ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν, ποίου είδους πρέπει άραγε να φαντασθώμεν ότι θα είναι η πόλις; Το λέγω δε, όχι διά να ερωτήσω διά το όνομά της ποίον είναι σήμερον, ούτε εις το μέλλον πώς θα χρειασθή να την ονομάσωμεν. Διότι ως προς αυτό μεν ίσως και ο συνοικισμός της ή κάποιος τόπος ή το όνομα κανενός ποταμού ή πηγής ή των επιτοπίων θεοτήτων δώση το φημισμένον του όνομα εις την νεόκτιστον πόλιν. Αλλά το εξής θέλω μάλλον να ερωτήσω περί αυτής, αν θα είναι παραλία ή μεσόγειος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν, καλέ Ξένε, απέχει από την θάλασσαν η πόλις, περί της οποίας ωμιλήσαμεν προ ολίγου, σχεδόν ογδώντα στάδια.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε υπάρχουν και λιμένες εις τα μέρη της ή είναι εντελώς χωρίς λιμένας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Απ' εναντίας έχει λιμένας καλούς όσον ημπορεί να γίνη, καλέ Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θεέ μου, τι λόγον είπες! Και λοιπόν; Τα περίχωρα αυτής είναι εύφορα δι' όλα τα είδη ή μήπως έχουν από μερικά έλλειψιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν καμμίαν έλλειψιν δεν έχουν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε υπάρχει καμμία πόλις γειτονική με αυτήν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όχι και τόσον, και δι' αυτό ιδρύεται. Δηλαδή προ καιρού είχε γίνει κάποια μετανάστευσις από αυτόν τον τόπον και άφησε αυτήν την χώραν έρημον εις χρονικόν διάστημα ανυπολόγιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα πάλιν; Ως προς τας πεδιάδας και τα όρη και τα δάση πόσον της εδόθη από έκαστον από αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Παρομοιάζει όλη με την φύσιν της άλλης Κρήτης
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Χωρίς άλλο εννοείς όχι είναι μάλλον ορεινή παρά πεδινή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν βεβαίως δεν είναι αθεράπευτος διά την απόκτησιν της αρετής. Δηλαδή, εάν μεν επρόκειτο να είναι παραλία και με καλούς λιμένας και όχι πολύ εύφορος αλλά στερουμένη πολλών, τότε θα εχρειάζετο κανένα μεγάλον σωτήρα και κάποιους θείους νομοθέτας, εάν δεν ηθέλαμεν να αποκτήση ήθη άστατα και μηδαμινά, αφού έγινε εκ φύσεως τοιαύτη. Τόρα όμως έχει ως ανακούφισιν το διάστημα των ογδώντα σταδίων. Και είναι μεν αληθές ότι είναι πλησιέστερον από όσον πρέπει προς την θάλασσαν σχεδόν όσον λέγεις ότι έχει καλλιτέρους λιμένας, οπωσδήποτε όμως και αυτό είναι αρκετόν. Διότι η γειτονική εις μίαν χώραν θάλασσα προσωρινώς δι' εκάστην ημέραν είναι ευχάριστον πράγμα. Είναι όμως αληθώς αλμυρά γειτονία και πικρά. Διότι την παραγεμίζει από εμπόρια και κερδοσκοπίας καπηλικάς, και γεννά εις τας ψυχάς ήθη άστατα και άπιστα, και όχι μόνον την ιδίαν την πόλιν καθιστά ως προς τον εαυτόν της χρεοκόπον και στερουμένην συμπνοίας, αλλά το ίδιον και απέναντι των άλλων ανθρώπων. Εκτός αυτού όμως βεβαίως είναι παρηγορία δι' αυτήν και ότι είναι εύφορος εις όλα τα είδη. Επειδή όμως είναι ορεινή, είναι προφανές ότι δεν θα είναι πολύ εύφορος καθώς είναι πάμφορος. Δηλαδή, αν είχε τούτο το πλεονέκτημα, επειδή θα έδιδε πολλήν εξαγωγήν, θα εγέμιζε πάλιν απέναντι αυτής με νομίσματα αργυρά και χρυσά, από τα οποία μεγαλίτερον κακόν, διά να εκφρασθώ ούτω πώς, εις μίαν πόλιν κανέν απολύτως δεν ημπορεί να υπάρξη ως προς την απόκτησιν ευγενών και δικαίων ηθών, καθώς είπαμεν εις τους προηγουμένους λόγους, εάν ενθυμούμεθα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως ενθυμούμεθα και συμφωνούμεν ότι και τότε καλά το ελέγαμεν και τόρα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα πάλιν; Άραγε από ναυπηγήσιμον ξυλείαν πώς πηγαίνει η τοποθεσία της χώρας σας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν υπάρχει ούτε καμμία ελάτη αξιόλογος ούτε πεύκος, ούτε και πολλά κυπαρίσσια. Την δε πίτυν (κουκουναριάν) πάλιν και τον πλάτανον σπανίως θα τα απαντήση κανείς, τα οποία χρειάζονται διά τα εσωτερικά των πλοίων εις τους ναυπηγούς κάθε τόσον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ως προς αυτά δεν είναι κακή η φύσις της χώρας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διατί άραγε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι αγαθόν πράγμα το να μη ημπορή ευκόλως μία πόλις να μανθάνη τας πονηράς συνηθείας των εχθρών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εις ποίον από όσα είπαμεν αποβλέπει αυτός σου ο λόγος;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ευλογημένε μου, πρόσεχέ με λαμβάνων υπ' όψιν σου αυτό που είπαμεν εις την αρχήν περί των Κρητικών νόμων, ότι δηλαδή εις έν πράγμα αποβλέπουν, και μάλιστα σεις οι ίδιοι ελέγατε ότι αυτά είναι τα πολεμικά πράγματα, εγώ όμως σας αντέκρουσα και είπα ότι εφ' όσον μεν οι τοιούτοι νόμοι αποβλέπουν εις την αρετήν είναι βαλμένοι καλά, το να αποβλέπουν όμως προς έν μέρος σχεδόν της αρετής και όχι προς ολόκληρον δεν το παρεδεχόμην διόλου.
Τόρα λοιπόν σεις προσέξατέ με εις την παρούσαν νομοθεσίαν παρακολουθούντες με προσοχήν, μη τυχόν νομοθετώ τίποτε το οποίον δεν αποβλέπει προς την αρετήν ή αποβλέπει μόνον προς κανέν μέρος αυτής. Δηλαδή μόνον εκείνος ο νόμος νομίζω ότι τίθεται ορθώς, ο οποίος ωσάν τοξότης σημαδεύει μόνον εκείνο το οποίον παρακολουθεί πάντοτε κάτι καλόν, όλα δε τα άλλα τα παραλείπει, είτε πλούτος είναι αυτά είτε ακόμη κανέν από όσα είπαμεν προηγουμένως. Και ακριβώς αυτή έλεγα ότι είναι η αντιγραφή των εχθρών η κακή, όταν κατοική κανείς πλησίον της θαλάσσης, βλάπτεται δε από τους εχθρούς, καθώς λόγου χάριν — και δεν το λέγω, σας βεβαιώ, από μνησικακίαν: Δηλαδή ο Μίνως, ως γνωστόν, τους κατοίκους της Αττικής μίαν φοράν τους υπέβαλε εις ένα δύσκολον φόρον, επειδή είχε δύναμιν πολλήν κατά θάλασσαν, ενώ αυτοί δεν είχαν τότε ακόμη, καθώς σήμερον, πολεμικά πλοία ούτε πάλιν είχαν χώραν πλήρη ναυπηγησίμου ξυλείας, ώστε με ευκολίαν να τους δίδη ναυτικήν δύναμιν. Λοιπόν δεν κατώρθωσαν διά της ναυτικής αντιγραφής να γίνουν οι ίδιοι ναύται αμέσως και να αποκρούσουν τους εχθρούς. Δηλαδή τους ήτο ευκολώτερον να χάσουν πολλάς φοράς ακόμη ανά επτά νέους έως ότου από πεζοί οπλίται μόνιμοι να γίνουν ναυτικοί και να συνηθίσουν με ταχύτητα να κάμνουν αποβάσεις και πάλιν αμέσως να αποσύρωνται εις τα πλοία των και να φρονούν ότι δεν κάμνουν κανέν αισχρόν πράγμα, διότι δεν έχουν το θάρρος να αποθάνουν υπομένοντες την επίθεσιν των εχθρών, αλλά να ευρίσκουν αρμοδίας εις αυτούς προφάσεις και να φεύγουν κάτι φευγάλες όχι δήθεν αισχράς. Αύται δε βεβαίως αι λέξεις είναι συνηθισμέναι από το πολεμικόν ναυτικόν, και δεν είναι τόσον πολλών επαίνων άξιαι αλλά το αντίθετον. Διότι δεν πρέπει ποτέ να εξοικειώνεται με πονηράς συνηθείας και μάλιστα το καλλίτερον μέρος των πολιτών. Αυτό δε βεβαίως ήτο εύκολον να το μάθη κανείς και από τον Όμηρον, ότι δηλαδή αυτή η ασχολία δεν ήτο ένδοξος. Διότι με αυτό κατακρίνει ο Οδυσσεύς τον Αγαμέμνονα, ο οποίος, ενώ τότε οι Έλληνες εδεσμεύοντο από τους Τρώας εις την μάχην, διέτασσε να σύρουν τα πλοία εις την θάλασσαν, εκείνος όμως εθύμωσε εναντίον του και του λέγει:
Προστάζεις μέσ' 'ς τον πόλεμο και της φωτιάς τη ζάλη 'ς τη θάλασσα να ρίψωμε τα λαξευτά μας πλοία, Να ελθή 'ς τον τόπον η καρδιά των Τρώων παραπάνω, 'σ εμάς δε μαύρη συμφορά. Διότι ο στρατός μας δεν στέκεται να πολεμά, όταν συρθούν τα πλοία, αλλά θα γίνη πλειο δειλός, τη μάχη θε ναφήση. Κ' η συμβουλή σου συμφορά θα φέρη. Τι είναι τούτα;
Αυτά λοιπόν τα εγνώριζε και εκείνος, ότι δηλαδή είναι κακόν πράγμα να ευρίσκωνται εις την θάλασσαν εμπρός εις τα βλέμματά των τριήρεις την ώραν που πολεμούν. Διότι και λέοντες θα εσυνήθιζαν να τρέπωνται εις φυγήν από ελάφους, εάν έχουν τοιαύτας συνηθείας. Εκτός τούτου όμως αι πόλεις αι ισχυραί εις τα ναυτικά δεν αποδίδουν τας τιμάς εις το καλλίτερον πολεμικόν σώμα. Διότι, αφού η δύναμις αυτών συνίσταται εις την πλοιαρχίαν και πεντηκονταρχίαν και κωπηλατικήν και εις αναμίκτους και όχι πολύ σπουδαίους ανθρώπους, δεν θα ήτο δυνατόν να μοιράζη εις έκαστον τας τιμάς ορθώς. Και όμως πώς ημπορεί πλέον να υπάρξη ορθή πολιτεία, εάν στερηθή τούτο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν είναι αδύνατον. Αλλ' όμως, καλέ Ξένε, η εν
Σαλαμίνι ναυμαχία εναντίον των βαρβάρων λέγομεν ημείς οι Κρήτες
τουλάχιστον ότι έσωσε όλην την Ελλάδα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως και Έλληνες και βάρβαροι πολλοί τα λέγουν αυτά. Ημείς όμως, φίλε μου, δηλαδή εγώ και ο φίλος απ' εδώ ο Μέγιλλος, ισχυριζόμεθα ότι η πεζή μάχη εις τον Μαραθώνα και τας Πλαταιάς, η μεν μία έκαμε την έναρξιν της σωτηρίας της Ελλάδος, η δε άλλη επέφερε το τέλος, και αύται μεν έκαμαν τους Έλληνας καλλιτέρους, εκείναι όμως όχι καλλιτέρους διά να εκφρασθώμεν ούτως πως περί των μαχών, αι οποίαι γενικώς μας έσωσαν τότε. Δηλαδή εις το μέρος της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας προσθέτω και την περί το Αρτεμίσιον. Αλλά τόρα ημείς βεβαίως λαμβάνομεν υπ' όψιν την αρετήν του πολιτεύματος και την φύσιν της χώρας και εξετάζομεν την διάταξιν των νόμων, διότι δεν θεωρούμεν ως πολυτιμότερον διά τους ανθρώπους μόνον το να σώζωνται οι πολίται και να υπάρχουν, καθώς οι περισσότεροι, αλλά πώς να γίνουν όσον το δυνατόν, καλλίτερο και να μένουν τοιούτοι ενόσω ζουν. Νομίζω δε ότι και τούτο το είπαμεν εις τα προηγούμενα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τούτο μόνον λοιπόν ας εξετάσωμεν, αν δηλαδή βαδίζομεν τον ίδιον δρόμον, ο οποίος είναι ο καλλίτερος διά τον συνοικισμόν των πόλεων και διά τας νομοθεσίας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πάρα πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγε λοιπόν τόρα το συναφές ζήτημα, ποίος θα είναι ο πληθυσμός ο οποίος θα συνοικισθή; Άραγε από όλην την Κρήτην όποιος θέλει, διότι ίσως ηύξησε πολύ ο λαός εις εκάστην πόλιν παρ' όσον απαιτεί η παραγομένη από την γην τροφή; Διότι βεβαίως δεν συναθροίζετε, νομίζω, από όλην την Ελλάδα τους επιθυμούντας να έλθουν. Αν και είναι αληθές ότι εις τον τόπον σας βλέπω ότι υπάρχουν κάτοικοι και από το Άργος και από την Αίγιναν και από άλλα μέρη της Ελλάδος. Και λοιπόν ο τορινός πληθυσμός των πολιτών, ειπέ μας, από πού νομίζεις ότι θα γίνη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται ότι θα γίνη και από όλην ανεξαιρέτως την Κρήτην,
αλλά και από την άλλην Ελλάδα, προ πάντων δε από την Πελοπόννησον
μου φαίνεται ότι θα δεχθή συνοίκους. Και βεβαίως αυτό, το οποίον
λέγεις τόρα, είναι αληθές, ότι δηλαδή υπάρχουν εδώ και από το
Άργος, και ότι η φυλή η οποία προκύπτει, περισσότερον εδώ είναι οι
Γορτύνιοι. Διότι έκαμε αποικίαν από την Γορτυνίαν, αυτήν την
Πελοποννησιακήν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν ίσως δεν ημπορεί να γίνη ομοιόμορφος ο συνοικισμός των πόλεων, όταν δεν γίνεται καθώς εις τα μελίσσια, δηλαδή να έρχεται μία γενεά από καθεμίαν χώραν εις τον συνοικισμόν και να μένουν οι φίλοι πλησίον των φίλων, αφού τους έζωσε κάποια στενοχωρία της γης ή τους εβίασε κάποια άλλη παρομοία ανάγκη. Κάποτε δε και από φατριασμούς είναι ενδεχόμενον να αναγκασθή έν μικρόν μέρος της πόλεως να αποξενωθή εις άλλον τόπον. Μάλιστα έως τόρα κάποτε και ολόκληρος πόλις έφυγε άρδην, αφού ενικήθη εις τον πόλεμον από ισχυροτέρους. Όλοι αυτοί λοιπόν εν μέρει μεν είναι ευκολώτερον να συνοικισθούν και να δεχθούν νόμους, εν μέρει δε δυσκολώτερον. Δηλαδή, όταν είναι μία μόνη γενεά ομόγλωσσος και ομόνομος, έχει κάποιον φιλίαν, διότι συγκοινωνεί εις τα θρησκευτικά και εις όλα τα παρόμοια, νόμους όμως διαφορετικούς και πολιτεύματα διαφορετικά από τον τόπον της δεν τα ανέχεται ευκόλως, όσοι όμως κάποτε εφατρίασαν ένεκα της πονηρίας των νόμων των και από συνήθειαν ζητούν ακόμη να εφαρμόζουν τας ιδίας συνηθείας, εξ αιτίας των οποίων και προηγουμένως κατεστράφησαν, αυτοί είναι δύσκολοι διά τον αρχηγόν του συνοικισμού και ανυπότακτοι διά τον νομοθέτην. Όταν όμως από όλα τα μέρη τρέξουν διαφόρων ειδών γένη, ίσως μεν φανούν πρόθυμοι περισσότερον να υποταχθούν εις κάποιους νεοφανείς νόμους, αλλά το να έχουν σύμπνοιαν και ωσάν έν ζεύγος ίππων όλοι μαζί κατά την παροιμίαν να ξεφυσήσουν, απαιτεί πολύν καιρόν και είναι δυσκολώτατον. Πάντοτε όμως πραγματικώς η νομοθεσία και οι συνοικισμοί της πόλεως είναι το αποτελεσματικώτερον πράγμα διά την αρετήν των ανδρών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι λογικόν βεβαίως. Αλλά είπε μας πάλιν σαφέστερον εις τι αποβλέπεις και λέγεις αυτά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αγαπητέ μου, τόρα που επανέρχομαι και ερευνώ το ζήτημα των νομοθετών μου φαίνεται ότι έχω να είπω και κάτι τι εξευτελιστικόν δι' αυτούς. Πάλιν όμως, εάν το ειπούμεν κάπως επικαίρως, δεν θα μας βλάπτη διόλου πλέον. Και όμως διατί τάχα στενοχωρούμαι; Διότι βεβαίως όλα τα ανθρώπινα πράγματα φαίνεται ότι είναι τοιαύτα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ως προς τι τα λέγεις αυτά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μου κατέβη να ειπώ ότι κανείς άνθρωπος ποτέ του δεν νομοθετεί τίποτε, αλλά τύχαι και συμπτώσεις πολυειδείς ερχόμεναι ποικιλοτρόπως μας νομοθετούν όλα τα πράγματα. Δηλαδή ή κανείς πόλεμος διά της βίας ανατρέπει τα πολιτεύματα και μεταβάλλει τους νόμους, ή η ανυπόφορος δυσκολία της πτωχείας. Εις πολλά δε και αι ασθένειαι μας αναγκάζουν να νεωτερίζωμεν, όταν ενσκήπτουν επιδημίαι και όταν υπάρχη πολλά έτη διαρκώς κακοκαιρία. Λοιπόν, εάν όλα αυτά λάβη κανείς υπ' όψιν, σπεύδει να ειπή αυτό που είπα εγώ προ ολίγου, ότι δηλαδή κανείς θνητός δεν νομοθετεί τίποτε, αλλά συμπτώσεις είναι σχεδόν όλα τα ανθρώπινα πράγματα. Νομίζω δε ότι ημπορεί κανείς να κάμη καλήν εντύπωσιν, αν όλα αυτά τα εφαρμόση και εις την ναυτιλίαν και την πλοιαρχικήν και την ιατρικήν και την στρατηγίαν, αλλά πάλιν και το εξής επίσης ημπορεί να ειπή εις αυτά τα ίδια και να φαίνεται ότι ομιλεί ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι όλα τα ανθρώπινα ο θεός και μαζί με τον θεόν η τύχη και η ευκαιρία τα διοικεί ανεξαιρέτως. Είναι όμως ανθρωπινώτερον να παραδεχθώμεν ότι εις αυτά είναι ανάγκη να ακολουθή και τρίτον τι, η τέχνη. Δηλαδή εν καιρώ χειμώνος να χρησιμοποιή κανείς την πλοιαρχικήν ή όχι, εγώ το θεωρώ μέγα πλεονέκτημα. Ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καθώς λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και εις τα άλλα επίσης το ίδιον συμβαίνει και μάλιστα και εις την νομοθεσίαν αυτό το ίδιον πρέπει ν' αναγνωρίσωμεν. Όταν οι άλλοι όροι συντρέχουν, όσοι πρέπει να συμπέσουν, εάν πρόκειται να καταστή ευτυχής ο συνοικισμός πρέπει πάντοτε να συμπέση να υπάρχη εις την πόλιν και νομοθέτης εξοικειωμένος με την αλήθειαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν όστις δι' όλας τας περιπτώσεις που είπαμεν κατέχει την τέχνην, δεν θα ημπορούσε και να ευχηθή ορθώς, τι πρέπει να δοθή από την τύχην, ώστε μόνον η τέχνη να χρειάζεται;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και όλοι βεβαίως οι άλλοι όσους ανεφέραμεν προ ολίγου, αν παρακινηθούν να ειπούν την ευχήν των, θα την έλεγαν. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το ίδιον δε νομίζω ότι θα ημπορούσε να κάμη και ο νομοθέτης.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτή είναι η γνώμη μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν, νομοθέτα, ας του ειπούμεν. Ποίαν πόλιν και με ποίους όρους θέλεις να σου παραδώσωμεν, ώστε, αφού την παραλάβης συ, να ημπορέσης με τα υπόλοιπα μόνος σου να την τακτοποιήσης καλά; Τι πρέπει άραγε να απαντήσωμεν ορθώς κατόπιν αυτού;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ως απάντησιν του νομοθέτου να το ειπούμεν αυτό. Δεν είναι έτσι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα, το εξής. Δόστε μου πόλιν τυραννουμένην, θα ειπή αυτός, ο δε τύραννός της ας είναι νέος και μνημονικός και επιδεκτικός μαθήσεως και ανδρείος και μεγαλοπρεπής εκ φύσεως. Και εκείνο που είπαμεν εις τα προηγούμενα, ότι πρέπει να συνοδεύη όλα τα μέρη της αρετής, τόρα πάλιν αυτά ας συνοδεύη την τυραννουμένην ψυχήν, εάν πρόκειται με τους υπάρχοντας όρους να κερδίση κάτι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μου φαίνεται ότι ο Ξένος εννοεί, καλέ Μέγιλλε, ότι πρέπει η σωφροσύνη να συνυπάρχη. Δεν είναι έτσι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως η δημώδης, καλέ Κλεινία, και όχι εκείνη την οποίαν ημπορούσε κανείς να την ειπή επιδεικτικώτερον, επιμένων ότι η σωφροσύνη είναι φρόνησις, αλλά αυτό το οποίον και εις τα παιδιά εξ αρχής και εις τα ζώα αναπτύσσεται, και εκείνα μεν τα κάμνει ακράτητα εις τας ηδονάς, αυτά δε εγκρατή. Το οποίον, όταν απομονωθή από τα πολλά αγαθά, καθώς τα ονομάζουν, είπαμεν ότι δεν είναι αξιόλογον. Δηλαδή εννοείτε σχεδόν εκείνο που θέλω να είπω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν το φυσικόν ας έχη ο τύραννος εκτός εκείνων των άλλων φυσικών του, εάν πρόκειται μία πόλις να αποκτήση πολίτευμα όσον το δυνατόν ταχύτερον και καλλίτερον και, αφού το αποκτήση, να ζήση ευτυχέστατα. Δηλαδή ταχυτέρα από αυτήν την εγκαθίδρυσιν πολιτεύματος και καλλιτέρα ούτε υπάρχει ούτε ημπορεί να υπάρξη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δηλαδή και με ποίον επιχείρημα, καλέ Ξένε, ημπορεί να πείση τον εαυτόν του κανείς ότι ομιλεί ορθώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό βεβαίως είναι εύκολον να το εννοήσης, καλέ Κλεινία, ότι δηλαδή αυτό συμβαίνει κατά φύσιν ούτω πως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς; εάν ευρεθή, λέγεις, ο τύραννος νέος, σώφρων, επιδεκτικός μαθήσεως, μνημονικός, ανδρείος, μεγαλοπρεπής;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρόσθεσε, και ευτυχής, όχι εις τίποτε άλλο, παρά εις το να εμφανισθή επί της εποχής του νομοθέτης αξιέπαινος και κάποια τύχη να τον φέρη εις συνάντησίν του. Διότι, όταν γίνη τούτο, όλα σχεδόν τα ετελείωσε ο θεός, όσα δίδει, όταν θέλη να κάμη υπερβολικά ευτυχή μίαν πόλιν. Δευτερεύουσα όμως τύχη είναι, όταν κάποτε συμβή να υπάρξουν δύο τοιούτοι άρχοντες, τρίτη δε πάλιν και αναλόγως επίσης χειροτέρα είναι, όταν υπάρξουν όσον το δυνατόν περισσότεροι, όσον δε αντιστρόφως είναι ολιγώτεροι, τόσον είναι καλλιτέρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Χωρίς άλλο φρονείς ότι από τυραννίαν ημπορεί να καταστή καλλιτέρα μία πόλις, καθώς φαίνεται, όταν έχη νομοθέτην απολυταρχικόν και τύραννον αξιοπρεπή, και ότι ευκολώτατα και τάχιστα θα αλλάξη από την κατάστασίν της, κατά δεύτερον δε λόγον από ολιγαρχίαν. Ή πώς αλλέως εννοείς; Κατά τρίτον δε λόγον από δημοκρατίαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διόλου μάλιστα, αλλά πρώτον μεν από τυραννίαν, δεύτερον δε από βασιλικόν πολίτευμα, τρίτον δε από κάποιον δημοκρατικόν, ως τετάρτη δε η ολιγαρχία πολύ δυσκόλως ημπορούσε να επιτρέψη την εγκαθίδρυσιν αυτού. Διότι οι περισσότεροι απολυταρχικοί εις αυτήν υπάρχουν. Λέγομεν λοιπόν ότι αυτά εκτελούνται μόνον όταν παρουσιασθή αληθής νομοθέτης εκ φύσεως γεννημένος, συγχρόνως όμως υπάρξη εις αυτόν κοινή άμυνα με τους έχοντας περισσοτέραν ισχύν εις την πόλιν. Όπου όμως τούτο συμβαίνει αριθμητικώς μεν συντομώτερον, αλλά όμως ισχυρότατον, καθώς εις την τυραννίαν, εκεί μόνον και τότε συνηθίζει να εισέρχεται με ταχύτητα και ευκολίαν η μεταπολίτευσις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς; Διότι δεν εννοούμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως το είπαμεν όχι άπαξ, αλλά πολλάκις νομίζω. Σεις όμως ίσως ούτε είδατε ακόμη πόλιν με τυραννίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ούτε θιασώτης είμαι εγώ τουλάχιστον τοιούτου θεάματος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως ακριβώς θα έβλεπες μέσα εις αυτήν ό,τι λέγομεν τόρα εδώ.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν απαιτείται διόλου κόπος ούτε πάρα πολύς καιρός εις ένα τύραννον, εάν θελήση να μεταβάλη τα ήθη της πόλεως, πρέπει όμως πρώτον ο ίδιος να εφαρμόζη όσα θέλει να εκτελούνται, δηλ. είτε θέλει να προτρέπη τους πολίτας εις εναρέτους ασχολίας είτε και αντιθέτως, αυτός πρώτος πρέπει να είναι τύπος και υπογραμμός εις όλα αυτά, άλλα μεν επαινών και τιμών, άλλα δε κατακρίνων, και τον απειθή ατιμάζων εις εκάστην πράξιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς θα παραδεχθώμεν ότι γλήγορα θα συμμορφωθούν οι άλλοι πολίται με αυτόν που ανέλαβε την τοιαύτην νουθέτησιν και συγχρόνως και βίαν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας μην ημπορέση άλλος κανείς να σας πείση ότι είναι ευκολώτερον άλλως πως να μεταβάλη μία πόλις τους νόμους της παρά με το καλόν παράδειγμα των κυριάρχων της ούτε ότι σήμερον συμβαίνει κατ' άλλον τρόπον, ούτε ότι ημπορεί να γίνη εις το μέλλον. Και βεβαίως δι' ημάς δεν είναι το πλέον αδύνατον ούτε το πλέον δύσκολον που ημπορεί να υπάρξη. Αλλά το δυσκολώτερον και εκείνο που συμβαίνει σπανιώτατα εις μεγάλα χρονικά διαστήματα, και, όταν συμβή, φέρει άπειρα και όλα τα αγαθά εις μίαν πόλιν, εις την οποίαν θα συμβή, είναι το εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον εννοείς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όταν εμπνευσθή έρως θείος των φρονίμων και των δικαίων ασχολιών εις κάποιας μεγάλας δυναστείας, που κυριαρχούν ή μοναρχικώς ή από υπερβολικόν πλούτον, ή από την υπεροχήν της καταγωγής, ή εάν κανείς επαναφέρη εκ νέου τα φυσικά του Νέστορος, ο οποίος, ενώ λέγουν ότι εις την δύναμιν του λόγου υπερτέρησε όλους τους ανθρώπους, όμως πολύ περισσότερον διεκρίθη εις την σωφροσύνην. Αυτό τουλάχιστον εις την Τρωικήν εποχήν συνέβη μίαν φοράν, καθώς λέγεται, εις την εποχήν μας όμως δεν συνέβη διόλου (!). Εάν λοιπόν υπήρξε ή θα υπάρξη κανείς τοιούτος, ή είναι τόρα κανείς από ημάς (!), αυτός μεν ζη αξιομακαρίστως, είναι δε αξιομακάριστοι και οι ακροαταί των λόγων των εξερχομένων από το συνετόν του στόμα. Επίσης δε το ίδιον εφαρμόζεται και εις κάθε είδους ικανότητα, δηλαδή, όταν εις το ίδιον πρόσωπον συναντηθή η μεγαλιτέρα δύναμις και της φρονήσεως και της σωφροσύνης, τότε παράγεται αρχή της καλλιτέρας πολιτείας και των ομοίων νόμων, αλλέως όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν να παραχθή. Αυτά λοιπόν ας τα θεωρήσωμεν ως μαντείας από κάποιαν διάδοσιν και ας θεωρήσωμεν αποδεδειγμένον ότι κάπως μεν είναι δύσκολον μία πόλις να γίνη εύνομος, κάποτε όμως, εάν συμβή αυτό το οποίον λέγομεν, είναι πολύ γλήγορον και εύκολον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας προσπαθήσωμεν ωσάν γεροντικά παιδιά να τα εφαρμόζωμεν εις την πόλιν σου και να πλάττωμεν με τον λόγον νόμους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εμπρός λοιπόν και ας μη αργούμεν πλέον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τον θεόν ας επικαλεσθώμεν διά την διαρρύθμισιν της πόλεως· εκείνος δε είθε να μας εισακούση και να μας έλθη ίλεως και ευνοϊκός εις την διακόσμησιν της πόλεως και των νόμων.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως είθε να μας έλθη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα ποίον άραγε πολίτευμα έχομεν κατά νουν να επιβάλωμεν εις την πόλιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι δηλαδή θέλεις να ειπής; ειπέ το καθαρώτερα, λόγου χάριν καμμίαν δημοκρατίαν ή ολιγαρχίαν ή αριστοκρατίαν ή βασιλείαν; Διότι βεβαιότατα δεν εννοείς τυραννίδα εξ όσων ημείς ημπορούμεν να φαντασθώμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν ποίος από τους δύο σας θέλει να απαντήση προηγουμένως, και να ειπή ποίου είδους από αυτά είναι το πολίτευμα της πατρίδος του;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Μήπως λοιπόν είναι δικαιότερον να απαντήσω προηγουμένως εγώ ο γεροντότερος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και όμως, καλέ Ξένε, αν και κατέχω εντελώς εις τον νουν μου το όλον του πολιτεύματος των Λακεδαιμονίων δεν ημπορώ τόσον καλά να σου εξηγήσω ποίου είδους πρέπει να το θεωρήσωμεν. Δηλαδή και με τυραννίαν μου φαίνεται ότι ομοιάζει. Διότι ο θεσμός των εφόρων έγινε εις αυτό τυραννικός εις αξιοθαύμαστον βαθμόν. Και όμως κάποτε μου φαίνεται ότι είναι περισσότερον δημοκρατικόν από όλας τας πόλεις. Αλλά πάλιν να μην ειπώ ότι είναι αριστοκρατία, είναι εντελώς άτοπον. Και όμως επίσης και βασιλεία ισόβιος υπάρχει εις αυτό αρχαιοτάτη από όλας, καθώς κρίνεται και από ημάς και από όλους τους ανθρώπους. Εγώ όμως, καθώς με ερώτησες εξαφνικά, δεν ημπορώ να ειπώ με ακρίβειαν εις ποίον από αυτά τα πολιτεύματα ανήκει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Το ίδιον πάθημα με σε φαίνεται, καλέ Μέγιλλε, ότι έπαθα και εγώ. Διότι ευρίσκομαι εις μεγάλην δυσκολίαν να ειπώ εις ποίον από αυτά ανήκει το πολίτευμα της Κνωσού.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διότι, αγαπητοί μου, σεις ανήκετε εις αληθινά πολιτεύματα. Αυτά όμως που ανεφέραμεν τόρα δεν είναι πολιτεύματα, αλλά συνοικισμοί πόλεων, αι οποίαι δεσπόζονται ή είναι υποχείριαι εις μερικά ιδικά των μέρη, και υπερισχύει εις εκάστην το όνομα του κυριάρχου, θα ήτο όμως ορθόν, αν υπήρχε ανάγκη από αυτόν να λάβη το όνομα το πολίτευμα, τότε να λάβη το όνομα του θεού, ο οποίος αληθώς κυριαρχεί όλων όσοι έχουν νουν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και ποίος είναι αυτός ο θεός;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως άραγε ολίγον ακόμη πρέπει να μεταχειρισθώμεν μύθον (2), εάν πρόκειται να εξηγήσωμεν αρμονικώς το ζήτημά μας τούτο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν αυτό πρέπει να γίνη. Δηλαδή από τας πόλεις, των οποίων προηγουμένως εξετάσαμεν τους συνοικισμούς, πολύ αρχαιοτέρα φημίζεται ότι υπήρξε μία εξουσία και συνοικισμός επί Κρόνου πολύ ευτυχής, της οποίας μίμησις είναι όποια διοικείται σήμερον καλλίτερον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, ίσως είναι πολλή ανάγκη να ακούσωμεν περί αυτής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ τουλάχιστον αυτό νομίζω. Και διά τούτο έφερα αυτό το ζήτημα εις το μέσον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά έκαμες. Ώστε, και τον σχετικόν μύθον αν μας τον τελειώσης, αφού είναι κατάλληλος, θα κάμης πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρέπει να κάμω καθώς λέγετε. Λοιπόν υπάρχει παράδοσις διά την αξιομακάριστον ζωήν της εποχής εκείνης ότι τα είχε όλα με αφθονίαν, και αυτομάτως, η δε αιτία τούτων λέγουν ότι ήτο η εξής. Ο Κρόνος, επειδή εγνώριζε, λέγει, καθώς είπαμεν ημείς, ότι καμμία ανθρωπίνη φύσις δεν είναι ικανή, όταν διοική όλα τα ανθρώπινα απολυταρχικώς, να μη φορτωθή ύβριν και αδικίαν, συμφώνως με αυτά διώρισε τότε βασιλείς και άρχοντας εις τας πόλεις ημών όχι ανθρώπους, αλλά θεότητας από θείον γένος και ανώτερον. Καθώς τόρα ημείς κάμνομεν εις τα ποίμνια και εις όλα όσα σχηματίζουν αγέλας ημέρων ζώων, όπου δεν διορίζομεν βους εις τους βους ούτε αίγας εις τας αίγας ως αρχηγούς, αλλά ημείς κυριαρχούμεν εις αυτάς, οι οποίοι είμεθα ανώτερον γένος από αυτάς. Το ίδιον λοιπόν και ο θεός, λέγει, καθό φιλάνθρωπος, διώρισε τότε το ανώτερον γένος των θεοτήτων ως επιστάτας, το οποίον με πολλήν ευκολίαν ιδικήν του αλλά και ιδικήν μας επεριποιείτο, και μας έδιδε ειρήνην και αιδημοσύνην και ευνομίαν και πλήρη δικαιοσύνην και κατέστησε αφατριάστους και ευτυχείς τας φυλάς των ανθρώπων. Εννοεί λοιπόν και σήμερον αυτή η παράδοσις ότι εις όσας πόλεις δεν κυριαρχεί κάποιος θεός, αλλά κάποιος θνητός, εις αυτήν δεν είναι δυνατόν να ξεφύγη την δυστυχίαν ούτε τους κόπους. Αλλά φρονεί ότι ημείς πρέπει να μιμούμεθα με κάθε τρόπον τον βίον της εποχής του Κρόνου και όσον μέρος αθάνατον υπάρχει εντός μας εις αυτό να υπακούωμεν και δημοσία και ιδιωτικώς να διοικούμεν τας πόλεις και να ονομάζωμεν νόμον την διανομήν του νου (3). Εάν όμως είς άνθρωπος ή μία ολιγαρχία ή και δημοκρατία έχουσα ψυχήν η οποία επιθυμεί τας ηδονάς και επιθυμίας και χρειάζεται να παραγεμισθή από αυτάς, επίσης δε δεν αποκρούει τίποτε, αλλά βυθίζεται εις παμφάγον κακόν νόσημα, κυριαρχήση μιας πόλεως ή κανενός ατόμου και καταπατήση τους νόμους, καθώς είπαμεν προ ολίγου, δεν υπάρχει μέσον σωτηρίας. Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν αυτόν τον λόγον, καλέ Κλεινία, αν πρέπει να τον ακούσωμεν, ή πώς αλλέως να κάμωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι βεβαίως ανάγκη να υπακούσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εννοείς λοιπόν, ότι μερικοί λέγουν ότι υπάρχουν τόσα είδη νόμων, όσα και πολιτευμάτων, και ότι των πολιτευμάτων είπαμεν προ ολίγου πόσα είδη παραδέχονται οι περισσότεροι; Λοιπόν μη νομίσης ότι η συζήτησίς μας εδώ γίνεται διά μηδαμινόν πράγμα, αλλά διά το σπουδαιότερον από όλα. Δηλαδή το δίκαιον και το άδικον ήλθε πάλιν εις αμφιβολίαν μεταξύ μας εις τι πρέπει να αποβλέπη. Διότι λέγουν ότι οι νόμοι δεν πρέπει να αποβλέπουν ούτε εις τον πόλεμον ούτε εις την συνολικήν αρετήν, αλλά αναλόγως του καθεστώτος να αποβλέπουν εις το συμφέρον του πώς θα κυριαρχήση διά παντός και δεν θα καταργηθή, και ότι ο φυσικός ορισμός του δικαίου καλλίτερον είναι να λέγεται ούτω πως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι αυτός αποτελεί το συμφέρον του ανωτέρου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ειπέ ακόμη καθαρώτερα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού. Λέγουν βεβαίως, ότι τους νόμους τους νομοθετούν εκάστοτε εις την πόλιν οι υπερισχύοντες. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν φρονείς, λέγουν αυτοί, ότι, εάν κάποτε νικήση ο δήμος ή κανέν άλλο πολίτευμα ή τύραννος, θα θέση εκουσίως νόμους διά κάποιον άλλον σκοπόν πρώτον, παρά διά το συμφέρον της διατηρήσεως της κυριαρχίας του;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν αυτό βεβαίως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και όποιος παραβαίνει αυτούς τους θεσπισθέντας νόμους δεν θα τον τιμωρήση ο νομοθέτης ως αδικούντα, διότι θα προσθέση ότι αυτά αποτελούν το δίκαιον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως πάντοτε αυτό και τοιούτου είδους θα είναι το δίκαιον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τουλάχιστον αυτά λέγει αυτός ο λόγος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως, διότι αυτός είναι είς από εκείνους τους βαθμούς της κυριαρχίας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίους δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εκείνους που εξετάζαμεν τότε, δηλαδή ποίοι ποίους πρέπει να εξουσιάζουν. Και βεβαίως απεδείχθη ότι οι γονείς πρέπει να εξουσιάζουν τους απογόνους, οι δε γεροντότεροι τους νεωτέρους και οι ευγενείς τους αγενείς, και πολλοί άλλοι βαθμοί είπαμεν ότι υπάρχουν, εάν το ενθυμούμεθα, και διάφορα εμπόδια εις τον καθένα. Και μάλιστα είς από αυτούς ήτο και αυτός, και είπαμεν ότι κατά φύσιν ο Πίνδαρος τρόπον τινά εισάγει το δίκαιον του ισχυροτέρου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα, αυτά είπαμεν τότε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Σκέψου λοιπόν εις ποίους άραγε πρέπει να παραδώσωμεν την πόλιν. Διότι βεβαίως το τοιούτον συνέβη έως τόρα μυριάκις εις μερικάς πόλεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όταν διαφιλονικούνται αι εξουσίαι, τότε οι νικηταί τόσον πολύ οικειοποιούνται και το καθεστώς και την πόλιν, ώστε ούτε ελάχιστον μέρος της εξουσίας δεν δίδουν εις τους νικημένους, ούτε εις τους ιδίους ούτε εις τους απογόνους των, και εις όλην των την ζωήν παραφυλάττουν ο είς τον άλλον, διά να μη τυχόν φθάση κανείς εις την εξουσίαν και αρχίση τα παλαιά του ενθυμούμενος τα προηγούμενα παθήματά του. Αυτά λοιπόν ημείς φρονούμεν ότι ούτε πολιτεύματα είναι ούτε νόμοι, όσοι δεν εθεσπίσθησαν διά το κοινόν συμφέρον όλης της πόλεως. Όσα δε εθεσπίσθησαν προς χάριν ολίγων, αυτά τα ονομάζομεν ημείς φατριεύματα και όχι πολιτεύματα, και τα δίκαια αυτών, τα οποία παραδέχονται ότι υπάρχουν, ημείς φρονούμεν ότι είναι μάταιος λόγος. Λέγομεν δε αυτά, διότι ημείς εις την ιδικήν σου πόλιν δεν θα αναθέσωμεν την εξουσίαν εις κανένα, καθόσον είναι πλούσιος, ούτε καθόσον έχει κανέν άλλο παρόμοιον προσόν, δηλαδή ισχύν ή ανάστημα ή κάποιαν καταγωγήν. Αλλά όποιος είναι ευπειθέστατος εις τους θεσπισθέντας νόμους και νικά αυτού του είδους νίκην εντός της πόλεως, εις αυτόν φρονούμεν ότι πρέπει να αναθέσωμεν και την υπηρεσίαν των θεών, και την μεν σπουδαιοτέραν εις τον πρώτον, την δε δευτέραν εις τον δεύτερον νικητήν, και αναλόγως κατόπιν κατά σειράν να αναθέσωμεν το καθέν. Τους δε ονομαζομένους άρχοντας τόρα τους ωνόμασα υπηρέτας των νόμων, όχι διά να καινοτομώ εις τας λέξεις, αλλά διότι νομίζω ότι με αυτό προ πάντων υπάρχει σωτηρία εις την πόλιν και το αντίθετον. Δηλαδή εις όποιαν πόλιν κυριαρχείται και ακυρώνεται ο νόμος, βλέπω ότι η καταστροφή της είναι ταχεία. Εις όποιαν όμως πόλιν ο νόμος είναι κυρίαρχος των αρχόντων, οι δε άρχοντες δούλοι του νόμου, βλέπω καλά ότι υπάρχει σωτηρία και όλα τα καλά όσα εδώκαν οι θεοί εις τας πόλεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως μα τον Δία, φίλε Ξένε. Διότι ως εκ της ηλικίας σου έχεις οξυδερκές βλέμμα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως, διότι έκαστος, όσον είναι νέος, αυτά τα πράγματα τα βλέπει από όλας τας άλλας ηλικίας αδυνατώτερα, όταν γηράση όμως, τα βλέπει οξυδερκέστατα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τι λοιπόν θα κάμωμεν κατόπιν από αυτά; Άραγε δεν θα υποθέσωμεν ότι έφθασαν και είναι παρόντες οι μετανάσται και τόρα πρέπει να εξετάσωμεν την συνέχειαν του ζητήματος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ειπούμεν εις αυτούς: Κύριοι, ο μεν βεβαίως, καθώς λέγει η παλαιά παράδοσις, αποτελεί την αρχήν και το τέλος και το μέσον όλων των όντων και τα διαπερά κατ' ευθείαν γραμμήν συμφώνως με την φύσιν, ενώ τα περιβάλλει. Αυτόν δε ακολουθεί πάντοτε η θεία δίκη, η οποία τιμωρεί τους παραβάτας του θείου νόμου, και την οποίαν όστις θέλει να ευτυχήση την ακολουθεί στενώς με ταπεινοφροσύνην και κοσμιότητα. Αν δε κανείς υψωθή από καυχησιολογίας ή υπερηφανευθή διά τα χρήματά του ή διά τας τιμάς ή και διά την ευμορφίαν του σώματός του και συγχρόνως από επιπολαιότητα νεανικήν και ανοησίαν φλογίζεται εις την ψυχήν του με υβριστικόν τρόπον, ως να μην έχη ανάγκην ούτε κανενός άρχοντος ούτε αρχηγού, αλλά μάλλον ως να είναι ικανός και άλλους να οδηγή, τότε εγκαταλείπεται έρημος από τον θεόν, αφού δε εγκαταλειφθή και προσελκύση και άλλους ομοίους του, σκιρτά και διαταράσσει τα πάντα, και εις πολλούς ημπορεί να νομισθή ως κάτι σπουδαίον πράγμα, αλλά εις ολίγον καιρόν υποφέρει τιμωρίαν κοινώς επιδοκιμαζομένην από την δικαιοσύνην και εκ βάθρων αναστατώνει και τον εαυτόν του και την οικογένειάν του και την πόλιν. Λοιπόν εμπρός εις αυτά, τα οποία εδημιουργήθησαν ούτω πως, τι πρέπει να κάμνη ή να φρονή όστις έχει φρόνησιν και τι να μη κάμνη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως τούτο είναι προφανές, ότι δηλαδή έκαστος οφείλει να σκεφθή ότι πρέπει να είναι πιστός οπαδός του θεού.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ποία πράξις είναι φιλική και σύμφωνος με τον θεόν; Μία (πράξις) και εις μίαν παράδοσιν αρχαίαν στηρίζεται, ότι δηλαδή το όμοιον με το όμοιον, όταν είναι μέτριον, ημπορεί να είναι φιλικόν, ενώ τα αμέτρητα δεν είναι φιλικά ούτε μεταξύ των ούτε με τα μετρημένα. Ο θεός λοιπόν προ πάντων φαίνεται ότι είναι δι' ημάς μέτρον εις όλα τα πράγματα, και πολύ περισσότερον παρά κανείς άνθρωπος, καθώς λέγουν. Όποιος λοιπόν θέλει να γίνη προσφιλής εις αυτόν πρέπει όσον το δυνατόν και ο ίδιος να γίνη τοιούτος, και επομένως συμφώνως με αυτόν τον λόγον όποιος από ημάς είναι σώφρων είναι αγαπητός εις τον θεόν, διότι είναι όμοιος, όποιος όμως δεν είναι σώφρων είναι ανόμοιος και διαφορετικός και άδικος. Και τα άλλα συμβαίνουν με την ιδίαν αναλογίαν. Ας συλλογισθώμεν δε ότι σύμφωνος με αυτά είναι ο εξής ισχυρισμός, ο οποίος νομίζω ότι είναι ωραιότερος και αληθέστερος από όλους τους λόγους, ότι δηλαδή ο μεν αγαθός να θυσιάζη και να επικοινωνή με τους θεούς με προσευχάς και αφιερώματα και με όλην την λατρείαν των θεών είναι το ωραιότερον και καλλίτερον και ωφελιμώτερον διά την ευτυχή ζωήν και προ πάντων υπερβολικά ευπρεπές, ενώ διά τον κακόν προωρίσθησαν όλως τα αντίθετα από αυτά. Διότι ο κακός είναι βεβαίως ακάθαρτος εις την ψυχήν, είναι όμως καθαρός ο αντίθετός του. Από μικρόν δε να δεχθή δώρα δεν είναι ορθόν ούτε άνθρωπος αγαθός ούτε θεός. Επομένως μάταιος είναι ο πολύς κόπος των ανοσίων διά τους θεούς, ενώ των ευσεβών είναι επικαιρότατος. Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός μας, εις τον οποίον πρέπει να σημαδεύωμεν, ως βέλη όμως αυτού και κάπως ως ορμή των βελών ποίοι λόγοι ημπορούν να ριφθούν όσον το δυνατόν επιτυχώς; Νομίζομεν ότι πρώτον μετά τους Ολυμπίους και τους πολιούχους θεούς εάν αποδώση κανείς τα ζυγά (4) και τα δεύτερα θύματα και τα αριστερά των μέλη εις τους θεούς του Άδου, θα επιτύχη ορθότατα τον σκοπόν της ευσεβείας, εις δε τους θεούς οι οποίοι ευρίσκονται επάνω από αυτούς τα μονά και τα αντίστροφα με όσα είπαμεν προηγουμένως. Κατόπιν δε από αυτούς τους θεούς είναι ορθόν όστις έχει φρόνησιν να ιερουργή εις τους δαίμονας και κατόπιν εις τους ήρωας. Κατόπιν έρχεται η ιερουργία των ιδιωτικών πατρικών θεών συμφώνως με τον νόμον, κατόπιν δε αι τιμαί των γονέων ενόσω ζουν, εις τους οποίους είναι ευσεβές να πληρώνωμεν τα πρώτα και τα σπουδαιότερα χρέη, τα οποία προηγούνται από όλα τα άλλα χρέη, να νομίζη δε κανείς ότι όσα απέκτησε και έχει είναι όλα κτήμα εκείνων, οι οποίοι τον εγέννησαν και τον ανέθρεψαν, ώστε να τα προσφέρη όσον του είναι δυνατόν εις την υπηρεσίαν εκείνων, πρώτον την περιουσίαν, δεύτερον το σώμα του και τρίτον την ψυχήν ως αποζημίωσιν δανείων και φροντίδων και παλαιών οχληρών κόπων δοθέντων απέναντι νέων, τους οποίους μάλιστα αποδίδει εις γέροντας έχοντας μεγάλην ανάγκην ως εκ της ηλικίας των. Εις όλην δε την ζωήν του πρέπει κανείς να έχη και να απέδειξε προς τους γονείς του γλώσσαν ευσεβή, διότι των αβαρών και των πτερωτών λέξεων η προσβολή είναι πολύ βαρεία. Διότι ως επιθεωρητής όλων αυτών διωρίσθη η Νέμεσις ο αγγελιοφόρος της Δικαιοσύνης. Λοιπόν πρέπει εις αυτούς να υποχωρή κανείς, και όταν οργίζωνται και όταν ξεσπά ο θυμός των, και είτε με λόγους κάμνουν τούτο είτε με έργα να τους συγχωρή, διότι πολύ δικαίως οργίζεται ο πατήρ προς τον υιόν, εάν νομίζη ότι αδικείται. Όταν δε αποθάνουν οι γονείς του, κηδεία μεν καλλιτέρα είναι η αξιοπρεπεστέρα, χωρίς να υπερβάλη τα συνηθισμένα (μνημεία) ούτε να υστερή εις όσα έκαμαν οι προπάτορές του εις τους ιδικούς των γονείς, και εξ άλλου να αποδίδη τα επέτεια μνημόσυνα, όσα φέρουν τιμήν εις τους αποθανόντας. Πάντοτε δε να φροντίζη κυρίως πώς να καταστήση την μνήμην των αείμνηστον και να μοιράζη εις τους μεταστάντας το ανάλογον μέρος από τας δαπάνας τας οποίας του χαρίζει η τύχη. Λοιπόν, εάν κάμνωμεν πάντοτε αυτά και ζώμεν συμφώνως με αυτά, όλοι θα λάβωμεν τον μισθόν μας από τους θεούς και τους καλλιτέρους μας και θα ζώμεν με καλάς ελπίδας εις την περισσοτέραν μας ζωήν. Εις όσα δε χρειάζονται κατά νόμον ως στολισμός απέναντι των απογόνων και συγγενών και φίλων και συμπολιτών και διά την φιλοξενίαν την οποίαν εκτιμούν οι θεοί, και την διαχυτικήν ζωήν, την οποίαν θα προξενήση η εκτέλεσις όλων αυτών, όλα αυτά θα τα εκτελέση η εξέτασις των ίδιων νόμων, άλλοτε μεν πείθουσα, άλλοτε δε τιμωρούσα με βίαν και δικαιοσύνην τους μη ενδίδοντας εις τας συμβουλάς, και θα κάμη την πόλιν μας αξιομακάριστον και ευτυχή, εάν θέλουν και οι θεοί. Όσα δε πάλιν είναι ανάγκη να τα ειπή ο νομοθέτης, ο οποίος σκέπτεται καθώς εγώ, δεν είναι όμως πρέπον να λάβουν μορφήν νόμου, δι' αυτά νομίζω ότι αρκεί να παρουσιάση έν δείγμα και εις τον εαυτόν του και εις εκείνους χάριν των οποίων νομοθετεί, όλα δε τα άλλα όσον είναι δυνατόν να τα εξετάση και κατόπιν να αρχίση την νομοθεσίαν. Αλλά τότε λοιπόν ποία είναι η καλλιτέρα μορφή αυτών; Δεν είναι δύσκολον συνοπτικώς όλα να τα συμπεριλάβωμεν κάπως εις ένα γενικόν κανόνα, αλλά ας τα συνοψίσωμεν με τον εξής τρόπον, ίσως ημπορέσωμεν να εύρωμεν μίαν ασφάλειαν δι' αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε πώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επιθυμούσα αυτοί να είναι όσον το δυνατόν ευπειθέστατοι εις την αρετήν, και είναι φανερόν ότι ο νομοθέτης αυτό θα προσπαθήση να πραγματοποιήση εις όλην την νομοθεσίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν όσα είπαμεν προ ολίγου μου εφάνησαν ότι φέρουν κάποιαν ωφέλειαν εις όσα συμβουλεύουν, εάν δεν αποτείνωνται όλως διόλου εις αγρίαν ψυχήν, και ότι τον κάμνουν ημερώτερον εις το να προσέχη και ευνοϊκώτερον. Ώστε, και αν ακόμη δεν καθιστούν τον ακροατήν πάρα πολύ ευνοϊκόν και επιδεικτικόν, καθώς είπαμεν, αλλά ολίγον, πάλιν είναι αρκετόν. Διότι είναι πρόχειροι και άφθονοι όσοι είναι πρόθυμοι να γίνουν άριστοι όσον το δυνατόν περισσότερον και ταχύτερον, και τον Ησίοδον οι περισσότεροι τον θεωρούν σοφόν, διότι λέγει ότι η μεν οδός της κακίας είναι ομαλή και διαβαίνεται χωρίς να ιδρώση κανείς, διότι είναι πολύ σύντομος, λέγει όμως ότι στην αρετή:
Μπροστά οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έχουν βάλη
Είναι μακρός και ανωφερής ο δρόμος της 'ς τα πρώτα
και δύσκολος. Αλλ' όταν πλεια 'ς την κορυφήν ανέβης,
Γίνεται τότε εύκολος, και δύσκολος αν είναι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και βεβαίως φαίνεται ότι ομιλεί ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαιότατα. Αλλά πόσον ο διαφωτιστικός λόγος επέδρασε εις εμέ, θέλω να σας το παρουσιάσω εις το μέσον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Παρουσίασέ το λοιπόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας λέγωμεν λοιπόν συζητούντες με τον νομοθέτην το εξής· είπε μας, νομοθέτα, αφού γνωρίζεις τι πρέπει να κάμνωμεν ημείς και να λέγωμεν, άραγε δεν έπεται ότι και ημπορείς να το ειπής;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι επόμενον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ολίγον προηγουμένως άραγε δεν σε ηκούσαμεν που έλεγες, ότι ο νομοθέτης δεν πρέπει να επιτρέπη εις τους ποιητάς να συνθέτουν ό,τι τους αρέσει; Διότι δεν γνωρίζουν τι ημπορεί να λέγουν εναντίον των νόμων και να βλάπτουν την πόλιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτά που λέγεις είναι βεβαίως αληθή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, εάν χάριν των ποιητών ειπούμεν τα εξής εις αυτόν, δεν θα ήσαν μέτρια τα λεγόμενά μας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τα εξής: υπάρχει παλαιός μύθος, φίλε νομοθέτα, τον οποίον και ημείς οι ίδιοι πάντοτε τον λέγομεν, και όλοι οι άλλοι τον παραδέχονται, ότι δηλαδή ο ποιητής, όταν κάθηται εις τον τρίποδα της Μούσης, τότε δεν είναι 'ςτα λογικά του, αλλά ωσάν καμμία βρύσις η έμπνευσίς του εξέρχεται προχείρως, και επειδή η τέχνη είναι μίμησις και επειδή παρουσιάζει ανθρώπους με αντιθέτους διαθέσεις μεταξύ των, αναγκάζεται να λέγη πολλάκις αντιφατικά προς τον εαυτόν του, και δεν γνωρίζει ούτε αν αυτά είναι αληθή από τα λεγόμενά του ούτε αν τα άλλα. Ο νομοθέτης όμως δεν επιτρέπεται να το κάμη αυτό μέσα εις τον νόμον, δηλαδή να δίδη δύο γνώμας δι' έν πράγμα, αλλά οφείλει πάντοτε να δίδη μίαν δι' έκαστον. Κάμε δε συμπέρασμα από αυτά που είπες συ ο ίδιος προ ολίγου. Δηλαδή, ενώ υπάρχει κηδεία άλλη μεν υπερβολική, άλλη δε ελλιπής, άλλη δε μετρία, συ επροτίμησες την μίαν, την μετρίαν, και την επιβάλλεις και την επήνεσες απολύτως. Εγώ όμως, εάν μεν είχα γυναίκα κατά το ποίημα υπέροχον εις τον πλούτον και μου επέβαλλε να την θάψω, την υπερβολικήν κηδείαν θα ενέκρινα, αλλά πάλιν κάποιος γλίσχρος και πτωχός άνθρωπος θα εγκρίνη την ολιγοέξοδον, όποιος δε έχει μετρίαν περιουσίαν και είναι και ο ίδιος μέτριος, θα επαινέση την ανάλογον κηδείαν. Συ όμως δεν πρέπει να το λέγης απλώς, καθώς το είπες, μέτριον, αλλά να ειπής τι πράγμα είναι το μέτριον και πόσον· αλλέως αυτός ο ορισμός σου μη φαντασθής ποτε ότι θα γίνη νόμος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν άραγε ο αρμόδιος επόπτης των νόμων δεν πρέπει να λέγη κανέν παρόμοιον εις την αρχήν των νόμων, αλλά αμέσως να λέγη τι πρέπει να κάμνωμεν, χωρίς να μας τον εξηγή και αφού μας υπενθυμίση απειλητικώς την τιμωρίαν να προχωρή εις άλλον νόμον, και χωρίς να προσθέτη το ελάχιστον από παρηγορίας και συμβουλάς εις τους δεχομένους τους νόμους; Απλώς δε ωσάν οι ιατροί, από τους οποίους άλλοι μεν συνηθίζουν να μας θεραπεύουν κατά τούτον, άλλοι δε κατ' εκείνον τον τρόπον; Και πρέπει άραγε να ενθυμούμεθα και του ενός και του άλλου την μέθοδον, διά να παρακαλούμεν τον νομοθέτην καθώς τον ιατρόν παρακαλούν τα παιδιά να τα θεραπεύση με τον γλυκύτερον τρόπον; Και ιδού τι θέλω να ειπώ: υπάρχουν βεβαίως, νομίζω, κάποιοι ιατροί και κάποιοι άλλοι υπηρέται των ιατρών, αλλά βεβαίως και αυτούς τους ονομάζομεν ιατρούς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αδιάφορον αν είναι ελεύθεροι ή δούλοι και κατά διαταγήν των κυρίων των και μανθάνουν την τέχνην θεωρητικώς και εμπειρικώς και όχι εκ φύσεως, καθώς και οι ίδιοι οι ελεύθεροι έμαθαν, και τους υιούς των διδάσκουν. Δέχεσαι ότι αυτά είναι τα δύο γένη των λεγομένων ιατρών;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε όμως εννοείς συγχρόνως, ότι, αφού και οι ασθενείς είναι και δούλοι και ελεύθεροι εις τας πόλεις, τους μεν δούλους το περισσότερον τους ιατρεύουν οι δούλοι περιοδεύοντες και περιμένοντες εις τα ιατρεία, και ούτε λόγον δίδει ή λαμβάνει ποτέ δι' έκαστον νόσημα από έκαστον δούλον κανείς από τους τοιούτους ιατρούς, απλώς δε διατάσσει ό,τι εγκρίνει εκ πείρας ως να το γνωρίζη ακριβώς και καθώς ο τύραννος, σηκώνεται με τον αγέρωχον τρόπον και φεύγει διά να υπάγη εις άλλον δούλον ασθενή, και ούτω πως διευκολύνει την θέσιν του κυρίου ως προς την περιποίησιν των ασθενών; Ο ελεύθερος όμως συνήθως θεραπεύει τας ασθενείας των ελευθέρων και τους επιθεωρεί και αφού εξετάση αυτάς από την αρχήν και κατά φύσιν, ζητών γνώμην και από τον ίδιον τον ασθενή και από τους φίλους του, συγχρόνως μεν και ο ίδιος πληροφορείται κάτι από τους ασθενείς, συγχρόνως δε, όσον είναι ικανός, διαφωτίζει τον ίδιον τον ασθενή, και δεν του επιβάλλει γνώμην προηγουμένως πριν να τον καταπείση κάπως, και τότε πλέον τον καθησυχάζει με συμβουλάς και διαρκώς προδιαθέτει αυτόν, και βελτιώνει την κατάστασίν του, και προσπαθεί να φέρη αποτέλεσμα. Λοιπόν άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον και ο θεραπεύων ιατρός και ο γυμνάζων γυμναστής είναι καλλίτερος, ή κατ' εκείνον, δηλαδή όταν διττώς εκτελή την μίαν ικανότητα ή όταν εκτελή απλώς (μονώς) και με χειρότερον τρόπον και αγριώτερον από τον διττόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ανώτερος είναι, καλέ Ξένε, ο διττός.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν θέλεις συγχρόνως και να εξετάσωμεν πώς εφαρμόζεται αυτά το διττόν και το μονόν εις αυτάς τας νομοθεσίας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς δεν θέλω;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν δι' όνομα των θεών, ποίον νόμον άραγε θα θέση πρώτον ο νομοθέτης; Άραγε δεν θα διακοσμήση συμφώνως με την φύσιν πρώτον την βάσιν της δημιουργίας μιας πόλεως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βάσις όμως της δημιουργίας εις όλας τας πόλεις δεν είναι η συμμετοχή και επιμιξία των γάμων;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως φαίνεται ότι, όταν οι γαμήλιοι νόμοι πρώτον τεθούν καλώς, όλη η πόλις ορθοποδεί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ειπούμεν λοιπόν πρώτον τον μονόν τρόπον, ο οποίος ίσως είναι ο εξής: Να νυμφεύεται δε κανείς από τα τριάντα έως τα τριανταπέντε έτη της ηλικίας του, ειδεμή να ζημιώνεται χρηματικώς και περιφρονητικώς, με χρήμα μεν τόσον και τόσον, με περιφρόνησιν δε αυτήν και αυτήν. Και ο μεν μονός νόμος περί γάμων ας είναι κάπως τοιούτος, ο δε διπλούς ας είναι ο εξής: Να νυμφεύεται δε από τα τριάντα έως τα τριανταπέντε έτη της ηλικίας του, λαμβάνων υπ' όψιν, ότι το ανθρώπινον γένος με κάποιον φυσικόν μέσον έλαβε την αθανασίαν και δι' αυτό εκ φύσεως επλάσθη έκαστον να έχη τον πόθον αυτής. Διότι το να θέλη να δοξασθή και να μη μείνη αφανές μετά θάνατον είναι πόθος της αθανασίας. Και λοιπόν κάποια γενεά των ανθρώπων διατηρείται εις όλους τους αιώνας, και συμβαδίζει και θα συμβαδίζη με τον χρόνον μέχρι συντελείας των αιώνων, και κατά τοιούτον τρόπον είναι αθάνατος, δηλαδή, καθόσον αφήνει τέκνα των τέκνων και διά της γεννήσεως μένει η ιδία και μία πάντοτε, έλαβε την αθανασίαν. Αυτής λοιπόν να στερήση κανείς τον εαυτόν του εκουσίως δεν είναι διόλου ευσεβές, εκ προβλέψεως δε τον στερεί όστις δεν φροντίζει διά γυναίκα και παιδιά. Λοιπόν, εάν υπακούση εις τον νόμον, θα απαλλαχθή χωρίς τιμωρίαν, εάν όμως δεν υπακούση και δεν νυμφευθή, όταν φθάση εις τα τριανταπέντε έτη της ηλικίας του, ας πληρώνη πρόστιμον κατ' έτος τόσον και τόσον, διά να μη νομίζη ότι η μοναξιά τού φέρει κέρδος και ησυχίαν. Ας μη απολαμβάνη δε τας τιμάς, τας οποίας αποδίδουν οι νεώτεροι πολίται εις τους γεροντοτέρους των πάντοτε. Όταν λοιπόν πλησίον εκείνου ακούση κανείς τούτον τον νόμον, ημπορεί να σκεφθή δι' έκαστον αν πρέπει να γίνωνται όλοι διπλοί με την δυνατήν συντομίαν, διά να πείθουν συγχρόνως και να απειλούν, ή αν πρέπει να μεταχειρίζωνται μόνον την απειλήν και να είναι απλοί εις το μήκος των.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Σύμφωνον με τον Λακωνισμόν, καλέ Ξένε, είναι να προτιμώμεν πάντοτε τα συντομώτερα. Δι' αυτάς όμως τας γραπτάς διατάξεις, εάν κανείς ζητή να κρίνω εγώ ποία προτιμώ να θεσπισθούν γραπτώς εις την πόλιν, θα επροτιμούσα τας εκτενεστέρας και μάλιστα θα επροτιμούσα ακριβώς τούτο το παράδειγμα να εφαρμοσθή εις όλους τους νόμους, δηλαδή να γίνουν και τα δύο. Βεβαίως όμως και εις τον Κλεινίαν απ' εδώ πρέπει να αρέσουν όσα νομοθετούμεν τόρα. Διότι ιδική του είναι η πόλις, η οποία έχει σκοπόν να μεταχειρισθή τους νόμους τούτους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά ωμίλησες βεβαίως, φίλε Μέγιλλε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν το να συζητούμεν διά τας μακράς ή συντόμους διατάξεις είναι πολύ μωρόν. Διότι, νομίζω, πρέπει τα καλλίτερα μήκη να προτιμώμεν και όχι τα συντομώτερα ούτε τα εκτενέστερα. Ο δε δεύτερος τύπος των νόμων, τους οποίους ανεφέραμεν προ ολίγου, δεν είναι μόνον διπλασίως ανώτερος από τον άλλον, αλλά, καθώς είπαμεν προηγουμένως, πολύ ορθά συγκρίνονται με το διττόν γένος των ιατρών. Και όμως κανείς από τους νομοθέτας δεν φαίνεται να έλαβε τούτο υπ' όψιν του, ότι δηλαδή, ενώ επιτρέπεται να χρησιμοποιήσωμεν δύο πράγματα εις την νομοθεσίαν, την συμβουλήν και την βίαν, αυτοί όσον είναι δυνατόν εφαρμόζουν εις τον απαίδευτον λαόν μόνον το έν. Δηλαδή δεν μετριάζουν την εξουσίαν με συμβουλάς, αλλά την εκτελούν μόνον με καθαράν βίαν. Εγώ όμως, αξιομακάριστοι φίλοι, βλέπω ότι και κάτι τρίτον πρέπει να γίνη, το οποίον τόρα δεν γίνεται εις κανέν μέρος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι εννοείς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κάτι το οποίον με την δύναμιν καμμιάς θεότητος προκύπτει από αυτά τα οποία είπαμεν προηγουμένως. Δηλαδή αφ' ότου σχεδόν αρχίσαμεν να συζητούμεν περί των νόμων, δηλαδή από την αυγήν, έγινε μεσημέρι και εφθάσαμεν εις το πολύ καλόν και αναπαυτικόν αυτό μέρος, χωρίς να ομιλούμεν δι' άλλο τίποτε παρά διά νόμους, και όμως μόλις τόρα τελευταίως μου φαίνεται ότι ηρχίσαμεν να ομιλούμεν κυρίως διά νόμους, όλα δε τα προηγούμενα ήσαν απλά προοίμια νόμων. Αλλά διατί το είπα αυτό; Διότι θέλω να ειπώ ότι εις όλας τας συζητήσεις και εις όσα λαμβάνει μέρος η φωνή υπάρχουν προοίμια και σχεδόν κάποιαι προγυμνάσεις, αι οποίαι περιέχουν τεχνικήν δοκιμήν χρήσιμον δι' αυτό που μέλλει να εκτελεστή. Και βεβαίως εις τους λεγομένους νόμους του κιθαρωδικού άσματος και όλης της μουσικής προηγούνται προοίμια με θαυμασίαν τέχνην. Τόρα όμως εις τους αληθώς υπάρχοντας νόμους, τους οποίους βεβαίως (προς διάκρισιν) τους ονομάζομεν πολιτικούς (και όχι μουσικούς), κανείς έως τόρα ποτέ δεν επρόσθεσε ούτε κανέν προοίμιον ούτε έγινε συνθέτης, διά να το φέρη εις φως, ως να μην έγκειται τούτο εις την φύσιν του πράγματος. Και όμως η ιδική μας συζήτησις, καθώς φρονώ, αποδεικνύει ότι έγκειται εις την φύσιν του, έπειτα δε αυτοί που εφάνησαν εις την συζήτησίν μας προ ολίγου διπλοί νόμοι, δεν είναι απολύτως διπλοί, αλλά δύο χωριστά πράγματα, δηλαδή νόμος και προοίμιον του νόμου. Και το μεν πρόσταγμα του τυράννου, το οποίον παρωμοιώθη με το πρόσταγμα εκείνων των ιατρών, τους οποίους ωνομάσαμεν δουλοπρεπείς, αποτελεί τον καθαρόν νόμον, εκείνο δε το οποίον προηγήθη εις την συζήτησιν και εθεωρήθη ως συμβουλευτικόν από τον φίλον απ' εδώ, αυτό είναι πραγματικώς συμβουλευτικόν, επέχει όμως θέσιν προοιμίου μιας συζητήσεως. Δηλαδή, διά να παραδεχθή ευνοϊκώτερον και ευκολώτερον την διαταγήν, η οποία βεβαίως είναι νόμος, το πρόσωπον, εις το οποίον ο νομοθέτης προτείνει τον νόμον, μου φαίνεται ότι ελέχθη όλος αυτός ο λόγος, τον οποίον είπε με πειστικότητα ο ομιλών. Δι' αυτό λοιπόν συμφώνως με τον διισχυρισμόν μου προοίμιον και όχι συζήτησις του νόμου έπρεπε να ονομασθή τούτο. Αφού λοιπόν είπα αυτά, τι θα ήθελα να λεχθή κατόπιν; Το εξής, ότι ο νομοθέτης γενικώς όλους τους νόμους δεν πρέπει να τους αφήση χωρίς προοίμιον και ιδιαιτέρως εις τον καθένα να προσθέτη πόσον θα είναι ανώτερον το έν είδος από το άλλο, καθώς εφάνησαν οι προηγούμενοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όσον δι' εμέ ποτέ δεν θα εσυμβούλευα να δώση διαφορετικήν νομοθεσίαν όστις είναι ειδικός εις αυτά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά λοιπόν, φίλε Κλεινία, μου φαίνεται ότι λέγεις αυτό τουλάχιστον, ότι δηλαδή εις όλους τους νόμους υπάρχουν προοίμια και ότι πρέπει εις την αρχήν πάσης νομοθεσίας να προτάσσωμεν το φυσικόν προοίμιον δι' έκαστον. Διότι αυτό που πρόκειται να λεχθή κατόπιν δεν είναι μικρόν πράγμα, ούτε είναι μικρά η διαφορά, αν εκτεθούν αυτά σαφώς ή όχι σαφώς. Ότι όμως και εις τους μεγάλους λεγομένους νόμους και εις τους μικρούς πρέπει να θέτωμεν όμοιον προοίμιον, ίσως δεν το λέγαμεν ορθώς. Διότι βεβαίως ούτε εις παν άσμα ούτε εις πάσαν συζήτησιν πρέπει να το κάμνωμεν αυτό. Και αν δε εκ φύσεως υπάρχη δι' όλα, δεν πρέπει να το εφαρμόζωμεν εις όλα. Αλλά αυτό πρέπει να το αναθέτωμεν εκάστοτε εις τον ίδιον τον ρήτορα και τον μελοποιόν και τον νομοθέτην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά μου φαίνεται ότι ομιλείς. Αλλά τόρα, καλέ Ξένε, ας μη αναβάλλωμεν περισσότερον την ουσίαν της συζητήσεως, αλλά ας επιστρέψωμεν εις το ζήτημά μας, και ας αρχίσωμεν από εκείνα, αν αγαπάς, τα οποία δεν τα είπες τότε ως προοίμιον. Λοιπόν και πάλιν, καθώς λέγουν οι παίκται, ας ενθυμηθούμεν τας καλλιτέρας επαναλήψεις, ως να εξετάζωμεν το προοίμιον και όχι έν τυχαίον ζήτημα, καθώς προ ολίγου. Ας κάμωμεν δε αρχήν ομολογούντες ρητώς ότι λέγομεν το προοίμιον. Και όσον μεν διά την λατρείαν των θεών και την φροντίδα διά τους προγόνους είναι αρκετά και όσα ελέχθησαν και προηγουμένως. Τα κατόπιν δε ας προσπαθήσωμεν να είπωμεν, έως ότου να σχηματίσωμεν γνώμην ότι το προοίμιον συνεζητήθη αρκετά. Κατόπιν δε από αυτό προχώρει εις την εξέτασιν των νόμων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν διά τους θεούς και τας θεότητας και διά τους ζώντας γονείς και τους αποθανόντας είναι αρκετόν προοίμιον όσα είπαμεν. Τόρα όμως μου φαίνεται ότι συ με παρακινείς το υπόλοιπον αυτό να το φέρω κάπως εις φως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως πρέπει κατόπιν από αυτά να εξετάσωμεν πώς πρέπει να φροντίζουν διά τας ψυχάς των και τα σώματά των και την περιουσίαν των και πόσον να τα παραβλέπουν και όλοι μαζί αναθεωρούντες αυτά, δηλαδή και ο ομιλών και οι ακούοντες να γίνωμεν κάτοχοι όσον το δυνατόν μεγαλιτέρας μορφώσεως. Λοιπόν κατόπιν από εκείνα αυτά πρέπει πραγματικώς να ειπούμεν και να ακούσωμεν μεταξύ μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.