ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.

ΒΙΒΛΙΟΝ Γ'

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν έτσι είναι. Αλλά του πολιτεύματος ποία πρέπει να δεχθώμεν ότι υπήρξε η αρχή; Μήπως τάχα δεν θα εννοήση κανείς αυτήν ευκολώτερα και καλλίτερα από το εξής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Από πού;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από όπου οφείλει κανείς να εννοήση και πώς εκάστοτε προοδεύουν αι πόλεις εις την αρετήν και συγχρόνως μεταπίπτουν εις την κακίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Από πού όμως εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω από τον προσδιορισμόν του μήκους και της απειρίας του χρόνου, και των μεταβολών αι οποίαι συνέβησαν εις το διάστημα αυτό.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρόσεξε. Αφ' ότου υπάρχουν πόλεις και άνθρωποι κοινωνικοί, νομίζεις ότι ενόησες ποτε ακριβώς πόσον χρονικόν διάστημα επέρασες

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αυτό δεν είναι διόλου εύκολον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ενόησες όμως τουλάχιστον ότι ημπορεί να είναι άφθονον και αμέτρητον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όσον δι' αυτό, βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν τάχα δεν εκτίσθησαν από ημάς εις αυτό το διάστημα χιλιάδες των χιλιάδων πόλεις, όχι δε ολιγώτεραι ως προς τον αριθμόν κατεστράφησαν, και πάλιν με όλα τα είδη των πολιτευμάτων διοικηθείσαι πολλάκις εις όλα τα μέρη. Και άλλοτε μεν από μικροτέρας εγίνοντο μεγαλύτεραι, άλλοτε δε από μεγαλιτέρας μικρότεροι, και χειρότεραι από καλλιτέρας, και καλλίτεραι από χειροτέρας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτής λοιπόν της μεταβολής ας εννοήσωμεν, εάν ημπορούμεν, την αιτίαν. Διότι πολύ πιθανόν αυτή να μας δείξη την πρώτην γένεσιν και μεταβολήν των πολιτευμάτων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά λέγεις και πρέπει να φανούμεν πρόθυμοι, συ μεν εις το να ειπής τι σκέπτεσαι περί αυτών, ημείς δε εις το να σε παρακολουθήσωμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν σας φαίνεται άραγε ότι αι παλαιαί παραδόσεις περιέχουν κάποιαν αλήθειαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι συνέβησαν πολλαί καταστροφαί των ανθρώπων με κατακλυσμούς και ασθενείας και άλλα πολλά, από τα οποία είχε μείνει πολύ ολιγοστόν το ανθρώπινον γένος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αυτό είναι πιστευτόν εντελώς εις τον καθένα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρόσεξε λοιπόν να αναπαραστήσωμεν μίαν από τας πολλάς καταστροφάς, αυτήν, που έγινε κάποτε με τον κατακλυσμόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι να φαντασθώμεν δι' αυτήν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι όσοι εσώθησαν τότε από την εξόντωσιν θα ήσαν σχεδόν κάποιοι ορεινοί και νομάδες, αποτελούντες ελάχιστα ζώπυρα σωθέντα από το ανθρώπινον γένος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι φανερόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και ωρισμένως οι τοιούτοι ήτο επόμενον να είναι άπειροι των άλλων τεχνών και των εφαρμοζομένων εις τας πόλεις μεταξύ των πολιτών μεθόδων ως προς τας πλεονεξίας και τας φιλονικίας και όσα άλλα κακουργήματα εφευρίσκουν μεταξύ των.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Φαίνεται τουλάχιστον πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι αι πόλεις των πεδιάδων και των παραλίων κατεστράφησαν άρδην την εποχήν εκείνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας υποθέσωμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν θα δεχθώμεν ότι και τα εργαλεία όλα εχάθησαν και οτιδήποτε είχεν εφευρεθή προς σπουδαίαν εξυπηρέτησιν της τέχνης ή της πολιτικής ή κάποιας άλλης σοφίας, όλα αυτά δεν ερήμαξαν την εποχήν εκείνην;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως, αγαπητέ, διότι, εάν ο κόσμος έμενεν αιωνίως όπως είναι τόρα τακτοποιημένος, πώς ήτο δυνατόν να ανακαλυφθή ποτε και το ελάχιστον πρωτοφανές πράγμα; Και βεβαίως αυτή η αλήθεια χιλιάδες των χιλιάδων έτη διέφευγε την παρατήρησιν των τοτινών ανθρώπων, μόλις δε προ χιλίων ή δύο χιλιάδων ετών άλλα μεν ενοήθησαν από τον Δαίδαλον, άλλα δε από τον Ορφέα, άλλα δε από τον Παλαμήδη, τα δε σχετικά με την μουσικήν από τον Μαρσύαν και τον Όλυμπον, και τα σχετικά με την λύραν από τον Αμφίονα, άλλα δε πάρα πολλά, ημπορούμεν να ειπούμεν, μόλις τόρα τελευταίως εφευρέθησαν από άλλους.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε γνωρίζεις, καλέ Κλεινία, ότι παρέλειψες τον φίλον σου, ο οποίος έζησε κυριολεκτικώς χθες;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μη τυχόν εννοείς τον Επιμενίδην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα, αυτόν. Διότι αυτός, φίλε μου, πολύ υπερτέρησε όλους μαζί με την εφεύρεσίν του, την οποίαν θεωρητικώς μεν την προέβλεψε ο Ησίοδος, πραγματικώς όμως εκείνος την ετελείωσε, καθώς διισχυρίζεσθε σεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως διισχυριζόμεθα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας παραδεχθώμεν ότι, τότε που έγινε η καταστροφή, ήλθαν εις τοιαύτην κατάστασιν τα ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή ότι υπήρχε μία απείρως φοβερά ερημία, χώραι δε πολυπληθείς έμειναν χωρίς κατοίκους και με την εξόντωσιν όλων των άλλων ζώων έμειναν μερικαί αγέλαι, και, αν απέμεινε κανέν γένος των αιγών, αραιά και αυτά έβοσκαν και εζούσαν εις την αρχήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι άλλο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Της πόλεως δε και του πολιτεύματος και της νομοθεσίας, διά τα οποία τόρα ημείς συζητούμεν, άραγε νομίζομεν κάπως ότι απέμεινε ακόμη και απλή ανάμνησις;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν προήλθαν από εκείνην την κατάστασιν όλα τα σημερινά μας πράγματα, δηλαδή αι πόλεις και τα πολιτεύματα και αι τέχναι και οι νόμοι, και η μεγάλη μεν κακία, αλλά συγχρόνως και η μεγάλη αρετή;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε, αξιοθαύμαστε φίλε, φανταζόμεθα ότι οι τοτινοί άνθρωποι, αφού ήσαν άπειροι των πολλών καλών, αλλά και των πολλών κακών, τα οποία συμβαίνουν εις τας πόλεις, ημπορούσαν να είναι τέλειοι εις την αρετήν ή την κακίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά είπες, και εννοούμεν τι θέλεις να ειπής.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν με τον καιρόν και όσον επληθύνετο το γένος μας δεν επροχωρούσε εις όλον το σημερινόν καθεστώς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όχι βέβαια αιφνιδίως, καθώς φαίνεται, αλλά ολίγον κατ' ολίγον εις πάρα πολύ μεγάλον χρονικόν διάστημα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι πολύ πρέπον να έγινε ούτω πως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διότι, διά να αρχίσουν να καταβαίνουν από τα υψηλά μέρη εις τας πεδιάδας, υπήρχε, νομίζω, πρόσφατος εις την ακοήν όλων ο φόβος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε δεν εβλέποντο μεταξύ των με ευχαρίστησιν, αφού ήσαν ολιγοστοί εκείνην την εποχήν και αφού τα μέσα της συγκοινωνίας μεταξύ των και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν όλα σχεδόν εξηφανίσθησαν μαζί με τας τέχνας; Επομένως, νομίζω, δεν ήτο παρά πολύ δυνατόν να συναντώνται μεταξύ των. Διότι ο σίδηρος και ο χαλκός και όλα τα μέταλλα εχάθησαν συγχωνευθέντα, ώστε υπήρχε απόλυτος ανικανότης να ξεκαθαρίσουν αυτά εκ νέου, και η ξυλική δε ήτο σπανία. Διότι, και αν ακόμη είχε διασωθή κανέν εργαλείον εις τα όρη, εις ολίγον καιρόν εφθείρετο και εχάνετο, άλλα όμως δεν ημπορούσαν να κατασκευασθούν ενόσω δεν ήρχετο πάλιν εις τους ανθρώπους η τέχνη των μετάλλων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς ήτο δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά κατόπιν από πόσας γενεάς μας περνά η ιδέα ότι έγινε τούτο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι προφανές ότι κατόπιν από πάρα πολλάς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και αι τέχναι, όσαι έχουν ανάγκην σιδήρου και χαλκού και όλων των παρομοίων μετάλλων, δεν ήσαν εξηφανισμέναι τότε εις όλον αυτό το χρονικόν διάστημα και περισσότερον ακόμη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως δεν εξηφανίσθη και ο φατριασμός και ο πόλεμος την εποχήν εκείνην κατά πολλούς τρόπους;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρώτον μεν αγαπούσαν και εφέροντο ως φίλοι μεταξύ των ένεκα της ερημίας, έπειτα δεν ήτο περιζήτητος η τροφή των με κινδύνους. Διότι δεν υπήρχε έλλειψις βοσκής, εκτός ίσως εις ολίγους εις την αρχήν, η οποία βεβαίως ήτο ο κυριότερος πόρος της ζωής των την εποχήν εκείνην. Δηλαδή από γάλα και κρέατα δεν είχαν καμμίαν έλλειψιν, εκτός δε τούτου και από το κυνήγιον δεν επρομηθεύοντο μηδαμινήν τροφήν ούτε ολίγην. Και βεβαίως και από ενδυμασίας και στρώματα και κατοικίας και σκεύη μαγειρικά και οικιακά είχαν αφθονίαν. Διότι αι κεραμοπλαστικαί τέχναι και αι πλεκτικαί δεν έχουν καμμίαν ανάγκην του σιδήρου. Όλα δε αυτά ο θεός έδωκε εις αυτάς τας δύο τέχνας να τα προμηθεύουν εις τους ανθρώπους, διά να ημπορή, οσάκις καταντούν εις την ιδίαν στενοχωρίαν, να ευρίσκη αναγέννησιν και πρόοδον το ανθρώπινον γένος. Επομένως εξ αιτίας αυτού δεν ήσαν πολύ πτωχοί, ούτε εστενοχωρούντο από την πτωχείαν, διά να γίνουν διαφορετικοί από ό,τι ήσαν. Πλούσιοι δε δεν ήτο δυνατόν να γίνουν ποτέ, αφού τους έλειπε ο χρυσός και ο άργυρος. Αλλά εις όποιον συνοικισμόν δεν συγκατοικεί ούτε ο πλούτος ούτε η πτωχεία, σχεδόν εις αυτήν αναδεικνύονται τα πλέον ευγενή ήθη. Διότι δεν συγκατοικεί η ύβρις και η αδικία, αι δε ζηλοτυπίαι και οι φθόνοι πάλιν δεν γεννώνται. Επομένως δι' αυτούς τους λόγους ήσαν βεβαίως αγαθοί και δι' εκείνο που ονομάζεται ευπιστία. Δηλαδή όσα ήκουαν ότι είναι καλά και κακά, επειδή ήσαν ευήθεις (απόνηροι), τα ενόμιζαν αληθινά και τα επίστευαν. Δηλαδή να υποπτευθή το ψεύδος κανείς δεν εγνώριζε από σοφίαν (εξυπνάδα) καθώς τόρα, αλλά επίστευαν ως αληθή όσα λέγονται περί θεών και ανθρώπων και έζων συμφώνως με αυτά. Δι' αυτό ακριβώς ήσαν εντελώς τοιούτοι, οποίους τους επεριγράψαμεν προ ολίγου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εγώ τουλάχιστον και ο φίλος απ' εδώ συμφωνούμεν εις αυτά τελείως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν θέλετε να παραδεχθώμεν ότι πολλαί γενεαί έζησαν προ του κατακλυσμού κατ' αυτόν τον τρόπον και ότι θα ήσαν ατεχνότεραι και αμαθέστεραι από τας σημερινάς και ως προς τας άλλας τέχνας και ως προς τας πολεμικάς, αι οποίαι σήμερον γίνονται κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, ακόμη δε και όσαι γίνονται μέσα εις μίαν πόλιν, αι οποίαι λέγονται δίκαι και κομματικά, και εφευρίσκουν με λόγους και με έργα όλας τας μεθόδους διά να κακοποιούνται και αδικούνται μεταξύ των, ότι όμως θα ήσαν πλέον απόνηροι και ανδρειότεροι και συγχρόνως σωφρονέστεροι και γενικώς δικαιότεροι; Την δε αιτίαν αυτήν την ανεπτύξαμεν προηγουμένως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας παραδεχθώμεν αυτά και ας ειπούμεν ακόμη και όλα όσα είναι συνέπεια αυτών, διά να εννοήσωμεν ποία άραγε ανάγκη νομοθεσίας υπήρχε εις τους τότε, και ποίος υπήρξε νομοθέτης εις αυτούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά το είπες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν θα ειπούμεν άραγε ότι ούτε εκείνοι είχαν ανάγκην νομοθετών, ούτε ήτο συνηθισμένον να συμβαίνη το τοιούτον εκείνην την εποχήν; Διότι βεβαίως ούτε γράμματα ακόμη δεν είχαν όσοι εγεννήθησαν εις αυτό το μέρος της χρονικής περιόδου, αλλά ζουν με τα έθιμα και ακολουθούντες τους λεγομένους πατροπαραδότους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως όμως τούτο είναι πλέον κάποιος τρόπος πολιτεύματος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίος;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μου φαίνεται ότι το πολίτευμα της εποχής αυτής όλοι το ονομάζουν δυναστείαν (καπετανάτον), η οποία και σήμερον ακόμη υπάρχει εις πολλά μέρη και εις τον Ελληνισμόν και εις τα ξένα κράτη. Αναφέρει δε και ο Όμηρος ότι αυτή υφίστατο εις τον συνοικισμόν των Κυκλώπων, διότι λέγει:

Αυτοί δεν έχουν σύνοδον γερόντων ούτε δίκας (3) αλλά των υψηλών βουνών τις ράχες κατοικούνε σε λαξευμένα σπήλαια, και ο καθείς δικάζει μόνος γυναίκα και παιδιά, και άλλον δεν λογαριάζει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως σας φαίνεται ότι αυτός ο ποιητής μας ήτο πολύ χαριτωμένος. Και βεβαίως και άλλα μέρη από τα ποιήματά του πολύ χαριτωμένα εξετάσαμεν, όμως ας μην είναι πολλά. Διότι ημείς οι Κρήτες δεν μεταχειριζόμεθα τόσον πολύ τα ξενικά ποιήματα.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Ημείς δε πάλιν τα μεταχειριζόμεθα μεν και φαίνεται ότι αυτός είναι ανώτερος από την ομοίαν (επικήν) ποίησιν, δεν είναι όμως σύμφωνος με τα Λακωνικά έθιμα, αλλά μάλλον παριστάνει πάντοτε βίον κάπως Ιωνικόν. Τόρα όμως φαίνεται ότι καλά επικυρώνει τον λόγον σου, διότι μας επανέφερε την μυθολογίαν εις την αρχέγονον κατάστασιν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα, τον επικυρώνει βεβαίως και ας θεωρήσωμεν αυτόν ως αγγελιοφόρον, ότι τοιαύτα πολιτεύματα εχρημάτισαν κάποτε.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν δεν προήλθαν από αυτάς τας μοναχικάς κατοικίας, αι οποίαι ένεκα της ερημώσεως των καταστροφών χωρίζονται κατά γενεάς, εις τας οποίας εξουσιάζει ο γεροντότερος, διότι η αρχή αυτών οφείλεται εις τον πατέρα ή εις την μητέρα, τους οποίους ακολουθούν καθώς τα πετεινά και σχηματίζουν μίαν αγέλην, ως πατριάν και ως βασιλείαν, η οποία είναι η δικαιοτέρα από όλας τας άλλας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν όμως βεβαίως σχηματίζουν κοινότητα μεγαλιτέραν κατασκευάζοντες μεγαλιτέρας πόλεις, και επιδίδονται κατ' αρχάς εις την καλλιέργειαν των πλησιεστέρων προς τα όρη πεδιάδων, και κατασκευάζουν ως περιφράγματα ακανθωτά κάπως περιτειχίσματα προς προφύλαξιν από τα ζώα, και αποτελούν πάλιν μίαν κοινήν και μεγάλην κατοικίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Φαίνεται τουλάχιστον πιθανόν να γίνωνται κατ' αυτόν τον τρόπον αυτά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα; Τούτο τάχα δεν φαίνεται πιθανόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όσον οι συνοικισμοί αυτοί εγίνοντο μεγαλίτεροι από τους μικρούς και πρώτους, εξηκολούθει να αντιπροσωπεύεται έκαστος από τους μικρούς με το γένος του διατηρών τον γεροντότερον του ως αρχηγόν και κάποια ιδιαίτερα ιδικά του έθιμα ένεκα της χωριστής κατοικίας, διάφορα αναλόγως των γονέων των και των παιδαγωγών των, εις τα οποία εσυνήθισαν και σχετικώς με τους θεούς και σχετικώς με τον εαυτόν των και τα οποία ήσαν των αξιοπρεπών αξιοπρεπέστερα και των ανδροπρεπών ανδροπρεπέστερα. Και με ιδιαίτερον τρόπον έκαστος επισφράγιζε τας ιδικάς του προαιρέσεις εις τους υιούς του και τους υιούς των υιών του, καθώς είπαμεν, και ήλθαν εις τον μεγαλύτερον συνοικισμόν έχοντες ιδιαιτέρους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι βεβαίως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως είναι επόμενον τουλάχιστον τους ιδικούς του νόμους να τους αρέση έκαστος, τους δε νόμους των άλλων κατά δεύτερον λόγον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν επατήσαμεν σχεδόν εις την αρχήν του πολιτεύματος χωρίς να το καταλάβωμεν, καθώς φαίνεται.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τουλάχιστον είναι επόμενον κατόπιν εκείνοι που συνηντήθησαν να εκλέξουν αντιπροσώπους των, οι οποίοι εξήτασαν τα νόμιμα όλων και από αυτά όσα ήρεσαν περισσότερον εις αυτούς διά την κοινότητα, τα έδειξαν εις τους αρχηγούς και οδηγούς του λαού και τρόπον τινά τους βασιλείς και τα υπέβαλαν εις έγκρισιν, και αυτοί μεν βεβαίως είναι πρέπον να ονομασθούν νομοθέται, διορίσαντες δε τους άρχοντας και ιδρύσαντες κάποιαν αριστοκρατίαν από τας δυναστείας ή και βασιλείαν, θα ζήσουν με αυτό το μεταβληθέν πολίτευμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τουλάχιστον εις το εξής ημπορεί να γίνεται με αυτόν τον τρόπον και τον δρόμον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας θεωρήσωμεν ότι τρίτον είδος πολιτεύματος είναι εκείνο εις το οποίον συμπίπτουν όλα τα είδη και τα παθήματα των πολιτευμάτων και των πόλεων συγχρόνως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον λοιπόν είναι αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εκείνο που ετόνισε μετά το δεύτερον και ο Όμηρος, διηγούμενος ότι εκτίσθη κατά τον εξής τρόπον. Λέγει δηλαδή:

Την Δαρδανίαν έκτισε (ο Δάρδανος). Η απόρθητη δε Τροία (4), πόλις ανθρώπων λογικών, δεν είχε κτισθή κάτω, αλλ' έκειτο 'ς τους πρόποδας της ραχωτής της Ίδης.

Βεβαίως δε αυτοί οι στίχοι και όσους είπε διά τους Κύκλωπας είναι κάπως εμπνευσμένοι από τον θεόν και από την φύσιν. Διότι είναι θείον, αφού βεβαίως είναι ενθουσιαστικόν το γένος των ποιητών και όταν στιχουργή θίγει πάντοτε πολλά που έγιναν πραγματικώς με κάποιαν βοήθειαν των Χαρίτων και των Μουσών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας προχωρήσωμεν ακόμη εις τα προηγούμενα από τον μύθον ο οποίος μας κατέβηκε τόρα. Διότι πολύ πιθανόν να μας πληροφορήση τίποτε από ό,τι επιθυμούμεν. Λοιπόν συμφωνείτε;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν είπαμεν ότι η Τροία από τα υψηλά μετεφέρθη εις μεγάλην και καλήν πεδιάδα, εις κάποιον λόφον όχι υψηλόν, ο οποίος είχε πολλούς ποταμούς πηγάζοντας από τα υψηλά μέρη της Ίδης.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό λέγουν τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν φρονούμεν άραγε ότι τούτο συνέβη εις το πολύ χρονικόν διάστημα το οποίον εμεσολάβησε μετά τον κατακλυσμόν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι εις το πολύ διάστημα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φαίνεται λοιπόν ότι τότε τους εκυρίευσε αυτούς φρικώδης λήθη της καταστροφής, την οποίαν λέγομεν τόρα, αφού ετοποθέτησαν την πόλιν των κάτω από τόσον πολλούς ποταμούς και πηγάζοντας από υψηλά όρη, βασισθέντες εις όχι πολύ υψηλούς λόφους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν είναι προφανές ότι ήσαν εις πολύ μεγάλην χρονικήν απόστασιν από αυτό το πάθημα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και άλλαι όμως πόλεις, νομίζω, τότε πλέον υπήρχαν με την αύξησιν του πληθυσμού των ανθρώπων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αι οποίαι βεβαίως και εξεστράτευσαν εναντίον αυτής, και μάλιστα ίσως παράλιαι, επειδή πλέον αφόβως εσυγκοινωνούσαν με την θάλασσαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Έτσι φαίνεται.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

   Αφού δε έμειναν οι Αχαιοί επί δέκα έτη, ανεστάτωσαν την
   Τροίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν εις αυτό το χρονικόν διάστημα, το δεκαετές, που επολιορκείτο η Τροία, άραγε εις την πατρίδα καθενός από τους πολιορκητάς δεν εγίνοντο πολλά κομματικά των νέων, οι οποίοι και όταν επέστρεψαν οι πολεμισταί εις τας πατρίδας και τας οικίας των δεν τους υπεδέχθησαν καλώς ούτε δικαίως, αλλ' εις τρόπον ώστε να γίνουν θάνατοι και σφαγαί και φυγαί πλείστοι όσαι; Οι οποίοι πάλιν εκδιωχθέντες επέστρεψαν με άλλο όνομα, ονομασθέντες Δωριείς αντί Αχαιών, διότι εκείνος όστις συνεκέντρωσε όλους τους τότε φυγάδας ήτο Δωριεύς. Και μάλιστα αυτά όλα πλέον απ' εδώ και εις το εξής σεις οι Λακεδαιμόνιοι τα διηγείσθε και τα αναπτύσσετε.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και απ' εδώ ακριβώς αρχίσαμεν την παρέκβασιν, ενώ ωμιλούσαμεν περί νόμων, παρασυρθέντες από την μουσικήν και τα μεθύσια, και τόρα πάλιν εις τα ίδια επεστρέψαμεν, κάπως με την βοήθειαν του θεού, και ο λόγος μας μας δίδει κάποιαν αφορμήν. Δηλαδή έρχεται εις αυτόν τον συνοικισμόν της Λακεδαίμονος, ο οποίος σεις είπατε ότι έγινε ορθώς καθώς και η Κρήτη, διότι έχουν συγγενείς νόμους. Τόρα λοιπόν τούτο τουλάχιστον εκερδίσαμεν από την περιπλάνησιν της συζητήσεώς μας, η οποία εξήτασε κάποια πολιτεύματα και συνοικισμούς. Είδαμεν πρώτην και δευτέραν και τρίτην πόλιν, αι οποίαι, καθώς φρονούμεν, είναι συνέχεια του συνοικισμού μεταξύ των εις κάποια απέραντα χρονικά διαστήματα. Τόρα δε βεβαίως μας παρουσιάζεται ως τέταρτον αυτό το είδος της πολιτείας, και, αν αγαπάτε, μας παρουσιάζεται έθνος το οποίον εγκατεστάθη κάποτε και ευρίσκεται και σήμερα ακόμη εις την κατοικίαν του. Από όλα δε αυτά διά να εννοήσωμεν κάπως ποίον συνοικίσθη καλώς ή όχι και ποίοι νόμοι συντελούν να διατηρούν όσα διατηρούνται και να καταστρέφουν όσα καταστρέφονται, και ποία με ποία αν αντικαταστήσωμεν ημπορούμεν να κάμωμεν μίαν πόλιν ευτυχή, καλέ Μέγιλλε και Κλεινία, αυτά όλα λοιπόν πρέπει πάλιν σχεδόν από την αρχήν να τα συζητήσωμεν, εάν δεν ευρίσκωμεν καμίαν παρατήρησιν εις όσα εσυζητήσαμεν.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Εάν τουλάχιστον, καλέ Ξένε, μας υποσχεθή κανείς θεός, ότι, εάν δοκιμάσωμεν διά δευτέραν φοράν την έρευναν της νομοθεσίας, δεν θα ακούσωμεν χειρότερους ούτε κατωτέρους λόγους από εκείνους που είπαμεν, εγώ ημπορώ να περιπατήσω πολύν δρόμον, και ημπορεί να μου φανή σύντομος η σημερινή ημέρα. Και όμως βεβαίως είναι η ημέρα των τροπών του θεού από το θέρος εις τον χειμώνα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να τα ερευνήσωμεν αυτά.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν με τον νουν μας ας έλθωμεν εις εκείνην την εποχήν που η Λακεδαίμων και το Άργος και η Μεσσήνη και τα συνδεόμενα με αυτάς μέρη ήσαν, καλέ Μέγιλλε, υποχείρια εντελώς εις τους προγόνους σας. Λοιπόν κατόπιν αυτοί απεφάσισαν, καθώς βέβαια λέγεται ο μύθος, να μοιράσουν εις τρία το στράτευμα και να συνοικίσουν τρεις πόλεις, το Άργος, την Μεσσήνην και την Λακεδαίμονα.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

   Και βασιλεύς μεν του Άργους έγινε ο Τήμενος, της δε
   Μεσσήνης ο Κρεσφόντης, της δε Λακεδαίμονος ο Προκλής και ο
   Ευρυσθένης.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς όχι βεβαίως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν εις αυτούς όλοι οι τοτινοί ωρκίσθησαν να τους βοηθήσουν, εάν τυχόν θελήση κανείς να βλάψη την βασιλείαν των.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά μήπως τάχα δι' όνομα του Διός καμμία βασιλεία ή άλλη εξουσία κατηργήθη ποτέ από άλλους παρά από τους ιδίους; Ή μήπως προ ολίγου μεν που ήλθε εις αυτά η συζήτησίς μας τα παρεδέχθημεν ούτω πως, τόρα όμως τα αλησμονήσαμεν;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τόρα ακριβώς περισσότερον θα το επικυρώσωμεν αυτό. Διότι, αφού επετύχαμεν έργα που έγιναν, καθώς φαίνεται, επεστρέψαμεν εις την ιδίαν συζήτησιν, ώστε δεν θα ερευνήσωμεν με τον αέρα το ζήτημα μας, αλλά με το πραγματικόν γεγονός και το αληθινόν (5). Συνέβησαν δε τα εξής: Αι τρεις βασιλείαι εις τας τρεις βασιλευομένας πόλεις ωρκίσθησαν μεταξύ των η καθεμία, συμφώνως με τους κοινούς νόμους τους οποίους ενομοθέτησαν διά τους αρχηγούς και διά τους εξουσιαζομένους (υπηκόους), οι μεν πρώτοι ότι δεν θα καταστήσουν την εξουσίαν βιαιοτέραν με τον καιρόν και με την εξέλιξιν της φυλής των, οι δε δεύτεροι ότι, ενόσω φυλάττουν αυτά οι άρχοντες των, ούτε οι ίδιοι θα καταργήσουν ποτέ την βασιλείαν, ούτε εις άλλους θα επιτρέψουν, εάν δοκιμάσουν, αλλά θα βοηθήσουν και οι βασιλείς τους βασιλείς και τους δήμους, όταν αδικούνται, και οι δήμοι τους δήμους και τους βασιλείς, εάν αδικούνται. Άραγε δεν είναι έτσι;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν εις την ίδρυσιν των πολιτευμάτων τα οποία ενομοθετούντο εις αυτάς τας τρεις πόλεις δεν υπήρχε το σπουδαιότερον πράγμα, αδιάφορον αν οι βασιλείς ήσαν οι νομοθέται των ή κάποιοι άλλοι;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Ποίον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το να είναι σύμμαχοι αι δύο πόλεις εναντίον της μιας πάντοτε, η οποία ήθελε απειθήσει εις τους τεθέντας νόμους;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αυτό είναι φανερόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως τούτο βεβαίως επιβάλλουν οι περισσότεροι εις τους νομοθέτας, δηλαδή να θέτουν τοιούτους νόμους ώστε να τους δέχωνται προθύμως αι δήμοι και το πλήθος, καθώς εάν κανείς διέτασσε τους δικαστάς ή τους ιατρούς να περιποιούνται και να θεραπεύουν τα σώματα με ηδονήν.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως βεβαίως είναι αρκετόν πολλάκις, εάν κανείς με όχι μεγάλην λύπην ημπορέση να καταστήση τα σώματα ευεκτικά και υγιή.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη όμως και το εξής υπήρχε εις τους τοτινούς, το οποίον δεν είναι ασήμαντον διά την ευκολίαν της νομοθετήσεως νόμων.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν υπήρχε διά τους νομοθέτας η μεγαλιτέρα μομφή, όταν εδημιούργησαν κάποιαν ισότητα της περιουσίας, καθώς συμβαίνει εις πολλάς άλλας πόλεις αι οποίαι θέτουν νόμους, εάν θελήση κανείς να μετακινήση την κτηματικήν περιουσίαν και την απόσβεσιν των χρεών, διότι βλέπει ότι χωρίς αυτά δεν θα ημπορέση να εφαρμοσθή αρκετά η ισότης. Και λοιπόν, εάν ο νομοθέτης δοκιμάση να μετακινήση τίποτε από αυτά, έκαστος τον αντικρούει λέγων ότι δεν πρέπει να κινή τα ακίνητα, και καταράται και τον εισηγητήν του αναδασμού της γης και της αποκοπής των χρεών, ώστε να περιέρχεται έκαστος εις απορίαν. Εις τους Δωριείς όμως βεβαίως και τούτο υπήρχε καλώς και αισίως, ώστε να μοιράσουν την γην χωρίς φιλονικίας, και χρέη πολλά και παλαιά δεν υπήρχαν.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν, αγαπητοί μου, πώς εβάδισε τόσον κακώς ο συνοικισμός και η νομοθεσία αυτών;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς δηλαδή και τι κατακρίνεις εις αυτούς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι, εάν έγιναν τρεις συνοικισμοί, τα δύο μέρη από αυτούς ταχέως κατέστρεψαν το πολίτευμα και τους νόμους, και μόνον το έν έμεινε, δηλαδή η ιδική σας πόλις.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Δεν είναι πολύ εύκολος η ερώτησις που μου αποτείνεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως ημείς βεβαίως με αυτό τώρα που σκεπτόμεθα και ερευνώμεν περί νόμων οφείλομεν να παίξωμεν μίαν γεροντικήν διασκέδασιν σωφρόνως, και να περάσωμεν τον δρόμον ακούραστοι, καθώς είπαμεν, όταν αρχίσαμεν την οδοιπορίαν μας.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι; Και πρέπει να κάμωμεν όπως λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ποίαν λοιπόν καλλιτέραν έρευναν ημπορούμεν να κάμωμεν περί νόμων ή περί των προσώπων τα οποία διερρύθμισαν αυτούς; Ή διά ποίας άλλας πόλεις και διά ποίους επιτυχεστέρους και μεγαλιτέρους συνοικισμούς θα είχαμεν να σκεφθώμεν;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Δεν είναι εύκολον να αναφέρωμεν άλλας εις την θέσιν τούτων.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν σχεδόν είναι ευνόητον ότι οι τοτινοί ενόμιζαν ότι η διάταξις αυτή δεν θα είναι μόνον διά την Πελοπόννησον χρήσιμος αλλά και δι' όλους τους Έλληνας, εάν εδοκίμαζε κανείς από τους βαρβάρους να τους αδικήση, καθώς μίαν φοράν οι κατοικούντες εις τα μέρη της Τροίας, βασιζόμενοι εις την δύναμιν των Ασσυρίων, η οποία ήκμαζεν εις την εποχήν του Νίνου, με το θράσος των επροκάλεσαν τον πόλεμον εναντίον της Τροίας. Διότι το γόητρον του κράτους εκείνου το διατηρούμενον ακόμη δεν ήτο μικρόν. Και καθώς τόρα ημείς φοβούμεθα τον μέγαν βασιλέα, ομοίως εφοβούντο και οι τοτινοί τον συνασπισμόν εκείνον. Διότι υπήρχε μεγάλη αφορμή εναντίον των η διά δευτέραν φοράν άλωσις της Τροίας. Διότι ήτο μικρόν μέρος του κράτους εκείνων. Συμφώνως λοιπόν με όλας αυτάς τας συνθήκας η ενιαία διάταξις του στρατοπέδου εκείνου, η οποία εμοιράσθη εις τρεις πόλεις από αδελφούς βασιλείς, υιούς του Ηρακλέους, εφάνη ότι εφευρέθη και εκανονίσθη καλώς και ότι ήτο ανωτέρα από την εκστρατεύσασαν εναντίον της Τροίας. Διότι πρώτον μεν τους αρχηγούς Ηρακλείδας τους ενόμιζαν ότι είναι καλλίτεροι από τους Πελοπίδας, έπειτα πάλιν ότι το στρατόπεδον τούτο ήτο ανώτερον κατά την ανδρείαν από το εκστρατεύσαν εναντίον της Τροίας. Διότι αυτοί μεν ενίκησαν, ενώ από αυτούς εκείνοι ενικήθησαν, δηλαδή οι Αχαιοί από τους Δωριείς. Άραγε δεν πρέπει να φρονούμεν ότι κατά αυτόν τον τρόπον και με αυτήν την σκέψιν έθεσαν τους νόμους οι τότε;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν είναι επόμενον και να πιστεύουν ότι θα είναι ασφαλής αυτή η κατάστασίς των και θα διατηρηθή πολύν καιρόν, αφού είχαν λάβει μέρος εις πολλούς κόπους και κινδύνους μαζί, και αφού ετακτοποιήθησαν από έν γένος των βασιλέων, οι οποίοι ήσαν αδελφοί, και εκτός τούτου είχαν ακόμη και πολλούς άλλους μάντεις και τον Απόλλωνα των Δελφών;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς δεν είναι επόμενον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν αυταί αι μεγάλαι ελπίδες, καθώς φαίνεται, επέταξαν τότε ταχέως, εκτός, καθώς είπαμεν προ ολίγου, εκείνου του μικρού μέρους εις τον ιδικόν σας τόπον. Και αυτό δε ακόμη δεν έπαυσε ποτέ μέχρι σήμερον να έχη πολέμους προς τα άλλα δύο μέρη. Άλλως όμως, εάν επραγματοποιείτο το σχέδιον εκείνο και ήσαν σύμφωνοι εις μίαν γνώμην, θα έδιδε δύναμιν ακαταμάχητον διά τον πόλεμον.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πώς λοιπόν εχάθη; Άραγε δεν αξίζει τον κόπον να εξετάσωμεν, ποία άραγε τύχη κατέστρεψεν έν τοιούτον σύστημα;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ ολίγον βεβαίως θα ήξιζε να ερευνά κανείς άλλο μέρος ή άλλους νόμους και πολιτεύματα διά να ιδή ότι διασώζουν καλά και σπουδαία πράγματα ή ότι αντιθέτως τα καταστρέφουν εντελώς, εάν δεν προσέξη εις αυτά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ως προς αυτό λοιπόν, καθώς φαίνεται, με καλήν σύμπτωσιν επατήσαμεν εις έν σπουδαίον ζήτημα.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν, αξιοθαύμαστε φίλε, όλοι οι άνθρωποι και μάλιστα και ημείς τόρα πλανώμεθα που νομίζομεν ότι πάντα βλέπομεν ότι κάτι τι είναι σπουδαίον, εάν πραγματοποιηθή και ότι ημπορεί να έχη θαυμάσια αποτελέσματα, εάν βεβαίως εννοήση κανείς να το μεταχειρισθή καλά; Και μήπως αυτήν την φοράν είναι πιθανόν ούτε ορθώς να σκεπτώμεθα περί αυτού ούτε κατά φύσιν, και μάλιστα και όλοι ο άλλοι δι' όλα τα άλλα τα οποία θα εσκέπτοντο κατ' αυτόν τον τρόπον;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αλλά τι λοιπόν εννοείς, και εις τι να υποθέσωμεν ότι αναφέρεται αυτός σου ο λόγος;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητέ μου, και εγώ εγέλασα προ ολίγου τον εαυτόν μου. Δηλαδή ρίψας βλέμμα προς αυτήν την εκστρατείαν περί της οποίας ομιλούμεν μου εφάνη λαμπροτάτη και ότι θα επετύγχαναν θαυμάσιον απόκτημα οι Έλληνες, καθώς είπα, εάν τότε εμεταχειρίζείο κανείς αυτήν καλώς.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Λοιπόν άραγε συ δεν τα είπες όλα καλά και με νουν και ημείς δεν τα επεδοκιμάσαμεν καλά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ίσως. Σκέπτομαι όμως ότι έκαστος όταν ιδή κανέν πράγμα μεγάλον το οποίον έχει μεγάλην δύναμιν και ρωμαλεότητα, αμέσως παθαίνει αυτήν την φαντασίαν, ότι δηλαδή, εάν εγνώριζε ο κάτοχός της να την μεταχειρισθή, ενώ ήτο τοιούτου είδους και τόσον μεγάλη, θα επετύγχανε αξιοθαύμαστα πράγματα και σπουδαία και θα ήτο ευτυχής.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Λοιπόν δεν είναι και αυτό ακόμη ορθόν, ή πώς αλλέως εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρόσεξε λοιπόν να ιδής πού αποβλέπει όστις αποδίδει ορθώς τον έπαινον τούτον εις έκαστον και ομιλεί ορθώς. Και πρώτον δι' αυτό ακριβώς το σημερινόν μας ζήτημα, άραγε εάν εγνώριζαν να τακτοποιήσουν το στρατόπεδον καθώς πρέπει οι τοτινοί νομοθέται, πώς θα επετύγχαναν το πρέπον; Όχι άραγε, εάν το συνέτασσαν ασφαλώς και το διέσωζαν εις όλον τον καιρόν, ώστε και οι ίδιοι να είναι ελεύθεροι και αρχηγοί άλλων όσων επεθύμουν και γενικώς μεταξύ όλων των ανθρώπων και των Ελλήνων και των βαρβάρων να πράττουν ό,τι επιθυμήσουν και οι ίδιοι και οι απόγονοι των; Μήπως τάχα αυτό δεν ήτο η επιθυμία των;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν άραγε και όστις βλέπει μέγαν πλούτον ή τιμάς οικογενειακάς ανωτέρας ή και οτιδήποτε παρόμοιον και ειπή αυτά τα ίδια, δεν τα είπε αποβλέπων εις αυτό, ότι δηλαδή δι' αυτό ημπορούν να εκτελεσθούν εις αυτόν όλα όσα επιθυμεί ή τα περισσότερα και σπουδαιότερα;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εμπρός λοιπόν, άραγε υπάρχει όλων των ανθρώπων μία κοινή επιθυμία, δηλαδή αυτή την οποίαν συζητούμεν, καθώς διισχυρίζεται αυτός ο τελευταίος λόγος;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το να γίνωνται όσα γίνονται, συμφώνως με την θέλησιν της ιδικής του ψυχής, και κυρίως μεν όλα, ειδεμή, τουλάχιστον τα ανθρώπινα;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι άλλο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, αφού τούτο όλοι επιθυμούμεν πάντοτε, και όταν είμεθα παίδες και όταν είμεθα άνδρες και γέροντες, δεν έπεται ότι αυτό το ίδιον ευχόμεθα έως εις το τέλος;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλ' άραγε διά τους φίλους μας δεν ευχόμεθα επίσης τα ίδια, τα οποία εύχονται εκείνοι διά τον εαυτόν των;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και δεν είναι φίλος ο υιός με τον πατέρα, ενώ εκείνος είναι παιδί και αυτός ανήρ;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως από όσα θα ευχηθή το παιδί να του έλθουν, πολλά ο πατήρ του θα ευχηθή εις τους θεούς διόλου να μη έλθουν συμφώνως με τας ευχάς του υιού του.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Θα εννοής, χωρίς άλλο, όταν εύχεται, ενώ είναι ανόητος και εκτός τούτου και νέος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ακόμη δε βεβαίως και όταν ο πατήρ του είναι γέρων ή υπερβολικά νέος και δεν γνωρίζη τίποτε από τα καλά και δίκαια, εύχεται δε με πολλήν προθυμίαν, ενώ ευρίσκεται εις συμφοράς ομοίας με εκείνας που συνέβησαν εις τον Θησέα απέναντι του ατυχώς αποθανόντος Ιππολύτου, ο υιός όμως τας γνωρίζη, τότε, νομίζεις, θα συμφωνή η ευχή του παιδιού με τον πατέρα;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Εννοώ αυτό που λέγεις. Δηλαδή μου φαίνεται ότι εννοείς, ότι δεν πρέπει να ευχώμεθα και να βιαζώμεθα πώς να ακολουθήσουν όλα την θέλησίν μας, όχι όμως και η θέλησίς μας να ακολουθή διόλου την φρόνησίν μας, ενώ αυτό πρέπει και η πόλις και έκαστος από ημάς να εύχεται και να επιδιώκη, δηλαδή, πώς να αποκτήση νουν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα, και ωρισμένως ότι ο πολιτικός και ο νομοθέτης πρέπει πάντα αυτά να λάβη υπ' όψιν του, όταν θέτη τας διατάξεις των νόμων, και μόνος μου το ενθυμήθην και εις εσάς υπενθυμίζω όσα είπαμεν εις την αρχήν, αν ενθυμήσθε, ότι δηλαδή των δύο σας μεν η προτροπή ήτο ότι ο αγαθός νομοθέτης πρέπει όλους τους νόμους να τους θέτη χάριν του πολέμου, εγώ όμως έλεγα ότι η αφεντιά σας προτρέπει, ενώ όλαι αι αρεταί είναι τέσσαρες, συμφώνως με την μίαν μόνον να θέσωμεν τους νόμους, ενώ βεβαίως έπρεπε ολόκληρον μεν κυρίως την αρετήν να λάβωμεν υπ' όψιν, προ πάντων όμως και πρώτην την ηγεμονίδα όλης της αρετής, και ότι αυτή είναι η φρόνησις και ο νους και η γνώμη μαζί με τον πόθον και την επιθυμίαν η οποία ακολουθεί αυτά. Τόρα λοιπόν πάλιν επιστρέφει εις το ίδιον σημείον η συζήτησίς μας, και εγώ που τα είπα λέγω πάλιν ό,τι έλεγα τότε, εάν μεν αγαπάτε, ως να παίζω, ειδεμή, σοβαρώς, ότι δηλαδή το να κάμνη κανείς χρήσιν της ευχής είναι επισφαλές, εάν δεν έχη νουν, και ότι πρέπει να του συμβαίνουν τα αντίθετα από ό,τι επιθυμεί. Αν δε θέλετε να παραδεχθήτε ότι τα λέγω σοβαρώς, παραδεχθήτε το. Οπωσδήποτε ελπίζω ότι τόρα θα σας ιδώ να παρακολουθήτε πολύ καλά την συζήτησιν, την οποίαν εθέσαμεν προ ολίγου, ότι δηλαδή της καταστροφής των βασιλέων και όλου του σχεδίου των δεν είναι αιτία η δειλία, ούτε ότι δεν εγνώριζαν τα πολεμικά οι αρχηγοί και όσοι ώφειλαν να υποτάσσωνται, αλλά από όλην την άλλην κακίαν κατεστράφησαν, προ πάντων όμως από την περιστρεφομένην εις τα σπουδαιότερα της ανθρωπότητας ζητήματα αμάθειαν. Αυτά λοιπόν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον συνέβησαν εις εκείνα τα συμβάντα και τόρα ομοίως ότι γίνονται, όταν γίνονται, θα προσπαθήσω προχωρών εις την συνέχειαν του λόγου να τον ανακαλύπτω και όσον μου είναι δυνατόν να το δεικνύω και εις εσάς, επειδή είσθε φίλοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Με λόγους να σε επαινέσωμεν, καλέ Ξένε, είναι ενοχλητικόν κάπως, θα σε επαινέσωμεν όμως πολύ με τα έργα μας. Δηλαδή προθύμως θα παρακολουθήσωμεν τους λόγους σου, και εκεί φαίνεται καθαρά ποίος επαινεί ελευθέρως και ποίος όχι.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Πολύ λαμπρά, καλέ Κλεινία, και πρέπει να κάμωμεν ό,τι λέγεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό θα γίνη, αν θέλη ο θεός. Μόνον λέγε συ και μη σε μέλει.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν συνεχίζοντες τόρα τον δρόμον της συζητήσεώς μας λέγομεν ότι η πολύ μεγάλη αμάθεια κατέστρεψε τότε εκείνην την δύναμιν και ότι αυτή και τόρα το ίδιον επλάσθη διά να εκτελή, ώστε ο νομοθέτης τουλάχιστον, αν αυτό είναι αληθές, πρέπει να προσπαθήση να δώση εις τας πόλεις όσον είναι δυνατόν παρισσοτέραν φρόνησιν, την δε ανοησίαν να την εκδιώξη όσον το δυνατόν περισσότερον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Φανερόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ποίον είδος αμαθείας είναι δίκαιον να θεωρήται ως το ανώτερον; Προσέχετε μήπως και σεις οι δύο εγκρίνετε τους λόγους μου. Εγώ λοιπόν θεωρώ την εξής:

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όταν κανείς θεωρή κάτι τι ως καλόν ή αγαθόν, και όμως δεν το αγαπά, αλλά το μισή, εκείνο δε το οποίον θεωρεί ως κακόν και άδικον το αγαπά και το προτιμά. Αυτήν την ασυμφωνίαν μεταξύ λύπης ή ηδονής και της λογικής γνώμης εγώ την θεωρώ ως την εσχάτην αμάθειαν, ως σπουδαιοτάτην δε διότι περιστρέφεται εις το περισσότερον περιεχόμενον της ψυχής. Διότι η δύναμις της ψυχής, η οποία λυπείται και χαίρει, είναι το ίδιον με τον δήμον και τον λαόν μιας πόλεως. Όταν λοιπόν η ψυχή αντιτάσσεται εις τας γνώσεις ή τας γνώμας ή τον λόγον, τα οποία εκ φύσεως είναι κυριαρχικά, τούτο εγώ το ονομάζω ανοησίαν, και ομοίως διά μίαν πόλιν, όταν εις τους άρχοντας και εις τους νόμους δεν υπακούη ο λαός, και μάλιστα και δι' έν άτομον, όταν υπάρχουν εντός της ψυχής του καλοί λόγοι και δεν τον ωφελούν διόλου, αλλά κάμνη μάλιστα όλως το αντίθετον από αυτούς, όλα αυτά τα είδη της αμαθείας εγώ τα θεωρώ ως τα φρικωδέστερα και διά την πόλιν και δι' έκαστον πολίτην, και όχι την αμάθειαν των τεχνιτών, αν τυχόν εννοείτε, φίλοι ξένοι, τα λεγόμενά μου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τα εννοούμεν, φίλε μου, και συμφωνούμεν με όσα λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν αυτό μεν ας μείνη κατ' αυτόν τον τρόπον αποφασισμένον και λεγόμενον, ότι δηλαδή όσοι πολίται είναι αμαθείς εις αυτά δεν πρέπει να τους αναθέσωμεν τίποτε σχετιζόμενον με την εξουσίαν και πρέπει να τους ονειδίζωμεν ως αμαθείς, και αν ακόμη είναι πολύ σκεπτικοί και εγυμνάσθησαν εις όλα τα χαριτολογήματα και την ψυχιχήν ευκινησίαν, αλλά τους αντιθέτους αυτών πρέπει να χαρακτηρίσωμεν ως σοφούς και αν, καθώς λέγει η παροιμία, ούτε το αλφάβητον ούτε κολύμβι γνωρίζουν, και εις αυτούς πρέπει να δώσωμεν την εξουσίαν ως έχοντας νουν. Διότι, φίλοι μου, πώς είναι δυνατόν χωρίς συμφωνίαν να υπάρξη και το ελάχιστον είδος φρονήσεως; Αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλά είναι πολύ δίκαιον η καλλιτέρα και μεγαλιτέρα συμφωνία να θεωρήται ως η μεγαλιτέρα σοφία, εις την οποίαν είναι μέτοχος όστις ζη συμφώνως με τον λόγον, όστις δε την στερείται είναι καταστροφεύς του οίκου του και ποτέ δεν αναδεικνύεται σωτήρ της πόλεως, αλλά όλως το αντίθετον θα αποδεικνύεται πάντοτε, όταν είναι αμαθής εις αυτά. Λοιπόν αυτά μεν, καθώς είπαμεν προ ολίγου, ας δεχθώμεν ότι ελέχθησαν κατ' αυτόν τον τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας δεχθώμεν βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως όμως είναι ανάγκη εις την πόλιν να υπάρχουν και άρχοντες και αρχόμενοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ καλά. Λοιπόν εις τους άρχοντας και αρχομένους ποίοι βαθμοί υπάρχουν και πόσοι, και εις τας μεγάλας και τας μικράς πόλεις, ομοίως δε και εις τας οικίας; Άραγε δεν είναι πρώτος βαθμός ο του πατρός και της μητρός και γενικώς να εξουσιάζουν οι γονείς τους απογόνους των δεν είναι εις όλα τα μέρη ορθώς ανεγνωρισμένον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεύτερος δε βαθμός είναι να εξουσιάζουν οι ευγενείς τους αγενείς, και τρίτος πάλιν σύμφωνος με αυτούς (τους ορισμούς), ότι πρέπει να εξουσιάζουν οι γεροντότεροι και να εξουσιάζωνται οι νεώτεροι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τέταρτος δε πάλιν το να εξουσιάζωνται οι δούλοι, να εξουσιάζουν δε οι αυθένται;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πέμπτος δε, νομίζω, να εξουσιάζη ο ανώτερος, να εξουσιάζεται δε ο κατώτερος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα χρήσιμον βαθμόν ανέφερες.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και ο οποίος μάλιστα υπάρχει εις όλα ανεξαιρέτως τα ζώα και συμφώνως με την φύσιν, καθώς είπε κάποτε ο Θηβαίος Πίνδαρος. Ο δε έκτος, καθώς φαίνεται, και ανώτερος βαθμός ίσως είναι ο διατάσσων να ακολουθή μεν ο αμαθής να προηγήται δε και να άρχη ο νουνεχής; Και όμως αυτό τουλάχιστον, σοφώτατέ μου Πίνδαρε, εγώ ποτέ δεν θα ημπορούσα να το χαρακτηρίσω ως παραφυσικόν, αλλά ότι επλάσθη εκ φύσεως η εξουσία του νόμου η εκουσία και όχι εκβιαστική.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΤΟΜΟΥ
54 of 77
15 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights