ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας προσέξουν λοιπόν να ακούσουν όλοι όσοι ήκουσαν προ ολίγου όσα είπαμεν περί των θεών και των φίλων προπατόρων. Δηλαδή από όλα τα κτήματα δι' έκαστον είναι η ψυχή του το θεϊκώτερον πράγμα κατόπιν από τους θεούς, διότι είναι το ατομικώτερόν του. Όλα δε τα ιδικά του είναι δύο ειδών, και τα μεν ανώτερα και καλλίτερα είναι κυρίαρχα, τα δε κατώτερα και χειρότερα υπόδουλα. Και λοιπόν από τα ιδικά του πρέπει πάντοτε να προτιμά τα κυρίαρχα παρά τα υπόδουλα. Δι' αυτό λοιπόν, εάν ειπώ ότι πρέπει κατόπιν από τους θεούς και τους ακολούθους αυτών να τιμά κανείς την ψυχήν του ως δευτέραν, πολύ ορθά συμβουλεύω. Και βεβαίως κανείς από ημάς, τολμώ να ειπώ, δεν τιμά αυτήν ορθώς, αλλά απλώς νομίζει. Διότι βεβαίως η τιμή είναι θείον αγαθόν, από δε τα κακά δεν είναι κανέν άξιον τιμής, όστις δε νομίζει ότι ή με κάποιους λόγους ή με δώρα ή με υποχωρήσεις ωφελεί αυτήν, χωρίς να βελτιώνη την κατάστασίν της από χειροτέραν, νομίζει μεν ότι την τιμά, διόλου όμως δεν το εκτελεί αυτό. Αίφνης, μόλις ο παις γίνη άνθρωπος, νομίζει πάντοτε ότι είναι ικανός να γνωρίζη τα πάντα και νομίζει ότι τιμά την ψυχήν του, όταν την επαινή, και περιποιητικώς της επιτρέπει να κάμνη ό,τι θέλει. Ο λόγος μας αυτός όμως λέγει ότι, όταν κάμνη αυτά, βλάπτει, αλλά δεν τιμά αυτήν. Και όμως πρέπει να τιμά αυτήν κατόπιν από τους θεούς ως δευτέραν. Ούτε πάλιν ο άνθρωπος που δεν θεωρεί τον εαυτόν του αίτιον των σφαλμάτων του και των περισσοτέρων και μεγαλιτέρων δυστυχημάτων, αλλά άλλους, τον εαυτόν του δε τον ξεχωρίζει ως αλάνθαστον, τιμά την ψυχήν του, καθώς δήθεν φρονεί. Αλλά πολύ απέχει από το να κάμνη τούτο, διότι την βλάπτει. Και πάλιν, όταν υποχωρή εις τας ηδονάς παραβαίνων την συμβουλήν και τον έπαινον του νομοθέτου, και τότε διόλου δεν την τιμά, αλλά την ατιμάζει, διότι την παραγεμίζει από κακά και από μετανοίας. Ούτε πάλιν, όταν αντιθέτως δεν κοπιάζη, να υποφέρη τους αξιεπαίνους κόπους και φόβους και πόνους και λύπας, αλλά υποχωρή, και τότε δεν τιμά αυτήν με την υποχώρησιν. Διότι την καθιστά άτιμον, όταν κάμνη όλα αυτά. Ούτε όταν νομίζη ότι η ζωή πάντως είναι αγαθόν, δεν τιμά, αλλά ατιμάζει αυτήν και τότε ακόμη. Διότι, όταν η ψυχή του όλα τα πράγματα του Άδου τα θεωρή κακά, αυτός υποχωρεί και δεν αντιτείνει διαφωτίζων και εξελέγχων αυτήν, ότι δεν γνωρίζει αν είναι όλως διόλου αντιθέτως από όλα τα αγαθά μας μεγαλίτερα τα περιστρεφόμενα εις τους θεούς τους εκεί. Και πάλιν, όταν κανείς από την αρετήν προτιμά το κάλλος, αυτό δεν σημαίνει άλλο τίποτε παρά την αληθινήν και πραγματικήν ατιμίαν της ψυχής. Διότι ο λόγος αυτός λέγει ότι το σώμα είναι εντιμότερον από την ψυχήν, και λέγει ψέμμα. Διότι κανέν πράγμα της γης δεν είναι εντιμότερον από τα επουράνια, αλλά όστις φρονεί διαφορετικά περί της ψυχής, δεν γνωρίζει πόσον θαυμάσιον είναι αυτό το κτήμα του, το οποίον παραμελεί. Ούτε βεβαίως, όταν κανείς ζητή να κερδίση χρήματα όχι εντίμως, ή όταν δεν δυσφορή, εάν τα κερδίζη ούτω πως, τιμά δήθεν με δώρα τότε την ψυχήν του. Απ' εναντίας μάλιστα ωρισμένως την περιφρονεί. Διότι την πολύτιμον και καλήν αξίαν της την ανταλλάσσει με ολίγον χρυσόν. Διότι ολόκληρος ο χρυσός που είναι επάνω και κάτω από την γην δεν έχει αξίαν ίσην με την αρετήν. Με μίαν λέξιν όστις δεν θέλει να απέχη με κάθε τρόπον από όσα ο νομοθέτης θεωρεί ότι είναι αισχρά και κακά, και αντιθέτως όσα εκείνος θεωρεί αγαθά και καλά, δεν τα εκτελεί με όλην του την δύναμιν, δεν γνωρίζει εις όλα αυτά, οποιοσδήποτε άνθρωπος και αν είναι αυτός, ότι την ψυχήν του, η οποία είναι το θεϊκώτερον πράγμα, την καθιστά το ατιμότερον και το ασχημότερον πράγμα. Δηλαδή κανείς σχεδόν δεν συλλογίζεται την μεγαλιτέραν, καθώς λέγουν, δίκην της κακουργίας, είναι δε αυτή η μεγαλιτέρα, δηλαδή το να γίνεται όμοιος με τους κακούς άνδρας, και, αφού γίνη όμοιος, τους μεν αγαθούς λόγους και άνδρας να τους αποφεύγη και να τους αποχωρίζεται, εις αυτούς δε να προσκολλάται ακολουθών τας συναναστροφάς των. Αφού δε προσαρμοσθή με αυτούς, είναι επόμενον να δίδη και παίρνη με αυτούς ό,τι επλάσθησαν να δίδουν και παίρνουν μεταξύ των οι τοιούτοι με έργα και λόγους. Αυτό λοιπόν το πάθημα δεν είναι η τιμωρία, διότι το δίκαιον και η τιμωρία είναι καλόν πράγμα, αλλά η εκδίκησις η οποία ακολουθεί την αδικίαν, την οποίαν και όστις την εύρη και όστις δεν την εύρη είναι άθλιος, διότι εκείνος μεν δεν θεραπεύεται, αυτός δε καταστρέφεται, διά να σωθούν άλλοι πολλοί. Τιμήν δε φέρει εις ημάς γενικώς το να ακολουθούμεν τα καλλίτερα, όσα δε είναι χειρότερα, αλλά επιδέχονται βελτίωσιν, κυριολεκτικώς να τα καταστήσωμεν όσον το δυνατόν άριστα. Λοιπόν εις τον άνθρωπον δεν υπάρχει άλλο κτήμα προσφυέστερον από την ψυχήν εις το να αποφεύγη μεν το κακόν, να ανιχνεύση δε και να συλλάβη το καλλίτερον από όλα, και, αφού πάλιν το συλλάβη, να το έχη σύνοικον εις όλην της την ζωήν. Διά τούτο έχει την δευτέραν θέσιν εις την εκτίμησιν. Όσον δε διά το τρίτον έκαστος ημπορεί να το εννοήση ότι είναι η εκτίμησις του σώματος συμφώνως με την φύσιν. Και πάλιν δε πρέπει να εξετάσωμεν ποίαι από αυτάς τας εκτιμήσεις είναι αληθείς και ποίαι κίβδηλοι. Αυτό δε ανήκει εις τον νομοθέτην. Μου φαίνεται λοιπόν ότι μας πληροφορούν τα εξής και τα παρόμοια δι' αυτάς, ότι δηλαδή πολύτιμον σώμα είναι όχι το ωραίον, ούτε το ισχυρόν, ούτε το ταχύ, ούτε το υψηλόν, ούτε βεβαίως το υγιεινόν — μολονότι εις πολλούς ίσως αυτό φαίνεται — , αλλά βεβαίως ούτε και τα αντίθετα από αυτά, αλλά τα ευρισκόμενα εις το μέσον και εγγίζοντα αυτήν την διάθεσιν φαίνεται ότι είναι σωφρονέστατα και μακροβίως ασφαλή. Διότι εκείνα μεν καθιστούν τας ψυχάς χαύνους και θρασείας, αυτά δε ταπεινάς και δουλοπρεπείς ομοίως δε και η απόκτησις χρημάτων και κτημάτων και η εκτίμησις αυτών έχει την ιδίαν αναλογίαν. Δηλαδή ενός εκάστου από αυτά τα μεν υπέρογκα (υπερβολικά) γεννούν έχθρας και διχονοίας εις τας πόλεις και εις τα άτομα, τα δε ελλιπή φέρουν δουλοπρέπειαν συνήθως. Λοιπόν ας μην είναι κανείς πολύ φιλοχρήματος όσον διά τα τέκνα του, διά να τα αφήση όσον τα δυνατόν πλουσιώτερα. Διότι τούτο ούτε εις εκείνα ούτε εις την πόλιν είναι το καλλίτερον. Διότι όση περιουσία των νέων δεν γεννά κόλακας, ενώ δεν στερείται τα απαραίτητα, είναι η πλέον αρμονική από όλας και η καλλιτέρα. Διότι συμφωνεί μαζί μας και προσαρμόζει εις όλα την ζωήν μας και την καθιστά ανενόχλητον. Εις τα τέκνα δε πρέπει να αφήνωμεν αιδημοσύνην πολλήν και όχι χρυσόν. Νομίζομεν δε ότι αυτήν θα την αφήσωμεν, εάν κάμνωμεν παρατηρήσεις εις τους νέους, όταν κάμνουν αναισχυντίας. Αλλά η συμβουλή μας αυτή δεν εννοεί διά τους νέους εκείνο το οποίον λέγουν συνήθως, ότι δηλαδή οι νέοι πρέπει δι' όλα να εντρέπωνται. Ο δε νοήμων νομοθέτης μάλλον τους γεροντοτέρους θα συμβουλεύση να εντρέπωνται τους νέους και περισσότερον από όλους τους άλλους να προσέχουν, μήπως τους ιδή κανείς από τους νέους ή και τους ακούση να κάμνουν ή να λέγουν κανέν αισχρόν πράγμα, διότι, όπου είναι αναίσχυντοι οι γέροντες, είναι λογικόν εκεί και οι νέοι να είναι αναιδέστατοι. Διότι η μόρφωσις είναι διά τους νέους, συγχρόνως δε προτέρημα τούτων είναι όχι το να συμβουλεύουν, αλλά, όσα θα έλεγε εις άλλον κανείς ως συμβουλάς, αυτά να αποδεικνύη ο ίδιος ότι τα εκτελεί εις όλην του την ζωήν όστις δε τιμά και σέβεται τους συγγενείς του και τους εφεστίους θεούς, οι οποίοι προστατεύουν όλην την γενεάν του ιδίου αίματος, είναι λογικόν να έχη ευνοϊκούς τους γενεθλίους θεούς εις την τεκνοποίησίν του. Αλλά βεβαίως και τους φίλους και συντρόφους θα τους έχη ευνοϊκούς εις τας συναναστροφάς της ζωής, εάν θεωρή ανωτέρας και σοβαρωτέρας τας υπηρεσίας εκείνων προς τον εαυτόν του παρ' όσον τας θεωρούν εκείνοι, ως μικροτέρας δε πάλιν εκτιμά τας ιδικάς του εκδουλεύσεις προς τους φίλους παρ' όσον τας θεωρούν οι ίδιοι φίλοι και συνέταιροι. Εις την πόλιν δε βεβαίως και τους πολίτας πολύ καλλίτερος είναι όστις περισσότερον από μίαν νίκην των Ολυμπίων και όλων των πολεμικών και ειρηνικών αγώνων θα εδέχετο να νικήση εις την φήμην της υποταγής εις τους νόμους της πατρίδος, ότι δηλαδή έγινε υπηρέτης αυτών περισσότερον από όλους τους ανθρώπους εις όλην του την ζωήν. Διά τους φιλοξενουμένους δε ας νομίζη ότι υπάρχουν σεβαστότατα συμβόλαια. Διότι σχεδόν όλα τα σφάλματα των ξένων και τα γινόμενα προς τους ξένους από τους πολίτας είναι εμπιστευμένα περισσότερον εις θεόν ως εκδικητήν. Διότι ο ξένος είναι έρημος από φίλους και συγγενείς και διά τούτο είναι συμπαθέστερος και εις τους ανθρώπους και εις τους θεούς. Λοιπόν όστις έχει δύναμιν να τον εκδικηθή περισσότερον τον βοηθεί προθυμότερον. Έχει δε περισσοτέραν δύναμιν ο δαίμων και θεός της φιλοξενίας δι' έκαστον ο οποίος ακολουθεί τον ξένιον Δία. Λοιπόν πρέπει πολύ να προσέχη όστις έχει και την ελαχίστην προσοχήν, να μη κάμη κανέν σφάλμα εις τους ξένους έως ότου να φθάση εις το τέλος της ζωής του. Από όλα δε τα φιλοξενικά και τοπικά σφάλματα μεγαλίτερον είναι δι' έκαστον το σχετικόν με τους ικετεύοντας. Διότι ο ίδιος θεός, τον οποίον ο ικετεύων επικαλέσθη μάρτυρα των υποσχέσεων, αυτός είναι υπέροχος φύλαξ του παθόντος, ώστε δεν είναι δυνατόν να μείνη ανεκδίκητος οποιοσδήποτε από όσα έπαθε.

Λοιπόν όσαι σχέσεις περιστρέφονται εις τους γονείς και τον εαυτόν μας και τα ιδικά μας και εις την πόλιν δε και τους φίλους και τους συγγενείς και την φιλοξενίαν και την εστίαν σχεδόν τας εξετάσαμεν. Αλλά τόρα είναι η σειρά να εξετάσωμεν ποίας ιδιότητας πρέπει να έχη κανείς, διά να περάση όσον το δυνατόν καλλίτερα την ζωήν του, δηλαδή εις όσα δεν ορίζει ο νόμος αλλά η επιδοκιμασία η μεθοδική και η κατάκρισις κάμνει έκαστον πλειότερον πειθήνιον και ευνοϊκόν διά τους μέλλοντας να θεσπισθούν νόμους, αυτά ακριβώς πρέπει τόρα πλέον να εξετάσωμεν. Λοιπόν η αλήθεια από όλα τα αγαθά είναι πρώτον εις τους θεούς και πρώτον εις τους ανθρώπους. Και αυτήν όστις θέλει να γίνη αξιομακάριστος και ευτυχής πρέπει από την αρχήν να την αποκτήση, διά να ζη όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον ως φιλαλήθης. Διότι αυτός είναι πιστευτός. Απίστευτος δε είναι όστις αγαπά το ψεύδος εκουσίως, όστις δε το αγαπά ακουσίως, είναι ανόητος. Αλλά κανέν από αυτά τα δύο δεν είναι ζηλευτόν. Διότι βεβαίως δεν είναι κατάλληλος διά φιλίαν ούτε ο απίστευτος ούτε ο αμαθής· όταν δε παρέλθη καιρός εις το βαρύ γήρας του προετοιμάζει διά τον εαυτόν του απόλυτον εγκατάλειψιν κατά το τέλος της ζωής του, ώστε, είτε ζουν οι φίλοι του και τα τέκνα του είτε όχι, σχεδόν εξ ίσου να είναι ορφανός ο βίος του. Άξιος δε υπολήψεως είναι βεβαίως και όστις δεν αδικεί διόλου. Όστις όμως ούτε επιτρέπει την αδικίαν εις τους αδίκους είναι άξιος πλειοτέρας τιμής από την διπλασίαν παρά εκείνος. Διότι εκείνος μεν ισοδυναμεί με ένα, αυτός όμως με πολλούς άλλους, διότι καταγγέλλει εις τους άρχοντας την αδικίαν των άλλων. Όστις όμως εκτός τούτου συντείνει όσον ημπορεί να τιμωρή μαζί με τους άρχοντας, αυτός ας ανακηρυχθή εις την πόλιν ως ο κατ' εξοχήν μέγας ανήρ ο νικητής εις την αρετήν. Τον ίδιον δε έπαινον ακριβώς πρέπει να εφαρμόσωμεν και εις την σωφροσύνην και την φρόνησιν και όσα άλλα αγαθά έχει κανείς, τα οποία είναι δυνατόν όχι μόνον ο ίδιος να τα έχη, αλλά και εις τους άλλους να τα μοιράζη. Και όστις μεν τα μοιράζει πρέπει να τον τιμώμεν εις τον ανώτατον βαθμόν, όστις δε πάλιν δεν ημπορεί, αλλά θέλει, να τον αφήσωμεν δεύτερον, όστις δε φθονεί και εκουσίως δεν μοιράζει φιλικώς εις κανένα τα αγαθά, τον ίδιον μεν να τον κατακρίνωμεν, το προσόν του όμως να μη το περιφρονούμεν εξ αιτίας του κατόχου του, αλλά όσον είναι δυνατόν να το αποκτώμεν. Ας αμιλλάται δε μαζί μας διά την αρετήν ο καθείς χωρίς να τον φθονούμεν. Διότι ο τοιούτος αυξάνει τας πόλεις, διότι και ο ίδιος αμιλλάται και τους άλλους δε τους παρεμποδίζει με συκοφαντίας. Ο φθονερός όμως, επειδή νομίζει ότι πρέπει να γίνη ανώτερος διά της συκοφαντίας των άλλων, και ο ίδιος ολιγώτερον αγωνίζεται διά την αληθινήν αρετήν και τους συναγωνιζομένους με αυτούς τους φέρει εις απελπισίαν με την άδικον κατάκρισιν, και, επειδή ολόκληρον την πόλιν την κάμνει να μη γυμνάζεται εις τον συναγωνισμόν της αρετής, την καθιστά, καθόσον εξαρτάται από αυτόν, μικροτέραν εις την δόξαν της^ λοιπόν πρέπει έκαστος ανήρ να είναι ευέξαπτος, αλλά όσον το δυνατόν μειλίχιος. Διότι τα κακά και δυσκολοθεράπευτα ή εντελώς αθεράπευτα αδικήματα των άλλων δεν είναι δυνατόν να τα αποφύγη αλλέως παρά εάν τους πολεμήση και τους αποκρούση θριαμβευτικώς και εάν δεν παραβλέπη τίποτε εις την τιμωρίαν, τούτο όμως χωρίς ανδρείαν καρδίαν πάσα ψυχή είναι ανίκανος να το εκτελέση. Όσον όμως πάλιν δι' όσους αδικούν, αλλά εις πράγματα ευκολοθεράπευτα, είναι ανάγκη να γνωρίζωμεν, ότι όλοι όσοι αδικούν δεν αδικούν εκουσίως. Διότι κανέν από τα μεγαλίτερα κακά ποτέ κανείς πουθενά δεν είναι δυνατόν να το αποκτήση εκουσίως, πολύ δε ολιγώτερα μέσα εις τα πολυτιμότερά του πράγματα. Η ψυχή δε, καθώς είπαμεν, είναι βεβαίως δι' όλους το πολυτιμότερον. Λοιπόν μέσα εις το πολυτιμότερον ποτέ κανείς δεν είναι δυνατόν να δεχθή το μεγαλίτερον κακόν και να ζη ισοβίως έχων αυτό. Αλλά αξιολύπητος μεν είναι ωρισμένως ο άδικος και ο έχων τα ελαττώματα, αλλά τον μεν ευκολοθεράπευτον επιτρέπεται να τον λυπηθούμεν και δεσμεύοντες την έξαψίν μας να την καταπραΰνωμεν και να μην είμεθα διαρκώς ακρόχολοι και γυναικείως πικροί, εις δε τον τελείως και απειθώς ελαττωματικόν και κακόν πρέπει να απολύσωμεν την οργήν μας. Διά τούτο λοιπόν πρέπει, νομίζομεν, να είναι ευέξαπτος και μειλίχιος πάντοτε ο αγαθός.

Αλλά από όλα τα κακά το μεγαλίτερον διά τους περισσοτέρους ανθρώπους είναι έμφυτον εις τας ψυχάς των, το οποίον έκαστος συγχωρεί εις τον εαυτόν του και δεν εφευρίσκει καμμίαν αποφυγήν αυτού. Τούτο δε είναι αυτό που λέγουν ότι έκαστος άνθρωπος είναι εκ φύσεως φίλος του εαυτού του και βεβαίως είναι ορθόν ότι πρέπει να είναι τοιούτος. Εις το πραγματικόν όμως γίνεται πάντοτε αιτία όλων των σφαλμάτων αυτή η υπερβολική αγάπη του εαυτού του. Διότι όστις αγαπά αποτυφλώνεται ως προς το αγαπητόν του πράγμα, ώστε κρίνει κακώς τα δίκαια και τα αγαθά και τα καλά, επειδή νομίζει ότι πρέπει να υπερτιμά περισσότερον τον ατομισμόν του από την αλήθειαν. Δηλαδή ούτε τον εαυτόν του ούτε τα ιδικά του πρέπει να υπεραγαπά όστις θέλει να γίνη μέγας ανήρ, αλλά τα δίκαια, είτε από αυτόν τον ίδιον τύχη να εκτελούνται είτε από κανένα άλλον περισσότερον. Λοιπόν από αυτό ακριβώς το σφάλμα εγεννήθη και το να νομίζη την ιδικήν του αμάθειαν ότι είναι σοφία. Δι' αυτά, ενώ δεν γνωρίζομεν τίποτε, διά να εκφρασθώ ούτω πως, νομίζομεν ότι όλα τα γνωρίζομεν, και, επειδή δεν αναθέτομεν εις άλλους να εκτελέσουν όσα δεν γνωρίζομεν, αναγκαζόμεθα να τα κάμωμεν οι ίδιοι και να σφάλλωμεν. Διά τούτο πρέπει έκαστος ν' αποφεύγη να αγαπά πολύ τον εαυτόν του, πρέπει δε να επιζητή τον καλλίτερόν του, χωρίς να έχη κανέν εμπόδιον εις τούτο από καμμίαν εντροπήν. Όσα δε είναι μικρότερα από αυτά και επαναλαμβάνονται πολλάκις, είναι όμως όχι ολιγώτερον από αυτά χρήσιμα, αυτά πρέπει να τα λέγη υπενθυμίζων εις τον εαυτόν του. Δηλαδή, ωσάν να ξεχύνεται κάτι, είναι ανάγκη να ρέη κάτι νέον, και η ανάμνησις είναι εισροή της απελθούσης φρονήσεως.

Διά τούτο πρέπει και τους υπερβολικούς γέλωτας να αποφεύγωμεν και τα δάκρυα, να συμβουλεύη δε πάντα άνδρα έκαστος να κρύπτη την μεγάλην χαράν και την μεγάλην θλίψιν και να προσπαθή να είναι αξιοπρεπής, και εις τας ευτυχίας, τας οποίας φέρει ο αγαθός δαίμων εις έκαστον, και εις τους περισπασμούς, όταν οι δαίμονες του αντιτάσσουν κάπως υψηλά και ανωφελή εμπόδια εις τας πράξεις του, να ελπίζει δε πάντοτε ότι ο θεός εις όσα χαρίζει εις τους αγαθούς τους μεν απαιτουμένους κόπους από μεγαλιτέρους θα τους κάμη μικροτέρους, τα δε υπάρχοντά του θα τα μεταβάλη εις το καλλίτερον, όλα δε τα αντίθετα από αυτά αγαθά θα έλθουν εις αυτούς με αγαθήν τύχην. Με αυτάς λοιπόν τας ελπίδας πρέπει να ζη έκαστος και με τας υπενθυμίσεις όλων αυτών χωρίς να αποφεύγη, αλλά πάντοτε και εις τας διασκεδάσεις και εις τας σπουδάς του να τα υπενθυμίζη και εις τους άλλους και εις τον εαυτόν του καθαρά.

Λοιπόν τόρα πλέον ελέχθησαν σχεδόν όλα όσα είναι θεία και διά τας ασχολίας και διά το άτομον έκαστον, ποίου χαρακτήρος οφείλει να είναι. Τα ανθρώπινα όμως δεν τα είπαμεν, και πρέπει να τα ειπούμεν. Διότι με ανθρώπους ομιλούμεν εδώ και όχι με θεούς. Είναι δε εκ φύσεως ιδιότης του ανθρώπου προ πάντων αι ηδοναί και αι λύπαι και αι επιθυμίαι, από τας οποίας κατ' ανάγκην παν θνητόν ζώον είναι κρεμασμένον, διά να εκφρασθώ ούτω πως, και εξηρτημένον με πολλήν προθυμίαν. Λοιπόν πρέπει να επαινούμεν τον καλλίτερον βίον όχι μόνον ότι είναι ανώτερος κατά την ευπρέπειαν εις την κοινήν γνώμην, αλλά και ότι, εάν θελήση κανείς να τον δοκιμάση και να μη λιποτακτήση από αυτόν, ενόσω είναι νέος, υπερισχύει και εις αυτό το οποίον όλοι ζητούμεν, δηλαδή εις την περισσοτέραν χάριν και την ολιγωτέραν λύπην από όλους τους άλλους βίους. Ότι δε τούτο θα γίνη σαφές, όταν τον απολαμβάνη κανείς ορθώς, ευκόλως θα αποδειχθή και πάρα πολύ καλά! Αλλά ποία είναι η ορθότης; Αυτό πρέπει τόρα να το λάβωμεν και να το εξετάσωμεν με το λογικόν, εάν μας εδόθη ούτως πως συμφώνως με την φύσιν ή αλλέως έξω από την φύσιν. Η δε εξέτασις του ηδονικωτέρου βίου πλησίον του λυπηροτέρου πρέπει να γίνη ως εξής. Την ηδονήν την θέλομεν να την απολαμβάνωμεν, την λύπην όμως ούτε την προτιμώμεν ούτε την θέλομεν, το δε ουδέτερον αίσθημα από την ηδονήν και την λύπην, εις την θέσιν μεν της ηδονής δεν το επιθυμούμεν, εις την θέσιν όμως της λύπης θέλομεν να το ανταλλάξωμεν. Την λύπην δε την ολιγωτέραν με την περισσοτέραν ηδονήν την θέλομεν, αλλά την ολιγωτέραν ηδονήν με την περισσοτέραν λύπην δεν την θέλομεν, τα ίσα δε απέναντι των ίσων, και διά τα δύο αυτά δεν ημπορούμεν να ειπούμεν σαφώς πώς τα επιθυμούμεν. Όλα αυτά όμως κατά το ποσόν και το μέγεθος και την σφοδρότητα και την ισότητα και τα αντίθετα αυτών ως προς την θέλησίν μας μεν έχουν διαφοράν, ως προς την προαίρεσίν μας όμως δεν έχουν. Αφού λοιπόν αυτά εδημιουργήθησαν κατ' ανάγκην ούτω πως, εις όποιον μεν βίον υπάρχει μεγάλη ποσότης και από τα δύο και μέγεθος και σφοδρότης, αλλά είναι ανώτερα τα ηδονικά, εκείνον τον θέλομεν, εις όποιον όμως υπάρχουν τα αντίθετα δεν τον θέλομεν. Και πάλιν εις όποιον υπάρχουν ολίγα και τα δύο και μικρά και ήσυχα, αλλά είναι ανώτερα τα λυπηρά, δεν τον θέλομεν, εις όποιον δε υπάρχουν τα αντίθετα, τον θέλομεν. Εις όποιον δε βίον πάλιν ισορροπούν, πρέπει να φρονούμεν, καθώς προηγουμένως, ότι τον ισόρροπον βίον, εφ' όσον είναι ανώτερα τα ευχάριστα εις ημάς, τον θέλομεν, εφόσον όμως είναι ανώτερα τα μισούμενα, δεν τον θέλομεν. Πρέπει δε να έχωμεν υπ' όψει μας ότι όλοι οι βίοι περικλείονται εις αυτούς τους δύο και να εννοήσωμεν ποίους θέλομεν εκ φύσεως. Εάν δε νομίζωμεν ότι θέλομεν τίποτε άλλο έξω από αυτά, αυτό το φρονούμεν, διότι δεν γνωρίζομεν εκ πείρας τους υπάρχοντας βίους.

Ποίοι λοιπόν και πόσοι είναι οι βίοι, διά τους οποίους πρέπει να προτιμήσωμεν τον θεληματικόν και εκούσιον, αφού εννοήσωμεν τον αθέλητον και ακούσιον και να τον θέσωμεν εις τον εαυτόν μας ως νόμον, και αφού εκλέξωμεν τον αγαπητόν και συγχρόνως τον ηδονικόν και άριστον και ωραιότατον να ζώμεν όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον μακαριώτερον; Λοιπόν ας δεχθώμεν ότι ο σώφρων βίος είναι είς και είς ο φρόνιμος και είς ο ανδρείος και είς ο υγιεινός. Και εις αυτούς, οι οποίοι είναι τέσσαρες, ας αντιτάξωμεν ως αντιθέτους άλλους τέσσαρας, τον ανόητον, τον δειλόν, τον ακόλαστον, τον νοσηρόν. Και λοιπόν όποιος γνωρίζει τον σώφρονα βίον θα δεχθή ότι είναι μειλίχιος εις όλα και ότι δίδει ησύχους λύπας και ησύχους ηδονάς, και μαλακάς επιθυμίας και έρωτας όχι μανιώδεις. Ο δε ακόλαστος ότι είναι εις όλα ακράτητος και δίδει σφοδράς λύπας και σφοδράς ηδονάς, επιμόνους δε και παραφόρους επιθυμίας και έρωτας όσον το δυνατόν μανιωδεστέρους. Ότι δε είναι υπερβολικώτεραι εις μεν τον σώφρονα βίον αι ηδοναί παρά οι πόνοι, εις δε τον ακόλαστον ότι είναι ανώτεραι αι λύπαι από τας ηδονάς και εις το μέγεθος και εις το ποσόν και εις την πυκνότητα. Δι' αυτό ο είς μεν από αυτούς τους βίους είναι λογικώς ηδονικώτερος κατά φύσιν, ο δε άλλος λυπηρότερος, και όστις βεβαίως θέλει να ζήση ηδονικώς δεν επιτρέπεται εκουσίως να ζη ακολάστως, αλλά πλέον έγινε φανερόν, ότι, αν αυτό που λέγομεν τόρα, είναι ορθόν, τότε έπεται λογικώς ότι έκαστος είναι ακουσίως ακόλαστος. Δηλαδή ή από αμάθειαν ή από ακράτειαν ή και από τα δύο στερείται σωφροσύνης πας όχλος των ανθρώπων. Αυτά λοιπόν πρέπει να φρονούμεν διά τον νοσηρόν και υγιεινόν βίον, ότι δηλαδή έχουν ηδονάς και λύπας, αλλ' ότι υπερτερούν αι ηδοναί τας λύπας εις την υγείαν, αι δε λύπαι τας ηδονάς εις τας ασθενείας. Η θέλησίς μας όμως εις την προτίμησιν των βίων δεν είναι να υπερτερή το λυπηρόν, όπου δε αυτό υπερτερείται, αυτόν τον βίον τον εκρίναμεν ηδονικώτερον. Λοιπόν, ημπορούμεν να ειπούμεν, επειδή ο σώφρων από τον ακόλαστον και ο φρόνιμος από τον άφρονα και ο βίος της ανδρείας από τον βίον της δειλίας έχει και τα δύο ολιγώτερα και μικρότερα και πυκνότερα και υπερτερεί ο είς τον άλλον κατά σειράν από αυτούς εδώ ως προς την υπερβολήν της ηδονής, ενώ εκείνοι υπερτερούν αυτούς ως προς την λύπην, διά τούτο ο μεν ανδρείος νικά τον δειλόν, ο δε φρόνιμος τον ανόητον, ώστε είναι ηδονικώτεροι εκείνοι από αυτούς, ο σώφρων και ο ανδρείος και ο φρόνιμος και ο υγιεινός, από τον δειλόν και ανόητον και ακόλαστον και νοσηρόν, και συντόμως, ο σχετικός με την αρετήν εις το σώμα και εις την ψυχήν από τον σχετικόν με την μοχθηρίαν, και ηδονικώτερος είναι και εις τα άλλα υπερτερεί περισσώς με το κάλλος του και την ορθότητα και την αρετήν και την δόξαν, ώστε όστις έχει αυτόν τον κάμνει να ζη ευτυχέστερον από τον αντίθετον εις όλα εξ ολοκλήρου.

Και το μεν προοίμιον των νόμων ας λάβη τέλος εις αυτό το σημείον της συζητήσεώς μας. Κατόπιν όμως από το προοίμιον είναι βεβαίως λογικόν να ακολουθήση ο νόμος, ή μάλλον, καθώς είναι αληθές, το υπόδειγμα των νόμων της πολιτείας. Καθώς λοιπόν εις έν ύφασμα ή και εις οποιονδήποτε άλλο πράγμα δεν είναι δυνατόν να κατασκευάσωμεν με τα ίδια υλικά το υφάδι και το στημόνι, αλλά πρέπει να υπερέχη εις την αξίαν το είδος των στημόνων, διότι αυτό πρέπει να είναι ισχυρόν και να έχη κάποιαν σταθερότητα εις τας μετατροπάς, το δε άλλο να είναι μαλακόν και δικαίως να έχη κάποιαν υποχώρησιν, δι' αυτό λοιπόν όσοι πρόκειται να λάβουν μεγάλα αξιώματα εις τας πόλεις πρέπει κάπως να διακρίνωνται εις τούτο, καθώς και όσοι με μικράν παιδείαν γυμνάζονται πάντοτε αναλόγως. Δηλαδή υπάρχουν δύο είδη πολιτευμάτων, και το μεν έν είναι εγκαταστάσεις αρχών εις εκάστους, το δε άλλο είναι νόμοι εμπιστευμένοι εις τας αρχάς. Αλλά προηγουμένως από αυτά πρέπει να έχωμεν υπ' όψει μας τα εξής:

Πάσαν αγέλην, αφού την παραλάβη ο ποιμήν και ο βοσκός και ο ιπποκόμος και όσοι άλλοι παρόμοιοι υπάρξουν, δεν είναι τρόπος να δοκιμάση να την περιποιηθή κατ' άλλον τρόπον παρά εάν πρώτον καθαρίση τα ζώα καθώς απαιτείται διά την συντροφίαν των, αφού δε διαλέξη και τα υγιή και τα μη υγιή και τα ευγενή και τα αγενή, άλλα μεν αποστείλη εις κάποιας άλλας αγέλας, άλλα δε περιποιηθή, έχων υπ' όψει του ότι θα μείνη μάταιος και ανωφελής ο κόπος του και διά τα σώματα και διά τας ψυχάς, τας οποίας η φύσις και η πονηρά ανατροφή διαφθείρει και καταστρέφει το γένος των υγιών και αμολύντων ηθών και σωμάτων εις παν πράγμα, όταν κανείς δεν καθαρίζη τα πρώτα. Και βεβαίως διά τα άλλα ζώα είναι μικροτέρα η σπουδή και μόνον χάριν παραδείγματος αξίζει να τα παρουσιάσωμεν εις την συζήτησίν μας, τα ανθρώπινα όμως είναι άξια της μεγαλιτέρας σπουδής και ο νομοθέτης πρέπει να τα ερευνά πολύ και να εξηγή τι χρειάζεται εις έκαστον ως προς τον καθαρισμόν και όλας τας άλλας πράξεις. Λόγου χάριν το ζήτημα του καθαρισμού της πόλεως ημπορεί να γίνη ως εξής. Από τους πολλούς καθαρισμούς που υπάρχουν άλλοι μεν είναι ευκολώτεροι, άλλοι δε δυσκολώτεροι. Και όσοι μεν είναι δύσκολοι και καλλίτεροι, εάν ο ηγεμών είναι ο ίδιος και νομοθέτης, ημπορεί να τους εκτελέση, ο νομοθέτης όμως που δεν έχει ηγεμονίαν (!) ιδρύων νέον πολίτευμα και νόμους, εάν και τον ευκολώτερον καθαρισμόν εκτελέση, πρέπει να είναι ευχαριστημένος και από αυτό. Είναι δε ο μεν καλλίτερος βασανιστικός, καθώς και όσα φάρμακα είναι τοιουτότροπα, δηλαδή όστις σύρει εις την τιμωρίαν με εκδίκησιν, προσθέτων ως τέλος της εκδικήσεως τον θάνατον ή την εξορίαν. Διότι όσοι έσφαλαν τα μέγιστα και είναι αθεράπευτοι και μεγίστη βλάβη εις την πόλιν, συνηθίζει να τους απομακρύνη. Ο δε μαλακότερος καθαρισμός είναι ο εξής· όσοι από στέρησιν της τροφής φαίνονται πρόθυμοι και έτοιμοι να ακολουθήσουν τους αρχηγούς, εναντίον των ευπόρων ως άποροι, αυτούς ως ασθένειαν ενσκήψασαν εις την πόλιν διά να τους απομακρύνη ευφήμως, εθέσπισε το όνομα της αποικίας και τους αποστέλλει όσον το δυνατόν φιλικώτερον. Λοιπόν αυτό πας νομοθέτης οπωσδήποτε πρέπει να το εκτελέση εις την αρχήν, εις ημάς όμως πολύ παραδοξότερα είναι όσα συνέβησαν τόρα ως προς αυτά. Δηλαδή ούτε αποικίαν ούτε κάποιαν εκλογήν καθαρισμού οφείλομεν να εφεύρωμεν προς το παρόν, αλλά, ως να κατασταλάζουν πολλαί πηγαί και χείμαρροι εις μίαν λίμνην, είναι ανάγκη να προσέχωμεν πώς να μείνη όσον το δυνατόν καθαρώτερον το συναθροιζόμενον νερόν, και αλλού μεν να το αδειάζωμεν, αλλού δε να το διοχετεύωμεν και το απομακρύνωμεν. Υπάρχει δε, καθώς φαίνεται, κόπος και κίνδυνος εις πάσαν εγκαθίδρυσιν πολιτεύματος. Αφού όμως τόρα ημείς με λόγους τα συζητούμεν και δεν τα εκτελούμεν εμπράκτως, ας λάβη τέλος η εκλογή μας και ας θεωρήσωμεν ότι ο καθαρισμός της έγινε καθώς τον φανταζόμεθα. Δηλαδή από όλους όσοι θα δοκιμάσουν να έλθουν ως πολίται εις την πόλιν αυτήν τους μεν κακούς θα τους εξετάσωμεν με όλας τας συμβουλάς και με πολύν καιρόν, και θα τους εμποδίσωμεν να έλθουν, τους δε αγαθούς όσον είναι δυνατόν ευνοϊκώς και συμπαθητικώς ας δεχόμεθα.

Ας μη μας διαφεύγη δε ότι συμβαίνει το εξής ευτύχημα. Δηλαδή, καθώς είπαμεν, ήτο ευτυχής η αποικία των Ηρακλειδών, διότι απέφυγε την φοβεράν και επικίνδυνον φιλονικίαν διά την αποκοπήν των χρεών και την διανομήν της γης, την οποίαν, όταν μία αρχαία πόλις αναγκασθή να νομοθετήση, δεν ημπορεί ούτε να την αφήση ακίνητον ούτε πάλιν είναι δυνατόν να την μετακινήση κάπως, αλλά μόνον ευχή απομένει, διά να ομιλήσω ούτω πως, και ολίγη μετατροπή προσεκτική εις πολύ χρονικόν διάστημα βαθμηδόν εκτελουμένη. Η δε βαθμιαία μετατροπή αυτή εξαρτάται από αυτούς τους έχοντας άφθονον γην και πολλούς χρεοδούλους, όταν θελήσουν κάπως από επιείκειαν να γίνουν μεταδοτικοί εις τους στερουμένους και άλλα μεν να χαρίσουν, άλλα δε να κατέχουν, και οπωσδήποτε να αποκτήσουν μετριότητα και να νομίζουν πτωχείαν όχι το να ολιγοστεύση η περιουσία των, αλλά το να μεγαλώση η απληστία των. Διότι αυτό γίνεται και η μεγαλιτέρα αρχή της σωτηρίας της πόλεως, και επάνω εις αυτήν, ως εις στερεόν θεμέλιον, είναι δυνατόν να κτίση κανείς όλον τον διάκοσμον τον πολιτικόν, τον οποίον θα εύρισκε κατάλληλον εις την τοιαύτην εγκατάστασιν. Όταν όμως αυτή η μεταβατική γέφυρα είναι σαθρά, τότε δεν είναι δυνατόν να είναι κατόπιν πλουσιοπάροχος εις καμμίαν πόλιν η πολιτική δράσις. Την οποίαν ημείς μεν, καθώς νομίζομεν, την αποφεύγομεν. Αλλά είναι ορθότερον να ειπούμεν, αν δεν την αποφύγωμεν, με ποίον μέσον θα εφροντίζαμεν να την αποφύγωμεν. Λοιπόν λέγομεν τόρα ότι με την δικαίαν αφιλοχρηματίαν, άλλη όμως αποφυγή δεν υπάρχει τοιαύτης εφευρέσεως ούτε ευρύχωρος ούτε στενή. Και αυτό μεν ας το θεωρήσωμεν ως ασφάλειαν της πόλεως. Διότι πρέπει να καταστήσωμεν τας περιουσίας μεταξύ των πολιτών αδιαφιλονικήτους οπωσδήποτε, άλλως να μη προχωρούν προηγουμένως εκουσίως εις την άλλην διαρρύθμισιν όσοι έχουν παλαιά παράπονα μεταξύ των και όσοι έχουν έστω και ελάχιστον νουν. Εις όσους δε, καθώς εις ημάς τόρα, έδωκε ο θεός να κατοικήσουν νέαν πόλιν και να μην έχουν πλέον μεταξύ των καμμίαν έχθραν, αυτοί να γίνουν αίτιοι μεταξύ των έχθρας χάριν της διανομής της γης και των κατοικιών δεν θα είναι ανθρωπίνη (υποφερτή) αμάθεια με όλην των την κακίαν.

Λοιπόν ποίος είναι ο τρόπος της ορθής διανομής; Πρώτον πρέπει να ορισθή ο αριθμός των ατόμων των πόσος πρέπει να είναι. Κατόπιν δε πρέπει όσον το δυνατόν να μοιράσωμεν εξ ίσου και την γην και τας κατοικίας. Λοιπόν ο αριθμός του πληθυσμού δεν θα ήτο ορθόν να ορισθή αλλέως παρά εν σχέσει προς την γην και τας πλησιοχώρους πόλεις, η μεν γη πόση είναι ικανή να τρέφη τόσους μετριόφρονας, χωρίς να χρειάζεται τίποτε περισσότερον, ο δε πληθυσμός πόσος είναι αρκετός χωρίς δυσκολίαν να αποκρούση τα περίχωρα, όταν τον αδικούν και να βοηθήση τους γείτονάς του, όταν αδικούνται. Αυτά θα τα ορίσωμεν εμπράκτως και όχι με λόγους, όταν ιδούμεν την χώραν και τους γείτονας. Τόρα όμως χάριν του σχεδίου και του γενικού ορισμού, διά να τελειώνωμεν, ας εξακολουθήση η συζήτησις διά την νομοθεσίαν. Ας δεχθώμεν να είναι πέντε χιλιάδες σαράντα (5040), διά να είναι κάπως αρμονικός ο αριθμός, οι γεωμόροι και οι υπερασπισταί της διανομής. Η γη δε και αι κατοικίαι ας μοιρασθούν εις τα ίδια μέρη, και ας γίνη διά την διανομήν είς κλήρος δι' έκαστον άνδρα. Έπειτα ας διαιρεθή όλος αυτός ο αριθμός εις δύο, κατόπιν εις τρία και τέσσαρα και πέντε έως εις τα δέκα κατά σειράν. Πρέπει δε βεβαίως πας νομοθέτης τούτο τουλάχιστον να γνωρίζη περί των αριθμών, ποίος αριθμός ημπορεί να χρησιμεύση εις όλας τας πόλεις. Ας θεωρήσωμεν λοιπόν τοιούτον εκείνον, ο οποίος επιδέχεται τας περισσοτέρας διαιρέσεις κατά σειράν. Λοιπόν πας αριθμός δεν επιδέχεται όλας τας διαιρέσεις. Αλλά ο αριθμός πέντε χιλιάδες σαράντα και διά τον πόλεμον και διά την ειρήνην εις όλας τας συμφωνίας και επιμιξίας, και δι' όλας τας συνεισφοράς και διανομάς, όχι ολιγωτέρας από πενήντα εννέα διαιρέσεις επιδέχεται, κατά σειράν δε από τον αριθμόν ένα έως τα δέκα.

Αυτά λοιπόν πρέπει να τα αποκτήσουν ασφαλώς και με την ευκαιρίαν όσους διατάσσει ο νόμος να τα αποκτήσουν. Διότι βεβαίως μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον συμβαίνουν. Πρέπει δε να λεχθούν διά τον εξής λόγον εις εκείνον που ιδρύει πόλιν. Ούτε όταν κτίζη νέαν πόλιν εξ αρχής ούτε όταν επισκευάζη παλαιάν κατεστραμμένην όσον διά τους θεούς και τους ναούς, οι οποίοι πρέπει να είναι κτισμένοι εις εκάστην πόλιν και να φέρουν οποιωνδήποτε θεών την ονομασίαν, κανείς δεν θα δοκιμάση να μετακινήση, εάν έχη νουν, τας συμβουλάς, όσαι προήλθαν από τους Δελφούς ή από την Δωδώνην ή από τον Άμμωνα ή από άλλας παλαιάς παραδόσεις και κατέπεισαν οπωσδήποτε μερικούς διά της εμφανίσεως φαντασμάτων ή θείας εμπνεύσεως, και εθέσπισαν θυσίας συνδυασμένας με τελετάς είτε από εδώ εγχωρίας είτε Τυρρηνικάς είτε Κυπριακάς είτε από κανέν άλλο μέρος. Και με τοιαύτας παραδόσεις καθιέρωσαν χρησμούς και αγάλματα και βωμούς και ναούς και παρεκκλήσια εις έκαστον από αυτούς. Από αυτά ούτε το ελάχιστον δεν πρέπει να μετακινήση ο νομοθέτης, αλλά πρέπει εις όλα τα μέρη να εγκαταστήση ένα θεόν ή δαίμονα ή ήρωα και κατά την διανομήν της γης πρώτον εις αυτούς πρέπει να δώση αποδεκατίσματα, διά να γίνωνται συγκεντρώσεις εις έκαστον μέρος κατά περιόδους ωρισμένας και να προετοιμάζουν δι' όλας τας ανάγκας ευκολίας και να συσχετίζωνται φιλικώς μέσα εις τας θυσίας και να συνδέωνται και γνωρίζωνται, από το οποίον δεν υπάρχει κανέν μεγαλίτερον αγαθόν εις μίαν πόλιν παρά να είναι γνωστοί μεταξύ των οι πολίται. Διότι, όπου δεν υπάρχει φως μεταξύ της συμπεριφοράς των πολιτών αλλά σκότος, δεν είναι δυνατόν να εύρη κανείς ούτε την εκτίμησιν που του αξίζει ούτε το δίκαιον που του αρμόζει. Και όμως πρέπει έκαστος πολίτης εις πάσαν πόλιν, βήμα προς βήμα, τούτο και μόνον να επιδιώκη, πώς δηλαδή ούτε ο ίδιος να φανή κίβδηλος εις οποιονδήποτε αλλά ειλικρινής και φιλαλήθης, ούτε άλλος να υπάρχη τοιούτος και να τον απατήση.

Και λοιπόν η κατόπιν τούτων εύνοια της τύχης εις την κατασκευήν των νόμων, ως άλλος κύβος ιερός, επειδή είναι ασυνήθιστος, ίσως εις την αρχήν κάμνει εκείνον που την ακούει να απορή. Και όμως εις τον συλλογιζόμενον θα φανή ότι κατά δεύτερον λόγον η πόλις μας λαμβάνει, τον καλλίτερον συνοικισμόν. Ίσως όμως δεν την παραδεχθή κανείς, διότι δεν συμμορφώνεται με νομοθέτην μη αυταρχικόν. Αλλά το ορθότερον είναι να προτείνη κανείς τελείως το καλλίτερον πολίτευμα, και το δευτερεύον και το τριτεύον, να αφήση όμως ελευθέραν εκλογήν εις έκαστον πληρεξούσιον του συνοικισμού. Λοιπόν και ημείς τόρα ας κάμωμεν συμφώνως με αυτόν τον λόγον, αφού αναπτύξωμεν ποίον είναι το πρώτον κατά την τελειότητα πολίτευμα και ποίον δεύτερον και τρίτον. Την δε εκλογήν ας την αναθέσωμεν τόρα εις τον Κλεινίαν και, οποιοσδήποτε άλλος θελήση, ας επιστατήση εις την παρομοίαν εκλογήν, συμφώνως με τον χαρακτήρα του να μοιράση ό,τι είναι αρεστόν εις αυτόν από τους νόμους της πατρίδος του.

Η πρώτη λοιπόν πόλις και το πολίτευμα και οι καλλίτεροι νόμοι υπάρχουν εκεί, όπου συμβαίνει όσον το δυνατόν περισσότερον η παλαιά παροιμία. Λέγεται δε ότι πραγματικώς είναι κοινά τα πράγματα των φίλων. Αυτό λοιπόν είτε υπάρχει κάπου τόρα είτε θα υπάρξη άλλοτε, δηλαδή να είναι κοιναί αι γυναίκες, κοινοί οι παίδες, κοινά όλα τα πράγματα και διά παντός μέσου, εξεδιώχθη από όλα τα μέρη του βίου παν ό,τι γίνεται ατομικόν, να ευρεθή δε και τρόπος, διά να γίνουν όσον το δυνατόν κοινά κάπως και τα εκ φύσεως ατομικά, λόγου χάριν τα ομμάτια και τα ώτα και αι χείρες να φαίνωνται κοινά εις το να βλέπουν και ακούουν και εργάζωνται, και πάλιν όλοι ομού να εγκρίνουν και να κατακρίνουν το καθέν πράγμα όσον είναι δυνατόν, και να ευχαριστούνται και λυπούνται διά τα ίδια πράγματα, και όμοιοι νόμοι να καθιστούν όσον το δυνατόν περισσότερον μίαν ηνωμένην την πόλιν, από αυτήν την αρετήν κανείς ποτε δεν ημπορεί να θεσπίση ανωτέραν ούτε να θέση σκοπόν ανώτερον ούτε ορθότερον. Λοιπόν η τοιαύτη πόλις, είτε θεοί βεβαίως την κατοικούν είτε παίδες θεών περισσότεροι από ένα, εάν ζουν κατά αυτόν τον τρόπον, θα μένουν ευχαριστημένοι. Διά τούτο λοιπόν δεν πρέπει αλλού να ζητούμεν πρότυπον πολιτεύματος, αλλά ασπαζόμενοι τούτο να ζητούμεν το όσον το δυνατόν όμοιον με αυτό. Αυτό όμως το οποίον ημείς τόρα ηρχίσαμεν, ίσως είναι το πλησιέστερον προς την αθανασίαν και το μόνον δεύτερον. Το τρίτον δε, εάν θέλη ο θεός, θα εξετάσωμεν κατόπιν. Λοιπόν τόρα ποία φρονούμεν ότι πρέπει να είναι αυτή και πώς ημπορεί να γίνη τοιαύτη; Λοιπόν ας μοιρασθούν πρώτον την γην και τας οικίας και ας μη καλλιεργούν κοινώς, διότι τούτο είναι ανώτερον από την σημερινήν γέννησιν και ανατροφήν και εκπαίδευσιν. Ας μοιρασθούν δε κάπως με το εξής πνεύμα, ότι δηλαδή όστις επιτύχη τον κλήρον τούτον πρέπει να τον θεωρή κοινόν όλης της πόλεως, επειδή όμως η χώρα αυτή είναι πατρίς του, πρέπει να τον περιποιήται περισσότερον παρά την μητέρα οι παίδες, διότι είναι και σεβαστή θεά (Δημήτηρ = γη μήτηρ) αυτών οι οποίοι είναι θνητοί. Τα ίδια δε να φρονούν και διά τους εγχωρίους θεούς και δαίμονας.

Διά να μείνουν δε αυτά εις αιώνα τον άπαντα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει να σκεφθούν ακόμη και τα εξής. Όσας εστίας έχομεν τόρα μοιρασμένας εις τον καθένα, αυταί πρέπει πάντοτε να μένουν εις το ίδιον ποσόν και ούτε να περισσεύουν διόλου ούτε να ολιγοστεύουν. Αυτό λοιπόν ημπορούσε να συμβαίνη ασφαλώς εις εκάστην πόλιν κατά τον εξής τρόπον. Όστις λάβη την κληρονομίαν ας αφήνη εις αυτήν την κατοικίαν πάντοτε ένα κληρονόμον από όλα τα τέκνα του, εκείνον τον οποίον αγαπά περισσότερον, ως διάδοχον και λάτρην των θεών και του γένους του και της πόλεως από τους ζώντας και από όσους πλέον έως εκείνον τον χρόνον, κατέλαβε ο θάνατος. Όλα δε τα άλλα του τέκνα, αν έχη περισσότερα από έν, και τα κορίτσια να τα υπανδρεύση συμφώνως με τον νόμον, τον οποίον θα επιβάλωμεν κατόπιν, και τα αγόρια να τα μοιράση εις όσους πολίτας έχουν έλλειψιν παιδιών, όταν έχουν ευχαρίστησιν κυρίως. Εάν όμως εις μερικούς λείπη η ευχαρίστησις, ή γεννώνται περισσότεροι απόγονοι θήλεις ή άρρενες εις έκαστον, ή και αντιθέτως, όταν είναι ολιγώτεροι, διότι δεν υπήρξε αφθονία τέκνων, δι' όλα αυτά η εξουσία, την οποίαν θα ορίσωμεν ως ανωτάτην και πολυτιμοτάτην, θα σκεφθή τι πρέπει να γίνη διά τους περισσεύοντας ή τους ελλείποντας, και ας εφεύρη μέθοδον διά να μείνουν όσον το δυνατόν διαρκώς μόναι αι πέντε χιλιάδες σαράντα (5040) κατοικίαι. Μέθοδοι δε υπάρχουν πολλαί. Δηλαδή και η αναστολή των γεννήσεων εις όσας είναι ταχεία η γέννησις και αντιθέτως επιμέλεια και φροντίδες διά την αύξησιν των γεννήσεων με τιμάς και ατιμίας και προτροπάς των γεροντοτέρων προς τους νέους, επιβαλλομένας διά λόγων συμβουλευτικών, ημπορούν να κάμουν αυτό που λέγομεν.

Και μάλιστα εις το τέλος, εάν υπάρχη απόλυτος δυσκολία εις την εξίσωσιν των πέντε χιλιάδων σαράντα κατοικιών, και αν μας έλθη πληθώρα υπερβολική πολιτών από την αφοσίωσιν των συνοικεσίων και δεν ευρίσκωμεν τρόπον, τότε υπάρχει το παλαιόν μηχάνημα, το οποίον είπαμεν πολλάκις, δηλαδή η αποστολή αποικιών φιλικώς γινομένη πλησίον των φίλων, τους οποίους θα εκρίναμεν καταλλήλους. Εάν δε πάλιν αντιθέτως μας έλθη ως τρικυμία και μας φέρη κατακλυσμόν καμμία καταστροφή από ασθενείας ή πολέμους και μείνουν πολύ ολιγώτεροι από τον προσδιωρισμένον αριθμόν, τότε εκουσίως μεν δεν πρέπει να παρεμβάλλωμεν πολίτας ανατραφέντας με νόθον εκπαίδευσιν, την ανάγκην όμως λέγει η παροιμία ότι ούτε ο θεός δεν ημπορεί να την καταπολεμήση. Λοιπόν ας φαντασθώμεν ότι ο λόγος μας αυτός μας συμβουλεύει τα εξής: Ω λαμπρότατοι άνθρωποι, μη παύετε να τιμάτε την ομοιότητα και ισότητα και την ταυτότητα και συμφωνίαν καθώς είναι φυσικόν και εις τους αριθμούς και εις πάσαν ικανότητα διά τα καλά και αγαθά πράγματα. Και λοιπόν και τόρα τον αριθμόν που είπαμεν πρώτον διατηρήσατέ τον εις όλην σας την ζωήν, έπειτα της περιουσίας σας το ύψος και το μέγεθος, το οποίον επήρατε εξ αρχής και είναι μέτριον, μη το ατιμάσετε με αγοράν και πώλησιν μεταξύ σας. Διότι ούτε ο θεός, όστις επεστάτησε εις την διανομήν των κλήρων, θα σας είναι σύμμαχος ούτε ο νομοθέτης. Διότι τόρα διά πρώτην φοράν ο νόμος διατάσσει τον απειθούντα, δηλ. προλέγει με αυτήν την συμφωνίαν να λάβη ή να μη λάβη κλήρον όστις θέλει, διότι κατ' αρχάς μεν η γη είναι ιερά και ανήκει εις όλους τους θεούς, έπειτα δε οι ιερείς και αι ιέρειαι θα κάμουν προσευχάς επάνω εις τας πρώτας και δευτέρας και τρίτας θυσίας, και θα ευχηθούν όστις αγοράση ή πωλήση όσα του έτυχαν εις τον κλήρον του οικόπεδα ή γήπεδα να πάθη ότι του αρμόζει, θα αναγράψουν δε έκαστον εις πίνακας από κυπάρισσον και θα τους τοποθετήσουν μέσα εις τους ναούς ως ενθύμιον δι' όλους τους κατόπιν χρόνους, εκτός δε τούτων θα αφήσουν εγγύησιν διά την εκτέλεσιν τούτων εις εκείνην την αρχήν, η οποία φαίνεται ότι έχει οξυδερκέστερον βλέμμα, διά να μη τους διαφεύγουν αι παραβάσεις αυτών, αλλά τιμωρούν τον απειθούντα συμφώνως με τον νόμον και με τον θεόν. Διότι πόσον βεβαίως είναι το ενταύθα επιβαλλόμενον αγαθόν εις όλας τας πειθομένας πόλεις, αφού λάβη την ανάλογον διευθέτησιν, κανείς, καθώς λέγει η αρχαία παροιμία, δεν ημπορεί να το εννοήση ενόσω είναι κακός, αλλά αφού γίνη έμπειρος και καθώς πρέπει εις τα ήθη του. Δηλαδή ο χρηματισμός δεν επιτρέπεται τόσον πολύ εις την τοιαύτην διευθέτησιν, και μάλιστα συμβαδίζει με αυτήν και το ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται να δοσοληπτή δουλοπρεπώς κανείς με κανένα, εφ' όσον η επονείδιστος θεωρουμένη βαναυσότης παραλύει το φιλελεύθερον ήθος, αλλ' ούτε κατ' αρχήν να απαιτούν να συναθροίζουν χρήματα με αυτά τα μέσα.

Εκτός δε τούτου υπάρχει εις όλα αυτά άλλος νόμος, να μη επιτρέπεται να αποκτήση ούτε χρυσόν ούτε άργυρον κανείς ιδιώτης, μόνον δε νόμισμα χρειάζεται εις την καθημερινήν συναλλαγήν, το οποίον είναι σχεδόν ανάγκη να έχουν μεταξύ των οι εργάται και όλοι όσοι λαμβάνουν την ανάγκην αυτών, διά να πληρώνουν τους μισθούς εις τους μισθωμένους δούλους και πλησιοχώρους. Διά τα οποία θεωρούμεν ότι είναι μεν έγκυρον το νόμισμα μεταξύ των, αλλά διά τους άλλους ανθρώπους είναι άκυρον. Όσον δε διά κοινόν Ελληνικόν νόμισμα διά τας εκστρατείας και τας αποδημήσεις εις άλλας χώρας, λόγου χάριν διά αποστολάς ή διά καμμίαν αντιπροσωπείαν αναγκαίαν χάριν της πόλεως, όταν είναι ανάγκη να σταλή κανείς, δι' αυτό μόνον πρέπει πάντοτε η πόλις να έχη κοινόν Ελληνικόν νόμισμα, εις δε τους ιδιώτας, αν τυχόν γίνη καμμία ανάγκη να περιοδεύσουν, ας ζητήσουν από τους άρχοντας και ας αναχωρήσουν, εάν όμως επιστρέψη κανείς από κανέν μέρος και φέρη μαζί του εις την πατρίδα νόμισμα ξενικόν ως περίσσευμα, ας το καταθέση εις την πόλιν και ας λάβη αναλόγως το εγχώριον. Εάν όμως κανείς αποδειχθή ότι το οικειοποιείται, ας δημευθή, και όστις το γνωρίζει και δεν το μαρτυρεί ας είναι συνένοχος με τον μετακομιστήν του εις την κατάραν και το όνειδος και περιπλέον εις πρόστιμον όχι ολιγώτερον από το ξένον νόμισμα, το οποίον έφερε.

Όταν δε νυμφεύεται ή υπανδρεύη κόρην, να μη του δίδη ούτε να παίρνη από αυτόν προίκα οποιανδήποτε κατ' αρχήν, ούτε νόμισμα να αφήνη ως παρακαταθήκην εις όποιον δεν έχει κανείς εμπιστοσύνην, ούτε να δανείζη με τόκον, διότι είναι δυνατόν ο δανεισθείς να μην επιστρέψη διόλου ούτε τον τόκον ούτε το κεφάλαιον. Ότι δε αυτή είναι λαμπροτάτη ασχολία διά να την εκτελή κανείς χάριν της πόλεως, ως εξής ημπορεί κανείς να τα εξετάση, διά να τα κρίνη ορθώς σχετίζων αυτά πάντοτε με την αρχήν και με το πνεύμα του νομοθέτου. Λοιπόν του νοήμονος πολιτικού ο πόθος είναι, κατά την γνώμην μας, όχι αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι, ότι δηλαδή πρέπει αληθής νομοθέτης να ποθή να γίνη όσον το δυνατόν μεγαλιτέρα η πόλις εις την οποίαν νομοθετεί με εύνοιαν, και πλουσία, και έχουσα πολύν χρυσόν και άργυρον, και κυριαρχούσα κατά ξηράν και κατά θάλασσαν όσον το δυνατόν περισσοτέρους. Ημπορεί δε να προσθέση κανείς και ότι πρέπει να θέλη ο νομοθέτης να είναι όσον το δυνατόν καλλιτέρα η πόλις και ευτυχεστέρα. Από αυτά δε άλλα μεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν, άλλα όμως όχι. Και λοιπόν όσα μεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν ημπορεί να τα θέλη ο διαρρυθμιστής αυτής, όσα όμως δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθούν ούτε τα θέλει ούτε κάμνει ματαίας δοκιμάς. Δηλαδή το να γίνουν οι πολίται αγαθοί και συγχρόνως ευτυχείς σχεδόν είναι δυνατόν.

Αυτό λοιπόν θα το ποθήση. Αλλά πάλιν να είναι πολύ πλούσιοι και συγχρόνως αγαθοί, είναι αδύνατον, τουλάχιστον όσους θεωρούν πλουσίους οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούν δε τοιούτους εκείνους οι οποίοι μεταξύ ολίγων κατέχουν κτήματα άξια πάρα πολλού νομίσματος, τα οποία είναι δυνατόν να τα έχη και ο κακός. Αλλά, αν αυτό είναι αληθές, τότε εγώ ποτέ δεν συμφωνώ μαζί των ότι ο πλούσιος είναι όντως ευτυχής, εάν δεν είναι συγχρόνως και αγαθός. Αλλά πάλιν, εάν είναι υπερόχως αγαθός, είναι αδύνατον να είναι και υπερόχως πλούσιος. Διατί λοιπόν; Ίσως είπη κανείς. Διότι, θα του ειπούμεν, η απόκτησις από δίκαια και άδικα συγχρόνως είναι διπλασία παρά η απόκτησις μόνον από δίκαια, και τα έξοδα του μη εξοδεύοντος ούτε εις καλάς πράξεις ούτε εις αισχράς είναι διπλασίως ολιγώτερα από τους θέλοντας να εξοδεύουν εις καλάς πράξεις. Επομένως δεν είναι ποτέ δυνατόν, από τον αποκτώντα διπλάσια και εξοδεύοντα τα μισά να γίνη πλουσιώτερος όστις κάμνει τα αντίθετα από αυτά. Είναι δε από αυτούς τους δύο ο μεν είς αγαθός, ο δε άλλος όχι κακός, εάν είναι απλώς φιλάργυρος. Πολλάκις όμως είναι και πάγκακος. Αγαθός όμως, καθώς είπαμεν προ ολίγου, ποτέ δεν είναι. Δηλαδή όστις λαμβάνει και δικαίως και αδίκως, αλλά δεν εξοδεύει ούτε δικαίως ούτε αδίκως, είναι πλούσιος, όταν συγχρόνως είναι και φιλάργυρος. Ο δε πάγκακος συνήθως, επειδή είναι πολύ άσωτος, είναι υπερβολικά πτωχός. Όστις δε εξοδεύει εις καλά έργα και απολαμβάνει μόνον από δίκαια, ούτε υπέροχος εις τον πλούτον είναι δυνατόν να γίνη ευκόλως ούτε πάλιν πολύ πτωχός. Ώστε ο διισχυρισμός μας είναι ορθός, ότι δεν είναι οι βαθύπλουτοι αγαθοί. Αφού δε δεν είναι αγαθοί, δεν είναι ούτε ευτυχείς.

Αλλά η νομοθεσία μας αυτή απέβλεπε, πώς να είναι ευτυχέστατοι οι πολίται και φίλοι μεταξύ των. Δεν ημπορούν όμως ποτέ οι πολίται να είναι φίλοι, όπου υπάρχουν πολλαί δίκαι μεταξύ των και πολλαί αδικίαι, αλλά όταν είναι όσον το δυνατόν ολιγώτεραι. Λοιπόν λέγομεν ότι δεν πρέπει να υπάρχη εις την πόλιν ούτε χρυσός ούτε άργυρος, ούτε πάλιν κερδοσκοπεία μεγάλη με βαναυσότητας και με τόκους, ούτε με ποίμνια άσχημα, αλλά με όσα παράγει η γεωργία, και από αυτά πάλιν όσα δεν θα τον κάμουν να κερδοσκοπή και να παραμελή εκείνα χάριν των οποίων επλάσθησαν τα χρήματα. Αυτά δε είναι η ψυχή και το σώμα, τα οποία χωρίς γυμναστικήν και την άλλην εκπαίδευσιν δεν είναι ποτέ δυνατόν να γίνουν αξιόλογα. Δι' αυτό λοιπόν δεν το είπαμεν μίαν φοράν μόνον, ότι ως τελευταίον πρέπει να εκτιμώμεν την φροντίδα διά τα χρήματα. Διότι τρία είναι όλα όσα επιδιώκει ο άνθρωπος, από αυτά δε τελευταίον και τρίτον είναι η ορθή φροντίς διά τα χρήματα, η δε του σώματος είναι μέση, και πρώτη είναι η φροντίς της ψυχής. Και τόρα λοιπόν και η πολιτεία την οποίαν συζητούμεν, εάν μεν αυτήν την σειράν δίδη εις τας τιμάς, είναι ορθώς νομοθετημένη. Εάν όμως από τους επιβαλλομένους εις αυτήν νόμους αποδειχθή ότι προτιμά από την φρόνησιν την υγείαν ή τον πλούτον από την υγείαν και την φρόνησιν, θα αποδειχθή ότι δεν νομοθετεί ορθώς.

Αυτά λοιπόν πρέπει ο νομοθέτης να ερωτά τον εαυτόν του: «Τι επιδιώκω και αν εκτελείται τούτο ή αποτυγχάνω τον σκοπόν μου». Και τότε ίσως και ο ίδιος να αλλάξη την νομοθεσίαν και τους άλλους να ελαφρύνη, κατ' άλλον τρόπον όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν απολύτως. Λοιπόν όστις επέτυχε τον κλήρον του ας τον έχη, λέγομεν, συμφώνως με τους όρους που είπαμεν. Και βεβαίως καλόν θα ήτο αν ήρχετο ο καθείς εις την αποικίαν έχων ίσα και όλα τα άλλα. Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν, αλλά άλλος μεν θα φέρη μαζί του περισσότερα χρήματα, άλλος δε ολιγώτερα, είναι βεβαίως ανάγκη και διά πολλούς άλλους λόγους και χάριν αναλογίας των παροχών της πόλεως να γίνουν άνισα τιμήματα, ώστε εις τας εξουσίας και τας συνεισφοράς και τας διανομάς να λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία εκάστου, όχι μόνον της αρετής των προγόνων και της ιδικής του, ούτε της σωματικής του δυνάμεως και πλαστικότητος, αλλά της χρησιμοποιήσεως του πλούτου και της πτωχείας, και εάν λαμβάνουν τιμάς και αρχάς όσον το δυνατόν ίσας με την άνισον αναλογίαν, να μη φιλονικούν. Διά τούτο πρέπει να ορισθούν ως μεγέθη της περιουσίας τέσσαρα τιμήματα, ο πρώτος βαθμός και ο δεύτερος και ο τρίτος και ο τέταρτος, ή με κανέν άλλο όνομα αν ονομασθούν, είτε μένουν εις το ίδιον τίμημα, είτε γίνονται πλουσιώτεροι από πτωχούς και πτωχοί από πλουσίους και μεταβαίνουν εις το αρμόδιον δι' αυτούς τίμημα. Εκτός τούτων όμως εγώ θεωρώ ως συναφή τον εξής νόμον. Δηλαδή φρονώ ότι πρέπει, όταν μία πόλις δεν θέλη να γνωρίση την μεγαλιτέραν ασθένειαν, η οποία λέγεται στάσις, αλλά θα ήτο ορθότερον να ονομασθή διάστασις (5), να μην υπάρχη ούτε η φοβερά πτωχεία εις μερικούς πολίτας ούτε πάλιν ο πλούτος, διότι και τα δύο αυτά φέρουν εκείνα τα δύο. Τόρα λοιπόν ο νομοθέτης πρέπει να θέση όριον και εις τα δύο αυτά. Και λοιπόν όριον μεν της πτωχείας ας είναι η αξία του κλήρου του, ο οποίος πρέπει να μένη και τον οποίον ποτέ κανείς άρχων δεν θα επιτρέψη να ελαττωθή, αλλά και από τους άλλους κανείς δεν θα το επιτρέψη, όστις έχει φιλοδοξίαν διά την αρετήν, Αφού δε ορίση αυτόν ως μέτρον ο νομοθέτης, θα επιτρέψη να έχη κανείς διπλάσια και τριπλάσια από αυτόν μέχρι του τετραπλασίου. Εάν όμως έχη κανείς περισσότερα από αυτά ή διότι τα εύρε ή διότι του εδόθησαν από κάποιον μέρος, ή διότι εκερδοσκόπησε ή με καμμίαν παρομοίαν τύχην απέκτησε όσα είναι ανώτερα από το ωρισμένον ποσόν, αν αποδώση αυτά εις την πόλιν και εις τους προστάτας της πόλεως θεούς, θα είναι δοξασμένος και ατιμώρητος. Εάν όμως κανείς παρακούη τούτον τον νόμον, τότε θα τον αποκαλύψη όστις θέλει με τον όρον να λάβη τα μισά, όστις δε ενοχοποιηθή, θα πληρώση άλλα τόσα από την ιδιοκτησίαν του, τα δε μισά ανήκουν εις τους θεούς. Η δε ιδιοκτησία όλη του καθενός έξω από τον κλήρον ας καταγραφή εις τα φανερά εις την επιθεωρητικήν εξουσίαν, την οποίαν θα ορίση ο νόμος, διά να γίνωνται ευκόλως και πολύ καθαρά αι δίκαι, όσαι περιστρέφονται εις χρήματα.

Κατόπιν δε πρέπει πρώτον μεν η πόλις να κτισθή όσον το δυνατόν εις το κέντρον της χώρας το οποίον να το εκλέξωμεν διά να έχη όλα τα άλλα όσα είναι πρόσφορα διά την πόλιν, τα οποία δεν είναι δύσκολον να τα εννοήσωμεν και να τα ειπούμεν. Έπειτα δε να την χωρίσωμεν εις δώδεκα μέρη, αφού ιδρύσωμεν πρώτον ναόν της Εστίας και του Διός και της Αθηνάς ονομάζοντες αυτό το μέρος ακρόπολιν και περιτειχίζοντες αυτό, από αυτό δε να αρχίσωμεν να χωρίζωμεν τα δώδεκα μέρη και της πόλεως και όλης της χώρας. Πρέπει δε να γίνουν ίσα τα δώδεκα μέρη, εάν τα μεν μερίδια της καλής γης γίνουν μικρά, της δε χειροτέρας μεγαλίτερα. Κλήρους δε να χωρίσωμεν πέντε χιλιάδες σαράντα, έκαστον δε πάλιν από αυτούς να τον χωρίσωμεν εις δύο, διά να είναι ο είς εις τα μακρινά, ο δε άλλος εις τα πλησιέστερα. Και το πλησιέστερον της πόλεως με τα μακρινώτερον να γίνουν είς κλήρος, και πάλιν το δευτεροβαθμίως γειτονικόν εις την πόλιν μαζί με το δευτεροβαθμίως μακρινόν είς κλήρος, και όλα τα άλλα με την ιδίαν αναλογίαν. Να επιδιώξη δε και εις τα δύο τιμήματα να εφαρμοσθή το ίδιον ως προς την ευφορωτέραν και αφορωτέραν χώραν, δηλαδή να επαναφέρη την ισότητα με το περισσότερον και ολιγώτερον της διανομής. Πρέπει δε και τους άνδρας να μοιράση εις δώδεκα μέρη, αφού εκτελέση την απογραφήν όλων και αφού συμποσώση όσον το δυνατόν εξ ίσου τα δώδεκα μέρη. Και μάλιστα κατόπιν να θέση και δώδεκα κλήρους διά τους δώδεκα θεούς και να ονοματίση και να αφιερώση το πληρωθέν μέρος εις έκαστον θεόν, και αυτό να ονομάση φυλήν. Να διαιρέση δε πάλιν τα δώδεκα τμήματα της πόλεως με τον ίδιον τρόπον που εμοίρασε την γην. Και έκαστος να λάβη δύο κατοικίας, μίαν πλησιεστέραν από το μέσον και μίαν μακρινωτέραν. Και ο μεν συνοικισμός να τελειώση ούτω πως.

Πρέπει όμως ημείς διά παντός τρόπου να εννοήσωμεν τα εξής, ότι αυτά που λέγομεν τόρα δεν είναι δυνατόν να συμπέσουν εις παρομοίας περιστάσεις, ώστε όλα να συμβούν όπως τα λογαριάζομεν και οι άνδρες να είναι τοιούτοι ώστε να μη δυστροπήσουν δι' αυτόν τον συνοικισμόν, αλλά να υπομείνουν να έχουν ωρισμένον ποσόν χρημάτων και μέτριον εις όλην των την ζωήν και τεκνοποιίαν οποίαν είπαμεν δι' έκαστον και να στερούνται χρυσόν και όσα άλλα είναι φανερόν ότι θα τους διδάξη ο νομοθέτης συμφώνως με τα προηγούμενα, ακόμη δε καθώς είπα τον μέσον όρον της χώρας και της πόλεως και τας κυκλικάς κατοικίας, σχεδόν εντελώς ως να λέγη όνειρα ή να πλάττη πόλιν από κερί και πολίτας. Και βεβαίως αυτά που είπαμεν κάπως δεν είναι εσφαλμένα, πρέπει όμως κανείς να επαναλαμβάνη με τον εαυτόν του τα εξής. Πάλιν ο νομοθέτης φαίνεται ότι μας λέγει το εξής: φίλοι μου, εις αυτήν την συζήτησιν μήτε εγώ να νομίζετε ότι απατώμαι ως προς αυτά που λέγω, ότι δηλαδή διηγούμαι κάπως αληθινά πράγματα. Αλλ' απλώς νομίζω ότι τα εξής είναι δικαιότατον εις όλα όσα πρόκειται να συζητηθούν, δηλαδή όστις παρουσιάζει το πρότυπον συμφώνως προς το οποίον πρόκειται να κατασκευασθή το σχεδιαζόμενον πράγμα, δεν πρέπει να παραλείψη τίποτε από τα κάλλιστα και αληθέστατα εις όποιον όμως είναι αδύνατον να πραγματοποιήση αυτό, να το αφήση και να μη το εκτελέση, να συλλογίζεται όμως πώς να εκτελεσθή ό,τι είναι πλησιέστερον προς αυτό και ομοιότερον από όλα τα συγγενή. Να επιτρέψη δε εις τον νομοθέτην να θέση τέλος εις τον σκοπόν του, και αφού γίνη αυτό, τότε πλέον να σκεφθή μαζί με αυτόν, ποίον από όσα ελέχθησαν συμφέρει και ποίον εις την νομοθεσίαν είναι ανηφορικόν. Δηλαδή εκείνο που συμβιβάζεται προς τον εαυτόν του πρέπει υπό πάσαν έποψιν να τελειοποιή όστις θέλει να φανή άξιος δημιουργός και της χειροτέρας συζητήσεως.

Τόρα λοιπόν μετά την παραδοχήν αυτής της διανομής εις δώδεκα μέρη, πρέπει να φροντίσωμεν να νοήσωμεν με ποίον τρόπον πρέπει να χωρίσωμεν αυτά τα δώδεκα μέρη, αφού έκαστον από αυτά θα περιέχη πάρα πολλάς υποδιαιρέσεις και εκείναι πάλιν θα φέρουν άλλας μέχρι των πέντε χιλιάδων σαράντα. Από αυτάς δε πρέπει ο νόμος να ορίση τας συνοικίας και τους δήμους και τα χωρία και πάλιν τας πολεμικάς τάξεις και τας συναθροίσεις, ακόμη δε τα νομίσματα και τα ξηρά και υγρά μέτρα και τα σταθμά και όλα ανεξαιρέτως να είναι συμμετρικά και σύμφωνα μεταξύ των. Εκτός τούτου όμως δεν πρέπει από τον φόβον μήπως νομισθή μικρολογία να οπισθοχωρήση εάν διατάξη να μη μένη τίποτε αμέτρητον από όλα τα σκεύη τα οποία έχουν, και κατά γενικόν κανόνα να παραδεχθή ότι εις όλα είναι χρήσιμοι αι διαιρέσεις και οι συνδυασμοί των αριθμών και καθ' εαυτούς και εις την εφαρμογήν των εις τα μήκη και τα βάθη και τους συνδυασμούς και μάλιστα εις τους τόνους και τας κινήσεις και της ευθυγράμμου καθέτου ανυψώσεως και καταβιβάσεως και διαγραφής κύκλου. Δηλαδή εις όλα αυτά πρέπει να αποβλέψη ο νομοθέτης και όσον του είναι δυνατόν να μη απομακρύνεται από αυτό εις την σύνταξιν των διατάξεων δι' όλους τους πολίτας. Αλλά και διά την οικιακήν οικονομίαν και την πολιτείαν και όλας τας τέχνας ουδέν άλλο μάθημα έχει διδακτικήν δύναμιν, όσην η μελέτη των αριθμών. Και το σπουδαιότερον είναι ότι τον φύσει νυσταλέον και αμαθή τον εξυπνά και τον κάμνει επιδεκτικόν και μνημονικόν και αγχίνουν, προκόπτοντα περισσότερον από την ιδιοφυίαν του με θείαν παιδαγωγικήν μέθοδον. Όλαι αύται λοιπόν αι ασχολίαι ημπορούν να είναι καλαί και ευπρεπείς, όταν κανείς με άλλους νόμους και ασχολίας αφαιρή την ανελευθερίαν και φιλαργυρίαν από τας ψυχάς εκείνων οι οποίοι θέλουν να τας αποκτήσουν επαρκώς και επωφελώς. Ειδεμή χωρίς να το αντιληφθή κανείς, είναι δυνατόν να δημιουργή αντί της σοφίας την πανουργίαν, καθώς λέγουν, καθώς ημπορεί να ιδή τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικας και πολλά άλλα έθνη που κατήντησαν από την ανελευθερίαν των άλλων ασχολιών και κτημάτων των, είτε διότι ανεφάνη εις αυτούς κάποιος μηδαμινός νομοθέτης και τα έκαμε αυτά, είτε κακή τύχη τους έπεσε, είτε και κάποια παρομοία φύσις.

Και βεβαίως, καλέ Μέγιλλε και Κλεινία, ας μη σας διαφύγη ούτε τούτο περί των γεωγραφικών τοποθεσιών, ότι τάχα δεν υπάρχουν άλλοι τόποι διαφορετικοί από άλλους ως προς το να παράγουν ανθρώπους καλλιτέρους και χειροτέρους και ότι η νομοθεσία δεν πρέπει να αντιβαίνη εις αυτούς. Και άλλων μεν οι κάτοικοι από τους διαφόρους ανέμους και τα καύματα γίνονται χυδαίοι και εξωφρενικοί, άλλων δε από τα νερά και την σχετικήν τροφήν την παραγομένην από την γην όχι μόνον τα σώματα είναι καλλίτερα ή χειρότερα, αλλά και η ψυχή των ημπορεί να πάθη τα ίδια. Από αυτούς πάλιν πολύ ανωτέρα είναι η τοποθεσία της χώρας εις την οποίαν έτυχε κάποια θεία έμπνευσις και λαχνός θεοτήτων, και δέχονται με ευμένειαν πάντοτε τους αποικιζομένους εις αυτούς ή αντιθέτως. Τα οποία όλα πρέπει να τα εξετάση ο νοήμων νομοθέτης όσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον, και τότε να δοκιμάση να θέση τους νόμους. Αυτό λοιπόν πρέπει να κάμης και συ, Κλεινία. Πρώτον πρέπει εις αυτά να στραφής, αφού σκοπεύεις να συνοικίσης αυτήν την χώραν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ξένε Αθηναίε, και συ ωραιότατα ομιλείς και εγώ ομοίως πρέπει να κάμω.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
36 of 94
23 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights