ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ
[Ή περί του δικαίου: πολιτικός]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ΓΛΑΥΚΩΝ
ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ
ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ
ΚΕΦΑΛΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Α'.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κατέβηκα χθες εις τον Πειραιά μαζί με τον Γλαύκωνα τον υιόν του Αρίστωνος και διά να προσευχηθώ εις την θεάν και συγχρόνως διότι ηθέλησα να ίδω, πώς θα διεξαχθή η εορτή, την οποίαν κατά πρώτην φοράν επρόκειτο να πανηγυρίσουν. Και πραγματικώς ωραία μου εφάνη και των εντοπίων η πομπή, ουδόλως όμως κατά την γνώμην μου υπελείφθη ως προς την μεγαλοπρέπειαν και η πομπή των Θρακών.
Αφού λοιπόν προσευχήθημεν και παρετηρήσαμεν την εορτήν, εγυρίζαμεν διά την πόλιν. Μόλις όμως μας είδεν από μακράν να ξεκινούμεν ο Πολέμαρχος, ο υιός του Κεφάλου, διέταξε τον δούλον του να τρέξη και να μας παρακαλέση να τον περιμένωμεν.
Πλησιάσας λοιπόν από πίσω ο δούλος μ' έσυρε από το ιμάτιον και μου είπε: Σας παρακαλεί ο Πολέμαρχος να περιμείνετε. Και εγώ εγύρισα και τον ηρώτησα, πού ήτο. Νά τον, μου είπε, έρχεται από πίσω· περιμένετέ τον. Θα τον περιμένομεν, επρόσθεσεν ο Γλαύκων.
Και σε λίγον έφθασαν πραγματικώς ο Πολέμαρχος και ο Αδείμαντος ο αδελφός του Γλαύκωνος και ο Νικήρατος του Νικίου ο υιός και μερικοί άλλοι, οι οποίοι επέστρεφον από την πομπήν. Και μας λέγει λοιπόν ο Πολέμαρχος· Μου φαίνεται, Σώκρατες, ότι εξεκινήσατε δια να επιστρέψετε εις την πόλιν. — Δεν ηπατήθης, του απήντησα εγώ.
— Μας βλέπεις καλά πόσοι είμεθα: — Αι, και τι; είπα εγώ. — Ή θα δειχθήτε ισχυρότεροι από αυτούς, ή τελείωσε — θα μένετε εδώ. — Μας αποκλείετε ακόμη και να ελπίζωμεν, είπα εγώ, ότι θα μας αφήσετε, αν κατορθώσωμεν να σας πείσωμεν; — Και πώς τάχα, απήντησεν εκείνος, θα ημπορέσετε να πείσετε ανθρώπους μη ακούοντας; — Διόλου βέβαια, είπεν ο Γλαύκων. — Πάρετέ το λοιπόν απόφασιν πως δεν θα σας ακούσωμεν.
— Άραγε, έλαβε τον λόγον ο Αδείμαντος, μήπως και δεν γνωρίζετε ότι προς το βράδυ θα γίνη έφιππος λαμπαδηδρομία προς τιμήν της Θεάς; — Έφιππος; ηρώτησα εγώ· αλήθεια, πρωτοφανές θέαμα αυτό· κρατούντες λαμπάδας θα τας μεταδίδουν από χείρα εις χείρα ενώ θα παρατρέχουν με τους ίππους; ή πώς αλλέως λέγεις;
— Έτσι όπως είπες, απήντησεν ο Πολέμαρχος, και ακόμη θα κάμουν και παννυχίδα την οποίαν αξίζει τον κόπον να ιδούμεν. Θα εξέλθωμεν μετά το δείπνον και θα συναντήσωμεν έξω και πολλούς από τους νέους, με τους οποίους θ' ανοίξωμεν ομιλίαν. Μείνετε λοιπόν και μη ζητήτε άλλα. — Καθώς φαίνεται, ανάγκη πάσα να μείνωμεν, είπεν ο Γλαύκων. — Αλλ' αφού το αποφασίζεις, επρόσθεσα και εγώ, ας γίνη κ' έτσι.
Επήγαμεν λοιπόν εις την οικίαν του Πολεμάρχου, όπου ευρίσκομεν τον Λυσίαν και τον Ευθύδημον, τους αδελφούς του Πολεμάρχου και μάλιστα τον Θρασύμαχον τον Χαλκηδόνιον και τον Χαρμαντίδην τον Παιανιέα και τον Κλειτοφώντα του Αριστωνύμου. Μέσα ήσαν ακόμη και ο πατέρας του Πολεμάρχου ο Κέφαλος· μου εφάνη ότι είχε πάρα πολύ γηράση, καθώς είχα να τον ιδώ από καιρό. Εκάθητο δε επί δίφρου στηριζόμενος επί προσκεφαλαίου και με στέφανον εις την κεφαλήν· διότι είχε κάμη θυσίαν εις την αυλήν.
Εκαθίσαμεν λοιπόν πλησίον του· διότι ήσαν τοποθετημένα εκεί γύρω του μερικά καθίσματα· μ' εχαιρέτησε εγκαρδίως ευθύς καθώς με είδεν ο Κέφαλος και είπε. — Πολύ σπανίως καταβαίνεις να μας επισκέπτεσαι εις τον Πειραιά, Σωκράτη· και όμως έπρεπε· αν βέβαια ήμην εγώ ακόμη εις θέσιν ν' αναβαίνω εύκολα εις την πόλιν, δεν θα σε υπεβάλλομεν εις τον κόπον να έρχεσαι εσύ εδώ, αλλ' ημείς θα ηρχόμεθα να σ' ευρίσκαμεν· τώρα όμως πρέπει να μας ενθυμήσαι συχνότερα· διότι πρέπει να γνωρίζης ότι δι' εμέ, όσον απομαραίνονται αι διάφοροι σωματικαί απολαύσεις, τόσον αυξάνουν η επιθυμία και η ευχαρίστησις των λόγων. Κάνε λοιπόν όπως σου λέγω· δεν εννοώ να μη συναναστρέφεσαι και με αυτούς τους νεανίσκους, αλλά έρχου κάποτε κ' εδώ να μας επισκέπτεσαι ως φίλους σου και πολύ οικείους.
— Και να ιδής, είπα εγώ, Κέφαλε, αισθάνομαι μεγάλην χαράν να συνδιαλέγωμαι με τους πολύ ηλικιωμένους· διότι μου φαίνεται ότι χρειάζεται να ζητώ από αυτούς διαφόρους πληροφορίας, ως να έχουν ήδη διατρέξη ένα δρόμον, τον οποίον ίσως γίνη ανάγκη να βαδίσωμεν και ημείς, οποίος τις να είναι αυτός τάχα, τραχύς και δύσκολος, ή εύκολος και ευδιάβατος. Κ' έτσι τώρα θα μου έκανες μεγάλην ευχαρίστησιν να μου μάθης, αφού δα ευρίσκεσαι εις το σημείον τούτο της ηλικίας, το οποίον κατώφλιον του γήρατος ονομάζουν οι ποιηταί, αν είναι δύσκολον αυτό το στάδιον της ζωής — ή πώς εσύ το κηρύττεις;
— Εγώ θα σου είπω την πάσαν αλήθειαν, Σωκράτη, πώς μου φαίνεται αυτό που ερωτάς· διότι πολλές φορές τυχαίνει και μαζευόμεθα μερικοί που έχομεν την αυτήν ηλικίαν, εφαρμόζοντες την παλαιάν παροιμίαν (όμοιος τον όμοιον). Οι περισσότεροι λοιπόν από ημάς δεν κάμνουν άλλο, παρά να θρηνολογούν, ενθυμούμενοι και ποθούντες τας ηδονάς της νεότητος, και τας περί τον έρωτα και τα συμπόσια και τας ευωχίας και τα άλλα τα ανάλογα και αγανακτούν, ως να έχουν στερηθή μεγάλα και σπουδαία πράγματα και ως να ήτο τότε αληθινά ευτυχισμένη η ζωή των, ενώ τώρα ούτε ζωή δεν αξίζει να την ονομάζη κανείς. Μερικοί δε οδύρονται και διά τους προπηλακισμούς που υφίσταται το γήρας εκ μέρους των οικείων, κ' επάνω εις όλ' αυτά ψάλλουν τον εξάψαλμον του γήρατος δι' όσα κακά τους είναι αιτία.
Εμένα όμως μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι δεν είναι αυτή η αληθινή αιτία που κατηγορούν· διότι αν πράγματι αυτό ήτο το αίτιον, και δι' εμέ βέβαια θα είχε τα ίδια κακά αποτελέσματα και δι' όλους τους άλλους που έφθασαν εις αυτήν την ηλικίαν. Και όμως έχω συναντήση ως τώρα ανθρώπους διαφορετικά σκεπτομένους, και άλλους και μάλιστα τον ποιητήν τον Σοφοκλή: Ήμην παρών κάποτε που τον ηρώτα κάποιος, εάν ήτο ακόμη ικανός να απολαμβάνη τας ερωτικάς ηδονάς· και εκείνος του απήντησε: «Δάγκασε τη γλώσσα σου, άνθρωπε! με την μεγαλυτέραν μου ευχαρίστησιν εγλύτωσα από αυτό το πράγμα, ως να απηλευθερώθην από τύραννον λυσσαμένον και άγριον. Και τότε λοιπόν έκρινα ότι είχε δίκαιον να ομιλήση κατ' αυτόν τον τρόπον, και τώρα με την ηλικίαν δεν ήλλαξα γνώμην· διότι πράγματι με το γήρας επέρχεται τελεία ειρήνη και απελευθέρωσις από τα τοιαύτα τουλάχιστον· αφού αι επιθυμίαι χάσουν την έντασίν των και χαλαρωθούν, πράγματι, καθώς το είπε και ο Σοφοκλής, είναι ως να απαλλαττώμεθα από ένα πλήθος τυράννων μαινομένων· αλλά και όλων αυτών και των προπηλακισμών ακόμη εκείνων, που παραπονούνται οι γέροντες, αφορμή δεν είναι το γήρας, Σώκρατες, αλλά ο χαρακτήρ των ανθρώπων αν έχουν χαρακτήρα μετρημένον και εύκολον, δεν τους είναι και το γήρας πάρα πολύ ανυπόφορον· ειδέ μη, διά τους άλλους, και το γήρας και η νεότης είναι πράγματα εξ ίσου επίμοχθα.
Έμεινα καταμαγευμένος από τους λόγους αυτούς του γέροντος, και διά να τον κεντήσω να εξακολουθήση ακόμη, του είπα: Εγώ, Κέφαλε, στοχάζομαι ότι οι περισσότεροι, όταν σε ακούουν να ομιλής κατ' αυτόν τον τρόπον, δεν παραδέχονται τα επιχειρήματά σου, και φρονούν ότι, αν υποφέρης με τόσην ευκολίαν το γήρας, αυτό οφείλεται όχι τόσον εις τον χαρακτήρα, αλλά εις την μεγάλην περιουσίαν την οποίαν έχεις· διότι ο πλούτος, ισχυρίζονται, παρέχει πολλά τα ανακουφιστικά.
— Πράγματι, μου απήντησε, δεν το παραδέχονται· και έχουν μεν κάποιο δίκαιον εις τας αντιρρήσεις των, όχι όμως και όσον φαντάζονται. Εδώ εφαρμόζεται ο λόγος του Θεμιστοκλέους, που είπεν εις τον Σερίφιον εκείνον, ο οποίος τον επείραζε και του έλεγε, ότι την δόξαν του την χρεωστεί όχι εις την αξίαν του, αλλά εις την πατρίδα που είχε. «Και βέβαια, απεκρίθη ο Θεμιστοκλής, ούτε εγώ θα εγενόμην ονομαστός αν ήμην Σερίφιος, αλλ' ούτε και συ αν ήσο Αθηναίος». Τον ίδιον λοιπόν λόγον θα ημπορούσε να είπη κανείς και εις τους μη πλουσίους ανθρώπους, οι οποίοι με δυσκολίαν υποφέρουν το γήρας, ότι δηλαδή, αν η πτωχεία δεν δύναται βέβαια να καταστήση πολύ υποφερτόν το γήρας εις ένα άνθρωπον μετρημένον και φρόνιμον, ούτε όμως πάλιν άνθρωπος μη τοιούτος, με όλα τα πλούτη που θα απέκτα, θα ημπορούσε να παρασκευάση δι' εαυτόν γήρας ανεκτόν.
— Αλλά δεν μου λέγεις, Κέφαλε, — ηρώτησα πάλιν εγώ — τα πολλά αυτά πλούτη, που έχεις, τα εύρες έτοιμα, ή τα επηύξησες και ο ίδιος; — Τι τα επηύξησα, Σωκράτη; εγώ ως οικονομολόγος υπήρξα το μέσον μεταξύ του πάππου μου και του πατρός μου· διότι ο πάππος μου, του οποίου φέρω και το όνομα, παραλαβών όσην σχεδόν περιουσίαν έχω και εγώ τώρα, την έκαμε πολλές φορές περισσοτέραν. Ο πατέρας μου πάλιν ο Λυσανίας την έκαμε ακόμη μικροτέραν απ' ό,τι είναι τώρα· εγώ δε θα ήμουν ευχαριστημένος εάν δεν αφήσω ολιγώτερα εις αυτούς, αλλά και κάτι μάλιστα παραπάνω απ' όσα παρέλαβον.
Σου έκαμα αυτήν την ερώτησιν — είπα εγώ — διότι πάντα μου εφάνης ότι δεν πολυαγαπάς τα χρήματα· πράγμα το οποίον συνήθως συμβαίνει εις εκείνους οι οποίοι δεν απέκτησαν οι ίδιοι τα πλούτη των· ενώ απεναντίας εκείνοι που τα αποκτούν μόνοι των, τα αγαπούν διπλάσια από τους άλλους· διότι καθώς οι ποιηταί αγαπούν τα ποιήματά των και οι πατέρες τα τέκνα των, κατά τον ίδιον τρόπον και οι αφοσιωθέντες εις την απόκτησιν χρημάτων τα αγαπούν ως δημιούργημά των, ακόμη δε, όπως και όλοι οι λοιποί άνθρωποι, και διότι τα χρησιμοποιούν κ' έτσι είναι και πολύ δύσκολοι εις τας σχέσεις των, διότι τίποτε άλλο δεν θέλουν να εκτιμούν έξω από τον πλούτον. — Έχεις δίκαιον, μου απήντησεν ο Κέφαλος. Και πολύ μεγάλον μάλιστα, επρόσθεσα εγώ· αλλά τόσον μόνον ειπέ μου ακόμη· ποίον είναι κατά την γνώμην σου το μέγιστον αγαθόν, που έχεις απολαύση από την μεγάλην σου περιουσίαν;
— Εκείνο, μου απήντησε, το οποίον ίσως και να μη μου πιστεύσουν οι πολλοί, αν το ακούσουν. Γνώριζε όμως, Σώκρατες, ότι, όταν ευρίσκεται κανείς περί τα τέλη της ζωής του, τον καταλαμβάνει ένας φόβος και μία συλλογή διά πράγματα, τα οποία ούτε έβαζε πριν εις τον νουν του· διότι όλα εκείνα που διηγούνται περί του Άδου και περί των τιμωριών, αι οποίαι περιμένουν εκεί όσους έπραξαν αδικίας εις αυτόν τον κόσμον, ενώ έως τώρα τα περιέπαιζε, τότε δα αρχίζουν και ανησυχούν την ψυχήν του, μήπως τάχα είναι αληθινά· και είτε ένεκα της αδυναμίας του γήρατος, είτε και διότι ευρίσκεται ίσως πλησιέστερον προς εκείνα, τα βλέπει κάπως τώρα καθαρώτερα. Ανησυχία λοιπόν και τρόμος γεμίζουν την ψυχήν του, και αρχίζει να εξετάζη και αναθεωρή τας πράξεις του, μήπως διέπραξε καμμίαν αδικίαν και όστις ευρίσκει εις την ζωήν του πολλά αδικήματα, ο φόβος τον κάμνει και μέσα εις τον ύπνον του να πηδά επάνω, όπως τα παιδιά, και να ζη πάντοτε εις απελπισίαν. Ενώ όσοι δεν έχουν εις την συνείδησίν των το βάρος καμμιάς αδικίας, τους παραστέκει πάντα μία ελπίς γλυκεία και αγαθή του γήρατος τροφός, καθώς λέγει και ο Πίνδαρος· διότι πράγματι με πολλήν χάριν το είπεν εκείνος, Σώκρατες, ότι όστις διέλθη την ζωήν του με δικαιοσύνην και ευσέβειαν,
γλυκειά η ελπίδα του ακλουθά
συντρόφισσα στα γερατειά του,
που θεραπεύει την καρδιά
και κυβερνάει τα λογικά
του ανθρώπου του αστάτου.
Όπως πολύ θαυμάσια τα λέγει. Ως προς τούτο λοιπόν εγώ θεωρώ ότι τα πλούτη έχουν μεγάλην αξίαν, όχι διά κάθε άνθρωπον βέβαια, αλλά διά τον μετρημένον και φρόνιμον. Συντείνουν δηλαδή κατά μέγα μέρος εις το να μη εξαναγκασθή κανείς έστω και ακουσίως να εξαπατήση ή γελάση τον άλλον και να μη αναχωρήση διά τον άλλον κόσμον φοβισμένος εάν τύχη να οφείλη ή θυσίας εις θεόν τινα ή χρήματα εις άνθρωπον, και άλλας βεβαίως πολλάς ωφελείας παρέχουν^ αλλ' εγώ τουλάχιστον, αν τα σταθμίσω έν προς έν, θα έκρινα, ότι αυτή είναι όχι η μικροτέρα χρησιμότης του πλούτου δι' άνθρωπον όστις έχει νουν.
— Ωραιότατα λέγεις, είπον εγώ, Κέφαλε· αλλ' αυτό το πράγμα, την δικαιοσύνην, πώς τάχα θα το ορίσωμεν; ότι σημαίνει απλώς: να λέγωμεν την αλήθειαν και να αποδίδωμεν εκείνα τα οποία ηθέλομεν λάβη παρά τινος, ή μήπως ημπορεί και αυτά ενίοτε μεν να είναι δίκαια, ενίοτε όμως και άδικα; παραδείγματος χάριν, εάν τις ήθελε λάβη παρ' ενός φίλου του όπλα και έπειτα εκείνος ο φίλος τύχη και παραφρονήση, αν του τα ζητή οπίσω, πας τις βεβαίως οφείλει να παραδεχθή, ότι ούτε πρέπει να του τα αποδώση, ούτε δίκαιος θα ημπορούσε να ονομασθή αν του τα απέδιδε· επίσης και να λέγη πάσαν ανυποκρίτως την αλήθειαν εις άνθρωπον διατελούντα εν τοιαύτη καταστάσει. — Ορθά τα λέγεις, είπεν εκείνος. — Δεν είναι λοιπόν αυτός ο ορισμός της δικαιοσύνης, να λέγη τις την αλήθειαν και να αποδίδη εκείνα τα οποία ήθελε λάβη.
— Είναι και παραείναι, Σώκρατες, — είπεν ο Πολέμαρχος λαβών τον λόγον — εάν τουλάχιστον οφείλωμεν να πιστεύσωμεν τον Σιμωνίδην. — Κ' επάνω εις αυτό — είπεν ο Κέφαλος — σας παραδίδω τον λόγον· διότι πρέπει να πηγαίνω να φροντίσω διά την θυσίαν μου. — Και λοιπόν, είπον εγώ, ορίζεις τον Πολέμαρχον κληρονόμον σου; — Βεβαιότατα, απήντησεν εκείνος γελάσας· και συγχρόνως εξήλθε διά την θυσίαν του. — Λέγε μας λοιπόν, είπον εγώ, εσύ ο κληρονόμος του λόγου, τι λέγει ο Σιμωνίδης περί δικαιοσύνης, το οποίον συ παραδέχεσαι ότι είναι ορθόν; — Λέγει, απήντησεν εκείνος, ότι δίκαιον είναι το να αποδίδωμεν εις έκαστον τα οφειλόμενα· και εις τούτο ευρίσκω εγώ ότι έχει πληρέστατον δίκαιον. — Αλλά βέβαια, είπον εγώ, δεν είναι εύκολον να απιστή κανείς εις τον Σιμωνίδην· διότι είναι σοφός και θείος άνθρωπος. Τι είναι όμως ακριβώς εκείνο το οποίον λέγει, συ μεν ίσως, Πολέμαρχε, να το γνωρίζης, εγώ όμως το αγνοώ· διότι είναι φανερόν ότι δεν εννοεί βέβαια, αυτό που ελέγομεν ημείς προ ολίγου, ότι δηλ. οφείλει τις να αποδώση εις ένα άνθρωπον ο οποίος έχασε τας φρένας του μίαν παρακαταθήκην, την οποίαν του ενεπιστεύθη εκείνος όταν τας είχε ακόμη, διότι βέβαια και η παρακαταθήκη είναι πράγμα οφειλόμενον· ή όχι; — Ναι — Ώστε κατ' ουδένα τρόπον δεν πρέπει να το αποδώσωμεν, όταν το ζητή άνθρωπος μη ευρισκόμενος εις τα λογικά του; — Αυτό είναι βέβαιον, απήντησεν εκείνος. — Κάτι άλλο λοιπόν εννοεί, καθώς φαίνεται, ο Σιμωνίδης, όταν λέγη ότι είναι δίκαιον να αποδίδωμεν τα οφειλόμενα. — Χωρίς αμφιβολίαν, είπεν εκείνος· καθόσον φρονεί, ότι οφείλουν οι φίλοι να κάμνουν καλόν εις τους φίλους των, ουδέποτε όμως κακόν. — Α, τώρα ενόησα, είπα εγώ, ότι δηλ. δεν αποδίδει τα οφειλόμενα, εκείνος όστις π. χ. αποδίδει μίαν χρηματικήν παρακαταθήκην εις τον φίλον, που του την ενεπιστεύθη, εάν και η απόδοσις και η παραλαβή είναι βλαβερά· αυτό δεν λέγεις ότι είναι το νόημα του Σιμωνίδου; — Βεβαιότατα. — Εις τους εχθρούς του όμως οφείλει τις να αποδίδη ό,τι τύχη να τους οφείλη; — Αναμφιβόλως, απήντησεν, εκείνο τουλάχιστον που τους οφείλεται· οφείλεται δε, κατά την γνώμην μου, εις τον εχθρόν εκ μέρους του εχθρού, εκείνο ακριβώς και που του αρμόζει, δηλ. κακόν. — Διετύπωσε λοιπόν, καθώς φαίνεται, είπον εγώ, ο Σιμωνίδης ολίγον αινιγματωδώς, ως ποιητής που είναι, το δίκαιον, διότι είχε μεν εις τον νουν του κατά πάσαν πιθανότητα, ότι δίκαιον είναι το να αποδίδη τις εις έκαστον εκείνο που του αρμόζει, τούτο δε ωνόμασεν οφειλόμενον. — Αλλά τι άλλο νομίζεις; μου απήντησε. — Κάμε μου λοιπόν την χάριν και άκουσε. Εάν κανείς τον ηρώτα· «Ω Σιμωνίδη, ιατρική καλείται η τέχνη, η οποία εις τίνας και τι το οφειλόμενον ή αρμόζον αποδίδει;» τι νομίζεις ότι θα μας απεκρίνετο; — Φανερόν ότι, απήντησεν, εκείνη η οποία προσφέρει εις τα σώματα τα φάρμακα, τας τροφάς και τα ποτά. — Τέχνη πάλιν μαγειρική καλείται εκείνη η οποία εις τίνας και τι το οφειλόμενον ή αρμόζον αποδίδει; — Εις τα φαγητά τα καρυκεύματά των.
— Σύμφωνοι. Λοιπόν δικαιοσύνη θα εκαλείτο η τέχνη, η οποία εις τίνας τι αποδίδει; — Εάν πρέπη να είμεθα συνεπείς με εκείνα τα οποία είπομεν πριν, εκείνη η οποία αποδίδει εις τους φίλους και τους εχθρούς ωφελείας και βλάβας. — Το να ευεργετή λοιπόν κανείς τους φίλους του και να βλάπτη τους εχθρούς του, αυτό ονομάζει δικαιοσύνην; — Έτσι μου φαίνεται. — Ποίος λοιπόν είναι ικανώτατος να κάμνη καλόν εις φίλους ασθενούντας και κακόν εις τους εχθρούς εις ό,τι αποβλέπει την ασθένειαν και την υγιείαν; — Ο ιατρός. — Και ποίος εις τους ταξιδεύοντας, όσον αφορά τους κινδύνους της θαλάσσης; — Ο κυβερνήτης.
— Ο δε δίκαιος πάλιν, εις ποίαν πράξιν και όσον αφορά ποίον έργον είναι ικανώτατος να ωφελή τους φίλους και να βλάπτη τους εχθρούς; — Εις τον πόλεμον, μου φαίνεται, μαχόμενος μεν εναντίον αυτών, υπερασπιζόμενος δε εκείνους. — Έστω· εις τους μη ασθενούντας όμως, φίλε Πολέμαρχε, ο ιατρός είναι άχρηστος. — Πραγματικώς. — Και εις τους μη ταξιδεύοντας επίσης ο κυβερνήτης. — Ναι. Και ο δίκαιος άρα γε κατά τον αυτόν λόγον είναι άχρηστος εις τους μη πολεμούντας; — Δεν ημπορώ να το παραδεχθώ ολότελα αυτό. — Ώστε είναι χρήσιμον άρα γε πράγμα και εν ειρήνη η δικαιοσύνη; — Χρήσιμον. — Αλλά και η γεωργία είναι επίσης· ή όχι; — Ναι. — Διά την εσοδείαν βέβαια καρπού. — Ναι. — Αλλά και το επάγγελμα προσέτι του υποδηματοποιού; — Ναι. — Προς κατασκευήν βέβαια υποδημάτων, μου φαίνεται ότι θα απήντας. — Σωστά.
— Αι, λοιπόν! η δικαιοσύνη προς ποίαν χρήσιν ή προς ποίον έργον θα μου απαντούσες ότι είναι ωφέλιμος εν ειρήνη; — Εις τας συναλλαγάς, Σωκράτη. — Συναλλαγάς δε εννοείς τους συνεταιρισμούς, ή τίποτε άλλο; — Αυτό ακριβώς. — Άρα γε λοιπόν εις το παιγνίδιον των κύβων έξαφνα καλός και χρήσιμος σύντροφος θα ήτο ο δίκαιος, ή ο εξ επαγγέλματος παίκτης; — Ο παίκτης. — Και όσον αφορά την συναρμογήν πλίνθων και λίθων, ο δίκαιος θα ήτο χρησιμότερος και προτιμότερος να συνεργασθή μαζί σου, παρά ο οικοδόμος; — Κάθε άλλο βέβαια. — Αλλά περί τίνος λοιπόν πράγματος προκειμένου θα επεζήτεις την σύμπραξιν του δικαίου μάλλον παρά του μουσικού, όπως πάλιν έξαφνα θα ήτο μάλλον επιζήτητος ο μουσικός προκειμένου περί κανενός οργάνου; — Μα, μου φαίνεται, εάν επρόκειτο περί διαχειρίσεως χρημάτων. — Εκτός όμως πάλιν ίσως, Πολέμαρχε, όταν θα εχρειάζετο να κάμης χρήσιν χρημάτων, εις περίπτωσιν που απεφασίζετο να προβήτε από κοινού εις αγοράν ή πώλησιν κανενός ίππου· διότι τότε, νομίζω, θα εχρειάζετο ο ειδικός εμπειρογνώμων· ή όχι; — Φαίνεται. — Όπως και αν επρόκειτο περί πλοίου, ο ναυπηγός ή ο κυβερνήτης. — Μάλιστα. — Ποίαν λοιπόν από κοινού χρήσιν όταν θέλω να κάμω των χρημάτων μου, θα μου ήτο ο δίκαιος χρησιμώτερος από κάθε άλλον; — Όταν θέλης να τα βάλης παρακαταθήκην και να τα διαφυλάξης από πάσαν απώλειαν. — Α, ώστε λοιπόν λέγεις, όταν δεν θέλω να τα εργασθώ, αλλά να τα αφήσω να κάθωνται; — Εννοείται. — Όταν λοιπόν είναι άχρηστα τα χρήματα, τότε είναι χρήσιμος δι' αυτά η δικαιοσύνη. — Καθώς φαίνεται . . . — Και όταν λοιπόν πρέπη να διαφυλάξω και κανέν δρέπανον ή ιδικόν μου ή από κοινού με κανένα άλλον, και τότε θα μου χρησιμεύση η δικαιοσύνη· ενώ, όταν πρόκειται να το μεταχειρισθώ, η αμπελουργική. — Φαίνεται. — θα είπης επομένως, και όταν χρειασθή να φυλάξω καμμίαν ασπίδα και λύραν και να μην τα μεταχειρίζωμαι, ότι είναι χρήσιμος τότε η δικαιοσύνη, ενώ εις την εναντίαν περίπτωσιν η οπλομαχητική και η μουσική. — Κατ' ανάγκην. — Ώστε και δι' όλα τα άλλα η δικαιοσύνη άχρηστος μεν είναι διά την χρήσιν εκάστου πράγματος, χρήσιμος δε μόνον διά την αχρηστίαν του;
— Εκεί καταντά.
— Δεν θα ήτο λοιπόν, φίλε μου, και πάρα πολύ σπουδαίον πράγμα η δικαιοσύνη, εάν η χρησιμότης της περιωρίζετο μόνον εις τα άχρηστα· και παρακολούθησε τώρα αυτόν τον συλλογισμόν μου. Άρα γε εκείνος όστις, είτε εις την πυγμαχίαν είτε και εις άλλην τινά μάχην, είναι επιτηδειότατος να καταφέρη κτυπήματα, δεν είναι συγχρόνως και επιτηδειότατος να προφυλαχθή από τα πλήγματα του αντιπάλου του; — Είναι βεβαιότατα. — Άρα λοιπόν και εκείνος που είναι ικανώτατος να προφυλαχθή από νόσον, δεν είναι και ο πλέον επιτήδειος να την εμβάλη εις ένα άλλον: — Μου φαίνεται. — Τοιουτοτρόπως πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι εκείνος είναι ο άριστος φύλαξ ενός στρατοπέδου, όστις δύναται να προβλέψη και να κλέψη τα σχέδια και τας λοιπάς πράξεις των εχθρών — Χωρίς αμφιβολίαν. — Κατά συνέπειαν ο καταλληλότατος φύλαξ ενός πράγματος είναι συνάμα και ο επιτηδειότατος κλέπτης αυτού. — Φαίνεται.
— Εάν επομένως ο δίκαιος είναι ικανός να φυλάξη χρήματα, θα ήτο επίσης και ικανώτατος να τα κλέψη. — Αυτό τουλάχιστον είναι το συμπέρασμα του συλλογισμού μας. — Νά λοιπόν που απεδείχθη κλέπτης ο δίκαιος· και φαίνεται να έλαβες αυτό το μάθημα από τον Όμηρον· διότι και εκείνος έχει ιδιαιτέραν στοργήν προς τον Αυτόλυκον, τον προς μητρός πάππον του Οδυσσέως, και λέγει ότι υπερέβαινεν όλους τους ανθρώπους εις την κλεπτοσύνην και την ψευδορκίαν· και φαίνεται επομένως και κατά σε και κατά τον Όμηρον και κατά τον Σιμωνίδην, ότι η δικαιοσύνη είναι κάποια τέχνη κλοπής, μόνον όπου γίνεται προς ωφέλειαν των φίλων και προς βλάβην των εχθρών· δεν έλεγες έτσι; — Όχι βέβαια, μα τον θεόν! Αλλά και εγώ δεν γνωρίζω τώρα τι έλεγα· εις αυτό όμως επιμένω ακόμη, ότι η δικαιοσύνη ωφελεί μεν τους φίλους βλάπτει δε τους εχθρούς.
— Αλλά τι εννοείς λέγων φίλους; εκείνους, οι οποίοι μας φαίνονται άνθρωποι χρηστοί, ή εκείνους, οι οποίοι είναι πράγματι χρηστοί, και αν ακόμη δεν τους θεωρούμεν τοιούτους; το ίδιον δε και περί των εχθρών; — Φυσικόν είναι, όσους θεωρούμεν χρηστούς να τους αγαπώμεν, και όσους πάλιν νομίζομεν φαύλους να τους μισώμεν. — Αλλά τάχα δεν συμβαίνει πολλές φορές να απατώνται οι άνθρωποι εις τας κρίσεις των και να νομίζουν χρηστούς πολλούς ανθρώπους δίχως να είναι, και το εναντίον; — Βεβαίως συμβαίνει. — Ώστε εις τους τοιούτους οι μεν αγαθοί είναι εχθροί, οι δε κακοί φίλοι. — Μάλιστα. — Αλλ' όμως έχουν δίκαιον τότε αυτοί να ωφελούν μεν τους πονηρούς, να βλάπτουν δε τους αγαθούς. — Φαίνεται. — Και όμως οι αγαθοί είναι δίκαιοι και ανίκανοι να προξενήσουν κακόν. — Αληθέστατον. — Σύμφωνα όμως με τον λόγον σου είναι δίκαιον να βλάπτωμεν ανθρώπους, που δεν μας κάμνουν κανένα κακόν. — Το αποκρούω αυτό διαρρήδην, Σώκρατες· είναι ημαρτημένον προφανώς το συμπέρασμα. — Τους αδίκους λοιπόν είναι δίκαιον να βλάπτωμεν, τους δε δικαίους να ωφελούμεν. — Αυτό φαίνεται σωστότερον. — Θα συμβή όμως εις πολλούς, Πολέμαρχε, οίτινες απατώνται εις τας περί των ανθρώπων κρίσεις των, να είναι δίκαιον τους μεν φίλους να βλάπτουν, διότι τους θεωρούν φαύλους, τους δε εχθρούς να ωφελούν, διότι είναι κατ' αυτούς χρηστοί. Και έτσι φθάνομεν εις το αντίθετον συμπέρασμα από εκείνο, που είπομεν ότι εννοεί ο Σιμωνίδης.
— Και πράγματι, είπεν, εκεί καταντώμεν αλλ' ας μεταβάλωμεν τον ορισμόν του φίλου και του εχθρού, αφού φαίνεται πως δεν τον εθέσαμεν εξ αρχής ορθώς. — Και πώς τον εθέσαμεν, Πολέμαρχε; — Ότι φίλος είναι εκείνος που τον θεωρούμεν ως χρηστόν. — Και τώρα πώς να τον μεταβάλωμεν; ηρώτησα εγώ. — Εκείνος ο οποίος και θεωρείται και είναι πράγματι χρηστός· ενώ εκείνος ο οποίος απλώς νομίζεται τοιούτος, χωρίς και να είναι πράγματι, μόνον κατά το φαινόμενον θα ήτο φίλος· το ίδιον δε ισχύει και περί του εχθρού. — Ώστε κατά τούτον τον λόγον, όπως φαίνεται, φίλος μεν θα είναι ο αγαθός άνθρωπος, εχθρός δε ο φαύλος. — Ναι. — Δίδεις λοιπόν την άδειαν να κάμωμεν μίαν προσθήκην και εις τον προηγούμενον εκείνον ορισμόν μας της δικαιοσύνης, κατά τον οποίον ελέγομεν ότι δίκαιον είναι να ωφελούμεν τον φίλον και να βλάπτωμεν τον εχθρόν; και να λέγωμεν τώρα, ότι δίκαιον είναι να ωφελούμεν τον φίλον, όταν ούτος είναι χρηστός άνθρωπος, να βλάπτωμεν δε τον εχθρόν, όταν είναι φαύλος; — Συμφωνότατος, μου απεκρίθη, κ' έτσι μάλιστα, καμμίαν αντιλογίαν δεν θα επεδέχετο το πράγμα.
— Αλλά πώς; είπον εγώ· είναι τάχα ίδιον του δικαίου, να κάμνη κακόν, έστω και εις οιονδήποτε άνθρωπον; — Αναμφιβόλως, μου απεκρίθη, οφείλει βέβαια τουλάχιστον εις τους εχθρούς οι οποίοι είναι φαύλοι. — Και δεν μου λέγεις, οι ίπποι εις τους οποίους κάμνουν κακόν, γίνονται καλύτεροι ή χειρότεροι: — Χειρότεροι. — Ως προς τι; ως προς τας αρετάς άρα γε που προσιδιάζουν εις αυτούς, ή εις τους σκύλους; — Εις αυτούς βέβαια.
Και οι σκύλοι επομένως, όταν τους κάμνουν κακόν, γίνονται χειρότεροι ως προς τας αρετάς, αι οποίαι προσιδιάζουν εις αυτούς και όχι εις τους ίππους. — Κατ' ανάγκην. — Και περί των ανθρώπων λοιπόν, φίλε μου, δεν θα είπωμεν κατά τον ίδιον τρόπον, ότι βλαπτόμενοι γίνονται χειρότεροι εις την προσιδιάζουσαν εις αυτούς αρετήν; — Πολύ μάλιστα. — Αλλά η δικαιοσύνη δεν είναι ανθρωπίνη αρετή; — Δεν υπάρχει αντίρρησις. — Επομένως οι βλαπτόμενοι άνθρωποι ανάγκη πάσα να γίνωνται αδικώτεροι. — Φαίνεται.
— Αλλά οι μουσικοί εν τη ιδιότητι της τέχνης των ημπορούν να καταστήσουν τινά άμουσον; — Αδύνατον. — Και ένας διδάσκαλος της ιππικής ημπορεί με την τέχνην του να κάμη κάποιον ανίκανον εις αυτήν; — Δεν ημπορεί. — Αλλά με την δικαιοσύνην λοιπόν οι δίκαιοι να κάμουν αδίκους; ή και γενικώς οι αγαθοί με την αρετήν να κάμουν κακούς; — Αλλά αδύνατον. — Διότι βέβαια δεν είναι της θερμότητος το έργον να παράγη ψύχος, αλλά του αντιθέτου της. — Βέβαια. — Ούτε του αγαθού να προξενή κακόν, αλλά του εναντίου του. — Φαίνεται.
— Αλλά ο δίκαιος άνθρωπος είναι αγαθός; — Είναι βέβαια. — Δεν είναι λοιπόν του δικαίου το έργον να κάμνη κακόν, Πολέμαρχε, εις κανένα ούτε εις φίλον ούτε εις οποιονδήποτε άλλον, αλλά του εναντίου του, δηλ. του ανθρώπου του αδίκου. — Παραδέχομαι ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον, Σωκράτη.
— Εάν λοιπόν λέγη κανείς, ότι η δικαιοσύνη είναι το να αποδίδη τις εις έκαστον τα οφειλόμενα, και εννοεί δι' αυτού ότι ο δίκαιος άνθρωπος οφείλει εις μεν τους εχθρούς βλάβην, εις δε τους φίλους ωφέλειαν, δεν ήτο βέβαια σοφός εκείνος που το είπε· διότι δεν έλεγε την αλήθειαν, εύρομεν δε προ ολίγου ότι ουδέποτε είναι δίκαιον να βλάπτη τις. — Είμαι σύμφωνος. — Και θα αντικρούσωμεν επομένως από κοινού, εγώ και συ, πάντα όστις ήθελεν ισχυρισθή ότι είπε τοιούτον πράγμα ή ο Σιμωνίδης ή ο Βίας ή ο Πιττακός ή κανείς άλλος από τους σοφούς και μακαρίους άνδρας. — Έτοιμος να λάβω το μέρος μαζί σου, απεκρίθη. — Αλλά γνωρίζεις τίνος μου φαίνεται ότι είναι αυτό το αξίωμα, που λέγει ότι δίκαιον είναι τους μεν φίλους να ωφελούμεν, τους δε εχθρούς να βλάπτωμεν; Τίνος; ηρώτησε. — Στοχάζομαι ότι θα είναι ή του Περιάνδρου ή του Περδίκκα ή του Ξέρξου ή του Ισμηνίου του Θηβαίου ή κανενός άλλου πλουσίου, που είχε μεγάλην ιδέαν διά την δύναμίν του. — Αλήθεια λέγεις. — Έστω. είπα εγώ, αλλ' αφού ευρέθη ότι ουδέ εις τούτο έγκειται η δικαιοσύνη, πώς λοιπόν αλλέως να την ορίση κανείς;
Καθ' όλον αυτόν τον διάλογόν μας πολλές φορές ο Θρασύμαχος έκαμε εν τω μεταξύ να μας διακόψη και να αναμιχθή, εις την συζήτησιν, συνεκρατείτο όμως υπό των παρακαθημένων, οι οποίοι ήθελον να μας ακούσουν ως το τέλος. Αφού όμως ετελειώσαμεν πλέον, και είπα εγώ αυτά, δεν ημπόρεσε πλέον να κρατηθή, αλλά συστραφείς ως θηρίον εχύθηκε κατ' επάνω μας, ως διά να μας διασπαράξη. Και εγώ και ο Πολέμαρχος εζαρώσαμεν από τον φόβον μας. Εκείνος δε ανέκραξεν εις το μέσον. — Τι είναι αυτή η φλυαρία που σας κρατεί τόση ώρα, Σωκράτη; Και τι μας παίζετε τους κουτούς, προσποιούμενοι πότε ο ένας πότε ο άλλος ότι πέφτει εις το πάλαιμα; Αλλ' αν θέλης αληθινά να γνωρίσης τι είναι το δίκαιον, να μη περιορίζεσαι να ερωτάς μόνον, και να ικανοποιής την ματαιοδοξίαν σου ελέγχων τας αποκρίσεις των άλλων, αλλά να αποκριθής και συ ο ίδιος και να μας ειπής, τι λέγεις ότι είναι το δίκαιον· πρόσεχε όμως μη μου απαντήσης ότι είναι το πρέπον, ή το ωφέλιμον, ή το επικερδές, ή το συμφέρον, αλλά να μου λέγης σαφώς και ακριβώς ό, τι έχεις να είπης· διότι δεν είμαι εγώ από εκείνους να τα χάφτω, εάν μας λέγης τέτοια αερολογήματα.
Και εγώ εις το άκουσμα αυτό εξαφνίστηκα, τα έχασα, τον έβλεπα μετά τρόμου, και νομίζω και την φωνήν μου θα έχανα, αν δεν τον εκύτταζα εγώ πριν να με κυττάξη εκείνος· διότι ευτυχώς επρόλαβα και τον εκύτταξα πρώτος, μόλις ήρχισε να εξαγριώνεται, και έτσι ημπόρεσα να του αποκριθώ, και του είπα με μια κάποια τρεμούλα. — Μην είσαι, Θρασύμαχε, τόσον σκληρός μαζί μας! εάν υπεπέσαμεν εις κανένα σφάλμα κατά την εξέλιξιν του διαλόγου μας, έσο πεπεισμένος ότι δεν το εκάμαμεν εκουσίως. Εάν επρόκειτο έξαφνα περί αναζητήσεως χρυσίου, δεν θα επίστευες βέβαια ποτέ ότι θα ημπορούσαμεν να κάμνωμεν εκουσίως αυτάς τας αμοιβαίας υποχωρήσεις προς αλλήλους κατά την αναζήτησίν του και θα εχάναμεν άδικα τους κόπους μας διά να το εύρωμεν· πολλώ μάλλον αφού επρόκειτο περί δικαιοσύνης, που είναι από όλον τον χρυσόν του κόσμου πολυτιμότερον, δεν ήτο δυνατόν βέβαια να υποχωρούμεν τόσον ανόητα προς αλλήλους και να μη βάζωμεν όλα μας τα δυνατά διά να το ανακαλύψωμεν μίαν ώραν αρχύτερα· να είσαι πεπεισμένος δι' αυτό. φίλε μου· αλλά, φαίνεται, δεν έφθαναν ως εκεί αι δυνάμεις μας· και σεις οι σπουδαίοι είναι φυσικώτερον να οικτίρετε μάλλον την αδυναμίαν μας παρά να αγανακτήτε μαζί μας.
— Μα τον Ηρακλέα! είπε τότε ο Θρασύμαχος ανακαγχάζων με ένα προσποιημένον γέλωτα, νά την η συνηθισμένη εκείνη ειρωνεία του Σωκράτους· αλλά τα ήξευρα εγώ και τα προέλεγα εις αυτούς, ότι συ θα απέφευγες να απαντήσης και θα το εγύριζες εις τας ειρωνείας, και ότι κάθε άλλο θα έκανες παρά να αποκριθής, εάν σε ερωτήση κανείς. — Αληθινά σοφός είσαι, Θρασύμαχε, του είπα εγώ· το ήξευρες πολύ καλά ότι, αν ερωτούσες κανένα, «πόσα είναι τα δώδεκα», συγχρόνως όμως του προέλεγες· «κύτταξε μόνον να μη μου απαντήσης ότι είναι δύο φορές έξ ή τρείς φορές τέσσερα, ή έξ φορές δύο, ή τέσσαρες φορές τρία, διότι δεν θα παραδεχθώ να ακούσω τοιαύτας φλυαρίας», το ήξευρες, λέγω, εκ των προτέρων, ότι κανείς δεν θα ημπορούσε να σου απαντήση εις ερώτησιν την οποίαν έθεσες τοιουτοτρόπως· αλλ' αν σου έλεγε· «τι είναι αυτά, Θρασύμαχε; να μη σου δώσω καμμίαν από αυτάς τας αποκρίσεις, που απηγόρευσες, και αν ακόμη μέσα εις αυτάς περιείχετο η μόνη αληθινή, παρά να σου είπω άλλο τι, έξω από αυτήν;», τι θα του έλεγες;
— Ναι δα! απήντησεν ο Θρασύμαχος· πόσον είναι όμοιον μ' εκείνο! — Δεν έχει να κάμη τίποτε, είπα εγώ· διότι και αν δεν είναι όμοιον, φαίνεται όμως τοιούτον εις τον ερωτηθέντα, νομίζεις ότι δεν θα δώση εκείνος την απάντησιν που του φαίνεται ορθή, είτε του το απαγορεύσωμεν ημείς, είτε όχι; — Αυτό λοιπόν έχεις και συ σκοπόν να κάμης; μου είπε· σκέπτεσαι να δώσης καμμίαν από τας απαντήσεις που σου απηγόρευσα;
— Δεν θα ήτο διόλου παράξενον, του απήντησα εγώ, εάν, αφού εξήταζα καλά το ζήτημα, ελάμβανα τοιαύτην απόφασιν.
— Τι θα ειπής όμως, εάν εγώ σου δείξω άλλην απόκρισιν διαφορετικήν από όλας εκείνας και συγχρόνως καλυτέραν εν σχέσει με την δικαιοσύνην; τι δέχεσαι να πάθης; — Τι άλλο, απήντησα εγώ, παρά ό, τι ταιριάζει να παθαίνη εκείνος που δεν γνωρίζει κάτι; δηλαδή, να το μάθη από τον γνωρίζοντα· και εγώ λοιπόν δέχομαι να το πάθω αυτό.
— Είσαι νόστιμος, μου είπε· να μάθης βέβαια, αλλά να πληρώσης συγχρόνως και χρήματα. — Όταν μου ευρεθούν . . . — Ευρίσκονται, ευρίσκονται, είπεν ο Γλαύκων αν πρόκειται διά χρήματα, λέγε, Θρασύμαχε· διότι όλοι ημείς θα συνεισφέρωμεν διά τον Σωκράτη. — Ναι· πώς όχι, απήντησεν εκείνος, διά να κάμη πάλιν ο Σωκράτης τα συνηθισμένα του, να μην αποκρίνεται ο ίδιος, αλλά να λαμβάνη τον λόγον και να εξελέγχη τας αποκρίσεις του άλλου. — Μα και πώς, καλέ μου άνθρωπε, είπα εγώ, θέλεις να αποκρίνεται ένας ο οποίος πρώτον μεν δεν γνωρίζει και ομολογεί την άγνοιάν του, έπειτα, και αν έχη και καμμίαν ιδέαν περί αυτών, του απηγορεύθη από άνθρωπον όχι αξιοκαταφρόνητον να απαντήση τίποτε από εκείνα που νομίζει σωστά; Ώστε συ είναι φυσικώτερον να λάβης τον λόγον, αφού μάλιστα ισχυρίζεσαι ότι γνωρίζεις και έχεις να ειπής κάτι περί της δικαιοσύνης· μη θέλης λοιπόν παρακλήσεις, αλλά και εμένα κάμε μου την χάριν, και διά τον Γλαύκωνα αυτόν και τους άλλους μη φθονής τα φώτα σου.
Αφού είπα αυτά, και ο Γλαύκων και οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των· και ο Θρασύμαχος εφαίνετο μεν ότι διεφλέγετο υπό της επιθυμίας να ομιλήση, διά να επισπάση την επιδοκιμασίαν του ακροατηρίου, επειδή ήτο πεπεισμένος ότι θα έλεγε θαυμάσια πράγματα· αλλ' ακόμη έκαμνεν ότι επροσποιείτο και επέμενεν εις το ότι εγώ είμαι ο αποκρινόμενος.
Εις το τέλος υπεχώρησε και — Αυτή δα, είπεν, είναι η σοφία του Σωκράτους, να μη θέλη ο ίδιος να διδάσκη, αλλά να γυρίζη και να μανθάνη από τους άλλους, χωρίς μάλιστα και να τους το γνωρίζη χάριν. — Ότι πράγματι μανθάνω από τους άλλους, είπα εγώ, αυτό είναι η αλήθεια, Θρασύμαχε· έχεις άδικον όμως να λέγης και ότι δεν τους το χρεωστώ χάριν· εγώ απεναντίας πληρώνω, όπως ημπορώ, το χρέος μου· και ημπορώ μόνον να επαινώ· διότι χρήματα δεν έχω· και πόσον πρόθυμα το κάμνω αυτό, θα το γνωρίσης και συ πολύ καλά αμέσως, αφού αποκριθής· διότι στοχάζομαι ότι θα είπης ωραία πράγματα.
— Άκουε λοιπόν, είπεν εκείνος. Λέγω ότι το δίκαιον δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυροτέρου. Μα πώς; δεν επικροτείς λοιπόν; Δεν σε βλέπω πολύ πρόθυμον. — Πώς; του απήντησα· αφού όμως πρώτα καταλάβω τι εννοείς· διότι ακόμη δεν ενόησα· ισχυρίζεσαι ότι δίκαιον είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου· και τι εννοείς μ' αυτό, Θρασύμαχε; διότι βέβαια δεν θέλεις να είπης ότι, αφού ο Πολυδάμας ο αθλητής είναι ισχυρότερός μας και τον συμφέρει προς διατήρησιν των σωματικών του δυνάμεων να τρώγη βωδινά κρέατα, το ίδιον είναι και δι' ημάς τους ασθενεστέρους του συμφέρον και δίκαιον.
— Είσαι άνοστος, Σωκράτη· και πάντα ζητείς να τα γυρίζης εις τρόπον που να καταστρέφης την συζήτησιν. — Κάθε άλλο, καλέ μου, του απήντησα εγώ· μόνον να μου ειπής σαφέστερον τι εννοείς. — Και δεν γνωρίζεις λοιπόν, μου είπεν, ότι άλλαι μεν πόλεις έχουσι μοναρχικά πολιτεύματα, άλλαι δε αριστοκρατικά και άλλαι τέλος, δημοκρατικά; — Το γνωρίζω.
— Λοιπόν εις εκάστην πολιτείαν δεν είναι ισχυρότερον εκείνο το οποίον έχει την κυβέρνησιν των πραγμάτων; — Βεβαιότατα.
— Και εκάστη κυβέρνησις δεν θέτει τους νόμους συμφώνως προς το συμφέρον της, η μεν δημοκρατία δημοκρατικούς, η βασιλεία μοναρχικούς, και αι λοιπαί ομοίως; Και αφού άπαξ τους θέσουν, ορίζουν ότι τούτο είναι δίκαιον διά τους υπηκόους, εκείνο δηλ. που συμφέρει εις τον εαυτόν τους, και όσοι τολμήσουν να εξέλθουν από αυτό τους τιμωρούν, ως παρανομούντας και αδικούντας· αυτό λοιπόν είναι, σοφολογιώτατέ μου, που λέγω ότι εις όλας τας πόλεις είναι το ίδιον το δίκαιον, δηλ. το συμφέρον της υφισταμένης εξουσίας· αυτή δε είναι, ως γνωστόν, το ισχυρότερον, ώστε συμβαίνει διά τον γνωρίζοντα να σκέπτεται, να είναι το αυτό παντού και πάντοτε το δίκαιον, δηλ. το συμφέρον του ισχυροτέρου.
— Τώρα μάλιστα, ενόησα τι λέγεις, είπα εγώ· αν όμως είναι και αληθές αυτό, ή όχι, θα προσπαθήσω να το καταλάβω. Το συμφέρον λοιπόν απεκρίθης και συ Θρασύμαχε, ότι είναι το δίκαιον· αν και εις εμένα απηγόρευες τότε να απαντήσω έτσι, με μόνην την διαφοράν ότι επρόσθεσες εσύ και του ισχυροτέρου. — Μικρά ίσως προσθήκη, είπεν εκείνος. — Δεν ηξεύρομεν ακόμη αν δεν είναι και μεγάλη· τούτο μόνον ηξεύρω, ότι πρέπει να εξετάσωμεν εάν είναι αληθές αυτό που λέγεις· διότι επειδή και εγώ οπωσδήποτε είμαι σύμφωνος, ότι το δίκαιον είναι κάποιο συμφέρον, εσύ δε προσθέτεις και λέγεις: το συμφέρον του ισχυροτέρου — πράγμα το οποίον εγώ αγνοώ — ανάγκη να το εξετάσωμεν. — Εξέταζε λοιπόν. — Αυτό και θα κάμω· αλλά ειπέ μου, και το να πείθεται κανείς εις τους άρχοντας, δεν λέγεις ότι είναι δίκαιον και αυτό; — Βεβαιότατα. — Αλλά οι άρχοντες εις τας διαφόρους πόλεις είναι τάχα αναμάρτητοι, ή δύνανται και αυτοί να υποπέσουν εις σφάλματα; — Βεβαίως δύνανται. — Ώστε όταν αναλαμβάνουν να θέσουν νόμους, άλλους μεν θέτουν ορθώς, μερικούς όμως και όχι. — Αυτό φρονώ και εγώ. — Και άραγε οι μεν ορθώς νομοθετημένοι θα είναι σύμφωνοι με το συμφέρον των, οι δε άλλοι ασύμφοροι δι' εαυτούς; ή πώς λέγεις; — Έτσι ακριβώς. — Όσα όμως νομοθετήσουν, οφείλουν να τα τηρώσιν οι υπήκοοι, και εις τούτο έγκειται το δίκαιον, καθώς είπομεν; — Πώς όχι; — Δίκαιον λοιπόν, κατά τον λόγον σου, είναι όχι μόνον το συμφέρον του ισχυροτέρου, αλλά και το εναντίον, το μη συμφέρον.
— Καλέ τι μας λέγεις! — Εκείνα που λέγεις εσύ, όπως μου φαίνεται· και ας εξετάσωμεν το πράγμα καλύτερα. Δεν εμείναμεν σύμφωνοι ότι οι άρχοντες επιβάλλοντες το πρακτέον εις τους υπηκόους των αστοχούν ενίοτε το συμφέρον των, είναι όμως δίκαιον οι υπήκοοι να πράττουν πάντοτε τα προστεταγμένα; δεν το παρεδέχθημεν αυτό; — Ναι, νομίζω. — Ομολόγησε λοιπόν ότι έχεις παραδεχθή, αφού λέγεις ότι δίκαιον είναι οι υπήκοοι να πράττουν όσα προστάττουν οι άρχοντες, ότι είναι δίκαιον επίσης να πράττουν και όσα είναι ασύμφορα διά τους άρχοντας και τους ισχυροτέρους, όταν ούτοι ακουσίως νομοθετήσουν πράγματα εναντία προς το συμφέρον των· ώστε δεν πρέπει τότε κατ' ανάγκην να συμβαίνη, σοφώτατε Θρασύμαχε, να είναι δίκαιον όλως διόλου το εναντίον από εκείνο που έλεγες; αφού λαμβάνει διαταγήν και είναι υποχρεωμένος ο ασθενέστερος να κάμνη εκείνο που είναι ασύμφορον διά τον ισχυρότερον;
— Δίχως αμφιβολίαν, Σώκρατες, διέκοψεν ο Πολέμαρχος, αυτό είναι προφανέστατον. — Χωρίς άλλο, έλαβε τον λόγον και είπεν ο Κλειτοφών, εάν και συ βέβαια το μαρτυρής. — Και τι ανάγκην έχει μάρτυρος, επανέλαβεν, αφού ο ίδιος ο Θρασύμαχος ομολογεί, ότι οι μεν άρχοντες προστάττουν ενίοτε πράγματα κακά διά τους εαυτούς των, οι δε υπήκοοι είναι δίκαιον να τα εκτελούν; — Το να πράττουν απλώς τα προσταττόμενα υπό των αρχόντων, Πολέμαρχε, ώρισεν ότι είναι δίκαιον ο Θρασύμαχος. — Ναι, αλλά ώρισε προσέτι, Κλειτοφών, ότι το συμφέρον του ισχυροτέρου είναι το δίκαιον· και αφού έθεσε τα δύο αυτά αξιώματα, ωμολόγησε πάλιν ότι ενίοτε οι ισχυρότεροι προστάττουν εις τους ασθενεστέρους να κάμνουν πράγματα ασύμφορα διά τους εαυτούς των· και από αυτάς τας δύο ομολογίας εξάγεται το συμπέρασμα, ότι το δίκαιον θα ήτο όχι περισσότερον εκείνο που συμφέρει τους ισχυροτέρους, παρά και εκείνο που δεν τους συμφέρει.
— Αλλά, είπεν ο Κλειτοφών, λέγων ο Θρασύμαχος το συμφέρον του ισχυροτέρου ενοούσε εκείνο που κρίνει ο ισχυρότερος ως συμφέρον του· και αυτό πρέπει να πράττη ο ασθενέστερος, και αυτό ώριζεν ότι είναι το δίκαιον. — Ναι, μα δεν έλεγε καθόλου έτσι, είπεν ο Πολέμαρχος. — Δεν σημαίνει δα και τίποτε, είπα εγώ, Πολέμαρχε, αλλ' αν θέλη να δώση τώρα αυτήν την εξήγησιν ο Θρασύμαχος, εμείς το δεχόμεθα και αυτό. Ειπέ μου λοιπόν, Θρασύμαχε, αυτό είναι που ενοούσες με το δίκαιον, το συμφέρον δηλαδή του ισχυροτέρου, όπως το κρίνει αυτός ο ίδιος, αδιάφορον εάν πράγματι τον συμφέρη, είτε και όχι;
— Εγώ; καθόλου! νομίζεις λοιπόν ότι ονομάζω ισχυρότερον έναν άνθρωπον σφαλλόμενον, εφ' όσον σφάλλεται; — Πραγματικώς, είπον, αυτό ενόμιζα πως έλεγες, όταν παρεδέχεσο ότι οι άρχοντες δεν είναι αναμάρτητοι, αλλά περιπίπτουν και εις σφάλματα κάποτε. — Βέβαια, διότι είσαι συκοφάντης εις τους λόγους, Σώκρατες· αλλά, δεν μου λέγεις, ιατρόν ονομάζεις εσύ έξαφνα έναν που απατάται ως προς τας ασθενείας, εφ' όσον εξαπατάται εις αυτό το πράγμα, ή λογιστήν έναν που κάμνει λάθη εις τους λογαριασμούς, εφ' όσον και όταν υποπίπτη εις αυτά τα λάθη; Είναι αληθές ότι λέγομεν εις την ομιλίαν συνήθως, ότι ο ιατρός ηπατήθη, ο λογιστής έκαμε λάθος, ο γραμματικός και ούτω καθ' εξής. Πράγματι όμως, φρονώ, έκαστος από αυτούς, εφ' όσον είναι εκείνο που τον λέγομεν ότι είναι, ουδέποτε υποπίπτει εις σφάλματα. Ώστε, ακριβώς ειπείν, αφού και συ τόσον ακριβολογείς, κανείς από τους κατόχους μιας τέχνης ή επιστήμης δεν περιπίπτει εις λάθη· διότι μόνον όταν τον εγκαταλίπη η επιστήμη του σφάλλεται, οπότε όμως δεν είναι πλέον επιστήμων. Ώστε είτε επιστήμων, είτε τεχνίτης, είτε σοφός, είτε άρχων ουδέποτε απατάται εφ' όσον είναι τοιούτος, αν και εις την κοινήν ομιλίαν λέγομεν ότι ο ιατρός ηπατήθη, ο άρχων έσφαλλε· και κάτι τοιούτο δέξου και συ τώρα ότι σου απήντησα· η ακριβολογία όμως του πράγματος είναι αυτή· ο άρχων, εφ' όσον είναι άρχων δεν σφάλλεται, και αφού επομένως δεν σφάλλεται, νομοθετεί το συμφερώτερον διά τον εαυτόν του, τούτο δε πρέπει να το εκτελούν οι υπήκοοι. Ώστε, όπως εξ αρχής ώρισα το δίκαιον, και τώρα επαναλαμβάνω ότι δίκαιον είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου.
— Έστω, είπα εγώ, Θρασύμαχε· λοιπόν με θεωρείς συκοφάντην; — Και πολύ μάλιστα. — Νομίζεις δηλαδή ότι επιβούλως και διά να σε παγιδεύσω εις τους λόγους σε ηρώτησα όπως σε ηρώτησα; — Είμαι βεβαιότατος, αλλά και τίποτε δεν έχεις να κερδίσης με αυτό· δεν θα διαλάβουν πλέον την προσοχήν μου αι παγίδες σου, αλλά, και αν με διαλάθουν, δεν θα το καταφέρης να με πιάσης εις τα λόγια. — Ούτε καν θα το επιχειρήσω, ευλογημένε· αλλά διά να μη μας συμβή πάλιν τίποτε παρόμοιον, όρισε πώς λαμβάνεις τον άρχοντα και τον ισχυρότερον, κατά την κοινήν χρήσιν της λέξεως, ή με την πάσαν ακριβολογίαν εκείνον, του οποίου το συμφέρον, επειδή είναι ισχυρότερος, είναι δίκαιον να κανονίζη πάντοτε τας πράξεις του ασθενέστερου; — Ναι, αυτόν, τον με πάσαν την ακριβολογίαν της λέξεως άρχοντα· και συ, βάλε εις ενέργειαν όλα σου τα τεχνάσματα και τας συκοφαντίας, εάν ημπορής· όλα σου τα επιτρέπω· αλλά θα χάσης άδικα τους κόπους σου. — Και νομίζεις ότι είμαι τόσον τρελλός, ώστε να τολμήσω να κουρεύσω λέοντα ή να συκοφαντήσω τον Θρασύμαχον; — Και μολαταύτα και αυτό το εδοκίμασες, αν και ωραία τα κατάφερες.
— Ας τελειώνωμεν πλέον μ' αυτά, είπα εγώ· και λέγε μου τώρα· ο κατά την ακριβολογίαν της λέξεως ιατρός, όπως τον ώρισες, είναι τάχα χρηματιστής ή θεραπευτής των ασθενούντων; — Θεραπευτής των ασθενούντων; — Και ο κυβερνήτης πάλιν; ο ορθώς εννοούμενος κυβερνήτης, είναι αρχηγός των ναυτών, ή ναύτης; — Αργηγός των ναυτών. — Ουδέ πρέπει, νομίζω, να λάβωμεν υπ' όψιν ότι ταξιδεύει επί του αυτού πλοίου και ότι πρέπει διά τούτο να ονομασθή ναύτης· επειδή κυβερνήτης ονομάζεται όχι διότι ταξιδεύει, αλλά από την τέχνην του και από την εξουσίαν που έχει επί των ναυτών! — Είναι αλήθεια. — Και δεν υπάρχει δι' έκαστον εξ αυτών κάτι, που να του είναι το συμφέρον του; — Υπάρχει βέβαια. — Και ο σκοπός της τέχνης εκάστου δεν είναι αυτός, να ζητή το συμφέρον διά τον καθένα και να του το παρέχη; — Μάλιστα αυτός είναι. — Και μήπως άραγε άλλο τι είναι το συμφέρον εκάστης τέχνης παρά να επιδιώκη να γίνεται όσον το δυνατόν τελεία; — Τι εννοείς με την ερώτησίν σου; — Νά, όπως παραδείγματος χάριν, αν μ' ερωτούσες: εάν είναι αρκετόν εις το σώμα να είναι σώμα, ή έχη ανάγκην και άλλου τινός πράγματος, θα σου απαντούσα, ότι και πάρα έχει μάλιστα· και δι' αυτό ακριβώς ευρέθη και η ιατρική τέχνη, διότι το σώμα ενίοτε αρρωσταίνει και δεν το σηκώνει να είναι τοιούτον· διά να του παρέχη λοιπόν εκείνα που το συμφέρουν, εφευρέθη προς τον σκοπόν τούτον αυτή η τέχνη, θα είχα λοιπόν δίκαιον αν σου απαντούσα τοιουτοτρόπως, ή όχι; — Θα είχες.
— Τώρα σε ερωτώ. Αυτή η ιατρική, ή άλλη οιαδήποτε τέχνη, είναι καθ' εαυτήν ελαττωματική και έχει ανάγκην άλλου τινός πράγματος ή ιδιότητος, καθώς οι οφθαλμοί έχουν ανάγκην της οράσεως και τα ώτα της ακοής και διά τούτο χρειάζονται κάποιαν τέχνην που να εξετάζη τι είναι εκείνο που τους συμφέρει και να τους το παρέχη; έχει λοιπόν και η τέχνη αυτή κάποιαν έλλειψιν και χρειάζεται κάθε τέχνη μίαν άλλην, η οποία να εξετάζη το συμφέρον της, και πάλιν αυτή η τελευταία μίαν άλλην τοιαύτην και ούτω καθεξής επ' άπειρον; ή αυτή η ιδία θα είναι αρκετή να φροντίζη διά το ίδιον το συμφέρον της; ή ούτε του εαυτού της ούτε κανενός άλλου έχει ανάγκην να φροντίζη δι' εκείνο το οποίον είναι συμφέρον εις τας ελλείψεις της, διότι δεν υπάρχει καμμία έλλειψις ούτε κανένα ελάττωμα εις καμμίαν τέχνην, ουδέ αρμόζει εις την τέχνην να ζητή το συμφέρον κανενός άλλου πράγματος, παρά μόνον εκείνου του οποίου είναι τέχνη, αυτή δε μένει πάντοτε αβλαβής, ακεραία και τελεία, εφ' όσον τουλάχιστον διατηρεί αρτίαν την φυσικήν αυτής υπόστασιν; Και σκέψου με όλην εκείνην την ακριβολογίαν· ούτως έχει το πράγμα ή άλλως πως; — Ούτως έχει.
— Δεν επιδιώκει λοιπόν, είπα εγώ, η ιατρική το συμφέρον της ιατρικής αλλά του σώματος. — Ναι. — Ούτε η ιππευτική της ιππευτικής αλλά των ίππων· ούτε άλλη καμμία τέχνη το ιδικόν της συμφέρον, διότι ούτε έχει ανάγκην, αλλά εκείνου του οποίου είναι τέχνη. — Έτσι φαίνεται. — Αλλ' όμως, ω Θρασύμαχε, εξουσιάζουν αι τέχναι και είναι ανώτεραι από εκείνο, του οποίου είναι τέχναι; Συνεφώνησε και εις αυτό, αν και με κάποιαν δυσκολίαν. — Καμμία λοιπόν επιστήμη δεν αποβλέπει εις το συμφέρον του ισχυροτέρου ουδ' επιβάλλει αυτό, αλλ' απεναντίας του ασθενεστέρου και του υποκειμένου εις αυτήν. Έμεινεν εις το τέλος σύμφωνος και εις αυτό, επεχείρησεν όμως να φέρη κάποιας αντιρρήσεις.
— Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εξηκολούθησα εγώ, κανείς ιατρός εφ' όσον είναι τοιούτος, δεν αποβλέπει εις το συμφέρον του ιατρού ουδ' επιβάλλει αυτό, αλλ' εις το συμφέρον του αρρώστου· διότι παρεδέχθημεν ότι ο πράγματι ιατρός έχει εις την δικαιοδοσίαν του τα σώματα, και δεν είναι χρηματιστής έξαφνα· δεν το παρεδέχθημεν αλήθεια; — Μάλιστα, απήντησε. — Και ο κυβερνήτης επίσης ο πραγματικός, ότι είναι αρχηγός των ναυτών και όχι ναύτης. — Το παρεδέχθημεν και αυτό. Δεν θα κυττάξη λοιπόν ούτε θα προστάξη ο τοιούτος κυβερνήτης και αρχηγός εκείνο που συμφέρει εις τον κυβερνήτην και τον αρχηγόν, αλλ' εκείνο που συμφέρει εις τον υπό την εξουσίαν του, εις τον ναύτην. Συνεφώνησε μόλις και μετά βίας.
— Και επομένως, Θρασύμαχε, και κανείς άλλος εις καμμίαν αρχήν, εφ' όσον είναι άρχων, δεν αποβλέπει ούτε επιβάλλει το ιδικόν του συμφέρον, αλλά το συμφέρον τον αρχομένου και του υποκειμένου εις την δικαιοδοσίαν του· και έχων πάντοτε προ οφθαλμών τι συμφέρει και τι του χρειάζεται, κανονίζει σύμφωνα με αυτό όλους του τους λόγους, όλας του τας πράξεις.
Ενώ λοιπόν εφθάσαμεν εις αυτό το σημείον της συζητήσεως και όλοι έβλεπαν φανερά ότι η δικαιοσύνη παρουσιάσθη, όλως διόλου αντίθετος από τον ορισμόν του, ο Θρασύμαχος, αντί να απαντήση, με ερωτά έξαφνα. — Δεν μου λέγεις, Σωκράτη, έχεις παραμάννα; — Δεν άξιζε καλύτερα, του είπα εγώ, να μου απαντήσης, παρά να μου κάνης τοιαύτας ερωτήσεις; — Δεν κάνει καλά, εξηκολούθησεν εκείνος, να σ' αφήνη έτσι και να μη σε ξεμυξιάζη· κ' έχεις ανάγκην, μα το ναι, αφού δεν είσαι εις θέσιν να ξεχωρίσης τι είναι τα πρόβατα και τι είναι ο βοσκός. — Και πώς το ενόησες, παρακαλώ; — Επειδή πιστεύεις ότι οι βοσκοί και οι βουκόλοι δεν φροντίζουν παρά διά το καλόν των προβάτων και των βωδιών και τα παχύνουν και τα περιποιούνται διά κάθε άλλο, παρά διά το συμφέρον των κυρίων των και το ιδικόν των. Έτσι φαίνεται φαντάζεσαι πως και οι άρχοντες των πόλεων, εκείνοι που είναι πραγματικώς άρχοντες, άλλα αισθήματα τρέφουν προς τους υπηκόους των διαφορετικά από τας διαθέσεις που θα είχε κανείς διά τα πρόβατα, και ότι σκέπτονται νύκτα και ημέραν άλλο τίποτε, παρά πώς να ωφεληθούν από αυτούς· και τόσον μακράν είσαι από το να εννοής το δίκαιον και την δικαιοσύνην, το άδικον και την αδικίαν, ώστε αγνοείς ότι η μεν δικαιοσύνη και το δίκαιον είναι πράγμα καλόν όχι διά τον δίκαιον, αλλά δι' εκείνον που έχει την δύναμιν και εξουσιάζει, ενώ δι' εκείνον που υπακούει και δουλεύει προσιδιάζει η βλάβη· η δε αδικία το εναντίον έχει εις την εξουσίαν της τους αληθώς απλοϊκούς και αγαθούς ανθρώπους, αυτοί δε πράττουν κατά το συμφέρον του ισχυροτέρου, και τον κάμνουν ευτυχή με τας υπηρεσίας των, ενώ τον εαυτόν των κάθε άλλο. Και ιδού πώς πρέπει να εξετάζης τα πράγματα, αφελέστατε άνθρωπε: ο δίκαιος εις όλας τας περιστάσεις μειονεκτεί του αδίκου· πρώτον μεν εις τας ιδιωτικάς συναλλαγάς, όπου συνεταιρισθούν ο τοιούτος με τον τοιούτον, ποτέ εις την διάλυσιν δεν θα εύρης τον δίκαιον κερδημένον, αλλ' απεναντίας ζημιωμένον· έπειτα εις τα πολιτικά ζητήματα, όταν επιβληθώσιν εισφοραί, ο δίκαιος με ίσην περιουσίαν θα συνεισφέρη περισσότερα, ο άδικος ολιγώτερα· και όταν πάλιν πρόκειται περί αποδοχών, ο ένας τίποτε, ο άλλος πάμπολλα κερδίζει· εις τας διαχειρίσεις αφ' ετέρου δημοσίων λειτουργιών, ο δίκαιος, και αν συμβή να μη υποστή καμμίαν άλλην ζημίαν, αφήνει τα ιδιωτικά του συμφέροντα και παίρνουν τον κατήφορον, επειδή τα παραμελεί, από δε το δημόσιον τίποτε δεν ωφελείται, διότι είναι ακέραιος, προς τούτοις δε αποκτά και εχθρούς τους οικείους και τους γνωρίμους του, όταν δεν θελήση να τους κάμη καμμίαν ευκολίαν παρά το δίκαιον. Ενώ με τον άδικον θα ίδης όλως διόλου τα εναντία· και εννοώ εκείνον που έλεγα πριν, ότι έχει την δύναμιν και την ικανότητα να παίρνη εμπρός τους άλλους· αυτόν κύτταξε, εάν θέλης να κρίνης, πόσον τον συμφέρει περισσότερον να είναι άδικος παρά δίκαιος. Και απ' όλα καλύτερα θα το εννοήσης, εάν μεταβής αμέσως εις την τελειοτάτην αδικίαν, η οποία καθιστά ευτυχέστατον μεν εκείνον όστις την διαπράττει, αθλιωτάτους δε εκείνους οι οποίοι την υφίστανται και που δεν θέλουν οι ίδιοι να αδικήσουν· εννοώ δηλαδή την τυραννίδα, η οποία θέτει εις ενέργειαν και τον δόλον και την βίαν διά να βάλη εις το χέρι όχι μικρόν κατά μικρόν τα αγαθά του άλλου, αλλά χωρίς να σέβεται ούτε όσιον ούτε ιερόν σφετερίζεται άπαξ και διά μιας δημοσίας και ιδιωτικάς περιουσίας· κάθε άλλος ο οποίος ήθελε διαπράξη μονομερώς καμμίαν από αυτάς τας αδικίας και ανακαλυφθή, υφίσταται τας μεγίστας τιμωρίας και τους εσχάτους εξευτελισμούς· και αναλόγως του αδικήματος που ήθελε χωριστά ο καθένας κάμη, τους ονομάζουν και ιεροσύλους, και σωματεμπόρους, και τυμβωρύχους και κλέπτας και λωποδύτας και τα λοιπά. Εάν όμως κανείς εκτός της περιουσίας των πολιτών στερήση αυτούς και της προσωπικής των ελευθερίας και τους μεταβάλη εις ανδράποδα, αντί όλων αυτών των αισχρών ονομάτων, ευτυχής άνθρωπος και μακάριος ονομάζεται, όχι μόνον υπό των πολιτών αλλά και υπό των άλλων, όσοι λάβουν γνώσιν της αδικίας την οποίαν διέπραξε· διότι, αν καταφέρωνται κατά της αδικίας εκείνοι οι οποίοι καταφέρονται, το κάμνουν όχι διότι φοβούνται να την πράξουν, αλλά διότι φοβούνται να την υποστούν, καλέ μου Σωκράτη· τόσον είναι αληθές ότι η αδικία, όταν φθάνη εις ένα τοιούτον βαθμόν, είναι ισχυροτέρα και ελευθερωτέρα και δεσποτικωτέρα από την δικαιοσύνην, και όπως εξ αρχής έλεγα, δίκαιον μεν είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου, άδικον δε εκείνο το οποίον ωφελεί και συμφέρει τον εαυτόν του.
Ο Θρασύμαχος, αφού καθώς λουτράρης μας επλημμύρησε τα αυτιά μας με τον μακρόν και μαζευμένον αυτόν λόγον, έδειξε πως είχε την πρόθεσιν να αναχωρήση· δεν τον άφησαν όμως οι παριστάμενοι αλλά τον ηνάγκασαν να μείνη και να δικαιολογήση αυτά που είπε· και εγώ ακόμη ο ίδιος τον παρεκάλεσα πάρα πολύ και του είπα· — Ω ευλογημένε Θρασύμαχε, αφού μας έρριψες εις το μέσον ένα τοιούτον λόγον, σκέπτεσαι τώρα να αναχωρήσης, πριν να μας διδάξης επαρκώς ή και συ ο ίδιος να μάθης, αν είναι έτσι καθώς τα είπες, ή αλλέως; ή νομίζεις ότι αυτό το πράγμα που πρόκειται να καθορισθή έχει τόσον μικράν σημασίαν, και δεν είναι αυτός ο κανών του βίου, τον οποίον όταν ακολουθή ο καθένας μας, θα έχη την μεγαλυτέραν ωφέλειαν εις την ζωήν του; — Και ποιος σου λέγει, παρακαλώ, ότι εγώ έχω διαφορετικήν ιδέαν δι' αυτό; — Μου φαίνεται όμως σαν να μη σε μέλει καθόλου δι' ημάς, και ούτε φροντίζεις αν θα περάσωμεν καλύτερα ή χειρότερα την ζωήν μας, αφού δεν θα γνωρίζωμεν αυτό που λέγεις ότι γνωρίζεις εσύ. Αλλά, έλα, καλέ μας, λάβε την καλωσύνην να το υποδείξης και εις ημάς· δεν θα έχης να κάμης με αχαρίστους, αν κάμης αυτό το καλόν εις τόσους που είμεθα ημείς. Όσον διά το μέρος μου, εγώ σου το λέγω, πως ποτέ μου δεν πείθομαι ούτε το παραδέχομαι ότι η αδικία είναι επικερδεστέρα της δικαιοσύνης, και ούτε ακόμη εάν την αφήνη κανείς ελευθέραν και δεν την εμποδίζη να κάνη ό,τι θέλει. Ναι, Θρασύμαχε, ας είναι κανείς άδικος, ας έχη την δύναμιν να αδική είτε διά της βίας είτε με την επιτηδειότητά του· λοιπόν δεν ημπορής να με πείσης ότι αυτός θα είναι πλέον κερδημένος παρά εάν ήτο δίκαιος· και ίσως να μην είμαι μόνος εγώ που να έχω αυτήν την ιδέαν. Απόδειξέ μας λοιπόν ωρισμένως, καλέ μου, ότι πλανώμεθα να προτιμούμεν την δικαιοσύνην από την αδικίαν.
— Και πώς θέλεις να σε πείσω; απεκρίθη· εάν δεν έχης πεισθή με αυτά που σου είπα, τι θέλεις παραπάνω να σου κάμω; ή να φέρω μέσα εις την ψυχήν σου να σου βάλω τον λόγον; — Όχι, μα τον Θεόν, δεν έχω αυτήν την αξίωσιν· αλλά πρώτον μεν θέλω να εμμένης εις εκείνα που λέγεις· ή, εάν μεταβάλης τίποτε, να το κάμνης φανερά και να μη μας εξαπατάς· διότι τώρα βλέπεις, Θρασύμαχε, διά να επανέλθωμεν εις τα προηγούμενα εκείνα, ενώ κατ' αρχάς ώρισες τον πράγματι ιατρόν, δεν ενόμισες ότι έπρεπε να φυλάξης την αυτήν ακρίβειαν και εις τον ορισμόν του αληθινού βοσκού, αλλά νομίζεις ότι έργον έχει αυτός, εφ' όσον είναι βοσκός, να παχαίνη τα πρόβατα, χωρίς να αποβλέπη καθόλου διά το καλόν των προβάτων, ως να ήτο μάλλον κανείς πανηγυριστής που τα προορίζει διά καμμίαν εστίασιν ή ευωχίαν, ή κανένας επιχειρηματίας που τα έχει προς κερδοσκοπίαν· ενώ πραγματικώς η ποιμενική κανένα άλλον σκοπόν δεν έχει παρά να φροντίζη διά το καλύτερον εκείνου που της είναι εμπιστευμένον· επειδή, όσον αφορά την ιδικήν της την τελειότητα, είναι αρκετά βέβαια εφωδιασμένη, ώστε να μη χρειάζεται τίποτε διά να είναι πραγματικώς ποιμενική. Αυτό λοιπόν ενόμιζα και εγώ ότι ήτο ανάγκη να παραδεχθώμεν διά κάθε διοίκησιν, ότι δηλαδή εφ' όσον είναι τοιαύτη, και είτε ιδιωτική είναι είτε δημοσία, κανένα άλλον σκοπόν δεν έχει παρά να φροντίζη διά το καλύτερον εκείνου που έχει υπό την δικαιοδοσίαν της. Εσύ δε φαντάζεσαι ότι οι άρχοντες των πόλεων, και εννοώ τους πραγματικώς άρχοντας, με ευχαρίστησίν των κυβερνούν;
— Όχι το φαντάζομαι, είπε, αλλ' είμαι τελείως πεπεισμένος.
— Και πώς, Θρασύμαχε; δεν παρατηρείς ότι τας άλλας δημοσίας υπηρεσίας κανείς δεν τας αναλαμβάνει με ευχαρίστησίν του, αλλ' απαιτούν μισθόν δι' αυτάς, διότι δεν περιμένουν ωφέλειαν από αυτάς οι ίδιοι, αλλά μόνον εκείνοι διά τους οποίους τας εξασκούν; και τόσον μόνον, σε παρακαλώ, ειπέ μου· δεν λέγομεν πάντοτε ότι κατά τούτο είναι εκάστη τέχνη διαφορετική από μίαν άλλην, ότι έχει διάφορον δύναμιν και σκοπόν; μόνον μη μου απαντήσης, ευλογημένε, άλλο απ' ό,τι σκέπτεσαι, διά να φθάνωμεν επί τέλους και εις ένα τέλος. — Πραγματικώς, μου απεκρίθη, διαφέρουν κατά τούτο. — Επομένως και κάθε μία των μας παρέχει και κάποιαν ιδιαιτέραν ωφέλειαν και όχι κοινήν, παραδείγματος χάριν η ιατρική την υγιείαν, η κυβερνητική την ασφάλειαν εις τα ταξείδια και ούτω καθ' εξής; — Αναμφιβόλως — Λοιπόν και η μισθωτική δεν είναι διά να μας πορίζη μισθόν; διότι αυτή είναι η δύναμίς της· ή λέγεις εσύ το ίδιον πράγμα την ιατρικήν και την κυβερνητικήν; ή, εάν επιμένης εις τον ακριβή καθορισμόν των πραγμάτων, όπως ηθέλησες εξ αρχής, θα την ονομάσης τάχα ιατρικήν, εάν λάχη ένας κυβερνήτης να αποκτήση την υγιείαν του, επειδή τον ωφελούν τα θαλάσσια ταξίδια; — Όχι βέβαια, είπε. — Ούτε επίσης την τέχνην του εκμισθωτού, εάν ένας που εξασκεί αυτήν έχη την υγιείαν του; — Ούτε. — Και επομένως ημπορούμε να ονομάσωμεν εκμισθωτικήν την τέχνην την ιατρικήν, εάν κανείς εξασκών αυτήν λαμβάνη μισθόν; — Όχι, είπεν. — Λοιπόν παρεδέχθημεν ότι είναι ιδιαιτέρα η ωφέλεια εκάστης τέχνης; — Έστω. — Εάν λοιπόν υπάρχη κάποια κοινή ωφέλεια δι' όλους που εξασκούν μίαν τέχνην, είναι φανερόν ότι αύτη προέρχεται από κάτι τι κοινόν πράγμα έξω από την καθ' αυτό τέχνην των. — Έτσι φαίνεται. — Αυτή λοιπόν η κοινή δι' όλους ωφέλεια, αυτός ο μισθός που λαμβάνουν διά την τέχνην των, προέρχεται επειδή έκαστος εις την καθ' αυτό τέχνην του προσθέτει και την εκμισθωτικήν. — Εσυμφώνησε μόλις και μετά βίας. — Ώστε αυτή η ωφέλεια, η αποδοχή μισθού, δεν προέρχεται από την εξάσκησιν του κυρίως επαγγέλματος, αλλ' αν θέλωμεν να ορίζωμεν ακριβώς τα πράγματα, η μεν ιατρική παρέχει την υγιείαν, τον δε μισθόν η εκμισθωτική· επίσης η αρχιτεκτονική κατασκευάζει τας οικίας, τον μισθόν όμως τον παρέχει η εκμισθωτική, και ούτω καθ' εξής· ώστε κάθε τέχνη εξασκεί το έργον της και παρέχει εις άλλους την ωφέλειαν, διά την οποίαν είναι ωρισμένη, εάν όμως δεν προσυπάρχη και ο μισθός, δεν ωφελείται τίποτε ο εξασκών το επάγγελμα από την τέχνην του; — Τίποτε, καθώς, φαίνεται. — Επομένως ούτε ωφελεί τότε, όταν εξασκήται χάρισμα. — Έτσι νομίζω. — Τούτο λοιπόν έγινε φανερόν, Θρασύμαχε, ότι καμμία τέχνη και εξουσία δεν παρασκευάζει εκείνο που της είναι ωφέλιμον αυτής, αλλά, καθώς ελέγαμεν απ' αρχής, εκείνου που υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν της και το επιβάλλει αυτό, αποβλέπουσα εις το συμφέρον αυτού, αν και είναι ασθενέστερος, και όχι εις το συμφέρον του ισχυροτέρου. Δι' αυτό λοιπόν είναι που έλεγα και προ ολίγου, φίλε μου Θρασύμαχε, ότι κανείς δεν αναλαμβάνει μίαν αρχήν με ευχαρίστησίν του, ούτε παίρνει επάνω του ξένες έγνοιες εις τα καλά καθούμενα, αλλ' απαιτεί μισθόν, επειδή ένας που πρόκειται να εξασκήση μίαν τέχνην καθώς πρέπει, δεν έχει να περιμένη τίποτε καλόν διά τον εαυτόν του απ' όσα πράττει και διατάσσει, αλλ' όλα γίνονται δι' εκείνον που έχει εις την εξουσίαν του. Δι' αυτό, καθώς φαίνεται, έγινε ανάγκη να ορισθή αμοιβή δι' όσους θέλουν ν' αναλάβουν μίαν εξουσίαν, χρήματα ή τιμαί, ή ακόμη και τιμωρία διά τους αρνουμένους να την αναλάβουν.
— Πώς το εννοείς αυτό, Σωκράτη; είπεν ο Γλαύκων· γνωρίζω πράγματι τα δύο είδη των αμοιβών, που είπες· δεν εννοώ όμως και την τιμωρίαν, που λέγεις, ως ένα τρίτον είδος αμοιβής. — Δεν γνωρίζεις λοιπόν την αμοιβήν των αρίστων, η οποία τους κάμνει και αποφασίζουν ν' αναλάβουν καμμίαν αρχήν, όταν την αναλαμβάνουν; ή δεν γνωρίζεις ότι το να αγαπά κανείς την αρχήν διά τα εξ αυτής κέρδη θεωρείται και είναι τωόντι πράγμα επονείδιστον; Το γνωρίζω, είπεν. — Διά τούτο λοιπόν οι άριστοι δεν επιζητούν την τιμήν της εξουσίας ούτε την θέλουν διά να ωφεληθούν εξ αυτής χρήματα· διότι δεν επιθυμούν, είτε λαμβάνοντες φανερά μισθόν διά την αρχήν να ονομάζωνται μισθωτοί, είτε κρυφά σφετερισμένοι τα δημόσια να λέγωνται κλέπται· ούτε πάλιν την επιζητούν διά την τιμήν· διότι δεν είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχη κάποια επιτακτική ανάγκη και ο φόβος τιμωρίας τινός, διά να αποφασίσουν ν' αναλάβουν εκουσίως μίαν αρχήν. Όθεν καταντά να νομίζεται αισχρόν πράγμα το να αναδέχεται κανείς εκουσίως μίαν αρχήν, χωρίς να του το επιβάλλη κάποια ανάγκη· η δε μεγίστη τιμωρία δι' αυτόν, όταν δεν θέλη να κυβερνήση ο ίδιος, είναι να κυβερνάται από άλλους, χειροτέρους του· και ένεκα αυτού του φόβου μου φαίνεται ότι αναλαμβάνουν την αρχήν οι άριστοι, όταν την αναλαμβάνουν, και όχι διότι την επιζητούν ως πράγμα καλόν δι' αυτούς, ούτε διά να τα καλοπεράσουν απ' αυτήν, αλλά διότι κατ' ανάγκην την αναδέχονται, αφού δεν έχουν να την αναθέσουν εις άλλους καλυτέρους των ή και ομοίους των. Ούτως ώστε, αν ήτο δυνατόν να ευρεθή μία πολιτεία όλο από ανθρώπους τελείους, θα ήτο πράγμα περιζήτητον να έμενε κανείς έξω της αρχής, όπως τώρα όλοι επιζητούν να την έχουν και τότε θα απεδεικνύετο προφανέστατα ότι το φυσικόν του πράγματι αληθινού άρχοντος είναι να αποβλέπη όχι εις το συμφέρον το ιδικόν του, αλλά των υπηκόων και κάθε άνθρωπος με γνώσιν θα επροτίμα να ωφελήται μάλλον αυτός υπό ενός άλλου, παρά να μοχθή και να βασανίζεται διά την ωφέλειαν των άλλων. Κάθε άλλο λοιπόν παρά να συμφωνήσω, εις αυτό με τον Θρασύμαχον, ότι δίκαιον είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου· αλλ' αυτό θα το εξετάσωμεν και άλλοτε· πολύ όμως σπουδαιότερον μου φαίνεται αυτό που λέγει τώρα ο Θρασύμαχος, ότι δηλαδή ο βίος του αδίκου είναι προτιμότερος από του δικαίου. Εσύ δε, Γλαύκων, ποίον από τους δύο προτιμάς, και τι νομίζεις ότι είναι αληθέστερον; — Το να είναι κανείς δίκαιος μου φαίνεται ότι είναι ωφελιμώτερον, απήντησεν ο Γλαύκων. — Ήκουσες όμως πόσα αγαθά μας απηρίθμησε προ ολίγου ο Θρασύμαχος ότι έχει ο άδικος; — Ήκουσα, είπε, αλλά δεν μένω σύμφωνος. — Θέλεις λοιπόν να δοκιμάσωμεν μήπως εύρωμεν κανένα τρόπον να τον πείσωμεν ότι δεν είναι αληθινά αυτά που λέγει; — Διατί να μη θέλω; — Ναι, αν όμως εις τον μακρόν λόγον που ετέντωσεν αυτός, αντιπαρατάξωμεν και ημείς κανένα άλλον όμοιον, διά να απαριθμήσωμεν τα αγαθά της δικαιοσύνης, και έπειτα άλλον αυτός, και ημείς πάλιν άλλον, θα γίνη ανάγκη να μετρήσωμεν ένα προς ένα και να ζυγίσωμεν τα αγαθά της δικαιοσύνης και της αδικίας, και εις το τέλος θα χρειασθούμεν δικαστάς διά να βγάλουν την απόφασιν· ενώ, εάν, όπως εκάναμεν έως τώρα, προχωρούμεν εις την εξέτασιν συμφωνούντες αμοιβαίως προς αλλήλους, θα είμεθα δικασταί μαζί και δικηγόροι, οι ίδιοι. — Είναι αλήθεια, είπεν. — Τι σου αρέσει λοιπόν καλύτερ' από τα δύο; — Έτσι καθώς είπες.
— Εμπρός λοιπόν τώρα. Θρασύμαχε, απάντησέ μου εξ αρχής, του είπα· λέγεις ότι η τελεία αδικία ωφελεί περισσότερον από την τελείαν δικαιοσύνην; — Και, το λέγω, και σας είπα και τους λόγους. — Έλα τώρα να σε ερωτήσω κάτι άλλο· δεν ονομάζεις αλήθεια το ένα από αυτά τα δύο αρετήν και το άλλο κακίαν; — Αναμφιβόλως. — Και βέβαια την μεν δικαιοσύνην θα ονομάζης αρετήν, την δε αδικίαν κακίαν. — Ναι, είναι φυσικόν αλήθεια, εγώ που λέγω ότι η αδικία ωφελεί και η δικαιοσύνη όχι. — Αλλά τι λοιπόν; — Όλως διόλου το εναντίον. — Δηλαδή την δικαιοσύνην την ονομάζεις κακίαν; — Όχι, αλλά μεγαλοπρεπή ευήθειαν. — Και την αδικίαν λοιπόν κακοήθειαν; — Όχι, αλλά φρόνησιν. — Ώστε φρόνιμοι σου φαίνονται πως είναι και αγαθοί οι άδικοι; — Εκείνοι τουλάχιστον που ημπορούν τελείως να αδικούν και να κάμνουν υποχειρίους πόλεις και έθνη· εσύ όμως φαντάζεσαι ίσως πως ομιλώ διά τους βαλαντιοτόμους· όχι ότι δεν έχει και αυτή η τέχνη τας ωφελείας της, εφ' όσον τουλάχιστον εξασκείται με επιτηδειότητα· αλλά δεν αξίζουν και πολύ πράγμα, εμπρός εις τα άλλα εκείνα που έλεγα προ ολίγου.
— Πολύ καλά εννοώ τι θέλεις να ειπής· αυτό όμως με παραξενεύει που παραδέχεσαι την αδικίαν ως αρετήν και σοφίαν, την δε δικαιοσύνην το εναντίον. — Ναι, το παραδέχομαι. — Αυτός δα είναι τώρα ο στερεώτερος ισχυρισμός σου, και δεν είναι εύκολον να εύρη κανείς τα μέσα διά να τον ανατρέψη· διότι αν έλεγες απλώς ότι η αδικία ωφελεί, παραδέχεσο όμως συγχρόνως, όπως και άλλοι τινές, ότι είναι κακία και αισχρόν πράγμα, θα ημπορούσαμεν και ημείς να ειπούμεν κάτι, σύμφωνα με όσα νομίζομεν· τώρα όμως είναι φανερόν ότι δεν θα διστάσης να την ονομάσης και πράγμα ωραίον και ισχυρόν και όλας τας άλλας ιδιότητας να της αποδώσης, τας οποίας ημείς αποδίδομεν συνήθως εις την δικαιοσύνην, αφού ετόλμησες να την κατατάξης μεταξύ της αρετής και της σοφίας. — Πράγματι, ορθότατα μαντεύεις.
— Και μολαταύτα δεν πρέπει να διστάσω να αναλάβω την εξέτασιν του ζητήματος, εφ' όσον τουλάχιστον πιστεύω ότι λέγεις σοβαρώς εκείνα τα οποία και σκέπτεσαι· διότι πράγματι μου φαίνεται, Θρασύμαχε, ότι δεν υπάρχει ουδέ σκιά ειρωνείας εις τους λόγους σου, και λέγεις αληθινά εκείνα που φρονείς. — Και τι σε ενδιαφέρει είτε τα φρονώ είτε όχι, και δεν κυττάζεις απλώς να τα αναιρέσης; — Καλά λέγεις, του απήντησα· κάμε μου μόνον την χάριν να μου αποκριθής ακόμη εις αυτό· ένας δίκαιος νομίζεις ότι θα ήθελέ ποτε να ωφεληθή τίποτε εις βάρος ενός άλλου επίσης δικαίου; — Ποτέ βέβαια, διότι αλλέως δεν Θα ήτο καλόβολος και ευήθης, όπως τον παραδέχομαι τώρα.
— Και πώς; ούτε ακόμη αν επρόκειτο περί δικαίου πράγματος; — Ούτε, βέβαια. — Εις βάρος όμως ενός αδίκου ανθρώπου θα είχε την αξίωσιν τάχα ότι ημπορούσε να το κάμη, και θα το εθεωρούσε δίκαιον; ή όχι; — Θα το εθεωρούσε βέβαια, αλλά δεν θα είχε την ικανότητα να το κάμη. — Δεν σε ερωτώ αυτό, αλλ' απλώς εάν εις βάρος μεν ενός δικαίου δεν θα είχε αυτήν την αξίωσιν ουδέ την θέλησιν, εις βάρος όμως ενός αδίκου θα την είχε; — Μάλιστα, θα την είχε . . . — Ενώ ένας άδικος άνθρωπος θα είχε άραγε την αξίωσιν να ωφελήται αυτός εις βάρος του δικαίου ανθρώπου καταπατών την δικαιοσύνην;
— Πώς όχι; αφού εννοεί να υπερισχύη απ' όλους τους άλλους.
— Ώστε λοιπόν θα θέλη να επικρατήση και από ένα άλλον άδικον εις την αδικίαν και θα βάλη τα δυνατά του, δια να έχη αυτός περισσότερα απ' όλους; — Έτσι βέβαια.
— Λέγομεν λοιπόν ότι, ο μεν δίκαιος δεν θέλει να έχη παραπάνω από τον όμοιόν του, αλλά μόνον από τον ανόμοιόν του, ενώ ο άδικος και από τον όμοιόν του και από τον ανόμοιόν του. — Θαυμάσια τα λέγεις. — Είναι δε ακόμη ο μεν άδικος φρόνιμος και αγαθός, ενώ ο δίκαιος τίποτε απ' αυτά. — Και αυτό σωστόν. — Και ομοιάζει λοιπόν, είπα εγώ, ο μεν άδικος με τον φρόνιμον και αγαθόν, ο δε δίκαιος δεν ομοιάζει. — Και πώς να μη; ένας βέβαια, που είναι τοιούτος και αυτός, κατ' ανάγκην θα oμοιάζη με τους τοιούτους, και το εναντίον. — Πολύ καλά ο καθένας των λοιπόν είναι τοιούτος, όπως εκείνοι με τους οποίους ομοιάζει. — Αι, ναι, σου είπανε. — Έστω, Θρασύμαχε· τώρα άκουσέ μου· λέγεις δι' ένα άνθρωπον ότι είναι μουσικός, και δι' ένα άλλον ότι δεν είναι· ποίον από τους δύο ονομάζεις φρόνιμον, και ποίον το εναντίον; — Τον μουσικόν βέβαια θα είπω φρόνιμον, τον δεν άλλον το εναντίον. — Και επομένως, καθ' ό φρόνιμον, θα τον είπης καλόν και ικανόν, το εναντίον δε τον άλλον. — Ναι. — Δεν συμβαίνει το ίδιον και με τον ιατρόν; — Βεβαίως. — Λοιπόν νομίζεις ότι ένας μουσικός, όταν κορδίζη την κιθάραν, θα είχε την αξίωσιν να τεντώση ή να χαλαρώση τας χορδάς περισσότερον από ένα άλλον μουσικόν; — Όχι βέβαια — Από ένα όμως άλλον που δεν είναι μουσικός; — Κατ' ανάγκην. — Και ένας ιατρός, όταν πρόκειται να διαγράψη τι να φάγη ή τι να πίη ένας άρρωστος, θα ήθελε να το κάμη αυτό παραπάνω από έναν άλλον επίσης ιατρόν; — Όχι εννοείται. — Από ένα άλλον όμως που δεν είναι ιατρός; — Ναι. — Κύτταξε λοιπόν, διά πάσαν επιστήμην, εάν σου φαίνεται ότι ένας επιστήμων οτιδήποτε θα ήθελε να έχη το παραπάνω, και εις ό,τι λέγει και εις ό,τι πράττει, από ένα άλλον επιστήμονα, και να μη προτιμά να κάμνη και να λέγη τα ίδια με τον ομότεχνόν του. — Ίσως πράγματι να είναι κατ' ανάγκην όπως το λέγεις. — Ενώ απεναντίας ο ανεπιστήμων θα ήθελε να έχη ένα λόγον παραπάνω και από τον επιστήμονα και από τον ανεπιστήμονα. — Ίσως — Αλλά ο επιστήμων είναι σοφός. — Είναι — Και ο σοφός, καλός και ικανός. — Μάλιστα. — Λοιπόν ο καλός και ο σοφός δεν θα θέλη να είναι παραπάνω από τον όμοιόν του, αλλά μόνον από τον ανόμοιον και τον αντίθετόν του. — Έτσι φαίνεται. — Ενώ απεναντίας ο κακός και άσοφος, και από τον όμοιόν του και από τον ανόμοιόν του. — Μάλιστα. — Δεν παρεδέχθημεν όμως, Θρασύμαχε, ότι ο άδικος θέλει να έχη το παραπάνω και από τον όμοιον και από τον ανόμοιόν μου; ή δεν έλεγες έτσι; — Ναι, το έλεγα. — Ενώ απεναντίας ο δίκαιος μόνον από τον ανόμοιόν του, όχι όμως και από τον όμοιόν του. — Μάλιστα. — Ομοιάζει λοιπόν ο μεν δίκαιος με τον σοφόν και με τον καλόν, ο δε άδικος με τον κακόν και τον άσοφον. — Φαίνεται. — Αλλ' ημείς εσυμφωνήσαμεν ότι και ο ένας και ο άλλος είναι τοιούτοι, όπως και εκείνοι με τους οποίους ομοιάζουν. — Πράγματι εσυμφωνήσαμεν. — Νά λοιπόν που μας απεδείχθη φως φανερά, ότι ο δίκαιος είναι σοφός και καλός, ενώ ο άδικος αμαθής και κακός.
Ο Θρασύμαχος ηναγκάσθη μεν να συμφωνήση εις όλα αυτά, όχι όμως τόσον εύκολα όσον τα διηγούμαι εγώ τώρα, αλλά μόλις και μετά βίας με το τράβ' απεδώ τράβ' απ' εκεί, ενώ έτρεχε ποτάμι ο ιδρώς του, διότι ήτο και καλοκαίρι. Τότε τον είδα εγώ διά πρώτην φοράν και να κοκκινίζη, πράγμα που δεν έπαθε ποτέ πριν.
Αφού λοιπόν τοιουτοτρόπως εμείναμεν σύμφωνοι ότι η μεν δικαιοσύνη είναι αρετή και σοφία, η δε αδικία κακία και αμάθεια, — ας το θεωρήσωμεν τώρα αυτό λελυμένον ζήτημα, είπα· ελέγαμεν όμως ακόμη ότι η αδικία είναι και πράγμα ισχυρόν· ή δεν το ενθυμείσαι, Θρασύμαχε; — Το ενθυμούμαι, απήντησεν εκείνος, αλλά δεν μου αρέσουν ουδέ αυτά που λέγεις τώρα· και μη νομίζης ότι δεν έχω τι να ειπώ· αν θελήσω όμως να το κάμω, ξεύρω καλά ότι θα μου ειπής πως δημηγορώ· ή λοιπόν άφησέ με να ειπώ όσα θέλω, ή, εάν επιμένης να ερωτάς, ερώτα· και εγώ θα περιορισθώ να λέγω, καλά, ας είναι, και να κουνώ το κεφάλι μου, όπως κάμνουν εις τις γρηές που διηγούνται παραμύθια. — Καθόλου δεν το θέλω αυτό να γίνεται παρά τας πεποιθήσεις σου. — Διά να μη σε δυσαρεστώ τουλάχιστον, αφού δεν με αφήνεις να ομιλήσω· τι άλλο θέλεις να σου κάμω παραπάνω; — Τίποτε άλλο, μα την αλήθειαν μόνον, αν θέλης να κάμης αυτό που σου λέγω, κάμε το· και εγώ θα σε ερωτώ. — Ερώτα λοιπόν.
— Αυτό λοιπόν σε ερωτώ πάλιν, διά να εξακολουθήσωμεν την συνέχειαν της συζητήσεώς μας: τι πράγμα είναι η δικαιοσύνη εν σχέσει προς την αδικίαν; διότι έλεγες, μου φαίνεται, ότι η αδικία θα είναι τάχα και ισχυρότερον και δυνατώτερον πράγμα από την δικαιοσύνην ενώ τώρα, αφού είπαμεν ότι η δικαιοσύνη είναι αρετή και σοφία, εύκολα θα καταδειχθή ότι είναι και ισχυρότερον πράγμα η δικαιοσύνη από την αδικίαν, αφού αυτή είναι αμάθεια· και κανείς δεν είναι που να μη το παραδεχθή αυτό. Εγώ όμως δεν επιθυμώ να αρκεσθώ έτσι απλώς εις αυτό, αλλ' ας κάμωμεν και ένα άλλον συλλογισμόν: Δεν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν πόλεις άδικοι, αι οποίαι επιβουλεύονται αδίκως την ελευθερίαν άλλων πόλεων, και κατορθώνουν μάλιστα και τας υποδουλώνουν και τας κάμνουν υποχειρίους των; — Πώς όχι; είπε· και αυτό μάλιστα το κατορθώνει μόνον η αρίστη και που είναι εις τον τελειότατον βαθμόν άδικος. — Το καταλαμβάνω ότι είναι η ιδική σου η πεποίθησις αυτή. Εγώ όμως εξετάζω το ζήτημα κατ' αυτόν τον τρόπον εάν δηλαδή η πόλις η οποία καθυποτάσσει μίαν άλλην, άνευ δικαιοσύνης αποκτά αυτήν την δύναμιν, ή κατ' ανάγκην μετά της δικαιοσύνης; — Εάν μεν, όπως παρεδέχθης εσύ, η δικαιοσύνη είναι σοφία, τότε κατ' ανάγκην μετά της δικαιοσύνης· εάν όμως το πράγμα είναι όπως το έλεγα εγώ, τότε μετά της αδικίας. — Είμαι πολύ ενθουσιασμένος, Θρασύμαχε, ότι δεν περιορίζεσαι μόνον να κινής την κεφαλήν σου, αλλά δίδεις και πολύ καλάς αποκρίσεις. — Διότι δεν θέλω να σε δυσαρεστήσω.
— Πολύ καλά κάνεις, του απήντησα. Αλλά κάμε μου ακόμη και αυτήν την χάριν και λέγε μου· νομίζεις ότι μία πόλις, ή ένα στράτευμα, ή μία συμμορία ληστών ή κλεπτών, ή οιαδήποτε άλλη ομάς από εκείνας που αναλαμβάνουν από κοινού μίαν άδικον επιχείρησιν, θα ημπορούσαν ποτέ να κατορθώσουν τίποτε, εάν τα μέλη που την αποτελούν εφέροντο αδίκως μεταξύ των; — Όχι βέβαια. — Ενώ, εάν εφέροντο δικαίως, δεν θα επετύχαιναν περισσότερον; — Και πολύ μάλιστα. — Διότι βέβαια, Θρασύμαχε, η αδικία γεννά μίση και διχονοίας και πολέμους μεταξύ των, ενώ η δικαιοσύνη ομόνοιαν και αγάπην δεν είναι έτσι; — Ας το παραδεχθώ, είπε, διά να μη φιλονεικώ μαζί σου. — Και καλά κάνεις, φίλε μου· λέγε μου τώρα: αφού αυτό είναι το έργον της αδικίας, να γεννά μίση και διχονοίας όπου εισχωρήση, δεν θα έχη τα αυτά αποτελέσματα και όπου παρουσιάζεται εν γένει μεταξύ των ανθρώπων, είτε δούλων είτε ελευθέρων, και δεν θα καθιστά, αδύνατον πάσαν από κοινού επιχείρησίν των; — Και πολύ μάλιστα. — Τι δε; εάν παρουσιασθή μεταξύ δύο ανθρώπων, δεν θα αναπτυχθούν μεταξύ των έριδες και διαφοραί και μίση, και δεν θα γίνουν εχθροί ο ένας με τον άλλον, όπως είναι και με τους δικαίους; — Θα γίνουν. — Και εάν τέλος την δεχθώμεν υπάρχουσαν εις ένα μόνον άνθρωπον, μήπως θα χάση τάχα αυτήν την ιδιότητα που έχει, ή και πάλιν θα την διατηρήση; — Ας ειπούμεν ότι θα την διατηρήση.
— Τοιαύτη λοιπόν επομένως φαίνεται ότι είναι η φύσις της αδικίας, ώστε, όπου παρουσιάζεται, είτε εις πόλιν, είτε εις στρατόπεδον, είτε εις οιονδήποτε άλλο άθροισμα ανθρώπων, πρώτον μεν να το καθιστά ανίκανον να αναλάβη καμμίαν επιχείρησιν ένεκα των διχονοιών και των ερίδων τας οποίας γεννά, έπειτα δε του αναπτύσσει την έχθραν και προς τον εαυτόν του, και προς κάθε τι που δεν είναι όμοιόν του και προς το δίκαιον δεν είναι έτσι; — Μάλιστα.
— Και εις ένα λοιπόν μόνον, είπαμεν, όταν ενυπάρχη, τα αυτά θα έχη αποτελέσματα, σύμφωνα με την φύσιν της· πρώτον μεν θα τον καταστήση ανίκανον διά κάθε επιχείρησιν, διότι θα ευρίσκεται πάντα εις διάστασιν και διχογνωμίαν με τον εαυτόν του· έπειτα θα τον κάμη εχθρόν και με τον εαυτόν του και με τους δικαίους· ναι ή όχι; — Ναι. — Οι θεοί όμως, φίλε μου, παραδέχεσαι βέβαια ότι είναι δίκαιοι. — Ας το παραδεχθώμεν. — Και με τους θεούς επομένως εχθρός θα είναι ο άδικος, ενώ ο δίκαιος θα είναι φίλος των.
— Χόρταινε όλην την ηδονήν της συζητήσεως, είπε τότε ο Θρασύμαχος, χωρίς κανένα φόβον· διότι εγώ τουλάχιστον δεν εννοώ να σου την διακόψω, μήπως και τα χαλάσω με αυτούς. — Εξακολούθησε λοιπόν να δεικνύης αυτήν σου την συγκατάβασιν και εις τα επίλοιπα, και απάντα μου όπως το έκαμνες, έως τώρα. Είδομεν ότι οι δίκαιοι φαίνονται και σοφώτεροι και ικανώτεροι και δυνατώτεροι, εις ό,τι πράττουν, από τους αδίκους· οι δε άδικοι απεναντίας ουδέ να αναλάβουν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν με άλλους είναι ικανοί· και όταν όμως ακόμη παραδεχώμεθα ότι θα ημπορούσαν να φέρουν εις πέρας μίαν κοινήν επιχείρησιν επιτυχώς, και πάλιν λέγω ότι δεν θα ήτο αληθινόν αυτό· διότι εάν ήσαν πράγματι όλως διόλου άδικοι, δεν θα ήτο δυνατόν να μη στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου· αλλά είναι πρόδηλον ότι θα έμενεν ακόμη μέσα των κάποιο ίχνος δικαιοσύνης, η οποία θα τους ημπόδιζε τουλάχιστον να αδικούνται και μεταξύ των, καθ' όν χρόνον επεχείρουν να αδικήσουν κάποιους άλλους· και μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα κατώρθωσαν, εάν κατώρθωσαν τίποτε, εις μίαν άδικον επιχείρησιν που ανέλαβαν, διότι δεν θα ήσαν εξ ολοκλήρου ίσως αλλά μόνον εξ ημισείας κυριευμένοι από την αδικίαν· επειδή οι παμπόνηροι και τελείως άδικοι είναι και τελείως ανίκανοι να κατορθώσουν τίποτε. Τοιουτοτρόπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, και όχι όπως τα έθεσες εσύ κατά πρώτον. Μας υπολείπεται να εξετάσωμεν, το οποίον το αφήσαμεν και τελευταίον, αν ζουν και καλύτερα οι δίκαιοι από τους αδίκους και εάν είναι ευτυχέστεροι. Και ναι μεν, αυτό είναι φανερόν και αυταπόδεικτον, όπως νομίζω, και εξ όσων είπαμεν μέχρι τούδε· ας το εξετάσωμεν όμως και καλύτερα. — Εξέτασέ το λοιπόν, μου είπεν.
— Αυτό κάμνω τώρα· παραδέχεσαι, σε ερωτώ, ότι ο ίππος έχει κάποιο ωρισμένον έργον; — Έχει. — Και τούτο μόνον παραδέχεσαι ότι είναι έργον του ίππου, ή και οιουδήποτε άλλου ζώου, το οποίον θα ηδύνατο να εκτελεσθή ή υπ' αυτού, ή τουλάχιστον υπό μόνου αυτού καλύτερα; — Δεν σε εννοώ. Νά, παραδείγματος χάριν· ημπορείς να ίδης αλλέως παρά με τους οφθαλμούς; — Δεν ημπορώ βέβαια. — Και να ακούσης αλλέως παρά με τα ώτα σου; — Ούτε. — Ώστε δυνάμεθα να είπωμεν δικαίως ότι αυτό είναι το έργον των. — Μάλιστα. — Τι δε; θα ημπορούσες να κλαδεύσης ένα κλήμα ή με το μαχαίρι, ή με το σμιλάρι ή με πολλά άλλα τέτοια εργαλεία; — Και πώς όχι; — Αλλά με κανένα άλλο, νομίζω, ότι δεν θα το έκαμνες τόσον καλά, όσον με το δρέπανον, το οποίον επίτηδες κατεσκευάσθη προς τον σκοπόν τούτον. — Είναι αλήθεια αυτό που λέγεις. — Δεν θα είπωμεν λοιπόν ότι αυτό είναι το αποκλειστικόν του έργον; — Ναι, θα το ειπούμεν.
— Τώρα λοιπόν, υποθέτω, θα ενόησες καλύτερα αυτό που σε ηρώτησα πριν, εάν δηλαδή δεν είναι έργον εκάστου πράγματος εκείνο το οποίον ή μόνον αυτό ημπορεί να εκτελέση, ή τουλάχιστον καλύτερα από κάθε άλλο. — Αλλά ναι, τώρα σε εννοώ· και αυτό παραδέχομαι πως είναι το έργον εκάστου πράγματος. — Πολύ καλά. Λοιπόν παραδέχεσαι ακόμη ότι έχει και μίαν ιδιάζουσαν αρετήν κάθε πράγμα, εις το οποίον είναι ανατεθειμένη μία λειτουργία; και ας επανέλθωμεν εις τα ίδια παραδείγματα. Είπομεν ότι οι οφθαλμοί έχουν μίαν ωρισμένην λειτουργίαν· έχουν λοιπόν και μίαν αρετήν, η οποία προσιδιάζει εις αυτούς μόνον; — Έχουν. — Επίσης τα ώτα; — Και αυτά. — Και όλα τα άλλα πράγματα κατ' αυτόν τον τρόπον; — Επίσης.
— Στάσου τώρα μίαν στιγμήν· θα ημπορούσαν ποτέ οι οφθαλμοί να εκτελέσουν καλά το έργον των, εάν δεν είχαν την προσιδιάζουσαν εις αυτούς αρετήν, αλλά την αντίθετον κακίαν; — Και πώς είναι δυνατόν; δηλαδή εννοείς, εάν είχαν τάχα τυφλότητα αντί της ικανότητος του οράν; — Οιαδήποτε και αν ήτο η αρετή των· διότι δεν είναι αυτό που θέλω τώρα να μάθω, αλλ' αν με την ιδιάζουσαν αρετήν του εκτελή ένα πράγμα καλώς το έργον του, με την αντίθετον δε κακίαν κακώς. — Είναι βέβαια έτσι όπως το λέγεις. — Λοιπόν και τα ώτα, εάν στερηθούν την αρετήν που τους προσιδιάζει, δεν θα κάμουν καλά το έργον που έχουν να κάμουν. — Πράγματι, όχι. — Τοιουτοτρόπως και όλα τα άλλα, δεν ημπορούμεν να τα θέσωμεν εις την αυτήν κατηγορίαν; — Μου φαίνεται.
— Έλα λοιπόν τώρα και ακολούθησε αυτόν τον συλλογισμόν: Έχει τάχα και η ψυχή κανέν ωρισμένον έργον, το οποίον με κανένα άλλο πράγμα δεν θα ημπορούσες να εκτελέσης; παραδείγματος χάριν, το να σκεπτώμεθα, το να κυβερνώμεν, το να αποφασίζωμεν, θα ημπορούσαμεν δικαίως να τα αποδώσωμεν εις αυτήν και να λέγωμεν ότι αυτά είναι το έργον της; — Μάλιστα, είπεν. — Ώστε παραδεχόμεθα ότι και η ψυχή έχει μίαν αρετήν, η οποία της προσιδιάζει; — Το παραδεχόμεθα. — Ημπορεί λοιπόν ποτε, Θρασύμαχε, η ψυχή να εκτελέση καλώς τα έργα της, εάν στερήται την προσιδιάζουσαν εις αυτήν αρετήν; — Αδύνατον. — Κατ' ανάγκην λοιπόν η κακή ψυχή και κακώς θα σκέπτεται και κακώς θα κυβερνά, ενώ απεναντίας η καλή ψυχή όλα αυτά θα εκτελή καλώς. — Ανάγκη πάσα. — Δεν παρεδέχθημεν όμως ότι η αρετή της ψυχής είναι η δικαιοσύνη, η δε κακία της η αδικία; — Αι ναι, το παρεδέχθημεν. — Η δικαία λοιπόν ψυχή και ο δίκαιος άνθρωπος θα ζη καλά, το εναντίον δε ο άδικος. — Φαίνεται, είπε, συμφώνως με αυτά που λέγεις. — Αλλά εκείνος που ζη καλά, είναι ευτυχής και ευδαίμων, τουναντίον δε εκείνος που ζη κακά. — Πώς όχι; — Λοιπόν ο μεν δίκαιος είναι ευτυχής, ο δε άδικος άθλιος και δυστυχής. — Ας είναι κ' έτσι. — Αλλ' όμως δεν τον ωφελεί βέβαια κανένα να είναι δυστυχής; — Όχι, εννοείται. — Και επομένως, ευλογημένε μου Θρασύμαχε, ουδέποτε η αδικία είναι ωφελιμώτερον πράγμα από την δικαιοσύνην. — Πάρε την τώρα, Σωκράτη, αυτήν την συζήτησιν ως συμπόσιον το οποίον σου παρετέθη διά την σημερινήν εορτήν των Βενδιδείων (1). — Και το χρεωστώ εις εσένα, Θρασύμαχε, διότι παρήτησες εκείνην την αγριότητα που μου έδειξες κατ' αρχάς, και έγινες τόσον ήμερος . . . Δεν ήτο όμως και τελεία, όπως θα την ήθελα, η εστίασις· όχι από φταίξιμον ιδικόν σου, αλλά από ιδικόν μου μάλλον· επειδή την έπαθα όπως οι κοιλιόδουλοι, οι οποίοι πέφτουν επάνω αρπακτικά εις το κάθε νέον φαγητόν που σερβίρεται, πριν να απολαύσουν οπωσδήποτε το προηγούμενον έτσι κ' εγώ, πριν να ευρούμεν εκείνο που εσυζητούσαμεν πρώτον, τι πράγμα δηλαδή είναι η δικαιοσύνη, το παρήτησα αυτό εις την μέσην και εβάλθηκα να εξετάζω εάν είναι κακία ή αμάθεια, ή σοφία ή αρετή· και επειδή έτυχε ύστερα να παρεμπέση άλλος λόγος, ότι η αδικία είναι ωφελιμώτερον πράγμα από την δικαιοσύνην, δεν ημπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτόν μου και να μην περάσω από τον πρώτον εις αυτόν τον άλλον. Ώστε εις το τέλος κατήντησα να μη μάθω τίποτε από αυτήν την συζήτησιν διότι, όταν δεν γνωρίζω, ποία είναι αυτή η ουσία της δικαιοσύνης, πώς θα ημπορώ να ηξεύρω αν είναι αρετή, είτε όχι, και αν είναι ευτυχής εκείνος που την έχει, ή το εναντίον.