Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν δε από αυτά συμφώνως με όλας τας προηγουμένας πράξεις είναι φυσικόν να τακτοποιηθούν διά νόμων αι δίκαι. Και λοιπόν όσον διά τα ζητήματα, διά τα οποία πρέπει να γίνωνται δίκαι, άλλα μεν ελέχθησαν, δηλαδή ως προς την γεωργίαν και τα συναφή με αυτήν, τα δε σπουδαιότερα δεν ελέχθησαν ακόμη, αλλά ποίαν τιμωρίαν πρέπει να λαμβάνη το καθέν χωριστά και εις ποίους δικαστάς να υπάγεται, δι' αυτά τόρα πλέον θα ομιλήσωμεν κατόπιν εκείνων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως είναι κάπως εντροπή όλα να τα ορίζωμεν νομοθετικώς, όσα πρόκειται να νομοθετήσωμεν τόρα διά την τοιαύτην πόλιν, η οποία φρονούμεν ότι θα κατοικηθή καλώς και θα απολαύση όλην την ορθότητα εις την εξάσκησιν της αρετής. Διότι εις τοιαύτην πόλιν και κατ' αρχήν ακόμη είναι κάπως εντροπή, καθώς είπα, να υποθέσωμεν ότι ημπορεί να γεννηθή κανείς μετέχων της μοχθηρίας των πολιτών των άλλων πόλεων, ώστε να χρειασθή προληπτική και απειλητική νομοθεσία, εάν ευρεθή κανείς, ως να υπάρχη φόβος να γεννηθή κανείς τοιούτος, και διά να τον αποτρέψωμεν και διά να τιμωρήσωμεν τας εκτελεσθείσας παρανομίας. Επειδή όμως ημείς δεν νομοθετούμεν καθώς οι παλαιοί νομοθέται ενομοθέτουν διά τους παίδας των θεών, δηλαδή τους ήρωας, καθώς λέγει η παράδοσις, οι οποίοι κατήγοντο από θεούς, ούτε δι' άλλους γεννηθέντας από θεούς, αλλά είμεθα άνθρωποι και εις ανθρώπων σπέρματα νομοθετούμεν προς το παρόν, δεν είναι βλασφημία να φοβούμεθα, μήπως γεννηθή κανείς μεταξύ των συμπολιτών μας κάπως αιμοβόρος, ο οποίος να είναι εις τοιούτον βαθμόν σκληρός, ώστε να μη κάμπτεται και καθώς εκείνα τα γνωστά σπέρματα δεν λυώνουν εις το πυρ ομοίως και αυτός να μην αναλύεται εις δάκρυα από τους νόμους, οι οποίοι είναι τόσον αυστηροί. Δι' αυτούς λοιπόν θα ορίσω ίσως όχι ευχάριστον νόμον πρώτον περί της ιεροσυλίας, αν κανείς τολμήση να πράξη τούτο. Και διά τον πολίτην μεν όστις ανετράφη ορθώς ούτε επιθυμούμεν, ούτε είναι πιθανόν τόσον πολύ να πάθη αυτήν την ασθένειαν, ίσως όμως οι δούλοι αυτού και οι ξένοι και οι δούλοι των ξένων δοκιμάσουν πολλά τοιαύτα. Διά τούτους λοιπόν κυρίως, ουχ ήττον όμως και φοβούμενος την αδυναμίαν όλης της ανθρωπίνης φύσεως θα ειπώ τον νόμον περί της ιεροσυλίας και των ομοίων άλλων όσα είναι δυσκολοθεράπευτα και ανίατα νοσήματα.

Αλλά πρέπει να ειπούμεν προοίμια όσον το δυνατόν σύντομα εις όλους αυτούς τους νόμους συμφώνως προς την προηγηθείσαν εξήγησιν. Τα εξής δε ημπορεί κανείς να ειπή προς τον τοιούτον συνομιλών και συμβουλεύων αυτόν, τον οποίον σκανδαλίζει κακή επιθυμία όλην την ημέραν και τον εξυπνά την νύκτα και τον παρακινεί να υπάγη εις κάποιον ναόν διά να ιεροσυλήση: Αγαπητέ μου, δεν είναι ανθρώπινον κακόν ούτε θείον αυτό το οποίον σε προτρέπει να υπάγης εις την ιεροσυλίαν, αλλά κάποιον μικρόβιον λύσσης εμφυτευόμενον εις τους ανθρώπους κληρονομικώς αλιτήριον από παλαιάς και ανεξιλεώτους παρανομίας, το οποίον πρέπει να προσέχη έκαστος με όλην την δύναμίν του. Αλλά ποία είναι η αποφυγή αυτού; Άκουσε. Όταν σου έρχεται καμμία τοιαύτη σκέψις, τρέξε εις τους εξορκισμούς. Πήγαινε ικέτης εις τους ναούς των αποτρεπτικών θεών, πήγαινε εις τας συναναστροφάς των ανδρών των φημιζομένων εις την πόλιν μας ως αγαθών, και άλλα μεν άκουε, άλλα δε προσπάθησε να τα ειπής ο ίδιος, ότι δηλαδή πρέπει έκαστος να τιμά τα καλά και τα δίκαια. Τας δε συναναστροφάς των κακών απόφευγε ανεπιστρεπτί. Και όταν κάμης αυτά, εάν μεν ελαφρύνεται η ασθένειά σου, καλά, ειδεμή, θεωρήσας καλλίτερον τον θάνατον, ελευθερώσου από την ζωήν.

Εις αυτά τα προοίμια που ψάλλομεν ημείς διά τους συλλογιζομένους όσα είναι έργα ανόσια και πολιτοφθόρα, όταν μεν κανείς υπακούη, ο νόμος πρέπει να σιωπήση, όταν όμως δεν υπακούη, τότε πρέπει να του φωνάξη δυνατά. Όστις όμως συλληφθή ιερόσυλος, εάν μεν είναι δούλος ή ξένος, ας γραφή εις το πρόσωπον και εις τας χείρας του το έγκλημά του και ας δαρή όσον κρίνουν οι δικασταί και ας διωχθή έξω από τα σύνορα της χώρας γυμνός. Διότι είναι πιθανόν, εάν τιμωρηθή ούτω πως, να γίνη καλλίτερος, σωφρονιζόμενος. Διότι δεν γίνεται καμμία καταδίκη προς το κακόν, όταν γίνεται συμφώνως με τον νόμον, αλλά κατορθώνει έν από τα δύο. Ή δηλαδή κάμνει καλλίτερον τον υφιστάμενον την καταδίκην ή ολιγώτερον κακόν. Εάν δε κανείς πολίτης ευρεθή να πράξη ποτέ κανέν τοιούτον, δηλαδή προς τους θεούς ή προς τους γονείς του ή προς την πόλιν να κάμη καμμίαν από τας ακατονομάστους παρανομίας, αυτόν πλέον ας τον θεωρή ο δικαστής ως αθεράπευτον, λαμβάνων υπ' όψιν ποίαν εκπαίδευσιν και ανατροφήν από την παιδικήν του ηλικίαν έλαβε και όμως δεν απέφυγε τα μέγιστα κακά. Ως καταδίκη λοιπόν δι' αυτόν ο θάνατος είναι το μικρότερον κακόν, τους άλλους όμως θα ωφελήση το παράδειγμά του, εάν δυσφημισθή και εξαφανισθή έξω από τα σύνορα της χώρας. Εις τα τέκνα του δε και εις την γενεάν του, εάν μεν παραιτήσουν τας πατρικάς των έξεις, ας υπάρχη δόξα και διάδοσις έντιμος, ότι καλώς και ανδροπρεπώς από το κακόν έφυγαν εις το αγαθόν.

Να δημευθούν δε τα πράγματα κανενός από αυτούς διά την πόλιν δεν είναι ορθόν, εις την οποίαν πρέπει οι ίδιοι και ίσοι κλήροι να διατηρούνται διαρκώς. Δι' αυτό, όταν κανείς θεωρηθή άξιος να καταδικασθή εις πρόστιμον, το πληρώνη όσον υπάρχει κανέν περίσσευμα εις τον επιδικασθέντα εις αυτόν κλήρον, όχι όμως περισσότερον. Την δε ακρίβειαν ως προς αυτά ας την προσέχουν οι νομοφύλακες από τας καταγραφάς και ας πληροφορούν περί της πραγματικής καταστάσεως τους δικαστάς, διά να μη στερηθή κανείς τον κλήρον του από έλλειψιν χρημάτων. Εάν δε κανείς θεωρηθή άξιος μεγαλιτέρου προστίμου, εάν τυχόν δεν είναι πρόθυμοι κάποιοι φίλοι του να εγγυηθούν και να συμπληρώσουν το ποσόν, διά να τον ελευθερώσουν, ας τιμωρηθή με δεσμά πολυετή και επιδεικτικά και με προπηλακισμούς.

Κανείς όμως πολίτης να μη στερήται ποτέ τα πολιτικά δικαιώματα διά καμμίαν παρανομίαν ούτε να εξορίζεται, αλλά εις θάνατον να καταδικάζεται ή εις δεσμά ή εις ξυλοκόπημα ή εις καθίσματα προσβλητικά ή στάσεις ή εξωκλησιασμούς ή χρημάτων πληρωμάς, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Δικασταί δε ας είναι διά τον θάνατον οι νομοφύλακες και το κατ' εκλογήν εκ των περυσινών αρχόντων αποτελούμενον δικαστήριον. Τας δε καταγγελίας τούτων και τας προσκλήσεις μαρτύρων και όσα παρόμοια πρέπει να γίνωνται, αυτά πρέπει να τα φροντίσουν οι νεώτεροι νομοθέται.

Ιδικόν μας όμως έργον είναι να νομοθετήσωμεν την χρήσιν της ψήφου. Εκάστη λοιπόν ψήφος πρέπει να δίδεται φανερά, έμπροσθεν δε, του κατηγόρου και του κατηγορουμένου, ακριβώς εις το στόμα των, ας κάθηνται οι δικασταί κατά σειράν ηλικίας, όλοι δε οι πολίται όσοι έχουν σχόλην ας είναι προσεκτικοί ακροαταί των τοιούτων δικών. Να εκφωνή δε ένα λόγον πρώτον ο κατήγορος και έπειτα ο κατηγορούμενος. Κατόπιν δε από αυτούς τους λόγους να αρχίζη να ερωτά ο γεροντότερος, εισερχόμενος λεπτομερώς εις την εξέτασιν των λεχθέντων, κατόπιν δε του γεροντοτέρου όλοι οι άλλοι κατά σειράν ηλικίας να ερωτήσουν δι' οτιδήποτε περί των δύο αντιδίκων έχουν απορίαν από όσα ελέχθησαν ή δεν ελέχθησαν. Όστις δε δεν έχει απορίαν ας παραδίδη εις άλλον την σειράν. Από δε τας ερωτήσεις αφού επισφραγίσουν όσας νομίσουν ως κυριωτέρας, θέτοντες εις το έγγραφον τας σφραγίδας όλων των δικαστών, να το τοποθετήσουν εις την εστίαν και πάλιν την επομένην ημέραν να συνεδριάσουν και ομοίως ανακρίνοντες να τελειώσουν την δίκην και να θέσουν πάλιν τας σφραγίδας εις τα λεχθέντα. Και, αφού το εκτελέσουν αυτό τρεις φοράς και αποκτήσουν αποδείξεις και μαρτυρίας αρκετάς, να δώση έκαστος ιεράν ψήφον και να υποσχεθή εμπρός εις την Εστίαν όσον είναι δυνατόν ότι θα δικάση δικαίως και ούτω πως να δώση τέλος εις αυτήν την δίκην.

Κατόπιν δε από τους θεούς έρχονται τα εγκλήματα προς κατάλυσιν του πολιτεύματος. Δηλαδή όστις διά να αναδείξη άρχοντα ένα άνθρωπον υποδουλώνει τους νόμους και κάμνει την πόλιν να παρασύρεται από σωματεία, και ακριβώς εκτελεί τούτο εκβιαστικώς και διεγείρει φατριασμούς παρανόμως, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν ως τον μεγαλίτερον εχθρόν της πόλεως. Όστις δε δεν μετέχει μεν κανενός τοιούτου, κατέχει όμως ανώτερα αξιώματα εις την πόλιν και, είτε είναι εν γνώσει είτε εν αγνοία, δεν έχει το θάρρος να υπερασπισθή την πατρίδα του, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν κατά δεύτερον λόγον κακόν πολίτην. Πας δε ανήρ οσονδήποτε και αν είναι μικρός, ας καταγγέλλη εις τας αρχάς και ας εγκαλή εις δίκην εκείνον όστις σχεδιάζει κρυφίως την βιαίαν και παράνομον μεταβολήν του πολιτεύματος. Δικασταί δε ας γίνουν εις αυτούς καθώς και εις τους προηγουμένους, η δε πλειονοψηφούσα γνώμη ας επιβάλλη τον θάνατον. Με μίαν δε λέξιν τα αίσχη του πατρός και αι καταδίκαι των παίδων να μην επιβαρύνουν κανένα, εκτός εάν κανενός και ο πατήρ και ο πάππος και ο πατήρ του πάππου κατεδικάσθησαν εις θάνατον. Αυτούς δε η πόλις με όλην των την περιουσίαν εκτός μόνον όσον στοιχίζει ο κλήρος των, ας τους αποστέλλη εις την παλαιάν των πατρίδα και πολιτείαν. Όσοι δε πολίται έχουν τέκνα περισσότερα του ενός όχι κατώτερα των δέκα ετών, να εκλέξουν με κλήρον δέκα από αυτά, όσα κρίνει ο πατήρ ή ο πάππος ή από τον πατέρα ή από την μητέρα, και των κληρωθέντων τα ονόματα να τα στείλουν εις τους Δελφούς. Όποιον δε εκλέξη ο θεός, αυτόν να εγκαταστήσουν κληρονόμον εις τον ορφανικόν οίκον με αισιωτέραν τύχην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τρίτον δε ας υπάρχη όμοιος νόμος και ως προς το ποίοι θα είναι δικασταί, και ποίος ο τρόπος της διαδικασίας, δι' όσους κανείς εγκαλεί εις το δικαστήριον διά προδοσίαν. Ας είναι δε όμοιος αυτός ο νόμος με τους προηγουμένους και ως προς την διαμονήν των εγγόνων των ή την εκδίωξιν αυτών από την πατρίδα εξ ίσου και διά τον προδότην καθώς διά τον ιερόσυλον και τον ανατρέποντα διά της βίας τους νόμους της πατρίδος.

Διά δε τον κλέπτην είτε κλέπτει τίποτε σπουδαίον είτε κανέν μικρόν πράγμα, είς νόμος ας είναι και μία καταδίκη δι' όλους. Δηλαδή το κλοπιμαίον πρώτον πρέπει να το πληρώση εις το διπλάσιον, εάν καταδικασθή κανείς εις την τοιαύτην δίκην, και αν έχη αρκετήν άλλην περιουσίαν έξω από τον κλήρον του διά να πληρώση, εάν δε δεν έχη, να δεθή έως ότου να πληρώση ή να συμβιβασθή με τον αντίδικόν του. Εάν δε κατεδικάσθη δημοσία διά κλοπήν, εάν καταπείση την πόλιν ή πληρώση το κλοπιμαίον εις το διπλάσιον, ας ελευθερωθή από τα δεσμά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δηλαδή εννοούμεν, Ξένε μου, ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν διά τον κλέπτην αν έκλεψε μεγάλο ή μικρό πράγμα και αν έκλεψε από τα ιερά και όσια και όσα άλλα είναι ανόμοια ως προς την κλοπήν, διά τα οποία, ακριβώς διότι είναι ανόμοια, πρέπει ο νομοθέτης να εφαρμόζη όχι ομοίας τιμωρίας;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ λαμπρά, φίλε Κλεινία, σχεδόν ως υπνοβάτην με προσέκρουσες και με εσταμάτησες, και μάλιστα μου ενθύμισες πράγματα, τα οποία και εγώ προηγουμένως τα εσκέφθην, ότι δηλαδή τα διάφορα νομοθετήματα ποτέ δεν έγιναν με ορθόν τρόπον, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως. Αλλά τόρα πώς το εννοούμεν και αυτό; Δεν ήτο κακή η παρομοίωσίς μας, όταν παρωμοιάσαμεν τους σήμερον δεχομένους νομοθεσίας προς δούλους ιατρευομένους από δούλους. Δηλαδή πρέπει να γνωρίζωμεν καλά, ότι, αν κάποτε κανείς ιατρός από τους μεταχειριζομένους εμπειρικά φάρμακα χωρίς να δίδουν εξηγήσεις συναντήση ελεύθερον ιατρόν εξηγούμενον εις ελεύθερον ασθενή, και ιδή ότι σχεδόν μεταχειρίζεται φιλοσοφίαν ολόκληρον εις τας οδηγίας του, και ότι αρχίζει από την αρχήν την ιστορίαν της ασθενείας και ερευνά ολόκληρον την φυσιολογίαν του σώματος, γρήγορα και δυνατά θα γελάση και δεν θα ειπή άλλο τίποτε παρά αυτά που έχουν πάντοτε πρόχειρα οι περισσότεροι από αυτούς τους θεωρουμένους ως ιατρούς. Δηλαδή θα ειπή, μωρέ άνθρωπε, συ δεν ιατρεύεις τον ασθενή, αλλά σχεδόν τον διδάσκεις, ως να έχη ανάγκην να γίνη ιατρός και όχι υγιής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν, εάν τα ειπή αυτά, δεν θα έχη δίκαιον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ πιθανόν, αλλά μόνον εάν συγχρόνως σκεφθή ότι όστις συζητεί περί νόμων, καθώς ημείς τόρα, αυτός εκπαιδεύει τους πολίτας, αλλά δεν νομοθετεί. Και λοιπόν άραγε και αυτό δεν θα είχαμεν δίκαιον να το ειπούμεν ημείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ

Ίσως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ημείς όμως έχομεν έν ευτύχημα προς το παρόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το ότι δεν έχομεν καμμίαν απόλυτον ανάγκην να νομοθετήσωμεν πραγματικώς, αλλά απλώς να σκεφθώμεν περί όλου του πολιτεύματος και να προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποίον είναι το καλλίτερον και το αναγκαιότερον, και με ποίον τρόπον ημπορεί να εφαρμοσθή καλλίτερον. Και ακριβώς τόρα, καθώς φαίνεται, εάν θέλωμεν, έχομεν καιρόν να εξετάσωμεν το καλλίτερον, ειδεμή, το αναγκαιότερον ως προς τους νόμους. Λοιπόν ας προτιμήσωμεν όποιο μας αρέσει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Γελοία, καλέ Ξένε, είναι η προβαλλομένη εκλογή μας, και κυριολεκτικώς θα εγινόμεθα όμοιοι προς νομοθέτας, τους οποίους εκυρίευσε κάποια υπερβολική μανία πλέον διά να τελειώσουν την νομοθεσίαν, ως να μην είναι δυνατόν να την αναβάλλουν διά την αύριον. Και όμως ημείς δόξα τω θεώ έχομεν καιρόν καθώς οι λιθολόγοι (πετράδες) ή όσοι αρχίζουν κάποιαν άλλην συλλογήν ύλης, να ξεφορτώσωμεν άφθονα υλικά, και από αυτά να εκλέξωμεν τα κατάλληλα διά το σύστημα το οποίον πρόκειται να κατασκευάσωμεν, και μάλιστα να εκλέξωμεν με την ησυχίαν μας. Λοιπόν τόρα ας θεωρήσωμεν τον εαυτόν μας ότι είμεθα όχι υποχρεωτικώς οικοδόμοι, αλλά με την ησυχίαν μας ακόμη άλλα μεν ξεχωρίζομεν, άλλα δε τακτοποιούμεν. Ώστε είναι ορθόν πλέον διά τους νόμους μας να ειπούμεν ότι άλλους μεν ορίζομεν, άλλους δε ξεχωρίζομεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, φίλε Κλεινία, τουλάχιστον θα γίνη φυσικωτέρα η συζήτησίς μας περί των νόμων. Δηλαδή ας εξετάσωμεν, δι' όνομα των θεών, το εξής περί των νομοθετών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Γράμματα βεβαίως, είναι και οι συγγεγραμμένοι λόγοι άλλων πολλών συγγραφέων εις τας διαφόρους πόλεις, αλλά γράμματα είναι και οι λόγοι του νομοθέτου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δεν είναι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν άρα γε εις μεν τα συγγράμματα των ποιητών και όλων εν γένει όσοι χωρίς μέτρα ή με μέτρα συνέγραψαν τας αναμνήσεις και τας απεταμίευσαν ως συμβουλάς διά τον βίον πρέπει να προσέχωμεν, εις δε τα συγγράμματα των νομοθετών να μη προσέχωμεν; Ή πολύ περισσότερον εις αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τάχα δεν αρμόζει αποκλειστικώς μάλιστα εις τον νομοθέτην από όλους τους γράφοντας να διδάσκη συμβουλευτικώς περί καλών και αγαθών και δικαίων, ποία είναι και πώς πρέπει να τα εκτελούν όσοι θέλουν να γίνουν ευτυχείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τότε βεβαίως δεν είναι εντροπή ο Όμηρος και ο Τυρταίος και οι άλλοι ποιηταί να θεσπίζουν εκτενέστερον τον τρόπον της ζωής και των ασχολιών, οι οποίοι τα έγραψαν κακώς, ο δε Λυκούργος και ο Σόλων και όσοι εν γένει ανεδείχθησαν νομοθέται και έγραψαν γραπτούς νόμους να τα θεσπίσουν συντομώτερον; Ή μήπως από όλα τα συγγράμματα εις μίαν πόλιν οι νόμοι πρέπει να αναπτύσσωνται εκτενέστερον καλώς και εξόχως, τα δε συγγράμματα των άλλων να ακολουθούν εκείνους, ειδεμή να είναι καταγέλαστα; Θέλεις να φρονούμεν ούτω πως περί του τρόπου της συγγραφής των νόμων εις τας πόλεις, δηλαδή ως άλλοι πατέρες και μητέρες αγαπώντες αυτούς και νοήμονες να φαίνωνται οι γραπτοί νόμοι, και όχι ωσάν τύραννοι και σατράπαι, δίδοντες διαταγάς και απειλάς, και αφού τους γράψουν εις τους τοίχους να απαλλάσσωνται; Λοιπόν και ημείς τόρα ας σκεφθώμεν αν άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να αποφασίσωμεν να ομιλήσωμεν περί των νόμων, είτε έχομεν την ικανότητα είτε όχι, αλλά τουλάχιστον φαινόμενοι πρόθυμοι. Και όταν βαδίσωμεν με αυτόν τον δρόμον, αν γίνη ανάγκη να πάθωμεν και τίποτε, ας το πάθωμεν. Αλλά είθε να είναι αγαθόν, και, αν θέλη ο θεός, είθε να γίνη κατ' αυτόν τον τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν πρώτον καθώς αρχίσαμεν, με ακρίβειαν περί των ιεροσύλων και περί πάσης κλοπής και όλων των αδίκων αποκτημάτων, και δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, εάν εις την σειράν της νομοθεσίας μας άλλα μεν τα εθεσπίσαμεν, άλλα δε τα συζητούμεν ακόμη. Διότι ημείς τόρα γινόμεθα νομοθέται, και δεν είμεθα ακόμη, ίσως όμως να γίνωμεν γρήγορα. Εάν λοιπόν συμφωνήτε δι' όσα είπα να εξετάσωμεν, καθώς είπα, ας τα εξετάσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είμεθα εντελώς σύμφωνοι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν περί των καλών και των δικαίων, και όλων εν γένει ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν καλά το εξής, δηλαδή πόσον συμφωνούμεν τόρα και πόσον διαφωνούμεν και ημείς μεταξύ μας, οι οποίοι μάλιστα διισχυριζόμεθα, αν όχι άλλο τίποτε, τουλάχιστον ότι διαφέρομεν από τους περισσοτέρους, καθώς και οι περισσότεροι πάλιν μεταξύ των.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας διαφοράς μας σκέπτεσαι λέγων αυτά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ θα προσπαθήσω να σου τας εξηγήσω. Εν γένει ως προς την δικαιοσύνην και τους δικαίους, είτε ανθρώπους είτε πράγματα και πράξεις, όλοι κάπως συμφωνούμεν ότι όλα αυτά είναι καλά, εις τρόπον ώστε διά τους δικαίους ανθρώπους και αν τύχη να είναι σωματικώς άσχημοι, εάν διισχυρίζετο κανείς ως προς το δίκαιον ήθος των τουλάχιστον ότι είναι ωραιότατοι, σχεδόν δεν είναι δυνατόν να φανή ότι ομιλεί δυσαρμονικώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν ορθώς ομιλεί;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ίσως. Ας ιδούμεν όμως, αφού είναι καλά όλα όσα σχετίζονται με την δικαιοσύνην, αν όλων αυτών και τα παθητικά αποτελέσματα είναι ίσα προς τα ενεργητικά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Η ενέργεια, όταν είναι δικαία, σχεδόν καθ' όσον μετέχει της δικαιοσύνης, τόσον μετέχει και του καλού.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και το πάθος, όταν μετέχη του δικαίου, εάν δεχθώμεν ότι γίνεται αναλόγως καλόν, δεν θα είναι σύμφωνος η απάντησίς μας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως παραδεχώμεθα έν πάθημα ότι είναι δίκαιον, αλλά συγχρόνως και ότι είναι άσχημον, δεν θα διαφωνήσουν το δίκαιον και το καλόν, αφού έγιναν δεκτά τα δίκαια ως ασχημότατα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το είπες αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είναι δύσκολον να το εννοήσης. Δηλαδή οι ολίγον προηγουμένως θεσπισθέντες από ημάς νόμοι ημπορούν να νομισθούν ότι συμβουλεύουν όλως διόλου τα αντίθετα από όσα λέγομεν τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είπαμεν νομίζω ότι ο ιερόσυλος είναι δίκαιον να θανατωθή, ομοίως δε ο εχθρός των καλώς θεσπισμένων νόμων, και ακριβώς ενώ επρόκειτο να θέσωμεν πολλούς τοιούτους νόμους εσταματήσαμεν, διότι είδαμεν ότι αυτά είναι αμέτρητα παθήματα διαφόρου μεγέθους, είναι όμως και δικαιότερα από όλα τα παθήματα, αλλά και ασχημότερα συγχρόνως. Μήπως τυχόν δεν φανούν κατ' αυτόν τον τρόπον τα δίκαια με τα καλά άλλοτε μεν ως το ίδιον πράγμα, άλλοτε δε ως δύο αντίθετα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν οι μεν περισσότεροι με τοιαύτην ασυμφωνίαν χαρακτηρίζουν απροσέκτως τα καλά και τα δίκαια.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον, Ξένε μου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν την ιδικήν μας γνώμην, καλέ Κλεινία, ας εξετάσωμεν πάλιν τι φρονεί περί της συμφωνίας αυτών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας συμφωνίας και από ποίαν γνώμην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω ότι εις τας προηγουμένας μας συζητήσεις εγώ το είπα ρητώς, αλλά, και αν δεν το είπα προηγουμένως, ειπέτε ότι το λέγω τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι όλοι οι κακοί εις όλα είναι ακουσίως κακοί. Αφού δε τούτο είναι ούτως πως, έπεται λογικώς το εξής συμπέρασμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι ο μεν άδικος είναι βεβαίως κακός, αλλά ο κακός είναι ακουσίως τοιούτος. Αλλά το εκούσιον δεν είναι δυνατόν να εκτελήται ακουσίως. Επομένως δι' εκείνον ο οποίος θεωρεί την αδικίαν ακούσιον, θα φανή ότι ακουσίως αδικεί ο αδικών. Και ακριβώς τόρα πρέπει να συμφωνήσετε μαζί μου. Δηλαδή εγώ λέγω συμφώνως με σας ότι όλοι αδικούν ακουσίως. Και αν δε κανείς χάριν φιλονικίας ή επιμονής λέγει ότι είναι ακουσίως άδικοι, αλλά εκουσίως αδικούν οι περισσότεροι, ο ιδικός μου διισχυρισμός παραδέχεται το πρώτον, όχι όμως το δεύτερον. Τότε λοιπόν με ποίον τρόπον εγώ θα είμαι σύμφωνος με τους λόγους μου, εάν σεις, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, με ερωτήσετε: Αφού λοιπόν, Ξένε μου, αυτά είναι ούτω πως, τι μας συμβουλεύεις διά την νομοθεσίαν της πόλεως των Μαγνήτων; Να νομοθετήσωμεν ή όχι; — Πώς όχι; θα ειπώ εγώ. Λοιπόν θα χωρίσης δι' αυτούς τα ακούσια και τα εκούσια αδικήματα, και των μεν εκουσίων πραγμάτων και αδικημάτων θα ορίσωμεν μεγαλιτέρας τας τιμωρίας, των δε άλλων μικροτέρας; Ή δι' όλα εξ ίσου, ως να μην υπάρχουν διόλου αδικήματα εκούσια;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς πραγματικώς, Ξένε μου. Και ακριβώς τι θα κάμωμεν δι' αυτά που λέγεις τόρα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά με ερώτησες. Λοιπόν πρώτον ας κάμωμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας ενθυμηθώμεν ότι προηγουμένως μόλις τόρα δα ελέγαμεν ορθώς ότι ως προς τα δίκαια επικρατεί μεταξύ μας μεγάλη ταραχή και ασυμφωνία. Αφού δε σκεφθώμεν αυτό, ας ερωτήσωμεν πάλιν τον εαυτόν μας. Άραγε χωρίς να εύρωμεν ούτε να ορίσωμεν ποίαν διαφοράν έχουν αυτά μεταξύ των, τα οποία ωρισμένως εις όλας τας πόλεις από όλους τους ανέκαθεν διαπρέψαντας νομοθέτας θεωρούνται ως δύο είδη αδικημάτων, δηλαδή εκούσια και ακούσια και συμφώνως με αυτά κανονίζονται οι νόμοι, ημείς εδώ θα αποφανθώμεν ως εμπνευσμένοι από θεόν με ολίγας λέξεις και θα ελευθερωθώμεν, χωρίς να δώσωμεν καμμίαν εξήγησιν, ότι ορθώς έγινε η οριστική τρόπον τινά νομοθεσία; Αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλ' είναι ανάγκη προ της νομοθεσίας να εξηγήσωμεν ότι είναι δύο και την διαφοράν μεταξύ των, ώστε, όταν κανείς εφαρμόζη την δικαιοσύνην εις έκαστον από τους δύο, να ακολουθή τα λεγόμενα και να είναι ικανός να κρίνη κάπως και το ορθώς νομοθετημένον και το όχι ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μας φαίνεσαι ότι ομιλείς ορθώς, καλέ Ξένε. Δηλαδή ημείς έν από τα δύο πρέπει να κάμωμεν, ή να μη λέγωμεν ότι όλα αυτά τα αδικήματα είναι ακούσια, ή πρώτον να εξηγήσωμεν ότι αυτό ελέχθη ορθώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από αυτά τα δύο λοιπόν το πρώτον δεν είναι δυνατόν εντελώς να γίνη από εμέ, δηλαδή να λέγω ότι δεν έχει ούτω πως, ενώ φρονώ ότι κατέχω την αλήθειαν. Διότι αυτό δεν θα ήτο ούτε νόμιμον ούτε όσιον. Λοιπόν κατά ποίον τρόπον είναι δύο αυτά, εάν δεν διαφέρουν μεταξύ των ως προς το ακούσιον και εκούσιον, αλλά κατ' άλλον τρόπον, αυτό πρέπει να εξηγήσωμεν κάπως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα, καλέ Ξένε, αυτό τουλάχιστον δεν ημπορούμεν ημείς να το φαντασθώμεν αλλέως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό θα γίνη. Λοιπόν, καθώς φαίνεται, βλάβαι εις τας σχέσεις και συναναστροφάς των πολιτών συμβαίνουν πολλαί, και εις αυτά βεβαίως το εκούσιον και τα ακούσιον παίζει σπουδαίον μέρος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας μη θεωρήση κανείς όλας τας βλάβας ως αδικίας, και ας μη νομίζη ούτω πως διπλάσια τα άδικα τα συμβαίνοντα δι' αυτών, και άλλα μεν ότι είναι εκούσια, άλλα δε ακούσια. Διότι εις όλα τα πράγματα αι ακούσιαι βλάβαι δεν είναι κατώτεραι των εκουσίων ούτε εις το μέγεθος ούτε εις τον αριθμόν. Προσέξετε δε να ίδητε αν λέγω τίποτε σπουδαίον εις όσα πρόκειται να ειπώ, ή όλως διόλου τίποτε. Δηλαδή εγώ, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, εάν κανείς αδική κάποιον χωρίς να θέλη και ακουσίως, δεν παραδέχομαι ότι τον αδικεί μεν, αλλά ότι ακουσίως τον αδικεί, και επομένως να νομοθετήσω εις την νομοθεσίαν ότι τούτο είναι ακούσιον αδίκημα, αλλά όλως διόλου ούτε ως αδικίαν θα θεωρήσω την τοιαύτην βλάβην, εάν συμβή εις κανένα είτε μεγαλιτέρα είτε μικροτέρα. Πολλάκις μάλιστα, εάν συμβή ωφέλεια όχι αρμοδία, θα θεωρήσωμεν ότι είναι άδικος ο αίτιος της ωφελείας, εάν βεβαίως υπερισχύση η ιδική μου ψήφος. Διότι σχεδόν, φίλοι μου, ούτε εάν κανείς δίδη κάτι εις κάποιον από τα υπάρχοντά του, ούτε εάν αντιθέτως του αφαιρή κάτι, δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απολύτως δίκαιον ή άδικον το τοιούτον, αλλά μόνον αν με δίκαιον ήθος και τρόπον ωφελεί κανείς κάποιον ή βλάπτει, αυτά μόνον πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο νομοθέτης και να προσέχη εις αυτά τα δύο, εις την αδικίαν και την βλάβην, και όσον μεν είναι δυνατόν να επανορθώνη με τους νόμους του την βλάβην, σώζων το καταστραφέν και σηκώνων επάνω το ριφθέν κάτω από κάποιον και επαναφέρων εις την υγείαν το δολοφονηθέν ή πληγωθέν, τέλος δε διά δώρων να εξιλεώση εμπρός εις τους δράστας και τους παθόντας εκάστην βλάβην και από εχθρούς να προσπαθήση να τους κάμη φίλους με τους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά είναι αυτά τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν από τας αδίκους βλάβας και τα άδικα κέρδη, όταν λόγου χάριν κανείς με αδικίας κάμνη να κερδίση κάποιος, όσα μεν είναι ευκολοθεράπευτα, ως να είναι ασθένεια της ψυχής, πρέπει να τα θεραπεύη. Η δε θεραπεία της αδικίας φρονούμεν ότι πρέπει να τείνη εις το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ

Πού;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δηλαδή οτιδήποτε άδικον και αν κάμη κανείς, είτε μέγα είτε μικρόν, ο νόμος θα τον διδάξη και θα τον αναγκάση γενικώς άλλην φοράν το τοιούτον ή να μη τολμήση ποτέ εκουσίως να το κάμη ή πάρα πολύ ολιγώτερον, έξω από την πληρωμήν της βλάβης. Δι' αυτό είτε με έργα ή λόγους, είτε με ηδονάς ή λύπας, είτε με τιμάς ή ατιμίας, είτε με χρηματικά πρόστιμα ή δώρα, είτε γενικώς με οποιονδήποτε τρόπον θα κατορθώση κανείς να τον κάμη να μισήση την αδικίαν και να αγαπά ή να μη μισή την φύσιν του δικαίου, αυτό ακριβώς είναι το καθήκον των καλλιτέρων νόμων. Όποιον δε αντιληφή ως αθεράπευτον ως προς αυτό ο νομοθέτης, θα ορίση τιμωρίαν και νόμον διά τους τοιούτους, επειδή γνωρίζει βεβαίως ότι δι' όλους αυτούς και οι ίδιοι δεν είναι προτιμότερον να ζουν, και τους άλλους διπλασίως θα ωφελήσουν, αν απαλλαχθούν από την ζωήν, γινόμενοι παράδειγμα εις τους άλλους διά να μη αδικούν, κάμνοντες δε έρημον την πόλιν από κακούς άνδρας. Και λοιπόν διά τα τοιαύτα ο νομοθέτης πρέπει να αποδίδη θάνατον προς τιμωρίαν των εγκλημάτων, αλλέως όμως όχι ποτέ.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Οι λόγοι σου φαίνονται πάρα πολύ ορθοί, αλλά θα ήτο πλέον ευχάριστον να ακούσωμεν να μας αναπτύξης σαφέστερον την διαφοράν μεταξύ αδικίας και βλάβης και ποίαν τροποποίησιν λαμβάνουν εις αυτάς τα εκούσια και τα ακούσια.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
71 of 90
12 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights