Πολιτεία, Τόμος 2

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.


Αλλά, διέκοψεν ο Αδείμαντος, τι θα έχης να απολογηθής, Σωκράτη, εάν κανείς σου παρατηρήση, ότι δεν κάμνεις και πάρα πολύ ευτυχείς τους πολεμιστάς σου, και τούτο από σφάλμα ιδικόν των, αφού εις αυτούς ανήκει πραγματικώς η πόλις; και όμως αυτοί δεν απολαμβάνουν κανένα καλόν από την πόλιν, όπως άλλοι, που έχουν γαίας, που κτίζουν σπίτια ωραία και μεγάλα, και τα επιπλώνουν αναλόγως, και είναι εις θέσιν να κάμνουν θυσίας ιδιωτικάς εις τα μέγαρά των και να φιλεύουν ξένους, και έχουν, αυτά δα που έλεγες και συ, χρυσόν και άργυρον και όλα εν γένει όσα κοινώς νομίζονται ότι αποτελούν την ευτυχίαν του ανθρώπου· και με ένα λόγον, θα έλεγέ τις, δεν φαίνονται να κάθωνται εις την πόλιν παρά ως επίκουροι μισθωτοί, διά να την φρουρούν.

 — Ναι, και πρόσθεσε ακόμη, ότι απέναντι τούτου λαμβάνουν απλώς και μόνον την τροφήν των, χωρίς καμμίαν άλλην αντιμισθίαν, όπως τα συνήθη μισθοφορικά στρατεύματα· ώστε και να θελήσουν έξαφνα να κάμουν κανένα ταξείδι, δεν θα είναι εις θέσιν, ούτε να διασκεδάσουν με γυναίκας, ούτε κανένα άλλο έξοδον να κάμουν, όπως οι πλούσιοι και οι θεωρούμενοι ευτυχείς· αυτά λοιπόν και άλλα τέτοια πολλά παρέλειψες εις το κατηγορητήριόν σου. — Πρόσθεσέ τα λοιπόν εσύ. — Τώρα λοιπόν με ερωτάς τι θα έχω να απολογηθώ; — Ναι. — Χωρίς να απομακρυνθώμεν από τον δρόμον, που ηκολουθήσαμεν μέχρι τούδε, θα εύρωμεν εύκολα, νομίζω, τι πρέπει να απαντήσωμεν· θα είπωμεν εν πρώτοις ότι δεν θα ήτο διόλου παράδοξον αν, και μ' όλα ταύτα, ήσαν ευτυχέστατοι οι πολεμισταί μας ούτοι· ότι επί τέλους, όταν εκτίζαμεν την πόλιν μας, δεν απεβλέψαμεν εις την αποκλειστικήν ευτυχίαν μιας μόνον τάξεως, αλλ' ολοκλήρου της πόλεως· διότι ενομίσαμεν ότι εις μίαν τοιαύτην πόλιν θα κατωρθώναμεν να εύρωμεν την δικαιοσύνην, όπως πάλιν και εις την κακώς ωργανωμένην την αδικίαν, και τοιουτοτρόπως θα ημπορούσαμεν να λύσωμεν το ζήτημα που μας απασχολεί απ’ αρχής· τώρα λοιπόν καταγινόμεθα να ιδρύσωμεν την ευδαίμονα, όπως τουλάχιστον την φανταζόμεθα, πόλιν, εις την οποίαν δεν θα έχουν την ευτυχίαν αποκλειστικόν τους προνόμιον ολίγοι τινές, αλλά όλοι κοινώς οι πολίται· έπειτα κυττάζομεν και διά την άλλην την αντίθετον όψιν.

Εάν λοιπόν, ενώ ησχολούμεθα να ζωγραφίζωμεν ένα άγαλμα, μας επλησίαζε κάποιος και ήρχιζε να μας κάμνη παρατηρήσεις, ότι τάχα δεν μεταχειριζόμεθα τα ωραιότερα χρώματα διά τα ωραιότερα μέρη του σώματος· ότι έξαφνα τους οφθαλμούς, που είναι το ωραιότερον απ’ όλα, δεν τους ζωγραφίζομεν με πορφυρούν χρώμα, αλλά με μαύρον· νομίζω ότι θα του απαντούσαμεν όπως θα εχρειάζετο, αν του ελέγαμεν· Μη φαντάζεσαι, καλέ μας άνθρωπε, ότι είναι ανάγκη να ζωγραφίζωμεν τόσον εύμορφα τα μάτια, ώστε να μη μοιάζουν ούτε μάτια πλέον, καθώς και τα άλλα μέρη· μόνον βλέπε αν βάζωμεν το χρώμα που ταιριάζει εις το καθένα, ώστε να φαίνεται ωραίον το σύνολον και συ λοιπόν τώρα μην έχης την απαίτησιν να περιβάλλωμεν τους φρουρούς με τοιαύτην ευτυχίαν, η οποία αποτέλεσμα θα έχη να τους κάμη κάθε άλλο πλέον να είναι παρά φρουροί· ημπορούσαμεν βέβαια, αν ηθέλαμεν, να ενδύσωμεν και τους γεωργούς με ποδήρη χιτώνα και να τους τον κεντήσωμεν μάλιστα με χρυσά γαλόνια και να τους αναθέσωμεν να καλλιεργούν την γην προς ευχαρίστησίν των· ημπορούσαμεν επίσης να ξαπλώσωμεν και τους αγγειοπλάστας κοντά στη φωτιά βολικά, να τρώγουν και να πίνουν, και πλάγι των να βάλωμεν τον τροχόν, να τον γυρνούν οπόταν τους έρχεται η όρεξις· και όλους τους άλλους τεχνίτας με τον ίδιον τρόπον να τους κάμωμεν ευτυχείς, διά να είναι ευτυχής και όλη η πόλις. Μη μας δίδης όμως, εμάς, αυτήν την συμβουλήν· διότι, αν σε ακούσωμεν, ούτε ο γεωργός θα μείνη πλέον γεωργός, ούτε ο αγγειοπλάστης, ούτε κανείς άλλος θα μείνη εις την σειράν και την θέσιν που έχει εις την οικονομίαν της πόλεως· και όσον μεν αφορά τους άλλους δεν έχει και μεγάλην σημασίαν το πράγμα· διότι αν ο υποδηματοποιός δεν κάμνη καλά την εργασίαν του και διαφθαρή και προσποιήται τον τεχνίτην χωρίς να είναι, δεν έχει να πάθη και μεγάλον κακόν η πόλις· αν όμως οι φύλακες των νόμων και της πόλεως δεν είναι παρά μόνον με το όνομα, βλέπεις ότι θα παρασύρουν εις την καταστροφήν και ολόκληρον την πόλιν, καθόσον μάλιστα από αυτούς αποκλειστικώς εξαρτάται η καλή της διοίκησις και η ευδαιμονία. Εάν λοιπόν ημείς θέλωμεν να παρασκευάσωμεν αληθινούς φρουρούς, δεν πρέπει να τους κάμωμεν τοιούτους, ώστε να ημπορούν να βλάψουν και κατ' ελάχιστον την πόλιν· όστις δε πάλιν εννοεί να τους κάμη γεωργούς ή φαιδρούς πανηγυριστάς εις καμμίαν δημοσίαν πανήγυριν, κάθε άλλο βέβαια έχει υπ’ όψιν του παρά πόλιν· ημείς αυτό έχομεν να κυττάξωμεν, αν ο σκοπός μας είναι, όταν μορφώνωμεν τους πολεμιστάς, να τους καταστήσωμεν όσον το δυνατόν ευτυχεστέρους, ή εάν οφείλωμεν μάλλον να αποβλέψωμεν εις την ευτυχίαν ολοκλήρου της πόλεως και να αναγκάσωμεν επομένως τους επικούρους αυτούς και τους φύλακας, καθώς και όλους τους άλλους εν γένει, να κάμνη ο καθένας την εργασίαν, που του ανετέθη, όσον ημπορεί καλύτερα· ούτως ώστε, όταν η πόλις αναπτυχθή και ευημερή με την καλήν της διοίκησιν, να αφήνωμεν τον καθένα να απολαμβάνη το μερίδιόν του της κοινής ευτυχίας, όπως το επιτρέπει η φύσις της τάξεως και του επαγγέλματός του.

 — Δεν μου φαίνεται να έχης άδικον. — Θα σου φανή άραγε και κάτι ανάλογον, που θα σου ειπώ τώρα, ολιγώτερον ορθόν; — Λέγε ν' ακούσωμεν. — Σκέψου αν δεν είναι αυτά, που διαφθείρουν και τους άλλους επίσης τεχνίτας, ώστε να γίνωνται κακοί εις την εργασίαν των. — Ποία αυτά; — Ο πλούτος και η πτώχεια. — Πώς τάχα; — Ιδού πώς· αν ένας αγγειοπλάστης γίνη πλούσιος, νομίζεις ότι θα έχη πλέον ενδιαφέρον διά την τέχνην του; — Καθόλου. — Δεν θα γίνεται λοιπόν από ημέρας εις ημέραν περισσότερον οκνηρός και αμελής; — Πολύ μάλιστα. — Και επομένως δεν θα καταντήση χειρότερος αγγειοπλάστης; — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά, και αν απεναντίας δεν έχη, ένεκα της πτωχείας του, να προμηθεύεται τα εργαλεία ή ό,τι άλλο του χρειάζεται διά την τέχνην του, και η εργασία του θα γίνεται χειροτέρα, και τους υιούς του, ή τους άλλους μαθητευομένους που έχει, θα τους κάμη χειροτέρους τεχνίτας. — Πώς όχι; — Ώστε και από τα δύο αυτά, και από τον πλούτον και από την πτωχείαν, γίνονται χειρότερα μεν τα έργα των τεχνιτών, χειρότεροι δε και αυτοί οι ίδιοι. — Φαίνεται. — Ώστε νά που ευρήκαμεν και δύο άλλα πράγματα, που πρέπει με κάθε τρόπον να προσέξουν οι άρχοντές μας, μήπως τους γελάσουν και τρυπώσουν κρυφά εις την πόλιν. — Ποία πράγματα; — Ο πλούτος και η πτωχεία, διότι εκείνος μεν γεννά την πολυτέλειαν και την οκνηρίαν και διαφόρους καινοτομίας, η δε πτωχεία πάλιν, εκτός αυτών των καινοτομιών, την ταπεινότητα και την κακοτεχνίαν.

 — Πολύ καλά· δεν μου λέγεις όμως, Σωκράτη, πώς θα είναι εις θέσιν η πόλις μας να κάμη πόλεμον, εάν δεν έχη χρήματα, όταν μάλιστα αναγκασθή να έλθη εις σύγκρουσιν με πόλιν μεγάλην και πλουσίαν; — Είναι φανερόν, ότι με μίαν πόλιν μόνον θα είναι δυσκολώτερον, αν έχη όμως να κάμη με δύο τοιαύτας ομού, το πράγμα θα είναι πολύ ευκολώτερον. — Τι κάθεσαι και μας λες; — Πρώτον μεν, εάν παρουσιασθή ανάγκη πολέμου, οι ιδικοί μας, άνθρωποι εμπειροπόλεμοι, θα έχουν αντιπάλους πλουσίους. — Αυτό μάλιστα. — Τι λοιπόν, Αδείμαντε; ένας πυγμάχος, γυμνασμένος όσον ενδέχεται καλύτερα, δεν σου φαίνεται ότι εύκολα θα τα έβγαζε πέρα με δύο, όχι πυγμάχους, αλλά πλουσίους και ευτραφείς αντιπάλους; — Δεν το πιστεύω τόσον εύκολα και με τους δύο συγχρόνως. — Ούτε αν είχε την ελευθερίαν, να υποχωρή εμπρός εις εκείνον, που κάθε φορά τον έπαιρνε πρώτος από κοντά, και να γυρίζη έπειτα να τον αρχίζη στις γροθιές, και να έκαμνε το ίδιον πολλάκις, μέσα εις τον ήλιον και την πλέον πνιγηράν ζέστην; δεν θα ημπορούσε άραγε να καταφέρη και πολλούς τοιούτους τον ένα μετά τον άλλον; — Έτσι μάλιστα, δεν θα ήτο και πολύ παράδοξον το πράγμα. — Αλλά πιστεύεις τάχα ότι οι πλούσιοι θα έχουν περισσοτέραν τέχνην και εμπειρίαν εις την πυγμαχίαν, παρά εις τον πόλεμον; — Και βέβαια όχι. — Ώστε, φυσικώ τω λόγω, οι ιδικοί μας αθληταί ευκόλως θα είναι εις θέσιν να αντιπαραταχθούν και προς διπλασίους και προς τριπλασίους ακόμη. — Αναγκάζομαι να συμφωνήσω, διότι μου φαίνεται πως έχεις δίκαιον. — Τι δε; αν στείλουν και πρεσβείαν εις μίαν άλλην πόλιν και τους ειπούν, αυτό που θα είναι και η αλήθεια, ότι: «Ημείς δεν μεταχειριζόμεθα ούτε χρυσίον ούτε αργύριον ούτε μας είναι επιτετραμμένον να έχωμεν. Εις υμάς όμως δεν απαγορεύεται· ελάτε λοιπόν να μας βοηθήσετε, και σας αφήνομεν όλα τα λάφυρα των άλλων»· νομίζεις ότι εκείνοι, εις τους οποίους θα κάμουν τοιαύτας προτάσεις, θα προτιμήσουν να έχουν εχθρούς σκύλους ισχνούς αλλά δυνατούς, ή μάλλον να τους έχουν αυτούς τους σκύλους συμμάχους εναντίων προβάτων τρυφερών και καλοθρεμμένων; — Δεν μου φαίνεται· αλλά πρόσεξε μήπως, αν συσσωρευθούν τα χρήματα των άλλων εις μίαν πόλιν, γίνη αυτή επικίνδυνος και διά την ιδικήν μας την πτωχήν. — Είσαι μακάριος, που νομίζεις ότι αξίζει να ονομάση κανείς πόλιν καμμίαν άλλην, έξω από αυτήν την ιδικήν μας, καθώς την κατεσκευάσαμεν. — Αλλά πώς λοιπόν; — Πρέπει να εύρωμεν κανένα μεγαλύτερον όνομα διά τας άλλας· διότι κάθε μία από αυτάς είναι πάμπολλαι πόλεις και όχι πόλις, καθώς λέγουν και εις το γνωστόν παιγνίδιον^ εν πάση περιπτώσει υπάρχουν τουλάχιστον δύο, εχθραί μεταξύ των, η μία των πτωχών και η άλλη των πλουσίων· κάθε μία πάλιν από αυτάς υποδιαιρείται εις πολλάς άλλας· τας οποίας αν προσβάλης όλας ομού, ως να απετέλουν ένα κράτος, βεβαίως θα αποτύχης τελείως· εάν όμως θεωρήσης την πόλιν αποτελουμένην από πολλάς άλλας, και δηλώσης ότι παραχωρείς εις τούτους τα χρήματα, την δύναμιν και αυτήν την ζωήν των άλλων, θα έχης πάντοτε συμμάχους μεν πολλούς, ελαχίστους δε εχθρούς. Και εφόσον μία πόλις κυβερνάται σωφρόνως, όπως ωρίσαμεν προηγουμένως, θα είναι μεγίστη, δεν εννοώ κατά το φαινόμενον, αλλά πραγματικώς μεγίστη, και αν μόνον χιλίους πολεμιστάς ημπορούσε να παρατάξη· μίαν δε τόσον μεγάλην πόλιν δεν θα ήτο εύκολον να εύρης ούτε μεταξύ των Ελλήνων ούτε μεταξύ των βαρβάρων, αν και υπάρχουν πολλαί που θεωρούνται και πολύ μεγαλύτεραι από την τοιαύτην πόλιν μας· ή μήπως έχεις αντίρρησιν; — Όχι, μα την αλήθειαν.

 — Υπάρχει λοιπόν ένα κάλλιστον όριον, συμφώνως με το οποίον να κανονίζουν οι άρχοντές μας, πόσον μεγάλην επιτρέπεται να κάμουν την πόλιν, και πόσην, αναλόγως του μεγέθους της, έκτασιν γης θα χρειασθή να χωρίσουν, δίχως πλέον να ζητούν άλλην κατόπιν. — Και ποίον είναι αυτό το όριον: — Το εξής, καθώς νομίζω· να την αφήνουν να αυξάνη μέχρι του σημείου που θα ημπορή να μένη μία, περαιτέρω όμως όχι. — Πολύ ωραία. — Θα δώσωμεν λοιπόν ακόμη και αυτήν την άλλην εντολήν εις τους άρχοντας, να προνοούν με κάθε τρόπον, να μην είναι μήτε μικρά η πόλις, μήτε μεγάλη κατά το φαινόμενον, αλλά μετρία και μία πάντοτε. — Δεν θα τούς δώσωμεν και πολύ σπουδαίαν εντολήν. — Ολιγώτερον σπουδαία και από αυτήν ακόμη είναι η εξής, την οποίαν ανεφέραμεν και προηγουμένως· ότι δηλαδή πρέπει, εάν και κανενός πολεμιστού το τέκνον γέννηση έκφυλον, να υποβιβάζεται εις τας κατωτέρας τάξεις, και απεναντίας να κατατάσσεται εις τους πολεμιστάς, εάν κανενός από τους άλλους εκρίνετο άξιον· μ' αυτό ηθέλαμεν να δηλώσωμεν, ότι καθένας και από τους άλλους πολίτας δεν πρέπει να επιδίδεται παρά εις ένα μονάχα πράγμα, διά το οποίον και εγεννήθη, και αυτό το ένα πρέπει να εξασκή μόνον, διά να μη γίνεται ο ένας πολλοί, αλλά να μένη πάντα ένας, και επομένως και ολόκληρος η πόλις να μένη μία, και να μη γίνωνται πολλαί. — Πράγματι δεν είναι σπουδαιότερα και αυτή η εντολή από την άλλην.

 — Και αλήθεια δεν είναι, καλέ μου Αδείμαντε, όπως θα εφαντάζετο κανείς, ούτε πολλά ούτε μεγάλα αυτά τα καθήκοντα, που τους επιβάλλομεν, απεναντίας ασήμαντα, φθάνει να φυλάττουν ένα, που το λέγομεν μεγάλον, ή μάλλον καλύτερα, αρκετόν. — Και ποίον είναι αυτό; — Η εκπαίδευσις και η ανατροφή· διότι εάν ανατραφούν όπως πρέπει, και γίνουν τέλειοι άνθρωποι, όλα αυτά θα τα βλέπουν εύκολα και μόνοι των, και πολλά άλλα ακόμη, που τα παραλείπομεν τώρα ημείς, όπως το ζήτημα του γάμου, των γυναικών, της τεκνοποιίας· θα ίδουν έξαφνα ότι όλα αυτά, όπως λέγει και η παροιμία, πρέπει να είναι κοινά μεταξύ φίλων. — θα ήτο βέβαια πολύ σωστόν αυτό. — Και πράγματι, η πολιτεία, εάν εξ αρχής λάβη καλάς βάσεις, προχωρεί πλέον κατόπιν αυξάνουσα, όπως ένας κύκλος· μία καλή ανατροφή και εκπαίδευσις γεννά πάντοτε και καλάς φύσεις· και αυταί πάλιν, εάν τύχουν της ιδίας ανατροφής, γίνονται ακόμη καλύτεραι από τας προτέρας και εις όλα τα άλλα και εις την τεκνοποίησιν, όπως συμβαίνει και με τα άλλα ζώα. Πολύ φυσικόν.

 — Με ολίγας λοιπόν λέξεις, πρέπει της πόλεως οι επιμεληταί εις αυτό ειδικώς να επιμείνουν, να μη διαφθαρή χωρίς να το εννοήσουν η ανατροφή, αλλά να διατηρήται παρά κάθε άλλο καθαρά, και να μη επιτρέπουν κανένα νεωτερισμόν εις την γυμναστικήν και μουσικήν, παρά τα διατεταγμένα· ούτως ώστε, όταν λέγη ο ποιητής ότι οι άνθρωποι προσέχουν εις εκείνο το τραγούδι

που πιο καινούργιο τριγυρνά στο στόμα των ανθρώπων,

να φοβούνται, μήπως φαντασθή κανείς, ότι εννοεί όχι τα νέα άσματα, αλλά νέον είδος ωδικής, και επιδοκιμάζει τούτο· διότι δεν πρέπει αυτήν την καινοτομίαν ούτε να την επιδοκιμάζη ούτε να την εισάγη κανείς· απεναντίας πρέπει μετά μεγάλης ευλαβείας ν' αποφεύγωμεν πάσαν μεταβολήν εις το είδος της μουσικής, διότι διατρέχομεν τον κίνδυνον να χάσωμεν το παν· διότι πουθενά δεν ημπορεί κανείς να κινήση τους τρόπους της μουσικής, χωρίς συγχρόνως να διασεισθούν και αυτοί οι θεμελιώδεις νόμοι της πολιτείας, καθώς το λέγει ο Δάμων και πείθομαι και εγώ. — Πρόσθεσε λοιπόν και εμένα εις τον αριθμόν των πεπεισμένων.

 — Η μουσική επομένως θα είναι, καθώς φαίνεται, η ακρόπολις, την οποίαν πρέπει να οικοδομήσουν οι φύλακες. — Ναι, αλλά η παρανομία εύκολα εισχωρεί, χωρίς κανείς να την πάρη είδησιν. — Πράγματι, ως παιγνίδι κατ' αρχάς, που δεν ημπορεί να κάμη και τίποτε κακόν. — Ουδέ κάμνει τίποτε άλλο, παρά αφού άπαξ εισχωρήση, αρχίζει σιγά σιγά και εισρέει εις τα ήθη και τας συνηθείας· έπειτα εισβάλλει, αφού μεγαλώση περισσότερον, και εις τας μεταξύ των πολιτών σχέσεις, και από αυτάς προχωρεί εις τους νόμους και τους θεσμούς της πολιτείας, με την μεγαλυτέραν πλέον ακολασίαν, έως ότου εις το τέλος αναποδογυρίση τα πάντα, και κράτος και ιδιώτας. — Αυτό, αλήθεια, να συμβαίνη; — Μου φαίνεται.

 — Δεν πρέπει λοιπόν, όπως ελέγαμεν εξ αρχής, να υποβάλλωμεν από της πρώτης στιγμής τα παιγνίδια των παιδιών εις την αυστηροτέραν πειθαρχίαν του νόμου, διότι όταν αυτή χαλαρωθή και μάθουν επομένως τα παιδιά εις την παρανομίαν, είναι αδύνατον, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν πολίται χρηστοί και νομιμόφρονες; — Πώς όχι; — Ενώ απεναντίας, όταν αρχίσουν από τα παιγνίδια των και δεχθούν από τότε την αγάπην του νόμου και της τάξεως εις την ψυχήν των, διά της μουσικής, θα τους παρακολουθή πλέον εις όλα τα άλλα αυξανομένη πάντοτε, ούτως ώστε, αν είχεν επέλθη καμμία κατάπτωσις εις την πόλιν, να είναι εις θέσιν να την επανορθώση. — Αυτό είναι αλήθεια. — Θα αποκαταστήσωσιν επομένως πάλιν και μερικάς νομίμους συνηθείας, όσον και αν θεωρούνται μικρολογήματα, τας οποίας οι προκάτοχοί των άφησαν να περιέλθουν εις παντελή αχρηστίαν. — Ποίας δηλαδή; — Παραδείγματος χάριν αυτάς· να σιωπούν οι νεώτεροι εμπρός εις τους πρεσβυτέρους, να τους προσηκώνωνται, να τους προσφέρουν την θέσιν των, να τηρούν τον οφειλόμενον προς τους γονείς σεβασμόν, να προσέχουν πώς θα ενδύωνται, πώς θα υποδένωνται, πώς θα κόπτουν τα μαλλιά των, και εν γένει όλον τον σχηματισμόν του σώματός των, και όλα τα τοιαύτα· ή δεν το παραδέχεσαι; — Μάλιστα. — Εννοείται ότι θα ήτο μωρόν να τα νομοθετήση κανείς όλα αυτά· διότι ούτε πουθενά γίνονται, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθούν με καμμίαν προφορικήν ή γραπτήν διάταξιν μονίμως. — Πώς βέβαια; — Καταντά λοιπόν, φίλε μου Αδείμαντε, όλα αυτά να είναι φυσική συνέπεια και ακολουθία της πρώτης αρχής που θα λάβη η ανατροφή· διότι πάντοτε το όμοιον δεν σύρει κατόπιν του το όμοιον; — Αναμφιβόλως. — Και επομένως δυνάμεθα να είπωμεν ότι εις το τέλος λαμβάνει αυτό ένα τέλειον και ωρισμένον χαρακτήρα, είτε καλόν είτε το εναντίον. — Και πώς όχι; Δι’ αυτό λοιπόν και εγώ δεν θα ήθελα ποτέ επιχειρήση να τα καθορίσω τα τοιαύτα διά νομοθεσίας. — Και έχεις δίκαιον.

 — Αλλά μήπως, δι’ όνομα των θεών, θα τολμήσωμεν επίσης να γράψωμεν νόμους περί συμβολαίων αγοράς ή πωλήσεως μεταξύ ιδιωτών, ή, εάν θέλης, περί συμφωνητικών εργομισθίας, ή περί εξυβρίσεων και οικιών και περί συστάσεως δικαστηρίων δι’ αυτά και διορισμού δικαστών, ή περί καταρτισμού δασμολογίου και επιβολής εισαγωγικών ή εξαγωγικών φόρων και γενικώς ειπείν περί παντός ότι αφορά τα αγορανομικά, αστυνομικά, λιμενικά και όλα τα τοιαύτα; — Βεβαίως δεν είναι ανάγκη να επιβάλλωμεν τίποτε από αυτά δι’ ανθρώπους τιμίους· διότι οι ίδιοι θα εύρουν εύκολα μόνοι των τι πρέπει να νομοθετήσουν διά τα περισσότερα. — Ναι, φίλε μου, εάν ο θεός δώση να διατηρήσουν ακεραίους τους νόμους που καθιερώσαμεν έμπροσθεν. — Ειδεμή, δεν θα κάμνουν άλλο εις όλην των την ζωήν, παρά να ψηφίζουν νέους νόμους και να διορθώνουν τους παλαιούς, με την ιδέαν ότι θα επιτύχουν επί τέλους το τέλειον. — Τι άλλο δηλαδή, παρά θα περάσουν την ζωήν των όπως εκείνοι οι άρρωστοι, οι οποίοι δεν έχουν την δύναμιν της θελήσεως να παραιτήσουν τον τρόπον εκείνον της ζωής, που κατέστρεφε την υγιείαν των. — Ακριβώς. — Τουλάχιστον, όσον δι’ αυτούς, το πράγμα έχει κάτι τι το νόστιμον· ιατρεύονται διαρκώς χωρίς κανένα αποτέλεσμα, παρά να αυξάνουν και πολλαπλασιάζουν τα νοσήματά των, ελπίζουν όμως πάντοτε, εάν κανείς τους υποδείξη νέον φάρμακον, ότι με αυτό πλέον θα επανακτήσουν την υγιείαν των. — Αυτό πραγματικώς παθαίνουν. — Και το νοστιμώτερον με αυτούς δεν είναι, που θεωρούν τον μεγαλύτερον εχθρόν των εκείνον, που θα τολμήση να τους είπη την αλήθειαν; πως αν δεν κόψουν το κρασί, αν δεν παύσουν την πολυφαγίαν ή τας καταχρήσεις ή τον καθιστικόν βίον, ούτε τα φάρμακα, ούτε τα καυτήρια, ούτε αι εγχειρήσεις, ούτε πάλιν τα μαγικά και τα φυλακτά και τα διαβάσματα και τα τοιαύτα θα τους ωφελήσουν τίποτε; — Δεν βλέπω να είναι και πολύ νόστιμον, να θυμώνη κανείς μ' ένα που θέλει το καλό του. — Εσύ, φαίνεται, δεν τους πολυνοστιμεύεσαι τους τέτοιους. — Όχι, μα τον Δία.

 — Ούτε επομένως, διά να επανέλθωμεν εις το θέμα μας, θα επιδοκιμάσης, αν κάμνη αυτό το ίδιον ολόκληρος η πόλις· διότι, πώς σου φαίνεται; δεν κάμνουν το ίδιον και όσαι πόλεις, κακώς ωργανωμέναι, απαγορεύουσι μεν εις τους πολίτας, επί ποινή θανάτου, να θίξουν την θεμελιώδη κατάστασιν της πολιτείας· ενώ αφ' ετέρου εκείνος ο οποίος τους κολακεύει και τους περιποιείται με τον ερασμιώτερον τρόπον, που γνωρίζει και προλαμβάνει τας ορέξεις των και έχει την επιτηδειότητα να τας ικανσποιή, αυτός θεωρείται ο άριστος και ικανώτατος πολιτικός, και αυτόν θα κρίνουν άξιον δι’ όλας τας τιμάς; — Το ίδιον πραγματικώς μου φαίνεται πως κάμνουν, και καθόλου δεν το επιδοκιμάζω. — Και πώς, δεν θαυμάζεις πάλιν το θάρρος και την ευκολίαν εκείνων που έχουν την θέλησιν και την προθυμίαν να παρέχουν τας εκδουλεύσεις των εις τοιαύτας πόλεις; — Τους θαυμάζω βέβαια, εκτός εκείνων τουλάχιστον, οι οποίοι εξαπατώνται από τους επαίνους των πολλών και φαντάζονται εις το τέλος ότι είναι πράγματι μεγάλοι πολιτικοί. — Πώς λέγεις; και δεν τους ευρίσκεις τάχα δικαιολογημένους; ή νομίζεις ότι είναι εύκολον, ένας άνθρωπος, που δεν γνωρίζει να μετρά, να του λέγουν οι άλλοι πως είναι υψηλός τέσσαρας πήχεις, και να μη το πιστεύση και ο ίδιος εις το τέλος; — Όχι βέβαια. — Ώστε μην αδικής και τους πολιτικούς· διότι είναι αληθινά οι νοστιμώτεροι απ’ όλους, με τους νόμους εκείνους, που ελέγαμεν, πως σήμερα τους γράφουν και αύριον τους διορθώνουν, και που νομίζουν ότι θα εύρουν ποτέ άκρην με τα αδικήματα των ιδιωτικών συναλλαγών και τα άλλα που ανέφερα πριν, χωρίς να γνωρίζουν ότι κάμνουν πραγματικώς μια τρύπα εις το νερό (1) . — Και αλήθεια, τίποτε άλλο δεν κάμνουν. — Ώστε είχα δίκαιον λοιπόν εγώ να παραδεχθώ, ότι εις τοιούτου είδους νόμους και διατάξεις δεν έχει καμμίαν ανάγκην να κατέλθη ο αληθινός νομοθέτης, εις καμμίαν, είτε κακώς είτε καλώς ωργανωμένην πολιτείαν· διότι εις την μίαν θα ήτο το πράγμα ανωφελές και τίποτε παραπάνω δεν θα επρόσθετεν, εις την άλλην πάλιν, ο πρώτος τυχών θα τα εύρισκεν ευκολώτατα, ή και αυτομάτως θα απέρρεον από τους προηγουμένους εκείνους θεσμούς.

 — Ποίος λοιπόν νόμος θα μας υπελείπετο ακόμη; — Κανείς δι’ ημάς· εις τον Απόλλωνα όμως των Δελφών θα αφήσωμεν την φροντίδα διά τα μέγιστα, τα κάλλιστα και σπουδαιότατα νομοθετήματα. — Τα ποία; — Διά την ανέγερσιν των ναών, τας θυσίας, την λατρείαν των θεών, ημιθέων και ηρώων, την ταφήν των νεκρών, και τας τιμάς που οφείλομεν εις αυτούς διά να εξευμενίζωμεν τας ψυχάς των· περί αυτών όλων τίποτε ημείς, οι οικισταί της πόλεως, δεν γνωρίζομεν, ουδέ θα ακούσωμεν κανένα άλλον, εάν έχωμεν νουν, ουδέ θα συμβουλευθώμεν άλλον από τον πάτριον ερμηνευτήν· διότι ο θεός ούτος, ως γνωστόν, είναι ο πάτριος δι’ όλους τους ανθρώπους ερμηνευτής των τοιούτων και καθήμενος εις το μέσον της γης, επί του Ομφαλού, χρησμοδοτεί όσα πρέπει. — Καλά λέγεις κ’ έτσι θα κάμωμεν.

 — Ιδού λοιπόν τέλος, υιέ του Αρίστωνος, σου είναι πλέον έτοιμη εις την εντέλειαν η πόλις μας. Τώρα φρόντισε, πού θα εύρης φως αρκετόν, προσκάλεσε μάλιστα και τον αδελφόν σου και τον Πολέμαρχον και όλους τους άλλους, διά να ιδούμεν μήπως ανακαλύψωμεν, πού ευρίσκεται εις αυτήν η δικαιοσύνη και πού η αδικία, τι διαφέρουν η μία από την άλλην, και ποίαν πρέπει να εγκολπωθή εκείνος που θέλει να είναι ευτυχής, αδιάφορον εάν του το αναγνωρίζουν όλοι οι θεοί και οι άνθρωποι. — Τίποτε δεν μας λέγεις τώρα, απεκρίθη ο Γλαύκων· διότι συ μόνος σου υπεσχέθης να αναλάβης αυτήν την έρευναν και μας έλεγες πως θα ήτο ασέβεια εκ μέρους σου να μη βοηθήσης με όλας σου τας δυνάμεις και με κάθε τρόπον την δικαιοσύνην.

 — Είναι πράγματι αληθινά αυτά που μου υπενθυμίζεις, κ’ έτσι πρέπει να κάμω, αλλά και σεις χρεωστείτε να με βοηθήσετε. — Δεν θα λείψωμεν. — Έχω λοιπόν την ιδέαν ότι θα το εύρωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον. Νομίζω ότι, εάν αι βάσεις επί των οποίων εθεμελιώσαμεν την πόλιν μας είναι ορθαί, και αυτή η πόλις θα είναι τελείως καλή. — Κατ' ανάγκην. — Δηλαδή, σοφή, ανδρεία, σώφρων και δικαία. — Μάλιστα. — Ό,τι τώρα από αυτά θα εύρωμεν εις αυτήν, εκείνο που θα μείνη θα είναι εκείνο που δεν έχομεν εύρη. — Βεβαίως. — Όπως, αν από τέσσαρα άλλα πράγματα εζητούσαμεν το ένα εξ αυτών, όταν θα ετύχαινε να το εύρωμεν αυτό πρώτον, δεν θα είχαμεν ανάγκην να ζητήσωμεν άλλο παρά πέρα· εάν δε ευρίσκαμεν πρώτα τα τρία τα άλλα, θα καταλαβαίναμεν απ’ αυτό πως μένει ακριβώς εκείνο που ζητούμεν, αφού βέβαια δεν μένει κανένα άλλο. — Πολύ σωστά. — Αφού λοιπόν και αυτά, που είπαμεν διά την πόλιν, είναι τέσσαρα, δεν πρέπει να εφαρμόσωμεν την ιδίαν μέθοδον. — Πώς όχι;

 — Το πρώτον λοιπόν που νομίζω πως είναι ολοφάνερον εις αυτήν, είναι η σοφία· και συμβαίνει σχετικώς με αυτήν κάτι τι περίεργον. — Τι δηλαδή; — Είναι σοφή τωόντι η πόλις, που περιεγράψαμεν, διά τον λόγον ότι επικρατεί εν αυτή η ορθοφροσύνη· ή όχι; — Ναι. — Αλλ' αυτό τούτο το πράγμα, η ορθοφροσύνη, είναι αναμφιβόλως κάποια επιστήμη· διότι όχι βέβαια η άγνοια, αλλ' η επιστήμη είναι εκείνη που κάμνει τους ανθρώπους να σκέπτονται ορθώς. — Λογικώτατον. — Αλλά υπάρχουν εις την πόλιν μας πολλαί και παντοειδείς επιστήμαι. — Πώς όχι; — Τάχα λοιπόν να οφείλη εις την επιστήμην των ξυλουργών την προσωνυμίαν αυτήν της σοφίας και ορθοφροσύνης; — Όχι βέβαια, διότι αυτός ο έπαινος θα ήρμοζε τότε εις την ξυλουργικήν. — Ώστε, δεν δύναται λοιπόν να ονομασθή η πόλις σοφή διά την επιστήμην που έχει εις τα αντικείμενα της ξυλουργικής, όταν λαμβάνη τα μέτρα της πώς να γίνουν αυτά καλύτερα; — Όχι, εννοείται. — Μήπως ίσως διά την επιστήμην της περί των χαλκίνων σκευών ή δι’ άλλην καμμίαν τοιαύτην; — Διά καμμίαν. — Ούτε επομένως όταν πρόκειται περί της παραγωγής των προϊόντων της γης, διότι αυτό αφορά την γεωργικήν. — Μου φαίνεται. — Αλλά μήπως ίσως υπάρχει εις την πόλιν που ιδρύσαμεν προ μικρού, καμμία επιστήμη ανήκουσα εις ωρισμένους πολίτας, και της οποίας έργον είναι να σκέπτεται όχι δι’ έν αντικείμενον της πόλεως, αλλά δι’ ολόκληρον αυτήν την ιδίαν και να κανονίζη τας σχέσεις της και τας εσωτερικάς και τας εξωτερικάς; — Υπάρχει πράγματι. — Ποία είναι αυτή η επιστήμη και τίνων κτήμα; — Εκείνη η οποία έργον έχει την φρούρησιν της πόλεως, και είναι κτήμα των αρχόντων, που ωνομάσαμεν αληθινούς φρουρούς. — Και δι’ αυτήν την επιστήμην, ποίαν προσωνυμίαν θα δώσης εις την πόλιν; — Θα την ονομάσω ορθοφρονούσαν και τωόντι σοφήν. — Και δεν μου λέγεις· νομίζεις ότι σιδηρουργούς θα έχωμεν περισσοτέρους εις την πόλιν μας, ή από αυτούς τους αληθινούς φρουρούς; — Πολύ περισσοτέρους σιδηρουργούς. — Και από όλους τους άλλους, όσοι λαμβάνουν τα διάφορά τους ονόματα από την τέχνην που εξασκούν, αυτοί θα είναι οι πλέον ολιγώτεροι; — Μαλιστα. — Κατά συνέπειαν μία πόλις ωργανωμένη φυσικώς θα οφείλη την σοφίαν της εις την επιστήμην, η οποία ενυπάρχει εις την μικροτέραν τάξιν και εις το μικρότερον μέρος αυτής, δηλαδή εις τον άρχοντα και τον προϊστάμενον· και φαίνεται ότι η φύσις παράγει εις ελάχιστον αριθμόν αυτήν την τάξιν των ανθρώπων, ήτις έχει αποκλειστικόν της προνόμιον την επιστήμην αυτήν, που μόνη από όλας τας επιστήμας πρέπει να ονομάζεται, σοφία. — Αυτό είναι αληθέστατον. — Ιδού λοιπόν που ευρήκαμεν, και εγώ δεν ηξεύρω πώς, το ένα απ’ αυτά τα τέσσαρα, καθώς και το μέρος της πόλεως εις το οποίον υπάρχει. — Και νομίζω ότι αρκετά καλά έχει ευρεθή,

 — Αλλά επίσης και την ανδρείαν τώρα, και το μέρος της πόλεως εις το οποίον εδράζει, ένεκα του οποίου πρέπει να ονομασθή η πόλις τοιαύτη, δεν είναι πολύ δύσκολον να εύρωμεν. — Πώς λοιπόν; — Εις τι άλλο δύναταί τις να αποβλέψη, διά να ονομάση την πόλιν δειλήν ή ανδρείαν, παρά εις την τάξιν εκείνην την αποτελουμένην από τους στρατιώτας και τους υπερασπιστάς της; — Εις κανένα άλλο βέβαια. — Διότι, υποθέτω, αν οι άλλοι πολίται ήσαν δειλοί ή ανδρείοι, δεν θα εξηρτάτο από αυτό να είναι τοιαύτη ή τοιαύτη και η πόλις. — Όχι πράγματι. — Ώστε και ανδρεία είναι η πόλις χάρις εις μίαν ωρισμένην τάξιν των πολιτών της, εις την οποίαν ενυπάρχει τοιαύτη δύναμις που να ημπορή να διαφυλάττη διά παντός, ως προς τα φοβερά πράγματα, την ιδέαν που παρήγγειλε να έχωμεν δι’ αυτά ο νομοθέτης· ή δεν ονομάζεις αυτό ανδρείαν; — «Δεν ενόησα ακριβώς πώς το είπες· επανάλαβέ το πάλιν. — Λέγω ότι η ανδρεία είναι ένα είδος διαφυλάξεως. — Τίνος πράγματος; — Διαφύλαξις της ιδέας, την οποίαν ελάβαμεν διά τον νόμων της ανατροφής, περί των φοβερών πραγμάτων, ποία δηλαδή και τι είδους είναι αυτά· και έλεγα διά παντός, το να διαφυλάττη κανείς αυτήν και να μη την αποβάλλη ποτέ, είτε ευρίσκεται υπό το κράτος της λύπης ή της χαράς, ή των επιθυμιών, ή του φόβου· θα σου το εξηγήσω δε αυτό με μίαν παρομοίωσιν, εάν θέλης. — Πώς δεν θέλω; — Γνωρίζεις λοιπόν ότι οι βαφείς, όταν θέλουν να βάψουν κόκκινα τα μαλλιά, πρώτον διαλέγουν από τα διάφορα είδη αυτών τα λευκά, τα υποβάλλουν έπειτα με πολλήν προσοχήν εις μακράν προεξεργασίαν, διά να ημπορούν να κρατήσουν το χρώμα, και τέλος τα βάφουν· όσα λοιπόν βαφούν κατ' αυτόν τον τρόπον το στερεώνουν και δεν χύνουν ποτέ το χρώμα των, όσον και αν τα πλύνης ή τα σαπουνίσης· ενώ απεναντίας άλλα μαλλιά εκτός από τα λευκά, ή και αυτά τα ίδια χωρίς να υποβληθούν εις την προετοιμασίαν εκείνην, γνωρίζεις δα πως γίνονται; — Ναι, ξεύρω, χύνουν το χρώμα των και καταντούν μια αηδία. — Το ίδιον λοιπόν να φαντασθής ότι εκάμναμεν το κατά δύναμιν και ημείς, όταν εξελέγαμεν τους στρατιώτας και τους ανετρέφαμεν με την μουσικήν και την γυμναστικήν· μη νομίσης ότι ήτο άλλη η πρόθεσίς μας, παρά να τους κάμωμεν να δεχθούν τους νόμους όσον το δυνατόν καλύτερα, όπως τα έρια την βαφήν, διά να γίνη στερεά και μόνιμος η ιδέα των περί των φοβερών και περί των άλλων μέσα εις την ψυχήν των, εις τρόπον ώστε να μην ημπορή να εκπλύνουν την βαφήν αυτά τα σαπουνίσματα, ούτε η ηδονή, η οποία ημπορεί να το κάμη ασφαλέστερον από κάθε σαπουνόχωμα και θολόσταχτη ούτε η λύπη, ούτε ο φόβος και ούτε καμμία επιθυμία· αυτήν λοιπόν την δύναμιν και την παντοτινήν διατήρησιν της ορθής και νομίμου ιδέας περί των φοβερών και μη πραγμάτων, θεωρώ εγώ και ονομάζω ανδρείαν, εκτός εάν έχης συ καμμίαν αντίρρησιν. — Απολύτως καμμίαν· διότι νομίζω ότι κάθε άλλο παρά το όνομα της ανδρείας θα έδιδες εις αυτήν ταύτην την ιδέαν, ούτε θα την ενόμιζες πολύ νόμιμον, εάν δεν ήτο προϊόν της ανατροφής και της εκπαιδεύσεως, αλλά όπως είναι έξαφνα των ζώων ή των δούλων. — Έχεις δίκαιον. — Παραδέχομαι λοιπόν και εγώ τον ορισμόν σου της ανδρείας. — Παραδέξου ακόμη ότι είναι και πολιτική αρετή, και τότε θα είναι σωστότερος ο ορισμός· περί αυτού όμως ημπορούμεν να συζητήσωμεν καλύτερα και άλλοτε, εάν θέλης· διότι τώρα δεν επρόκειτο περί αυτού του ζητήματος, αλλά περί της δικαιοσύνης· ώστε, νομίζω ότι ημπορούμεν να θεωρήσωμεν αρκετήν την συζήτησιν. — Καλά λέγεις.

 — Μας υπολείπονται λοιπόν δύο πράγματα που πρέπει ακόμη να αναζητήσωμεν εις την πόλιν, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, δια την οποίαν ακριβώς και κάμνομεν όλην αυτήν την έρευναν. — Πολύ καλά. — Πώς θα ημπορούσαμεν άραγε να ευρούμεν την δικαιοσύνην κατ' ευθείαν, διά να μη καθήμεθα τώρα να ζητούμεν την σωφροσύνην; — Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω, αλλ' ούτε και θα ήθελα να ευρεθή αυτό πρώτον, αφού δεν θα μας εχρειάζετο πλέον κατόπιν να εξετάσωμεν την σωφροσύνην· αλλ' αν θέλης να μ' ευχαριστήσης, άρχισε πρώτα από αυτήν. — Θα είχα άδικον να μη θελήσω. — Άρχισε λοιπόν την εξέτασιν. — Αρχίζω· και όσον ημπορώ να το κρίνω από τώρα, η αρετή αυτή ομοιάζει με κάποιαν αρμονίαν και συμφωνίαν περισσότερον από τας προηγουμένας εκείνας, που εξετάσαμεν.

 — Πώς; — Η σωφροσύνη είναι μία ευκοσμία, ένας χαλινός, καθώς λέγουν, των ηδονών και των επιθυμιών, το να είναι κανείς, δεν ηξεύρω πώς, κύριος του εαυτού του, και άλλα τοιαύτα, που φαίνονται ως ίχνη μάλλον αυτής της αρετής· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα. — Αυτή η έκφρασις, κύριος εαυτού, δεν φαίνεται γελοία; διότι ο κύριος του εαυτού του θα ήτο και δούλος του εαυτού του και επομένως κύριος και δούλος συγχρόνως, αφού πρόκειται περί του αυτού προσώπου. — Χωρίς αμφιβολίαν. — Αλλά κατά την ιδέαν μου η έκφρασις αύτη θέλει να σημάνη ότι υπάρχουν εις την ψυχήν του ανθρώπου δύο, ούτως ειπείν, μέρη, το καλύτερον και το χειρότερον· και όταν μεν υπερισχύη το πρώτον, τότε ο άνθρωπος είναι κύριος του εαυτού του, και τούτο λέγεται προς έπαινόν του· όταν όμως, ή από κακήν ανατροφήν ή από κακήν συνήθειαν, περισσεύση το χειρότερον και υπερισχύση, τότε λέγομεν, προς κατηγορίαν αυτού του ανθρώπου, ότι είναι ακόλαστος και δούλος του εαυτού του. — Και πράγματι έτσι είναι.

 — Τώρα παρατήρησε την νέαν μας πόλιν και θα εύρης, ότι υπάρχει εις αυτήν το πρώτον διότι θα την ονομάσης, δικαίω τω λόγω, κυρίαν εαυτής, αφού, παντού όπου υπερισχύει το καλύτερον από το χειρότερον, οφείλομεν να δώσωμεν το όνομα αυτό. — Παρατηρώ πράγματι και έχεις δίκαιον. — Αλλά τας πολλάς και παντοειδείς επιθυμίας και ηδονάς και λύπας συναντώμεν προ πάντων μεταξύ των παιδίων, των γυναικών, των δούλων, ακόμη δε και μεταξύ των λεγομένων ελευθέρων εις τον κατώτερον και πολυαριθμότερον όχλον. — Πραγματικώς. — Ενώ τας απλάς και μετρημένας επιθυμίας, αι οποίαι στηρίζονται επί της ορθής κρίσεως και κυβερνώνται υπό του λογικού, θα τας εύρης εις πολύ ολίγους· εις εκείνους ακριβώς που είναι και εκ φύσεως άριστοι και την αρίστην ανατροφήν έλαβον. — Πολύ σωστά. — Δεν βλέπεις όμως ότι και τούτο συμβαίνει εις την πόλιν μας; ότι δηλαδή αι επιθυμίαι των πολλών, των χειροτέρων, υποτάσσονται εις τας επιθυμίας και κυβερνώνται υπό της φρονήσεως των ολίγων και καλυτέρων; — Το βλέπω.

 — Ώστε αν ημπορούμεν να είπωμεν διά μίαν πόλιν ότι είναι κυρία εαυτής και των ηδονών και των επιθυμιών της, διά την ιδικήν μας προ πάντων θα το είπωμεν. — Αναμφιβόλως. — Και αν ακόμη υπάρχη μία πόλις εις την οποίαν όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, είναι σύμφωνοι, περί του ποίοι πρέπει να έχουν την διοίκησιν των κοινών, αυτή βέβαια θα είναι η ιδική μας· ή δεν το παραδέχεσαι; — Χωρίς καμμίαν μάλιστα αντίρρησην. — Και εν τοιαύτη περιπτώσει, εις ποίους νομίζεις ότι θα ευρίσκετο η σωφροσύνη, εις τους άρχοντας ή εις τους αρχομένους: — Μα, και εις τους δύο, υποθέτω. — Βλέπεις λοιπόν ότι δεν το είχαμεν άδικα προμαντεύση, όταν ελέγαμεν ότι η σωφροσύνη ομοιάζει με κάποιαν αρμονίαν. — Πώς τάχα: — Επειδή δεν συμβαίνει τι ίδιον όπως με την ανδρείαν και με την σοφίαν, αι οποίαι, καθώς ελέγαμεν, υπάρχουν εις ένα μόνον μέρος της πόλεως και την κάμνουν ανδρείαν ή σοφήν· αλλά η σωφροσύνη επεκτείνεται εις ολόκληρον την πόλιν και παράγει μίαν πληρεστάτην συμφωνίαν μεταξύ των πολιτών και της ανωτάτης και της κατωτάτης και της μεσαίας τάξεως, είτε ως προς την φρόνησιν, είτε ως προς την δύναμιν, είτε ως προς τον αριθμόν, είτε ως προς τον πλούτον, είτε εις ό,τι άλλο τοιούτον θέλεις· ώστε δικαίως θα ημπορούσαμεν να ονομάσωμεν σωφροσύνην αυτήν την ομόνοιαν, αυτήν την φυσικήν συμφωνίαν μεταξύ του χειροτέρου και του καλυτέρου μέρους, είτε πόλεως είτε και ενός ατόμου, περί του ποίου εξ αυτών πρέπει να έχη την διοίκησιν. — Είμαι πληρέστατα της γνώμης σου.

 — Πολύ καλά· ώστε ευρήκαμεν ως τώρα, καθώς φαίνεται, τα τρία από τα τέσσαρα που εζητούσαμεν εις την πόλιν· τι είναι λοιπόν που μας μένει ακόμη διά να συμπληρωθή η αρετή της; δεν είναι η δικαιοσύνη; — Φανερόν. — Λοιπόν τώρα, Γλαύκων, πρέπει καθώς κυνηγοί να σταθούμεν ολόγυρα από τον θάμνον και να προσέχωμεν μήπως μας διαφύγη από κάπου η δικαιοσύνη, και εξαφανισθή εμπρός από τα μάτια μας· διότι εδώ κάπου βέβαια θα είναι κρυμμένη· κύτταξε λοιπόν και βάλε όλην σου την προσοχήν, μήπως την ιδής εσύ πρώτος, και με ειδοποιήσης και εμένα. — Μακάρι να ημπορούσα· θα ήτανε και πολύ για μένα, εάν με πάρης από πίσω σου και ημπορώ να βλέπω όσα θα μου έδειχτες. — Κάμε λοιπόν το σταυρό σου και έλα. — Έτσι θα κάμω, μόνον προχώρει εσύ. — Ναι, μα μου φαίνεται άσχημος ο τόπος και πολύ σκεπός· δύσκολα θα βλέπωμεν να ψάξωμεν· ας προχωρήσωμεν όμως. — Εμπρός λοιπόν.

Και αφού εκύτταξα δεξιά αριστερά, — Α, α, Γλαύκων, μου φαίνεται πως ευρήκαμεν κάποιο ίχνος, και πιστεύω πως δεν θα μας διαφύγη. — Δόξα σοι ο θεός! — Μα ξέρεις τι ανοησία εκάναμε τόση ώρα; — Τι; — Ώρες τώρα απ’ αρχής ήτανε εμπρός στα πόδια μας, και δεν το εβλέπαμεν, οι γελοίοι· όπως εκείνοι που κρατούν κάτι εις το χέρι των και το ζητούν αλλού, έτσι και μεις δεν το εβλέπαμεν εμπρός μας, αλλά το εζητούσαμεν μακρυά, και δι’ αυτό ίσως και μας διέφευγε. — Τι λέγεις; — Νά, ωμιλούσαμεν τόσον καιρόν και ακούαμεν διά την δικαιοσύνην, χωρίς να καταλαβαίνωμεν ότι επρόκειτο τρόπον τινά δι’ αυτήν. — Είναι πολύ μακρόν το προοίμιόν σου δι’ ένα που διαφλέγεται από την επιθυμίαν να ακούση.

 — Αλλ' άκουσε να ιδής, αν έχω δίκαιον· εκείνο το οποίον εξ αρχής ωρίσαμεν ως απαραίτητον καθήκον πάντων, ότε εθεμελιώναμεν την πόλιν μας, ήτο ακριβώς η δικαιοσύνη, ή τουλάχιστον κάτι τι αυτού του είδους· ωρίσαμεν δηλαδή και πολλάκις το επανελάβαμεν, εάν ενθυμήσαι, ότι έκαστος πολίτης οφείλει να εξασκή ένα μόνον επιτήδευμα, και εκείνο ακριβώς διά το οποίον τον προώρισεν η φύσις του. — Πράγματι το ελέγαμεν. — Αλλά προσέτι το να ασχολήται έκαστος εις τα εαυτού και να μην αναμιγνύεται εις άλλα πράγματα, και από άλλους πολλούς έχομεν ακούση και οι ίδιοι πολλάκις το είπαμεν, ότι αυτό ακριβώς αποτελεί την δικαιοσύνην. — Το είπαμεν πράγματι. — Αυτό λοιπόν, φίλε μου, καταντά τρόπον τινά να είναι δικαιοσύνη, το να κάμνη έκαστος εκείνο που έχει να κάμνη· και γνωρίζεις πόθεν το εξάγω; — Όχι, αλλά λέγε να ακούσω. — Μου φαίνεται ότι μετά την σωφροσύνην, την ανδρείαν και την φρόνησιν, μας υπολείπεται να εξετάσωμεν εκείνο ακριβώς, το οποίον κατέστησε δυνατήν και την ύπαρξιν των τριών πρώτων και το οποίον χρησιμεύει ακόμη να τα διατηρή, αφού μίαν φοράν εγεννήθησαν, εφόσον τουλάχιστον υφίσταται και το ίδιον· είπαμεν δε ότι εκείνο που θα υπολειφθή, αφού θα ευρίσκαμεν τα άλλα τρία, θα ήτο η δικαιοσύνη. — Κατ' ανάγκην βέβαια.

 — Αλλ' όμως, θα ήτο πολύ δύσκολον εάν επρόκειτο να αποφανθώμεν οριστικώς, τι είναι εκείνο το οποίον προ πάντων θα καταστήση τελείαν την πόλιν μας, εάν δηλαδή είναι η μεταξύ των αρχόντων και αρχομένων πλήρης ομοφωνία, ή εάν είναι η διατήρησις μεταξύ των στρατιωτών της νομίμου ιδέας περί των φοβερών ή μη πραγμάτων, ή εάν είναι η φρόνησις και η επαγρύπνησις των αρχόντων, η εάν τέλος η αρετή εκείνη διά της οποίας πάντες, παιδία και γυναίκες, δούλοι, ελεύθεροι, τεχνίται, άρχοντες και αρχόμενοι, θα περιωρίζοντο έκαστος εις το έργον του χωρίς να αναμιγνύεται εις τα άλλα. — Πολύ δύσκολον πραγματικώς. — Ώστε, καθώς φαίνεται, αυτή η αρετή, του να περιορίζεται έκαστος εις το έργον του, συμβάλλεται προς την τελειότητα της πόλεως όχι ολιγώτερον από την σοφίαν, την σωφροσύνην και την ανδρείαν. — Βεβαιότατα. — Την αρετήν λοιπόν αυτήν, η οποία είναι η δικαιοσύνη, την θεωρείς εφάμιλλον με τας άλλας διά την τελειότητα της πόλεως; — Κατά πάντα λόγον.

 — Ας εξετάσωμεν τώρα το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν το εγκρίνης· την λύσιν των μεταξύ των ιδιωτών διαφορών δεν θα την αναθέσης βέβαια εις τους άρχοντας; — Αλλά εις ποίους άλλους; — Και άλλο τίποτε περισσότερον θα επιζητούν ούτοι δικάζοντες, παρά να μη σφετερίζεται κανείς τα πράγματα του άλλου ή να μη στερήται τα ιδικά του; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Διότι αυτό είναι το δίκαιον. — Ναι. — Ώστε και αυτό ακόμη είναι μία απόδειξις ότι η δικαιοσύνη συνίσταται εις το να έχη έκαστος και να εξασκή εκείνο που του ανήκει αποκλειστικώς. — Έτσι είναι.

 — Τώρα πρόσεξε, εάν συμφωνής και συ μαζί μου· εάν ένας ξυλουργός επιχειρήση να κάμη την εργασίαν του υποδηματοποιού, ή ο υποδηματοποιός του ξυλουργού, εάν κάμουν ανταλλαγήν των εργαλείων των και της πληρωμής που λαμβάνει ο καθείς, ή και εάν ο αυτός άνθρωπος επιχειρήση και τας δύο μαζί εργασίας και συμβή αυτή η μεταβολή και εις όλα τα άλλα επαγγέλματα, νομίζεις ότι το τοιούτον θα επροξένει καμμίαν μεγάλην βλάβην εις την πόλιν; — Όχι και πολύ μεγάλην. — Όταν όμως ένας προωρισμένος εκ φύσεως να είναι τεχνίτης ή χρηματιστής, έπειτα επαιρόμενος διά τα πλούτη του ή το κόμμα του, ή την δύναμίν του ή δι’ άλλο τοιούτον επιχειρήση να εισέλθη εις το είδος του πολεμιστού, ή πάλιν κανείς πολεμιστής εις το είδος του βουλευτού και του άρχοντος χωρίς να είναι άξιος, και ανταλλάξουν και αυτοί μεταξύ των τα εργαλεία και τας απολαβάς του επαγγέλματός των, ή όταν ένας και ο αυτός επιχειρήση να κάμνη όλα αυτά συγχρόνως, τότε νομίζω να ομολογήσης και συ, ότι αύτη η μεταβολή και η γενική σύγχυσις θα επιφέρη την καταστροφήν της πολιτείας. — Εξάπαντος. — Ώστε η σύγχυσις και η ανάμιξις των έργων των τριών αυτών τάξεων, που υπάρχουν εις την πόλιν, θα ήτο η μεγαλυτέρα δι’ αυτήν ζημία και ορθότατα θα ημπορούσε να ονομασθή το μεγαλύτερον κακούργημα. — Και δικαίως. — Αυτό λοιπόν το μεγαλύτερον κακούργημα που ημπορεί να κάμη κανείς προς την πόλιν του, δεν θα το ονομάσης αδικίαν; — Και πώς αλλέως βέβαια; — Αυτό λοιπόν είναι η αδικία. — Μάλιστα.

 — Και τώρα ημπορούμεν να είπωμεν αντιστρόφως· όταν εκάστη των τριών τάξεων της πολιτείας, οι εργατικοί, οι πολεμισταί και οι άρχοντες, περιορίζωνται αποκλειστικώς εις τα έργα των και τίποτε άλλο δεν κάμνουν, αυτό βεβαίως θα ήτο η δικαιοσύνη και αυτό θα έκαμνε την πόλιν δικαίαν. — Έτσι μου φαίνεται κ’ εμένα και δεν θα ημπορούσε να είναι αλλέως. — Ας μη το πάρωμεν ακόμη ως πολύ βέβαιον και αναμφισβήτητον το πράγμα, αλλ' αν αποδείξωμεν αναντιρρήτως ότι εφαρμοζόμενον και επί ενός εκάστου ατόμου είναι δικαιοσύνη και εκεί, τότε πλέον το παραδεχόμεθα· διότι τι άλλο περισσότερον θα ζητήσωμεν; εν εναντία όμως περιπτώσει, θα στρέψωμεν αλλού τας έρευνάς μας. Προς το παρόν λοιπόν ας εξακολουθήσωμεν τον συλλογισμόν, που εδέχθημεν, ότι δηλαδή εάν εδοκιμάζαμεν να εύρωμεν την δικαιοσύνην πρώτα εις κανένα από τα μεγαλύτερα εκείνα που την έχουν, θα ήτο εύκολον να ίδωμεν ποία είναι η φύσις της και επί ενός μόνον ανθρώπου· και ως τοιούτον μεγαλύτερον εθεωρήσαμεν την πόλιν, και τοιουτοτρόπως ιδρύσαμεν μίαν με όλην την δυνατήν τελειότητα, με την πεποίθησιν ότι θα ευρίσκετο η δικαιοσύνη μέσα εις μίαν τόσον τελείαν πόλιν· εκείνο λοιπόν που ευρήκαμεν εκεί, ας το μεταφέρωμεν και εις τον ένα άνθρωπον· και αν η εφαρμογή είναι τελεία, το πράγμα θα έχη καλώς· εάν όμως ευρεθή τίποτε άλλο εις τον ένα, τότε πάλιν επανερχόμεθα εις την πόλιν και αρχίζομεν νέαν δοκιμήν, επαναλαμβάνοντες την σύγκρισιν μεταξύ των και τρίβοντες ούτως ειπείν το ένα με το άλλο, έως ότου κάμωμεν να εκλάμψη η δικαιοσύνη, καθώς ο σπινθήρ εκ του χάλικος, και τοιουτοτρόπως λάβωμεν πλήρη βεβαιότητα περί της υπάρξεώς της. — Αυτός αλήθεια είναι ο ίσος δρόμος κ’ έτσι να κάμωμεν. — Λοιπόν, όταν λέγωμεν διά δύο πράγματα, το ένα μεγαλύτερον και το άλλο μικρότερον, ότι είναι τα ίδια, είναι τάχα όμοια ως προς εκείνο που είναι ίδια η ανόμοια; — Όμοια βέβαια. — Ώστε λοιπόν και ο δίκαιος άνθρωπος, ως προς αυτήν την ιδιότητα της δικαιοσύνης, δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν από την δικαίαν πόλιν, αλλά θα είναι όμοιος. — Όμοιος, μάλιστα. — Αλλά μία πόλις εδέχθημεν ότι είναι δικαία, όταν εκάστη εκ των τριών τάξεων, που την αποτελούν, περιορίζεται εις τα έργα, που της ανήκουν εκ φύσεως· όπως πάλιν είπαμεν ότι είναι σώφρων, ανδρεία και σοφή, από άλλας μερικάς ιδιότητας και συνηθείας, που έχουν αι τρεις αύται τάξεις. — Είναι αληθές. — Ώστε το ίδιον πρέπει να απαιτήσωμεν και διά τον ένα άνθρωπον, να έχη δηλαδή εις την ψυχήν του τρία μέρη ανταποκρινόμενα προς τας τρεις εκείνας τάξεις της πόλεως και έκαστον μέρος να έχη τας αναλόγους ιδιότητας, διά να αποδώσωμεν δικαίως και εις αυτά τα ίδια ονόματα, που εδώσαμεν και εις εκείνας τας τάξεις. — Κατ' ανάγκην.

 — Ιδού πάλιν, φίλε μου, που επέσαμεν εις ένα πολύ οχληρόν ζήτημα σχετικώς με την ψυχήν, αν έχη ή όχι αυτά τα τρία μέρη. — Ημπορεί και να μην είναι τόσον όσον το φανταζόμεθα· διότι ίσως να είναι αληθινή η παροιμία που λέγει, ότι όλα τα καλά είναι δύσκολα. — Έτσι φαίνεται· γνώριζέ το όμως καλά, Γλαύκων, ότι κατά την ιδέαν μου με αυτάς τας μεθόδους, που μεταχειριζόμεθα τώρα εις την συζήτησίν μας, υπάρχει φόβος μήπως δεν το ανακαλύψωμεν ποτέ ακριβώς· η οδός, η οποία θα μας έφερεν εις το τέρμα, είναι άλλη, πολύ περισσότερον μακρά και πολύπλοκος· ίσως όμως και να αξίζη η μέχρι τούδε μέθοδος, σχετικώς με όσα ως τώρα είπαμεν και συνεζητήσαμεν. — Και δεν είναι αρκετόν; εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται ότι και με αυτό ημπορούμεν να είμεθα ευχαριστημένοι. — Τότε λοιπόν πολύ περισσότερον και εμένα. — Μην αποκάμνης λοιπόν, αλλ' άρχιζε την εξέτασιν.

 — Δεν είναι λοιπόν ανάγκη απόλυτος να παραδεχθώμεν ότι εις έκαστον εξ ημών υπάρχουν αι αυταί ιδιότητες και οι αυτοί χαρακτήρες, που ευρίσκονται και εις την πόλιν; διότι βέβαια δεν είναι δυνατόν να ήλθαν από αλλού και εις αυτήν· και θα ήτο, μα την αλήθειαν, γελοίον να εφαντάζετο κανείς ότι το θυμοειδές έξαφνα του χαρακτήρος, που αποδίδουν εις μερικά έθνη, όπως τους Θράκας και τους Σκύθας και εν γένει τους βορείους λαούς, ή το φιλομαθές, το οποίον θα ηδύνατό τις δικαίως να αποδώση εις το ημέτερον προ πάντων έθνος, ή το φιλοχρήματον εκείνο, το οποίον χαρακτηρίζει κυρίως τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους, δεν έχουν την αρχήν των από τους ιδιώτας διά να αποδίδωνται και εις τα έθνη. — Βεβαιότατα. — Ώστε έτσι είναι το πράγμα και δεν παρουσιάζει αυτό τουλάχιστον καμμίαν δυσκολίαν να το εννοήση κανείς. — Καμμίαν πράγματι.

 — Απ’ εδώ όμως αρχίζει η δυσκολία, εάν έχωμεν δηλαδή μίαν και την αυτήν δύναμιν της ψυχής δι’ όλας αυτής τας ενεργείας, ή δι’ έκαστον των τριών ειδών από μίαν ιδιαιτέραν; άλλη είναι η δύναμις διά της οποίας μανθάνομεν, άλλη πάλιν η δύναμις εν ημίν διά της οποίας θυμώνομεν, και άλλη εκείνη η οποία παράγει την επιθυμίαν της τροφής, τας γεννετησίους ορμάς και όλα τα τοιαύτα, ή με ολόκληρον την ψυχήν πράττομεν το καθέν' από αυτά, όταν τα πράττωμεν; αυτά είναι δύσκολον να καθορίσωμεν με την απαιτουμένην ακρίβειαν. — Το βλέπω και εγώ.

 — Ιδού λοιπόν πώς λέγω να δοκιμάσωμεν να εύρωμεν, εάν είναι αι ίδιαι προς αλλήλας αι τρείς αυταί δυνάμεις, ή διαφορετική καθεμία. — Πώς; — Είναι φανερόν ότι το ίδιον πρόσωπον δεν είναι ποτέ δυνατόν κατά τον αυτόν χρόνον και εν σχέσει προς το αυτό αντικείμενον να ενεργή ή να πάσχη τα εναντία· ώστε εάν εύρωμεν να συμβαίνη αυτό πουθενά, θα συμπεράνωμεν ότι δεν ήτο έν και το αυτό, αλλά περισσότερα. — Έστω. — Πρόσεξε λοιπόν τι λέγω. — Λέγε. — Το αυτό πράγμα, θεωρούμενον υπό την αυτήν έποψιν, ημπορεί να στέκεται συγχρόνως και να κινήται; — Καθόλου. — Ας το καθορίσωμεν ακριβέστερον, μήπως γεννηθή παρά πέρα καμμία αμφισβήτησις· εάν κανείς μας έλεγε δι’ ένα άνθρωπον, ο οποίος στέκεται, κινεί δε τας χείρας του και την κεφαλήν του, ότι αυτός ο άνθρωπος κινείται συγχρόνως και στέκεται, θα του παρατηρήσωμεν, νομίζω, ότι δεν είναι σωστόν όπως το λέγει, αλλ' ότι ένα μέρος αυτού κινείται και άλλο στέκεται· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Και εάν ακόμη ο ίδιος, διά να κάμη επίδειξιν πνεύματος και ευφυίας, υπεστήριζεν ότι η σβούρα κινείται ολόκληρη συγχρόνως και στέκεται, όταν περιστρέφεται με ακίνητον το κέντρον επί του αυτού σημείου, ή και κανένα από τα άλλα που στρέφονται περί τον άξονά των χωρίς να αλλάζουν θέσιν, δεν θα το παραδεχθώμεν βέβαια, διότι αυτά δεν μένουν ακίνητα ούτε περιστρέφονται κατά ίδια αυτών μέρη· αλλά θα είπωμεν ότι πρέπει να διακρίνωμεν δύο μέρη, τον ευθύν άξονα και την κυκλικήν περιφέρειαν, και ως προς μεν τον άξονα στέκονται πράγματι ακίνητα, διότι δεν γέρνει ούτε από το ένα ούτε από το άλλο μέρος, ενώ ως προς την περιφέρειαν στρέφονται κυκλοτερώς· όταν δε η ευθεία γραμμή του άξονος κλίνη είτε δεξιά είτε αριστερά είτε προς τα εμπρός είτε προς τα οπίσω, ενώ συγχρόνως εξακολουθούν να στρέφωνται, τότε είναι απολύτως αδύνατον να είπωμεν ότι στέκονται διόλου. — Και πολύ σωστά.

 — Ώστε ό,τι και να μας ειπούν από αυτά, δεν θα μας τρομάξη, ούτε θα μας πείση περισσότερον, ότι είναι ποτέ δυνατόν το ίδιον πράγμα, θεωρούμενον υπό την αυτήν έποψιν και κατά τον ίδιον χρόνον, να κάμνη ή να πάσχη τα εναντία. — Ποτέ τουλάχιστον δεν θα με πείση εμένα. — Αλλ' όμως, διά να μη χρονοτριβώμεν αναφέροντες και ανασκευάζοντες όλας αυτάς τας αντιρρήσεις, ας λάβωμεν άπαξ διά παντός ως ορθήν την υπόθεσίν μας και ας προχωρήσωμεν, αφού μόνον κάμωμεν αυτήν την επιφύλαξιν, ότι εάν αίφνης κάπου ευρεθή εσφαλμένη, όλα τα συμπεράσματα τα οποία ηθέλομεν εν τω μεταξύ εξαγάγη από αυτήν την υπόθεσιν, να θεωρούνται επίσης άκυρα. — Αυτό είναι το καλύτερον που θα έχωμεν να κάμωμεν.

 — Λέγε μου τώρα λοιπόν το να κάμνη κανείς σημείον ότι θέλει κάτι τι, ή να κάμνη σημείον ότι δεν θέλει, το να επιθυμή να λάβη ένα πράγμα, ή να το αποστρέφεται, το να το δέχεται ή να το αποκρούη, είναι πράξεις αυταί ή πάθη (διότι ως προς τούτο δεν διαφέρει τίποτε) τας οποίας θεωρείς εναντίας, ή όχι; — Αλλά βέβαια, εναντίας. — Και λοιπόν, την δίψαν και την πείναν και εν γένει τας επιθυμίας, και πάλιν την θέλησιν και την βούλησιν, όλα αυτά δεν θα τα κατατάξης εις εκείνο το είδος των πραγμάτων που είπαμεν τώρα; παραδείγματος χάριν, δεν θα είπης ότι η ψυχή ενός ανθρώπου, που επιθυμεί κάτι, φέρεται προς εκείνο το οποίον επιθυμεί, ή ότι επιδιώκει εκείνο το οποίον θέλει να αποκτήση, ή πάλιν, όταν θέλη να της δοθή κάτι, δεικνύει διά σημείου ότι το θέλει, ως να την ηρώτα κανείς, και εξωτερικεύει, ούτως ειπείν, τον πόθον να εκπληρωθή η επιθυμία της; — Μάλιστα. — Τι δε; τα να μην επιθυμή, να μην ορέγεται, να μη θέλη, δεν είναι το ίδιον πράγμα και να αποστρέφεται και να απωθή και να αποκρούη; και αυτάς τας ενεργείας της ψυχής δεν θα τας θεωρήσωμεν εναντίας με τας προηγουμένας εκείνας; — Πώς όχι;

 — Τούτου τεθέντος, θα είπωμεν λοιπόν ότι έχομεν εν πρώτοις ένα είδος επιθυμιών και μεταξύ αυτών δύο προ πάντων φανερωτέρας από τας άλλας, τας οποίας ονομάζομεν πείναν και δίψαν. — Μάλιστα. — Και ότι η μεν μία είναι επιθυμία τροφής, η δε άλλη ποτού. — Ναι. — Η δε δίψα, εφ' όσον είναι δίψα, είναι άραγε τίποτε άλλο περισσότερον, παρά απλώς επιθυμία εν τη ψυχή αυτού του πράγματος, που λέγομεν; παραδείγματος χάριν, η δίψα είναι άραγε δίψα θερμού ποτού ή ψυχρού, ή πολλού ή ολίγου, ή με ένα λόγον τοιούτου ή τοιούτου ποτού; ή, εάν μεν προστεθή εις την δίψαν και η έννοια της θερμότητος, ήθελε παρέχη προσέτι την επιθυμίαν του θερμού, εάν δε της ψυχρότητος, του ψυχρού; και εάν, διά την προσθήκην της εννοίας του πολλού, είναι πολλή η δίψα, ήθελε παρέχη την επιθυμίαν του πολλού, εάν δε είναι ολίγη, του ολίγου; ενώ αυτή καθ' εαυτήν η δίψα δεν είναι δυνατόν ποτε να είναι επιθυμία άλλου τινός πράγματος, παρά απλώς εκείνου μόνον, το οποίον είναι το φυσικόν της αντικείμενον, δηλαδή του ποτού, όπως και η πείνα πάλιν κανενός άλλου, παρά απλώς του φαγητού; — Μάλιστα, έτσι είναι· αυτή καθ' εαυτήν εκάστη επιθυμία έχει εκ φύσεως ένα καθ' εαυτό και μόνον αντικείμενον· το να είναι δε αυτό τοιούτον ή τοιούτον, οφείλεται εις τας προστιθεμένας εννοίας.

 — Κύτταξε μόνον μήπως μας εύρη κανείς απροσέκτους και μας κάμη να τα χάσωμεν με την αντίρρησιν, ότι κανείς δεν επιθυμεί απλώς ποτόν, αλλά καλόν ποτόν και όχι απλώς φαγητόν, αλλά καλόν φαγητόν· διότι όλοι φυσικά επιθυμούν τα καλά πράγματα· αφού λοιπόν η δίψα είναι επιθυμία, θα ήτο επιθυμία καλού πράγματος, είτε ποτόν είναι είτε οτιδήποτε άλλο το αντικείμενόν της. — Μα, ίσως να είχε κάποιο δίκαιον, όποιος τα έλεγεν αυτά. — Ναι, αλλ' όμως, όσα πράγματα αναφέρονται εις ένα άλλο πράγμα, είναι τοιαύτα ή τοιαύτα ακριβώς ένεκα της αναφοράς που υπάρχει μεταξύ των, ενώ χωριστά και καθ' εαυτά εξεταζόμενα δεν έχουσι καμμίαν άλλην αναφοράν παρά με τον εαυτόν των. — Δεν εννοώ. — Δεν εννοείς, ότι το μεγαλύτερον είναι τοιούτον μόνον κατ' αναφοράν προς κάποιο άλλο; — Μάλιστα. — Δηλαδή κατ' αναφοράν προς άλλο μικρότερον; — Ναι. — Το δε πολύ μεγαλύτερον κατ' αναφοράν προς το πολύ μικρότερον; — Μάλιστα. — Και ένα, που ήτο μίαν φοράν ή θα είναι εις το μέλλον μεγαλύτερον, δεν λέγεται κατ' αναφοράν ενός, που ήτο μίαν φοράν ή θα είναι εις το μέλλον μικρότερον; — Πώς όχι; — Το ίδιον επίσης λοιπόν δεν συμβαίνει και με τα περισσότερα εν σχέσει προς τα ολιγώτερα, και με τα διπλάσια προς τα ημίσεα και όλα τα τοιαύτα, και πάλιν τα βαρύτερα προς τα ελαφρότερα, και τα ταχύτερα προς τα βραδύτερα και ακόμη τα θερμά προς τα ψυχρά και ούτω καθεξής; — Εννοείται. — Τι δε; το ίδιον πράγμα δεν συμβαίνει και με τας επιστήμας; η επιστήμη δηλαδή καθ' εαυτήν ως αντικείμενον καθ' εαυτό έχει ό,τι ημπορεί ή πρέπει να μάθη, ενώ μία τις ωρισμένη επιστήμη έχει ένα και μόνον ωρισμένον αντικείμενον μαθήσεως· λέγω παραδείγματος χάριν, όταν έγινεν η επιστήμη της κατασκευής των οικιών, δεν εξεχώριζεν από τας άλλας επιστήμας, ώστε να την ονομάσουν αρχιτεκτονικήν; — Πώς όχι; Διά ποίον άλλον λόγον βέβαια, παρά διότι ήτο τοιαύτη, ώστε να μην ομοιάζη με καμμίαν άλλην; — Βεβαίως. — Δεν έγινε λοιπόν τοιαύτη, επειδή είχε τοιούτον ωρισμένον αντικείμενον; και δεν συμβαίνει το ίδιον και με όλας τας άλλας τέχνας και επιστήμας; — Έτσι είναι, μάλιστα.

 — Αυτό λοιπόν ήθελα να ειπώ, εάν με ενόησες τώρα, όταν έλεγα, ότι όσα πράγματα είναι πράγματός τινος, αυτά μεν καθ' αυτά είναι μόνον του εαυτού των, κατ' αναφοράν δε με αυτό ή εκείνο το αντικείμενον είναι τοιαύτα ή τοιαύτα· και δεν εννοώ με αυτό απολύτως, ότι ένα πράγμα είναι τοιούτον, οποίον και το αντικείμενόν του, ότι παραδείγματος χάριν η επιστήμη των υγιεινών ή βλαβερών πραγμάτων είναι και αυτή υγιεινή και βλαβερά, ούτε ότι η επιστήμη του καλού ή του κακού είναι και αυτή καλή και κακή, αλλ' ότι επειδή αυτή η επιστήμη, η ιατρική, δεν έχει το ίδιον αντικείμενον, που έχει η καθ' εαυτήν επιστήμη, αλλ' ένα ωρισμένον τοιούτον, δηλαδή το υγιεινόν και το βλαβερόν, διά τούτο έγινε και αυτή ωρισμένη επιστήμη, και αυτό την έκαμε να μην ονομάζεται πλέον απλώς επιστήμη, αλλά εκ του αντικειμένου το οποίον έλαβεν, ιατρική. — Εννοώ τώρα και το ευρίσκω ορθότατον.

 — Την δίψαν λοιπόν δεν καταλέγεις μεταξύ των πραγμάτων, τα οποία έχουν αναφοράν με ένα πράγμα, που είναι αντικείμενόν των; — Μάλιστα, με το ποτόν. — Τοιαύτη δε ή τοιαύτη δίψα, δεν υπάρχει αναλόγως του τοιούτου ή τοιούτου ποτού; ενώ η δίψα καθ' εαυτήν δεν είναι δίψα πολλού ή ολίγου, καλού ή κακού, ενί λόγω τοιούτου ή τοιούτου ποτού, αλλ' απλώς και μόνον δίψα ποτού. — Βεβαιότατα. — Ώστε η ψυχή εκείνου που διψά τίποτε άλλο δεν επιθυμεί, παρά απλώς να πίη, αυτό ορέγεται και εις αυτό κινείται. — Φανερόν.

 — Ώστε αν κάποτε τύχη και την τραβά, κάτι να μην την αφήση να πιή, όταν διψά, βεβαίως αυτό δεν θα είναι κάτι άλλο μέσα της από εκείνο, που διεγείρει την δίψαν και την σύρει ως θηρίον διά να την κορέση; διότι είπαμεν ότι το ίδιον πράγμα, με το ίδιον μέρος του εαυτού του δεν είναι δυνατόν να κάμνη συγχρόνως δύο πράγματα εναντία υπό τον αυτήν έποψιν. — Όχι, βέβαια. — Όπως, νομίζω, περί του τοξότου δεν θα ήτο ορθόν να λέγωμεν ότι αι χείρες του συγχρόνως απομακρύνουν και σύρουν το τόξον, αλλ' ότι άλλο είναι το χέρι που απομακρύνει το τόξον και άλλο που το πλησιάζει. — Πολύ σωστά. — Τώρα, δεν υπάρχουν άνθρωποι, που ενώ διψούν, δεν θέλουν να πιούν; — Πώς; πολλοί και πολλές φορές. — Τι άλλο τάχα πρέπει να υποθέση κανείς δι’ αυτούς, παρά ότι υπάρχει μεν κάτι μέσα εις την ψυχήν των που τους διατάσσει να πιούν, υπάρχει όμως και άλλο που τους εμποδίζει, αυτό δε το άλλο είναι διαφορετικόν από το πρώτον και ισχυρότερόν του εις αυτήν την περίστασιν; — Και εγώ αυτό νομίζω. — Τώρα μήπως εκείνη η δύναμις που εμποδίζει και συγκρατεί προέρχεται τάχα από το λογικόν, ενώ εκείνα που τον ωθούν και τον σύρουν είναι αποτελέσματα τίποτε παθών και νοσημάτων; — Μου φαίνεται. — Ώστε δεν θα έχωμεν άδικον να ισχυρισθώμεν ότι είναι δύο πράγματα χωριστά, και διαφορετικά μεταξύ των, και ονομάζομεν λογικόν μεν εκείνο διά του οποίου συλλογίζεται η ψυχή, το δε άλλο διά του οποίου ερωτεύεται και πεινά και διψά και ρίπτεται ακράτητος εις όλας τας τοιαύτας επιθυμίας, επιθυμητικόν, αμέτοχον λογισμού και φίλον των απολαύσεων και των ηδονών. — Δεν θα είχαμεν πράγματι άδικον να κάμωμεν αυτήν την διάκρισιν.

 — Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν πλέον ωρισμένον ότι υπάρχουσιν αυτά τα δύο είδη εις την ψυχήν· όσον δε αφορά τώρα τον θυμόν και την αιτίαν, η οποία τον προξενεί, θα το θεωρήσωμεν ως τρίτον είδος, ή μήπως να είναι της αυτής φύσεως με το ένα ή με το άλλο από τα δύο πρώτα; — Ίσως να είναι το αυτό με το επιθυμητικόν. — Αλλ' εγώ άκουσα κάτι τι μίαν φοράν, που το πιστεύω αληθινόν, ότι δηλαδή ο Λεόντιος ο υιός του Αγλαίωνος επιστρέφων κάποτε από τον Πειραιά, από το βόρειον τείχος έξω, παρετήρησ μακρόθεν πτώματα εξηπλωμένα εις τον τόπον των θανατικών εκτελέσεων και ησθάνθη την επιθυμίαν να πλησιάση να τα ιδή, αλλά συγχρόνως και κάποια ενδόμυχος αποστροφή τον απέτρεπε· και κατ' αρχάς μεν ανθίστατο εις την επιθυμίαν του και εσκέπασε το πρόσωπόν του, επί τέλους όμως νικηθείς έτρεξε προς τα πτώματα, άνοιξεν εμπρός των όσον ημπορούσε περισσότερον τα μάτια του και είπεν «ιδού, πανάθλια, χορτάσετε λοιπόν το ωραίον αυτό θέαμα!» — Ναι, το ήκουσα και εγώ. — Αυτός λοιπόν ο λόγος σημαίνει, ότι η ορμή της ψυχής αντιτάσσεται ενίοτε προς τας επιθυμίας, ως πράγμα διαφορετικόν από αυτάς. — Πράγματι αυτό σημαίνει.

 — Αλλά δεν παρατηρούμεν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις, όταν κανείς αισθάνεται να τον παρασύρουν αι επιθυμίαι του παρά τας υπαγορεύσεις του λογικού, ότι αρχίζει και υβρίζει τον εαυτόν του και θυμώνει με εκείνο που τον βιάζει μέσα του, και, καθώς να μαλλώνουν δύο, έρχεται ο θυμός και τάσσεται σύμμαχος με το μέρος του λογικού; να συμμαχήση όμως αυτός με τας επιθυμίας και να αντιταχθή κατά του λογικού, όταν αυτό μας απαγορεύη να κάμωμεν κάτι τι, νομίζω ότι δεν θα μας ειπής ότι ησθάνθης ποτέ τοιούτον τι να συμβή μέσα εις την ψυχήν σου, ούτε δε και εις κανένα άλλον. — Όχι μα τον θεόν. — Τι δε; όταν κανείς αισθάνεται πως έχει άδικον, όσον γενναιότερα αισθήματα έχει, δεν οργίζεται και ολιγώτερον, εις ότι δήποτε και αν υποβληθή υπό ενός άλλου, εις πείναν, εις δίψαν, εις ψύχος, εις πάσαν εν γένει κακομεταχείρισιν, εφόσον θα αναγνωρίζη ότι έχει δίκαιον εκείνος να τον μεταχειρίζεται κατ' αυτόν τον τρόπον, και, μ' ένα λόγον, ποτέ δεν θα επιτρέψη να εγερθή ο θυμός του εναντίον του; — Είναι αληθές. — Όταν όμως νομίζη κανείς ότι αδικήται, δεν αναβράζει τότε μέσα του ο θυμός και αγριεύει και παίρνει το μέρος εκείνου που του φαίνεται δίκαιον; και υπομένων πείναν και κρύον και ό,τι άλλο πάσχη, δεν κατορθώνει να τα υπερνικήση, και, χωρίς να δαμασθή καθόλου η γενναιότης του, ή ευρίσκει επί τέλους ικανοποίησιν, ή και αποθνήσκει, ή καθώς ο σκύλος υπό του βοσκού, τοιουτοτρόπως και αυτός ανακαλείται υπό του εν αυτώ λογικού και καταπραΰνεται; — Πράγματι συμβαίνει ό,τι και με αυτό το παράδειγμα που έφερες, καθόσον μάλιστα παρεδέχθημεν, ότι εις την πόλιν μας πρέπει οι πολεμισταί να υπακούουν εις τους άρχοντας, όπως οι σκύλοι εις τους βοσκούς.

 — Πολύ καλά ενόησες ό,τι θέλω να είπω· αλλά δεν συλλογίζεσαι ακόμη και κάτι άλλο εκτός αυτού; — Τι πράγμα; — Ότι το θυμοειδές μας παρουσιάζεται τώρα όλως διόλου διαφορετικόν από ό,τι το ενομίσαμεν κατ' αρχάς· διότι τότε το εθεωρήσαμεν ως ένα είδος επιθυμητικόν και αυτό, ενώ τώρα πολύ απέχει να μας φαίνεται τοιούτον, αφού όταν εγερθή καμμία διχόνοια μέσα εις την ψυχήν, αυτό λαμβάνει τα όπλα πάντοτε υπέρ του λογικού. — Αυτό είναι αληθές πράγματι. — Είναι λοιπόν διαφορετικόν και από αυτό, ή έχει τόσον στενήν σχέσιν με το λογικόν, ώστε να μην είναι τρία τα είδη εντός της ψυχής, αλλά μόνον δύο, το επιθυμητικόν και το λογικόν; ή μήπως, όπως και εις την πόλιν μας υπήρχον τρεις τάξεις, των εργατικών, των πολεμιστών και των αρχόντων, τοιουτοτρόπως και εις την ψυχήν υπάρχει και τρίτον είδος, αυτό το θυμοειδές, το όποιον εκ φύσεως έρχεται επίκουρος εις το λογικόν, εάν τουλάχιστον δεν διαφθαρή υπό κακής ανατροφής; — Κατ' ανάγκην είναι τρίτον αυτό. — Ναι, αλλ' αν προηγουμένως αποδειχθή ότι είναι διαφορετικόν από το λογικόν, καθώς απεδείχθη ότι είναι από το επιθυμητικόν. — Αλλά δεν είναι δύσκολον να αποδειχθή· διότι βλέπομεν ότι τα παιδιά, ευθύς άμα γεννηθούν, είναι γεμάτα από θυμόν, ενώ το λογικόν εις μερικούς μεν μου φαίνεται ότι ποτέ δεν έρχεται, εις δε τους περισσοτέρους πολύ αργά. — Αλήθεια, μα τον Δία, σωστά το είπες· ακόμη δε ημπορεί κανείς να το παρατηρήση και εις τα ζώα· προς τούτοις δε και ο στίχος εκείνος του Ομήρου, που ανεφέραμεν κάπου πριν, δύναται να μας χρησιμεύση ως μαρτύριον:

και χτύπησε το στήθος του κ’ έτσ' είπε της καρδιάς του

διότι εδώ ο Όμηρος παρουσιάζει δύο χωριστά πράγματα, που επιπλήττει το ένα το άλλο· εκείνο που κρίνει και σκέπτεται περί του καλυτέρου και χειροτέρου, και εκείνο το οποίον απερισκέπτως παραφέρεται. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.

 — Αυτά λοιπόν τώρα τα ξεκεφαλώσαμεν, αν και με πολύν κόπον, και απεδείξαμεν αρκετά καλά, ότι υπάρχουν και εις την ψυχήν εκάστου ανθρώπου τρεις δυνάμεις, που ανταποκρίνονται εις τας τρεις τάξεις της πολιτείας. — Μάλιστα. — Δεν είναι λοιπόν τώρα ανάγκη, όπως και με ό,τι ήτο η πόλις σοφή, κατά τον αυτόν τρόπον και με το ίδιον να είναι σοφός και ο ιδιώτης; — Πώς όχι; — Και με ό,τι επομένως είναι ανδρείος ο ιδιώτης, με το ίδιο και κατά τον αυτόν τρόπον να είναι ανδρεία και η πόλις, και μ' ένα λόγον, όλα όσα συντείνουν προς την αρετήν, κατά τον αυτόν τρόπον να υπάρχουν και εις το ένα και εις το άλλο; — Κατ' ανάγκην. — Ώστε και δίκαιος θα είπωμεν, ω Γλαύκων, ότι είναι ένας άνθρωπος κατά τον αυτόν τρόπον, κατά τον οποίον ήτο δικαία και η πόλις. — Και αυτό είναι αναγκαία πράγματι συνέπεια. — Δεν ελησμονήσαμεν όμως βέβαια, ότι η πόλις είναι δικαία, όταν εκάστη από τας τρεις τάξεις, που την αποτελούν, περιορίζεται αποκλειστικώς εις το έργον της. — Δεν πιστεύω να το ελησμονήσαμεν. — Ας ενθυμούμεθα λοιπόν ότι και έκαστος εξ ημών θα είναι δίκαιος και θα κάμνη το καθήκον του, όταν έκαστον από τα τρία μέρη της ψυχής του περιορίζεται αποκλειστικώς εις το έργον του. — Και πολύ μάλιστα πρέπει να το ενθυμούμεθα. — Το έργον λοιπόν του λογικού δεν είναι να κυβερνά, αφού εις αυτό εδρεύει η φρόνησις, και αυτό έχει την ανωτάτην εποπτείαν επί της ψυχής; του δε θυμοειδούς πάλιν να υπακούη και να βοηθή εκείνο ως σύμμαχος; — Μάλιστα. — Και δεν θα είναι εκείνη η ανάμιξις της μουσικής και της γυμναστικής, καθώς ελέγαμεν, που θα φέρη την τελείαν μεταξύ των αρμονίαν, και η οποία θα ανατρέφη μεν και θα ενδυναμώνη το ένα με λόγους καλούς και με μαθήματα, θα ημερώνη δε και θα κατευνάζη το άλλο με το θέλγητρον της αρμονίας και του ρυθμού; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν. — Και αφού λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον ανατραφούν και μάθουν ό,τι έχουν να μάθουν και εκπαιδευθούν, τότε θα διευθύνουν το επιθυμητικόν, το οποίον είναι το μεγαλύτερον και το πλέον εκ φύσεως αχόρταγον μέρος της ψυχής εκάστου ανθρώπου· και θα προσέχουν μήπως αυτό, με την άμετρον απόλαυσιν των λεγομένων ηδονών του σώματος, αυξήση και ενισχυθή τόσον, ώστε να μη περιορίζεται πλέον εις το έργον του, αλλά να ζητήση να υποδουλώση και εξουσιάση εκείνα που δεν έχει δικαίωμα, και τοιουτοτρόπως φέρη γενικήν ανατροπήν εις τον βίον. — Βεβαιότατα. — Δεν θα φυλάττουν δε αυτά τα δύο και τους εξωτερικούς εχθρούς κάλλιστα διά την ασφάλειαν όλης της ψυχής και του σώματος, διότι το μεν λογικόν θα σκέπτεται και θα αποφασίζη, το δε θυμοειδές θα πολεμή και υπό την αρχηγίαν εκείνου θα εκτελή διά της ανδρείας του τας αποφάσεις του; — Έτσι είναι. — Και ανδρείον λοιπόν, νομίζω, καλούμεν τον άνθρωπον, όταν το μέρος εκείνο της ψυχής του, όπου εδρεύει το θυμοειδές, ακολουθή απαρεγκλίτως πάντοτε, διά μέσου των ηδονών και των πόνων, τας παραγγελίας του λογικού σχετικώς με ό,τι είναι φοβερόν ή όχι. — Πολύ σωστά. — Σοφόν δε πάλιν ονομάζομεν τον άνθρωπον, από το μικρόν εκείνο μέρος της ψυχής του, το οποίον έχει την ανωτάτην εξουσίαν εν αυτή και δίδει τας παραγγελίας εκείνας, και το οποίον μόνον γνωρίζει ποίον είναι το συμφέρον και ενός εκάστου των τριών μερών και του συνόλου αυτών. — Μάλιστα. — Δεν είναι δε σώφρων ο άνθρωπος διά της φιλίας και αρμονίας η οποία επικρατεί μεταξύ των τριών μερών, όταν και εκείνο που κυβερνά και τα άλλα που υπακούουν, μένουν σύμφωνα, ότι η ανωτάτη εξουσία πρέπει να ανήκη εις το λογικόν και δεν του την διαφιλονεικούν καθόλου; — Πράγματι αυτό είναι η σωφροσύνη και της πόλεως και του ατόμου. — Τέλος δε, δίκαιος θα είναι ο άνθρωπος από εκείνο, το οποίον πολλάκις είπαμεν και επανελάβαμεν. — Κατ' ανάγκην.

 — Αλλά μήπως εν τω μεταξύ επήλθε τίποτε που μας εμποδίζει να παραδεχθώμεν, ότι η δικαιοσύνη και εις ένα έκαστον άνθρωπον είναι το ίδιον πράγμα, όπως και εις την πόλιν; — Δεν μου φαίνεται. — Θα ημπορούσαμεν όμως, νομίζω, να αποκτήσωμεν πλήρη βεβαιότητα, εάν υπάρχη κάποια ακόμη αμφιβολία εις την ψυχήν μας, μεταχειριζόμενοι τα δραστικά μέσα. — Ποία λοιπόν; — Παραδείγματος χάριν, εάν επρόκειτο, σχετικώς με την πόλιν μας και με τον άνθρωπον ο οποίος είναι και εκ φύσεως και εξ ανατροφής όμοιος με αυτήν, να εξετάσωμεν μεταξύ μας, εάν αυτός ο άνθρωπος θα ηδύνατό ποτε να καταχρασθή μίαν παρακαταθήκην χρυσού ή αργύρου που του ενεπιστεύθησαν, νομίζεις ότι θα τον επίστευε κανείς ικανόν να κάμη αυτό το πράγμα περισσότερον από κάθε άλλον, που δεν είναι τοιούτος; — Κανείς βέβαια. — Δεν θα ήτο επίσης ανίκανος αυτός να διαπράξη ιεροσυλίαν, κλοπήν, προδοσίαν είτε των φίλων του είτε της πόλεως; — Θα ήτο. — Να παραβή οπωσδήποτε τον όρκον του ή καμμίαν άλλην συμφωνίαν; — Επίσης. — Μοιχείαι δε και περιφρονήσεις των γονέων και ασέβειαι προς τους θεούς, είναι βέβαια πράγματα που εις κάθε άλλον ανήκουν, παρά εις αυτόν. — Βεβαιότατα. — Και αίτιον όλων αυτών δεν είναι, ότι έκαστον των μερών της ψυχής του περιορίζεται απλώς εις το έργον που έχει, είτε πρόκειται να άρχη, είτε να υπακούη; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Κάθεσαι λοιπόν και ζητάς ακόμη, αν είναι άλλο πράγμα η δικαιοσύνη, παρά η δύναμις αυτή που μας δίδει τους τοιούτους ανθρώπους και τας πόλεις; — Όχι βέβαια εγώ, μα τον Δία.

 — Ώστε ιδού που συνεπληρώθη τελείως το όνειρόν μας, που ελέγαμεν ότι ήτο αμυδρόν εις τας αρχάς· επειδή μόλις αρχίσαμεν να καταστρώνωμεν το σχέδιον της πόλεώς μας, κάποιος θεός μας εβοήθησε να επιτύχωμεν κάτι, που είναι ως ο αρχικός τύπος της δικαιοσύνης. — Είναι αλήθεια. — Και ήτο πράγματι, Γλαύκων, μία εικών της δικαιοσύνης, η οποία ωφελεί προς τον σκοπόν μας, όταν ευρίσκαμεν ότι είναι ορθόν, ο υποδηματοποιός, ο ξυλουργός και κάθε άλλος τοιούτος, τίποτε άλλο να μη κάμνη, παρά το έργον διά το οποίον τον προώρισεν η φύσις. — Φαίνεται. — Η αλήθεια όμως είναι, καθώς φαίνεται, ότι τοιούτον μεν πράγμα είναι και η δικαιοσύνη, δεν αποβλέπει όμως εις τας εξωτερικάς πράξεις του ανθρώπου, αλλ' εις ό,τι υπάρχει και συμβαίνει πράγματι μέσα του και με τον εαυτόν του, εις τρόπον ώστε, να μην επιτρέπη εις κανένα από τα μέρη, που υπάρχουν εις την ψυχήν του, να κάμνη ό,τι δεν είναι έργον του και να αναμιγνύεται το ένα εις τα καθήκοντα του άλλου· αλλ' αφού τωόντι τακτοποιήση καλώς ό,τι ανήκει εις έκαστον, και γίνη κύριος και κοσμήτωρ και φίλος του εαυτού του, και αποκαταστήση τελείαν συμφωνίαν μεταξύ των τριών μερών της ψυχής, καθώς μεταξύ των τριών όρων της αρμονίας, και μεταξύ των άλλων όσα τυχόν υπάρχουν διάμεσα, και συνδέση όλα αυτά και αποτελέση από τα πολλά ένα όλον ενιαίον καλώς ρυθμισμένον και αρμονισμένον, τότε μόνον πλέον να αρχίση να κάμνη εάν έχη να κάμη τίποτε, είτε θέλει να αποκτήση χρήματα, είτε να περιποιήται το σώμα του, είτε να αναμιχθή εις την πολιτικήν, είτε να αναλάβη επιχειρήσεις ιδιωτικής φύσεως, να μη παύη όμως ποτέ εις όλα αυτά να θεωρή και να ονομάζη δικαίαν μεν και καλήν πράξιν εκείνην, η οποία διατηρεί και προάγει διαρκώς την αρμονίαν αυτήν, σοφίαν δε την επιστήμην η οποία επιστατεί και διευθύνει τας τοιαύτας πράξεις, αδικίαν δε εκείνην, η οποία καταστρέφει πάντοτε την τάξιν αυτήν, και αμάθειαν την ιδέαν η οποία πάλιν επιστατεί και διευθύνει αυτήν. — Είναι ορθότατα, Σωκράτη, όλα αυτά που λέγεις.

 — Πολύ καλά· ώστε δεν υπάρχει, νομίζω, και πολύς φόβος να υποτεθή ότι απατώμεθα, εάν είπωμεν ότι ευρήκαμεν πλέον, τι είναι δίκαιος άνθρωπος, τι είναι δικαία πόλις, και τι είναι δικαιοσύνη μεταξύ αυτών. — Δεν υπάρχει, μα την αλήθειαν. — Σύμφωνοι λοιπόν; — Σύμφωνοι.

 — Έστω· μένει λοιπόν τώρα, νομίζω, να εξετάσωμεν τι είναι αδικία. — Βέβαια. — Ημπορεί να είναι άλλο πράγμα αυτή παρά μία σύγκρουσις μεταξύ των τριών μερών της ψυχής, όταν ταύτα δεν περιορίζωνται εις τα έργα των, αλλ' επεμβαίνουν εις τα ξένα καθήκοντα ή όταν επαναστατή το ένα μέρος κατά του συνόλου της ψυχής, διά να αναλάβη αυτό την ανωτάτην αρχήν αυτής, η οποία δεν του ανήκει, διότι είναι πλασμένον από την φύσιν να δουλεύη και να υπακούη εις εκείνο, το οποίον είναι καμωμένον διά να κυβερνά; αυτά λοιπόν θα είπωμεν, και αυτή ακριβώς η αταξία και η ταραχή είναι η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια και μ' ένα λόγον όλαι αι κακίαι. — Έτσι είναι πράγματι. — Αφού λοιπόν τώρα γνωρίζομεν σαφώς τι είναι αδικία και τι δικαιοσύνη, γνωρίζομεν επίσης και τι είναι αι άδικοι και αι δίκαιαι πράξεις. — Πώς αυτό; — Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν από τα υγιεινά και βλαβερά πράγματα, αλλ' είναι διά την ψυχήν, ό,τι είναι αυτά διά το σώμα. — Τι δηλαδή; — Τα υγιεινά πράγματα δίδουν την υγιείαν, τα δε βλαβερά προξενούν νόσους. — Ναι. — Κατά τον ίδιον λόγον και αι δίκαιαι πράξεις δεν κάμνουν την δικαιοσύνην, αι δε άδικοι την αδικίαν; — Κατ' ανάγκην. — Όταν δε λέγωμεν ότι τα υγιεινά δίδουν την υγιείαν, εννοούμεν ότι αποκαθιστούν μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του ανθρωπίνου σώματος την φυσικήν ισορροπίαν, ώστε να επιβάλλεται ή να υποβάλλεται αμοιβαίως το ένα εις το άλλο· τα δε βλαβερά γεννούν νοσήματα, σημαίνει ότι ένα στοιχείον επιβάλλεται εις τα άλλα ή υποβάλλεται εις αυτά, παρά τους νόμους της φύσεως. — Είναι αληθές. — Κατά τον ίδιον λόγον, κάμνουν την δικαιοσύνην, δεν σημαίνει ότι αποκαθιστούν μεταξύ των μερών της ψυχής την ισορροπίαν, την οποίαν απαιτεί η φύσις, παράγουν δε την αδικίαν, δεν σημαίνει ότι ένα μόνον μέρος της ψυχής επιβάλλεται εις τα άλλα, ή και το εναντίον, παρά την φύσιν; — Πολύ ωραία. — Ώστε αρετή μεν, καθώς φαίνεται, είναι, ούτως ειπείν, η υγιεία και το κάλλος και η ευεξία της ψυχής, κακία δε, η ασθένεια, η ασχημία και η αδυναμία. — Έτσι είναι. — Λοιπόν και αι καλαί πράξεις δεν οδηγούν εις την απόκτησιν της αρετής, αι δε αισχραί της κακίας; — Κατ' ανάγκην.

 — Εκείνο πλέον που μας μένει τώρα να εξετάσωμεν είναι, αν ωφελή να εξασκή κανείς την δικαιοσύνην και να είναι δίκαιος, είτε τον νομίζουν οι άνθρωποι, είτε και όχι, ως τοιούτον, ή να αδική και να είναι άδικος, και αν ακόμη δεν είχε κανένα φόβον να τιμωρηθή και να διορθωθή τιμωρούμενος. — Αλλά τώρα πλέον, Σώκρατες, μου φαίνεται γελοίον να επιμείνωμεν εις αυτήν την εξέτασιν· διότι, εάν, όταν καταστραφή η φυσική σύστασις του σώματος, ο βίος θεωρήται πλέον ανυπόφορος, έστω και εν μέσω πάσης αφθονίας και πλούτου και τιμών, κατά πολύ μεγαλύτερον λόγον θα είναι ανυπόφορος, εάν διαταραχθή και καταστραφή η φύσις εκείνου ακριβώς εις το οποίον οφείλομεν την ζωήν, έστω και αν έχη κανείς το δικαίωμα να κάμνη κάθε άλλο, παρά εκείνο, το οποίον θα ηδύνατο να απαλλάξη την ψυχήν του από την κακίαν και την αδικίαν, να του προμηθεύση δε την δικαιοσύνην και την αρετήν, αφού μάλιστα ευρέθησαν αυτά όπως ημείς τα απεδείξαμεν. — Πράγματι γελοίον θα ήτο· αλλ' αφού εφθάσαμεν έως αυτό το σημείον, που να ημπορή να αποκτήσωμεν την πληρεστάτην βεβαιότητα περί αυτής της αληθείας, δεν πρέπει να αποφύγωμεν αυτόν τον κόπον. — Κάθε άλλο βέβαια παρά να τον αποφύγωμεν.

 — Έλα λοιπόν τώρα πλησίασε να ιδής, πόσα διάφορα είδη έχει, καθώς μου φαίνεται, η κακία, όσα τουλάχιστον από αυτά αξίζει τον κόπον να τα παρατηρήση κανείς. — Σε ακολουθώ· μόνον δείξε μου τα. — Και λοιπόν, καθώς από υψηλήν σκοπιάν, αφού μας ανέβασεν εδώ η συζήτησίς μας, βλέπω εγώ ένα μεν είδος μόνον της αρετής, άπειρα δε της κακίας, μεταξύ δε αυτών τέσσαρα κυρίως, τα οποία αξίζει κανείς να τα μνημονεύση. — Τι θέλεις να ειπής; — Όσα είδη πολιτευμάτων υπάρχουν, τόσοι καταντά να υπάρχουν και τρόποι της ψυχής. — Πόσοι δηλαδή; — Πέντε μεν πολιτευμάτων, πέντε δε και της ψυχής. — Λέγε τους λοιπόν. — Λέγω λοιπόν ότι ένας μεν τρόπος πολιτεύματος είναι αυτός, τον οποίον ημείς διεγράψαμεν, εις τον οποίον όμως ημπορούμεν να δώσωμεν δύο ονόματα· και αν μεν υπάρχη ένας μόνον ανώτερος άρχων, θα ονομάσωμεν το πολίτευμα μοναρχίαν, αν δε περισσότεροι, αριστοκρατίαν. — Είναι αλήθεια. — Αυτό λοιπόν λέγω ότι είναι ένα απλώς είδος πολιτεύματος· διότι είτε ένας μόνον είναι ο άρχων, είτε περισσότεροι, αυτό δεν θα ημπορέση να μετακινήση κανένα από τους θεμελιώδεις νόμους της πόλεως μας, εάν τηρηθώσιν απαρεγκλίτως αι αρχαί της ανατροφής και της εκπαιδεύσεως, τας οποίας εθεσπίσαμεν. — Έτσι βέβαια θα είναι.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.
34 of 102
28 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights