
The Project Gutenberg EBook of Laws and Epinomis, by Plato
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.net
Title: Laws and Epinomis Volume E
Author: Plato
Translator: Kyriakos Zambas
Release Date: May 29, 2011 [EBook #36262]
Language: Greek
*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LAWS AND EPINOMIS ***
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been placed at the end of the book.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Ε
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Ε.'
Χωρίζομεν λοιπόν εις δύο τον νόμον περί φαρμακεύσεων, ασχέτως προς τον τρόπον της φαρμακίας· και πρώτον μεν παρακαλούμεν και προτρέπομεν και συμβουλεύομεν τον φαρμακευτήν ότι δεν πρέπει να δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, ούτε να φοβερίζη τρομακτικά ωσάν παιδιά τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλά και ο νομοθέτης και ο δικαστής δεν οφείλουν να τον υποχρεώσουν να θεραπεύη τους τοιούτους φόβους των ανθρώπων, διότι πρώτον μεν όστις δοκιμάζει να φαρμακεύση δεν γνωρίζει τι κάμνει ούτε ως προς τα σώματα, εάν δεν είναι επιστήμων της ιατρικής, ούτε ως προς τας μαγείας, εάν δεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος. Λοιπόν ας ορισθή ο εξής νόμος περί φαρμακεύσεων. Όστις φαρμακεύση κάποιον δια να βλάψη όχι θανασίμως ούτε αυτόν ούτε κανένα από τους ιδικούς του ανθρώπους, τα δε βοσκήματά του ή τα μελίσσια τα βλάψη είτε αλλέως πως είτε θανασίμως, εάν μεν είναι ιατρός και καταδικασθή δια φαρμάκευσιν, ας τιμωρηθή διά θανάτου, εάν δε ιδιώτης, ας ορίση δι' αυτόν το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Εάν δε με δεσίματα ή με μαγείας ή με διαβάσματα ή με οιαδήποτε παρόμοια μέσα κριθή ότι ομοιάζει με τους βλάπτοντας, τότε, εάν μεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος, ας θανατωθή, εάν δε είναι συνεργός, άπειρος της μαντικής, τότε ό,τι αποφασισθή διά τον καταδικασθέντα διά φαρμακεύσεις ας πάθη και αυτός.
Δηλαδή και δι' αυτόν ας ορίση το δικαστήριον τι νομίζει ότι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.
Δι' όσας βλάβας προξενεί ο είς εις τον άλλον διά κλοπής ή εκβιασμού, εάν μεν είναι μεγάλαι, να πληρώση μεγάλην αποζημίωσιν είς τον παθόντα, εάν δε είναι μικρότεραι αι ζημίαι, να πληρώση μικροτέραν, γενικώς δε να είναι η αποζημίωσις όση και η ζημία που επροξένησε εις άλλον, έως ότου να θεραπεύση την βλάβην. Εκτός δε τούτου διά πάσαν ικανοποίησιν ας υποστή τιμωρίαν έκαστος ακολουθούσαν χάριν σωφρονισμού. Και όστις μεν εκακοποίησε από ξένην ανοησίαν, διότι υπήκουσε εις αυτόν από επιπολαιότητα, ας υποστή ελαφροτέραν τιμωρίαν, όστις δε εκακοποίησε από ιδικήν του ανοησίαν ή από ακράτειαν των ηδονών του ή των λυπών του διατελών εις κάποιον φόβον ή επιθυμίαν ή φθόνον ή έξαψιν, τα οποία κατήντησαν αθεράπευτα, ας υποστή βαρυτέραν τιμωρίαν, και ας τιμωρηθή, όχι διότι εκακοποίησε, διότι βεβαίως ό,τι έγινε δεν είναι δυνατόν ν' απογίνη, αλλά με την ελπίδα να μισήση την αδικίαν και ο ίδιος και όσοι τον είδαν τιμωρούμενον, ή διά να ξελαφρώση πολλά μέρη αυτής της συμφοράς.
Δι' όλα αυτά λοιπόν, και όλα αυτά λαμβάνοντες υπ' όψιν, οι νόμοι πρέπει ωσάν σκοπευταί όχι άστοχοι να προσέχουν εις το μέγεθος της τιμωρίας και εντελώς όσον αξίζει. Το ίδιον δε έργον εκτελών και ο δικαστής πρέπει να συμπράττη με τον νομοθέτην, όταν κανείς νόμος επαφήνη εις αυτόν να ορίση την ποινήν, δηλαδή τι πρέπει να πάθη ο δικαζόμενος ή να πληρώση. Αυτός δε ωσάν ζωγράφος να σχεδιάζη έργα σύμφωνα με τα πρότυπά του. Αυτό λοιπόν και ημείς τόρα, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, πρέπει να κάμωμεν όσον το δυνατόν ωραιότερα και καλλίτερα. Δηλαδή δι' όλα τα κλοπιμαία και εκβιαστικά πρέπει να ειπούμεν ποίαι τιμωρίαι πρέπει να επιβάλλωνται, εφ' όσον μας παραχωρήσουν οι θεοί και οι παίδες των θεών να νομοθετήσωμεν.
Εάν δε υπάρχη κανείς μανιακός, ας μη παρουσιάζεται έξω εις την πόλιν. Αλλά οι συγγενείς εκάστου ας τον φυλάττουν εις την οικίαν των, με όποιον τρόπον γνωρίζουν, ειδεμή να πληρώνη πρόστιμον όστις μεν ανήκει εις το ανώτατον τίμημα εκατόν δραχμάς, είτε δούλον είτε ελεύθερον παραμελεί, εάν δε ανήκη εις το δεύτερον τίμημα, να πληρώνη τα τέσσαρα πέμπτα της μνας, τρία δε ο τρίτος και δύο ο τέταρτος. Και βεβαίως είναι μανιακοί πολλοί κατά πολλούς τρόπους. Και αυτοί μεν που ανεφέραμεν είναι μανιακοί από ασθένειαν. Αλλά υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι είναι από την έξαψιν, η οποία και εκ φύσεως υπήρχε και εξ ανατροφής έγινε χειροτέρα. Αυτοί δε μόλις δοθή ολίγη αφορμή αρχίζουν δυνατήν φωνήν και βλασφημούν φοβερά ο είς τον άλλον, πράγμα το οποίον δεν είναι πρέπον να γίνεται μέσα εις εύνομον πόλιν ποτέ με κανένα τρόπον. Λοιπόν ας υπάρχη είς νόμος γενικώς δι' όλας τας βλασφημίας, ο εξής. Κανείς να μη υβρίζη κανένα. Όταν δε υπάρχη συζήτησις εις έν ζήτημα, ας διαφωτίζη ο είς τον άλλον και ας διαφωτίζεται όχι μόνον με τους φιλονικούντας, αλλά και με τους παρευρισκομένους και ωρισμένως ας αποφεύγη την ύβριν. Διότι από τας βλασφημίας και κατάρας μεταξύ των και από την απόδοσιν ονειδιστικών ονομάτων, τα οποία τους παρομοιάζουν προς γυναίκας, πρώτον μεν από τους λόγους, οι οποίοι είναι αέρας, προκύπτουν πραγματικά μίση και έχθραι βαρύταται. Διότι ο υβρίζων υποχωρεί εις πράγμα ανάξιον, δηλαδή τον θυμόν του, και χορταίνει το πάθος του με κακήν τροφήν, και όσον άλλοτε τον εξημέρωσε η εκπαίδευσις, τόσον πάλιν εξαγριώνει το μέρος τούτο της ψυχής του, και ωσάν θηρίον φέρει εις δυσκολον θέσιν την ζωήν του και λαμβάνει πικράν αμοιβήν διά την έξαψίν του.
Εξ άλλου πάλιν συνηθίζουν όλοι πολύ συχνά να παρεκτρέπωνται εις τοιαύτας συζητήσεις, ώστε να λέγουν το αντίθετον περιπαίζοντες τους άλλους. Το οποίον όταν συνηθίση κανείς παν τότε ανεξαιρέτως και εντελώς φεύγει από τον σοβαρόν χαρακτήρα ή χάνει πολλά μέρη της μεγαλοφροσύνης του (!). Λοιπόν χάριν αυτών εντός μεν προσκυνήματος ας μην ομιλή κανείς απολύτως τίποτε από αυτά ούτε εις άλλας πολυσυχνάστους θυσίας, ούτε πάλιν εις τους αγώνας ούτε εις την αγοράν ούτε εις το δικαστήριον ούτε εις καμμίαν δημοσίαν συγκέντρωσιν. Ας τον τιμωρή δε ο επιτόπιος άρχων με το αζημίωτον ειδεμή ας μη διαφιλονικήση ποτέ του διά τα πρωτεία, διότι δεν φροντίζει διά τους νόμους ούτε εκτελεί τας διαταγάς του νομοθέτου. Εάν δε και εις άλλα μέρη οποιοσδήποτε πρώτος εκστομίζων ύβρεις ή προκαλούμενος δεν αποφεύγη τοιούτους λόγους, όστις τον επιτύχη, αν είναι γεροντότερός του, ας υπερασπισθή τον νόμον, με ξυλοκοπήματα εμποδίζων την έξαψιν αυτών των φιλοφρονήσεων, δηλαδή το έν κακόν με το άλλο, ειδεμή ας υποστή ο δράστης το ωρισμένον πρόστιμον.
Προσθέτομεν δε τόρα ότι όστις έρχεται εις ύβρεις δεν είναι ικανός να υπερισχύση, εάν δεν θελήση να μεταχειρισθή εμπαιγμούς αυτό δε το κατακρίνομεν ημείς, όταν γίνεται με έξαψιν. Αλλά τόρα; Τάχα θα ανεχθώμεν την προθυμίαν των κωμικών να γελοιοποιούν τους ανθρώπους, εάν θελήσουν να εκτελέσουν το τοιούτον χωρίς έξαψιν εναντίον των πολιτών, ή θα διακρίνωμεν αν αστειεύονται ή όχι, και αν μεν αστειεύεται κανείς θα του επιτρέψωμεν να γελοιοποιή άλλον χωρίς έξαψιν, εάν όμως με επιμονήν και με έξαψιν, καθώς είπαμεν, τότε δεν θα επιτρέψωμεν εις κανένα; Και λοιπόν αυτό το πράγμα δεν θα το καταργήσωμεν, αλλά εις ποίον θα επιτρέπεται και εις ποίον όχι, αυτό ας νομοθετήσωμεν. Λοιπόν εις ποιητήν κωμωδίας ή ιαμβικών στίχων ή μουσικής συνθέσεως ας μην επιτρέπεται ούτε με παρομοιώσεις ούτε με έξαψιν ούτε χωρίς έξαψιν ποτέ να μη διακωμωδή κανένα πολίτην. Εάν δε κανείς απειθήση, τότε οι αθλοθέται να τον εκδιώξουν εντελώς από την χώραν αυθημερόν, ειδεμή να πληρώσουν πρόστιμον τρεις μνας εις το ταμείον του θεού, χάριν του οποίου εκτελείται ο αγών. Όσοι δε είπαμεν προηγουμένως ότι έχουν δικαίωμα να περιπαίζωνται μεταξύ των, αυτοί ας το εκτελούν χωρίς έξαψιν με αστειότητα, σοβαρά όμως και με έξαψιν ας μην επιτρέπεται. Η δε διάγνωσις τούτου ας ανατεθή εις τον επιμελητήν όλης της εκπαιδεύσεως των νέων. Και ό,τι μεν αυτός εγκρίνει να το φέρουν (εκθέτουν) μέσα εις τον κόσμον, ας επιτρέπεται, ό,τι δε αυτός αποδοκιμάζει ούτε ο ίδιος να το απαγγέλλη εις κανένα ούτε εις άλλον δούλον ούτε ελεύθερον να το διδάσκη, ειδεμή ας θεωρήται κακός και απειθής εις τους νόμους.
Αξιολύπητος δε είναι όχι ο πεινών ή πάσχων κανέν παρόμοιον, αλλά όστις είναι σώφρων ή έχει άλλην καμμίαν αρετήν ή μέρος, από αυτήν, και εκτός αυτής έχει περιπλέον καμμίαν δυστυχίαν. Διά τούτο θα είναι παράδοξον αν υπάρχει κανείς τοιούτος και ήθελε παραμεληθή εντελώς ώστε να φθάση εις την εσχάτην επαιτίαν είτε δούλος είτε ελεύθερος, εις πόλιν ή πολιτείαν, η οποία είναι έστω και με μετρίους νόμους. Διά τούτο χάριν ασφαλείας πρέπει, ο νομοθέτης να θέση κάπως τον εξής νόμον διά τους τοιούτους επαίτας: Ας μη γίνη κανείς εις την πόλιν μας, εάν δε κανείς επαίτης δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, δηλαδή να εξοικονομή την τροφήν του με ευχάς ανωφελείς, από μεν την αγοράν ας τον αποδιώκουν οι αγορανόμοι, από δε το προάστιον η αρχή των αστυνόμων, οι δε αγρονόμοι από την άλλην χώραν ας τον εκδιώκουν πέρα των συνόρων, διά να μείνη εντελώς καθαρά η χώρα από τοιούτου είδους ζώον.
Εάν δε δούλος ή δούλη βλάψη οτιδήποτε ξένον πράγμα χωρίς να πταίη συγχρόνως και αυτό το βλαφθέν από απροσεξίαν ή από άλλο σφάλμα όχι παραβαίνον την σωφροσύνην, ο κύριος του βλάψαντος ή την βλάβην ας θεραπεύση ή ας παραδώση τον ίδιον τον βλάψαντα. Εάν δε ο κύριος του δούλου προφασίζεται ότι εκ συνεννοήσεως του βλάψαντος με τον βλαφθέντα έγινε η κατηγορία, διά να του στερήσουν τον δούλον, ας καταγγέλλη ως κακόπιστον τον προφασιζόμενον ότι εβλάβη, και, αν μεν κερδίση την δίκην, ας λαμβάνη το διπλάσιον αντίτιμον του δούλου, όσον ήθελε τον εκτιμήσει το δικαστήριον, εάν δε χάση την δίκην, και την βλάβην ας θεραπεύση και τον δούλον ας παραδώση. Και αν φορτηγόν ζώον ή ίππος ή κύων ή κανέν από τα σφαχτά βλάψη κανέν πράγμα του πλησίον, ομοίως να πληρώση την βλάβην.
Εάν κανείς δεν θέλη να μαρτυρήση εκουσίως, να τον προσκαλέση όστις έχει ανάγκην, ο δε προσκληθείς ας παρουσιασθή εις την δίκην, και, εάν μεν γνωρίζη και θέλη να μαρτυρήση, ας μαρτυρήση, εάν όμως λέγη ότι δεν γνωρίζει, ας ορκισθή εις τους τρεις θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα και την Θέμιν ότι πράγματι δεν γνωρίζει και ας απαλλαγή από την τιμωρίαν. Όστις δε προσκληθή εις μαρτυρίαν και δεν παρουσιάζεται εμπρός εις τον προσκαλέσαντα αυτόν, ας υποστή δίκην διά την βλάβην εκείνου συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς σηκώση ως μάρτυρα κανένα δικαστήν, αυτός, αφού μαρτυρήση, ας μη δώση πλέον ψήφον εις αυτήν την δίκην. Η δε ελευθέρα γυνή ας έχη δικαίωμα να μαρτυρήση, και να συνηγορήση, αρκεί να έχη υπερβή το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας της, και ας έχη δικαίωμα να ενάγη, εάν είναι χήρα. Ενόσω όμως ζη ο σύζυγός της ας έχη δικαίωμα μόνον να μαρτυρήση. Η δούλη δε και ο δούλος και ο παις μόνον επί φόνου έχουν δικαίωμα να μαρτυρήσουν και να συνηγορήσουν αρκεί ο καθείς να παραδώση εγγυητήν αξιόπιστον ότι θα μείνη μέχρι της δίκης του, εάν γίνη ένστασις ότι εμαρτύρησε ψευδώς. Να κάμη δε ένστασιν ο καθείς από τους αντιδίκους και εναντίον ολοκλήρου της μαρτυρίας και εναντίον μέρους αυτής, εάν νομίζη ότι εψευδομαρτύρησε κανείς, πριν να εκδοθή η απόφασις της δίκης. Τας δε ενστάσεις να τας φυλάττουν αι αρχαί σφραγισμένας και από τους δύο, και να τας παρουσιάσουν εις την εξέλεγξιν των ψευδομαρτυριών. Εάν δε κανείς αποδειχθή ότι εψευδομαρτύρησε δύο φοράς, αυτόν πλέον ας μην τον παραδέχεται ο νόμος να μαρτυρήση, εάν δε τρεις φοράς, ας μην επιτρέπεται πλέον εις αυτόν να μαρτυρήση. Εάν δε τολμήση να μαρτυρήση, αφού εξελέγχθη τρεις φοράς, ας τον καταγγέλλη όστις θέλει εις την αρχήν, η δε αρχή ας τον παραδώση εις το δικαστήριον και, αν χάση την δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου.
Όσων δε αι μαρτυρίαι εξελεγχθούν ότι ήσαν ψευδείς και νομισθή ότι συνετέλεσαν εις την νίκην του ενάγοντος, εάν αι περισσότεραι του ημίσεος των τοιούτων μαρτυριών εξελεγχθούν, τότε να αναθεωρηθή η δίκη, να γίνη δε αμφισβήτησις και απόφασις αν εκρίθη συμφώνως με αυτάς ή όχι η δίκη, και, όπως κριθή, τοιούτον τέλος ας λάβουν αι προηγούμεναι δίκαι.
Εάν δε υπάρχουν πολλά αγαθά εις τον βίον των ανθρώπων, εις τα περισσότερα από αυτά εδόθησαν κάποιαι κατάραι, αι οποίαι μολύνουν και λερώνουν αυτά. Ομοίως λοιπόν και η δίκη διά τους ανθρώπους πώς δεν είναι καλή, αφού αυτή εξημέρωσε όλα τα ανθρώπινα πράγματα; Αφού δε αυτή είναι καλή, πώς δεν θα είναι καλόν και να συνηγορούμεν; Αυτά λοιπόν, ενώ είναι τοιαύτα, τα εσυκοφάντησε κάποια κακή τέχνη κρυπτομένη οπίσω από καλόν όνομα, η οποία λέγει πρώτον μεν ότι υπάρχει κάποια μέθοδος διά τας δίκας, και συνίσταται εις το να δικάζεται και να συνηγορή χάριν άλλου και να ημπορή να κερδίζη, είτε δικαίως είτε αδίκως έγινε η δικαζομένη υπόθεσις, παρέχεται δε αυτή η μέθοδος και οι λόγοι της μεθόδου, όταν κανείς δώση ως αμοιβήν χρήματα. Αυτή λοιπόν είτε είναι κάποια τέχνη είτε άτεχνος εμπειρία, κυρίως μεν πρέπει να μη βλαστήση εις την πόλιν μας, αφού όμως ο νομοθέτης ζητεί υπακοήν και όχι να εναντιώνεται κανείς εις την δικαιοσύνην, πρέπει να φύγη εις άλλην χώραν. Και αν μεν υπακούση τότε ο νόμος σιωπά, εάν όμως δεν υπακούση, τότε ο νόμος φωνάζει τα εξής: Αν κανείς προσπαθή να διαστρέψη την δύναμιν της δικαιοσύνης εις τας ψυχάς των δικαστών αντιθέτως και παρακαίρως να συχνοδικάζεται ή να συνηγορή, ας τον καταγγέλλη ο βουλόμενος ως καταχραστή της δίκης ή της συνηγορίας, και ας δικασθή εις το δικαστήριον των εκλεκτών, εάν δε χάση την δίκην, ας ορίση το δικαστήριον αν νομίζει ότι το κάμνει από φιλαργυρίαν ή από φιλοδικίαν, και, αν μεν το κάμνη από φιλοδικίαν, τότε να ορίση το δικαστήριον πόσον καιρόν δεν πρέπει να εγκαλέση αυτός εις δίκην ούτε να συνηγορήση, εάν δε από φιλαργυρίαν, εάν μεν είναι ξένος, να φύγη από την χώραν και να μην επιστρέψη ποτέ, ειδεμή να τιμωρήται διά θανάτου, εάν δε είναι πολίτης, ας θανατωθή, διότι με παν μέσον προτιμά την φιλαργυρίαν. Και πάλιν, εάν κανείς κριθή ότι έκαμε δύο φοράς το ίδιον από φιλοδικίαν, ας θανατωθή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν κανείς ως δήθεν αποστελλόμενος πρέσβυς ή κήρυξ κάμη ψευδοπρεσβείαν προς καμμίαν πόλιν, ή πραγματικώς αποστελλόμενος δεν ανακοινώνη τας αληθινάς προτάσεις διά τας οποίας στέλλεται, ή αντιστρόφως αποδειχθή ότι τας προτάσεις των εχθρών ή των φίλων δεν τας ανακοινώνει ορθώς εις την πατρίδα, ας γίνουν καταγγελίαι εναντίον των τοιούτων, διότι εις του Ερμού και του Διός τας αγγελίας και τας διαταγάς ασεβούν παρανόμως, ας ορίσουν δε και τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν, εάν καταδικασθούν.
Η κλοπή των χρημάτων είναι δουλοπρεπής, η δε αρπαγή είναι αδιαντροπία. Από δε τους υιούς του Διός κανείς δεν έκαμε κανέν από αυτά τα δύο ούτε εις τους δόλους ευχαριστούμενος ούτε εις την βίαν. Λοιπόν κανείς ας μη παρασύρεται από τους ποιητάς ούτε από άλλους μυθολόγους να σφάλλη ως προς αυτά, και ας μη νομίζη κλέπτων και εκβιάζων ότι δεν κάμνει κανέν κακόν πράγμα, αφού το ίδιον το οποίον κάμνουν οι θεοί. Διότι αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε λογικόν, αλλά όστις κάμνει κανέν τοιούτον παρανόμως, αυτός δεν είναι ούτε θεός ούτε υιός θεού ποτέ. Αυτά δε μάλλον ο νομοθέτης είναι πιθανόν να τα γνωρίζη παρά οι ποιηταί, όσοι και αν είναι. Όστις λοιπόν πιστεύση εις τον λόγον μας ευτυχεί και θα ευτυχή διά παντός, όστις δε δεν πιστεύση, τότε πλέον ας είναι ένοχος εις τον εξής νόμον. Εάν κανείς κλέπτη δημόσιον πράγμα ή μέγα ή μικρόν, την ιδίαν τιμωρίαν οφείλει να υποστή. Διότι και ο κλέπτων το μικρόν ως προς το πάθος μεν είναι ο ίδιος, έκλεψεν όμως με δύναμιν ολιγωτέραν, επίσης δε και ο μετακινών το μεγαλείτερον μέρος πράγματος, το οποίον δεν ετοποθέτησε ο ίδιος, είναι ως να λάβη το όλον. Ο νόμος λοιπόν δεν κρίνει κανένα από τους δύο άξιον ολιγωτέρας τιμωρίας αναλόγως του μεγέθους του κλαπέντος, αλλά μόνον εάν άλλος μεν είναι ακόμη ευκολοθεράπευτος, άλλος δε αθεράπευτος. Και λοιπόν ο ξένος ο ανήκων εις το δημόσιον ή ο δούλος, όταν αποδειχθή εις το δικαστήριον ότι έκλεψε, επειδή κατά πάσαν πιθανότητα ανήκει εις τους ευκολοθεραπεύτους, ας γίνη απόφασις τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Τον πολίτην όμως, αφού ανετράφη καθώς θα έχη ανατραφή, όταν αποδειχθή ότι ληστεύει ή εκβιάζει την πατρίδα του, είτε επ' αυτοφώρω είτε όχι, σχεδόν ως αθεράπευτον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν διά θανάτου.
Ως προς δε τας εκστρατείας είναι ορθόν να δοθούν πολλαί συμβουλαί και να τεθούν πολλοί νόμοι, το κυριώτερον δε είναι να μην αφεθή κανείς ανεξάρτητος ούτε άρρην, ούτε θήλυς, ούτε να αποκτήση κανενός η ψυχή την συνήθειαν να κάμνη κάτι μόνος του, αλλά και εις πάντα πόλεμον και εν καιρώ ειρήνης να ζη ατενίζων πάντοτε προς τον αρχηγόν και ακολουθών αυτόν, και να διοικήται και εις τα μικρότερα ζητήματα από εκείνον, λόγου χάριν να στέκεται όταν διαταχθή, και να προχωρή και να γυμνάζεται και να λούεται, και να τρώγη και να εξυπνά την νύκτα διά τας φρουράς και τα συνθήματα, και μέσα εις τους κινδύνους κανείς ποτε· ούτε να καταδιώκη κανένα ούτε να υποχωρή εις άλλον χωρίς να το δηλώσουν οι άρχοντες, και με μίαν λέξιν να διδάξη την ψυχήν του διά της συνηθείας, ότι το να κάμη κάτι ανεξαρτήτως των άλλων δεν πρέπει ούτε να το γνωρίζη ούτε να ημπορή καθόλου, αλλά πρέπει να είναι ομοιόμορφος και κοινός ο βίος όσον το δυνατόν δι' όλους. Διότι άλλο από αυτό δεν υπάρχει ούτε ημπορεί να υπάρξη ανώτερον, ούτε καλλίτερον, ούτε τεχνικώτερον διά την σωτηρίαν και νίκην εν καιρώ πολέμου. Εις τούτο δε πρέπει και εν καιρώ ειρήνης να γυμνάζεται ο καθείς από την παιδικήν του ηλικίαν, δηλαδή να εξουσιάζη άλλους και να εξουσιάζεται από άλλους. Την δε αναρχίαν πρέπει να την εξορίσωμεν από την ζωήν όλων των ανθρώπων και όλων των ζώων των υπαγομένων εις τους ανθρώπους.
Μάλιστα δε και όλους τους χορούς πρέπει να τους χορεύουν αποβλέποντες εις τας πολεμικάς ανδραγαθίας και να επιδιώκουν τελείαν ευκολίαν και ευχέρειαν χάριν του ιδίου σκοπού. Εξ άλλου δε να υφίστανται καρτερήσεις φαγητών και ποτών και κακοκαιριών και των αντιθέτων και κλίνης σκληράς, και το σπουδαιότερον, να μη καταστρέφουν την δύναμιν της κεφαλής και των ποδών με ξένα περικαλύμματα χάνοντες την φύτρωσιν και αύξησιν των φυσικών πιλημάτων και υποδημάτων. Διότι αυτά τα δύο, επειδή είναι ακρωτήρια του σώματος, εάν μεν διαφυλάττωνται, διατηρούν την μεγαλειτέραν δύναμιν όλου του σώματος και το αντίθετον αντιθέτως, και οι μεν πόδες είναι το υπηρετικώτερον μέλος του όλου σώματος, η δε κεφαλή το κυριαρχικώτερον, διότι περιέχει εκ φύσεως όλας τας πρωτοστατούσας εις αυτό αισθήσεις. Αυτήν λοιπόν την προτροπήν νομίζομεν ότι πρέπει να ακούη ο νέος ως προς τον πολεμικόν βίον, νόμους δε τους εξής.
Να εκστρατεύουν όλοι οι εκστρατεύσιμοι ή έχοντες καμμίαν υπηρεσίαν. Εάν δε κανείς αφήση την τάξιν του από ανανδρίαν χωρίς την άδειαν των στρατηγών, να εγκαλήται ως λιποτάκτης εμπρός εις τους πολεμικούς άρχοντας, όταν επιστρέφουν από το στρατόπεδον, αυτούς δε να δικάζουν χωριστά τα διάφορα σώματα, δηλαδή τους οπλίτας, τους ιππείς και όλων των άλλων πολεμικών σωμάτων επίσης, και να εγκαλούνται οι μεν οπλίται εμπρός εις τους οπλίτας, οι δε ιππείς εμπρός εις τους ιππείς και όλοι εν γένει εις τους ομοίους των. Εάν δε κανείς καταδικασθή, τότε να είναι αποφασισμένον δι' αυτόν να μη συναγωνισθή ποτέ διά την υπερτάτην ανδραγαθίαν, ούτε να καταγγείλη άλλον ως λιποτάκτην ούτε να υβρίση άλλον διά τοιούτον ζήτημα, εκτός δε τούτου να ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.
Κατόπιν δε, αφού δικασθούν αι υποθέσεις περί λιποταξίας, πάλιν να συνεδριάσουν οι άρχοντες εκάστου σώματος, να κρίνεται δε ως προς την ανδραγαθίαν όστις θέλει ενώπιον του σώματος εις ό ανήκει, χωρίς να παρουσιάση τίποτε περί άλλου προηγουμένου πολέμου ούτε σημείον αποδεικτικόν ούτε πιστοποίησιν των λόγων του από μάρτυρας, αλλά μόνον διά την τότε γενομένην εκστρατείαν, το δε βραβείον δι' έκαστον να είναι στέφανος από κλάδον ελαίας. Αυτόν δε όστις θέλει ας τον αφιερώση εις τα προσκυνήματα των πολεμικών θεών με επιγραφήν, διά να υπάρχη ως μαρτυρία περί της απονομής των πρώτων βραβείων εις όλην του την ζωήν και των δευτέρων και των τρίτων.
Εάν δε εκστρατεύση κανείς, αλλά χωρίς να τον οδηγήσουν οι αρχηγοί του εις την κατοικίαν του επιστρέψη αυτός πριν συμπληρωθή ο καιρός του, να υπάρχη εναντίον του καταγγελία λιποταξίας, εμπρός εις τους ιδίους άρχοντας, καθώς και διά τους προηγουμένους λιποτάκτας, και, αν καταδικασθούν, ας υποστούν τας ιδίας τιμωρίας.
Βεβαίως όμως πρέπει εις πάσαν καταγγελίαν, την οποίαν ενεργεί έκαστος εναντίον άλλου, να προσέχη να μη του επιβάλη ανάρμοστον τιμωρίαν, ούτε εκουσίως ούτε ακουσίως όσον είναι δυνατόν. Διότι η δικαιοσύνη λέγεται παρθένος αιδήμων και πολύ ορθά λέγεται, το δε ψεύδος είναι μισητόν εις την αιδώ και την δίκην φυσικώ τω λόγω. Πρέπει λοιπόν και εις όλα τα άλλα να προσέχωμεν μήπως σφάλλωμεν, προ πάντων όμως προκειμένου περί απορρίψεως των όπλων εν καιρώ πολέμου, πρέπει να προσέχωμεν μη τυχόν κανείς κάμη λάθος διά τας υποχρεωτικάς απορρίψεις και θεωρήση αυτάς ονειδιστικώς ως ατιμωτικάς και αναξίως επιβάλη τιμωρίαν εις αναξιοπαθή.
Και βεβαίως δεν είναι εύκολον να ορισθή το καθέν από αυτά, ο νόμος όμως οφείλει οπωσδήποτε να προσπαθήση να ορίση τας λεπτομερείας. Λοιπόν ας μεταχειρισθώμεν ένα μύθον και ας υποθέσωμεν ότι μετεφέρετο αναπνέων ακόμη ο Πάτροκλος εις την σκηνήν του χωρίς όπλα, καθώς βεβαίως συνέπεσε εις πλείστους, εκείνα δε τα προηγούμενά του όπλα, τα οποία λέγει ο ποιητής (1) ότι εδόθησαν από τους θεούς εις τον Πηλέα ως προιξ εις τον γάμον του με την Θέτιν, τα εκράτει ο Έκτωρ, τότε άραγε θα επετρέπετο εις όλους τους τότε κακούς να ονειδίζουν τον υιόν του Μενοιτίου διά την απόρριψιν των όπλων; Ακόμη δε και όσοι άλλοι ερρίφθησαν εις κρημνούς και έχασαν τα όπλα των, ή μέσα εις την θάλασσαν, ή από κακοκαιρίαν αποκλεισθέντες εις έν μέρος από την εξαφνικήν πλημμύραν πολλών ρευμάτων, ή όσα άλλα παρόμοια θα ημπορούσε κανείς να απαριθμήση, διά να παραστήση ως ευπρόσωπον έν κακόν ευκόλως συκοφαντούμενον. Λοιπόν είναι ανάγκη να χωρίσωμεν όσον το δυνατόν το μεγαλείτερον και το χειρότερον κακόν από το ελαφρότερον. Από τας λέξεις λοιπόν σχεδόν παριστά αυτήν την διαφοράν η ονειδιστική απόδοσις των σχετικών επιθέτων. Δηλαδή δεν είναι δίκαιον έκαστος να λέγεται ρίψασπις, αλλά αφωπλισμένος.
Διότι βεβαίως δεν είναι εξ ίσου ρίψασπις όστις την ασπίδα εστερήθη με μίαν εύλογον βίαν και όστις εκουσίως την έρριψε, αλλ' υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά. Λοιπόν ας λέγη το εξής ο νόμος: Όταν προφθασθή κανείς από τους εχθρούς και ενώ έχει όπλα δεν στρέφη και δεν τους αποκρούη, αλλά εκουσίως τα παραιτήση ή τα ρίψη προτιμών την ατιμωτικήν ζωήν μάλλον με την φυγήν παρά τον καλόν και ευτυχή θάνατον της ανδρείας, διά την τοιαύτην απόρριψιν των όπλων ας καταγγελθή, αλλά ο δικαστής, όταν δικάζη, ας λησμονή να έχη υπ' όψει του την προηγουμένην. Διότι ο άνανδρος πρέπει πάντοτε να τιμωρήται, διά να γίνη καλλίτερος, όχι όμως ο δυστυχής. Διότι δεν ωφελείται τίποτε. Και λοιπόν ποία τιμωρία είναι κατάλληλος δι' αυτόν που παρήτησε την τοιαύτην αποκρουστικήν δύναμιν των όπλων και κατήντησε εις το αντίθετον; Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να τον μεταβάλη εις το αντίθετον, καθώς λέγουν ότι έκαμε κάποτε ο θεός, ο οποίος τον Καινέα τον Θεσσαλόν από γυναίκα τον μετέβαλε και του έδωκε ανδρικήν φύσιν. Διότι βεβαίως δι' ένα ρίψασπιν θα ήτο κατάλληλος τιμωρία από όλας εκείνη η μεταβολή εις το αντίθετον της φύσεως του, δηλαδή η μεταβολή αυτού από άνδρα εις γυναίκα. Τόρα όμως πρέπει, εφόσον παρόμοιόν τι δύναται να επινοηθή υπό έποψιν φιλοζωίας, διά να μη κινδυνεύη πλέον εις την ζωήν του, αλλά να ζη όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον μέσα εις ανυπόφορον ατίμωσιν, να υπάρχη ο εξής νόμος διά τους τοιούτους: Όστις καταδικασθή ως ρίψας τα όπλα του ατίμως, αυτόν ούτε κανείς στρατηγός ούτε άλλος πολεμικός αρχηγός ας μη τον χρησιμοποιήση ας άνδρα στρατιώτην ούτε να τον κατατάξη εις οποιανδήποτε τάξιν, ειδεμή εις την λογοδοσίαν του να επιβάλλουν εις αυτόν το πρόστιμον οι τιμηταί, δηλαδή, εάν μεν ο κατατάξας τον άνανδρον ανήκη εις τα πρώτον τίμημα, χιλίας δραχμάς, εάν δε εις το δεύτερον πέντε μνας, εάν δε εις το τρίτον τρεις μνας, εάν δε εις το τέταρτον, μίαν μναν. Όστις δε χάση την υπόθεσιν εκτός της απομακρύνσεώς του από τους ανδροπρεπείς κινδύνους, ας πληρώση αποζημιώσιν αναλόγως της καταστάσεώς του, δηλαδή χιλίας δραχμάς, αν ανήκη εις το πρώτον τίμημα, πέντε δε μνας, αν ανήκη εις το δεύτερον, τρεις, αν ανήκη εις το τρίτον, και μίαν καθώς οι προηγούμενοι, αν ανήκη εις το τέταρτον.
Αλλά τόρα περί λογοδοσίας των πρώην αρχόντων ποίος λόγος θα ήτο εις ημάς ορθός και δι' όσους εκλέγονται διά κλήρου επί έν έτος και διά εκλεγομένους διά περισσότερα έτη και κατά προτίμησιν; Δηλαδή δι' αυτούς ποίος είναι κατάλληλος τιμητής, αν τυχόν κανείς καμφθείς από το βάρος έπραξε κάτι τι παράνομον, και από ανεπάρκειαν προς την σπουδαιότητα του αξιώματός του; Βεβαίως δεν είναι διόλου εύκολον να εύρωμεν άρχοντα των αρχόντων υπέροχον εις την αρετήν, αλλ' όμως πρέπει να προσπαθήσωμεν να εύρωμεν μερικούς τιμητάς.
Λοιπόν το εξής συμβαίνει· υπάρχουν πολλαί περιστάσεις αποσυνθέσεως της πολιτείας, ως συμβαίνει εις τα μέρη κανενός πλοίου ή ζώου, τα οποία τα ονομάζομεν υποστηρίγματα και υποζώματα και τένοντας των νεύρων, και είναι όλα της ιδίας φύσεως σκορπισμένα εις πολλά μέρη με διάφορα ονόματα. Λοιπόν αυτή η περίστασις προ πάντων είναι η σπουδαιοτέρα, είτε διά να σωθή η πολιτεία είτε και να καταστραφή αποσυνθετομένη. Δηλαδή, αν μεν οι εξελέγχοντες τους άρχοντας είναι ανώτεροι από εκείνους, και μάλιστα με δικαιοσύνην άμεμπτον και αμέπτως, τότε ολόκληρος η χώρα και η πόλις ακμάζει και ευτυχεί. Εάν όμως εκτελούνται διαφορετικαί αι λογοδοσίαι των αρχόντων, τότε αποσυντίθεται η συνδέουσα τα πάντα εις έν δικαιοσύνη και όλαι αι αρχαί διασπώνται η μία από την άλλην, και χωρίς να τείνουν πλέον εις κοινόν σκοπόν, μεταβάλλουν την μίαν πόλιν εις πολλάς, και με τους πολλούς φατριασμούς ταχέως την καταστρέφουν. Διά τούτο λοιπόν οι τιμηταί πρέπει ασφαλώς να είναι αξιοθαύμαστοι εις όλας τας αρετάς.
Λοιπόν ας επινοήσωμεν τον εξής τρόπον προς καταρτισμόν αυτών· έκαστον έτος με τας θερινάς τροπάς του ηλίου πρέπει να συγκαλήται ολόκληρος η πόλις εις τον ναόν του Ηλίου και του Απόλλωνος, διά να εκλέξουν χάριν του θεού μεταξύ των τρεις άνδρας όποιον έκαστος θεωρεί καθ' όλα ενάρετον εκτός του ατόμου του, με ηλικίαν όχι κατωτέραν των πενήντα ετών. Από όλους δε τους πλειονοψηφούντας να εκλέξουν τους μισούς, εάν είναι άρτιοι όλοι, εάν δε είναι περιττοί, να αφαιρέσουν ένα, τον έχοντα ολιγωτέρας ψήφους, και ούτω πως να μείνουν κατά μέρος οι μισοί αποχωριζόμενοι διά του μικροτέρου αριθμού των ψήφων των. Εάν δε μερικοί έχουν ίσας ψήφους και μεγαλώνουν τον μισόν αριθμόν, να αφαιρεθούν οι πλεονάζοντες διαγραφόμενοι λόγω της νεαρωτέρας των ηλικίας, τους δε άλλους τους εγκριθέντας να τους υποβάλουν εις νέαν ψηφοφορίαν έως ότου να μείνουν τρεις με ανίσους ψήφους. Εάν όμως ή εις τους τρεις ή εις τους δύο συγκεντρωθούν ίσαι ψήφοι, ας εμπιστευθούν εις την καλήν τύχην και μοίραν και ας ορίσουν με κλήρον τον πρώτον νικητήν και τον δεύτερον και τον τρίτον και ας τους στεφανώσουν με κλάδον ελαίας, και αφού αποδώσουν εις όλους αυτούς τας ανωτάτας τιμάς να κηρύξουν ότι η πόλις των Μαγνητών, η οποία επέτυχε πάλιν την σωτηρίαν της με θέλημα θεού, αναγορεύουσα τρεις άνδρας τους καλλιτέρους εκ των πολιτών των χάριν του Ηλίου τους αφιερώνει κατά την αρχαίαν συνήθειαν ως κορυφαίους πολίτας εις τον Απόλλωνα και τον Ήλιον, δι' όσον χρόνον φαίνονται άξιοι της εκλογής.
Αυτοί δε το μεν πρώτον έτος να εκλέξουν δώδεκα τιμητάς, οι οποίοι θα διατηρούνται μέχρι του εβδομηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας των. Κατόπιν δε ας προστίθενται πλέον κατ' έτος μόνον τρεις. Αυτοί ας διαιρέσουν όλα τα αξιώματα εις δώδεκα μέρη και ας μεταχειρισθούν οποιαδήποτε φιλελεύθερα μέσα ελέγχου, διά να τους εξελέγξουν. Ας κατοικούν δε κατά το διάστημα των εξελέγξεων εις τον ναόν του Απόλλωνος και του Ηλίου, όπου εξελέγησαν. Και άλλοτε μεν ο καθείς χωριστά, άλλοτε δε ομού αποφασίζοντες ας αποφανθούν διά τους πρώην άρχοντας της πόλεως, καταθέτοντες γραπτώς εις την αγοράν την έκθεσιν της διαχειρίσεως εκάστου, τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν συμφώνως με την εξέλεγξιν των τιμητών. Όποιος δε άρχων δεν παραδέχεται ότι εκρίθη δικαίως ας εγκαλέση τους τιμητάς εμπρός εις τους εκλεκτούς δικαστάς, και αν μεν αθωωθή από τας αποφάσεις των τιμητών, τότε ας καταγγείλη ο ίδιος τους τιμητάς, αν θέλη, και, αν χάση την δίκην, τότε, εάν μεν ήτο καταδικασμένος εις θάνατον, ας αποθάνη απλώς, αφού δεν ημπορεί να γίνη τίποτε περισσότερον, διά τα άλλα όμως πρόστιμα όσα είναι δυνατόν να πληρώση το διπλάσιον, ας πληρώση.
Πρέπει όμως να ακούση κανείς και ποίαι θα είναι αι εξελέγξεις αυτών των τιμητών και κατά ποίον τρόπον. Λοιπόν ενόσω ζουν αυτοί οι οποίοι έλαβαν από όλην την πόλιν τας ανωτάτας τιμάς, ας έχουν την πρωτοκαθεδρίαν εις όλας τας πανηγύρεις, έπειτα διά τας πανελληνίους θυσίας και τα θεάματα και όλας τας άλλας τελετάς ας στέλλουν από αυτούς τους αρχηγούς εκάστης αποστολής, και μόνον αυτοί από όλους τους πολίτας να είναι στολισμένοι με στέφανον δάφνης· όλοι δε να είναι ιερείς του Απόλλωνος και του Ηλίου, τον δε θεωρηθέντα ως πρώτον από τους ιερείς εκείνου του έτους να τον αναγορεύσουν αρχιερέα και το όνομα αυτού να καταγράφεται κατ' έτος, διά να χρησιμεύη προς ορισμόν της χρονολογίας, ενόσω υφίσταται η πόλις. Μετά δε τον θάνατόν των να τελούνται εκθέσεις του σώματός των και κηδείαι και τάφοι εξαιρετικοί από όλους τους άλλους πολίτας. Να έχουν ολόκληρον την στολήν λευκήν, και να κηδεύονται εντελώς χωρίς δάκρυα και θρήνους. Χορός δε από δεκαπέντε παιδιά και από άλλας τόσας κόρας να περικυκλώνη την κλίνην και να ψάλλουν ως ύμνον έν εγκώμιον εις τους ιερείς έκαστος χορός, και να τον μακαρίζουν με το άσμα ολόκληρον την ημέραν. Την δε αυγήν να φέρουν εις το μνήμα το φέρετρόν του εκατόν νέοι του γυμναστηρίου, όποιους προτιμήσουν οι συγγενείς του αποθανόντος, πρώτοι δε να προπορεύωνται οι άγαμοι φέροντες έκαστος την πολεμικήν στολήν, οι μεν ιππείς με τους ίππους, οι δε οπλίται με τα όπλα και οι άλλοι ομοίως, οι δε παίδες αμέσως εμπρός από το φέρετρον να ψάλλουν το πατροπαράδοτον μέλος, και αι κόραι να έρχωνται ευθύς κατόπιν και όσαι γυναίκες είναι απηλλαγμέναι πλέον από την τεκνοποιίαν, κατόπιν δε αυτών να ακολουθούν οι ιερείς και αι ιέρειαι ως εις καθαράν ταφήν, εάν και η γνώμη της Πυθίας είναι σύμφωνος εις τούτο, και αν ακόμη από τας άλλας κηδείας αποκλείωνται, ο δε τάφος των να κτισθή εις το βάθος της γης ως θόλος μακρός από εκλεκτούς λίθους και όσον το δυνατόν άφθαρτος, έχων από τα δύο μέρη θυρίδας παραλλήλους. Εκεί λοιπόν ας ενταφιάσουν αυτόν τον αξιομακάριστον άνθρωπον και αφού ολόγυρα υψώσουν το χώμα ας φυτεύσουν δάσος από δένδρα εκτός της μιας πλευράς, διά να ημπορέση να αυξάνη ο τάφος εις όλον τον μέλλοντα χρόνον αν χρειάζωνται τάφον οι ενταφιαζόμενοι. Έκαστον δε έτος να γίνεται προς τιμήν των αγών μουσικής και γυμναστικής και ιππασίας. Αυταί λοιπόν είναι αι τιμαί διά τους αθωωθέντας εις την λογοδοσίαν.
Εάν όμως κανείς από αυτούς βασιζόμενος εις την εκλογήν του αποδείξη την ανθρωπίνην φύσιν του και φανή κακός κατόπιν της κρίσεώς του, ας διατάττη ο νόμος τον θέλοντα να εγκαλέση αυτόν, η δε δίκη ας γίνεται εις το δικαστήριον κατά τον εξής τρόπον. Πρώτον μεν οι νομοφύλακες ας είναι μέλη τούτου του δικαστηρίου, έπειτα οι ζώντες συνάδελφοί του, ακόμη δε και το δικαστήριον των εκλεκτών. Όστις δε κατηγορή ας λέγη διά τον κατηγορούμενον ότι ο δείνα και ο δείνα είναι ανάξιος της αρχής. Και, εάν μεν ο κατηγορούμενος καταδικασθή, ας στερηθή το αξίωμα και του ενταφιασμού και των άλλων τιμών, αι οποίαι ωρίσθησαν δι' αυτόν, εάν δε ο κατήγορος δεν λάβη το έν πέμπτον των ψήφων, ας πληρώση δώδεκα μεν μνας, αν ανήκη εις το ανώτατον τίμημα, οκτώ δε, αν ανήκη εις το δεύτερον, έξ δε, αν ανήκη εις το τρίτον, και αν εις το τέταρτον, δύο.
Είναι όμως να θαυμάζη κανείς με το λεγόμενον σύστημα του Ραδαμάνθυος ως προς την επιβολήν των τιμωριών, ότι πραγματικώς αυτός ενόησε ότι οι τότε άνθρωποι καθαρά ενόμιζαν τον εαυτόν τους ως θεόν, και πολύ ορθά, αφού την εποχήν εκείνην οι περισσότεροι κατήγοντο εκ θεών, μεταξύ δ' αυτών είς ήτο και ούτος, καθώς τουλάχιστον λέγει η παράδοσις. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν εσκέπτετο να αναθέση εις κανένα άνθρωπον να αναγνωρισθή δικαστής, αλλά μόνον εις τους θεούς, και δι' αυτό θα εγίνοντο συντόμως αι δίκαι κατ' αυτόν. Δηλαδή δίδων κανείς δι' όλα τα φιλονικούμενα ζητήματα όρκον εις τους διαφιλονικούντας απηλλάττετο ταχέως και ασφαλώς. Τόρα πλέον όμως, αφού, νομίζω, πολλοί άνθρωποι απολύτως δεν πιστεύουν εις τους θεούς, άλλοι δε νομίζουν ότι ούτοι δεν φροντίζουν δι' ημάς, η δε γνώμη μάλιστα των περισσοτέρων και των χειροτέρων είναι ότι δέχονται μικράς θυσίας και κολακείας και συντελούν εις την από κοινού στέρησιν πολλών χρημάτων και σώζουν από μεγάλας ζημίας πολλάκις, τόρα πλέον λοιπόν εις τους σημερινούς ανθρώπους ίσως δεν είναι κατάλληλος διά τας δίκας η μέθοδος του Ραδαμάνθυος. Λοιπόν αφού αι ιδέαι περί θεών μετεβλήθησαν εις τους ανθρώπους, πρέπει να μεταβάλωμεν και τους νόμους.
Δηλαδή την ημέραν της δίκης ο νοήμων νομοθέτης πρέπει να εξαιρή τους όρκους των αντιδίκων, και όστις εγκαλεί κάποιον εις δίκην να γράφη μεν τας καταγγελίας του, αλλά να μη τας επικυρώνη δι' όρκων, ομοίως δε και ο εγκαλούμενος να γράφη χωρίς όρκον την άρνησίν του και να την παραδίδη εις τους άρχοντας. Διότι βεβαίως είναι φρίκη, αφού γίνουν πολλαί δίκαι εις την πόλιν, να γνωρίζη πλέον κανείς τελείως ότι σχεδόν οι μισοί πολίται είναι επίορκοι, ενώ με αφέλειαν σχετίζονται ο είς τον άλλον και εις τα συσσίτια και εις τας άλλας συναναστροφάς και εις τας ιδιωτικάς συναντήσεις των.
Λοιπόν ο νόμος ας ορίζη ότι ο δικαστής, όστις μέλλει να δικάση, πρέπει να ορκισθή, επίσης δε και όταν πρόκειται να αναγορεύση τους άρχοντας ενόρκως ή διά προκλήσεως ψηφοφορίας, πάντοτε πρέπει να ορκίζεται, όταν συλλέγη τας ψήφους από τους βωμούς. Επίσης πάλιν και ο κρίνων τους χορούς και εις όλα τα μουσικά είδη και τα γυμναστικά και ιππευτικά αγωνίσματα και οι βραβευταί όλων, όσα δεν δίδουν κέρδος κατά την ανθρωπίνην αντίληψιν εις τον επίορκον. Δι' όσα όμως ο αρνούμενος και ο επίορκος είναι φανερόν ότι έχει μέγα κέρδος, εις αυτά πρέπει να δικάζωνται χωρίς όρκους όλοι όσοι εγκαλούνται μεταξύ των. Και γενικώς εις την δίκην οι πρόεδροι δεν πρέπει να επιτρέπουν εις κανένα ούτε να ομνύη, διά να γίνη πιστευτός, ούτε να βλασφημή τον εαυτόν του και την γενεάν του ούτε να καταφεύγη εις εξευτελιστικάς παρακλήσεις και μυρολόγια γυναικεία, αλλά διαρκώς να διαφωτίζη και να προσέχη να ακούση το δίκαιον, ειδεμή, ως να έφυγε από το θέμα του λόγου, οι άρχοντες να τον ανακαλούν να ομιλή εντός της υποθέσεως.
Ο ξένος δε να επιτρέπεται, καθώς τόρα, να δέχεται όρκον από τον ξένον, εάν θέλη, και να δίδη με κύρος. Διότι αυτοί δεν θα γηράσουν μαζί μέσα εις την πόλιν ούτε κτίζουν την φωλεάν των συνήθως, ώστε να αφήσουν εις αυτήν ως συντρόφους άλλους ομοίους των αντικαταστάτας. Και διά την εκτέλεσιν δε των δικών μεταξύ των ο ίδιος τρόπος να ισχύη, οσάκις πρόκειται περί απειθείας εις την πόλιν ενός ελευθέρου χωρίς να είναι άξιος ούτε ραβδισμών ούτε θανάτου. Διά δε την απουσίαν από τους χορούς και τας πομπάς ή από άλλας παρομοίας κοινάς διακοσμήσεις και τελετάς, όσαι γίνονται εις τας ειρηνικάς θυσίας ή εις πολεμικάς συνεισφοράς, εις όλα αυτά πρωτίστως πρέπει να είναι υποχρεωτικόν το πρόστιμον, δι' όσας δεν πείθονται, οι διορισθέντες από την πόλιν και τους νόμους ας εισπράττουν αυτά διά λήψεως ενεχύρων, όταν δε δεν έρχωνται να λάβουν τα ενέχυρα οπίσω, να πωλούνται αυτά, και το αντίτιμον να περιέρχεται εις την πόλιν. Εάν δε χρειάζωνται μεγαλίτερον πρόστιμον, τότε εκάστη αρχή να επιβάλλη εις τους απειθούντας το κατάλληλον πρόστιμον, και να τον εγκαλούν εις το δικαστήριον έως ότου να δεχθή να εκτελέση την διαταγήν των.
Αλλά η πόλις η οποία δεν εκμεταλλεύεται παρά μόνον τα προϊόντα της γης ούτε εμπορεύεται, πρέπει να σκεφθή τι πρέπει να κάμη ως προς τας περιηγήσεις των κατοίκων της έξω από την χώραν, και ως προς την υποδοχήν των ξένων από άλλους τόπους. Πρέπει λοιπόν ο νομοθέτης ως προς αυτά να τους συμβουλεύση και να τους καταπείση όσον είναι δυνατόν. Εδόθη δε εκ φύσεως η επιμιξία των πόλεων να συγχωνεύη όλων των ειδών ήθη με τους ξένους οι οποίοι φέρουν νεωτερισμούς εις τους γνωρίμους των. Αυτό λοιπόν εις μεν τους έχοντας καλόν πολίτευμα με ορθούς νόμους ημπορεί να προξενήση την μεγαλιτέραν βλάβην που υπάρχει, εις δε τας περισσοτέρας πόλεις, επειδή δεν έχουν διόλου καλούς νόμους, δεν βλάπτει διόλου να συμφύρωνται δεχόμενοι μεταξύ των πολιτών των ξένους και οι ίδιοι επισκεπτόμενοι άλλας πόλεις, όταν επιθυμήση κανείς να ξενιτευθή οπουδήποτε και οπόταν θέλη, είτε νέος είτε γεροντότερος.
Εξ άλλου όμως το να μη δεχώμεθα περιηγητάς ούτε οι ίδιοι να περιηγούμεθα άλλους τόπους πρώτον μεν είναι απολύτως αδύνατον, αλλ' εκτός τούτου θα εφαίνετο άγριον και σκληρόν εις τους άλλους ανθρώπους, δηλαδή να εφαρμόζωμεν πράγμα του οποίου και το όνομα είναι απαίσιον, την ξενηλασίαν, και τρόπους αυταρέσκους, καθώς εκείνοι θα ενόμιζαν.
Δεν πρέπει δε να δίδη κανείς μικράν σημασίαν εις το να φαίνεται αγαθός (2) εις τους άλλους ή να μη φαίνεται. Διότι δεν είναι τόσον ανίκανοι να κρίνουν τους άλλους οι πονηροί και κακοί, όσον πλανώνται εις την απόκτησιν της αρετής οι περισσότεροι. Αλλά κάποια θεία ευστοχία υπάρχει και εις την ψυχήν των κακών, ώστε πάρα πολλοί και από τους υπερβολικά κακούς εις την συζήτησίν των καλώς διακρίνουν με την γνώμην των τους καλλιτέρους ανθρώπους από τους χειροτέρους. Διά τούτο είναι καλή η προτροπή, εις πολλάς πόλεις να προτιμούν οι πολίται την καλήν υπόληψιν του λαού. Διότι το ορθότερον και το σπουδαιότερον είναι, όταν είναι κανείς πραγματικώς αγαθός, τότε να επιδιώκη τον ευδόκιμον βίον, όχι όμως αν δεν είναι, τουλάχιστον όστις θέλει να γίνη τέλειος άνθρωπος. Και ακριβώς εις την συνοικιζομένην πόλιν της Κρήτης είναι πρέπον να προσπαθήση αύτη να αποκτήση φήμην από τα άλλα έθνη όσον το δυνατόν ωραιοτέραν και καλλιτέραν ως προς την αρετήν, υπάρχει δε μεγάλη ελπίς καθ' όλα τα φαινόμενα, εάν έλθουν τα πράγματα ευνοϊκά, να την ιδή ο ήλιος και οι άλλοι θεοί μίαν από τας σπανίως ευνομουμένας πόλεις και χώρας.
Το εξής λοιπόν πρέπει να γίνη ως προς τας περιηγήσεις άλλων χωρών και τόπων και της υποδοχής ξένων. Πρώτον μεν εις τον έχοντα ηλικίαν κατωτέραν των σαράντα ετών ας μην επιτρέπεται να περιοδεύση ποτέ εις κανέν μέρος. Έπειτα ιδιωτικώς ας μη επιτρέπεται εις κανένα, αλλά μόνον δημοσίως εις τους κήρυκας, ή τους πρέσβεις ή τας αποστολάς. Τας δε πολεμικάς και στρατιωτικάς εξόδους δεν πρέπει να τας κατατάσσωμεν εις τας πολιτικάς περιηγήσεις, διότι δεν ανήκουν εις αυτάς. Εις δε τους Δελφούς χάριν του Απόλλωνος και εις την Ολυμπίαν χάριν του Διός και εις την Νεμέαν και εις τον Ισθμόν πρέπει να στέλλωμεν αντιπροσώπους, διά να λάβουν μέρος εις τας θυσίας και εις τους αγώνας τους αφιερωμένους εις αυτούς τους θεούς. Να στέλλωμεν δε όσον το δυνατόν περισσοτέρους και καλλιτέρους, ώστε αυτοί να συντελέσουν να φαίνεται η πόλις όσον το δυνατόν ένδοξος διά τας ιεράς και ειρηνικάς επιμιξίας, αντιστρόφως προς την επίδειξιν της πολεμικής των προπαρασκευής· όταν δε έλθουν εις την πατρίδα, θα διδάξουν τους νέους, ότι είναι κατώτεροι οι νόμοι των άλλων ως προς το πολίτευμα.
Ως αποστολήν δε πρέπει πάλιν να στέλλουν οι νομοφύλακες τοιούτου είδους περίπου: Εάν μερικοί πολίται επιθυμούν να μελετήσουν τα πράγματα των ξένων μερών από περίσσευμα σχόλης, κανείς νόμος ας μη τους εμποδίζη. Διότι, αν είναι άπειρος η πόλις των κακών και των αγαθών, με το να μείνη ακοινώνητος, ούτε θα ημπορέση ποτε να γίνη όσον πρέπει ήμερος και τελεία, ούτε πάλιν να διατηρήση τους νόμους της χωρίς να τους δεχθή με την νοημοσύνην και όχι απλώς με τα έθιμα. Διότι μέσα εις τα πλήθη υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι κάπως θείοι, όχι πολλοί, άξιοι όμως γνωριμίας όσον φαντασθή κανείς, και αυτοί αναφαίνονται όχι περισσότερον εις τας ευνόμους πόλεις παρ' όσον εις τας μη ευνόμους. Αυτούς δε πρέπει να τους εξιχνιάση όστις είναι κάτοικος των ευνόμων πόλεων περιηγούμενος γην και θάλασσαν, και να ερευνά αυτούς, οι οποίοι είναι αδιάφθοτοι, και όσοι μεν νόμοι εις τον τόπον των είναι καλοί, να τους επιβεβαιώση, τους δε άλλους να τους διορθώση, εάν κανείς παραλείπεται. Διότι άνευ της τοιαύτης αποστολής και ερεύνης δεν στερεώνεται ποτέ τελείως η πόλις, επίσης δε και όταν γίνεται κακώς η αποστολή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς ημπορούν λοιπόν να γίνουν αυτά και τα δύο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού πώς. Πρώτον μεν αυτός που θα χρησιμεύση ως αποστολή ας είναι άνω των πενήντα ετών. Έπειτα ας είναι από τους διακριθέντας και εις όλα τα άλλα και προ πάντων εις τον πόλεμον, αφού πρόκειται να δώση υπόδειγμα των νομοφυλάκων μας εις τας άλλας πόλεις. Όταν όμως υπερβή το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του, ας μην εκτελή αποστολήν. Αφού δε περιηγηθή όσα έτη θελήση από τα δέκα και επιστρέψη εις την πατρίδα, ας παρουσιαστή εις το σωματείον των εποπτών των νόμων. Αυτό δε ας είναι ανάμικτον από νέους και γεροντοτέρους, και ας συγκεντρώνονται ούτοι κάθε ημέραν υποχρεωτικώς από την αυγήν έως την δύσιν του ηλίου. Και πρώτον μεν οι ιερείς οι οποίοι έλαβαν βραβεία, έπειτα δέκα εκ των νομοφυλάκων, οι εκάστοτε γεροντότεροι, έπειτα ο γενικός επιμελητής της εκπαιδεύσεως και ο νέος και οι πρώην κατέχοντες αυτό το αξίωμα, έκαστος δε από αυτούς όχι μόνος, αλλά ας παρακολουθήται από ένα νέον από τριάντα ετών έως σαράντα — οποιοσδήποτε αρέσει εις αυτόν. Η δε συνέλευσις αυτών ας συζητή πάντοτε περί νόμων και της ιδικής των πόλεως και περί οποιασδήποτε ήθελεν έχουν άλλης καμμίας ενδιαφερούσης πληροφορίας και προ πάντων περί των μαθημάτων, πόσα φαίνονται συμφέροντα εις αυτήν την σύσκεψιν, ώστε, εάν μεν τα μάθουν οι πολίται, να είναι ευσεβέστεροι αν όμως δεν τα μάθουν, τότε να τους φαίνωνται σκοτεινοί και ασαφείς οι νόμοι.
Όσα δε από αυτά εγκρίνουν οι γεροντότεροι, αυτά να μανθάνουν οι νεώτεροι με όλην των την προθυμίαν. Εάν δε κανείς από τους προσκληθέντας φαίνεται ότι είναι ανάξιος, τότε ολόκληρος η συνέλευσις να κατακρίνη τον προσκαλέσαντα αυτόν. Τους δε διακρινομένους από αυτούς τους νέους να τους προσέχη η άλλη πόλις υπερβολικά και να τους παρακολουθή, και αν μεν πράττουν ορθά να τους τιμά, εάν όμως γίνουν χειρότεροι από τους άλλους πολίτας, να τους εξευτελίζη περισσότερον από άλλους.
Εις αυτήν λοιπόν την συνέλευσιν ας παρουσιασθή αμέσως όστις επεθεώρησε τους νόμους των άλλων πόλεων, όταν επιστρέψη, και αν ευρήκε εις κανέν έθνος καμμίαν πληροφορίαν περί νομοθεσίας ή εκπαιδεύσεως ή ανατροφής είτε ο ίδιος αντελήφθη τίποτε, να τα ανακοινώση εις την συνέλευσιν όλην. Και αν μεν φανή ότι επέστρεψε όχι διόλου χειρότερος ούτε όμως και καλλίτερος, ας επαινήται τουλάχιστον διά την μεγάλην του προθυμίαν εάν δε επέστρεψε πολύ καλλίτερος, ας επαινήται περισσότερον ενόσω ζη, και όταν αποθάνη ας του αποδίδη τας αναλόγους τιμάς του σωματείου η συνέλευσις. Εάν όμως φανή ότι επέστρεψε διεφθαρμένος, ας μην τον πλησιάζη κανείς ούτε νέος ούτε γεροντότερος, διότι προσποιείται ότι είναι σοφός.
Και εάν μεν υπακούη εις τους άρχοντας, ας ζη ως ιδιώτης, ειδεμή ας θανατωθή, εάν βεβαίως προηγουμένως καταδικασθή δικαστικώς ότι παρεκτρέπεται ως προς την εκπαίδευσιν και τους νόμους. Εάν δε, ενώ είναι πρέπον να προσκληθή εις τα δικαστήρια, δεν τον εγκαλή κανείς από τους άρχοντας, ας αποδοθή όνειδος εις τους άρχοντας, κατά την απονομήν των βραβείων. Όστις λοιπόν ξενιτεύεται με αυτόν τον τρόπον και είναι τοιούτος, ας ταξιδεύση. Έπειτα δε πρέπει να υποδεχώμεθα τον επισκεπτόμενον την πόλιν μας. Και λοιπόν περί τεσσάρων ειδών ξένων πρέπει να ομιλήσωμεν εδώ. Το πρώτον είδος είναι πάντοτε θερινοί επισκέπται καθώς τα διαβατικά πτηνά, και από αυτούς οι περισσότεροι κυριολεκτικώς, καθώς πετούν μέσον θαλάσσης προς χάριν χρηματισμού είναι εμπορευόμενοι και μεταπηδούν κατά την καλοκαιρινήν περίοδον εις τας άλλας πόλεις. Αυτούς δε πρέπει να τους υποδέχωνται εις την αγοράν και τον λιμένα και τα δημόσια οικοδομήματα έξω από τα τείχη της πόλεως και πλησίον εις αυτά οι ωρισμένοι άρχοντες, προσέχοντες μήπως είναι παράνομος κανείς από αυτούς τους ξένους, και απονέμοντες εις αυτούς ορθώς την δικαιοσύνην σχετιζόμενοι αυτούς όσον το δυνατόν ολίγον διά τα απολύτως αναγκαία.
Το δεύτερον είδος είναι οι αληθινοί θεαταί όλων των θεαμάτων και ακροαταί όλων των μουσικών ακροαμάτων. Δι' όλους λοιπόν τους τοιούτους πρέπει να υπάρχουν καταλύματα πλησίον των προσκυνημάτων ευτρεπισμένα προς υποδοχήν των ξένων. Αυτούς δε τους ιδίους πρέπει να τους επιμελούνται και να τους περιποιούνται οι ιερείς και οι επίτροποι των ναών, έως ότου να συμπληρωθή κατάλληλος χρόνος της διαμονής, και αφού ιδούν και ακούσουν όλα εκείνα, διά τα οποία ήλθον, να αναχωρήσουν χωρίς να κάμουν ή να πάθουν κανέν κακόν. Δικασταί δε δι' αυτούς να είναι οι ιερείς, αν κανείς αδική κανένα από αυτούς ή από αυτούς κανείς αδική άλλον, εφ' όσον το αδίκημα είναι κατώτερον των πενήντα δραχμών. Εάν δε εγερθή εναντίον αυτών μεγαλιτέρα καταγγελία, οι τοιούτοι πρέπει να δικάζωνται εμπρός εις τους αγορανόμους.
Τρίτον είδος ξένων, τους οποίους πρέπει να υποδεχώμεθα δημοσίως, είναι όσοι έρχονται από άλλην χώραν διά κάποιαν δημοσίαν υπόθεσιν, τους οποίους πρέπει να υποδέχωνται μόνον οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι και οι ταξίαρχοι, την δε επιμέλειαν περί αυτών ας αναλάβη μαζί με τους πρυτάνεις μόνον εκείνος, ο οποίος φιλοξενεί τον ξένον εις την οικίαν του.
Το τέταρτον δε είδος είναι μεν σπάνιον αλλά αν τύχη κάποτε να έλθη κανείς, όστις αποτελεί τον αντίποδα των ερχομένων εις την πόλιν μας θεατών εξ άλλης χώρας, πρώτον μεν να μην είναι ηλικίας κατωτέρας των πενήντα ετών, συνάμα δε να έχη την απαίτησιν να ιδή κάτι τι εις ταις άλλας πόλεις, υπέροχον διά την καλλονήν του, ή και να δείξη ο ίδιος ομοίως εις άλλην πόλιν. Και λοιπόν ας πηγαίνη χωρίς εντολήν οποιοσδήποτε ως τοιούτος εις τας θύρας των πλουσίων και των σοφών, αν είναι και αυτός παρόμοιος. Λόγου χάριν ας υπάγη εις την οικίαν του επιμελητού της όλης εκπαιδεύσεως ως ξένος έχων πολλήν πεποίθησιν εις τον τοιούτον ξένον, ή εις την οικίαν κανενός νικηφόρου εις την αρετήν. Σχετισθείς δε μαζί με αυτούς και άλλα διδάξας εις αυτούς, άλλα δε μαθών από αυτούς, ας κατευοδωθή ως φίλος από φίλους τιμηθείς με τα ανάλογα δώρα και τας τιμάς. Με αυτούς λοιπόν τους νόμους πρέπει μία πόλις να υποδέχεται όλους τους ξένους και τας ξένας των άλλων χωρών και να αποστέλλη τους ιδικούς της, τιμώσα τον ξένιον Δία, και ας μη κάμνη ξενηλασίας από τας τραπέζας και τας θυσίας, καθώς κάμνουν τα θρέμματα του Νείλου, ούτε με αγρίας προκηρύξεις.
Όστις δίδει εγγύησιν δι' άλλον, ας εκτελή αυτήν φανερά ομολογών γραπτώς όλην την πράξιν του και ενώπιον μαρτύρων όχι ολιγωτέρων των τριών, διά ποσά κατώτερα των χιλίων δραχμών, διά δε τα μεγαλίτερα ποσά όχι εις ολιγωτέρους των πέντε μαρτύρων. Βεβαίως δε και όστις πωλεί εν ονόματι άλλου είναι εγγυητής αυτού, εάν πωλή όχι νομίμως ή δεν είναι αξιόπιστος. Ας υπόκειται δε εις δίκην και όστις επώλησε αντί άλλου, καθώς και όστις δι' εαυτόν επώλησε.
Όστις δε θέλει να κάμη κατ' οίκον έρευναν εις την οικίαν οποιουδήποτε, ας ερευνήση, αφού γυμνωθή και μείνη με μόνον τον χιτωνίσκον χωρίς ζώνην και αφού ορκισθή προηγουμένως εις τους νομίμους θεούς ότι πράγματι ελπίζει να εύρη το απολεσθέν. Εκείνος δε ας παραχωρήση την οικίαν του και ας του επιτρέψη να ερευνήση και τα σφραγισμένα και τα ασφράγιστα. Εάν δε δεν επιτρέψη κανείς εις τον θέλοντα να κάμη έρευναν, να τον εγκαλέση ο εμποδιζόμενος, αφού ορίση την αξίαν του ζητουμένου, όστις δε καταδικασθή, ας πληρώση το διπλάσιον της ορισθείσης βλάβης. Εάν δε τύχη να είναι εις ταξίδι ο οικοδεσπότης, τα μεν ασφράγιστα ας τα παραχωρήσουν οι ένοικοι προς έρευναν, τα δε σφραγισμένα ας τα διπλοσφραγίση ο ερευνών και ας τοποθετήση επί πέντε ημέρας φύλακα όποιον θέλει, εάν δε απουσιάση περισσότερον καιρόν ο οικοδεσπότης, τότε αυτός ας παραλάβη τους αστυνόνους και ας ερευνήση και τα σφραγισμένα λύων αυτά, κατόπιν δε πάλιν ας τα σφραγίση καθώς ήτο μαζί με τους αστυνόμους και τους οικιακούς.
Διά τα αμφισβητούμενα πρέπει να υπάρχη προθεσμία, πέραν της οποίας από τον κατέχοντα κάτι δεν επιτρέπεται να το διαφιλονικήση άλλος. Και διά μεν τα οικόπεδα και τας κατοικίας εδώ δεν υπάρχει αμφισβήτησις. Από δε τα άλλα, οτιδήποτε κατέχει κανείς, εάν μεν είναι γνωστός εις το προάστιον και την αγοράν και τα προσκυνήματα ότι το μεταχειρίζεται και κανείς δεν το κατάσχει, λέγει όμως ότι το ζητεί εις αυτό το διάστημα, ενώ ο πρώτος είναι φανερός ότι δεν το κρύπτει, τότε, εάν περάση ολόκληρον έτος που το έχει ο πρώτος και το ζητεί ο δεύτερος, ας μη επιτρέπεται να κατάσχη τοιούτον κτήμα κανείς, αφού περάση το έτος. Εάν δε δεν το χρησιμοποιή εις το προάστιον και την αγοράν φανερά, αλλά μόνον εις τους αγρούς, και δεν τον επιτύχη κανείς εντός πέντε ετών, αφού περάσουν τα πέντε έτη, ας μη επιτρέπεται πλέον εις τον άλλον να κατάσχη αυτό. Εάν δε το μεταχειρίζεται εις την οικίαν του και εντός της πόλεως, ας είναι τριετής η προθεσμία, εάν δε το κατέχη κρυπτώς εις τους αγρούς, ας είναι η προθεσμία δέκα ετών, εάν δε το έχη ταξιδεύων αλλού, τότε οποιονδήποτε χρόνον το ανακαλύψη κανείς ας μην υπάρχη προθεσμία της κατασχέσεως.
Εάν δε κανείς εμποδίση διά της βίας άλλον να παρουσιασθή εις την δίκην είτε τον ίδιον τον ενάγοντα είτε τους μάρτυρας, εάν μεν αυτός είναι δούλος είτε ιδικός του είτε ξένος, να μείνη ανεκτέλεστος και άκυρος η δίκη, εάν δε είναι ελεύθερος εκτός του ανεκτελέστου να δεθή επί έν έτος και να υπόκειται εις δίκην υποδουλώσεως από τον βουλόμενον.
Εάν δε κανείς εμποδίζη διά της βίας ένα ανταγωνιστήν του είτε της γυμναστικής είτε της μουσικής είτε κανενός άλλου αγωνίσματος ώστε να μη παρουσιασθή, ας το δηλώση όστις θέλει εις τους αθλοθέτας, εκείνοι δε ας αφήσουν ελεύθερον εις τον αγώνα τον θέλοντα να αγωνισθή. Εάν όμως δεν το κατορθώσουν, τότε, εάν μεν νικήση όστις εμποδίζει, να δώση και τα βραβεία εις τον εμποδισθέντα και τούτον να αναγράψουν νικητήν εις τα προσκυνήματα εις τα οποία θέλει, εις δε τον εμποδίσαντα ας μη επιτραπή να γίνη καμμία αφιέρωσις ούτε επιγραφή διά τον τοιούτον αγώνα, ας υπόκειται δε εις δίκην βλάβης είτε νικάται εις τους αγώνας είτε νικήση. Εάν κανείς δέχεται ως κλεπταποδόχος οποιονδήποτε κλοπιμαίον, ας υποστή την ιδίαν δίκην με τον κλέπτην. Διά δε τον αποκρύπτονται ένα εξόριστον η τιμωρία ας είναι θάνατος.
Τους ιδίους φίλους ή και εχθρούς ας έχη έκαστος με όλην την πόλιν. Εάν δε κανείς ιδιαιτέρως συνάπτη με κάποιους ειρήνην ή πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν του κοινού, ας είναι θάνατος η ποινή αυτού. Εάν δε καμμία μερίς πολιτών συνάπτη ιδιαιτέρως με κάποιον ειρήνην ή πόλεμον τους πρωταιτίους αυτής της πράξεως ας τους εγκαλέσουν οι στρατηγοί εις το δικαστήριον, όστις δε καταδικασθή ας τιμωρηθή διά θανάτου.
Όσοι προσφέρουν καμμίαν υπηρεσίαν εις την πατρίδα πρέπει να την εκτελούν χωρίς να δέχωνται δώρα, δεν επιτρέπεται δε καμμία πρόφασις ούτε λόγος ελαφρυντικός ότι διά τα αγαθά μεν πρέπει να δέχωνται δώρα, διά τα μηδαμινά όμως όχι. Διότι δεν είναι εύκολος η διάγνωσις ούτε η συγκράτησις μετά την διάγνωσιν. Το δε ασφαλέστερον είναι να πείθεται έκαστος εις τους νόμους και να μη εκτελή καμμίαν υπηρεσίαν χάριν δώρων. Όστις δε δεν υπακούση γενικώς ας θανατωθή, όταν αποδειχθή δικαστικώς.
Ως προς δε την συνεισφοράν χρημάτων εις το δημόσιον πρέπει διά πολλούς λόγους έκαστος να έχη εκτιμημένην την περιουσίαν του και το ετήσιον εισόδημά του να δίδη εγγράφως εις τους αγρονόμους της φυλής του, ώστε, αφού υπάρχουν δύο ειδών εισφοραί, να ημπορή το δημόσιον να χρησιμοποιή όποιαν θέλει, διά συσκέψεως καθ' έκαστον έτος, δηλαδή είτε αναλόγως του όλου τιμήματος, είτε του παραχθέντος κατά το έτος εκείνο εισοδήματος χωριστά από τα συνεισφερόμενα διά τα συσσίτια.
Πας όστις είναι μετρίας θέσεως άνθρωπος πρέπει να προσφέρη μέτρια αφιερώματα εις τους θεούς. Και βεβαίως η γη και η εστία της κατοικίας είναι ιερά μέρη εις όλους δι' όλους τους θεούς. Λοιπόν κανείς ας μη αφιερώνη δεύτερα αφιερώματα εις τους θεούς, ο δε χρυσός και ο άργυρος είναι περιζήτητον απόκτημα εις τας άλλας πόλεις και ιδιωτικώς και εις τα προσκυνήματα, το δε ελεφαντόδοντον, αφού προέρχεται από σώμα, το οποίον εγκατέλειψε η ψυχή, δεν είναι ευλαβές αφιέρωμα, ο δε σίδηρος και ο χαλκός είναι πολεμικά όργανα. Από μονοκόμματον δε ξύλον ας αφιερώνη έκαστος ό,τι θέλει, και από μάρμαρον επίσης εις τα κοινά προσκυνήματα. Ύφασμα δε όχι περισσότερον από όσον υφαίνει μία γυνή εις ένα μήνα. Τα δε λευκά χρώματα και εις άλλα μέρη αρμόζουν διά τους θεούς και προ πάντων εις τα υφάσματα. Τα δε χρώματα να μη τα μεταχειρίζωνται παρά εις τα πολεμικά κοσμήματα· θεοπρεπέστερα δε δώρα είναι τα πτηνά και τα αγάλματα, όσα ημπορεί να αποτελειώση ο τεχνίτης εις μίαν ημέραν. Και τα άλλα δε αφιερώματα ας είναι σύμφωνα με αυτά.
Αφού δε επεριγράψαμεν τα τμήματα όλης της πόλεως και είπαμεν πόσα και ποία πρέπει να είναι, και αφού εξεθέσαμεν τους νόμους περί των κυριωτέρων συναλλαγών όσον ήτο δυνατόν, τόρα πλέον ίσως είναι ανάγκη να ορισθούν αι δίκαι. Και λοιπόν των δικαστηρίων οι μεν πρώτοι δικασταί πρέπει να είναι κατ' εκλογήν, όσους εκλέξουν από κοινού ο εναγόμενος και ο ενάγων, εις τους οποίους αρμόζει μάλλον το όνομα διαιτηταί παρά δικασταί. Δεύτεροι δε πρέπει να είναι οι συγχωριανοί και φυλέται, χωριζόμενοι εις δώδεκα τμήματα, εμπρός εις τους οποίους, αν δεν τελειώσουν την δίκην εμπρός εις τους πρώτους, ας εμφανισθούν να δικαστούν διά μεγαλιτέρας ζημίας, ο δε εναγόμενος, εάν νικηθή και δευτέραν φοράν, ας πληρώση το πέμπτον μέρος του ορισθέντος προστίμου. Εάν δε κανείς κατηγορή τους δικαστάς και θέλη να δικασθή και τρίτην φοράν, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τους εκλεκτούς δικαστάς, εάν δε νικηθή και πάλιν, ας πληρώση το ενάμισυ του όλου προστίμου. Εάν δε ο ενάγων νικηθή εις τα πρώτα δικαστήρια και δεν ησυχάζη, αλλά προχωρή εις το δεύτερον, τότε, εάν, μεν νικήση, ας κερδίση το πέμπτον μέρος, εάν όμως νικηθή, ας πληρώση το ίδιον μέρος της δικαστικής αποφάσεως. Εάν δε παρουσιασθούν εις το τρίτον δικαστήριον μη συμμορφούμενοι με τας προηγουμένας δικαστικάς αποφάσεις, τότε ο μεν εναγόμενος, εάν νικηθή, καθώς είπαμεν, ας πληρώνη το ενάμισυ του προστίμου, ο δε ενάγων το ήμισυ.
Περί δε των διά κλήρου εκλογών των δικαστών και των συμπληρώσεων αυτών και των εγκαταστάσεων εκάστου άρχοντος εις την υπηρεσίαν, πότε πρέπει να γίνωνται, όλα αυτά και περί των διαψηφίσεων και των αναβολών και δι' όλα όσα είναι επόμενον να συμβαίνουν εις τας δίκας και την σειράν των προηγουμένων και τον κατόπιν ακουομένων και την υποχρέωσιν της αποκρίσεως και των αντιμολιών και όλων όσα είναι σχετικά με αυτόν, ωμιλήσαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά το ορθόν είναι καλόν να λέγεται και δύο και τρεις φοράς. Όλα δε όσα είναι μικρά και εύκολα νόμιμα, εάν τα παρέλειψε ο παλαιός νομοθέτης, πρέπει να τα συμπληρώση ο νέος νομοθέτης.
Και τα μεν ιδιωτικά δικαστήρια, αν κανονισθούν ούτω πως, θα είναι πολύ καλά. Διά δε τα δημόσια και κοινά και όσα πρέπει να χρησιμοποιούν αι αρχαί, διά να εκτελούν τα καθήκοντά των, υπάρχουν εις πολλάς πόλεις όχι άσχημα νομοθετήματα σεβαστών ανδρών, από τα οποία πρέπει οι νομοφύλακες να συλλέγουν και συναρμόζουν τα αρμόζοντα εις την σήμερον δημιουργουμένην πολιτείαν και να τα διορθώνουν, εξελέγχοντες αυτά διά της πείρας των, έως ότου να θεωρηθούν αυτά ότι έλαβαν αρκετήν τελειοποίησιν, τότε δε να δώσουν εις αυτά τέλος και αφού δώσουν εις αυτά την σφραγίδα της μονιμότητος, να τα μεταχειρίζωνται εις όλην των την ζωήν.
Όσα δε περιστρέφονται εις την εχεμυθίαν των δικαστών και την διάκρισίν των και το αντίθετον και όσα έχουν παραλλαγήν από τα περισσότερα δίκαια και αγαθά, που ισχύουν εις τας άλλας πόλεις, άλλα μεν ελέχθησαν, άλλα δε θα λεχθούν ακόμη προς το τέλος. Συμφώνως δε με όλα αυτά ο μέλλων δικαστής πρέπει να είναι ίσος, εξετάζων καθώς είναι δίκαιον, και να τελειοποιήται δε αποκτών τα περί τούτων συγγράμματα. Διότι από όλα τα μαθήματα σπουδαιότερα διά την βελτίωσιν του ατόμου του είναι τα κείμενα των νόμων, εάν νομοθετηθούν ορθώς, ειδεμή εις μάτην έχει όνομα συγγενές με τον νουν ο θείος και αξιοθαύμαστός μας νόμος. (3) Και μάλιστα και δι' όλους τους άλλους λόγους όσοι είτε εγράφησαν εις ποιήματα ως έπαινοι και κατακρίσεις προσώπων είτε εις το πεζόν, είτε γραπτώς, είτε εις τας καθημερινάς συναναστροφάς συζητούνται πεισματωδώς ή και κάποτε με αδικαιολογήτους υποχωρήσεις, δι' όλα αυτά ως έλεγχος καθαρός ημπορούν να χρησιμεύσουν τα συγγράμματα του νομοθέτου. Αυτά λοιπόν πρέπει να αποκτήση διά τον εαυτόν του ως αλεξιφάρμακα διά τους άλλους λόγους ο αγαθός δικαστής και να διορθώση και τον εαυτόν του και την πόλιν, προετοιμάζων διά μεν τους αγαθούς μονιμότητα και αύξησιν του δικαίου, διά δε τους κακούς εξ αμαθείας ή ακολασίας ή δειλίας και γενικώς πάσης αδικίας όσον το δυνατόν μεταβολήν, εφ' όσον είναι ευκολοθεράπευται αι κακαί ιδέαι των. Εις όσους όμως η κακία είναι όντως συνυφασμένη με την ψυχήν των, ας παρέχουν ούτοι ως θεραπείαν της τοιαύτης ψυχικής των καταστάσεως τον θάνατον, και τότε, καθώς είναι δίκαιον να το επαναλάβωμεν πολλάκις, θα γίνουν άξιοι επαίνου δικασταί και αρχηγοί των δικαστών από όλην την πόλιν.
Όταν δε αι δίκαι όλου του έτους εκδικασθούν τελείως, εις την εφαρμογήν αυτών πρέπει να χρησιμεύσουν οι εξής νόμοι.
Πρώτον μεν η δικαστική αρχή ας αποδώση όλα τα χρήματα του καταδικασθέντος εις τον κερδίσαντα την δίκην, εκτός εκείνων, τα οποία είναι απαραίτητα κτήματά του, αμέσως μετά την ψηφοφορίαν από τον κήρυκα εις επήκοον των δικαστών. Όταν δε παρέλθη ο μην ο ακολουθών τους δικασίμους μήνας, εάν κανείς δεν κανονίζεται με τον κερδίσαντα εκουσίως προς εκούσιον, τότε ας επέμβη η δικάσασα αρχή υπέρ του κερδίσαντος και ας αποδώση εις αυτόν τα χρήματα του καταδικασθέντος. Εάν δε δεν υπάρχουν χρήματα διά να λάβουν και ελλείπη όχι ολιγώτερον μιας δραχμής, ούτε εις τον οφείλοντα να μη επιτρέπεται να εγείρη αγωγήν εναντίον άλλου πριν να πληρώση ολόκληρον το χρέος του εις τον κερδίσαντα. Άλλοι όμως εναντίον αυτού επιτρέπεται να εγείρουν αγωγήν.
Εάν δε κανείς, αφού καταδικασθή, δεν αναγνωρίζη τους καταδικάσαντας αυτόν άρχοντας, ας τον καταγγέλλουν εις το δικαστήριον των νομοφυλάκων οι αδίκως μη αναγνωριζόμενοι, εάν δε καταδικασθή εις αυτήν την δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου ως βλάπτων όλην την πόλιν.
Και τόρα λοιπόν πας άνθρωπος γεννηθείς και ανατραφείς και γεννήσας και αναθρέψας τέκνα και εκτελέσας ορθώς συναλλαγάς, και δώσας δίκην εις κάποιον, εάν τον είχε αδικήσει, και λαβών από άλλον, αφού γηράση ακολουθών τους νόμους καθώς είναι ο προορισμός του, έπεται ότι θα φθάση κατά φύσιν εις το τέλος του. Λοιπόν ως προς τους γεννήσαντας τέκνα, είτε ανήρ είτε γυνή ο γενήσας, όσα μεν θεία νόμιμα πρέπει να εκτελεσθούν εις τους υποχθονίους και εις τους άνω θεούς ταύτα δικαιούνται να υποδείξουν οι ερμηνευταί. Οι δε τάφοι να μη τοποθετούνται εις κανένα από τους καλλιεργησίμους αγρούς, ούτε ως μέγα ούτε ως μικρόν μνημείον, όσα δε μέρη δεν έχουν άλλον προορισμόν παρά κυρίως να δεχθούν τα σώματα των αποθανόντων χωρίς ζημίαν των ζώντων, αυτά πρέπει να κατέχουν οι τάφοι. Όσα όμως προωρίσθη η γη να τα παράγη διά τους ανθρώπους, αυτά ας μην τα αποστερή κανείς από αυτούς ούτε ενόσω ζη ούτε αφού αποθάνη. Ο δε τύμβος ας μην αποτελή όγκον υψηλότερον από το έργον πέντε ανδρών, εργαζομένων επί πέντε ημέρας. Αι δε μαρμάριναι στήλαι να μη γίνωνται μεγαλίτεραι από όσον δύνανται να χωρέσουν τα εγκώμια του βίου του αποθανόντος, τα οποία να μην είναι περισσότερα από τέσσαρας ηρωικούς εξαμέτρους στίχους. Αι δε εκθέσεις των νεκρών εντός της οικίας να μη διαρκούν περισσότερον χρόνον από όσον χρειάζεται, διά να εξακριβωθή αν είναι νεκροφάνεια ή αληθής θάνατος. Και ημπορεί σχεδόν συμφώνως με την ανθρωπίνην φύσιν να γίνη την τρίτην ημέραν η εκφορά του νεκρού προς ενταφιασμόν.
Πρέπει δε έκαστος να πείθεται εις τον νομοθέτην και εις τα άλλα και όταν λέγη ότι η ψυχή έχει απόλυτον υπεροχήν από το σώμα, και ότι εις αυτόν τον βίον μας μόνη η ψυχή και ουδέν άλλο μας παρέχει οτιδήποτε, τα δε σώμα παρακολουθεί έκαστον από ημάς ως σκιά, και πολύ καλώς λέγεται, επί των αποθανόντων ότι είναι είδωλα τα σώματα των νεκρών, ο δε αληθής εαυτός μας είναι πραγματικώς αθάνατος και ονομάζεται ψυχή, και απέρχεται εις άλλους θεούς, διά να δώση λόγον, καθώς λέγει ο πατροπαράδοτος νόμος, ο οποίος διά μεν τον αγαθόν είναι εύελπις, διά δε τον κακόν πολύ τρομερός, και δι' αυτόν δεν υπάρχει μετά θάνατον μεγάλη βοήθεια. Διότι, όταν έζη, έπρεπε να τον βοηθήσουν όλοι οι συγγενείς του, διά να ζήση όσον το δυνατόν δικαιότερος και ευσεβέστερος και διά να είναι μετά θάνατον ατιμώρητος διά τα μεγάλα αμαρτήματά του κατόπιν της επιγείου ζωής.
Αφού δε τα πράγματα είναι τοιαύτα, ποτέ δεν πρέπει να σπαταλά ο ετοιμοθάνατος υπερβολικά την περιουσίαν του, νομίζων ότι το εγώ του είναι αυτός ο θαπτόμενος όγκος των σαρκών, αλλ' ότι εκείνος ο υιός ή ο αδελφός ή οποιοσδήποτε άλλος συγγενής, τον οποίον κανείς ενταφιάζει με θρήνους, αυτός πλέον απήλθε τελειώνων και εκπληρών την μοίραν του, το δε εμπρός του ευρισκόμενον πρέπει να το περιποιηθή εξοδεύων μετρίως ως εις ένα άψυχον βωμόν των υποχθονίων θεών. Το δε μέτριον ημπορεί ο νομοθέτης να το μαντεύση όχι τόσον άσχημα. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος. Δηλαδή, διά μεν το ανώτατον τίμημα τα έξοδα της κηδείας ας μην είναι ανώτερα των πέντε μνων, διά δε το δεύτερον τρεις μναι, διά δε το τρίτον δύο, και μία μνα διά το τέταρτον είναι σωστόν έξοδον.
Οι δε νομοφύλακες και δι' άλλα πολλά πρέπει να φροντίζουν, όχι ολιγώτερον δε δι' αυτά, δηλαδή να έχουν εις όλην των την ζωήν την επιμέλειαν των παίδων και των ανδρών πάσης ηλικίας, και μάλιστα εις τα τέλη εκάστου να επιστατή είς νομοφύλαξ, όποιον παραλάβουν ως επόπτην οι συγγενείς του αποθανόντος, διά τον οποίον ας είναι τιμή ό,τι καλόν γίνεται εις τον αποθανόντα και αίσχος ό,τι δεν είναι καλόν. Η δε έκθεσις και τα παρόμοια ας γίνονται συμφώνως με τον σχετικόν νόμον. Πρέπει όμως ο νομοθέτης να παραχωρήση εις τον πολιτικόν νόμον και τα εξής. Το να επιβάλλη κανείς επιτακτικώς ή να απαγορεύη τα δάκρυα δεν είναι ωραίον, το να θρηνούν όμως και έξω από την οικίαν να ακούωνται ξεφωνητά πρέπει να το απαγορεύση· και να εμποδίζη να μεταφέρεται ο νεκρός ακάλυπτος μέσα εις τας οδούς, και να ομιλούν εις τον νεκρόν, όταν διέρχονται τας οδούς, και να ευρίσκωνται έξω της πόλεως πριν εξημερώση. Αυτοί λοιπόν οι νόμοι ας υπάρχουν δι' αυτά και όστις μεν πείθεται ας είναι απηλλαγμένος πάσης τιμωρίας, όστις όμως απειθεί εις οιονδήποτε νομοφύλακα ας τιμωρηθή από όλους με την εγκρινομένην από αυτούς ποινήν. Όσαι δε άλλαι πράξεις εκτελούνται διά τους αποθανόντας ή διά να ενταφιασθούν ή διά να μείνουν άταφοι, δηλαδή προκειμένου περί πατροκτόνων και ιεροσύλων και όλων των τοιούτων ελέχθησαν εις τα προηγούμενα κεφάλαια διά νόμων, ώστε σχεδόν ημπορεί να λάβη τέλος η νομοθεσία μας.
Όλων δε σχεδόν των πραγμάτων σκοπός δεν είναι να εκτελέσωμεν κάτι ούτε να αποκτήσωμεν ούτε να κατοικήσωμεν εις οικίαν, αλλά να εύρωμεν τελείαν σωτηρίαν διά τον γεννηθέντα διά παντός και τότε πλέον να πιστεύωμεν ότι επράξαμεν το χρέος μας, προηγουμένως δε ότι είναι ατελές και το όλον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Ξένε. Αλλά προς ποίον σκοπόν είπες τόρα πάλιν αυτά εξήγησέ το καλλίτερον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλε Κλεινία, πολλά από τα παλαιά καλώς διεδόθησαν, σχεδόν δε όχι ολιγώτερον και όσα αποδίδονται εις τας Μοίρας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι πρώτον μεν η Λάχεσις, έπειτα η Κλωθώ και τρίτον η Άτροπος η διατηρούσα τα έργα των προηγουμένων, αυτά που παρωμοιάσθησαν με την διατήρησιν των κλωσμένων νημάτων, τα οποία τελειοποιούν την αμετάτρεπτον δύναμιν. Αυτά δε πρέπει και εις την πόλιν και εις την πολιτείαν όχι μόνον υγείαν των σωμάτων να προμηθεύουν, αλλά και ευνομίαν των ψυχών, και περισσότερον ακόμη σωτηρίαν των νόμων. Εις εμέ δε φαίνεται ότι αυτό ακόμη λείπει από τους νόμους, δηλαδή πώς πρέπει να εμφυσηθή εντός αυτών η αμετάτρεπτος δύναμις κατά φύσιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν λέγεις μηδαμινόν πράγμα, αν είναι δυνατόν να ευρεθή τρόπος, διά να δίδεται το τοιούτον εις παν πράγμα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως είναι δυνατόν, καθώς εγώ εννοώ προς το παρόν κάλλιστα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν ας μη το παραμελήσωμεν με κανένα τρόπον, πριν να προμηθεύσωμεν αυτό το ίδιον εις τους εξετασθέντας νόμους. Διότι είναι γελοίον να κοπιάση κανείς εις μάτην δι' οτιδήποτε και να μη το ασφαλίση εις μέρος ασφαλές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ορθά με συμβουλεύεις, και θα με ιδής να είμαι και εγώ άλλος όμοιός σου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά το είπες. Λοιπόν ποία, φρονείς, ημπορεί να υπάρξη ασφάλεια, και με ποίον τρόπον διά την πολιτείαν και τους νόμους μας;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε δεν είπαμεν ότι πρέπει να συγκροτηθή σύλλογος εντός της πόλεως μας τοιούτος κάπως; Δηλαδή δέκα μεν από τους νομοφύλακας οι εκάστοτε γεροντότεροι, όλοι δε οι λαβόντες βραβεία πρέπει να συνέρχωνται εις τον ίδιον χώρον με αυτούς, έπειτα δε οι περιηγηθέντες χάριν ερεύνης, εάν έτυχε να ακούσουν κάτι τι επίκαιρον διά τους νομοφύλακας και επανελθόντες εις την πατρίδα των και εξελεγχθέντες από αυτούς τους ιδίους φανούν άξιοι συμμετοχής εις τον σύλλογον. Έπειτα δε πρέπει ο καθείς να προσλαμβάνη ανά ένα νέον όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάκοντα ετών. Αφού δε πρώτον κρίνη αυτόν τον νέον από την φύσιν του και την ανατροφήν του ως άξιον, τότε να τον παρουσιάση εις τους άλλους, και αν μεν εγκριθή και από αυτούς, να τον προσλάβη, ειδεμή να αποκρυβή η γενομένη κρίσις και από τους άλλους και από τον ίδιον τον απορριφθέντα. Πρέπει δε ο σύλλογος να είναι πρωινός, την ώραν πού υπάρχει σχόλη εις όλους από τας άλλας ιδιωτικάς και κοινάς υποθέσεις. Τοιούτον τι, νομίζω, ελέχθη εις τους προηγουμένους μας λόγους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα, ελέχθη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Περί αυτού λοιπόν του συλλόγου επαναλαμβάνω να είπω το εξής. Εάν αυτόν, φρονώ, τον στερεώση ωσάν άγκυραν της πόλεως, τότε θα έχη όλα τα κατάλληλα μέσα, διά να διασώζη όλα όσα θέλομεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον είναι ιδική μας ευκαιρία, να μη φανώμεν διόλου απρόθυμοι, διά να τα εξηγήσωμεν ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ωμίλησες, και κάμε καθώς σκέπτεσαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πρέπει, φίλε Κλεινία, εις παν πράγμα να φαντασθώμεν τον κατάλληλον σωτήρα, καθώς εις το ζώον επλάσθη κυρίως η ψυχή και η κεφαλή ως το σπουδαιότερον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς αυτό πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως η ικανότης αυτών των δύο παρέχει σωτηρίαν εις παν ζώον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διότι εις την ψυχήν εκτός των άλλων ενυπάρχει και ο νους, εις δε την κεφαλήν πάλιν εκτός των άλλων υπάρχει και η όρασις και η ακοή. Γενικώς δε ο νους συγχωνευθείς και συνενωθείς με τας κυριωτέρας αισθήσεις ίσως ημπορεί πολύ δικαίως να ονομασθή ασφάλεια εκάστου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι πιθανόν τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως είναι πιθανόν. Αλλά ποίας ειδικότητος ο νους εάν συνενωθή με τας αισθήσεις ημπορεί να καταστή ασφάλεια των πλοίων εις κακοκαιρίας και εις καλοκαιρίας; Τάχα εις το πλοίον ο πλοίαρχος και οι ναύται συνενώσαντες τας αισθήσεις των με τον πλοιαρχικόν νουν δεν εξασφαλίζουν τον εαυτόν των και το πλοίον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν χρειάζονται πολλά παραδείγματα διά τα τοιαύτα. Αλλά καθώς εις το στρατόπεδον ας σκεφθώμεν ποίον σκοπόν αν ορίσουν οι στρατηγοί και η ιατρική υπηρεσία θα απέβλεπαν εις την σωτηρίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε δεν επιδιώκει εκείνη μεν νίκην και υποταγήν των εχθρών, η δε τέχνη των ιατρών και των υπηρετών των την απόδοσιν της υγείας εις το σώμα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ο ιατρός, όταν δεν γνωρίζη το σχετικόν με το σώμα, το οποίον προ ολίγου το ωνομάσαμεν υγείαν, ή την νίκην ο στρατηγός ή κανείς από τους άλλους κανέν από όσα είπαμεν, είναι δυνατόν να έχη νουν ως προς αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα ως προς την πόλιν; Εάν κανείς φανή, ότι δεν γνωρίζει τον πολιτικόν σκοπόν, εις τον οποίον πρέπει να προσέχη, άραγε ημπορεί πρώτον μεν να ονομασθή δικαίως άρχων, έπειτα είναι ικανός να ασφαλίση εκείνο, του οποίου τον σκοπόν απολύτως δεν γνωρίζει;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ομοίως λοιπόν και τόρα πρέπει, καθώς φαίνεται, εάν πρόκειται να λάβη τέλος ο συνοικισμός της χώρας μας, να υπάρχη κάτι εντός αυτής, το οποίον να γνωρίζη, πρώτον μεν ως προς αυτό που ωνομάσαμεν σκοπόν, ποίος είναι ο πολιτικός σκοπός μας, έπειτα με ποίον τρόπον πρέπει να λάβη μέρος εις αυτόν, και ποίος συμβουλεύει δι' αυτόν καλώς ή όχι, πρώτον μεν μεταξύ των ιδίων νόμων και έπειτα μεταξύ των ανθρώπων. Εάν όμως μένη καμμία πόλις στερημένη του τοιούτου, τότε διόλου παράδοξον, αφού μείνη ανόητος, και αναίσθητος, να πράξη ό,τι τύχη, εις πάσαν της πράξιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν εις ποίον μέρος ή έργον της πόλεως υπάρχει αρκετά προετοιμασμένον τοιούτος ασφαλιστικός τρόπος; Ημπορούμεν να το ειπούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όχι καθαρά βεβαίως, Ξένε μου, εάν όμως πρόκειται να υποθέτωμεν, νομίζω ότι ο λόγος αυτός υπονοεί τον σύλλογον, διά τον οποίον είπες προ ολίγου ότι πρέπει να συνεδριάζη την νύκτα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ λαμπρά με επρόλαβες, φίλε Κλεινία, και λοιπόν πρέπει αυτός καθώς μας προαγγέλλει ο προηγηθείς λόγος, να έχη όλας τας αρετάς, των οποίων αρχηγός είναι το να μη πλανάται επιδιώκων πολλούς σκοπούς αλλά εις έν μέρος να βλέπη και εις αυτό να διευθύνη όλα του τα βέλη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είμαι συμφωνότατος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν θα μάθωμεν ότι δεν είναι διόλου παράδοξον να πλανώνται όλοι οι νόμοι των πόλεων διατί διαφόρους σκοπούς επιδιώκουν αι νομοθεσίαι των διαφόρων πόλεων. Και κυρίως δεν είναι παράδοξον αν άλλοι μεν θέτουν ως όρον τα δίκαια, διά να κυριαρχήσουν μερικοί εις την πόλιν, είτε είναι καλλίτεροι είτε χειρότεροι από τους άλλους, άλλοι δε να πλουτήσουν, είτε είναι δούλοι άλλων είτε όχι, άλλοι δε την προθυμίαν προς τον ελεύθερον βίον, άλλοι δε και προς δύο συγχρόνως σκοπούς αποβλέπουν νομοθετούντες, δηλαδή πώς να είναι ελεύθεροι και κυρίαρχοι άλλων πόλεων. Άλλοι δε, οι σοφώτεροι, καθώς νομίζουν τον εαυτόν των, όλα αυτά και τα παρόμοια επιδιώκουν, ένα δε εξαιρετικόν σκοπόν δεν είναι ικανοί να δηλώσουν ότι προτιμούν, εις τον οποίον πρέπει να αποβλέπουν όλαι αι άλλαι πράξεις των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν, καλέ Ξένε, δεν ωρίσθη προ πολλού καλώς ο ιδικός μας σκοπός; Δηλαδή προς ένα σκοπόν είπαμεν ότι πρέπει να τείνουν όλοι οι νόμοι μας, αυτό δε εδέχθημεν πολύ ορθώς ότι ονομάζεται αρετή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Την δε αρετήν, νομίζω, την ωρίσαμεν ως αποτελουμένην από τέσσαρα πράγματα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαιότατα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τον δε νουν αρχηγόν όλων αυτών, προς τον οποίον πρέπει να στρέφουν το βλέμμα και όλα μεν τα άλλα πράγματα, αλλά και τα τρία εξ αυτών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ λαμπρά παρακολουθείς, φίλε Κλεινία. Λοιπόν τόρα παρακολούθησέ με και εις τα επίλοιπα. Και λοιπόν είπαμεν ποίον είναι το έν εκείνο, προς το οποίον πρέπει να στρέφη το βλέμμα ο νους ο πλοιαρχικός και ο ιατρικός και ο στρατηγικός. Τόρα δε ευρισκόμεθα εις το σημείον του να εξελέγξωμεν τον πολιτικόν νουν, και ως να είναι πρόσωπον ημπορούμεν να τον ερωτήσωμεν και να ειπούμεν: και συ, αξιοθαύμαστε φίλε, που αποβλέπεις; Ποίον είναι άραγε εκείνο το έν, το οποίον ο μεν ιατρικός νους ημπορεί να το εκφράση σαφώς, συ δε ο οποίος μάλιστα είσαι υπέροχος, καθώς ημπορείς να φρονής, από όλους τους νουνεχείς, δεν θα ημπορέσης να το ειπής; Ή μήπως σεις, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, ημπορείτε εις την θέσιν εκείνου να μου ειπήτε με ακρίβειαν, ποίον είναι άραγε τούτο, καθώς εγώ διά τόσα άλλα σας έδιδα ορισμούς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα, ξένε μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον ημπορείτε να ειπήτε ότι έχετε προθυμίαν να το εννοήσετε αυτό ποίον είναι και πού έγκειται;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πού εννοείς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δηλαδή, όταν είπαμεν ότι υπάρχουν τέσσαρα είδη της αρετής, είναι βεβαίως φανερόν ότι πρέπει να εξετάσωμεν και έκαστον χωριστά, αφού είναι τέσσαρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως όλα αυτά τα ονομάζομεν με έν όνομα, δηλαδή και την ανδρείαν την θεωρούμεν αρετήν και την φρόνησιν αρετήν, και τα άλλα δύο επίσης, διότι φρονούμεν πραγματικώς ότι δεν είναι πολλά, αλλά μόνον αυτό το έν, δηλαδή η αρετή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατά τι μεν διαφέρουν αυτά τα δύο και έλαβαν δύο ονόματα, και κατά τι τα άλλα, δεν είναι δύσκολον να το ειπούμεν. Πώς όμως και εις τα δύο αυτά και εις τα άλλα απεδώσαμεν έν όνομα, δηλ. την αρετήν, αυτό πλέον δεν είναι εύκολον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δύσκολον να εξηγήσω τι εννοώ. Δηλαδή ας μοιρασθώμεν μεταξύ μας την ερώτησιν και την απάντησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς τούτο πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ερώτησέ με πώς θεωρούμεν έν την αρετήν και έπειτα πάλιν τα εθεωρήσαμεν αυτά τα δύο ας δύο, το έν μεν ως ανδρείαν, το άλλο δε ως φρόνησιν. Δηλαδή, θα σου ειπώ την αιτίαν, ότι το πρώτον μεν περιστρέφεται εις τον φόβον, δηλαδή η ανδρεία, της οποίας, συμμετέχουν και τα ζώα και τα ήθη των πολύ νεαρών παιδίων. Διότι η ανδρεία ψυχή υπάρχει χωρίς λογικόν και εκ φύσεως. Εξ άλλου πάλιν χωρίς λογικόν ψυχή φρόνιμος και νουνεχής ούτε υπήρξέ ποτε ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξη, διότι είναι διάφορον πράγμα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν είναι διάφορα πράγματα και δύο, συ το έλαβες από εμέ διά του λόγου. Αλλά τόρα πάλιν πώς είναι έν και το ίδιον, ειπέ συ κατ' ανταπόδοσιν εις εμέ. Έχε υπ' όψει σου δε ότι οφείλεις να ειπής και πώς, ενώ είναι τέσσαρα, είναι έν, και αφού συ δείξης ότι είναι έν απαίτησε από εμέ να ειπώ πώς είναι πάλιν τέσσαρα. Και το σπουδαιότερον ας εξετάσωμεν κατόπιν άραγε, όστις γνωρίζει αρκετά καλά περί ενός ζητήματος, το οποίον έχει μεν και όνομα, αλλά έχει και ορισμόν πρέπει μόνον το όνομα να γνωρίζη, τον δε ορισμόν να τον αγνοή, ή μήπως όστις είναι κάτι, πρέπει να γνωρίζη όλα αυτά περί πραγμάτων τα οποία υπερέχουν εις μέγεθος και κάλλος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται πιθανόν τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν διά τον νομοθέτην και τον νομοφύλακα και διά πάντα φρονούντα ότι είναι υπέροχος εις την αρετήν και έλαβε βραβεία δι' όλα αυτά, υπάρχει κανέν άλλο πράγμα σπουδαιότερον από την ανδρείαν, σωφροσύνην, δικαιοσύνην και φρόνησιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δι' αυτάς λοιπόν οι ερμηνευταί, οι διδάσκαλοι, οι νομοθέται και οι φύλακες των άλλων, όταν κανείς έχη ανάγκην να τας μάθη και να τας γνωρίζη, ή όταν έχη ανάγκην να τιμωρηθή και να επιπληχθή, εάν σφάλη, άραγε αυτοί δεν πρέπει να τον διαφωτίσουν προηγουμένως ποίαν δύναμιν έχει η αρετή και η κακία και ωρισμένως να φαίνεται εις τας ερμηνείας του υπέροχος από τους άλλους, αλλά να έλθη ή κανείς ποιητής εις την πόλιν ή κανείς διδάσκαλος των νέων και να καυχάται ότι είναι ανώτερος του αριστεύσαντος εις πάσαν αρετήν; Τότε λοιπόν εις τοιαύτην πόλιν, όπου δεν υπάρχουν ικανοί φύλακες με λόγους και έργα γνωρίζοντες τελείως περί της αρετής, είναι παράδοξον πράγμα, αφού μένει αφύλακτος, να πάθη όσα πάσχουν αι περισσότεραι από τας σημερινάς πόλεις;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου βεβαίως, καθώς φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε πρέπει να κάμωμεν αυτό που λέγομεν ή πώς αλλέως; Δηλαδή πρέπει να προετοιμάσωμεν τους φύλακας ακριβεστέρους εις την αρετήν από τους περισσοτέρους και με λόγον και με έργον; Ή αλλέως με ποίον τρόπον θα ομοιάση η πόλις μας με την κεφαλήν και τας αισθήσεις των νοημόνων, και θα φαίνεται ως να έχη κάποιους παρομοίους φύλακας εντός της;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς λοιπόν και με ποίον μέσον, φίλε Ξένε, πρέπει να εννοούμεν την παρομοίωσιν αυτής προς κάτι τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι φανερόν ότι η πόλις είναι η κεφαλή, από δε τους φύλακας οι μεν νέοι και οι ευφυέστεροι είναι κάπως περιωρισμένοι εις την υψηλοτέραν κορυφήν, και έχουν εις όλην των την ψυχήν οξυδέρκειαν, ώστε να βλέπουν ολόγυρα εις όλην την πόλιν και φρουρούντες να παραδίδουν τας εντυπώσεις των αισθήσεων εις την μνήμην των και να αναγγέλλουν εις τους γεροντοτέρους όλα όσα συμβαίνουν εις την πόλιν, εξ άλλου δε οι γέροντες οι ομοιάζοντες τον νουν εννοούν τα περισσότερα και τα σπουδαιότερα και τα σκέπτονται, και έχοντες υπηρέτας και συμβούλους τους νέους, ούτω πως από κοινού σώζουν και οι δύο πραγματικώς την πόλιν ολόκληρον. Άραγε ούτω πως εννοούμεν, ή πώς αλλέως θέλεις να τα τακτοποιήσωμεν; Τάχα όλοι να είναι όμοιοι και να μην υπάρχουν μερικοί τελειοποιημένοι εις την ανατροφήν και εκπαίδευσιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλ' αυτό, αξιοθαύμαστε φίλε, είναι αδύνατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν πρέπει να βαδίσωμεν εις κάποιαν εκπαίδευσιν τελειοτέραν της προηγουμένης.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε μήπως αυτή, την οποίαν εθίξαμεν τόρα, είναι εκείνη την οποίαν χρειαζόμεθα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν ελέγαμεν ότι ο τέλειος δι' όλα δημιουργός και φύλαξ πρέπει όχι μόνον να είναι ικανός να αποβλέπη εις τα πολλά, αλλά να προσπαθήση να εννοήση το έν και αφού το εννοήση να δώση εις όλα διάταξιν σύμφωνον με εκείνο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε ημπορεί εις το καθένα να γίνη άλλη εξέτασις και σκέψις σοφωτέρα δι' οτιδήποτε παρά το να είναι ικανός να ευρίσκη μίαν κοινήν έννοιαν εις τα πολλά και ανόμοια πράγματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όχι ίσως, ευλογημένε μου, αλλά ασφαλώς από αυτήν την μέθοδον δεν υπάρχει άλλη ασφαλεστέρα εις κανένα άνθρωπον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βασιζόμενος εις σε, καλέ Ξένε, συμφωνώ μαζί σου και ας προχωρήσωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον εις την συζήτησίν μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να υποχρεώσωμεν και τους φύλακας αυτής της θείας πολιτείας μας πρώτον να εννοήσουν τι κοινόν υπάρχει και εις τα τέσσαρα αυτά, το οποίον λέγομεν ότι είναι το ίδιον και εις την ανδρείαν και εις την σωφροσύνην και εις την δικαιοσύνην και εις την φρόνησιν και ορθώς ίσως το ονομάζομεν με έν όνομα αρετήν. Αυτό, φίλοι μου, εάν μεν θέλωμεν τόρα που το εσφίξαμεν σχεδόν υπερβολικά να μη το παραιτήσωμεν, πριν να ορίσωμεν τελείως, τι πράγμα είναι εκείνο εις το οποίον πρέπει να αποβλέπωμεν είτε ως έν είτε ως ακέραιον είτε ως τα δύο ομού είτε οπωσδήποτε άλλως επλάσθη. Ή μήπως ελπίζομεν ακόμη, αν τυχόν μας διαφύγη τούτο, ότι θα εννοήσωμεν τελείως το ζήτημα της αρετής, περί της οποίας δεν θα είμεθα ικανοί να εξηγήσωμεν αν είναι πολλά ή τέσσαρα η έν; Λοιπόν, εάν πειθώμεθα εις τας υποδείξεις του εαυτού μας, με κάθε τρόπον πρέπει να επιτύχωμεν να υπάρξη τούτο εις την πόλιν μας. Εάν όμως τυχόν νομίζωμεν ότι απολύτως πρέπει να το παραιτήσωμεν, ας γίνη ούτω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μα τον ξένιον θεόν, φίλε Ξένε, δεν πρέπει να παραιτήσωμεν αυτό, διότι μας φαίνεσαι ότι ομιλείς πολύ ορθά. Αλλά τόρα πώς ημπορεί κανείς να το επιτύχη;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη ας μη εξετάσωμεν το πώς θα το επιτύχωμεν. Αλλά πρώτον ας μείνωμεν σταθερώς σύμφωνοι μεταξύ μας περί του αν πρέπει ή όχι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πρέπει, εάν είναι δυνατόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τι λοιπόν; Περί του καλού και του αγαθού το ίδιον φρονούμεν;
Δηλαδή ότι πρέπει να μάθουν οι φύλακες μας μόνον ότι είναι πολλά το
καθέν από αυτά, ή και ότι είναι έν και πώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν φαίνεται εξ ανάγκης ότι πρέπει να εννοήσουν και ότι είναι έν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά πάλιν μόνον να εννοούν, το δε συμπέρασμα διά του ορισμού να μη ημπορούν να το εκτελέσουν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν. Διότι αυτό που λέγεις είναι κατάστασις ζωώδης.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε δι' όλα τα σπουδαία το ίδιον έχομεν να ειπούμεν, ότι δηλαδή όσοι πρόκειται να γίνουν αληθείς φύλακες των νόμων πρέπει να γνωρίζουν την αλήθειαν αυτών, και με ορισμούς να είναι ικανοί να τα εξηγούν και με τα έργα να τα εφαρμόζουν, κρίνοντες και όσα γίνονται καλώς κατά φύσιν και όσα όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν τάχα δεν είναι έν από τα ωραιότερα πράγματα το ζήτημα των θεών, το όποιον μάλιστα με προσοχήν εξετάσαμεν, δηλαδή ότι υπάρχουν και πόσην δύναμιν φαίνεται ότι έχουν, και πόσον είναι δυνατόν να εννοηθούν αυτά από τους ανθρώπους, και ότι εις μεν τους περισσοτέρους πολίτας επιτρέπεται να συμμορφώνωνται με την γνώμην μόνον των νόμων, από όσους όμως πρόκειται να λάβουν μέρος εις την φύλαξιν αυτών ότι δεν πρέπει να επιτραπή τούτο εις εκείνον όστις δεν ήθελεν εργασθή επιμόνως διά να αποκτήση πλήρη πεποίθησιν περί της υπάρξεως των θεών; Η δε απαγόρευσις να συνίσταται εις το να μη εκλέγεται μεταξύ των νομοφυλάκων όστις δεν είναι θείος και δεν κατέγινε πολύ εις αυτά, ούτε πάλιν ανήκει εις τους διακρινομένους διά την αρετήν των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τουλάχιστον είναι δίκαιον καθώς λέγεις, όστις είναι αργός εις τα τοιαύτα, ή ανίκανος να δίδη απάντησιν, να απέχη πολύ από τα καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν γνωρίζομεν ότι δύο πράγματα οδηγούν εις την πίστιν περί υπάρξεως θεών, τα οποία εξετάσαμεν προηγουμένως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το έν μεν είναι αυτό που ελέγαμεν περί της ψυχής, ότι δηλαδή είναι το αρχαιότερον και θεϊκώτερον από όλα τα πράγματα, εις τα οποία η κίνησις λαβούσα σύμμαχον την γένεσιν επρομήθευσε αιωνίαν ύπαρξιν. Το δε άλλο είναι με ποίαν τάξιν γίνεται η κίνησις και των άστρων και όσα άλλα διοικεί ο νους ο τακτοποιήσας το σύμπαν. Διότι όστις αντιληφθή αυτά όχι μηδαμινώς ουδέ επιπολαίως, δεν είναι δυνατόν να είναι τόσον άθεος γεννημένος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να μη πάθη το αντίθετον από ό,τι περιμένουν οι περισσότεροι. Διότι, αυτοί μεν φρονούν ότι όσοι εξετάζουν αυτά με την αστρονομίαν και τας άλλας σχετικάς με αυτήν τέχνας γίνονται άθεοι, διότι εννοούν δήθεν τελείως ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν συμφώνως με απαραβάτους νόμους και όχι με προαίρεσιν αγαθής θελήσεως.
ΚΛΕΙΝΑΣ.
Αλλά πώς λοιπόν έχει το πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς είπα, όλως διόλου αντιθέτως και τόρα και όταν αυτά οι ειδικοί τα ενόμιζαν ως άψυχα. Και είναι μεν αληθές ότι και τότε επεριβάλλοντο αυτά με θαυμασμόν, και υπετίθετο κάπως η σήμερον ασφαλώς παραδεχτή γνώμη από τους λεπτολογούντας περί αυτών, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν, αν είναι άψυχα και δεν έχουν νουν, να εφαρμόζουν με τόσην ακρίβειαν θαυμασίους υπολογισμούς. Και μερικοί βεβαίως από τότε ετολμούσαν να ριψοκινδυνεύσουν μέχρι του σημείου να λέγουν ότι ο νους ετακτοποίησε όλα τα ουράνια πράγματα. Αλλά οι ίδιοι πάλιν πλανημένοι ως προς την φύσιν της ψυχής και μη γνωρίζοντες ότι είναι αρχαιοτέρα των σωμάτων (της ύλης), αλλά θεωρήσαντες αυτήν ως μεταγενεστέραν, όλα σχεδόν τα ανέτρεψαν πάλιν, και πολύ περισσότερον τον εαυτόν των.
Δηλαδή όσα είναι εμπρός εις τα βλέμματά των και κινούνται εις τον ουρανόν εφάνησαν εις αυτούς ότι είναι φορτωμένα με λίθους και χώμα και με πολλά άλλα άψυχα σώματα, τα οποία διαμοιράζουν τας αιτίας όλου του κόσμου. Αυτοί οι λόγοι επροκάλεσαν τότε την διάδοσιν περί της αθεΐας, και κατέστησαν επικίνδυνον την έρευναν αυτών, και μάλιστα και ύβρεις εσκέφθησαν οι ποιηταί, παρομοιάζοντες τους φιλοσόφους με ανοήτους σκύλλους εξακολουθουντας να γαυγύζουν και τόσαι άλλας ανοησίας. Τόρα όμως, καθώς είπα, συμβαίνει όλως το αντίθετον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δυνατόν να γίνη κανείς ασφαλώς θεοσεβής από τους θνητούς ανθρώπους, εάν δεν χωνεύση αυτά τα δύο πράγματα, δηλαδή πρώτον ότι η ψυχή είναι το αρχαιότερον όλων όσα έλαβαν γέννησιν και αθάνατον και κυριαρχεί όλων των σωμάτων, δεύτερον δε εκείνο που είπαμεν πολλάκις, δηλ. να εννοήση και τον νουν των όντων που είπαμεν ότι υπάρχει εις τα άστρα και τα προπαρασκευαστικά δι' αυτά μαθήματα, και αφού εμβαθύνη εις την σχέσιν αυτών με την μουσικήν να τα χρησιμοποιήση αρμονικώς εις τας ηθικάς πράξεις και τους νόμους και δι' όσα υπάρχει ορισμός να καταστή ικανός να δίδη εξήγησιν, όστις δε δεν είναι ικανός να αποκτήση και αυτά εκτός των κοινωνικών αρετών σχεδόν δεν είναι δυνατόν ποτέ να γίνη τέλειος άρχων όλης της πόλεως, αλλά μάλλον υπηρέτης άλλων αρχόντων. Τόρα πλέον λοιπόν, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, πρέπει έξω από όλους τους νόμους που εξετάσαμεν να προσέχωμεν αν πρέπει να προσθέσωμεν και τούτον διά να είναι φύλαξ νόμιμος χάριν της ασφαλείας, δηλαδή τον νυκτερινόν σύλλογον (συγκέντρωσιν) των αρχόντων, αφού αποκτήση, όλην την εκπαίδευσιν, την οποίαν ανεφέραμεν. Ή πώς αλλέως να κάμωμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, αξιαγάπητε φίλε, πώς δεν θα τον προσθέσωμεν, εάν ημπορέσωμεν έστω και ολίγον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως δι' αυτό ας φιλοτιμηθώμεν όλοι. Διότι και εγώ θα γίνω συνεργάτης σας πρόθυμος, εκτός δε εμού θα εύρω και άλλους, επειδή απέκτησα ως προς αυτά πείραν και μεγάλην μελέτην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, Ξένε μου, προ παντός ας βαδίσωμεν εις τον δρόμον που μας οδηγεί και ο θεός. Αλλά ποίος είναι ο καλλίτερος τρόπος, αυτό τόρα ας συζητήσωμεν και ας εξετάσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον δι' αυτά, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, δεν είναι δυνατόν να νομοθετήσωμεν νόμους, πριν να τακτοποιηθούν. Τότε δε μόνον να νομοθετήσωμεν ποίοι πρέπει να γίνουν κυρίαρχοι αυτών. Αλλά τότε πάλιν η επεξεργασία αυτών ημπορεί να γίνη με διδαχήν πολλών μαθημάτων, εάν πρόκειται, να γίνη ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς; Τι πρέπει να λέγομεν πάλιν ότι σημαίνει, αυτό που είπες;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρώτον λοιπόν πρέπει βεβαίως να συνταχθή κατάλογος των όσοι είναι κατάλληλοι διά την φύσιν της φρουρήσεως και κατά την ηλικίαν και κατά τα μαθήματα και κατά τους ηθικούς τρόπους και τα έθιμα. Κατόπιν δε από αυτό το τι πρέπει να μάθουν ούτε εύκολον είναι να ευρεθή ούτε να γίνη κανείς μαθητής του ευρέτου. Πλην δε τούτων, τας εποχάς, κατά τας οποίας πρέπει να παραδίδεται το καθέν, θα ήτο μάταιον να αναφέρωμεν εις το έργον μας. Διότι ούτε εις τους ιδίους τους μανθάνοντας είναι σαφές ποίον πράγμα μανθάνεται εις κατάλληλον καιρόν, πριν να γεννηθή εις την ψυχήν εκάστου γνώσις του μαθήματος. Δια τούτο λοιπόν όλα όσα ελέχθησαν, δι' αυτά ίσως μεν δεν είναι ορθόν να ονομασθούν απόρρητα (απόκρυφα), πρέπει, όμως να ονομασθούν απροφήτευτα (απρόβλεπτα), διότι προβλεπόμενα δεν εκφράζουν τίποτε από όσα λέγομεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν τι πρέπει να κάμωμεν, καλέ Ξένε αφού αυτά είναι ούτω πως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλοί μου φίλοι, κατά την παροιμίαν ας μείνουν επί του τάπητος κοινά δι' όλους, και εάν θελήσωμεν να ριψοκινδυνεύσωμεν το όλον πολίτευμα και να ρίψωμεν, καθώς λέγουν, ή τρία έξ ή τρεις ομοίους κύβους, αυτό πρέπει να κάμωμεν, εγώ δε μαζί σας θα ριψοκινδυνεύσω εξ ίσου με την έκθεσιν και εξήγησιν των γνωμών μου περί παιδείας και ανατροφής, την οποίαν τόρα πάλιν εθίξαμεν εις την συζήτησιν. Αλλ' αυτό το ριψοκινδύνευμα δεν είναι ελαφρόν ούτε ομοιάζει με κανέν άλλο. Συ δε, φίλε Κλεινία, σε συμβουλεύω να φροντίσης διά το εξής. Δηλαδή συ διά την πόλιν των Μαγνητών ή οστισδήποτε είναι εκείνος, εις του οποίου το όνομα θα καθιερώση αυτήν ο θεός, θα λάβης μεγάλην δόξαν, διότι την ετακτοποίησες καλώς, ή τουλάχιστον δεν θα ξεφύγης ποτέ από το να νομίζεσαι ο ανδροπρεπέστερος από όλους τους μεταγενεστέρους. Και βεβαίως, φίλοι μου, εάν σχηματισθή από ημάς αυτός ο θείος σύλλογος, εις αυτόν πρέπει να παραδώσωμεν την πόλιν, και δεν θα δοθή καμμία σχεδόν αμφισβήτησις εις κανένα από τους σημερινούς νομοθέτας έξω από αυτά, αλλά θα είναι σχεδόν αληθώς τετελεσμένη πραγματικότης αυτό, το οποίον ολίγον προηγουμένως εθεωρήσαμεν ως όνειρον, συγχωνεύσαντες την ένωσιν της κεφαλής και του νου εικονικώς, εάν όμως βεβαίως και οι άνδρες μας εκλεχθούν με ακρίβειαν και εκπαιδεύσουν καταλλήλως, και, αφού εκπαιδευθούν, κατοικήσουν εις την ακρόπολιν της χώρας και καταρτισθούν ως νομοφύλακες, τοιούτοι οποίους ημείς δεν είδαμεν εις την προηγουμένην μας ζωήν καταλλήλους διά την ασφαλιστικήν των ικανότητα.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Φίλε Κλεινία, συμφώνως με όλα όσα είπαμεν ή τον συνοικισμόν της πόλεως πρέπει να εγκαταλείψωμεν ή αυτόν τον Ξένον να μη τον αφήσωμεν, αλλά με τας παρακλήσεις και με όλα τα μέσα να τον λάβωμεν ως μέτοχον εις τον συνοικισμόν της πόλεως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, Μέγιλλε, και όχι μόνον εγώ θα κάμω αυτά, αλλά και συ βοήθησέ με.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Θα σε βοηθήσω.