρωμεν κάτι, το οποίον να είναι και να μην είναι συγχρόνως, θα κείται αυτό μεταξύ του πραγματικώς όντος και του καθ' ολοκληρίαν μη όντος, και δεν θα είναι αντικείμενον ούτε της επιστήμης ούτε της αγνοίας, αλλά μιας δυνάμεως η οποία θα εφαίνετο διάμεσος της επιστήμης και της αγνοίας. — Σωστά. — Ευρήκαμεν δε τώρα, ότι αυτό το διάμεσον μεταξύ των δύο είναι εκείνο, που ονομάζομεν δοξασίαν. — Μάλιστα, το ευρήκαμεν. — Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα να εύρωμεν, καθώς φαίνεται, ποίον είναι εκείνο το πράγμα, που μετέχει συγχρόνως και του όντος και του μη όντος, χωρίς να είναι ακριβώς και καθ' εαυτό ούτε το ένα ούτε το άλλο· και εάν ευρεθή αυτό το αντικείμενον της δοξασίας, θα αποδώσωμεν εις εκάστην των τριών δυνάμεων τα αντικείμενά των· εις τας άκρας τα άκρα, και εις την μεταξύ κειμένην τα μεταξύ αντικείμενα· δεν είναι έτσι;
Έτσι μάλιστα.
Τούτου τεθέντος, θα ερωτήσω κατόπιν και ας μου αποκριθή εκείνος ο καλός μας, ο οποίος δεν παραδέχεται ότι υπάρχει το ωραίον καθ' εαυτό, ούτε η ιδέα του ωραίου, αμετάβλητος κατά πάντα και πάντοτε, αλλά μόνον τα πολλά ωραία αναγνωρίζει, ο φίλος εκείνος των ωραίων θεαμάτων, που δεν ανέχεται να του κάμης λόγον διά το ένα και απόλυτον ωραίον, διά το ένα και απόλυτον δίκαιον και ούτω καθ' εξής· απάντησέ μας, θα του είπωμεν, καλέ μας, από τα πολλά τα ωραία υπάρχει τάχα κανένα, που να μην ημπορή να φανή ποτε άσχημον, ή από τα δίκαια, που να μη φανή άδικον, και από τα όσια, ανόσιον; — Όχι, αλλά κατ' ανάγκην το ίδιον πράγμα δύναται να φανή άλλοτε ωραίον και άλλοτε άσχημον, όπως και τα άλλα που ερωτάς. — Τι δε; τα πολλά διπλάσια, δεν ημπορούν πολύ ωραία να είναι και τα μισά ενός άλλου ποσού; — Βεβαιότατα. — Επίσης και τα μεγάλα και τα μικρά και τα ελαφρά και τα βαρέα δεν ημπορούν να είναι και τοιαύτα, όπως τα εχαρακτηρίσαμεν, αλλά και τα εναντία; — Βεβαίως, έκαστον από αυτά είναι πάντοτε και το ένα και το άλλο. — Και έκαστον από τα πολλά πράγματα είναι τάχα περισσότερον, ή δεν είναι, εκείνο που το λέγομεν ότι είναι; — Αυτό μοιάζει εκείνα που λέγουν εις τα τραπέζια, τα ήξεις αφήξεις, ή με το αίνιγμα των παιδιών διά τον ευνούχον που επετροβόλησε την νυκτερίδα και με τι και πού επάνω την επετροβόλησε· το ίδιον και αυτά που λέγεις έχουν διπλόν νόημα, και είναι και δεν είναι, και δεν ημπορείς να είπης με βεβαιότητα, αν είναι και τα δύο, ή ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Έχεις λοιπόν τι καλύτερον να κάμης με αυτά, ή πού να τα τοποθετήσης καλύτερα, παρά μεταξύ του όντος και του μηδενός; διότι βεβαίως ούτε σκοτεινότερα είναι από το μη ον, ώστε να έχουν ολιγωτέραν ύπαρξιν από αυτό, ούτε φωτεινότερα από το ον, ώστε να έχουν περισσοτέραν από αυτό ύπαρξιν. — Είναι αλήθεια.
— Ευρήκαμεν λοιπόν, καθώς φαίνεται, ότι αυτά τα πολλά πράγματα, εις τα οποία οι πολλοί αποδίδουν την ιδιότητα του ωραίου και τας άλλας τοιαύτας ιδιότητας κυμαίνονται, ούτως ειπείν, μεταξύ του καθ' αυτό όντος και του μη όντος. — Μάλιστα. — Εσυμφωνήσαμεν δε προηγουμένως, ότι, αν ήθελεν ευρεθή τοιούτον τι, θα το ονομάσωμεν αντικείμενον όχι της επιστήμης αλλά της δοξασίας, της διαμέσου ταύτης δυνάμεως, εις την οποίαν υπόκειται το μεταξύ κυμαινόμενον. — Πραγματικώς.
— Εκείνοι λοιπόν που παρατηρούν τα πολλά ωραία πράγματα, δεν βλέπουν όμως το ωραίον καθ' εαυτό, ούτε δύνανται να παρακολουθήσουν εκείνον, που είναι εις θέσιν να τους το δείξη, επίσης δε και τα πολλά δίκαια, όχι όμως και το έν δίκαιον το καθ' εαυτό, και τα άλλα ομοίως, αυτοί, θα είπωμεν ότι έχουν απλώς γνώμας, ουδεμίαν όμως γνώσιν των πραγμάτων. — Κατ' ανάγκην. — Απεναντίας δε, εκείνοι που παρατηρούν αυτά καθ' εαυτά τα πράγματα και την πάντοτε αναλλοίωτον αυτών φύσιν, αυτοί δεν θα είπωμεν ότι γνωρίζουν και όχι απλώς ότι έχουν γνώμας; Κατ' ανάγκην και τούτο. — Και αυτοί μεν, δεν θα ειπούμεν, ότι αγαπούν και ασπάζονται τα πράγματα, που είναι αντικείμενα της επιστήμης, οι άλλοι δε τα πράγματα, που είναι αντικείμενα της δοξασίας; ή δεν ενθυμείσαι που ελέγαμεν δι’ αυτούς τους τελευταίους, ότι αγαπούν και ευχαριστούνται με τας ωραίας φωνάς, τα ωραία σχήματα και τα τοιαύτα, αλλά δεν ανέχονται να ακούσουν διά το απόλυτον ωραίον, ότι υπάρχει; — Το ενθυμούμαι. — Θα τους αδικήσωμεν λοιπόν τάχα αν τους ονομάσωμεν φιλοδόξους μάλλον ή φιλοσόφους, και θα μας θυμώσουν πολύ άραγε δι’ αυτό το όνομα, που θα τους δώσωμεν;
Όχι, αν θέλουν να με πιστεύσουν· διότι δεν είναι σωστόν να θυμώνη κανείς με την αλήθειαν. — Πρέπει λοιπόν κατά συνέπειαν να ονομάζωμεν φιλοσόφους μόνον εκείνους, που αφοσιώνονται εις την εξέτασιν του όντος καθ' εαυτό. — Δίχως αντίρρησιν.
* *
*
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πολιτεία. Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη.
Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.
* *
*
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ
ΔΡΧ. 10
1) Το κείμενον έχει «ύδραν τέμνουσιν».↩
End of the Project Gutenberg EBook of Republic, Volume 2, by Plato
*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC, VOLUME 2 ***
***** This file should be named 39493-h.htm or 39493-h.zip *****
This and all associated files of various formats will be found in:
http://www.gutenberg.org/3/9/4/9/39493/
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason
Konstantinides. Thanks to George Canonis for his major
work in proofreading.
Updated editions will replace the previous one--the old editions
will be renamed.
Creating the works from public domain print editions means that no
one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
(and you!) can copy and distribute it in the United States without
permission and without paying copyright royalties. Special rules,
set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
such as creation of derivative works, reports, performances and
research. They may be modified and printed and given away--you may do
practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
subject to the trademark license, especially commercial
redistribution.
*** START: FULL LICENSE ***
THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
distribution of electronic works, by using or distributing this work
(or any other work associated in any way with the phrase "Project
Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
Gutenberg-tm License available with this file or online at
www.gutenberg.org/license.
Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
electronic works
1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
and accept all the terms of this license and intellectual property
(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
used on or associated in any way with an electronic work by people who
agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
even without complying with the full terms of this agreement. See
paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
works. See paragraph 1.E below.
1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
collection are in the public domain in the United States. If an
individual work is in the public domain in the United States and you are
located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
are removed. Of course, we hope that you will support the Project
Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
keeping this work in the same format with its attached full Project
Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
a constant state of change. If you are outside the United States, check
the laws of your country in addition to the terms of this agreement
before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
creating derivative works based on this work or any other Project
Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
the copyright status of any work in any country outside the United
States.
1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
copied or distributed:
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
with this eBook or online at www.gutenberg.org
1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
and distributed to anyone in the United States without paying any fees
or charges. If you are redistributing or providing access to a work
with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
1.E.9.
1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
with the permission of the copyright holder, your use and distribution
must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
License terms from this work, or any files containing a part of this
work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
electronic work, or any part of this electronic work, without
prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
active links or immediate access to the full terms of the Project
Gutenberg-tm License.
1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
License as specified in paragraph 1.E.1.
1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
that
- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
has agreed to donate royalties under this paragraph to the
Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
must be paid within 60 days following each date on which you
prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
address specified in Section 4, "Information about donations to
the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
License. You must require such a user to return or
destroy all copies of the works possessed in a physical medium
and discontinue all use of and all access to other copies of
Project Gutenberg-tm works.
- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
electronic work is discovered and reported to you within 90 days
of receipt of the work.
- You comply with all other terms of this agreement for free
distribution of Project Gutenberg-tm works.
1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
electronic work or group of works on different terms than are set
forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
Foundation as set forth in Section 3 below.
1.F.
1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
works, and the medium on which they may be stored, may contain
"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
your equipment.
1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
liability to you for damages, costs and expenses, including legal
fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
DAMAGE.
1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
written explanation to the person you received the work from. If you
received the work on a physical medium, you must return the medium with
your written explanation. The person or entity that provided you with
the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
refund. If you received the work electronically, the person or entity
providing it to you may choose to give you a second opportunity to
receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
is also defective, you may demand a refund in writing without further
opportunities to fix the problem.
1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
with this agreement, and any volunteers associated with the production,
promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
that arise directly or indirectly from any of the following which you do
or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
electronic works in formats readable by the widest variety of computers
including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
people in all walks of life.
Volunteers and financial support to provide volunteers with the
assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
and the Foundation information page at www.gutenberg.org
Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
Foundation
The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
throughout numerous locations. Its business office is located at 809
North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
contact links and up to date contact information can be found at the
Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
For additional contact information:
Dr. Gregory B. Newby
Chief Executive and Director
gbnewby@pglaf.org
Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation
Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
spread public support and donations to carry out its mission of
increasing the number of public domain and licensed works that can be
freely distributed in machine readable form accessible by the widest
array of equipment including outdated equipment. Many small donations
($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
status with the IRS.
The Foundation is committed to complying with the laws regulating
charities and charitable donations in all 50 states of the United
States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
with these requirements. We do not solicit donations in locations
where we have not received written confirmation of compliance. To
SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
particular state visit www.gutenberg.org/donate
While we cannot and do not solicit contributions from states where we
have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
against accepting unsolicited donations from donors in such states who
approach us with offers to donate.
International donations are gratefully accepted, but we cannot make
any statements concerning tax treatment of donations received from
outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
ways including checks, online payments and credit card donations.
To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
works.
Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
concept of a library of electronic works that could be freely shared
with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
www.gutenberg.org
This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.