ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.
Και εγώ μεν λοιπόν, αφού είπα αυτά, επίστευσα ότι είχα γλυτώση πλέον από την συζήτησιν· ήτο όμως, καθώς φαίνεται, το προοίμιον μόνον αυτό· διότι ο Γλαύκων, ο οποίος πάντοτε και εις όλας τας περιστάσεις είναι πραγματικώς ανδρειότατος, δεν του εκαλοφάνη που κατέθεσε τότε τα όπλα ο Θρασύμαχος, αλλά, λαμβάνων τον λόγον — Θέλεις, είπε, Σωκράτη, να φαίνεται πως μας έπεισες ότι κατά πάντα τρόπον είναι προτιμότερον η δικαιοσύνη από την αδικίαν, ή θέλεις και πραγματικώς να μας πείσης; — Αυτό βέβαια θα επροτιμούσα και εγώ, αν ήτο εις την εξουσίαν μου.
— Δεν κάμνεις λοιπόν τότε εκείνο το οποίον θέλεις· διότι, λέγε μου· παραδέχεσαι ότι υπάρχει ένα είδος αγαθών, τα οποία θα ηυχόμεθα να έχωμεν, αποβλέποντες όχι εις τα αποτελέσματά των, αλλ' απλώς και μόνον δι' αυτά τα ίδια; όπως παραδείγματος χάριν, η χαρά και αι αβλαβείς ηδοναί και που καμμίαν άλλην συνέπειαν δεν έχουν κατόπιν, παρά μόνον μας δίδουν την ευχαρίστησιν να τας απολαμβάνωμεν. — Μάλιστα υπάρχει ένα τοιούτον είδος αγαθών. — Δεν υπάρχει και ένα άλλο, το οποίον αγαπώμεν και δι' αυτό το ίδιον και διά τα αποτελέσματά του; όπως είναι η ευθυκρισία, η δράσις, η υγιεία, τα οποία επιζητούμεν και διά τους δύο αυτούς λόγους. — Μάλιστα. — Δεν βλέπεις δε και ένα τρίτον είδος αγαθών, όπως είναι η εκγύμνασις του σώματος, η διά της σκληραγωγίας θεραπεία αυτού, η εξάσκησις της ιατρικής και κάθε άλλου προσοδοφόρου επαγγέλματος; διότι αυτά είναι μεν κοπιαστικά, μας ωφελούν όμως, και τα επιζητούμεν όχι δι' αυτά τα ίδια, αλλά διά τα κέρδη και τας άλλας ωφελείας που μας παρέχουν. — Πράγματι υπάρχει και αυτό το τρίτον είδος των αγαθών. Αλλά προς τι αυταί αι ερωτήσεις; — Εις ποίον από αυτά τα είδη κατατάσσεις την δικαιοσύνην; — Εγώ; εις το καλύτερον βέβαια από τα τρία, εις εκείνα δηλαδή τα αγαθά, που πρέπει να τα επιζητούν και δι' αυτά τα ίδια και διά τα αποτελέσματά των, όσοι θέλουν να είναι πραγματικώς ευτυχείς. — Δεν το νομίζει όμως έτσι και ο κόσμος, αλλά κατατάσσουν την δικαιοσύνην εις τα κοπιαστικά αγαθά, τα οποία μόνον διά τα κέρδη και διά την δόξαν που παρέχουν ημπορεί κανείς να τα επιζητή, και που πρέπει να τα αποφεύγη αυτά καθ' εαυτά, επειδή είναι αληθώς αφόρητα.
— Το γνωρίζω, είπα εγώ, ότι αυτή είναι η ιδέα του κόσμου, και δι' αυτό και ο Θρασύμαχος της έψαλε πριν τον εξάψαλμον της δικαιοσύνης· εγώ όμως φαίνεται να είμαι βαρυκέφαλος. — Στάσου λοιπόν να ιδούμεν, εάν θα επιμένης εις την γνώμην σου, αφού ακούσης και εμένα· διότι ο Θρασύμαχος, μου φαίνεται πως τον εγήτεψες πολύ γρήγορα σαν το φείδι· εγώ όμως, δεν μου εγέμισαν το κεφάλι όσα είπετε διά την δικαιοσύνην και την αδικίαν· επιθυμώ να ακούσω ποία είναι η φύσις του καθενός, ποίαν δύναμιν έχουν καθ' εαυτά όταν ενυπάρχουν εις την ψυχήν, ανεξαρτήτως από τας ωφελείας και τα αποτελέσματα, που ημπορεί να έχουν. Ιδού λοιπόν πώς εννοώ να επιληφθώ του ζητήματος, εάν μου το επιτρέπης. Θα αρχίσω εκ νέου τον λόγον του Θρασυμάχου, και πρώτον μεν θα ειπώ τι πράγμα είναι η δικαιοσύνη κατά την κοινήν αντίληψιν του κόσμου και ποία είναι η αρχή της· έπειτα θα αποδείξω, ότι όλοι όσοι την εξασκούν το κάμνουν κατ' ανάγκην και όχι διότι είναι πράγμα καλόν· τρίτον, ότι έχουν πολύ δίκαιον να φρονούν τοιουτοτρόπως, διότι είναι πολύ προτιμότερος ο βίος του αδίκου από του δικαίου, καθώς τουλάχιστον λέγουν· εγώ ίσως και να μην το παραδέχωμαι αυτό· δεν ηξεύρω όμως και καλά καλά τι να αποφασίσω, καθώς μου έχουν γεμίση τα αυτιά ο Θρασύμαχος και χίλιοι άλλοι επαναλαμβάνοντες τα ίδια, ενώ κανένα ακόμη δεν ήκουσα να αναλαμβάνη, καθώς θα ήθελα, την υπεράσπισιν της δικαιοσύνης, διά να αποδείξη ότι είναι προτιμοτέρα της αδικίας· και θα ήθελα να την ήκουα να εγκωμιάζεται διά τον εαυτόν της μόνον· και να σου ειπώ, από σένα είναι που περιμένω ν' ακούσω αυτό το εγκώμιον· διά τούτο και εγώ θέλω να εκταθώ εις τον έπαινον του αδίκου βίου, διά να σου υποδείξω πώς εννοώ και εγώ να ακούσω από σένα την κατηγορίαν μεν της αδικίας, τον πανηγυρικόν δε της δικαιοσύνης. Από σένα τώρα εξαρτάται να συμμορφωθής με την επιθυμίαν μου. — Με όλην μου την ευχαρίστησιν· διότι διά ποιον άλλο πράγμα θα επροτιμούσε ένας άνθρωπος με νουν να ομιλή και να ακούη συχνότερα;
— Πολύ λαμπρά λέγεις. Άκουε λοιπόν τώρα εκείνο το πρώτον που έλεγα πως θα ειπώ, ποία είναι η φύσις και ποία είναι η αρχή της δικαιοσύνης· το να αδική κανείς, λέγουν, είναι καλόν πράγμα, ενώ το να αδικήται είναι κακόν, και μάλιστα πολύ περισσότερον κακόν από ό,τι είναι καλόν το να αδική. Ώστε οι άνθρωποι, αφού εδοκίμασαν και τα δύο αδικούντες και αδικούμενοι μεταξύ των, όσοι δεν είχον την δύναμιν ούτε ν' αποκρούσουν τας αδικίας των άλλων, ούτε οι ίδιοι να αδικούν, εσκέφθησαν ότι τους είναι συμφερώτερον να συμφωνήσουν μεταξύ των μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται· και από τότε άρχισαν να βάζουν νόμους και να κάμνουν συμβάσεις μεταξύ των και ωνόμασαν δίκαιον και νόμιμον εκείνα που διατάσσει ο νόμος· και αυτό είναι η γένεσις και η ουσία της δικαιοσύνης, η οποία είναι το μέσον μεταξύ του καλυτέρου πράγματος, δηλαδή να αδική κανείς ατιμωρητί, και του χειροτέρου, δηλαδή να μην έχη κανείς την δύναμιν να εκδικήται αδικούμενος, το δίκαιον λοιπόν, το οποίον κείται εις το μέσον αμφοτέρων τούτων, τιμάται όχι διότι είναι αγαθόν καθ' εαυτό, αλλά διότι η αδυναμία πολλών να αδικούν το κάμνει να το θεωρούν τοιούτο· διότι ένας που ημπορεί να το κάμνη και είναι άνδρας πραγματικώς, είναι αδύνατον να έλθη με κανένα εις τοιούτον συμβιβασμόν, ώστε μήτε να αδική μήτε να αδικήται· διότι θα ήτο τρέλλα αυτό εκ μέρους του. Αυτή λοιπόν είναι, Σωκράτη, η φύσις της δικαιοσύνης, και αυτά είναι τα στοιχεία από τα οποία, καθώς είπαμεν, προήλθεν.
Και διά να εννοήσωμεν ακόμη καλύτερα, ότι και όσοι εξασκούν την δικαιοσύνην από αδυναμίαν των, επειδή δεν είναι ικανοί να αδικούν, το κάμνουν όχι με ευχαρίστησίν των, ας κάμωμεν την εξής υπόθεσιν: δίδομεν και εις τους δύο, και εις τον δίκαιον και εις τον άδικον, εξουσίαν να κάμουν ό,τι θέλουν, και ημείς τους παρακολουθούμεν διά να ίδωμεν πού θα οδηγήση τον καθένα η επιθυμία του· είναι αδύνατον να μη συλλάβωμεν επ' αυτοφώρω τον δίκαιον να βαδίζη επί τα ίχνη του αδίκου, απ' την φυσικήν πλεονεξίαν την οποίαν επιδιώκει μεν πας άνθρωπος, εξαναγκάζεται όμως διά της βίας του νόμου να σέβεται την ισότητα· και να είναι μάλιστα η εξουσία, που λέγω να τους δώσωμεν, τέτοια, όπως ήτο η δύναμις που έλαβε, λέγουν, μίαν φοράν ο Γύγης ο πρόγονος του Λυδού· διηγούνται δηλαδή ότι αυτός ήτο ποιμήν εις την υπηρεσίαν του τότε βασιλέως της Λυδίας, και ότι μίαν φοράν κατόπιν μεγάλης βροχής και σεισμού, ο οποίος επηκολούθησεν, ερράγισεν η γη και εσχημάτισεν ένα χάσμα εις το μέρος ακριβώς που έβοσκεν· αυτός από περιέργειαν κατέβηκε μέσα, όπου βλέπει, καθώς διηγούνται, και άλλα θαυμαστά πράγματα και ένα χάλκινον ίππον, που είχεν εις τας πλευράς του κάτι παραθυράκια· σκύφτει λοιπόν από αυτά και βλέπει μέσα ένα νεκρόν, καθώς εφαίνετο, αλλά πολύ μεγαλύτερον από τους κοινούς ανθρώπους, και ο οποίος τίποτε άλλο δεν εφορούσε, παρά μόνον ένα χρυσό δακτυλίδι εις το χέρι· του το παίρνει λοιπόν από το δάκτυλον και βγαίνει έξω. Όταν κατόπιν μετά μερικάς ημέρας συνηθροίσθησαν οι ποιμένες, όπως εσυνήθιζαν κάθε μήνα, διά να αναφέρουν εις τον βασιλέα διά την κατάστασιν των ποιμνίων, ήλθε και εκείνος με το δακτυλίδι εις το χέρι· καθώς λοιπόν εκάθητο με τους άλλους έτυχε να στρέψη την πέτραν του δακτυλιδιού από το μέσα μέρος· και αμέσως έγινεν άφαντος εις τους άλλους που ευρίσκοντο εκεί και ήρχισαν να ομιλούν δι' αυτόν ως να είχε φύγη και να μην ήτο εμπρός· εκείνος παρεξενεύθη και ψηλαφητά έστρεψε πάλιν το δακτυλίδι προς το έξω μέρος και αμέσως έγινε φανερός· αφού λοιπόν ενόησε τι συμβαίνει, ηθέλησε να βεβαιωθή με επανειλημμένας δοκιμάς, εάν έχη αυτήν την δύναμιν το δακτυλίδι, όταν το στρέψη προς τα μέσα να χάνεται από τα μάτια των άλλων, και όταν προς τα έξω να παρουσιάζεται πάλιν· αφού το εβεβαιώθη ενήργησε να σταλή και αυτός με τους άλλους ποιμένας οι οποίοι επρόκειτο να δώσουν τους λογαριασμούς εις τον βασιλέα· έρχεται πραγματικώς, κατορθώνει και τα ψήνει με την βασίλισσαν, φονεύουν οι δύο των μαζί τον βασιλέα και λαμβάνει αυτός τον θρόνον.
Εάν λοιπόν υπήρχον δύο τέτοια δακτυλίδια και εφορούσε το ένα ο δίκαιος και το άλλο ο άδικος, κανείς δεν θα ευρίσκετο χαρακτήρος τόσον αδαμαντίνου, ώστε να διατηρηθή εις την δικαιοσύνην και να έχη την γενναιότητα να κρατήση το χέρι του και να μη εγγίση το δίκαιον του άλλου· ενώ θα είχε την εξουσίαν και από την αγοράν να παίρνη χωρίς φόβον ό,τι θα ήθελε και μέσα εις τα ξένα σπίτια να εισέρχεται και να κάνη ό,τι θέλει, και να φονεύη τον ένα, και να λυτρώνη τον άλλον από τα σίδερα και να έχη πραγματικώς ισόθεον δύναμιν μεταξύ των ανθρώπων· και εν γένει τίποτε διαφορετικόν δεν θα έκαμνεν από τον άλλον, τον άδικον, αλλά και οι δύο τον ίδιον δρόμον θα έπαιρναν· τίποτε λοιπόν δεν ημπορούσε να αποδείξη καλύτερα από αυτό το παράδειγμα, ότι κανείς δεν είναι δίκαιος με ευχαρίστησίν του, αλλά από ανάγκην, επειδή δεν είναι πράγμα αγαθόν καθ' εαυτό, και όπου κανείς νομίζει ότι είναι ικανός να αδικήση το κάμνει· διότι πας άνθρωπος πιστεύει, και δικαίως, όπως θα είπουν οι παραδεχόμενοι τον λόγον τούτον, ότι πολύ περισσότερον τον ωφελεί η αδικία από την δικαιοσύνην· και εάν κανείς, όστις θα ελάμβανε τοιαύτην εξουσίαν, δεν θα ήθελέ ποτε να αδικήση μηδέ να βάλη χέρι εις ξένον πράγμα, αθλιώτατος και ανοητότατος θα εθεωρείτο από εκείνους που έχουν κρίσιν· το πολύ, να τον επαινούν εις τα φανερά και να γελούν έτσι ο ένας τον άλλον, από φόβον μήπως αδικηθούν και οι ίδιοι.
Όσον αφορά τώρα τον βίον των δύο τούτων ανθρώπων, διά τους οποίους ομιλούμεν, θα είμεθα εις θέσιν να εκφέρωμεν ορθήν την κρίσιν μας, εάν πάρωμεν και εξετάσωμεν χωριστά ένα δικαιότατον και ένα αδικώτατον· αλλέως, όχι· και πώς θα το κάμωμεν αυτό; ως εξής· τίποτε να μη αφαιρέσωμεν του αδίκου από την αδικίαν του, μήτε του δικαίου από την δικαιοσύνην του, αλλά να λάβωμεν και τον ένα και τον άλλον τέλειον εις το είδος του βίου που ακολουθεί· πρώτον μεν ο άδικος, όπως ένας τελειότατος κυβερνήτης παραδείγματος χάριν ή ένας περιφημότατος ιατρός, ο οποίος μ' ένα βλέμμα αντιλαμβάνεται αμέσως ποία είναι τα δυνατά και ποία είναι τα αδύνατα εις την τέχνην του και εκείνα μεν τα επιχειρίζεται, παραιτείται δε από τα άλλα, ακόμη δε και εάν υποπέση καμμίαν φοράν εις κανένα λάθος, είναι εις θέσιν να το επανορθώση — τοιουτοτρόπως, λέγω, και ο άδικος πρέπει με τόσην δεξιότητα να διεξάγη τας αδίκους επιχειρήσεις του, ώστε να είναι αδύνατον να φωραθή· και εάν αφήση να τον πιάσουν, δεν θα είναι πλέον ο τέλειος άδικος, που τον εδέχθημεν, αλλ' άξιος πάσης περιφρονήσεως· επειδή το άκρον άωτον της αδικίας είναι να θεωρήται κανείς δίκαιος χωρίς να είναι· ας δώσωμεν λοιπόν εις τον τελείως άδικον την τελειοτάτην αδικίαν, και να μην του αφαιρέσωμεν, αλλ' ας του αφήσωμεν ώστε, αν και διαπράττων τας μεγίστας αδικίας, να αποκτήση την μεγίστην υπόληψιν ανθρώπου δικαίου· και αν αποτύχη κάπου, να είναι ικανός να επανορθώση το λάθος του, να έχη δε αρκετήν ευγλωττίαν ώστε να πείθη περί της αθωότητός του τους δικαστάς, αν τύχη και οδηγηθή εμπρός των διά τα αδικήματά του· και ακόμη, αν η χρεία το καλέση, και την βίαν να ημπορέση να μεταχειρισθή, διότι και ο ίδιος θα έχη την τόλμην και την δύναμιν, και φίλους και περιουσίαν θα έχη παρασκευάση.
Τώρα πλάγι εις αυτόν ας θέσωμεν, κατά την υπόθεσίν μας, τον άλλον τον άνθρωπον, τον άκακον και ειλικρινή, ο οποίος, καθώς λέγει και ο Αισχύλος,
θέλει να είναι κι' όχι να θεωρήται ανδρείος.
Ας του αφαιρέσωμεν λοιπόν το να θεωρήται δίκαιος· διότι, αν περνά διά τέτοιος, θα τον φορτώνουν κατά συνέπειαν με δώρα και με τιμάς· και δεν θα είμεθα πλέον βέβαιοι αν θα είναι τοιούτος διά τα δώρα και τας τιμάς, ή από αγάπην της δικαιοσύνης· ας τον απογυμνώσωμεν λοιπόν από όλα τα άλλα εκτός από την δικαιοσύνην και ας τον κάμωμεν να είναι όλως διόλου το αντίθετον από εκείνον τον πρώτον· τοιουτοτρόπως, χωρίς να έχη ποτέ κάμη την παραμικροτέραν αδικίαν, ας θεωρείται πως είναι ο χειρότερος κακούργος, διά να περάση η αρετή του από τας μεγίστας δοκιμασίας δίχως να την επηρεάζη η κακή ιδέα του κόσμου και όσα προέρχονται από αυτήν· και ας μην παρασαλεύση από τον δρόμον του αυτόν μέχρι τάφου, θεωρούμενος καθ' όλην την ζωήν του άδικος, ενώ αυτός ήτο δίκαιος. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον έχοντες υπ' όψιν μας τα δύο αυτά πρότυπα, της τελειοτάτης δικαιοσύνης τον ένα και της τελειοτάτης αδικίας τον άλλον, θα κρίνωμεν τίνος ο βίος είναι ευτυχέστερος.
— Πω; πω; καλέ μου Γλαύκων, με πόσον μεγάλην ακρίβειαν και τέχνην τους καθαρίζεις, ως να ήσαν αγάλματα, και τους δύο από το κάθε τι, διά να υποβληθούν υπό την κρίσιν μας!
— Όσον ημπορώ καλύτερα, είπε· και αφού τους ελάβαμεν τοιούτους, δεν είναι καθόλου δύσκολον, φρονώ, να εκθέσωμεν την ζωήν που περιμένει τον καθένα τους· μόνον σε παρακαλώ, Σωκράτη, αν τα λέγω κάπως χονδρά, μην το παίρνης πως τα λέγω εγώ, αλλά εκείνοι που προτιμούν την αδικίαν από την δικαιοσύνην· και λοιπόν θα ειπούν αυτοί, ότι ο δίκαιός μας θα μαστιγωθή, θα ριφθή εις τα σίδερα, θα τυφλωθή, και τελευταίον, αφού υποστή όλα τα βασανιστήρια, θα ανασκολοπισθή κ' έτσι θα μάθη ότι δεν είναι ανάγκη να θέλη να είναι κανείς δίκαιος, αλλά να θεωρήται τοιούτος· και ο στίχος επομένως του Αισχύλου ορθότερον θα ήτο να εφαρμόζεται διά τον άδικον· ούτος τωόντι, επειδή κυνηγά ένα πράγμα, που έχει αληθινήν υπόστασιν και δεν ζη διά την υπόληψιν του κόσμου, θέλει όχι να θεωρήται άδικος αλλά να είναι τοιούτος,
βαθύ καρπολογόντας μες στο νου του αυλάκι,
που μέσαθέ του οι πάνσοφες βουλές βλασταίνουν.
Και εν πρώτοις, επειδή θα περνά διά δίκαιος, θα έχη τα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, θα παίρνη γυναίκα απ' όποιο σπίτι θέλει, θα αποκαθιστά κατ' αυτόν τον τρόπον και τα παιδιά του, θα γίνεται μέτοχος εις όσας επιχειρήσεις θέλει, και εις όλα αυτά θα βγαίνη πάντα κερδημένος, διότι βέβαια δεν θα δυσκολεύεται διόλου να εκμεταλλεύεται τους άλλους κατά τον αισχρότερον τρόπον και εις δικαστικούς αγώνας αν περιπλεχθή, είτε ιδιωτικούς είτε δημοσίους, θα τα ξεκεφαλώση μια χαρά με ζημίαν των αντιπάλων του και ωφέλειαν ιδικήν του· με την μεγάλην περιουσίαν που θ' αποκτήση αφεύκτως με την αισχροκέρδειάν του, θα είναι εις θέσιν τους φίλους του να ευεργετή, τους εχθρούς του να βλάπτη, μεγαλοπρεπείς θυσίας και πλούσια αφιερώματα να κάμνη εις τους θεούς, και να εξασφαλίζη την εύνοιαν των θεών και όσων ανθρώπων θέλει πολύ ασφαλέστερα και βεβαιότερα παρ' ό,τι ημπορεί να το κάμη ο δίκαιος· ώστε, κατά φυσικόν λόγον, και πολύ θεοφιλέστερος του ανήκει να είναι από τον δίκαιον. Τοιούτος λοιπόν βίος, λέγουν, έχει ετοιμασθή και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων διά τον άδικον, πολύ βέβαια ευτυχέστερος από τον βίον του δικαίου.
Αφού είπεν αυτά ο Γλαύκων, εγώ μεν κάτι είχα εις τον νουν μου να του απαντήσω· αλλά ο αδελφός του ο Αδείμαντος, λαβών τον λόγον, με ηρώτησε· — Νομίζεις, Σωκράτη, να έχη αναπτυχθή επαρκώς το θέμα; — Και διατί όχι; — Εγώ λέγω ότι παρελείφθη ακριβώς το ουσιωδέστερον. — Αι λοιπόν, όπως λέγει και η παροιμία, αδελφός αδελφόν βοηθά· ώστε και συ, αν αυτός παρέλειψε τίποτε, έλα εις βοήθειάν του· αν και αρκούν και όσα είπε να με θέσουν, εμένα, εκτός μάχης και να με καταστήσουν ανίκανον να υπερασπισθώ την δικαιοσύνην. — Άφηνέ τα αυτά, και άκουε τώρα τι θα ειπώ και εγώ· διότι πρέπει να εξετάσωμεν το ζήτημα και από την αντίθετον όψιν του και να ακούσωμεν και τα επιχειρήματα εκείνων, οι οποίοι παίρνουν το μέρος της δικαιοσύνης εναντίον της αδικίας, διά να καταδειχθή, σαφέστερον εκείνο το οποίον μου φαίνεται πως ήθελεν ο Γλαύκων.
Συνιστούν λοιπόν γενικώς και συμβουλεύουν οι πατέρες τα τέκνα των και όλοι όσοι αναλαμβάνουν την φροντίδα της ανατροφής των νέων, ότι πρέπει να είναι κανείς δίκαιος, όχι διότι με αυτό θέλουν να επαινέσουν αυτήν την δικαιοσύνην, αλλά τας ωφελείας που παρέχει· ούτως ώστε, όταν κατορθώση τις να θεωρήται δίκαιος, να αποκτά με αυτήν την υπόληψιν αξιώματα και γάμους και όλα όσα απηρίθμησε προ μικρού ο Γλαύκων ότι κερδίζει ο άδικος· προχωρούν όμως και πάρα πέρα αυτοί, και προσθέτουν τα άφθονα αγαθά τα οποία θα έχουν, εξασφαλίζοντες την ευμένειαν των θεών, όπως λέγει και ο καλός μας Ησίοδος και ο Όμηρος· διότι, κατά τον πρώτον, οι θεοί έκαμαν τις βελανιδιές διά τους δικαίους, διά τους οποίους
έχει η κορφή τους τον καρπό κ' έχει ο κορμός μελίσσια
και μέσα στο παχύ μαλλί πνίγουνται οι προβατίνες,
και άλλα πολλά παρόμοια αγαθά· τα ίδια δε και ο δεύτερος· διότι λέγει διά κάποιον ότι
σαν τον καλό τον βασιλιά που, σα θεός, μοιράζει
τη δικιοσύνη στους λαούς, η παχειά γη του φέρνει
σιτάρι και γεννήματα, πλήθιους καρπούς τα δέντρα,
πάντα φτουρούν οι στάνες του, ψάρια οι γιαλοί του βγάζουν.
Ο δε Μουσαίος και ο υιός του ακόμη γενναιότερα αγαθά υπόσχονται εις τους δικαίους εκ μέρους των θεών· διότι αφού τους οδηγήσουν μετά θάνατον εις τον Άδην, τους παρακαθίζουν εις το συμπόσιον των ευσεβών, το οποίον παρασκευάζουν εκεί, και τους παριστάνουν να περνούν όλον τον καιρόν των πίνοντες και διασκεδάζοντες στεφανωμένοι, ως να ήτο η καλυτέρα αμοιβή διά την αρετήν των η αιωνία μέθη. Άλλοι πάλιν ποιηταί δεν περιορίζουν έως εκεί μόνον τας εκ μέρους των θεών αμοιβάς· διότι λέγουν ότι οι ευσεβείς και οι εύορκοι αφήνουν οπίσω των παιδιά των παιδιών των και γενεάς γενεών· με αυτά και άλλα τοιαύτα εγκωμιάζουν την δικαιοσύνην· τους δε ασεβείς πάλιν και τους αδίκους τους χώνουν εις τον Άδην μέσα εις μίαν λάσπην, ή τους αναγκάζουν να κουβαλλούν νερό με το κόσκινον· και όσον είναι ακόμη εις την ζωήν τους φορτώνουν με όλους τους εξευτελισμούς και τας περιφρονήσεις και τους υποβάλλουν εις όλα τα βασανιστήρια, τα οποία διεξετραγώδησεν ο Γλαύκων ότι υφίστανται εκείνοι, οι οποίοι ενώ είναι δίκαιοι θεωρούνται άδικοι· αυτά λέγουν διά τους αδίκους και άλλα δεν έχουν να προσθέσουν, αυτός δε είναι ο έπαινος και η κατηγορία του δικαίου και του αδίκου.
Εκτός όμως αυτών άκουσε τώρα, Σωκράτη, και ένα άλλο είδος λόγων περί δικαιοσύνης και αδικίας, τους οποίους λέγουν και οι κοινοί άνθρωποι και οι ποιηταί· όλοι δηλαδή με ένα στόμα κηρύττουν ότι είναι μεν ωραίον πράγμα η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, δύσκολον όμως και επίπονον· ενώ η αδικία και η ακολασία είναι μεν ευχάριστα και δεν στοιχίζουν τίποτε να τα αποκτήση κανείς, είναι όμως επονείδιστα μόνον κατά την ιδέαν του κόσμου και επειδή έτσι το θέλει ο νόμος· ότι όμως είναι τα άδικα ωφελιμώτερα από τα δίκαια κανείς, λέγουν, δεν ημπορεί να το αρνηθή· και οι περισσότεροι δεν δυσκολεύονται να μακαρίζουν και να τιμούν και κατ' ιδίαν και δημοσία τους φαύλους εκείνους που έχουν τα πλούτη και την δύναμιν, ενώ απεναντίας ελεεινολογούν και περιφρονούν τους άλλους, όταν τύχη να είναι αδύνατοι και πτωχοί, όσον και αν παραδέχονται πως είναι καλύτεροι από τους αδίκους· αλλ' απ' όλους αυτούς τους λόγους οι πλέον παράξενοι είναι εκείνοι που λέγονται σχετικώς με τους θεούς και με την αρετήν, ότι τάχα και οι ίδιοι οι θεοί παρέχουν πολλάκις όλα τα κακά και τας δυστυχίας της ζωής εις τους εναρέτους ανθρώπους, ενώ εις τους κακούς επιφυλάττουν την εναντίαν μοίραν· αφ' ετέρου πάλιν γόητες και μάντεις, κρούοντες συχνάκις τας θύρας των πλουσίων, τους πείθουν ότι έχουν την δύναμιν, κατά θείαν παραχώρησιν, εάν υπέπεσαν εις καμμίαν αμαρτίαν ή αυτοί και οι πρόγονοί των, να την εξιλεώνουν με θυσίας και με διαβάσματα, με τελετάς και άλλα τοιαύτα· και αν θέλουν να βλάψουν κανένα εχθρόν των, δίκαιον ή άδικον αδιάφορον, με μικράν δαπάνην ημπορούν να το επιτύχουν, διότι αυτοί με μαγικούς εξορκισμούς και με άλλας μαγγανείας καταφέρνουν ώστε να τους εξυπηρετούν οι θεοί· όλων δε αυτών των λόγων μάρτυρας φέρουν πάλιν τους ποιητάς, διά να αποδείξουν μεν πόσον εύκολον πράγμα είναι η κακία,
γιατί μπορείς με το σακκί να πάρης την κακία
εύκολα· ίσια η στράτα της, δεν καίγεται δι' αλάργου
μα μπρος στην αρετή οι θεοί έχουν ιδρώτα βάλη
και ένα δρόμον μακρόν και ανηφορικόν· άλλοι δε φέρουν μάρτυρα τον Όμηρον, ότι ημπορούν οι άνθρωποι να στρέψουν με το θέλημά των τους θεούς, διότι και εκείνος είπεν ότι
και των θεών γυρνάει η γνώμη,
κι αυτούς μπορούν με προσευχές και ευπρόσδεκτες θυσίες
με κνίσσα και με τις σπονδές οι άνθρωποι να λυγίζουν
παρακαλόντας, αν κανείς καμμιά αμαρτία κάμη.
Ακόμη δε παρουσιάζουν ένα σωρόν βιβλία του Μουσαίου και του Ορφέως — οι οποίοι, λέγουν, ότι κατάγονται από τας Μούσας και από την Σελήνην — που περιέχουν τας ιεροτελεστίας αυτών των θυσιών, και πείθουν όχι μόνον τους ιδιώτας αλλά και ολοκλήρους πόλεις ακόμη ότι με θυσίας και με τερπνά παιγνίδια ημπορούν να επιτύχουν τον εξαγνισμόν και την άφεσιν των αμαρτημάτων όχι μόνον των ζωντανών αλλά και των αποθαμμένων· ονομάζουν δε τελετάς όλα αυτά τα μέσα με τα οποία μας απαλλάττουν από τα βασανιστήρια του άλλου κόσμου, που δεν θα τα διαφύγουν όσοι τας παραμελούν.
Όλα λοιπόν αυτά, αγαπητέ μου Σωκράτη, τα οποία λέγονται περί της αρετής και της κακίας και περί της ιδέας την οποίαν έχουν δι' αυτά οι θεοί και οι άνθρωποι, ποίαν εντύπωσιν νομίζεις ότι θα έχουν επί της ψυχής των νέων, όσοι εκ φύσεως είναι πεπροικισμένοι με την ικανότητα να ημπορούν να εξάγουν συμπεράσματα εξ όσων ακούουν, εν σχέσει με αυτό το ζήτημα; οποίος τις πρέπει να είναι ο άνθρωπος και ποίαν οδόν να ακολουθήση διά να είναι ευτυχής εις την ζωήν του; Δεν είναι πιθανόν ότι θα ειπή προς τον εαυτόν του εκείνο που λέγει ο Πίνδαρος;
Ποίο δρόμο νακλουθήσω
για νανεβώ στον πύργο ψηλά και πιο ψηλά;
της δικιοσύνης τον ίσιο
ή τη λοξή γυροβολιά;
και αφού ανεβώ και κλεισθώ εκεί μέσα να διέλθω ασφαλής την ζωήν μου; διότι απ' όλα όσα ακούω να λέγουν, τίποτε δεν θα με ωφελήση να είμαι δίκαιος, αν δεν θεωρούμαι και τοιούτος, ζημίας δε μόνον και βάσανα φανερά θα έχω· επειδή λοιπόν αρκεί να θεωρήται μόνον κανείς δίκαιος, όπως με διαβεβαιούν οι σοφοί, και αυτό είναι ανώτερον από την αλήθειαν και το μόνον που δίδει εις τον άνθρωπον την ευτυχίαν, προς αυτό λοιπόν και εγώ θα στραφώ εξ ολοκλήρου· θα περιβληθώ λοιπόν ολόγυρα μου με όλα τα προσχήματα και την επίφασιν της αρετής και θα σέρνω από πίσω μου την πονηράν εκείνην και πανούργον αλώπεκα, που λέγει ο σοφώτατος Αρχίλοχος· θα μου ειπή ίσως κάποιος, ότι δεν είναι εύκολον να είναι κανείς πάντα κακός χωρίς να τον πάρουν είδησιν· ναι, αλλά και όλα τα μεγάλα πράγματα έχουν τας δυσκολίας των, θα του απαντήσωμεν· και ό,τι και αν είναι, αν θέλωμεν να ευτυχήσωμεν, ας πάρωμεν αυτόν τον δρόμον, του οποίου τα ίχνη τα χαράζουν αυτοί οι λόγοι που ακούομεν· άλλως τε, διά να μείνωμεν ασύλληπτοι, θα συγκεντρώσωμεν γύρω μας συντρόφους και συνενόχους, υπάρχουν δε και διδάσκαλοι να μας μάθουν πώς να εξαπατώμεν και τα πλήθη και τους δικαστάς με την τέχνην της ρητορικής, και τοιουτοτρόπως, άλλοτε με την απάτην, άλλοτε με την βίαν, θα κατορθώνωμεν να μένωμεν ατιμώρητοι διά τα αδικήματά μας· ναι, τους θεούς όμως δεν ημπορούμεν ούτε να τους διαφύγωμεν ούτε να τους εκβιάσωμεν· αλλ' αν δεν υπάρχουν θεοί, ή εάν δεν εν διαφέρωνται διόλου διά τους ανθρώπους, τι μας μέλει και ημάς αν μας νοιώσουν ή δεν μας νοιώσουν; εάν πάλιν υπάρχουν και ενδιαφέρωνται, γνωρίζομεν την ύπαρξίν των εξ ακοής και από τους λόγους των ποιητών, οι οποίοι μας έκαμαν και την γενεαλογίαν των· αλλ' οι ίδιοι πάλιν οι ποιηταί μας διδάσκουν, ότι τους θεούς ημπορούμεν να τους εξιλεώσωμεν και να εξευμενίσωμεν την οργήν των με θυσίας και με ευπρόσδεκτα ταξίματα και με προσευχάς· ή λοιπόν πρέπει να τους πιστεύσωμεν εις όλα όσα λέγουν, ή εις τίποτε από αυτά· και αν επομένως τους πιστεύσωμεν, ας είμεθα άδικοι· δεν έχομεν παρά να προσφέρωμεν θυσίας και εις τους θεούς από τους καρπούς της αδικίας μας· είναι αληθές ότι, αν είμεθα δίκαιοι, δεν έχομεν να φοβώμεθα τίποτε εκ μέρους των θεών, θα απαρνηθώμεν όμως συγχρόνως και όλα τα κέρδη που προέρχονται από την αδικίαν· ενώ, εάν είμεθα άδικοι, πρώτον δεν θα χάσωμεν αυτά τα κέρδη, έπειτα εξαγοράζοντες τα κρίματά μας με προσευχάς και θυσίας, θα την περάσωμεν ατιμώρητοι· ναι, αλλά θα πληρώσωμεν εις τον Άδην, ή ημείς οι ίδιοι ή τα τέκνα μας, όσας αμαρτίας εκάμαμεν εις αυτήν την ζωήν· υπάρχουν όμως πάλιν οι εξαγνισμοί και αι τελεταί, που έχουν μεγάλην δύναμιν διά τους θεούς του κάτω κόσμου, όπως το παραδέχονται και ολόκληροι πόλεις και όπως το διακηρύττουν οι ποιηταί, οι οποίοι είναι τέκνα και προφήται συγχρόνως των θεών. Με ποίαν λοιπόν λογικήν θα ημπορούσαμεν πλέον να προτιμήσωμεν την δικαιοσύνην από την μεγίστην αδικίαν, την οποίαν εάν περικαλύψωμεν εύμορφα με το κίβδηλον πρόσχημα της αρετής, όλα θα μας έρχονται κατ' ευχήν και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων και εις αυτήν την ζωήν και εις την άλλην, κατά την κοινήν ομολογίαν και των πολλών και των σοφών;
Από όλα λοιπόν όσα είπαμεν, πώς ημπορεί ποτε, Σωκράτη, να προτιμήση την δικαιοσύνην ένας άνθρωπος με ανώτερα ψυχικά και σωματικά προτερήματα, με καταγωγήν, με περιουσίαν, και να μην την περιγελά απεναντίας όταν ακούη να την εγκωμιάζουν, αφού μάλιστα, και αν ημπορή ακόμη να αποδείξη κανείς ότι όλα αυτά που είπαμε είναι ψεύματα, και είναι τελείως πεπεισμένος ότι η δικαιοσύνη είναι το καλύτερον πράγμα, πάλιν δεν ημπορεί παρά να είναι συγκαταβατικός προς τους αδίκους και να τους συγχωρή εν μέρει· διότι γνωρίζει ότι, εκτός ίσως εκείνων οίτινες προικισθέντες με εξαιρετικήν τινα και θείαν φύσιν ή γνώσιν αποτροπιάζονται την αδικίαν, κανείς άλλος δεν είναι δίκαιος εκουσίως, αλλά είτε από ανανδρίαν είτε από γηρατειά είτε από άλλην καμμίαν αδυναμίαν κατηγορεί την αδικίαν, επειδή δεν ημπορεί, ο ίδιος να αδικήση· και ιδού η απόδειξις· ο πρώτος από αυτούς που θα ελάμβανε την δύναμιν, αμέσως θα τον έβλεπες να αδική, όσον θα του επερνούσε.
Και όλων αυτών καμμία άλλη αιτία δεν είναι, παρά εκείνη ακριβώς από την οποίαν ωρμήθη και η συζήτησίς μας, του Γλαύκωνος και εμού, μαζί σου· ότι δηλαδή κανείς από σας που παρουσιάζεσθε εξυμνηταί της δικαιοσύνης, αν αρχίσωμεν από τους παλαιοτάτους ήρωας, των οποίων λόγοι έχουν διασωθή εις την μνήμην των ανθρώπων, έως σήμερα, κανείς, λέγω, δεν κατηγόρησε την αδικίαν ούτε εγκωμίασε την δικαιοσύνην αλλέως πως παρά διά τας δόξας και τας τιμάς και τας αμοιβάς αυτών. Κανείς όμως έως τώρα δεν εξήτασε την δικαιοσύνην και την αδικίαν όπως ενυπάρχουν καθ' εαυτάς εις την ψυχήν των ανθρώπων και με την ιδιαιτέραν των εκείνην ουσίαν την άγνωστον και εις τους θεούς και εις τους ανθρώπους, και κανείς ακόμη δεν επραγματεύθη επαρκώς είτε διά της ποιήσεως είτε εν πεζώ λόγω, ότι η μεν δικαιοσύνη είναι το μέγιστον αγαθόν απ' όσα έχει μέσα της η ψυχή, η δε αδικία το μέγιστον κακόν. Διότι αν το εκάμνετε αυτό απ' αρχής και μας επείθετε από νεαράς ηλικίας, δεν θα ήτο ανάγκη να φυλάττη ο ένας τον άλλον μήπως αδικήση, αλλ' έκαστος θα ήτο φύλαξ του εαυτού του, διότι θα εφοβείτο να τρέφη μέσα εις την ψυχήν του το μέγιστον αυτό κακόν, την αδικίαν.
Ταύτα και άλλα ίσως περισσότερα απ' αυτά θα είχαν να λέγουν ο Θρασύμαχος, και όποιος άλλος, περί της δικαιοσύνης και της αδικίας, συγχέοντες βέβαια, καθώς μου φαίνεται, ολίγον βεβιασμένως την φύσιν της μιας και της άλλης. Εγώ όμως, και δεν έχω καμμίαν ανάγκην να σου το κρύψω, δι' αυτό ακριβώς εξέτεινα τόσον πολύ τον λόγον μου, διότι επιθυμώ να ακούσω εσένα, πώς θα τα αντικρούσης όλα αυτά· μη περιορισθής λοιπόν μόνον να μας αποδείξης ότι η δικαιοσύνη είναι προτιμοτέρα της αδικίας, αλλά να μας εξηγήσης πώς ενεργεί καθ' εαυτήν επί της ψυχής του ανθρώπου, ώστε να είναι αγαθόν η μία και κακόν η άλλη· θα αφαιρέσης, εννοείται, τα φαινόμενα και το τι φρονεί ο ένας και ο άλλος, όπως το εσύστησε και ο Γλαύκων διότι αν δεν αφαιρέσης μεν έστω και τα αληθή, και δεν προσθέσης απεναντίας τα ψευδή, θα είπωμεν ότι δεν επαινείς την δικαιοσύνην, ούτε ότι κατηγορής την αδικίαν, αλλ' εκείνο το οποίον θεωρείται δικαιοσύνη και αδικία· και ότι μας επιτρέπεις επομένως να αδικούμεν, φθάνει μόνον να μη μας παίρνουν είδησιν και ότι εις το τέλος είσαι σύμφωνος με τον Θρασύμαχον, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι αγαθόν δι' εκείνον που την έχει, αλλά είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου, ενώ απεναντίας η αδικία είναι πράγμα ωφέλιμον και συμφέρον δι' εαυτήν, μόνον δε διά τον ασθενέστερον ασύμφορον. Αφού λοιπόν παρεδεχθής ότι η δικαιοσύνη είναι από τα μέγιστα αγαθά, τα οποία αξίζει να αποκτά κανείς διά τα αποτελέσματά των, αλλά και πολύ περισσότερον δι' αυτά τα ίδια, όπως είναι η όρασις, η ακοή, η φρόνησις, η υγιεία και όσα άλλα αγαθά είναι γόνιμα απ' αυτήν την φύσιν των και όχι διότι τα θεωρούν τοιαύτα οι άνθρωποι, εγκωμίασε λοιπόν την δικαιοσύνην διά την ωφέλειαν την οποίαν παρέχει αυτή καθ' εαυτήν εις τον άνθρωπον και κατηγόρησε την αδικίαν διά την βλάβην της. Τας δε ανταμοιβάς και τας ιδέας του κόσμου περί αυτών, άφες άλλους να τα επαινούν, επειδή εγώ θα ημπορούσα να ανεχθώ κάθε άλλον να εγκωμιάζη κατ' αυτόν τον τρόπον την δικαιοσύνην και να κατηγορή την αδικίαν από τα εξωτερικά των αυτά αποτελέσματα, όχι όμως και σένα — εκτός αν μου το διέτασσες — αφού εσύ επέρασες όλην την ζωήν αποκλειστικώς με αυτήν την μελέτην και την εξέτασιν. Ώστε, μη μας αποδείξης μόνον ότι η δικαιοσύνη είναι προτιμοτέρα από την αδικίαν, αλλά και πώς επενεργεί καθ' εαυτήν επί του ανθρώπου, ώστε να είναι αγαθόν πράγμα η μία, και κακόν η άλλη.
Πάντοτε μεν είχα εξαιρετικήν συμπάθειαν εις τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντον διά τα καλά φυσικά των· τώρα όμως, που ήκουσα αυτά, κατεγοητεύθην τελείως και είπα· — Δεν είχε άδικον, τέκνα εκείνου του πατρός, ο ποιητής ο φίλος του Γλαύκωνος, ο οποίος ήρχισεν ως εξής την ελεγείαν που σας έκαμεν ότε ηνδραγαθήσατε εις την μάχην των Μεγάρων:
Τέκνα του Αρίστωνος, πατρός ενδόξου θείον γένος·
και πολύ σωστά μου φαίνεται πως το είπε· διότι θα έχετε πράγματι κάτι τι το θείον μέσα σας, διά να μη παραδέχεσθε ότι είναι καλύτερον πράγμα από την δικαιοσύνην η αδικία, ενώ έχετε την δύναμιν να αναλαμβάνετε κατ' αυτόν τον τρόπον την συνηγορίαν της· και αληθινά μου φαίνεται ότι δεν το παραδέχεσθε· και το συμπεραίνω από όλην την άλλην διαγωγήν σας, διότι από αυτούς τουλάχιστον τους λόγους που είπετε θα είναι το δικαίωμα να απιστώ· αλλ' όσον μάλλον το πιστεύω, τόσον και εις μεγαλυτέραν αμηχανίαν ευρίσκομαι, πώς να κάμω· αφ' ενός, δεν γνωρίζω τώρα πώς να αναλάβω την υπεράσπισιν της δικαιοσύνης και ομολογώ ότι δεν αισθάνομαι επαρκείς τας δυνάμεις μου προς τούτο· και απόδειξις, ότι δεν σας ικανοποίησαν εσάς τα επιχειρήματα με τα οποία ενόμιζα πως απέδειξα εις τον Θρασύμαχον ότι είναι καλύτερον πράγμα η δικαιοσύνη από την αδικίαν· αφ' ετέρου όμως, πώς να αφήσω πάλιν αβοήθητον και ανυπεράσπιστον την δικαιοσύνην; διότι φοβούμαι μήπως είναι και ασέβεια εκ μέρους μου, να τύχω εμπρός να κατηγορούν την δικαιοσύνην και να αποδειλιάσω να αναλάβω την υπεράσπισίν της, ενώ έχω ακόμη μέσα μου πνοήν και ημπορώ να ομιλήσω^ το καλύτερον λοιπόν είναι να το επιχειρήσω όπως ημπορώ.
Και πράγματι ο Γλαύκων και οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των διά να αναλάβω με όλην μου την δύναμιν την υπεράσπισίν της και να μη παραιτήσω την συζήτησιν, αλλά να διευκρινήσωμεν μαζί ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης και αδικίας και ποία είναι η αλήθεια όσον αφορά τας ωφελείας που αποδίδουν εις την μίαν και εις την άλλην.
Τους είπα λοιπόν: — Μου φαίνεται ότι το ζήτημα περί ου πρόκειται δεν είναι του τυχόντος, αλλ' απαιτεί εξαιρετικήν οξυδέρκειαν πνεύματος, κατά την ιδέαν μου· επειδή λοιπόν ημείς δεν είμεθα τοιούτοι, μου φαίνεται ότι ημπορούμεν να κάμωμεν το εξής εις αυτήν την εξέτασιν: εάν κανείς έδιδεν εις ανθρώπους μη έχοντας πολύ ισχυράν όρασιν να αναγνώσουν από μακράν γράμματα πολύ μικρά, και έπειτα κάποιος από αυτούς ανεκάλυπτεν ότι τα ίδια γράμματα ευρίσκοντο και κάπου αλλού με μεγαλυτέρους χαρακτήρας, νομίζω ότι θα τους εφαίνετο εύρημα, αφού αναγνώσουν πρώτον εκείνα, να προσπαθήσουν τότε να αναγνώσουν και τα μικρότερα, αφού έτυχε να είναι τα ίδια. — Πολύ σωστά, απήντησεν ο Αδείμαντος· αλλά τι σχέσιν έχει αυτό με το ζήτημά μας; — Θα σου το ειπώ· δεν λέγομεν ότι υπάρχει δικαιοσύνη ενός ανθρώπου, και δικαιοσύνη ολοκλήρου πόλεως; — Μάλιστα. — Και μία πόλις δεν είναι μεγαλύτερον πράγμα από ένα άνθρωπον; — Είναι. — Ίσως λοιπόν να υπάρχη και περισσοτέρα δικαιοσύνη εις το μεγαλύτερον και επομένως να είναι ευκολώτερον να μελετηθή εις αυτό· εάν λοιπόν θέλετε, λέγω να εξετάσωμεν πρώτον εις τας πόλεις ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης· και έπειτα μεταβαίνομεν και εις ένα έκαστον άτομον, εξετάζοντες το όμοιόν πράγμα του μεγαλυτέρου και εις την περιοχήν του μικροτέρου. — Πολύ ορθά μου φαίνεται να το λέγης. — Εάν τώρα φαντασθώμεν μίαν πόλιν εν τω γίγνεσθαι, δεν θα ημπορέσωμεν να παρακολουθήσωμεν και την γένεσιν εν αυτή της δικαιοσύνης και της αδικίας; — Υποθέτω. — Και θα υπήρχε τότε ελπίς να εύρωμεν ευκολώτερον εκείνο που ζητούμεν. — Βεβαιότατα. — Τι λέγετε λοιπόν; δοκιμάζομεν να βγάλωμε πέρα την επιχείρησιν; διότι μου φαίνεται πως δεν είναι μικρόν έργον αυτό· αποφασίσατε λοιπόν. — Απεφασίσθη, είπεν ο Αδείμαντος, και λοιπόν, εμπρός.
— Η πόλις, κατά την ιδέαν μου, εγεννήθη από την αδυναμίαν, εις την οποίαν ευρίσκεται ο άνθρωπος να επαρκέση μόνος του εις τας πολυειδείς αυτού ανάγκας· ή νομίζεις ότι άλλη υπήρξεν η αρχή της κοινωνίας; — Καμμία άλλη. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν, επειδή η ανάγκη ενός πράγματος υπεχρέωνε τον ένα να καταφύγη εις την συνδρομήν ενός άλλου, και τον άλλον εις την βοήθειαν ενός τρίτου, αι πολλαί αύται ανάγκαι ήνωσαν πολλούς εις ένα κοινόν συνοικισμόν, διά να αλληλοβοηθούνται· και αυτόν τον συνοικισμόν τον ωνομάσαμεν πόλιν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ο ένας λοιπόν μεταδίδει εις τον άλλον, ό,τι είναι εκείνο, και παίρνει πάλιν από αυτόν άλλο πράγμα, επειδή βέβαια πιστεύει ότι είναι διά το καλόν του αυτό που γίνεται. — Εννοείται. — Ας ανιδρύσωμεν λοιπόν εξ αρχής διά της φαντασίας μας την πόλιν· θα την ανιδρύσουν δε, καθώς λέγομεν, αι ανάγκαι μας. — Αναμφιβόλως. — Αλλά η πρωτίστη και η μεγίστη ανάγκη μας είναι βέβαια η της τροφής, από την οποίαν εξαρτάται η ζωή μας και η ύπαρξίς μας. — Μάλιστα. — Δευτέρα η ανάγκη της κατοικίας, τρίτη της ενδυμασίας και τα τοιαύτα. — Πράγματι. — Ας ίδωμεν λοιπόν, πώς θα επαρκέση η πόλις εις την πλήρωσιν τόσων αναγκών^ δεν θα χρειασθή ένας να είναι γεωργός, άλλος οικοδόμος, και ένας τρίτος υφαντής; δεν θα προσθέσωμεν και ένα υποδηματοποιόν, ή και κάποιον άλλον ακόμη διά τας τοιαύτας ανάγκας του σώματος; — Βεβαίως.
— Ώστε λοιπόν απαραιτήτως η πόλις πρέπει να αποτελεσθή από τέσσαρας ή πέντε ανθρώπους. — Φαίνεται. — Αλλά πώς; έκαστος εξ αυτών πρέπει να καταθέτη την εργασίαν του εις το μέσον προς κοινήν χρήσιν όλων; ο γεωργός παραδείγματος χάριν, να παρασκευάζη, ένας αυτός, την τροφήν διά τέσσαρας και να εξοδεύη τετραπλάσιον χρόνον και κόπον διά τους άλλους; ή αντί να φροντίζη και δι' αυτούς, να χρησιμοποιή το τέταρτον μόνον του χρόνου διά την παρασκευήν της ιδικής του τροφής, τα δε άλλα τρία τέταρτα διά να κτίση την οικίαν του, να κατασκευάση τα ενδύματά του και τα υποδήματά του, και τοιουτοτρόπως χωρίς να σκοτίζεται με τας υποθέσεις των άλλων να απασχολήται μόνος του και αποκλειστικώς με τας ιδικάς του; Και ο Αδείμαντος είπε: — Αλλά νομίζω ότι θα ήτο ευκολώτερον το πρώτον. — Και μα την αλήθειαν δεν θα έχης άδικον διότι μου έρχεται και εμένα εις τον νουν τώρα, ότι δεν είναι πάρα πολύ εκ φύσεως όμοιος ο ένας με τον άλλον, αλλ' ο καθείς έχει και διαφορετικήν ιδιοφυίαν δι' ωρισμένον έργον^ ή δεν το παραδέχεσαι και συ; — Πώς; — Και τι θα ήτο καλύτερον, όταν ένας άνθρωπος θα έκαμνε πολλάς εργασίας, ή όταν περιωρίζετο εις μίαν μόνην; — Όταν μίαν μόνην. — Αλλ' ακόμη και τούτο είναι φανερόν, ότι αν μίαν εργασίαν παραλείψης να την κάμης εις τον καιρόν της, πάει χαμένη. — Πραγματικώς. — Διότι ποτέ μία εργασία δεν ημπορεί να περιμένη την διάθεσιν και την ευκαιρίαν του εργάτου, αλλ' αυτός πρέπει να κυνηγά και να συμμορφώνεται με όλας τας απαιτήσεις του έργου. — Κατ' ανάγκην. — Εξ ου έπεται, ότι και περισσοτέρα εργασία και καλυτέρα αλλά και ευκολωτέρα γίνεται, όταν ένας μόνος περιορίζεται αποκλειστικώς εις ένα έργον, διά το οποίον έχει και ιδιοφυίαν και το κάμνει εις τον καιρόν που χρειάζεται, χωρίς από τίποτε άλλο να απασχολήται. — Ουδεμία αμφιβολία, δύναται να υπάρχη.
— Περισσοτέρους λοιπόν πολίτας χρειαζόμεθα, Αδείμαντε, από τους τέσσαρας διά τας ανάγκας που ελέγαμεν^ διότι ο γεωργός δεν θα κατασκευάση βέβαια μόνος του το άροτρόν του, αν πρόκειται να αξίζη τίποτε, ούτε την δίκελλάν του, ουδέ τα άλλα γεωργικά του εργαλεία· το ίδιον και τα τόσα που χρειάζεται ο οικοδόμος, το ίδιον και ο υφαντής και ο υποδηματοποιός. — Βεβαίως. — Ιδού λοιπόν και ξυλουργοί και σιδηρουργοί και πολλοί άλλοι τοιούτοι τεχνίται, οι οποίοι κατ' ανάγκην προσλαμβανόμενοι εις την μικράν μας πόλιν, θα αυξήσουν τον αριθμόν των ανθρώπων της. — Εννοείται. — Αλλά δεν θα είναι δα και μεγάλη η αύξησις, αν επροσθέταμεν ακόμη και βουκόλους και ποιμένας και βοσκούς κάθε είδους, διά να έχουν και οι γεωργοί βώδια να αροτριούν, και οι οικοδόμοι φορτηγά ζώα προς μεταφοράν του υλικού, και οι υφανταί και οι υποδηματοποιοί μαλλιά και δέρματα. — Δεν θα ήτο βέβαια, είπεν εκείνος, μικρά πλέον η πόλις, που θα είχεν όλα αυτά.
— Ναι, αλλά σκέψου, ότι θα ήτο αδύνατον σχεδόν να κτίσωμεν πόλιν εις ένα μέρος τοιούτον, ώστε να μη έχη ανάγκην εισαγωγής έξωθεν κανενός πράγματος. — Πράγματι είναι αδύνατον. — Ώστε θα χρειασθή και άλλους ακόμη, διά να κομίζουν από άλλα μέρη όσα της αναγκαιούν. — θα χρειασθή. — Αν όμως αυτός που πρόκειται να εξυπηρετήση την ανάγκην ταύτην έλθη με άδεια χέρια, χωρίς να φέρη τίποτε απ' όσα χριάζονται, και με άδεια χέρια θα επανέλθη εις εκείνους, από τους οποίους προμηθεύονται τα αναγκαιούντα· ή όχι; — Έτσι φαίνεται. — Πρέπει λοιπόν εκάστη πόλις να μη παρασκευάζη μόνον όσα θα επαρκούν δα τας ιδικάς της ανάγκας, αλλά και όσα χρειάζονται εις εκείνους, που έχει και αυτή την ανάγκην των. — Βεβαίως πρέπει. — Ώστε θα χρειασθούμεν επομένως διά την πόλιν μας μεγαλύτερον αριθμόν γεωργών και των άλλων εν γένει τεχνιτών. — Μεγαλύτερον βέβαια. — Θα χρειασθούμεν ακόμη και περισσοτέρους από εκείνους που θα αναλάβουν την εισαγωγήν και την εξαγωγήν κάθε πράγματος· και είναι αυτοί που ονομάζομεν εμπόρους· ή όχι; — θα χρειασθούμεν βέβαια, και από αυτούς περισσοτέρους. — Εάν δε προσέτι το εμπόριον διεξάγεται κατά θάλασσαν, θα χρειασθούμεν και ένα σωρόν άλλους, που να γνωρίζουν από την εργασίαν της θαλάσσης. — Πραγματικώς, ένα σωρόν.
— Αλλά και εντός αυτής της πόλεως, πώς θα ανταλλάσσουν μεταξύ των τα προϊόντα της εργασίας των; το οποίον ακριβώς είναι και ο κυριώτατος λόγος διά τον οποίον προέβημεν εις την σύστασιν της κοινωνίας, της αποτελούσης την πόλιν. — Αγοράζοντες βεβαίως και πωλούντες αυτά αναμεταξύ των. — Ώστε θα χρειασθούμεν ακόμη και μίαν αγοράν και νόμισμα, ως σύμβολον αξίας των ανταλλασσομένων πραγμάτων. — Αναμφιβόλως.
— Αλλ' αν ο γεωργός, ή και από τους άλλους τεχνίτας κανείς, φέρη εις την αγοράν τα προϊόντα της εργασίας του όχι εις τον κατάλληλον καιρόν που τα χρειάζονται όσοι θέλουν να τ' ανταλλάξουν με τα ιδικά των, θα διακόψη τάχα την τέχνην του και θα καθίση αργός εις την αγοράν; — Καθόλου, διότι υπάρχουν άλλοι οι οποίοι, βλέποντες το άτοπον τούτο, ανέλαβαν να εξυπηρετήσουν αυτήν την ανάγκην και αυτοί, εις τας πόλεις τας καλώς διωργανωμένας είναι οι ασθενέστεροι σωματικώς και ανίκανοι δι' άλλην εργασίαν· μένουν λοιπόν κατ' ανάγκην εις την αγοράν και από άλλους μεν αγοράζουν με χρήματα ό,τι έχουν προς πώλησιν, εις άλλους δε πάλιν πωλούν ό,τι τους χρειάζεται. — Αυτός πράγματι ο λόγος, είπα εγώ, εδημιούργησε την ανάγκην των μεταπωλητών εις τας πόλεις· ή μήπως δεν είναι αυτό το όνομα που δίδομεν εις εκείνους που μένουν επί τόπου και εξυπηρετούν την αγοροπωλησίαν, κατ' αντίθεσιν εκείνων που γυρίζουν από πόλιν εις πόλιν και τους ονομάζομεν εμπόρους; — Μάλιστα — Ακόμη δε υπάρχουν και άλλοι, μου φαίνεται, οι οποίοι δεν είναι πολύ χρήσιμοι διανοητικώς εις την κοινωνίαν, αλλ' οι οποίοι με το σώμα των είναι ικανοί διά τους βαρυτέρους κόπους· πωλούν λοιπόν εις τους άλλους, που την χρειάζονται, αυτήν την δύναμίν των και λαμβάνουν απέναντι μισθόν, καθώς τον λέγουν, και ονομάζονται διά τούτο μισθωτοί· ή όχι; — Βεβαιότατα. — Είναι λοιπόν συμπλήρωμα της πόλεως και οι μισθωτοί. — Μου φαίνεται. — Τώρα λοιπόν, Αδείμαντε, έλαβεν αρκετήν αύξησιν η πόλις μας, ώστε να θεωρηθή τελεία; — Ίσως. — Και πού τάχα να υπάρχη μέσα εις αυτήν η δικαιοσύνη και η αδικία; και με τι άραγε από αυτά που ανεφέραμεν να εγεννήθη μαζί; — Εγώ αλήθεια δεν το βλέπω, Σωκράτη, εκτός αν ίσως με καμμίαν από αυτάς τας αμοιβαίας ανάγκας που έχουν οι πολίται. — Πιθανόν να έχης δίκαιον^ και πρέπει να το εξετάσωμεν δίχως άλλο· και πρώτον ας ίδωμεν κατά ποίον τρόπον θα ζουν αυτοί που τους ελάβαμεν ως κατοίκους της πόλεώς μας. Τι άλλο βέβαια θα έχουν να κάμνουν παρά να φροντίζουν να έχουν την τροφήν των, το κρασί των, τα φορέματα, τα υποδήματα, και μίαν κατοικίαν; και το μεν θέρος, θα εργάζωνται σχεδόν γυμνοί και ανυπόδητοι, τον δε χειμώνα καλά φορεμένοι και υποδημένοι· θα τρέφωνται με άλευρα κριθής και σίτου, από τα οποία θα ζυμώνουν και θα πλάθουν της καρδιάς των ψωμιά και πήττες· θα τα απλώνουν εμπρός των επάνω εις κλαδιά και καθαρά φύλλα και ξαπλωμένοι σε στρωμένες στοίβες από σμιλακιά και μερσίνες, θα χορταίνουν και αυτοί και τα παιδιά των· θα πίνουν αποπάνω και το κρασάκι των και με στεφάνια εις την κεφαλήν θα ψάλλουν ύμνους εις τους θεούς και θα περνούν ευχάριστα μεταξύ των· παιδιά θα αποκτούν όσα τους επιτρέπει η περιουσία των, από φόβον της φτώχειας ή του πολέμου.
— Ναι, αλλά μου φαίνεται, διέκοψεν ο Γλαύκων, ότι τους έκαμες να τρώγουν το ψωμί των δίχως προσφάγι. — Αλήθεια, είπον, ελησμόνησα ότι θα έχουν προσφάγι, άλας δηλαδή και ελιές και τυρί και βολβούς και λάχανα και τα άλλα αυτά που βγαίνουν εις τους αγρούς. Θα τους παραθέσωμεν ακόμη και τα επιδόρπιά των, σύκα και ροβίθια και κουκιά, και κάστανα (2)· να τα σιγοψήνουν κοντά στη φωτιά, διά να τραυούν και από καμμιά· και κατ' αυτόν τον τρόπον αφού περάσουν την ζωήν των, με ειρήνην και υγείαν, και αποθάνουν, φυσικά, εις βαθύ γήρας, θα αφήσουν κληρονομίαν εις τα τέκνα των ένα παρόμοιον βίον.
— Και αν κατεσκεύαζες, Σωκράτη, μίαν πόλιν χοίρων, πώς αλλέως θα τους έβαζες να τρώγουν, παρά όπως είπες; — Αλλά πώς έπρεπε λοιπόν, Γλαύκων; — Όπως τώρα συνηθίζεται· εάν ήθελες να μη ταλαιπωρούνται, έπρεπε να τους κάμης να δειπνούν επάνω εις τραπέζια εξαπλωμένοι εις κλίνας, και να τους παραθέσης όσα προσφάγια και επιδόρπια μεταχειριζόμεθα σήμερα. — Α, καλά, ενόησα· δεν εξετάζομεν, φαίνεται, απλώς πώς γεννάται μία πόλις, αλλά την θέλομεν να πλέη και μέσα εις την καλοπέρασιν· ίσως να μην είναι άσχημα κ' έτσι· ίσως μέσα εις μίαν τοιαύτην πόλιν να ημπορέσωμεν να ίδωμεν πώς και πόθεν ξεφυτρώνει η δικαιοσύνη και η αδικία εις τας πόλεις· όπως και αν έχη το πράγμα, μου φαίνεται ότι η αληθινή πόλις είναι αυτή που επεριγράψαμεν πριν, διότι είναι η υγιής· αλλά αν θέλετε πάλιν να εξετάσωμεν μίαν πόλιν την οποίαν κατέχει ο πυρετός και η αρρώστεια, τίποτε δεν μας εμποδίζει· διότι πράγματι αυτός ο τρόπος της ζωής δεν είναι διά να ευχαριστή όλους, αλλά θα χρειασθούμεν δι' αυτούς και κλίνας και τραπέζας και άλλα έπιπλα, και ορεκτικά και αρώματα και θυμιάματα και γυναίκας και λιχνεύματα, παντός είδους και εν αφθονία. Και λοιπόν δεν θα θέσωμεν πλέον ως της πρώτης ανάγκης εκείνα που ελέγαμεν εις την αρχήν, αλλά θα βάλωμεν εις ενέργειαν και την ζωγραφικήν, και τον χρυσόν και τον ελέφαντα, και όλα τα τοιαύτα πρέπει να τα αποκτήσωμεν^ αλήθεια λέγω; — Ναι. — Δεν πρέπει λοιπόν συγχρόνως να κατασκευάσωμεν και μεγαλυτέραν την πόλιν; διότι εκείνη η πρώτη μας, η υγιής, δεν θα επαρκή πλέον, αλλά πρέπει να της δώσωμεν τώρα όγκον και να την γεμίσωμεν μ' ένα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι και της πρώτης ανάγκης εις τας πόλεις· καθώς οι διάφοροι κυνηγοί, όλοι όσοι εξασκούν τας μιμητικάς τέχνας είτε με χρώματα είτε με σχήματα είτε με ήχους, επίσης οι ποιηταί με όλην την ακολουθίαν των, ραψωδοί, υποκριταί, χορευταί, εργολάβοι, κατασκευασταί παντοειδών πραγμάτων και προ πάντων του γυναικείου στολισμού· ακόμη θα λάβωμεν ανάγκην και περισσοτέρων υπηρετών· ή δεν παραδέχεσαι ότι θα μας χρειασθούν και παιδαγωγοί, τροφοί, κομμώτριαι, κουρείς, μάγειροι και ζαχαροπλάσται; μέσα εις όλα θα χρειασθούμεν ακόμη και χοιροβοσκούς· διότι αυτό το πράγμα δεν υπήρχεν εις την πρώτην μας εκείνην πόλιν· ήτο τελείως αχρείαστον· αλλ' εις αυτήν τώρα πώς να τους παραλείψωμεν, αφού και άλλα πάμπολλα ζώα ακόμη θα χρειασθούμε, δι' όσους θα έχουν όρεξιν να τρώγουν; δεν είναι έτσι; — Βεβαίως. — Αλλά λοιπόν και ιατρών θα λάβωμεν πολύ μεγαλυτέραν ανάγκην, αφού θα διαιτώμεθα τόσον διαφορετικά από πριν. — Είναι αλήθεια.
— Και η χώρα επομένως η οποία επήρκει έως τώρα εις την διατροφήν των πρώτων εκείνων κατοίκων της, θα είναι πλέον πολύ μικρά· ή όχι; — Θα είναι βέβαια. — Θα γίνη λοιπόν ανάγκη να καταπατήσωμεν μέρος της χώρας των γειτόνων μας, εάν θέλωμεν να έχωμεν επαρκή προς καλλιέργειαν και βοσκήν, και οι γείτονές μας πάλιν θα κάμουν το ίδιον, εάν υπερβαίνοντες και εκείνοι τα όρια του απολύτως αναγκαίου, ριφθούν εις την ικανοποίησιν ακορέστου πλεονεξίας. — Ανάγκη πάσα. — Κατά συνέπειαν θα περιέλθωμεν εις πόλεμον, Γλαύκων· ή τι άλλο; — Εις πόλεμον, μάλιστα.
— Και ας μη κάμωμεν λόγον ακόμη διά τα καλά ή τα κακά που ημπορεί να προξενή ο πόλεμος, αλλά ας αρκεσθώμεν εις αυτό, ότι ευρήκαμεν την γένεσιν του πολέμου, εκ του οποίου προέρχονται τόσα κακά και εις το κράτος και εις τους ιδιώτας, όταν προέρχωνται. — Ορθότατα. — Ακόμη λοιπόν, φίλε μου, χρειάζεται να αυξήσωμεν την πόλιν μας όχι ολίγον, αλλά με ολόκληρον στράτευμα, το οποίον θα εξέλθη εις συνάντησιν του εχθρού και διά να υπερασπίση τα υπάρχοντα αγαθά και διά τα άλλα εκείνα που είπαμεν. — Και πώς; δεν θα είναι αυτοί οι ίδιοι ικανοί; — Όχι, εάν τουλάχιστον είναι ορθή η αρχή, που παρεδέχθης και συ και όλοι ημείς, όταν εχαράξαμεν το αρχικόν σχέδιον της πόλεως· παρεδέχθημεν δηλαδή, καθώς θα ενθυμείσαι βέβαια, ότι είναι αδύνατον ένας και ο αυτός να εξασκή καλώς πολλάς τέχνας. — Αλήθεια λέγεις. — Τι λοιπόν; η περί τον πόλεμον ενασχόλησις δεν σου φαίνεται ότι είναι έργον ειδικής τέχνης; — Και πάρα πολύ μάλιστα. — Ή τάχα χρειάζεται περισσοτέραν επιμέλειαν η υποδηματοποιία από την πολεμικήν τέχνην; — Καθόλου. — Και όμως δεν εδώσαμεν την άδειαν εις τον υποδηματοποιόν να αναλαμβάνη έξαφνα και την εργασίαν του γεωργού συγχρόνως ή του υφαντού ή του οικοδόμου, διά να εκτελήται καλώς η εργασία του επαγγέλματός του· επίσης και εις έκαστον των άλλων ανεθέσαμεν μίαν μόνον εργασίαν, διά την οποίαν έχει και φυσικήν κλίσιν, διά να την εξασκή καθ' όλην την ζωήν του και να την τελειοποιή, χωρίς να αναμιγνύεται εις καμμίαν άλλην και παραμελή τοιουτοτρόπως την ιδικήν του· και λοιπόν η ακριβής και τελεία εξάσκησις της τέχνης του πολέμου δεν έχει μεγίστην σπουδαιότητα; ή είναι τόσον εύκολη, ώστε να ημπορή ένας γεωργός ή υποδηματοποιός ή οιοσδήποτε άλλος τεχνίτης να είναι συγχρόνως και πολεμιστής; εις τα παιγνίδια των κύβων και των πεσσών δεν είναι δυνατόν να διακριθή κανείς, εάν δεν εξακολουθή να καταγίνεται και χωρίς διακοπήν από την παιδικήν του ηλικίαν· και έπειτα θα έφθανε να πάρη κανείς εις τας χείρας του την ασπίδα ή οτιδήποτε άλλο από τα πολεμικά όπλα και όργανα διά να γίνη αυθημερόν δεξιός χειριστής των όπλων, ή έμπειρος κάθε άλλου είδους της πολεμικής; αλλά κανένα άλλο εργαλείον δεν αρκεί να το πάρη κανείς εις τας χείρας του, διά να τον κάμη αμέσως τεχνίτην και δεξιόν χειριστήν του, ούτε θα του είναι χρήσιμον, εάν δεν μάθη κατά βάθος την χρήσιν του και καταγίνη με όλην του την επιμέλειαν — Αν ήτο βέβαια έτσι, θα είχαν μεγάλην αξίαν τα εργαλεία.
— Τοιουτοτρόπως, όσον σπουδαιότερον είναι το έργον των φρουρών της πόλεως, τόσον είναι ανάγκη να μη περισπάται από καμμίαν άλλην ενασχόλησιν, αλλά να γίνεται με όλην την σπουδήν και την επιμέλειαν. — Και εγώ αυτό νομίζω. — Δεν χρειάζεται ακόμη και κατάλληλος φυσική προδιάθεσις δι' αυτό το επάγγελμα; — Πώς όχι; — Εις ημάς λοιπόν ανήκει τώρα, εάν ημπορούμεν, να εκλέξωμεν ποίαι και τι είδους φύσεις είναι κατάλληλοι προς φρούρησιν της πόλεως. — Πράγματι. — Μα την αλήθειαν, επιφορτιζόμεθα με όχι αξιοκαταφρόνητον επιχείρημα· ας μην αποδειλιάσωμεν όμως, και εμπρός, όσον μας το επιτρέπουν αι δυνάμεις μας. — Εμπρός λοιπόν. — Όσον αφορά την φρούρησιν, ευρίσκεις ότι υπάρχει διαφορά φυσικής προδιαθέσεως μεταξύ ενός σκύλου και ενός νέου, καλής καταγωγής και των δύο; — Τι εννοείς δηλαδή; — Θέλω να είπω ότι και ο ένας και ο άλλος πρέπει να έχη οξείαν την αίσθησιν προς ανακάλυψιν του εχθρού, ελαφρότητα προς καταδίωξίν του, και δύναμιν, διά να τον καταβάλη, όταν ήθελε τον προφθάση. — Πράγματι, είναι απαραίτητα όλα αυτά. — Ακόμη πρέπει να έχη και ανδρείαν, διά να πολεμά με γενναιότητα. — Πώς όχι; — Αλλά ημπορεί ποτε να είναι γενναίος ένας ίππος, ή ένας σκύλος ή και οιονδήποτε άλλο ζώον, εάν δεν είναι θυμοειδούς χαρακτήρος; ή δεν έχεις παρατηρήση ότι ο θυμός είναι ένα πράγμα ακαταδάμαστον, και το οποίον καθιστά την ψυχήν άφοβον και ανίκανον να υποχωρήση εμπρός εις οιονδήποτε κίνδυνον; — Μάλιστα, το έχω παρατηρήση. — Αυτά λοιπόν είναι προφανώς τα σωματικά προτερήματα που πρέπει να έχη ένας φρουρός της πόλεως. — Ναι. — Φανερόν επίσης ότι και η ψυχή του πρέπει να είναι ομοίως θυμοειδής. — Και αυτό. — Αλλά, Γλαύκων, με αυτόν τον κύριον χαρακτήρα που τους απεδώσαμεν, δεν θα είναι άγριοι και μεταξύ των και προς τους άλλους πολίτας; — Δύσκολον, μα την αλήθειαν, να το αρνηθή κανείς. — Και μολαταύτα πρέπει να είναι ήμεροι προς τους συμπολίτας των, και άγριοι μόνον απέναντι των εχθρών· ειδεμή, δεν θα είναι ανάγκη να περιμένουν άλλους να έλθουν να τους χαλάσουν, αλλά θα προλάβουν να το κάμουν οι ίδιοι αναμεταξύ των. — Αλήθεια. — Πώς να κάμωμεν λοιπόν; πού να εύρωμεν ένα χαρακτήρα που να είναι συγχρόνως και ήμερος και θυμοειδής, αφού αυτά είναι δύο πράγματα εναντία και ασυμβίβαστα; και όμως είναι αδύνατον να θεωρηθή καλός φρουρός εάν στερήται ή το ένα ή το άλλο από αυτά· και επειδή είναι των αδυνάτων αδύνατον, κατ' ανάγκην πρέπει να παραδεχθούμεν ότι είναι και αδύνατον να ευρεθή καλός φρουρός. — Εκεί καταντά.
Αφού εσταμάτησα ολίγο και εσκέφθηκα μέσα μου επάνω εις αυτό που είπαμεν πριν, — δικαίως, είπα, φίλε μου, εσκοντάψαμεν· διότι απεμακρύνθημεν από το παράδειγμα που είχαμε λάβη. — Πώς αυτό; — Δεν ελάβαμεν υπ' όψιν μας, ότι υπάρχουν πραγματικώς τοιαύται φύσεις, που ημείς τας εφανταζόμεθα αδυνάτους, και που συνδυάζουν αυτάς τας δύο αντιθέτους ιδιότητας. — Και πού υπάρχουν; — Ημπορεί κανείς να τας συναντήση και εις άλλα ζώα, αλλά προ πάντων εις εκείνο ακριβώς προς το οποίον ημείς παρεβάλαμεν τον φρουρόν της πόλεως· διότι γνωρίζεις βέβαια ότι ενός σκύλου από ράτσα αυτό είναι το φυσικόν του, να είναι ημερώτατος με εκείνους που γνωρίζει και έχει συνηθίση, το εναντίον δε με όσους δεν γνωρίζει. — Το ηξεύρω. — Είναι λοιπόν, καθώς βλέπεις, δυνατόν και δεν ζητούμεν τίποτε αφύσικον πράγμα να είναι τοιούτος και ο φρουρός. — Όχι πράγματι.
— Δεν σου φαίνεται όμως ότι λείπει ακόμη κάτι από τον φρουρόν μας, και ότι, εκτός του θυμοειδούς, πρέπει να είναι και εκ φύσεως φιλόσοφος; — Πώς δηλαδή; δεν σε εννοώ καλά. — Θα παρατηρήσης εις τους σκύλους και αυτό ακόμη το φυσικόν, το οποίον πραγματικώς αξίζει κανείς να θαυμάση. — Το ποίον; — Όταν βλέπη κανένα που δεν γνωρίζει, αμέσως αγριεύει, αν και δεν του έχει κάμη κανένα κακόν, ενώ απεναντίας όταν ιδή κανένα γνώριμον, είναι όλος χαρά και περιποίησις και χωρίς να του έχη κάμη ποτέ καλόν^ ή δεν εθαύμασες ποτέ αυτό το πράγμα; — Δεν έδωσα και μεγάλην προσοχήν αλλά πράγματι είναι όπως το λέγεις. — Και όμως είναι πολύ αξιοθαύμαστον αυτό το ιδίωμά του και μαρτυρεί φύσιν αληθώς φιλοσοφικήν. — Και πώς, παρακαλώ; — Καθ' όσον, δεν διακρίνει αλλέως ένα πρόσωπον αν είναι φίλος ή εχθρός, παρά από το ότι, τον ένα μεν τον γνωρίζει, τον δε άλλον όχι· πως λοιπόν να μην του αποδώσωμεν φιλομάθειαν, αφού ως όρον διακρίσεως του οικείου και του ξένου έχει την γνώσιν και την άγνοιαν; — Πραγματικώς δεν ημπορεί να είναι αλλέως. — Αλλ' όμως δεν είναι το ίδιον η φιλομάθεια και η φιλοσοφία; — Το ίδιον. — Λοιπόν μετά πεποιθήσεως ας είπωμεν και περί του ανθρώπου ότι, διά να είναι ήμερος προς τους οικείους και τους γνωρίμους, πρέπει να είναι εκ φύσεως φιλόσοφος και φιλομαθής. — Έστω. — Ώστε φιλόσοφος και θυμοειδής και ταχύς και δυνατός πρέπει να είναι εκ φύσεως, διά να υπάρξη καθ' όλα τέλειος ο φρουρός της πόλεως; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν.
— Τοιούτος λοιπόν θα είναι ο χαρακτήρ των πολεμιστών μας· τώρα, κατά ποίον τρόπον θα τους αναθρέψωμεν και θα τους εκπαιδεύσωμεν: και άραγε θα συντείνη αυτή η εξέτασις διά να εύρωμεν εκείνο εις το οποίον αποβλέπουν όλαι μας αυταί αι έρευναι, πώς δηλαδή γεννάται η δικαιοσύνη και η αδικία εις τας πόλεις; διά να μην την παραιτήσωμεν, εάν πρόκειται να μας βοηθήση εις τούτο, ή αλλέως να την παρατρέξωμεν.
Και ο αδελφός του Γλαύκωνος, — Εγώ, είπε, φρονώ, ότι και πολύ μάλιστα θα μας βοηθήση εις αυτό που ζητούμεν. — Ας μην την παραιτήσωμεν λοιπόν, φίλε μου Αδείμαντε, και αν ακόμη αυτή η εξέτασις πρόκειται να μας φέρη πολύ μακράν. — Βεβαίως. — Ας αρχίσωμεν λοιπόν με όλην την άνεσίν μας και υπό τύπον απλής συνδιαλέξεως να εκπαιδεύωμεν τους ανθρώπους μας. — Έτσι πρέπει να κάμωμεν.
— Ποία λοιπόν θα είναι αύτη η ανατροφή; εγώ νομίζω ότι θα είναι δύσκολον να εύρωμεν άλλην καλυτέραν από αυτήν που είναι καθιερωμένη από μακρού χρόνου, και η οποία συνίσταται εις την γυμναστικήν διά τα σώματα και εις την μουσικήν διά την ψυχήν. — Πραγματικώς. — Και δεν θα αρχίσωμεν την εκπαίδευσιν από την μουσικήν μάλλον, παρά από την γυμναστικήν; — Πώς όχι; — Και μουσικήν όταν λέγης, δεν θεωρείς μέρος αυτής και τους λόγους; — Μάλιστα. — Λόγων πάλιν δεν υπάρχουν δύο είδη, οι αληθείς και οι ψευδείς; — Ναι. — Και με τα δύο λοιπόν αυτά είδη θα εκπαιδεύσωμεν τους νέους, και μάλιστα με τους ψευδείς πρώτα; — Δεν σε εννοώ τι θέλεις να είπης. — Δεν γνωρίζεις ότι πρώτα πρώτα διηγούμεθα εις τα παιδιά μύθους, οι οποίοι εν συνόλω δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψεύδος, αν και περιέχουν και μερικάς αληθείας; πρώτον λοιπόν αρχίζομεν τα παιδία με μύθους, πριν να αρχίσωμεν την γυμναστικήν. — Είναι αλήθεια. — Δι' αυτό λοιπόν έλεγα, ότι πρωτύτερα πρέπει να αρχίσωμεν την μουσικήν από την γυμναστικήν. — Σωστά. — Αλλά γνωρίζεις βέβαια ότι η αρχή παντός έργου έχει μεγίστην σπουδαιότητα, όταν μάλιστα πρόκειται περί οιουδήποτε πράγματος νεαρού και τρυφερού· διότι τότε προ πάντων διαπλάσσεται και μορφώνεται ο τύπος, τον οποίον θα επεθύμει τις να εγχαράξη εις έκαστον. — Αναμφισβήτητος αλήθεια. — Θα επιτρέψωμεν λοιπόν έτσι εύκολα να ακούουν τα παιδιά ό,τι λάχη μύθους, που τους έκαμεν ο πρώτος τυχών, και να δέχωνται εις τας ψυχάς των εντυπώσεις ως επί το πολύ εναντίας προς τας ιδέας, τας οποίας νομίζομεν ότι πρέπει να έχουν, όταν γίνουν τέλειοι άνδρες; — Διόλου μάλιστα δεν θα το επιτρέψωμεν. — Πρέπει λοιπόν εν πρώτοις να επιστήσωμεν την προσοχήν μας εις τους μυθοποιούς, και να εγκρίνωμεν μεν ό,τι καλόν θα εύρωμεν εις αυτούς, να απορρίψωμεν δε όλα τα άλλα· τους δε εγκριθέντας μύθους θα υποχρεώσωμεν τας τροφούς και τας μητέρας να τους διηγούνται εις τα παιδιά και να διαπλάττουν με τους μύθους τας ψυχάς των με περισσοτέραν φροντίδα ή ίσην καταβάλλουν προς διάπλασιν των σωμάτων· εννοείται τους περισσοτέρους από τους μύθους που τους διηγούνται σήμερα θα τους αποσκορακίσωμεν. — Ποίους δηλαδή; — Από τους μεγαλυτέρους θα καταλάβωμεν και τους μικροτέρους· διότι κατ' ανάγκην όλοι πρέπει να είναι χυμένοι εις τον ίδιον τύπον επάνω και να έχουν την ιδίαν δύναμιν και οι μεγαλύτεροι και οι μικρότεροι. — Πολύ καλά, αλλά δεν εννοώ ούτε ποίοι είναι αυτοί οι μεγαλύτεροι που λέγεις.
— Εκείνοι τους οποίους μας διηγούνται ο Ησίοδος και ο Όμηρος και οι άλλοι ποιηταί· διότι αυτοί συνέθετον και εξακολουθούν να συνθέτουν προς τέρψιν των ανθρώπων μύθους ψευδείς. — Ποίους μύθους; και τι έχεις να τους κατηγορήσης μ' αυτά που λέγεις; — Εκείνο που αξίζει πρώτα πρώτα και παρά κάθε άλλο να ακούση ένας, που δεν γνωρίζει καν να λέγη εύμορφα ψεύματα. — Τι θέλεις να ειπής; Όταν δεν απεικονίζη τις επιτυχώς, και όπως πραγματικώς είναι, τους θεούς και τους ήρωας, καθώς έξαφνα ένας ζωγράφος ο οποίος δεν αποδίδει την ομοιότητα του απεικονιζομένου προσώπου. — Δικαία βεβαίως θα ήτο αυτή η κατηγορία, αλλά πώς και κατά τι εφαρμόζεται εις τους ποιητάς; — Εν πρώτοις, δεν είναι από τα μεγαλύτερα και βαρύτερα ψεύματα που ημπορούν να γίνουν εκείνα που διηγείται ο Ησίοδος, ότι έκαμε τάχα ο Ουρανός, και πώς πάλιν τον εξεδικήθη ο Κρόνος; τα όσα δε έκαμεν ο τελευταίος ούτος προς τον υιόν του και όσα ακολούθως έπαθεν υπ' αυτού, και αληθινά ακόμη αν ήσαν, νομίζω ότι δεν έπρεπε να λέγωνται τόσον εύκολα προς νέους εστερημένους κρίσεως· εάν δε ήτο ανάγκη οπωσδήποτε να γίνεται λόγος περί αυτών, να τα ακούουν ολίγιστοι μόνον εν κρυπτώ και υπό αυστηροτάτην εχεμύθειαν, και κατόπιν θυσίας όχι πλέον χοίρου αλλά του πολυτιμοτάτου και σπανιωτάτου θύματος, διά να περιορίζεται εις όσον το δυνατόν ολιγίστους ο αριθμός των ακουόντων. — Πραγματικώς, είπεν ο Αδείμαντος, τοιαύται διηγήσεις είναι επικίνδυνοι.
— Και δεν πρέπει να ακουσθούν ποτέ εις την ιδικήν μας πόλιν, ούτε θα επιτραπή να λέγεται επί παρουσία των νέων ότι, και τα μέγιστα κακουργήματα αν διαπράττη κανείς, και τον πατέρα του ακόμη αν υποβάλη εις τα σκληρότερα βασανιστήρια προς αντεκδίκησιν, δεν θα έκαμνε τίποτε το έκτακτον, αλλά πράγμα το οποίον έκαμαν και οι πρώτοι και μέγιστοι των θεών. — Και εγώ, μα την αλήθειαν, φρονώ ότι δεν θα είναι διόλου εποικοδομητικαί τοιαύται διηγήσεις διά τους νέους. — Και ούτε ο ελάχιστος λόγος, εννοείται, δεν θα γίνη διά τους πολέμους και τας επιβουλάς και τας μάχας των θεών προς αλλήλους — διότι δεν είναι και αληθή — αν τουλάχιστον θέλωμεν οι μέλλοντες υπερασπισταί της πόλεώς μας να αποστρέφωνται ως το αισχρότερον των πραγμάτων τας μεταξύ των διαφοράς και έχθρας. Κατά μείζονα λίγον, απαγορεύεται να διηγούμεθα και να εξιστορούμεν εις τους νέους τας γιγαντομαχίας, και τας άλλας παντοειδείς έχθρας των θεών και των ηρώων προς τους συγγενείς και τους οικείους αυτών. Αλλ' αν ο σκοπός μας είναι να τους πείσωμεν, ότι ουδέποτε υπήρξε διχόνοια και έχθρα μεταξύ των κατοίκων της αυτής πόλεως, και ούτε είναι όσιον να υπάρχη, πρέπει να αναγκάσωμεν και τους γέροντας και τας γραίας να διηγούνται μύθους εις τα παιδιά υπ' αυτό το πνεύμα, αναλόγους δε να συνθέτουν και οι ποιηταί. Τα δεσίματα δε της Ήρας από τον υιόν της και τα ριψίματα του Ηφαίστου από τον πατέρα του, διότι ηθέλησε να παρέμβη εις το ξυλοκόπημα της μητέρας του, και όλα τα μαλλώματα των θεών που διηγείται ο Όμηρος, θα είναι τελείως απαράδεκτα εις την πόλιν μας, ούτε αν υποκρύπτουν ούτε αν δεν υποκρύπτουν αλληγορίας αυτοί οι μύθοι· διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να διακρίνη ποίον είναι αλληγορία και ποίον δεν είναι, αλλ' ό,τι εντυπωθή από αυτήν την ηλικίαν εις το πνεύμα του, δύσκολον είναι συνήθως να εξαλειφθή χωρίς να αφήση ίχνη· ένεκα του οποίου ίσως πρέπει να θεωρηθή μεγίστης σημασίας, οι πρώτοι λόγοι τους οποίους ακούει, το παιδί, να είναι όσον ημπορεί καταλληλότεροι διά να το οδηγούν εις την αρετήν.
— Είναι λογικώτατα αυτά που λέγεις, είπεν ο Αδείμαντος· αλλ' αν κανείς μας ερωτούσε, οποίοι τίνες πρέπει να είναι αυτοί οι μύθοι, τι θα του απαντήσωμεν; — Δεν είμεθα ποιηταί, Αδείμαντε, επί του παρόντος εγώ και συ, αλλά οικισταί πόλεως· οι δε οικισταί χρειάζεται να γνωρίζουν μόνον τους τύπους, επάνω εις τους οποίους θα συνθέσουν τους μύθους των οι ποιηταί, και από τους οποίους δεν θα τους επιτρέπουν να απομακρύνωνται· δεν θα συνθέτουν όμως και οι ίδιοι τους μύθους. — Πολύ σωστά· αλλ' αυτό ακριβώς, ποίοι θα είναι οι τύποι των μύθων των σχετικών με τους θεούς; — Τοιούτοι επάνω-κάτω· πάντοτε πρέπει να παριστάνεται ο θεός, ακριβώς απαράλλακτα όπως είναι, είτε εις τα επικά ποιήματα είτε εις τας τραγωδίας. — Βέβαια πρέπει. — Αλλ' ο θεός δεν είναι πραγματικώς αγαθός και δεν πρέπει επομένως και να παριστάνεται τοιούτος; — Ποίος αμφιβάλλει; — Κάθε τι που είναι αγαθόν ημπορεί ποτε να είναι, βλαβερόν; — Δεν μου φαίνεται. — Και ένα πράγμα που δεν είναι βλαβερόν ημπορεί να προξενήση βλάβην; — Διόλου. — Επομένως κάμνει ποτέ κακόν; — Ούτε. — Ή, δύναται ποτε να γίνη αφορμή κακού; — Ποτέ. — Το δε αγαθόν είναι ωφέλιμον; — Ναι. — Επομένως δεν είναι η αφορμή ενός καλού που γίνεται; — Ναι. — Ώστε λοιπόν το αγαθόν δεν είναι η αφορμή όλων όσα γίνονται, αλλά μόνον των καλών, όχι δε και των κακών. — Βεβαιότατα. — Ούτε επομένως ο θεός, αφού είναι αγαθός, ημπορεί να είναι η αφορμή όλων, όπως λέγουν κοινώς· αλλ' ολίγων μεν πραγμάτων είναι αίτιος εις τους ανθρώπους, πολλών δε αναίτιος· διότι είναι πολύ ολιγώτερα τα καλά που έχουν οι άνθρωποι από τα κακά· και τα μεν καλά εις κανένα άλλον δεν ημπορούμεν να τα αποδώσωμεν εκτός του θεού, των κακών όμως πρέπει να αναζητήσωμεν άλλας αφορμάς και όχι τον θεόν. — Μου φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Δεν πρέπει λοιπόν να δώσωμεν πίστιν εις τον Όμηρον ούτε εις άλλον ποιητήν, όταν ανοήτως εκστομίζη αυτήν την βλασφημίαν περί των θεών, ότι τάχα υπάρχουν δύο πίθοι
στου Δία το κατώφλι
γεμάτοι ο ένας με καλές κι ο άλλος με κακές μοίρες·
και ότι εις όποιον ο Ζευς ανακατώση και δώση και από τους δύο,
πότε του έρχονται δεξά και πότε ζερβά πάλι
εις όποιον όμως δώση μόνον από τον ένα, τον δεύτερον, χωρίς να αναναιώση και από τον πρώτον,
φάουσσα πείνα λυσιακή παντού στη γης τον διώχτει·
ούτε ότι ο Ζευς είναι ο διανομεύς των καλών και των κακών εις τους ανθρώπους.
Εάν δε ειπή κανείς ότι καθ' υποκίνησιν του Διός και της Αθηνάς παρεβίασε τους όρκους ο Πάνδαρος και έγινε αφορμή να λυθή η ανακωχή, δεν θα το παραδεχθούμεν· ούτε επίσης την έριδα των θεών, η οποία διελύθη διά της παρεμβάσεως της Θέμιδος και του Διός· ούτε πάλιν θα επιτρέψωμεν εις τους νέους να ακούουν εκείνα που λέει ο Αισχύλος, ότι τάχα
ο θεός αφορμή βρίσκει
σαν θέλη σύρριζα να ξεπατώση σπίτι·
αλλ' εάν ένας ποιητής διεκτραγωδή με τους ιάμβους του τα πάθη της Νιόβης ή των Πελοπιδών, ή τα Τρωικά, ή άλλα παρόμοια, δεν θα τον αφήνωμεν να λέγη ότι είναι έργα του θεού αυτά, ή τουλάχιστον πρέπει θα ανευρεθή ο λόγος που ζητούμεν ημείς τώρα και να λέγωμεν, ότι δίκαια και αγαθά είναι του θεού τα έργα, και ότι τα παθήματα είναι προς ωφέλειαν των τιμωρουμένων· ας λέγουν, εάν θέλουν, ότι είναι άθλιοι οι κακοί επειδή εχρειάσθησαν τιμωρίαν, τιμωρηθέντες όμως ωφελήθησαν υπό του θεού· ότι όμως είναι δυστυχείς οι τιμωρούμενοι και της δυστυχίας των είναι παραίτιος ο θεός, δεν πρέπει να επιτρέψωμεν εις τον ποιητήν να το επαναλάβη και εν γένει να λέγουν εμπρός μας ότι ο θεός, όστις είναι αγαθός, ημπορεί να κάμη κακόν εις κανένα, αυτό πρέπει με όλας τας δυνάμεις μας να το αντικρούσωμεν, εάν πρόκειται να έχωμεν πόλιν καλώς διωργανωμένην και δεν θα δώσωμεν ποτέ την άδειαν, ούτε εις τους πρεσβυτέρους ούτε εις τους νεωτέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούουν τοιούτους λόγους είτε με στίχους είτε και χωρίς στίχους, διότι και ανόσιοι είναι περί του θεού λεγόμενοι, εάν λέγωνται, και δι' ημάς επιβλαβείς, αλλά και μεταξύ των ασύμφωνοι· — Μου αρέσει αυτός ο νόμος και τον συνυπογράφω και εγώ. — Ο πρώτος μας λοιπόν νόμος και ο τύπος, σύμφωνα με τον οποίον θα ρυθμίζουν ό,τι λέγουν ή ό,τι γράφουν περί του θεού, θα είναι ο εξής: ο θεός δεν είναι ο αίτιος όλων των πραγμάτων, αλλά μόνον των καλών. — Και είναι πράγματι αναγκαιότατος.
— Τώρα τι λέγεις περί αυτού του δευτέρου; πιστεύεις τάχα ότι ο θεός είναι κανένας μάγος, ώστε, όπως του καταβαίνη εις την φαντασίαν, να παρουσιάζεται υπό πολλάς και διαφόρους μορφάς, και άλλοτε μεν να γίνεται και να μεταβάλλη το είδος του εις πολλά σχήματα, άλλοτε δε να απατά τας αισθήσεις μας και να μας φαίνεται τοιούτος, ή ότι απεναντίας είναι απλούς και από όλα τα όντα ολιγώτερον υπόκειται εις οιανδήποτε αλλοίωσιν της μορφής του; — Δεν ημπορώ να σου απαντήσω έτσι εκ του προχείρου τώρα. — Τουλάχιστον αυτό; όταν ένα πράγμα υφίσταται μεταβολήν της φυσικής του μορφής, δεν θα προέρχεται κατ' ανάγκην η μεταβολή αύτη ή από αυτό το ίδιον ή από ένα άλλο; — Κατ' ανάγκην. — Τα πράγματα όμως που έχουν την αρίστην κατασκευήν δεν αλλοιούνται και μετατρέπονται ολιγώτερον από τας εξωτερικάς αιτίας; παραδείγματος χάριν, τα σώματα τα υγιέστατα και ισχυρότατα δεν αλλοιούνται ολιγώτερον από τας τροφάς και τα πιοτά και τους κόπους, όπως επίσης και τα φυτά από τους ανέμους και τους καύσωνας και τας λοιπάς ατμοσφαιρικάς επηρείας; — Πώς όχι; — Και η ψυχή επίσης δεν ταράσσεται και αλλοιούται τόσον ολιγώτερον από τας εξωτερικάς επιδράσεις, όσον γενναιοτέρα και φρονιμωτέρα είναι; — Ναι. — Αλλ' ακόμη και αυτά τα έργα της ανθρωπίνης χειρός, σκεύη και οικοδομήματα, κατά τον αυτόν λόγον, όσα μεν είναι καλώς κατεσκευασμένα και από καλά υλικά, ελάχιστα αλλοιούνται υπό του χρόνοι και των λοιπών περιστάσεων. — Έτσι είναι. — Ώστε και γενικώς, κάθε πράγμα που είναι τέλειον, είτε εκ φύσεως, είτε από τέχνην, είτε και από τα δύο μαζί, υπόκειται εις ελαχίστην μεταβολήν από εξωτερικάς αιτίας. — Φαίνεται. — Ο θεός όμως, και ό,τι ανάγεται εις την φύσιν του θεού, είναι κατά πάντα τέλειος. — Πώς όχι; — Ώστε λοιπόν, υπ' αυτήν την έποψιν, δεν θα ήτο διόλου δυνατόν να λαμβάνη ο θεός πολλάς μορφάς. — Διόλου πραγματικώς.
— Αλλά μήπως τάχα θα ήτο δυνατόν να μεταβάλλη και μεταμορφώνη ο ίδιος τον εαυτόν του; — Φανερόν ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ημπορούσε να γίνη, αν εγίνετο. — Και θα εγίνετο αυτή η μεταβολή εις το καλύτερον, ή εις το χειρότερον; — Κατ' ανάγκην εις το χειρότερον· διότι δεν δυνάμεθα να είπωμεν ότι λείπει από τον θεόν καμμία δυνατή ωραιότης και τελειότης. — Είναι ορθότατον αυτό που λέγεις· και τούτου τεθέντος, φαντάζεσαί ποτε, Αδείμαντε, ότι είναι δυνατόν ή θεός ή άνθρωπος να κάμη εκουσίως τον εαυτόν του χειρότερον οπωσδήποτε απ' ό,τι είναι; — Αδύνατον. — Αδύνατον λοιπόν είναι και να θέλη ο θεός να μεταβάλλη τον εαυτόν του· αλλ' έκαστος εξ αυτών, κάτοχος πάσης της δυνατής ωραιότητος και τελειότητος, διατηρεί πάντοτε και αμεταβλήτως την ιδίαν αυτού μορφήν. — Μου φαίνεται ότι δεν ημπορεί να είναι διαφορετικά.
— Κανείς λοιπόν ποιητής ας μη τολμήση να μας λέγει ότι
ξένη οι Θεοί παίρνουν μορφή, σαν τάχα εξωμερίτες
κι αλλοίωτικοι, λογής κοπής, γυρνούν τις πολιτείες·
μήτε να ψευδολογή διά τας μεταμορφώσεις του Πρωτέως και της Θέτιδος, μήτε να παρουσιάζη εις τας τραγωδίας και εις άλλα ποιήματα την Ήραν υπό μορφήν ιερείας να μαζεύη ελέη και συνδρομάς διά τα ευτυχισμένα τέκνα του Αργείου ποταμού Ι ν ά χ ο υ, μήτε εν γένει να μας αραδιάζουν πολλά τοιαύτα ψευδολογήματα. Ας προσέξουν ακόμη και αι μητέρες να μη γίνωνται θύματα της ευπιστίας των και να εκφοβίζουν με τέτοια παραμύθια, τα παιδιά των, ότι τάχα πολλοί θεοί τριγυρνούν την νύκτα με διαφόρους ξένας μορφάς, διότι αυτά και βλασφημίαν κατά των θεών αποτελούν, κάμνουν δε και τα παιδιά συγχρόνως δειλότερα. — Ας απαγορεύσουν λοιπόν.
— Αλλά δεν ημπορεί τάχα, αυτοί μεν οι θεοί να είναι πράγματι ανεπίδεκτοι μεταβολής και αλλοιώσεως, αλλά να εξαπατούν ημάς και να μαγεύουν τας αισθήσεις μας, ώστε να φανταζώμεθα ότι παρουσιάζονται εμπρός μας υπό πολλάς και διαφόρους μορφάς; — Ίσως και αυτό. — Αλλά πώς; θα ήθελέ ποτε ένας θεός να εξαπατήση ή με λόγον ή με έργον και να παρουσιάζη φαντάσματα αντί του εαυτού του; — Δεν γνωρίζω. — Δεν γνωρίζεις ότι το αληθινόν ψεύμα — εάν επιτρέπεται το οξύμωρον — το αποστρέφονται όλοι και θεοί και άνθρωποι; — Τι εννοείς με τούτο; — Εννοώ ότι κανείς δεν επιτρέπει εκουσίως να εισέρχεται το ψεύδος εις την ευγενεστέραν μερίδα του εαυτού του και αναφορικώς μάλιστα με τα σπουδαιότερα των πραγμάτων, αλλά παρά κάθε άλλο φοβείται να το έχη εκεί· — Ούτε τώρα ενόησα περισσοτέρων. — Διότι φαντάζεσαι ίσως ότι πρόκειται διά τίποτε μυστήρια της αποκαλύψεως· ενώ εγώ λέγω απλώς ότι, να εισχωρήση εις την ψυχήν το ψεύδος όσον αφορά την ουσίαν των όντων και να διατελή επομένως αυτή εν απάτη και αγνοία, είναι πράγμα που κανείς ποτε δεν θα εδέχετο· και ότι τίποτε δεν μισούν όλοι περισσότερον, παρά να έχουν ενθρονισμένον ένα τοιούτον ψεύδος μέσα εις τοιούτον μέρος. — Πολύ σωστά. — Τούτο λοιπόν ορθότατα, όπως έλεγα και πριν, θα εκαλείτο αληθινόν ψεύμα, η εν τη ψυχή άγνοια ενός πράγματος ηπατημένου· διότι, αυτό το οποίον λέγομεν συνήθως ψεύμα, είναι η διά λόγων εξωτερίκευσις του εν τη ψυχή αισθήματος, και όχι καθαρόν ψεύμα, αλλά ούτως ειπείν είδωλον, το οποίον γεννάται κατόπιν· ή δεν είναι έτσι; — Είναι μάλιστα.
— Το αληθινόν λοιπόν και πραγματικόν ψεύμα το αποστρέφονται όχι μόνον οι θεοί αλλά και οι άνθρωποι. — Το πιστεύω. — Τώρα, το διά των λόγων ψεύδος πότε και εις ποίον είναι χρήσιμον, ώστε να μην είναι και αυτό άξιον μίσους και αποστροφής; μήπως τάχα προς τους εχθρούς ή και προς τους φίλους, όσοι από μανίαν ή παραφροσύνην είναι έτοιμοι να κάμουν κανένα κακόν, ημπορεί να είναι χρήσιμον ως φάρμακον προληπτικόν; ή και εις τα μυθολογήματα, διά τα οποία ωμιλούσαμεν πριν, επειδή δεν γνωρίζομεν πώς έχει ακριβώς η αλήθεια προκειμένου περί πραγμάτων τόσον παλαιών, μήπως ημπορούμεν να το χρησιμοποιήσωμεν το ψεύδος, δίδοντες εις αυτό όλην την επίφασιν της αληθείας; — Έτσι πράγματι θα είναι. — Αλλά διά ποίον από αυτούς τους λόγους θα ήτο χρήσιμον το ψεύδος εις τον θεόν; μήπως τάχα από άγνοιαν των παλαιών πραγμάτων θα κατέφευγεν και αυτός εις το ψεύδος, εις το οποίον θα έδιδε την επίφασιν της αληθείας; — Γελοίον θα ήτο να το φαντασθώμεν. — Δεν είναι λοιπόν ο θεός ποιητής ψευδολόγος. — Δεν μου φαίνεται. — Ή μήπως τάχα μανία ή παραφροσύνη φίλων θα τον ηνάγκαζε να καταφύγη εις το ψεύδος; Αλλά κανείς παράφρων ή μανιακός δεν ημπορεί να είναι φίλος του θεού. — Δεν υπάρχει λοιπόν κανείς λόγος διά να ψευσθή ποτε ο θεός. — Δεν υπάρχει. — Ώστε είναι ο θεός όλως διόλου απλούς και αληθινός και εις τα έργα και εις τους λόγους και ούτε ο ίδιος μεταβάλλεται ούτε τους άλλους εξαπατά είτε με λόγια είτε με σημεία που τάχα τους στέλλει είτε εις τον ύπνον είτε εις τον ξύπνον. — Και εγώ είμαι σύμφωνος όπως τα λέγεις. — Ώστε επιδοκιμάζεις και αυτόν τον δεύτερον τύπον, σύμφωνα με τον οποίον οφείλομεν και να ομιλούμεν και να γράφωμεν περί των θεών, ότι δηλαδή ούτε αυτοί είναι μάγοι ώστε να μεταμορφώνωνται, ούτε και ημάς εξαπατούν με ψευδείς λόγους ή πράξεις; — Επιδοκιμάζω — Ώστε, αν και πολλά άλλα έχομεν να επαινέσωμεν του Ομήρου, δεν θα επαινέσωμεν όμως και εκείνα που διηγείται περί του ονείρου, το οποίον έστειλεν ο Ζευς εις τον Αγαμέμνονα· ούτε του Αισχύλου, εκεί όπου λέγει η Θέτις πως ο Απόλλων της έψαλλεν εις τους γάμους της:
μάννα παιδιών ευτυχισμένη
που αρρώστεια δε θα δουν και χρόνια πολλά θάχουν·
η αγάπη των θεών θα μου χαρίζη πάντα
μοίρα, μούπε, χρυσή — κ' έκρουξε τον παιάνα
και γιόμισε χαρά κ' ελπίδες τη ψυχή μου·
γιατί δεν πίστευα ποτέ πως θάβγη ψέμα
από το στόμα του θεού της μαντωσύνης·
μα αυτός ο ίδιος πώψαλε, αυτός ο ίδιος
που ήτανε στο τραπέζι, αυτός που τάπε ο ίδιος,
αυτός είναι που σκότωσε το γυιό μου. . .
Όταν κανείς μας λέγη τοιαύτα περί των θεών, θα του γυρίσωμεν την πλάτην και δεν θα του δώσωμεν τα ψαλτικά του· ούτε εις τους διδασκάλους θα επιτρέψωμεν να τα μεταχειρίζωνται διά την ανατροφήν των νέων, εάν θέλωμεν μίαν ημέραν να έχωμεν πολεμιστάς θεοσεβείς και ομοίους με τους θεούς — όσον τουλάχιστον είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον. — Επιδοκιμάζω καθ' όλα και εγώ τους τύπους αυτούς, και τους λαμβάνω ως νόμους.
* *
*
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα,
Πολιτεία. Το πρωτοτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί συνδιαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικοτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. I. Ν. Γρυπάρη. Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β' 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ., Τόμος Δ' 10 δρχ.
* *
*
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ
ΔΡΧ. 10
1) Η εορτή, περί της οποίας κάμνει λόγον ευθύς εις την αρχήν του διαλόγου και χάριν της οποίας κατήλθον εις τον Πειραιά, ήτο προς τιμήν της Βενδίδος, θρακικής Θεότητος αναλόγου προς την Αρτέμιδα των Ελλήνων.↩
2) Εις το κείμενον έχει «μύρτα και φηγούς».↩
End of the Project Gutenberg EBook of Republic, Volume 1, by Plato
*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC, VOLUME 1 ***
***** This file should be named 39476-h.htm or 39476-h.zip *****
This and all associated files of various formats will be found in:
http://www.gutenberg.org/3/9/4/7/39476/
Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading. Book provided by Iason
Konstantinides.
Updated editions will replace the previous one--the old editions
will be renamed.
Creating the works from public domain print editions means that no
one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
(and you!) can copy and distribute it in the United States without
permission and without paying copyright royalties. Special rules,
set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
such as creation of derivative works, reports, performances and
research. They may be modified and printed and given away--you may do
practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
subject to the trademark license, especially commercial
redistribution.
*** START: FULL LICENSE ***
THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
distribution of electronic works, by using or distributing this work
(or any other work associated in any way with the phrase "Project
Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
Gutenberg-tm License available with this file or online at
www.gutenberg.org/license.
Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
electronic works
1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
and accept all the terms of this license and intellectual property
(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
used on or associated in any way with an electronic work by people who
agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
even without complying with the full terms of this agreement. See
paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
works. See paragraph 1.E below.
1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
collection are in the public domain in the United States. If an
individual work is in the public domain in the United States and you are
located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
are removed. Of course, we hope that you will support the Project
Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
keeping this work in the same format with its attached full Project
Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
a constant state of change. If you are outside the United States, check
the laws of your country in addition to the terms of this agreement
before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
creating derivative works based on this work or any other Project
Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
the copyright status of any work in any country outside the United
States.
1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
copied or distributed:
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
with this eBook or online at www.gutenberg.org
1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
and distributed to anyone in the United States without paying any fees
or charges. If you are redistributing or providing access to a work
with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
1.E.9.
1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
with the permission of the copyright holder, your use and distribution
must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
License terms from this work, or any files containing a part of this
work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
electronic work, or any part of this electronic work, without
prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
active links or immediate access to the full terms of the Project
Gutenberg-tm License.
1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
License as specified in paragraph 1.E.1.
1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
that
- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
has agreed to donate royalties under this paragraph to the
Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
must be paid within 60 days following each date on which you
prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
address specified in Section 4, "Information about donations to
the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
License. You must require such a user to return or
destroy all copies of the works possessed in a physical medium
and discontinue all use of and all access to other copies of
Project Gutenberg-tm works.
- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
electronic work is discovered and reported to you within 90 days
of receipt of the work.
- You comply with all other terms of this agreement for free
distribution of Project Gutenberg-tm works.
1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
electronic work or group of works on different terms than are set
forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
Foundation as set forth in Section 3 below.
1.F.
1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
works, and the medium on which they may be stored, may contain
"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
your equipment.
1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
liability to you for damages, costs and expenses, including legal
fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
DAMAGE.
1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
written explanation to the person you received the work from. If you
received the work on a physical medium, you must return the medium with
your written explanation. The person or entity that provided you with
the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
refund. If you received the work electronically, the person or entity
providing it to you may choose to give you a second opportunity to
receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
is also defective, you may demand a refund in writing without further
opportunities to fix the problem.
1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
with this agreement, and any volunteers associated with the production,
promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
that arise directly or indirectly from any of the following which you do
or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
electronic works in formats readable by the widest variety of computers
including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
people in all walks of life.
Volunteers and financial support to provide volunteers with the
assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
and the Foundation information page at www.gutenberg.org
Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
Foundation
The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
throughout numerous locations. Its business office is located at 809
North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
contact links and up to date contact information can be found at the
Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
For additional contact information:
Dr. Gregory B. Newby
Chief Executive and Director
gbnewby@pglaf.org
Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
Literary Archive Foundation
Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
spread public support and donations to carry out its mission of
increasing the number of public domain and licensed works that can be
freely distributed in machine readable form accessible by the widest
array of equipment including outdated equipment. Many small donations
($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
status with the IRS.
The Foundation is committed to complying with the laws regulating
charities and charitable donations in all 50 states of the United
States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
with these requirements. We do not solicit donations in locations
where we have not received written confirmation of compliance. To
SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
particular state visit www.gutenberg.org/donate
While we cannot and do not solicit contributions from states where we
have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
against accepting unsolicited donations from donors in such states who
approach us with offers to donate.
International donations are gratefully accepted, but we cannot make
any statements concerning tax treatment of donations received from
outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
ways including checks, online payments and credit card donations.
To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
works.
Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
concept of a library of electronic works that could be freely shared
with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
www.gutenberg.org
This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.