
Project Gutenberg's Critias, Hipparchus, The Rival Lovers, by Plato
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.net
Title: Critias, Hipparchus, The Rival Lovers
Author: Plato
Translator: Aristeidis Harokopos
K. D. Konstantinidis
Release Date: February 25, 2010 [EBook #31400]
Language: Greek
*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CRITIAS, HIPPARCHUS, RIVAL LOVERS ***
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. Corrections have been included in [], while bold words in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Διορθώσεις περικλείονται σε [], ενώ έντονοι χαρακτήρες σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩN
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΚΡΙΤΙΑΣ ΙΠΠΑΡΧΟΣ — ΑNΤΕΡΑΣΤΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ Κ. Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΚΡΙΤΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ο Πλάτων διά του «Κριτίου» ηθέλησε να δείξη εν τη πραγματικότητι τας περί Πολιτείας ιδέας του, περιγράφων την πολιτείαν των αρχαίων Αθηναίων νικητών των κατοίκων της νήσου Ατλαντίδος. Εννοητέον ότι η Πολιτεία αύτη δεν υπήρξεν, αλλ' έπλασεν αυτήν ο Πλάτων διά της φαντασίας του.
Ο «Κριτίας» φαίνεται ως συνέχεια άλλου διαλόγου, του «Τιμαίου». Εισάγει εις την υπόθεσιν αμέσως· διαλέγονται δε και εις τούτον τα αυτά πρόσωπα. Ομιλεί πρώτος ο Τίμαιος, μετά τούτον δε λαμβάνει τον λόγον ο Κριτίας, αμφότεροι δε δικαιολογούσι την δυσκολίαν του ζητήματος, περί του οποίου θα ομιλήσουν. Μετά τούτο ο Κριτίας αναλαμβάνει ν' αφηγηθή τον πόλεμον, όστις ηγέρθη ποτέ μεταξύ των εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών και εκείθεν αυτών, οικούντων λαών. Ίνα δε κινήση το περί του πολέμου τούτου ενδιαφέρον, επιχειρεί να γνωρίση εις τον αναγνώστην τους δυο αντιπάλους λαούς, ήτοι τους τότε Αθηναίους και τους κατοίκους της νήσου Ατλαντίδος. Και πρώτον μεν, αρχόμενος από των Αθηναίων, περιγράφει την κυβέρνησιν αυτών, την χώραν και την πολιτείαν. Μετά τούτο δε αναφέρει την καταγωγήν των κατοίκων της Ατλαντίδος, ότι κατάγονται δηλ. εκ του Ποσειδώνος· περιγράφει την νήσον αυτών, τα προϊόντα τα οποία αυτή παράγει, τους βασιλείς των και τα γιγάντεια τούτων έργα, την πολιτικήν αυτών κατάστασιν, την οργάνωσιν και τας στρατιωτικάς αυτών δυνάμεις· πως πρώτα ήσαν άνθρωποι εξαίρετοι και πως βραδύτερον εξηχρειώθησαν ούτως, ώστε ο Ζευς, οργισθείς διά τα κακουργήματα αυτών και αποφασίσας να τους τιμωρήση, συνεκάλεσε τους θεούς εις συνέδριον μέσα εις το άδυτον το ευρισκόμενον εις το κέντρον του κόσμου, ίνα καταστήση εις αυτούς γνωστάς τας αμετακλήτους αυτού βουλάς.
Ο διάλογος εις το σημείον τούτο δυστυχώς διακόπτεται, απολεσθέντος του υπολοίπου. Εκ του σωζομένου μέρους δεν είναι δυνατόν να συναγάγη τις, ποιον έσται όλου του διαλόγου το αντικείμενον. Ευτυχώς όμως πληροφορούμεθα περί τούτου ακριβώς εξ αυτών των πρώτων σελίδων άλλου του Πλάτωνος διαλόγου, του «Τιμαίου».
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΚΡΙΤΙΑΣ
(ή Ατλαντικός ή ηθικός)
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΤΙΜΑΙΟΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ.
Τίμαιος Πόσον ευχαριστημένος, Σωκράτη, καθώς να έχω αναπαυθή έπειτα από μακρυνήν οδοιπορίαν, έχω ελευθερωθή και τώρα με ανακούφισιν από την οδοιπορίαν της ομιλίας! Εύχομαι δε εις τον Θεόν, ο οποίος πολύ παλαιά πραγματικώς, τώρα δε προ ολίγου εις τας ομιλίας μας έχει την ύπαρξιν, δι' όσα μεν από τα λεχθέντα πρεπόντως έχουσι λεχθή, αυτός να μας χαρίση υγείαν, αν δε είπωμεν δι' αυτά χωρίς να το θέλωμεν και τίποτε ανάρμοστον, να μας επιβάλη την πρέπουσαν τιμωρίαν. Σωστή δε τιμωρία είναι, εκείνον ο οποίος σφάλλει, να τον κάμη να ενεργή σωστά. Διά να λέγωμεν λοιπόν εις το εξής σωστά τας ομιλίας μας περί του πώς έγιναν οι θεοί, ευχόμεθα να μας δώση το πλέον τέλειον και καλύτερον από όλα τα ιατρικά, την γνώσιν· αφού λοιπόν προσηυχήθημεν, κατά τας συμφωνίας μας παραδίδομεν την σειράν της ομιλίας εις τον Κριτίαν.
Κριτίας Αλλά, Τίμαιε, δέχομαι μεν (να ομιλήσω), εκείνο όμως, το οποίον εις την αρχήν μετεχειρίσθης και συ, ο οποίος εζήτησες συγχώρησιν, διότι επρόκειτο να ομιλήσης διά μεγάλα ζητήματα, το ίδιον και εγώ τώρα παρακαλώ, απαιτώ δε ακόμη περισσότερον να μου παραχωρηθή εις μεγαλυτέραν δόσιν δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, αν και ηξεύρω σχεδόν ότι πρόκειται να παρακαλέσω διά χάριν, η οποία αποδεικνύει φιλοδοξίαν και χωριατιάν, θα την είπω όμως. Ότι μεν εκείνα, τα οποία είπες, δεν τα είπες καλά, ποίος λογικός άνθρωπος ημπορεί να το διισχυρισθή; Ότι δε εκείνα, τα οποία θα είπω, έχουν ανάγκην από περισσοτέραν συγχώρησιν, διότι είναι δυσκολώτερα, τούτο θα προσπαθήσω κάπως ν' αποδείξω. Όταν ομιλή κανείς διά τους θεούς, Τίμαιε, προς τους ανθρώπους, να νομίζεται ότι καλά ομιλεί, είναι ευκολώτερον παρά όταν ομιλή διά θνητούς ανθρώπους εις ημάς. Διότι η έλλειψις πείρας και η παρά πολλή αμάθεια εκείνων που ακούουν, αν είναι έτσι εκείνα τα οποία λέγει, δίδουν πολλήν ευκολίαν εις εκείνον ο οποίος πρόκειται να είπη τίποτε διά τους θεούς. Διά δε τους θεούς ίσα ίσα, ηξεύρετε εις ποίον συμπέρασμα εφθάσαμεν {1}, διά να φανερώσω δε καθαρώτερα εκείνο το οποίον διισχυρίζομαι, προσέξατε, παρακαλώ, εις τ' ακόλουθα. Εκείνα, τα οποία όλοι μας είπομεν, είναι ανάγκη βέβαια να είναι μίμησις και εικών κάποιου πράγματος· διά δε την κατασκευήν εικόνων των θείων και των ανθρωπίνων σωμάτων, την οποίαν κάμνουν οι ζωγράφοι, βλέπομεν πόσην ευκολίαν ή δυσκολίαν δοκιμάζουν να τα μιμώνται, ώστε να νομίζουν, όσοι τα βλέπουν, ότι ομοιάζουν, και θα ίδωμεν ότι, αν κανείς από αυτούς ημπορή να ζωγραφίση ολίγον τι όμοια με τα πραγματικά γην και βουνά και ποταμούς και δένδρα και ολόκληρον τον ουρανόν και εκείνα, τα οποία ευρίσκονται εις αυτόν και τριγυρίζουν, κατ' αρχάς μεν ευχαριστούμεθα, και προς τούτοις, επειδή δεν ηξεύρομεν τίποτε με ακρίβειαν δι' αυτά τα πράγματα, ούτε εξετάζομεν, ούτε κρίνομεν αν είναι καλά τα ζωγραφημένα, μας φθάνει δε μία όχι πολύ καθαρά και απατηλή σκιαγραφία αυτών των πραγμάτων· όταν δε κανείς ήθελεν αναλάβη να παραστήση τα ιδικά μας σώματα, τότε, επειδή είμεθα συνειθισμένοι να τα παρατηρώμεν, καταλαμβάνομεν τι ελλείπει και γινόμεθα αυστηροί κριταί εκείνου, ο οποίος δεν παρέστησε κατά πάντα όλας τας ομοιότητας. Το ίδιον λοιπόν πράγμα ημπορούμεν να ίδωμεν ότι γίνεται και εις τας ομιλίας, ότι δηλαδή τα μεν ουράνια και θεία πράγματα μένομεν ευχαριστημένοι και όταν τα λέγη κανείς με μικράν ομοιότητα, τα δε θνητά και ανθρώπινα πράγματα τα εξετάζομεν με ακρίβειαν. Τώρα λοιπόν, επειδή θα ομιλήσω εκ του προχείρου εάν δεν ημπορέσω να παραστήσω τα πράγματα καθ' όλα όπως πρέπει, είναι ανάγκη να με συγχωρήσετε· διότι πρέπει να συλλογίζεσθε, ότι δεν είναι εύκολον, αλλά δύσκολον να παριστάνη κανείς τα θνητά πράγματα καθώς πρέπει. Αυτά λοιπόν, επειδή επιθυμώ να σας υπενθυμίσω και να ζητήσω δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, όχι το μικρότερον αλλά το μεγαλύτερον μέρος της συγχωρήσεώς σας, είπον όλα αυτά, Σωκράτη. Αν λοιπόν, νομίζετε, ότι δικαίως ζητώ αυτό το χάρισμα, δότε μου αυτό μ' ευχαρίστησιν.
Σωκράτης Και διατί να μη σου το δώσωμεν, Κριτία; Ας δοθή δε προς τούτοις αυτό το ίδιον χάρισμα και εις τον Ερμοκράτην από ημάς, ο οποίος να ομιλήση τρίτος. Διότι είναι φανερόν, ότι ολίγον υστερώτερα, όταν έλθη η σειρά του να ομιλήση, θα μας παρακαλέση και εκείνος ως σεις· διά να προμηθευθή λοιπόν άλλην βάσιν της ομιλίας του, και να μη υποχρεωθή να ομιλήση με την ιδίαν βάσιν την ιδικήν σου, ας ομιλήση τότε τοιουτοτρόπως, ωσάν να έχη την συγχώρησίν μας από τώρα. Σου προλέγω όμως, φίλε Κριτία, τας διαθέσεις του ακροατηρίου του θεάτρου, εις το οποίον θα ομιλήσης, ότι δηλαδή ο ποιητής ο οποίος πρωτύτερα ωμίλησε εις αυτό, επέτυχε θαυμάσια, ώστε θα σου χρειασθή κάποια παρά πολλή συγχώρησις, εάν πρόκηται να κατορθώσης να συναγωνισθής εις αυτά με αυτόν.
Ερμοκράτης Παραγγέλλεις βέβαια, Σωκράτη, και εις εμέ τα ίδια, τα οποία και εις τούτον εδώ. Αλλά, Κριτία, ακόμη έως τώρα άνθρωποι, οι οποίοι λιποψυχούν, δεν έστησαν τρόπαιον νίκης· πρέπει λοιπόν να προχωρήσης εις την ομιλίαν με ανδρείαν, και αφ' ού επικαλεσθής τον Απόλλωνα και τας Μούσας, να παραστήσης τους παλαιούς συμπολίτας μας ότι υπήρξαν αγαθοί και να τους εξυμνήσης.
Κριτίας Φίλε Ερμοκράτη, επειδή είναι η σειρά σου να ομιλήσης αύριον και έχεις άλλον πρωτύτερα από σε, διά τούτο έχεις ακόμη θάρρος. Τι λογής λοιπόν είναι τούτο μόνος σου γρήγορα θα το καταλάβης· επειδή όμως μας παρηγορείς και μας δίδεις θάρρος, ας σε υπακούσωμεν, και κοντά εις τους θεούς τους οποίους ανέφερες, ας προσκαλέσωμεν και τους άλλους και ιδιαιτέρως μάλιστα την Μνημοσύνην. Διότι, το μεγαλύτερον μέρος της ομιλίας μου, όλον από αυτήν την θεάν εξαρτάται· διότι εάν ενθυμηθώ αρκετά και αναφέρω εκείνα, τα οποία ένα καιρόν διηγούντο οι ιερείς (της Αιγύπτου) και τα οποία έφερεν εδώ ο Σόλων, επάνω κάτω ηξεύρω ότι εις τούτο εδώ το ακροατήριον θα φανώ ότι έκαμα καλά το χρέος μου. Έτσι ακριβώς πρέπει λοιπόν τώρα να κάμω και διόλου πλέον να μη αναβάλω.
Πρώτον λοιπόν από όλα ας αναμνησθώμεν, ότι εννέα το όλον χιλιάδες έτη έχουν περάση, αφ' ότου εκηρύχθη πόλεμος μεταξύ εκείνων οι οποίοι κατοικούν έξω από τας στήλας του Ηρακλέους και εκείνων όπου κατοικούν μέσα· το οποίον πρέπει τώρα να σας εκθέσω απ' αρχής μέχρι τέλους. Του μεν ενός λοιπόν μέρους έλεγον ότι έλαβε την αρχηγίαν αυτή η πόλις (δηλαδή αι Αθήναι) και διεξήγαγεν όλον τον πόλεμον μέχρι τέλους, του δε άλλου μέρους οι βασιλείς της νήσου Ατλαντίδος, η οποία νήσος είπομεν (εις τον διάλογον «Τίμαιον») ότι τα παλαιά χρόνια ήτο νήσος μεγαλυτέρα από την Λιβύαν (δηλαδή την Αφρικήν) και την Ασίαν, τώρα δε, επειδή εβυθίσθη από σεισμούς, άφησεν εκεί μίαν λάσπην και εμποδίζει πλέον να περνούν εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να ταξειδεύσουν από την εδώθεν θάλασσαν εις την εκείθεν. Τα μεν λοιπόν πολλά βάρβαρα έθνη, και όσα γένη Ελλήνων υπήρχον τότε, καθένα χωριστά, η σειρά της ομιλίας ωσάν να σηκώνη όποιον εύρη εμπρός της εδώ και εκεί, θα τα κάμη γνωστά. Το γένος όμως των τότε Αθηναίων και των εχθρών των, με τους οποίους επολέμησαν, είναι ανάγκη κατ' αρχάς ως πρώτα να τ' αναφέρωμεν και την στρατιωτικήν δύναμιν του ενός και του άλλου μέρους και το είδος της κυβερνήσεώς των. Απ' αυτά δε τα δύο γένη πρέπει να προτιμήσω να ειπώ διά το ιδικόν μας.
Και λοιπόν οι θεοί τα παλαιά χρόνια έβαλαν εις κλήρον τους διαφόρους τόπους και εμοιράσθησαν μεταξύ των όλην την γην, χωρίς να φιλονεικήσουν· διότι δεν θα ήτο σωστόν πράγμα οι θεοί να μην ηξεύρουν τι αρμόζει εις τον καθένα τους, ούτε ενώ ηξεύρουν ότι έν πράγμα αρμόζει καλύτερα εις άλλους, άλλοι από αυτούς με καυγάδες να προσπαθούν να το κάμουν ιδικόν των· αφ' ού λοιπόν έρριψαν δικαίως κλήρους και έλαβε καθείς ό,τι του ήρεσκε, εκατοίκησαν τους τόπους, και αφ' ού εκατοίκησαν, όπως οι ποιμένες κάμνουν διά τα ποίμνια, έτσι μας έτρεφαν ωσάν ιδικά των κτήματα και θρέμματα, όχι όμως μεταχειριζόμενοι σωματικήν βίαν, καθώς κάμνουν οι ποιμένες εις τα κτήνη, τα οποία βόσκουν με το ξύλον, αλλ' επειδή είναι παρά πολύ ευκολοκυβέρνητον ζώον ο άνθρωπος, διευθύνοντες ωσάν πλοίον από την πρύμνην με το τιμόνι, διά της πειθούς επιδρώντες εις την ψυχήν του σύμφωνα με τον σκοπόν των, με αυτόν τον τρόπον διευθύνοντες εκυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, οι οποίοι επήραν με κλήρον άλλους τόπους, έβαλαν εκείνα τα μέρη εις τάξιν· ο Ήφαιστος δε και η Αθηνά, επειδή είχαν την ιδίαν φυσικήν καταγωγήν, διότι ήσαν συγχρόνως και αδέλφια από τον ίδιον πατέρα και είχαν την ιδίαν κλίσιν και εις την μάθησιν και εις τας τέχνας, διά τούτο και εις τους δύο έτυχε να πέση ως κλήρος αυτός εδώ ο τόπος, διότι εκ φύσεως τους ήρμοζε και ήτο κατάλληλος διά την αρετήν και την φρόνησίν των· αφ' ού δ' έκαμαν τους εντοπίους αγαθούς ανθρώπους, έβαλαν εις τον νουν των την αγάπην της πολιτικής τάξεως· τούτων δε των εντοπίων τα μεν ονόματα έχουν διατηρηθή, τα έργα όμως ένεκα των καταστροφών των διαδόχων των και ένεκα της πολυκαιρίας εχάθησαν. Διότι το γένος το οποίον απέμενε κάθε φοράν, καθώς είπομεν και πρωτύτερα {2}, απέμενεν εις τα βουνά και αγράμματον, και είχεν ακούση μόνον τα ονόματα των κυριαρχών του τόπου, και εκτός τούτου ολίγα μόνον από τα έργα των. Τα μεν ονόματα τούτων λοιπόν ηυχαριστούντο να τα δίδουν εις τα τέκνα των, δεν ήξευραν όμως τας αρετάς και τους νόμους των προγενεστέρων των, εκτός μόνον από μερικά πράγματα σκοτεινά τα οποία εξ ακοής ήξευραν διά καθένα από αυτούς· επειδή δε εις διάστημα πολλών γενεών και αυτοί και τα παιδιά των ευρίσκοντο εις έλλειψιν των χρειωδών, είχαν δε τον νουν των εις εκείνα όπου τους έλειπαν και δι' αυτά μόνον έκαμναν ομιλίας, διά τούτο δεν τους έμελε δι' εκείνα, τα οποία συνέβησαν εις τα προηγούμενα και εις τα παλαιά χρόνια. Διότι η διήγησις και η έρευνα των παλαιών συμβάντων εμβήκαν μέσα εις τας πόλεις μαζί με τον καιρόν, όταν ήθελον ίδη ότι μερικοί άνθρωποι είχαν εξησφαλισμένα πλέον τα χρειώδη της ζωής, πρωτύτερα δε όχι. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπον έχουν διατηρηθή τα ονόματα των παλαιών, όχι όμως και τα έργα των. Λέγω δε αυτά συμπεραίνων εκ τούτου, ότι με τα ονόματα του Κέκροπος και του Ερεχθέως και του Εριχθονίου και του Ερυσίχθονος και με τα περισσότερα από τ' άλλα όσα αναφέρονται ως παλαιότερα του Θησέως ονόματα, ωνόμαζαν εκείνους, με αυτά, ως επί το πλείστον οι Ιερείς της Αιγύπτου, καθώς είπεν ο Σόλων, όταν του διηγήθησαν αυτόν τον πόλεμον. Κατά τον αυτόν δε τρόπον και διά τα ονόματα των γυναικών. Και ακριβώς διά τούτο έχει ούτω και το εξωτερικόν και το άγαλμα της θεάς (Αθηνάς), επειδή τα πολεμικά έργα ήσαν κοινά και εις τας γυναίκας και εις τους άνδρας, διά τούτο σύμφωνα με εκείνην την συνήθειαν η θεά ωπλισμένη ήτο εις τους τότε αφιέρωμα, ως απόδειξις ότι όσα ζώα ζουν μαζί θηλυκά και αρσενικά, καθένα απ' αυτά αδιακρίτως έγεινεν από την φύσιν ικανόν να εξασκή το προτέρημα, το οποίον έχει το κάθε γένος χωριστά.
Εκατοικούσαν δε τότε εις τούτον τον τόπον αι μεν άλλαι τάξεις των πολιτών ενασχολούμεναι εις τας τέχνας και εις το να προμηθεύωνται την τροφήν των από την γεωργίαν, η δε τάξις των πολεμιστών απετελείτο από θείους άνδρας και απ' αρχής, αφ' ού εχωρίσθη από τας άλλας, εκατοικούσε χωριστά, έχουσα όλα τα χρειαζόμενα διά την τροφήν της και την εκπαίδευσιν. Κανείς απ' αυτήν την τάξιν δεν είχε καμμίαν ιδιαιτέραν ιδιοκτησίαν, εθεώρουν δε όλα τα πράγματα ότι ανήκον κοινώς εις όλους, και δεν εθεώρουν σωστόν να δέχωνται από άλλους πολίτας τίποτε περισσότερον από αρκετήν τροφήν, και εξετέλουν όλα τα έργα, τα οποία είπομεν χθες, όσα δηλαδή είπομεν διά τους διωρισμένους φύλακας. Και λοιπόν έλεγαν και εκείνο, το οποίον διά τον τόπον μας είναι πιστευτόν και αληθινόν, ότι τότε είχε τα σύνορά της χωρισμένα προς τα μέρος του Ισθμού και της άλλης στερεάς έως εις τα βουνά Κιθαιρώνα και Πάρνηθα, ότι κατέβαινον δε τα σύνορα, έχοντα εις τα δεξιά την Ωρωπίαν, και εις τ' αριστερά την θάλασσαν, έως εις τον Ασωπόν ποταμόν· κατά δε την γονιμότητα αυτός ο τόπος εξεπερνούσε κάθε γην, διά τούτο και ήτο τότε ικανός ο τόπος να τρέφη πολύ στράτευμα αποτελούμενον από τους γείτονας. Μεγάλη δε απόδειξις της γονιμότητός του είναι η εξής· ότι το μέρος, το οποίον απέμεινεν από αυτήν τώρα, ημπορεί να παραβληθή με οποιονδήποτε άλλον τόπον και κατά την γονιμότητα κάθε είδους και κατά την ευκαρπίαν και κατά τας καλάς βοσκάς δι' όλα τα ζώα· τότε δε εκτός των ωραίων έφερε και πλήθος από αυτά. Πώς λοιπόν αποδεικνύεται τούτο, και κατά τι ημπορεί σωστά να ονομασθή ο τόπος μας απομεινάριον της τότε γης; Όλος ο τόπος μας από την επίλοιπον στερεάν εκτεινόμενος εις την θάλασσαν είναι ωσάν ακρωτήριον· το δε πέριξ αυτής δοχείον της θαλάσσης συμβαίνει να είναι όλον πολύ βαθύ. Επειδή δε έγειναν πολλοί και μεγάλοι κατακλυσμοί εις το διάστημα των εννέα χιλιάδων ετών, διότι τόσα έτη επέρασαν από εκείνον τον καιρόν έως τώρα, το χώμα, το οποίον μέσα εις τούτους τους χρόνους και εις αυτά τα συμβάντα δεν εσωρεύετο εις το έδαφος, όπως εις άλλους τόπους, εις αρκετόν ποσόν, κάθε φοράν εσύρετο ολόγυρα εις τα παράλια και εχάνετο εις το βάθος της θαλάσσης. Έχουν απομείνη λοιπόν, καθώς εις τας μικράς νήσους τα τωρινά σχετικώς προς τα τότε, όπως τα κόκκαλα σώματος όπου αρρώστησεν, επειδή το σώμα γύρω γύρω έφυγεν όσον ήτο παχύ και μαλακόν και έμεινε μόνον το λεπτόν σώμα του τόπου· τότε όμως επειδή ήτο απείρακτος και διά βουνά είχεν υψηλούς γηλόφους, και τας πεδιάδας, αι οποίαι ωνομάσθησαν τώρα φελλέαι (δηλαδή πεδιάδες άκαρποι και πετρώδεις), τας είχε τότε γεμάτας από παχύ χώμα, και εις τα βουνά είχε πολλά δάση, των οποίων ακόμη και τώρα φαίνονται σημεία. Διότι από τα όρη μερικά τώρα μεν έχουν τροφήν μόνον διά μελίσσας, δεν είναι δε πολύς καιρός, που εκόπησαν από εκεί ξύλα διά τας μεγαλυτέρας οικοδομάς, των οποίων ακόμη τώρα σώζονται στέγαι αβλαβείς. Υπήρχον δε πολλά άλλα δένδρα ήμερα, και παρήγεν άφθονον βοσκήν εις τα ποίμνια· και προς τούτοις το νερόν, το οποίον έπιπτε κάθε χρόνον εκ του Διός, το αποταμίευε και δεν το έχανε, καθώς τώρα που τρέχει από γυμνήν γην εις την θάλασσαν, αλλ' είχε πολύ χώμα και το εδέχετο υποκάτω, και αποθήκευε διά του πηλού, ο οποίος την εσκέπαζε, το νερόν, το οποίον κατέπινεν, αφήνουσα να τρέχη από υψηλά εις τα κοιλώματα, και παρουσίαζεν εις όλους τους τόπους άφθονα τρεχούμενα νερά εις βρύσεις και ποταμούς, των οποίων ιερά σημεία έχουν απομείνη ακόμη και τώρα εκεί που πρότερον ήσαν βρύσεις, διά ν' αποδεικνύουν ότι όσα λέγονται τώρα δι' αυτήν είναι αληθινά.
Τα επίλοιπα λοιπόν μέρη της χώρας ήσαν εκ φύσεως τοιαύτα (όπως τα επεριγράψαμεν), και ήσαν καλλιεργημένα, καθώς ήτο επόμενον, από αληθινούς μεν γεωργούς και καταγινομένους εις το καθεαυτό έργον των, φιλοκάλους δε και με καλά φυσικά προτερήματα, οι οποίοι είχον εις την κατοχήν των γην καλλίστην και παρά πολύ άφθονον νερόν και εποχάς του έτους παρά πολύ ευκράτους, η δε πόλις εις τον τότε καιρόν είχε τους κατοίκους τακτοποιημένους κατά τον εξής τρόπον. Κατά πρώτον μεν το μέρος της ακροπόλεως δεν ήτο τότε όπως είναι τώρα. Διότι τώρα μεν επήλθε μία νυξ υπερβολικά βροχερή και, αφ' ού ανέλυσεν ολόγυρα το έδαφος, την έχει κάμη γυμνήν από χώμα, εν μέσω συγχρόνων σεισμών, με μίαν τεραστίαν βροχήν, η οποία ήτο η τρίτη πρωτύτερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος· προηγουμένως όμως, εις άλλην εποχήν, η ακρόπολις ήτο τόσον μεγάλη, ώστε εξετείνετο έως εις τον Ηριδανόν {3} και τον Ιλισσόν και περιέκλειε μέσα την Πνύκα και είχεν ως όριον τον Λυκαβητόν από το αντικρύ μέρος της Πνυκός, ήτο δε όλη γεμάτη από χώμα, και εκτός από ολίγα μέρη ήτο επάνωθεν πεδιάς. Ήτο δε κατοικημένη κατά τα έξω μέρη, υποκάτω από τα ίδια τα πλάγιά της, από τους τεχνίτας και τους γεωργούς, όσοι εκαλλιέργουν τα πλησίον της μέρη· εις το επάνω δε μέρος μόνη η τάξις των πολεμιστών είχε κατοικήση ολόγυρα εις τον ναόν της Αθηνάς και του Ηφαίστου, περιτριγυρισμένη μ' ένα περιτείχισμα ωσάν το περιτείχισμα του κήπου μιας οικίας. Εις τα βόρεια δε εκατοικούσαν οικίας κοινάς και μέρη, εις τα οποία έτρωγαν τον χειμώνα όλοι μαζί και όσα εχρειάζοντο διά να ζουν όλοι μαζί τα έκαμναν να υπάρχουν, και διά κατοικίαν αυτών και διά ιερούς ναούς, χωρίς όμως χρυσόν και άργυρον, διότι αυτά τα πράγματα διόλου δεν τα μετεχειρίζοντο πουθενά, αλλά προσπαθούντες να ευρίσκωνται εις το μέσον μεταξύ αφθονίας και πτωχείας έκτιζαν ευπρεπείς κατοικίας, εις τας οποίας και αυτοί οι ίδιοι και τα παιδιά των παιδιών των έμεναν μέχρι γήρατος, τας άφηναν δε κληρονομίαν πάντοτε απαραλλάκτους εις άλλους ομοίους των, τα δε νότια μέρη (της ακροπόλεως) μετεχειρίζοντο διά κήπους και γυμναστήρια, εσύσταινον δε και συσσίτια, τα οποία κατά τον καιρόν του καλοκαιριού παρήτουν. Μία δε βρύσις υπήρχεν εις τον τόπον που είναι η ακρόπολις, η οποία, αφ' ού εστείρευσεν από τους σεισμούς, έχει αφήση να τρέχουν τώρα ολόγυρα μικρά ρυάκια, εις όλους δε τους τότε επρομήθευεν άφθονον τρεχούμενον νερόν το οποίον ήτο εξίσου υγιεινόν και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Με τούτον λοιπόν τον τρόπον εκατοικούσαν αυτοί οι φύλακες μεν των συμπολιτών των. με την ευχαρίστησιν δε των άλλων Ελλήνων αρχηγοί των, διεφύλαττον δε όσον περισσότερον ημπορούσαν τον ίδιον αριθμόν του πληθυσμού των ανδρών και των γυναικών καθ' όλον τον καιρόν, όσος ήτο αρκετός διά τον πόλεμον, ήτοι (ο πληθυσμός) ήτο και τότε ακόμη σωσταί είκοσι χιλιάδες περίπου.
Αυτοί λοιπόν τοιούτοι ήσαν οι ίδιοι και μ' ένα τοιούτον πάντοτε τρόπον και τον τόπον των και την Ελλάδα με δικαιοσύνην πάντοτε εδιοικούσαν, και διά τούτο και εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν και διά την ωραιότητα των σωμάτων των και διά τα κάθε λογής προτερήματα των ψυχών των εθαυμάζοντο και εφημίζοντο από όλους τους τότε ανθρώπους· τα δε πράγματα εκείνων όπου επολέμησαν εναντίον των, οποία πάλιν ήσαν και πως από την αρχήν, εάν δεν χάσωμεν την ενθύμησιν εκείνων τα οποία ηκούσαμεν, όταν ήμεθα ακόμη παιδιά, θα σας τα εκθέσωμεν τώρα εις το μέσον, διά να τα μάθετε και σεις οι φίλοι. Συντόμως δε, πριν αρχίσω την ομιλίαν, είναι ανάγκη να σας φανερώσω, ότι δεν πρέπει να σας φαίνεται παράξενον, όταν μ' ακούετε πολλές φορές να ονομάζω βαρβάρους μ' ελληνικά ονόματα, διότι θα μάθετε την αιτίαν τούτου· ο Σόλων, επειδή εσκέπτετο εις τα ποιήματά του να μεταχειρισθή αυτήν την διήγησιν, αφ' ού ηρώτησε και έμαθε την σημασίαν των ονομάτων και εύρεν ότι οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι πρώτοι εκείνοι έγραψαν αυτήν την ιστορίαν, τα είχον μεταφράση εις την γλώσσαν των, και αυτός πάλιν, αφ' ού ελάμβανε το νόημα του κάθε ονόματος, το μετέφραζεν εις την γλώσσαν μας και το έγραφε· και αυτά λοιπόν τα χειρόγραφα του Σόλωνος τα είχεν ο πάππος μου και τώρα ακόμη τα έχω εγώ και τα εμελέτησα πολύ όταν ήμην παιδίον. Αν λοιπόν ακούετε τοιαύτα ονόματα, οποία μεταχειριζόμεθα εις τον τόπον μας, μη σας φανή παράξενον· διότι έχετε πλέον την αιτίαν αυτών· η αρχή δε της μακράς ταύτης διηγήσεως ήτο τότε επάνω κάτω τοιαύτη.
Καθώς είπομεν εις τα προηγούμενα διά την κλήρωσιν, την οποίαν έκαμαν οι θεοί, ότι εμοίρασαν όλην την γην με κλήρους και έλαβαν άλλοι μεν μεγαλύτερα κομμάτια και άλλοι μικρότερα και εσύστησαν εκεί ναούς και θυσίας εις τους εαυτούς των, έτσι λοιπόν και ο Ποσειδών, αφού του έλαχεν η Ατλαντίς, εκατοίκισεν εκεί τα παιδιά του, τα οποία εγέννησεν από θνητήν γυναίκα εις ένα τόπον της νήσου ως θα είπωμεν. Πλησίον εις την θάλασσαν, εις το μέσον δε όλης της νήσου, ήτο μία πεδιάς, η οποία λέγουν ότι υπήρξεν η ωραιοτέρα και η πλέον εύφορος από όλας τας πεδιάδας. Πλησίον δε εις την πεδιάδα, εις το μέσον πάλιν της νήσου, μακράν έως πεντήκοντα στάδια, υπήρχε βουνόν πολύ ολίγον υψηλόν· εις τούτο δε εκατοικούσεν ένας από τους ανθρώπους, οι οποίοι κατ' αρχάς εγεννήθησαν από την γην, ονομαζόμενος Ευήνωρ και κατοικών μαζί με την γυναίκα του Λουκίππην· εγέννησαν δε μονογενή θυγατέρα, την Κλειτώ. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν υπανδρείας η κόρη, απέθανε και η μήτηρ και ο πατήρ της, και ο Ποσειδών, επειδή την ηγάπησε, την επήρε διά γυναίκα, και το βουνόν, εις το οποίον ήτο η κατοικία της, το ωχύρωσεν, αφ' ού το απέκοψεν ολόγυρα (δηλαδή το έκαμεν από όλα τα μέρη απόκρημνον) και έκαμε διαδοχικώς οχυρώματα, ζώνας ξηράς και θαλάσσης, ολόγυρα την μίαν εις την άλλην, άλλας μικροτέρας και άλλας μεγαλυτέρας, δύο ζώνας ξηράς και τρεις θαλάσσης, ωσάν με τόρνον να τας εστρογγύλευσεν, από το μέσον της νήσου ν' απέχουν εξίσου απ' όλα τα μέρη, ώστε το μέρος τούτο να είναι απάτητον, διότι ακόμη έως τότε δεν υπήρχον ούτε πλοία ούτε ταξείδια. Ο ίδιος δε, σαν θεός που ήτον, εστόλισε την εις το μέσον αυτών νήσον με όλα τα χρειαζόμενα, διότι έφερεν επάνω κάτω από την γην νερά βρυσικά, ένα ζεστόν και ένα άλλο κρύον, το οποίον έτρεχεν από μίαν βρύσιν, και έκαμε την γην να παράγη κάθε λογής τρόφιμα και αρκετά· αφ' ού δε εγέννησε πέντε ζευγάρια δίδυμα παιδιά, τα ανέθρεψε, και όλην την Ατλαντίδα νήσον, αφ' ού την εχώρισεν εις δέκα μερίδια, εις εκείνον που εγεννήθη πρώτος από τα μεγαλύτερα παιδιά του, του έδωκεν ως μερίδιόν του την κατοικίαν της μητρός του με όλην την ολόγυρα εξοχήν, η οποία ήτο παρά πολύ εκτεταμένη και εκλεκτή, τον έκαμε δε και βασιλέα των άλλων (αδελφών του), τους δε άλλους έκαμεν άρχοντας και έδωκεν εις καθέναν από αυτούς να κυβερνά πολλούς ανθρώπους και να έχη πολλήν έκτασιν γης. Έδωκεν εις όλους ονόματα, και εις μεν τον μεγαλύτερον και βασιλέα το εξής, από το οποίον ίσα ίσα και όλη η νήσος και το πέλαγος έλαβε την ονομασίαν και ωνομάσθη Ατλαντικόν, διότι ο τότε πρώτος βασιλεύσας ωνομάζετο Άτλας· εις δε τον δίδυμον αδελφόν τούτου, ο οποίος εγεννήθη κατόπιν, έτυχε κλήρος να λάβη το άκρον της νήσου πλησίον εις τας στήλας του Ηρακλέους επάνω εις το μέρος της χώρας, το οποίον τώρα ονομάζεται Γαδειρική, το μέρος το οποίον Ελληνικά μεν ονομάζεται Εύμηλον, εις δε την γλώσσαν των εντοπίων Γάδειρον, από το οποίον όλος ο τόπος έλαβε τ' όνομα. Από δε τα παιδιά, τα οποία εγεννήθησαν δεύτερα, το μεν έν ωνόμασεν Αμφήρη, το δε άλλο Ευαίμονα· από δε τα τρίτα γεννηθέντα, εκείνον μεν, ο οποίος εγεννήθη πρώτος, τον ωνόμασε Μνησέα, εκείνον δε, ο οποίος εγεννήθη έπειτα από τούτον Αυτόχθονα, από δε τα γεννηθέντα τέταρτα, τον μεν πρώτον ωνόμασεν Ελάσιππον, τον δε έτερον Μήστορα, εις δε τα γεννηθέντα πέμπτα, εις μεν τον πρώτον εδόθη το όνομα Αζάης, εις δε τον ύστερον Διαπρεπής. Αυτοί λοιπόν όλοι και οι απόγονοι των εκατοικούσαν εκεί εις διάστημα πολλών γενεών και εξουσίαζαν μεν πολλάς άλλας εις το πέλαγος νήσους, προς τούτοις δε, καθώς είπομεν και προηγουμένως, εξέτειναν την εξουσίαν των και εις τα εντός μέρη προς τα εδώ έως εις την Αίγυπτον και την Τυρρηνικήν. Ο Άτλας λοιπόν έκαμε μεν και άλλους πολλούς και τιμωμένους απογόνους, διετήρουν δε ούτοι την βασιλείαν εις διάστημα πολλών γενεών, διότι εγίνετο πάντοτε βασιλεύς ο πρώτος και παρέδιδε την βασιλείαν εις το πρώτον από τα παιδιά του, είχον δε τόσον πολύν πλούτον, όσον ούτε καμμία από μερικάς προτητερινάς δυναστείας βασιλέων είχεν, ούτε ύστερον καμμίαν φοράν είναι δυνατόν να υπάρξη καμμία να έχη. Είχον δε όλα εν τάξει όσα και μέσα εις την πόλιν και έξω εις την λοιπήν χώραν δύσκολον ήτο να προμηθευθή κανείς. Διότι πολλά μεν πράγματα ένεκα της εξουσίας των τους τα έφερναν έξωθεν, παρά πολλά δε άλλα επρομήθευεν η ιδία η νήσος διά τα χρειαζόμενα της ζωής· κατά πρώτον μεν τα μέταλλα, όσα ξεχώνονται στερεά και όσα λυώνονται, και εκείνο, του οποίου τώρα μόνον το όνομα έχομεν, τότε δε περισσότερον από τ' όνομα, υπήρχε το πράγμα, ο ορείχαλκος, ο οποίος εις πολλούς τόπους της νήσου εξεχώνετο από την γην, ήτο δε το πολυτιμότερον από τα τότε μέταλλα εκτός του χρυσού· και όσα προμηθεύουν τα δένδρα διά τας εργασίας των τεχνητών, όλα τα παρήγεν άφθονα, και αρκετά ήμερα και άγρια ζώα έτρεφε. Μάλιστα δε υπήρχε μέσα εις αυτήν και μεγάλη ποσότης ελεφάντων. Υπήρχε βοσκή και διά τα άλλα ζώα, όσα βόσκουν εις τα έλη και εις τας λίμνας και ποταμούς, και όσα πάλιν βόσκουν εις τα όρη και εις τας πεδιάδας, δι' όλα υπήρχεν άφθονος τροφή, επίσης δε και διά τούτο το ζώον (τον ελέφαντα), το οποίον φυσικά είναι μεγάλον και τρώγει πολύ. Εκτός δε τούτων, όσα εις όλα τα μέρη φέρει η γη μυρωδικά, ρίζας ή χόρτα ή φυτά ή ουσίας στραγγισμένας από άνθη ή καρπούς και αυτά τα παρήγε και καλώς τα διετήρει· ακόμη δε και τους μαλακούς καρπούς και τους ξηρούς, τους οποίους έχομεν διά την τροφήν μας και όσους μεταχειριζόμεθα διά προσφάγια (ονομάζομεν δε τα άνθη των όσπρια) και τον καρπόν των δένδρων, από τον οποίον έχομεν ποτά και φαγητά και έλαια, και εκείνος, ο οποίος ένεκα παιγνιδιού και ευχαριστήσεως κατήντησε δυσκολοφύλακτος, (ίσως τα καρύδια), ο καρπός δηλ. με το σκληρόν δέρμα και όσα ευχάριστα δίδομεν εις άρρωστον μετά το φαγητόν διά να παρηγορήσωμεν τον κουρασμένον στόμαχον, όλα αυτά η νήσος, η οποία τότε τον καιρόν εκείνον ήτο υποκάτω από τον ήλιον ιερά, τα παρήγεν όλα ωραία και αξιοθαύμαστα και αναρίθμητα κατά το πλήθος. Όλα αυτά λοιπόν λαμβάνοντες από την γην οι κάτοικοι κατεσκεύαζαν και τους ναούς και τα βασιλικά παλάτια και τους λιμένας και τους ναυστάθμους και όλην την άλλην χώραν έβαλαν εις τάξιν κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Τα γεμάτα από θάλασσαν χανδάκια, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις την αρχαίαν μητρόπολιν, κατά πρώτον μεν τα εγεφύρωσαν και έκαμαν δρόμον να πηγαίνη κανείς έξω και μέσα έως εις τα βασιλικά παλάτια. Τα δε βασιλικά παλάτια από την αρχήν αμέσως τα έκτισαν εις τους ιδίους τόπους, όπου εκατοίκησεν ο θεός και οι πρόγονοί των· τα εκατοικούσε δε ο ένας βασιλεύς διαδεχόμενος άλλον και, εν ώ ήσαν στολισμένα, τα εστόλιζε και αυτός και επροσπαθούσε να περάση όσον ηδύνατο πάντοτε τον προηγούμενον, εις τρόπον ώστε έκαμαν τα παλάτια να τα θαυμάζη κανείς, όταν τα έβλεπε, διά το μεγαλείον και την ωραιότητα των έργων, τα οποία είχον. Έσκαψαν τω όντι αυλάκι αρχίσαντες από την θάλασσαν τριών πλέθρων κατά το πλάτος, εκατόν δε ποδών κατά το βάθος και πεντήκοντα σταδίων κατά το μήκος έως εις το εξωτερικόν στρογγύλον αυλάκι, και έκαμαν ώστε να ταξειδεύουν τα πλοία από την θάλασσαν διά μέσου τούτου του χανδακίου εις το αυλάκι εκείνο όπως εις λιμένα, ανοίξαντες στόμα εις το αυλάκι αρκετόν, ώστε να περάσουν από εκεί μέσα και τα μεγαλύτερα πλοία και προς τούτοις και τας (στρογγύλας) ζώνας της ξηράς, αι οποίαι έφραζαν τας ζώνας της θαλάσσης· εις το μέρος όπου ήσαν αι γέφυραι ήνοιξαν πέρασμα από το έν μέρος εις το άλλο, όσον να χωρή τριήρης και το εσκέπασαν άνωθεν, ώστε το πλοίον να περνά κάτωθεν· διότι τα χείλη των ζωνών της ξηράς είχον ύψος αρκετόν επάνω εις την θάλασσαν. Ήτο δε ο μεν μεγαλύτερος από τους στρογγυλούς χάνδακας, με τον οποίον η θάλασσα είχε κατ' ευθείαν συγκοινωνίαν, τριών σταδίων κατά το πλάτος, η δε ακόλουθος ζώνη ξηράς ήτο ίση με εκείνον· από δε τας δύο ακολούθους ζώνας η μεν της θαλάσσης ήτο πλάτους δύο σταδίων, η δε της ξηράς ήτο πάλιν ίση με την προηγουμένην του νερού· ο χάνδαξ δε, ο οποίος περιέβρεχε την ιδίαν την νήσον, η οποία ήτο εις το μέσον, ήτο ενός σταδίου, η δε νήσος, εις την οποίαν ήσαν τα ανάκτορα, είχε διάμετρον πέντε σταδίων. Την νήσον αυτήν ολόγυρα και τας ζώνας (τας πέριξ αυτής) και την γέφυραν, η οποία είχε πλάτος ενός πλέθρου, και από το έν μέρος και από το άλλο την επεριτριγύρισαν με πέτρινον τείχος, και έστησαν πύργους και πύλας επάνω εις τας γεφύρας εις κάθε μέρος, όπου επερνούσεν η θάλασσα υποκάτωθεν. Έκοπταν δε τας πέτρας (με τας οποίας έκαμαν αυτά) από τα ολόγυρα της νήσου, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον, και από τα τοιχώματα των ζωνών και από το έξω μέρος και από τα μέσα, άλλας μεν άσπρας, άλλας δε μαύρας, άλλας δε κοκκίνας· καθώς δε έκοπταν πέτρας, κατεσκεύαζαν συγχρόνως εις το εσωτερικόν (της νήσου) δύο βαθείας αποθήκας διά πλοία, αι οποίαι είχον τον ίδιον τον βράχον διά στέγην. Και από τας οικοδομάς αυτάς άλλαι μεν ήσαν απλαί, άλλας δε τας έπλεκαν πολυχρωμάτους ανακατώνοντες τους (διαφόρων χρωμάτων) λίθους χάριν ευχαριστήσεως, εκφράζοντες εκείνο, το οποίον ήτο φυσικά ευχάριστον εις αυτούς, και όλην την περιφέρειαν του τείχους, το οποίον ήτο ολόγυρα της από όλας πλέον έξω ζώνης, την ένδυσαν με χαλκόν μεταχειρισθέντες αυτόν ωσάν ένα εξωτερικόν χρωματισμόν, τον δε γύρον του εσωτερικού τείχους τον ένδυσαν με κασσίτερον, τον δε γύρον του τείχους της ακροπόλεως με ορείχαλκον, ο οποίος είχε λάμψιν της φωτιάς.
Τα δε εντός της ακροπόλεως ανάκτορα ήσαν κατεσκευασμένα με τον ακόλουθον τρόπον. Εντός εις το μέσον υψούτο ναός ιερός της Κλειτούς και του Ποσειδώνος, απάτητος (ως φοβερός), περιτριγυρισμένος με χρυσόν τοίχον, ο ίδιος εις τον οποίον εις τας αρχάς εφύτευσαν και εγέννησαν (ο Ποσειδών και η Κλειτώ) τα παιδία τα οποία υπήρξαν αρχηγοί των δέκα βασιλικών δυναστειών· εις τούτον τον τόπον και κάθε χρόνον από τας δέκα κληρωθείσας επαρχίας όλας ήρχοντο και προσέφερον αφιερώματα εις τους δύο αυτούς θεούς τα προφαντά από τους καρπούς της γης. Του ιδίου δε του Ποσειδώνος υπήρχε ναός, που είχεν ενός σταδίου μήκος, πλάτος δε τριών πλέθρων και ύψος τόσον, ώστε να φαίνεται εις την όρασιν ότι είχε συμμετρίαν, και ο οποίος είχε κάποιαν βαρβαρικήν μορφήν· όλον δε τον ναόν ολόγυρα τον ένδυσαν έξωθεν με άργυρον, εκτός των γωνιών, τας δε γωνίας ένδυσαν με χρυσόν· εσωτερικώς δε τον μεν θόλον όλον έκαμαν από ελεφαντοκόκκαλον στολισμένον με χρυσόν και ορείχαλκον, όλα δε τ' άλλα μέρη των τοίχων και των στηλών και του πατώματος τα περιένδυσαν με ορείχαλκον. Έστησαν δε μέσα αγάλματα· το του θεού (Ποσειδώνος) παρίστανεν αυτόν στεκόμενον επάνω εις πολεμικήν άμαξαν να οδηγή τα έξ πτερωτά άλογά της, και τόσον υψηλόν, ώστε η κεφαλή του να εγγίζη την οροφήν του ναού· ολόγυρά του δε Νηρηίδας επάνω εις εκατόν δελφίνας· διότι οι τότε άνθρωποι ενόμιζαν ότι αύται ήσαν τόσαι· υπήρχον δε και πολλά άλλα αγάλματα, τα οποία αφιέρωσαν οι ιδιώται. Ολόγυρα δε εις τον ναόν απ' έξω ήσαν στημέναι εικόνες χρυσαί όλων των γυναικών και όλων των ανδρών όσοι κατήγοντο από τους δέκα βασιλείς και πολλά άλλα αφιερώματα μεγάλα και των βασιλέων και ιδιωτών και από μέσα από την ιδίαν την πόλιν και από τα έξω μέρη, όσα εξουσίαζον. Υπήρχε δε και θυσιαστήριον ανάλογον κατά το μέγεθος και κατά την εργασίαν με αυτά τα καλλιτεχνήματα. και τα ανάκτορα επίσης τοιαύτα, ώστε ν' αρμόζουν και εις το μεγαλείον του κράτους και εις τα στολίσματα, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις τους ναούς. Τας δε βρύσεις του ψυχρού και του ζεστού νερού, αι οποίαι είχαν ποσότητα άφθονον νερού, ένεκα δε της ευχαριστήσεως και της υγιεινότητος των νερών των ικανοποίουν θαυμασίως και κατά τα δύο ταύτα, μετεχειρίζοντο στήσαντες ολόγυρα εις αυτάς οικοδομάς και δενδροφυτείας καταλλήλους διά υγρά μέρη, και δεξαμενάς προς τούτοις, άλλας μεν έξω εις το ύπαιθρον, άλλας δε σκεπασμένας με στέγην διά τα ζεστά νερά κατά τον χειμώνα, χωριστά μεν διά τους βασιλείς, χωριστά δε διά τους ιδιώτας, προς τούτοις δε άλλας διά τας γυναίκας, και άλλας διά άλογα και διά τ' άλλα υποζύγια, και έδοσαν εις κάθε μίαν ιδιαιτέρως τον κατάλληλον στολισμόν. Το δε νερόν, το οποίον έτρεχεν από αυτάς, το επήγαιναν να ποτίζη το δάσος του ναού του Ποσειδώνος, το οποίον είχε κάθε λογής δένδρα θαυμάσια διά την ωραιότητα και το ύψος ένεκα της γονιμότητος της γης, άλλο δε μέρος αυτού με αυλάκια το έφεραν έως εις τους έξω γύρους κατά το μέρος των γεφυρών, όπου υπήρχον ναοί μεν πολλοί και πολλών θεών, κήποι δε και γυμναστήρια πολλά κατασκευασμένα, άλλα μεν ανδρών, άλλα δε αλόγων, χωριστά εις κάθε μίαν από τας δύο ζώνας της ξηράς, είχον δε προ πάντων εις το μέσον της μεγαλυτέρας από τας νήσους χωρισμένον έν ιπποδρόμιον, το οποίον είχε πλάτος ενός σταδίου, το δε μήκος του έπιανε όλον τον γύρον της νήσου, διά να συναγωνίζωνται τ' άλογα. Ολόγυρα δε εις αυτό, και από το έν μέρος του και από το άλλο, υπήρχον κατοικίαι διά το πλήθος των δορυφόρων στρατιωτών· τους δε πιστοτέρους στρατιώτας είχον διατεταγμένους να φυλάττωσιν εις την μικροτέραν ζώνην, η οποία ήτο και η περισσότερον πλησίον εις την ακρόπολιν εις εκείνους δε, οι οποίοι ήσαν οι εξοχώτεροι από όλους κατά την πίστιν, είχαν δοθή κατοικίαι, μέσα εις την ακρόπολιν, ολόγυρα εις τους βασιλείς. Αι δε αποθήκαι των πλοίων ήσαν γεμάται από τριήρεις και από τα όργανα, όσα χρειάζονται εις αυτάς και όλα αρκετά βαλμένα εις τάξιν. Και εκείνα μεν τα οποία απέβλεπον εις την κατοικίαν των βασιλέων, ήσαν τοιουτοτρόπως διατεταγμένα· αφ' ού δε ήθελε διαβή κανείς τους λιμένας, οι οποίοι ήσαν τρεις, και υπάγη έξω, έν κυκλικόν τείχος, το οποίον ήρχιζεν από την θάλασσαν και απείχε πενήντα στάδια εις όλα του τα μέρη από την μεγαλυτέραν ζώνην και από τον μεγαλύτερον λιμένα, συνέκλειεν εις το ίδιον σημείον με το στόμα της διώρυχος, το οποίον ήτο προς την θάλασσαν. Μέσα εις τούτο υπήρχε πλήθος πολλών και πυκνών οικιών, η δε διώρυξ και ο μεγαλύτερος λιμήν ήτο γεμάτος από πλοία και εμπόρους, οι οποίοι έφθαναν από όλα τα μέρη του κόσμου και οι οποίοι επροξένουν ένεκα του πλήθους των φωνάς και θόρυβον και κρότον και την ημέραν και την νύκτα.
Την μεν πόλιν λοιπόν και ό,τι σχετίζεται με το αρχαίον ανάκτορον έχομεν τώρα εκ μνήμης μάθη, όπως τότε τα διηγήθησαν· πρέπει δε να προσπαθήσωμεν ν' αναφέρωμεν και διά την επίλοιπον χώραν πώς ήσαν τα φυσικά της προτερήματα και ποίον ήτο το είδος του τεχνητού στολισμού της. Και κατά πρώτον λοιπόν όλος ο τόπος έλεγαν ότι ήτο και πολύ υψηλός και πολύ απόκρημνος από το μέρος της θαλάσσης, όλη δε η ολόγυρα εις την πόλιν πεδιάς, την μεν πόλιν περιεκύκλωνεν, αυτή δε ολόγυρα περιεκυκλώνετο από βουνά, τα οποία κατέβαιναν έως εις την θάλασσαν, (η πεδιάς δε ήτο) ολόιση και χωρίς ανωμαλίας, όλη δε μακρουλή, από το έν και από το άλλο μέρος έχουσα μήκος τριών χιλιάδων σταδίων και από την θάλασσαν έως το μέσον της επάνω από δύο χιλιάδων. Αυτός ο τόπος όλης της νήσου έβλεπε προς το νότιον μέρος και ήτο προφυλαγμένος από τον βόρειον άνεμον· τα δε βουνά, όπου ήσαν τότε ολόγυρά του, τα επαινούσαν ότι υπήρξαν από όλα όσα υπάρχουν τώρα ανώτερα κατά τον αριθμόν και κατά την μεγαλότητα και κατά την ωραιότητα, διότι είχον μεν πολλά και πλούσια κατοικημένα χωρία ανάμεσόν τους, ποταμούς δε και λίμνας και λειβάδια διά να ευρίσκουν αρκετήν τροφήν τα ζώα· δένδρα δε πολυάριθμα και κάθε λογής διά να προμηθεύουν ξύλα άφθονα εις όλας τας εργασίας των ανθρώπων και εις καθεμίαν ιδιαιτέρως. Έτσι λοιπόν ήτο η πεδιάς εκ φύσεως και χάρις εις τας εργασίας πολλών βασιλέων εις το διάστημα πολλού καιρού. Ήτο μεν το σχήμα της τετράγωνον και κατά το περισσότερον μέρος ορθόν και μακρουλόν, εις οποίον δε μέρος είχεν έλλειψιν το σχήμα της, το είχαν κάμη ίσον, διότι έσκαψαν ολόγυρα χάνδακα· το βάθος δε τούτου του χάνδακος και το πλάτος και το μήκος, το οποίον ήτο. . ..(είναι μεν δύσκολον να το πιστεύση κανείς, ότι έγεινε με τα χέρια, και ότι συγκρινόμενον με τ' άλλα όμοιά του έργα είναι τοιούτον, πρέπει όμως να είπωμεν τουλάχιστον εκείνο, το οποίον ηκούσαμεν)· είχον μεν σκάψη βάθος ενός πλέθρου, πλάτος δε εις όλα τα μέρη ενός σταδίου, σκαμμένον δε ολόγυρα εις όλην την πεδιάδα ετύχαινε να έχη μήκος δέκα χιλιάδας σταδίων. Εδέχετο όλα τα ρεύματα των νερών, τα οποία κατέβαινον από τα βουνά, περιεκύκλωνε την πεδιάδα, έφθανεν από το έν και από το άλλο μέρος την πόλιν και επροχώρει και τα έχυνεν εις την θάλασσαν. Από την ανωτέραν όχθην του χάνδακος ήρχιζαν αυλάκια εκατόν ποδών το πολύ πλάτους, κομμένα ίσα εις όλον το διάστημα της πεδιάδος, τα οποία επέστρεφαν και εχύνοντο εις τον χάνδακα τον πλησίον της θαλάσσης· ήσαν δε μακράν το έν από άλλο τα αυλάκια εκατόν στάδια· διά μέσου λοιπόν τούτων κατεβίβαζον την ξυλείαν από τα βουνά εις την πόλιν και μετεκόμιζον με πλοία τ' άλλα προϊόντα κάθε εποχής, αφ' ού έκοψαν άλλα αυλάκια πλάγια διά να συγκοινωνή το έν από τα πρώτα με το άλλο και με την πόλιν. Και εσώδευον λοιπόν καρπούς της γης δύο φορές τον χρόνον, τον μεν χειμώνα μεταχειριζόμενοι τα εκ μέρους του Διός νερά (δηλαδή της βροχής), το δε καλοκαίρι όσα παράγει η γη, φέροντες εις αυτήν τα νερά διά μέσου των αυλακιών.
Ο αριθμός δε των στρατιωτών, των χρησίμων διά πόλεμον από μέσα από την πεδιάδα ήτο προσδιωρισμένος ως εξής. Κάθε λαχνός (δηλαδή κάθε τμήμα της χώρας) ήτο διωρισμένος να εκλέγη ένα αριθμόν, κάθε δε τμήμα είχεν έκτασιν εκατόν σταδίων και όλα τα τμήματα ήσαν εξήντα χιλιάδες· οι άνθρωποι δε των βουνών και των άλλων μερών της χώρας έλεγαν ότι ήσαν άπειροι κατά το πλήθος· ήσαν δε μοιρασμένοι κατά τους τόπους και τα χωρία εις όμοια τμήματα όλοι και είχαν καθένα τον αρχηγόν του. Ο αρχηγός λοιπόν ήτο υποχρεωμένος εν καιρώ πολέμου να προμηθεύη το έκτον μέρος μιας πολεμικής αμάξης, ώστε να είναι δέκα χιλιάδες τοιαύται· δύο ίππους και δύο ιππείς, προς τούτοις δε έν ζευγάρι άλογα της αμάξης χωρίς την άμαξαν· ένα πεζόν πολεμιστήν με μικράν ασπίδα· ένα αμαξηλάτην, ο οποίος να ιππεύη τα δύο άλογα της αμάξης και να τα διοική· δύο δε πεζούς στρατιώτας βαρειά ωπλισμένους και δύο τοξότας και δύο σφενδονήτας, γυμνούς δε στρατιώτας και πετροβολιστάς και ακοντιστάς από τρεις, από τέσσαρας δε ναύτας εις καθέν από χίλια διακόσια πλοία. Έτσι λοιπόν ήσαν τακτοποιημένα τα πολεμικά πράγματα εις την βασιλικήν πόλιν· εις δε τας εννέα άλλας επαρχίας ήσαν κανονισμένα, αλλού μεν με τον ένα τρόπον αλλού δε με τον άλλον, τα οποία πολύς καιρός θα εχρειάζετο να τα εκθέσωμεν (εδώ).
Τα δε αποβλέποντα εις τους άρχοντας και εις τους έχοντας τιμήν μέσα εις την πολιτείαν ετακτοποιήθησαν από την αρχήν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καθείς από τους δέκα βασιλείς, εις την επαρχίαν η οποία απετέλει το μερίδιόν του και εις την πρωτεύουσάν του, είχε την εξουσίαν επάνω εις τους ανθρώπους και εις τους περισσοτέρους νόμους και ετιμώρει και εθανάτωνεν όποιον ήθελεν επιθυμήση· η δε γενική αναμεταξύ των εξουσία και αμοιβαία σχέσις εγίνετο κατά τας διατάξεις του Ποσειδώνος, καθώς έλεγεν ο νόμος, που κατά παράδοσιν υπήρχε, και που τον είχαν οι πρώτοι κάτοικοι χαραγμένον με γράμματα επάνω εις μίαν στήλην ορειχαλκίνην, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον της νήσου μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος. Ούτοι λοιπόν οι βασιλείς συνηθροίζοντο διαδοχικώς μίαν φοράν κάθε πέντε έτη και μίαν φοράν κάθε έξ εναλλάξ, διότι απέδιδον ίσην τιμήν εις τον μονόν αριθμόν των ετών και εις τον ζυγόν, όταν δε συνήρχοντο, συνεσκέπτοντο διά τα κοινά συμφέροντα και εξήταζαν εάν κανείς έκαμε καμμίαν παράβασιν του νόμου και εδίκαζαν. Όταν δ' επρόκειτο να κάμουν καμμίαν δίκην, έδιδον προτήτερα ο ένας εις τον άλλον τας ακολούθους βεβαιώσεις τιμιότητος.
Αφ' ού άφηναν ελευθέρους ταύρους μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος, παρευρισκόμενοι και οι δέκα έμεναν μόνοι των, και αφ' ού παρεκάλουν τον θεόν να εκλέξη το θύμα, το οποίον τον ηυχαρίστει, αυτοί χωρίς σίδηρο, αλλά με ξύλα και με συρτοθηλειές εκυνήγουν αυτούς, όποιον δε από τους ταύρους ήθελαν πιάση, αφ' ού τον ωδήγουν εμπρός εις την στήλην, τον έσφαζαν εις την κορυφήν της απέναντι εις τα γράμματα στήλης· επάνω δε εις στήλην, εκτός των νόμων, ήτο γραμμένος και όρκος, ο οποίος κατηράτο με φοβεράς κατάρας εκείνους, οι οποίοι ήθελαν απειθήση εις τους νόμους. Όταν λοιπόν σύμφωνα με τους νόμους των ήθελαν εκτελέση την θυσίαν και αφιερώση όλα τα μέλη του ταύρου, οι βασιλείς έχυναν μέσα εις ένα κρατήρα, (δηλαδή κιούπι) με νερωμένον κρασί σταλαγματιάν, σταλαγματιάν, διά τον καθένα τους το αίμα του ταύρου, τα δε άλλα κομμάτιά του, τα έρριπταν εις την φωτιάν, αφ' ού εκαθάριζαν από όλα τα μέρη την στήλην έπειτα δε από τούτο, έπερναν μέσα από τον κρατήρα με χρυσές κούπες, έκαμναν σπονδάς, δηλαδή έχυναν ολίγον μέσα εις την φωτιάν και ωρκίζοντο ότι θα δικάσουν σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι είναι γραμμένοι εις την στήλην και θα τιμωρήσουν, αν κανείς προηγουμένως έκαμε καμμίαν παράβασιν, και ότι έπειτα από τούτο κανένα από τους νόμους θεληματικώς δεν θα παραβούν, μήτε θα διοικήσουν, μήτε θα υπακούσουν εις άλλον άρχοντα, εκτός αν τους διατάσση σύμφωνα με τους νόμους του πατρός των. Αφ' ού ήθελαν ευχηθή αυτά, καθείς από αυτούς διά τον εαυτόν του και διά τους απογόνους του, έπινε και αφιέρωνε την κούπαν εις τον ναόν του θεού, και έπειτα κατεγίνετο εις το φαγητόν και τας άλλας αναγκαίας διατυπώσεις· όταν δε ήθελε σκοτεινιάση και η φωτιά ολόγυρα εις τα θύματα ήθελε σβυσθή, όλοι τους, αφ' ού ήθελαν φορέση μίαν στολήν γαλάζιαν ωραιοτάτην, εκάθιζαν πλησίον εις τα καυμένα απομεινάρια της θυσίας του όρκου, την νύκτα, αφ' ού ήθελαν σβύση παντού μέσα εις τον ναόν κάθε φωτιάν, εδικάζοντο και εδίκαζον, αν κανείς από αυτούς είχε κατηγορίαν εναντίον άλλου ότι παρέβη τον νόμον. Αφ' ού δε ήθελαν εκδόση απόφασιν δι' εκείνο το οποίον εδίκασαν, άμα εφώτιζεν η ημέρα, την έγραφαν επάνω εις ένα χρυσόν πίνακα και την εκρεμούσαν μαζί με τας στολάς των ως μνημείον. Υπήρχον δε και πολλοί άλλοι νόμοι ιδιαίτεροι αναφερόμενοι εις τα αμοιβαία προνόμια, τα οποία ανεγνώριζε καθείς από τους βασιλείς εις τους άλλους και των οποίων τα μεγαλύτερα είναι τα εξής· ότι ποτέ δεν θα εκίνουν πόλεμον ο ένας κατά του άλλου και ότι θα βοηθήσουν όλοι, αν κανείς από αυτούς πουθενά εις καμμίαν πόλιν επιχειρήση να καθαιρέση βασιλικήν οικογένειαν και ότι, καθώς οι πρόγονοί των, θα συσκέπτωνται όλοι μαζί και θ' αποφασίζουν όταν πρόκειται διά πόλεμον και δι' άλλας σπουδαίας πράξεις, δίδοντες την αρχηγίαν εις την οικογένειαν του Άτλαντος. Κανείς δε από τους βασιλέα να μη έχη το δικαίωμα να θανατώνη κανένα από τους συγγενείς του, χωρίς να το αποφασίσουν οι περισσότεροι από τους ημίσεις των δέκα.
Αυτήν λοιπόν την τόσην μεγάλην και τοιαύτην δύναμιν, η οποία υπήρχε τότε εις εκείνους τους τόπους, ο θεός, αφ' ού την διωργάνωσε, την έφερεν εναντίον εις τούτους τους τόπους ένεκα μιας τοιαύτης προφάσεως, καθώς ηξεύρομεν εκ φήμης. Εις διάστημα πολλών γενεών, εν όσω διετηρείτο ακόμη εις αυτούς η φύσις του θεού από τον οποίον κατήγοντο (οι κάτοικοι της Ατλαντίδος), υπήκουαν εις τους νόμους και ετίμων τον θεόν με τον οποίον είχαν συγγένειαν διότι τα φρονήματά των ήσαν σύμφωνα με την αλήθειαν και γενναία εις όλας τας περιστάσεις· μετεχειρίζοντο ημερότητα με φρόνησιν και εις τας περιστάσεις, αι οποίαι ετύχαινε να συμβούν και αναμεταξύ των· διά τούτο επεριφρόνουν όλα τ' άλλα εκτός της αρετής και ενόμιζαν ως μικρά τα αγαθά τα οποία είχαν, και ευκόλως εβάσταζαν ως βάρος τον όγκον του χρυσού και των άλλων κτημάτων των. Δεν άφηναν να μεθύσουν από την καλοπέρασιν και να μη ημπορούν να κυβερνήσουν τον εαυτόν των ένεκα του πλούτου και να κλονίζονται (από τα πάθη), αλλά άγρυπνοι έβλεπαν καθαρά και δυνατά ότι και αυτά (τα πλούτη) όλα αυξάνουν, όταν είναι όλα σύμφωνα με την αρετήν, και ότι όταν κυνηγά κανείς αυτά με πολύν ζήλον και τα τιμά, και αυτά τα ίδια καταστρέφονται και εκείνη (δηλαδή η τιμή) καταστρέφεται μαζί με αυτά. Ένεκα λοιπόν των τοιούτων σκέψεων και της θείας φύσεως, η οποία εξηκολούθει να διατηρήται εις αυτούς όλα τους προώδευσαν, τα οποία προηγουμένως ανεφέραμεν. Αλλ' όταν το θείον στοιχείον εξηλείφθη από αυτούς, διότι ανεκατεύθη πολλές φορές με πολύ θνητόν στοιχείον και υπερίσχυσε το ανθρώπινον ήθος, τότε πλέον, επειδή δεν είχαν την δύναμιν να βαστάσουν τας παρούσας ευτυχίας των, έκαμναν ασχημίας, και εις εκείνον, ο οποίος ημπορεί να βλέπη, εφαίνοντο καθαρά άξιοι αποστροφής, διότι έχασαν από τα πολυτιμότερα πράγματα τα ωραιότερα, εις εκείνους δε, οι οποίοι δεν είχαν την δύναμιν να βλέπουν ζωήν, η οποία βαδίζει εις την αληθινήν ευτυχίαν, τότε ίσα ίσα τους ενόμιζαν προ πάντων ότι είναι οι καλύτεροι από όλους και οι πλέον ευτυχισμένοι, εν ώ κατείχοντο από το πάθος να αυξήσουν αδίκως τον πλούτον και την δύναμίν των. Ο δε θεός των θεών, ο Ζευς, ο οποίος βασιλεύει σύμφωνα με νόμους, επειδή έχει την δύναμιν να βλέπη καλώς τα τοιαύτα πράγματα, παρατηρήσας ότι εβάδιζεν εις την αθλιότητα ένας λαός καλός, απεφάσισε να τους τιμωρήση, διά να σωφρονισθούν και να γείνουν προσεκτικότεροι· διά τούτο εκάλεσεν εις συνεδρίαν όλους τους θεούς εις το λαμπρότερον ανάκτορόν των, το οποίον, επειδή είναι υψωμένον εις το μέσον όλου του κόσμου, βλέπει καλά όλα τα πράγματα όσα έγειναν και υπάρχουσι, και αφ' ού τους συνήθροισεν, είπεν εις αυτούς. . .. . .. . .. . .. . .