
The Project Gutenberg EBook of Laws and Epinomis, by Plato
This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.org
Title: Laws and Epinomis
Author: Plato
Translator: Kyriakos Zambas
Release Date: May 12, 2011 [EBook #36088]
Language: Greek
*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LAWS AND EPINOMIS ***
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _. Footnotes have been placed at the end of the book.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ Ν Ο Μ Ο I ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ Υ Ρ. Ζ Α Μ Π Α
ΤΟΜΟΣ Α'.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ Ν Ο Μ Ο I ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ Υ Ρ. Ζ Α Μ Π Α
ΤΟΜΟΣ Α'.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΞΕΝΟΥ ΚΛΕΙΝΙΑΣ ΚΡΗΣ ΜΕΓΙΛΛΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Α'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θεός κανείς ή άνθρωπος, φίλοι, ξένοι, ηξιώθη την πρωτοβουλίαν της θεσπίσεως νόμων εις υμάς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κάποιος θεός, καλέ Ξένε, και θεός, καθώς είναι βεβαίως δικαιότερον να το ειπούμεν έτσι· εις μεν τον ιδικόν μας τόπον ο Ζευς, εις δε την Λακεδαίμονα, από την οποίαν κατάγεται ο φίλος απ' εδώ, νομίζω ότι θεωρούν οι ίδιοι τον Απόλλωνα. Δεν είναι έτσι;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μη τυχόν λοιπόν λέγεις συμφώνως με τον Όμηρον, ότι δηλαδή ο Μίνως εσύχναζε κάθε εννέα έτη τακτικά εις την συνέντευξιν με τον πατέρα του και συμφώνως με τας φήμας του Διός ότι έθεσε τους νόμους εις τας ιδικάς σας πόλεις;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως λέγεται κατ' αυτόν τον τρόπον εις τα μέρη μας. Και μάλιστα και ο αδελφός του Ραδάμανθος (και βεβαίως έχετε ακούσει αυτό το όνομα) υπήρξε δικαιότατος. Λοιπόν ημείς οι Κρήτες ημπορούμεν να ειπούμεν ότι αυτός έλαβε αυτήν την δόξαν, διότι διεμοίραζεν ορθώς την δικαιοσύνην.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λαμπρά είναι αυτή η δόξα βεβαίως, αλλά και πολύ αρμοδία διά τον υιόν του Διός. Επειδή δε ανετράφητε μέσα εις τοιαύτα νομικά ήθη και συ και ο ξένος απ' εδώ, ελπίζω ότι πολύ ευχάριστα θα συζητήσωμεν σήμερον περί πολιτείας (πολιτεύματος) και νόμων ομιλούντες και ακούοντες ενώ προχωρούμεν εις τον δρόμον μας. Είναι δε χωρίς άλλο αρκετός ο δρόμος από την Κνωσόν έως εις το άντρον και τον ναόν του Διός, καθώς γνωρίζομεν εξ ακοής, και φυσικά υπάρχουν εις τον δρόμον αναψυκτικαί σκιαί κάτω από υψηλά δένδρα τώρα που κάμνει πολύ ζέστην, και αρμόζει εις τας ηλικίας μας να αναπαυώμεθα συχνά κάτω από αυτά, και ξεκουραζόμενοι με λόγους ψυχαγωγικούς να τελειώσωμεν τον δρόμον κατ' αυτόν τον τρόπον με ευκολίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως, φίλε Ξένε, όταν προχωρήσωμεν, υπάρχουν και κυπαρίσσια υψηλά και ωραία εις τα ιερά άλση και λιβάδια, όπου ημπορούμεν να μένωμεν και να αναπαυώμεθα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ορθά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως. Όταν όμως τα ιδούμεν, τότε περισσότερον θα επικυρώσωμεν το πράγμα. Ώστε ας προχωρήσωμε, με το καλό.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό ας γίνη. Και λέγε μου, σε παρακαλώ, προς τι εσύστησε ο νόμος εις τον τόπον σας τα συσσίτια και τα γυμναστήρια και την άσκησιν εις τα όπλα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εγώ νομίζω, φίλε ξένε, ότι είναι εύκολον να τα εννοήση ο καθείς τα ιδικά μας πράγματα τουλάχιστον. Δηλαδή η φύσις της χώρας όλης της Κρήτης, βλέπετε, δεν είναι καθώς της Θεσσαλίας πεδινή. Δι' αυτό ακριβώς εκείνοι μεν περισσότερον μεταχειρίζονται τους ίππους, ημείς δε πεζοπορίας. Διότι αυτή εδώ πάλιν είναι ανώμαλος και περισσότερον προσφυής διά την άσκησιν εις την πεζοπορίαν. Βεβαίως δε πρέπει εις τοιαύτα μέρη να έχη κανείς ελαφρά όπλα και να μην έχη βάρος όταν τρέχη. Λοιπόν η ελαφρότης των τόξων και των βελών φαίνεται ότι είναι αρμοδία. Αυτά λοιπόν όλα διά τον πόλεμρν εσυστηματοποιήθησαν όλα και ο νομοθέτης όλα αυτά, καθώς μου φαίνεται, τα συνέταξε έχων αυτό υπ' όψει του. Άλλως και τα συσσίτια φαίνεται ότι τα συνέστησε, διότι έβλεπε ότι εν καιρώ επιστρατείας όλοι αναγκάζονται ως εκ της φύσεως του πράγματος χάριν της περιφρουρήσεών των να έχουν συσσίτια εις το διάστημα αυτό. Λοιπόν μου φαίνεται ότι κατέκρινε τους περισσοτέρους ως αμαθείς, διότι δεν εννοούν ότι υπάρχει πάντοτε διαρκής πόλεμος διά βίου εις όλους προς όλας τας πόλεις. Αφού λοιπόν όταν είναι πόλεμος χάριν περιφρουρήσεως είναι ανάγκη να υπάρχουν συσσίτια και μερικοί άρχοντες και αρχόμενοι να γίνωνται με την σειράν φρουροί αυτών, τότε αυτό πρέπει να γίνη και εν καιρώ ειρήνης. Δηλαδή αυτό το οποίον οι περισσότεροι άνθρωποι το ονομάζουν ειρήνην, δεν είναι παρά μόνον όνομα, πραγματικώς όμως όλαι αι πόλεις προς όλας έχουν πάντοτε πόλεμον ακατάπαυστον εκ φύσεως. Και σχεδόν ερευνών ούτω πως θα εύρης ότι ο νομοθέτης των Κρητών τον πόλεμον κυρίως είχε υπ' όψει του όταν συνέταξε όλους τους δημοσίους και ιδιωτικούς νόμους εις ημάς, νομίζων ότι όλα τα άλλα δεν φέρουν καμμίαν ωφέλειαν, ούτε τα κτήματα, ούτε αι ασχολίαι, αν βεβαίως διά του πολέμου δεν είναι κανείς νικητής, και ότι όλα τα αγαθά των νικωμένων γίνονται κτήμα των νικητών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλώς βέβαια, φίλε Ξένε, μου φαίνεσαι ότι εγυμνάσθης εις το να κάμνης διάγνωσιν διά τα νόμιμα των Κρητών, το εξής όμως ειπέ ακόμη καθαρώτερα. Δηλαδή με τον ορισμόν τον οποίον ώρισες διά την έχουσαν καλόν πολίτευμα πόλιν, μου φαίνεται ότι εννοείς ότι πρέπει να κατοικούμεν πόλιν με τοιαύτας διατάξεις, ώστε εις τον πόλεμον να νικώμεν τας άλλας πόλεις. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα. Νομίζω ότι και απ' εδώ ο φίλος αυτήν την γνώμην έχει.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και πώς αλλέως δηλαδή ημπορούσε, λαμπρέ μου άνθρωπε, να απαντήση οποιοσδήποτε Λακεδαιμόνιος;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα άραγε μόνον εις πόλιν με πόλιν είναι τούτο ορθόν, εις χωρίον όμως με χωρίον άλλο είναι το ορθόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά; Το ίδιον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα; Εις οικίαν με οικίαν εντός του χωρίου, και εις άνδρα με άνδρα, ένα προς ένα, πάλιν το ίδιον είναι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Το ίδιον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Με τον εαυτόν του δε τον καθένα άραγε ωσάν με εχθρόν πρέπει να τον εκλάβωμεν; Ή πώς αλλέως να λέγωμεν τόρα πλέον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε Αθηναίε — δηλαδή εσέ δεν ήθελα να σε ονομάσω Αττικόν, διότι μου φαίνεται ότι είσαι άξιος να ονομάζεσαι με επίθετον παράγωγον από το όνομα της θεάς της σοφίας. Βεβαίως καλά έκαμες που ανέβασες τον λόγον εις αξίωμα και τον κατέστησες σαφέστερον, επομένως ευκολώτερον θα εύρης ότι προ ολίγου ορθώς ελέχθη από ημάς ότι όλοι με όλους δημοσία είναι εμπόλεμοι και ιδιωτικώς έκαστος με τον εαυτόν του.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς το είπες, αξιοθαύμαστε φίλε;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και εδώ, φίλε Ξένε, το να νικά κανείς τον εαυτόν του είναι από όλας τας νίκας η πρώτη και η καλλιτέρα, το να νικάται όμως κανείς από τον ίδιον τον εαυτόν του είναι από όλα το ασχημότερον και συγχρόνως το χειρότερον. Διότι αυτά βεβαίως μας πληροφορούν ότι υπάρχει πόλεμος εντός εκάστου από ημάς με τον εαυτόν μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πάλιν ας στρέψωμεν οπίσω τον λόγον. Δηλαδή επειδή ο καθείς μας άλλος μεν είναι κύριος του εαυτού του, άλλος δε υποχείριος, άραγε θα ειπούμεν ότι και η οικία και το χωρίον και η πόλις έχουν εντός των αυτό το ίδιον πάθημα ή δεν θα ειπούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μήπως εννοείς το να είναι άλλη μεν κυρίαρχος του εαυτού της, άλλη δε υποχείριος;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και αυτό καλά το ερώτησες. Διότι πολύ και πάρα πολύ συμβαίνει τι τοιούτον και όχι ολιγώτερον εις τας πόλεις. Δηλαδή εις οποιανδήποτε πόλιν οι καλλίτεροι νικούν τον λαόν και τους χειροτέρους, ημπορεί αυτή η πόλις ορθώς να ονομασθή ανωτέρα από τον εαυτόν της και να επαινήται πολύ δικαίως διά την τοιαύτην νίκην. Το εναντίον δε πρέπει να γίνη όπου συμβαίνουν τα αντίθετα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν όσον διά το ζήτημα αν τυχόν κάποτε είναι ανώτερον το χειρότερον από το καλλίτερον ας το αφήσωμεν. Διότι απαιτεί πολύ μακράν συζήτησιν. Αυτό όμως που λέγεις συ τόρα το εννοώ, ότι δηλαδή θα συμβή κάποτε πολίται συγγενείς και από την ιδίαν πόλιν καταγόμενοι πολλοί και άδικοι αφού συναθροισθούν να πιέσουν διά να υποδουλώσουν τους δικαίους οι οποίοι είναι ολίγοι, και όταν μεν νικήσουν, τότε η πόλις είναι ορθόν να ονομασθή κατωτέρα από τον εαυτόν της και κακή, όταν δε νικηθούν, ανωτέρα και αγαθή (εναρέτως ανδρεία).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι πολύ μάλιστα παράξενον, καλέ Ξένε, αυτό που λέγομεν τόρα. Και όμως είναι πολύ ανάγκη να το παραδεχθώμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρόσεχε λοιπόν. Ας εξετάσωμεν τόρα πάλιν και το εξής. Βεβαίως είναι δυνατόν να γεννηθούν πολλοί αδελφοί, τέκνα ενός ανδρός και μιας γυναικός και μάλιστα δεν είναι διόλου παράδοξον οι περισσότεροι μεν από αυτούς να είναι άδικοι, οι δε ολιγώτεροι δίκαιοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όχι βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως δεν είναι πρέπον εις εμέ και εις εσάς να λέγωμεν ως λεξιθήραι ότι, όταν μεν νικούν οι πονηροί, τότε ημπορούμεν να ειπούμεν ότι και η οικία αυτή και όλον αυτό το συγγενολόγι γίνεται κατώτερον από τον εαυτόν του, γίνεται όμως ανώτερον, όταν νικηθούν. Διότι ημείς τόρα δεν σκεπτόμεθα διά την κοσμιότητα και την ακοσμίαν των λέξεων συμφώνως με την γλώσσαν του λαού, αλλά διά την ορθότητα και τα σφάλματα των νόμων, ποία είναι αυτά εκ φύσεως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, καλέ Ξένε.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πραγματικώς ορθά, καθ' όσον και εις εμέ φαίνεται αυτήν την φοράν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ιδούμεν λοιπόν και το εξής. Δι' αυτούς τους αδελφούς που είπαμεν προ ολίγου δεν είναι δυνατόν να υπάρξη κάποιος δικαστής;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ποίος λοιπόν είναι καλλίτερος, άραγε όστις άλλους μεν από αυτούς καταστρέψη, όσοι είναι κακοί, τους δε καλλιτέρους τους διατάξη να εξουσιάζουν αυτούς, ή κανείς που θα κάμη να είναι μεν άρχοντες οι καλοί, τους χειροτέρους όμως θα τους αφήση να ζουν και εξουσιάζωνται εκουσίως; Τρίτον δε κατά την ικανότητα δικαστήν ημπορούμεν να ονομάσωμεν εκείνον όστις είναι κατάλληλος, αφού παραλάβη ένα ολόκληρον συγγενολόγι ευρισκόμενον εις διάστασιν, να μη καταστρέψη κανένα, αλλά να τους συμφιλιώση και αφού θέση εις αυτούς κατόπιν νόμους μεταξύ των να ημπορή να τους προσέχη ώστε να είναι φίλοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλλίτερος θα ήτο ο τοιούτος δικαστής και νομοθέτης.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως εις το αντίθετον βεβαίως θα απέβλεπε παρά εις τον πόλεμον, όταν νομοθετή δι' αυτούς εκ διαλειμμάτων νόμους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα όστις ολόκληρον πόλιν συναρμολογεί; Τάχα εις τον εξωτερικόν πόλεμον αυτής πρέπει να αποβλέπη περισσότερον διά να διακοσμήση τον βίον των κατοίκων ή εις τον εσωτερικόν πόλεμον, ο οποίος ακριβώς λέγεται στάσις; Τον οποίον κυρίως μεν έπρεπε ο καθείς ποτέ να μην επιθυμή να συμβή εις την πατρίδα του, αφού όμως συμβή, να φύγη όσον το δυνατόν ταχύτερον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είναι φανερόν ότι εις αυτόν πρέπει να αποβλέπη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα πάλιν άραγε θα εδέχετο μάλλον να γίνη ειρήνη της στάσεως, αφού καταστραφή η μία μερίς και νικήση οποιαδήποτε, ή ότι είναι ανάγκη, αφού γίνη φιλία και ειρήνη από συμφιλίωσιν, τότε πλέον να προσέχουν καλά εις τους εξωτερικούς εχθρούς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κατ' αυτόν τον τρόπον μάλλον παρά κατά τον προηγούμενον θα επεθύμει ο καθείς να συμβή εις την πατρίδα του.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν δεν θα επεθύμει ομοίως και ο νομοθέτης;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε δεν θέτει ίσως όλους τους νόμους ο καθείς χάριν του καλλιτέρου;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως όμως το καλλίτερον δεν είναι ούτε ο πόλεμος ούτε η στάσις, είναι δε απευκταίον να γίνη ανάγκη αυτών, αλλά η ειρήνη και η φιλοφροσύνη μεταξύ των. Και ωρισμένως και αυτό το να νικά η πόλις τον ίδιον εαυτόν της, καθώς φαίνεται, δεν ήτο από τα καλλίτερα, αλλά από τα αναγκαία. Ομοίως ως να πάσχει έν σώμα και αφού λάβη ιατρικήν κάθαρσιν να νομίζη τότε ότι είναι εις την καλλιτέραν κατάστασιν, εις δε το σώμα, το οποίον ούτε έλαβε καν ανάγκην καθάρσεως, να μη δίδη καμμίαν προσοχήν, επίσης δε και όταν κανείς σκέπτεται διά την ευτυχίαν της πόλεως ή και του ατόμου ούτω πως, ούτε πολιτικός θα ήτο καθώς πρέπει, εάν αποβλέπη μόνον προς τα εξωτερικά πολεμικά ζητήματα, ούτε νομοθέτης ακριβής, εάν δεν νομοθετή μάλλον τα ζητήματα του πολέμου χάριν της ειρήνης παρά τα ζητήματα της ειρήνης χάριν των πολεμικών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται μεν κάπως, καλέ Ξένε, ότι αυτός ο λόγος ελέχθη
ορθώς, θαυμάζω όμως, αν τα νόμιμα του τόπου μας και ακόμη και της
Λακεδαίμονος δεν φροντίζουν όσον το δυνατόν περισσότερον δι' αυτά!
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ πιθανόν. Δεν πρέπει όμως διόλου να φιλονικούμεν τώρα μεταξύ μας με τραχύτητα, αλλά ήσυχα να εξαναρωτούμεν, έχοντες την ιδέαν ότι και ημείς καθώς και εκείνοι το περισσότερον δι' αυτά φροντίζομεν. Και σας παρακαλώ να παρακολουθήσετε τον λόγον μου. Τουλάχιστον θα πάρωμεν ως παράδειγμα τον Τυρταίον, ο οποίος εκ φύσεως μεν ήτο Αθηναίος, έγινε όμως συμπολίτης του φίλου μας απ' εδώ, και ο οποίος περισσότερον από κάθε άλλον εφρόντισε δι' αυτά και είπε ότι:
Ούτε δοξάζω ούτε λογαριάζω καν ως άνδρα ούτε κι' αν είναι ο πλουσιότερος από κάθε άλλον ούτε αν έχη πολλά αγαθά (τα αναφέρει δε εδώ όλα σχεδόν). ο οποίος δεν είναι καλλίτερος εις τα πολεμικά.
Αυτά δηλαδή τα ποιήματα και συ βεβαίως τα ήκουσες. Όσον δε διά τον φίλον απ' εδώ, νομίζω ότι είναι φορτωμένος από αυτά.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Βεβαιότατα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως και εις τα μέρη μας τα έφεραν από την
Λακεδαίμονα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν ας ερωτήσωμεν όλοι μαζί αυτόν τον ποιητήν κάπως ως εξής. Καλέ Τυρταίε, τόσον εμπνευσμένε ποιητά. Δηλαδή συ μας φαίνεσαι πραγματικώς σοφός και αγαθός, διότι τους υπερόχους εις τον πόλεμον υπερόχως τους εδόξασες. Τόρα λοιπόν εγώ και ο Κλεινίας ο Κνώσιος απ' εδώ νομίζομεν ότι έτυχε να συμφωνούμεν πολύ μαζί σου ως προς αυτό. Αν όμως ομιλούμεν διά τους ιδίους άνδρας ή όχι, αυτό θέλομεν να το εννοήσωμεν καλώς. Λέγε μας λοιπόν, άραγε και συ δύο είδη πολέμου παραδέχεσαι καθώς και ημείς; Ή πώς αλλέως; Εις αυτά νομίζω ότι και ένας πολύ κατώτερος από τον Τυρταίον θα έλεγε την αλήθειαν, ότι δηλαδή είναι δύο είδη, και το έν μεν είναι αυτό που ονομάζουν όλοι στάσιν (φατριασμόν), το οποίον είναι ο χειρότερος από όλους τους πολέμους, καθώς το είπαμεν ημείς προ ολίγου, το δε άλλο είδος του πολέμου, νομίζω, τον οποίον μεταχειριζόμεθα όταν φιλονικούμεν με τους εξωτερικούς και τους αλλοεθνείς, θα παραδεχθώμεν όλοι δα είναι πολύ ημερώτερος από εκείνον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι βεβαίως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν ποίαν από τας δύο αυτάς τάξεις των ανδρών και ως προς ποίον πόλεμον εγκωμίασες συ τόσον πολύ και ποίους κατέκρινες; Δηλαδή φαίνεται ότι εγκωμίασες τους ανδρείους εις τους εξωτερικούς πολέμους. Τουλάχιστον είπες εις τα ποιήματά σου κάπως, ότι δεν ανέχεσαι διόλου εκείνους:
Που δεν τολμούν τα μάτια των να ιδούν αιματοκύλισμα,
Και να ορμήσουν στον εχθρόν και να τον αντικρύσουν.
Λοιπόν όσον διά τα κατόπιν ημπορούμεν να τα ειπούμεν ημείς ότι συ μεν Τυρταίε, καθώς φαίνεται, εγκωμιάζεις τους αναδεικνυομένους εις τον αλλοεθνή και εξωτερικόν πόλεμον. Δεν θα τα παραδεχθή αυτά χωρίς επιφύλαξιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ημείς όμως και αυτούς τους θεωρούμεν αγαθούς, αλλά καλλιτέρους ακόμη θεωρούμεν πολύ μάλιστα εκείνους οι οποίοι αναδεικνύονται κάλλιστοι εις τον μεγαλίτερον πόλεμον ανεγνωρισμένως. Έχομεν δε και ημείς ένα ποιητήν μάρτυρα, δηλαδή τον Θέογνιν, συμπολίτην των Μεγαρέων της Σικελίας, ο οποίος λέγει:
Κύρνε, πρέπει να ζυγισθή με ασήμι, με χρυσάφι, όποιος μέσα στα κόμματα μένει πιστός στον τόπον.
Αυτός λοιπόν νομίζομεν ότι αναδεικνύεται πολύ καλλίτερος από εκείνον, επειδή είναι δυσκολώτερος ο πόλεμος, σχεδόν δηλαδή όσον είναι καλλιτέρα η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και η φρόνησις ηνωμένα μαζί με την ανδρείαν, παρά μόνη της η ανδρεία. Διότι βεβαίως πιστός και ακέραιος εις τον φατριασμόν δεν ημπορεί να γίνη κανείς χωρίς να έχη το σύνολον των αρετών αυτών. Αλλά:
Παλικαρίσια στον εχθρόν το στήθος να προβάλλουν, τον θάνατον να μη ψηφούν
λέγει ο Τυρταίος ότι είναι παρά πολλοί από τους μισθοφόρους, εκ των οποίων οι περισσότεροι γίνονται θρασείς και άδικοι και υβρισταί και ανοητότατοι σχεδόν από όλους, εκτός ωρισμένως πολύ ολίγων. Ποίον τέλος λοιπόν έχει αυτός ο λόγος μας και τι θέλει να μας φανερώση με αυτά που λέγει; Προφανώς το εξής, ότι βεβαιότατα και ο εμπνευσθείς από τον Δία νομοθέτης του τόπου τούτου, και πας άλλος ο οποίος έχει έστω και την μικροτέραν αξίαν, δεν θα αποβλέπη εις άλλο τίποτε, όταν θέτη τους νόμους, παρά εις την μεγαλιτέραν αρετήν πάντοτε. Αυτή δε είναι, καθώς λέγει ο Θέογνις, πιστότης εις τας δεινάς περιστάσεις, την οποίαν ημπορεί κανείς να την ονομάση τελείαν δικαιοσύνην. Αυτή όμως πάλιν, την οποίαν εγκωμίασε πάρα πολύ ο Τυρταίος, είναι μεν καλή και όσον πρέπει την εγκωμίασε αυτός ο ποιητής, έρχεται όμως τετάρτη ως προς την τάξιν και την δύναμιν, διά να θεωρηθή ορθώς αξιόλογος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλέ Ξένε, τον νομοθέτην μας τον παραπετούμεν εις τους μακρυνούς νομοθέτας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όχι αυτόν, αγαπητέ μου, αλλά τον εαυτόν μας, ότε νομίζομεν ότι ο
Λυκούργος και ο Μίνως έθεσαν όλους τους νόμους και εις την Λακεδαίμονα
και εδώ αποβλέποντες κυρίως εις τον πόλεμον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά πώς έπρεπε να φρονούμεν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς είναι αληθές και δίκαιον, νομίζω, να λέγωμεν, αφού μάλιστα ομιλούμεν περί θείων ζητημάτων, δηλαδή όχι ότι ενομοθέτει αποβλέπων εις έν μικρόν μέρος της αρετής και μάλιστα το μηδαμινώτερον, αλλά εις ολόκληρον την αρετήν, και ότι οι νόμοι αυτών δεν ερευνούν χωριστά τα διάφορα είδη, ούτε αυτά τα είδη τα οποία προβάλλουν και ερευνούν οι σημερινοί. (1)
Δηλαδή σήμερον δ' όποιον ζήτημα φθάσουν εις απόλυτον ανάγκην, αυτό προβάλλει ο καθείς και ερευνά, άλλος μεν περί κληρονομιών και κληρονόμων, άλλος δε περί κακοποιήσεως, άλλος δε διά χίλια δύο άλλα παρόμοια. Ημείς όμως νομίζομεν ότι η έρευνα περί των νόμων ανήκει εις τους καλούς ερευνητάς, καθώς ηρχίσαμεν ημείς τόρα. Και την ιδικήν σου προσπάθειαν του να κάμνης εισήγησιν περί των νόμων την θαυμάζω ολοψύχως. Διότι το να αρχίζωμεν από την αρετήν και να λέγωμεν ότι χάριν αυτής έθετε τους νόμους, είναι ορθόν. Το ότι όμως είπες ότι αυτός ενομοθέτει εφαρμόζων αυτούς εις έν μέρος της αρετής και μάλιστα το μικρότερον, αυτό πλέον δεν μου εφάνη ότι το είπες ορθώς, και δι' αυτό εγώ είπα όλον αυτόν τον κατόπιν λόγον μου. Τόρα λοιπόν θέλεις να σου εξηγήσω ποίαν ανάλυσιν θα επιθυμούσα και συ να κάμης εις τον λόγον μου και εγώ να σε ακούω;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα, καλέ Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Έπρεπε να ειπής: Οι νόμοι των Κρητών δεν είναι άνευ λόγου υπερόχως ευδόκιμοι εις όλον τον Ελληνισμόν. Διότι είναι ορθοί, αφού κάμνουν ευτυχείς τους μεταχειριζομένους αυτούς. Δηλαδή προμηθεύουν δι' αυτούς όλα τα αγαθά· είναι δε τα αγαθά δύο ειδών, άλλα μεν ανθρώπινα, άλλα δε θεία, εξαρτώνται δε από τα θεία τα άλλα. Και εάν μεν καμμία πόλις παραδεχθή τα μεγαλίτερα, τότε αποκτά και τα μικρότερα, ειδεμή, στερείται και τα δύο. Είναι δε τα μικρότερα εκείνα εις τα οποία έρχεται ως πρώτον η υγεία, ως δεύτερον δε το κάλλος, ως τρίτον δε η σωματική δύναμις και διά το τρέξιμον και δι' όλας τας άλλας κινήσεις του σώματος, τέταρτον δε ωρισμένως ο πλούτος, όχι ο τυφλός αλλά ο οξυδερκής, εάν συνοδεύεται από την φρόνησιν. Από τα θεία δε πάλιν αγαθά ως αρχηγός έρχεται η φρόνησις, ως δεύτερον κατόπιν από τον νουν η σώφρων διάθεσις της ψυχής, από αυτά δε αφού αναμιχθούν με ανδρείαν φαίνεται ότι παράγεται ως τρίτον η δικαιοσύνη, ως τέταρτον δε η ανδρεία. Όλα δε αυτά εδώ εκ φύσεως ετάχθησαν προηγουμένως από εκείνα, και ωρισμένως και ο νομοθέτης πρέπει να τα κατατάξη ούτω πως. Κατόπιν δε εις αυτά τα δύο είδη πρέπει να αποβλέπουν αι άλλαι προσταγαί τας οποίας πρέπει να επιβάλλη εις αυτούς, και τα μεν ανθρώπινα να ατενίζουν προς τα θεία, όλα δε ανεξαιρέτως τα θεία προς τον ηγεμόνα των νουν. Με αυτά δε να εκτελούν μεταξύ των τας γαμηλίους επιμιξίας, και κατόπιν να γεννούν και να ανατρέφουν τα τέκνα των, και όσα είναι αρσενικά και όσα είναι θηλυκά, και εφ' όσον είναι νέοι και όταν μεγαλώσουν και φθάσουν έως εις το γήρας, να φροντίζη να αποδίδη ορθώς εις αυτούς και τας τιμάς και τας ατιμώσεις, παρατηρών εις όλας των τας συναναστροφάς τας λύπας και τας ηδονάς και επιθυμίας και τας ερωτικάς εν γένει ασχολίας των, και επιτηρών καλώς να τους κατακρίνη και να τους επαινή ορθώς διά μέσον των ιδίων των νόμων. Έπειτα πάλιν μέσα εις τους θυμούς των και τους φόβους των, και όλας τας άλλας ταραχάς της ψυχής αι οποίαι προέρχονται από την δυστυχίαν, και εις όσα αισθήματα ευρίσκουν ανακούφισιν από ευτυχίαν, και πάλιν εις όσα παθήματα επέρχονται αποτόμως εις την ανθρωπότητα ή από ασθενείας ή πολέμους ή λοιμικάς ασθενείας ή και εις τα αντίθετα, εις όλας αυτάς τας περιστάσεις πρέπει να διαφωτίση και να ορίση ποίον είναι το καλόν και ποίον όχι διά την διάθεσιν εκάστου. Κατόπιν δε είναι ανάγκη να προφυλάττη ο νομοθέτης τας ιδιοκτησίας και τα έξοδα, με ποίον τρόπον γίνονται και ως προς τας συναλλαγάς και διαλύσεις όλων αυτών μεταξύ των είτε εκουσίας είτε ακουσίας με ποίον τρόπον εκτελούν μεταξύ των έκαστον από αυτά και να προσέχη το δίκαιον και το άδικον εις ποίους υπάρχει και εις ποίους ελλείπει, και εις μεν τους ευπειθείς εις τους νόμους να προσφέρη τιμάς, εις δε τους απειθείς να επιβάλλη ρητάς ποινάς, έως ότου ερευνήση ολόκληρον την πολιτείαν μέχρι τέλους και ιδή με ποίον τρόπον πρέπει να γίνεται η κηδεία των αποθνησκόντων και ποίας τιμάς πρέπει να αποδίδη εις αυτούς. Αφού δε το αντιληφθή όστις θέση τους νόμους τούτους, θα ορίση επιτηρητάς εις έκαστον από αυτούς, άλλους μεν ενεργούντας με φρόνησιν, άλλους δε με γνώμην αληθινήν, εις τρόπον ώστε να συνδυάση όλα αυτά ο νους και να καταστήση σύντροφα της σωφροσύνης και δικαιοσύνης, όχι όμως του πλούτου και της φιλοδοξίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον, φίλοι πατριώται, ήθελα και θέλω τόρα ακόμη να εξετάσωμεν πώς υπάρχουν όλα αυτά εις τους νόμους τους αποδιδομένους εις τον Δία και τον Πύθιον Απόλλωνα, τους οποίους εθέσπισαν ο Μίνως και ο Λυκούργος, και ποίαν κατάταξιν έχουν ώστε να γίνωνται ευνόητοι εις πάντα έμπειρον των νόμων είτε εκ τέχνης είτε και εκ συνηθείας, ενώ εις ημάς τους άλλους δεν είναι ευνόητοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς πρέπει λοιπόν, καλέ Ξένε, να λέγωμεν κατόπιν από αυτά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι πρέπει πάλιν να εξετάσωμεν από την αρχήν, καθώς εκάμαμεν εις τας αρχάς, πρώτον τας ασχολίας της ανδρείας. Έπειτα εξετάζομεν άλλο μέρος και κατόπιν πάλιν άλλο μέρος της αρετής εάν θέλετε. Με όποιον δε τρόπον εξετάσωμεν το πρώτον, αυτόν τον τρόπον θα προσπαθήσωμεν να τον έχωμεν ως παράδειγμα και διηγούμενοι ούτω πως τα άλλα να τα έχωμεν ως ξεκουραστικά λόγια εις τον δρόμον. Κατόπιν δε από όλην την αρετήν θα παραστήσωμεν όσα προ ολίγου είπαμεν εφηρμοσμένα εις εκείνους, αν θέλη ο θεός.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Καλά λέγεις και προσπάθησε πρώτα να κρίνη εμπρός μας αυτόν εδώ τον εγκωμιαστήν του Διός (τον Κλεινίαν).
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θα προσπαθήσω να τον κρίνω και μάλιστα και σε και τον εαυτόν μου ακόμη. Διότι κοινή είναι η συζήτησις δι' όλους μας. Λέγετε λοιπόν. Παραδεχόμεθα ότι τα συσσίτια και αι ασκήσεις επενοήθησαν από τον νομοθέτην χάριν του πολέμου;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ποίον επενοήθη ως τρίτον ή τέταρτον; Διότι ίσως είναι ανάγκη να απαριθμήσωμεν και τα άλλα της αρετής μέρη ή οπωσδήποτε άλλως θέλει να τα ονομάζη κανείς, αρκεί μόνον να φανερόνουν ό,τι εννοεί αυτός.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Εγώ λοιπόν και οποιοσδήποτε άλλος Λακεδαιμόνιος θα ελέγαμεν ότι τρίτον επενόησε το κυνήγιον. Τέταρτον δε ή πέμπτον αν ημπορούμεν να αναφέρωμεν, ας δοκιμάσωμεν. Λοιπόν ακόμη καλώς τέταρτον θα εδοκίμαζα εγώ να ειπώ την αντοχήν εις τους πόνους η οποία συνηθίζεται εις τα μέρη μας και εις τας συμπλοκάς με τας χείρας μεταξύ των και εις μερικά είδη αρπαγής τα οποία γίνονται με πολλά ξυλοκοπήματα. Έπειτα δε υπάρχει και κάτι το οποίον λέγεται κρυπτεία υπερβολικά κουραστική εις την αντοχήν, και εις τας κακοκαιρίας η ανυποδησία και η αστρωσία και η αυτοϋπηρεσία χωρίς υπηρέτας, είτε την νύχτα πλανώνται εις όλην την χώραν είτε την ημέραν. Ακόμη δε και εις τας γυμνοπαιδείας γίνονται εις τα μέρη μας φοβεραί σκληραγωγίαι, όταν αγωνίζωνται με τον υπερβολικόν καύσωνα, και πάρα πολλά άλλα τα οποία σχεδόν δεν έχουν τελειωμόν όταν θελήση κανείς να τα ειπή όλα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά, ομιλείς, πατριώτη Λακεδαιμόνιε. Την ανδρείαν όμως, λέγε, τι θέλεις να την παραδεχθώμεν; Άραγε ότι είναι απλώς αγών εναντίον των φόβων και των κακώσεων, ή και εναντίον των πόθων και των ηδονών και μερικών άλλων ανικήτων κολακευτικών χαϊδευμάτων, τα οποία και των νομιζομένων σεβαστών μαλακόνουν τας ψυχάς και τας κάμνουν ωσάν από κερί;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Μάλιστα, νομίζω εναντίον όλων αυτών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, εάν ενθυμούμεθα τους προηγουμένους λόγους, νομίζω ότι ο φίλος απ' εδώ έλεγε ότι γίνεται και πόλις κατωτέρα από τον εαυτόν της και έν άτομον. Δεν είναι έτσι, φίλε Κνώσιε;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τόρα τι πρέπει να λέγωμεν; Άραγε ο νικώμενος από τας λύπας ότι είναι ολιγώτερον κακός, ο δε νικώμενος από τας ηδονάς περισσότερον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εγώ νομίζω, ο νικώμενος από τας ηδονάς. Και βεβαίως όλοι λέγομεν ότι είναι περισσότερον κακός ο νικώμενος από τας ηδονάς, δηλαδή αυτός ο αισχρώς κατώτερος του εαυτού του, παρά ο νικώμενος από τας λύπας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν μήπως ο νομοθέτης ο προστατευόμενος από τον Δία και ο Πυθικός δεν ενομοθέτησαν χωλήν την ανδρείαν, ώστε μόνον από τα αριστερά να αντιτάσσεται, από τα δεξιά όμως και τα κομψά και τα χαϊδευτικά να μη ημπορή να αντιταχθή; Ή και εις τα δύο μέρη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και εις τα δύο μέρη, νομίζω με πεποίθησιν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ειπούμεν λοιπόν πάλιν ποίαι ασχολίαι υπάρχουν εις τας πατρίδας σας και των δύο, αι οποίαι γλυκαίνουν με ηδονάς και δεν τας αποφεύγουν, καθώς δεν απέφευγαν τας λύπας, αλλά τους σύρουν εις το μέσον των και τους πειθαναγκάζουν με τας τιμάς, ώστε να τους κυριαρχούν; Εις ποίον μέρος λοιπόν των νόμων υπάρχει η διάταξις αυτή ως προς τας ηδονάς; Ας το ειπούμεν ποίον είναι αυτό, το οποίον προπαρασκευάζει εις τον τόπον σας τους ιδίους πολίτες εξ ίσου ανδρείους και εις τας κακώσεις και εις τας ηδονάς, και νικητάς των πραγμάτων, τα οποία πρέπει να νικούν, και όχι υποχειρίους εχθρών, οι οποίοι είναι πολύ πλησίον των και πάρα πολύ ανίκητοι.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Καλέ Ξένε, με τον ίδιον τρόπον που είχα να αναφέρω πολλούς νόμους αντιτασσομένους εις τας κακώσεις, ίσως δεν θα έχω αφθονίαν, όταν ομιλήσω περί των ηδονών εις μεγάλα και πασίγνωστα κεφάλαια. Εις μικρά όμως ίσως έχω αφθονίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και εγώ όμως επίσης δεν θα ημπορούσα να αποδείξω το τοιούτον σαφώς εις τους Κρητικούς νόμους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λαμπρότατοί μου πατριώται, αυτό δεν είναι βεβαίως παράδοξον. Αν όμως κανείς από ημάς κατακρίνη τίποτε από τους νόμους της πατρίδος ενός εκάστου από ημάς, επειδή επιθυμεί να εννοήση ποίον είναι το αληθές και το ωφελιμώτερον, ας μη θυμώνωμεν, αλλά ας ακούωμεν ο είς τον άλλον μειλιχίως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά το είπες, Αθηναίε Ξένε, και πρέπει να συμμορφωθούμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βέβαια, καλέ Κλεινία, διότι δεν θα ήρμοζε εις τόσον ηλικιωμένους άνδρας το τοιούτον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βέβαια όχι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν, αν ορθώς ή όχι κατακρίνη κανείς την Λακωνικήν πολιτείαν, αυτό ίσως είναι άλλο ζήτημα. Οπωσδήποτε όμως όσα λέγουν οι περισσότεροι άνθρωποι ίσως εγώ ημπορώ περισσότερον από σας τους δύο να τα ειπώ. Δηλαδή εις τον τόπον σας, αν και είναι θεσπισμένοι μετρίως οι νόμοι, ίσως είναι είς από τους καλλιτέρους νόμους το να μη επιτρέπεται εις κανένα από τους νέους να ερευνά ποία μέρη από αυτούς είναι καλά και ποία όχι, αλλά με μίαν φωνήν και με ένα στόμα να συμφωνήτε όλοι, ότι όλα είναι βαλμένα καλά, αφού τα εθέσπισαν οι θεοί, και αν κανείς έχη διάφορον γνώμην, να μη θέλετε καν να τον ακούσετε. Αν δε κανείς γέρων από τους ιδικούς σας σκεφθή κάτι τι, μόνον εμπρός εις κάποιον άρχοντα ή συνομήλικά του να ανακοινώνη την γνώμην χωρίς να παρευρίσκεται κανείς νέος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, καλέ Ξένε, και ως να είσαι κανείς μάντις, ενώ ήσο τότε απών, μου φαίνεται ότι επέτυχες πολύ το πνεύμα του νομοθέτου τόρα, και λέγεις πολύ την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τόρα εμπρός μας δεν υπάρχει ερημία από νέους, μόνοι μας δε ένεκα του γήρατος έχομεν την άδειαν από τον νομοθέτην να συζητούμεν περί αυτών των ιδίων οι ίδιοι χωρίς να κάμνωμεν κανέν σφάλμα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές, και ως προς αυτό μη παύσης να κατακρίνης τους νόμους μας. Διότι βεβαίως δεν είναι άτιμον πράγμα το να γνωρίσωμεν κάτι από τα μη καλά, αλλά συμβαίνει να προκύπτη από αυτό θεραπεία εις εκείνον, ο οποίος δεν ακούει με φθόνον τους λόγους, αλλά με εύνοιαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Και όμως δεν θα ομιλήσω ακόμη προς το παρόν κατακρίνων τους νόμους πριν να συζητήσω ασφαλώς όσον μου είναι δυνατόν, αλλά μάλλον τας απορίας μου εκφράζω. Δηλαδή εις τον τόπον σας ο νομοθέτης εξαιρετικώς από όλον τον Ελληνισμόν και από τας χώρας των βαρβάρων, δι' όσας ημείς έχομεν πληροφορίας, επέβαλε να απέχετε από τας μεγαλιτέρας παιγνιώδεις ηδονάς και να μην τας δοκιμάζετε, ενώ απ' εναντίας διά το ζήτημα των κακουχιών και των φόβων, το οποίον εξετάσαμεν προ ολίγου, ενόμισε ότι, εάν κανείς τα αποφύγη από την παιδικήν ηλικίαν μέχρι τέλους, τότε αυτός, αν ευρεθή εις καταναγκαστικούς κόπους και φόβους και κακουχίας, θα υποκύψη εις τους γυμνασμένους εις αυτά και θα γίνη υποχείριος αυτών. Λοιπόν, νομίζω, αυτό το ίδιον έπρεπε ο ίδιος νομοθέτης να σκεφθή και σχετικώς με τας ηδονάς, και να ειπή μόνος του εις τον εαυτόν του, ότι, αν εις τον τόπον μας οι πολίται μείνουν άγευστοι των μεγαλιτέρων ηδονών από την παιδικήν ηλικίαν, και αφού μείνουν αγύμναστοι εις το να συγκρατούνται και δεν αναγκάζονται να κάμνουν καμμίαν ασχημοσύνην ένεκα ψυχικής αδυναμίας προς τας ηδονάς, θα πάθουν το ίδιον με τους νικωμένους από τους φόβους. Αυτοί δηλαδή θα γίνουν υπόδουλοι κατ' άλλον τρόπον και πολύ ασχημότερον εις τους ικανούς να συγκρατούνται βεβαίως από τας ηδονάς, οι οποίοι απέκτησαν την μέθοδον των ηδονών, και είναι και κάποτε άνθρωποι εντελώς κακοί, και τότε την ψυχήν των θα την έχουν εν μέρει μεν δούλην, εν μέρει δε ελευθέραν, και δεν θα είναι άξιοι να ονομάζωνται απολύτως ανδρείοι και φιλελεύθεροι. Προσέξετε λοιπόν αν από όσα σας λέγω τόρα σας φαίνεται κανέν καθώς πρέπει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως μας φαίνεται ότι κάπως καλά λέγεται ο λόγος. Αλλά ας προσέξωμεν μήπως το να συμφωνήσωμεν με ευκολίαν αμέσως διά τόσον μεγάλα ζητήματα, είναι χαρακτηριστικόν των νέων και των ανοήτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' εάν εξετάσωμεν το ερχόμενον κατόπιν από όσα ζητήματα εθέσαμεν υπό συζήτησιν, φίλε Κλεινία και Λακεδαιμόνιε πατριώτη — δηλαδή μετά την ανδρείαν βεβαίως πρέπει να ομιλήσωμεν περί σωφροσύνης — ποίαν διαφοράν θα εύρωμεν εις αυτά τα πολιτεύματα ή εις τα τυχαίως καταρτισμένα, καθώς είπαμεν διά τα πολεμικά προ ολίγου;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Σχεδόν δεν είναι εύκολον. Διότι βεβαίως φαίνεται ότι καλώς επενοήθησαν και διά τας δύο αυτάς αρετάς τα συσσίτια και οι ασκήσεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται λοιπόν, φίλοι πατριώται, ότι είναι δύσκολον τα ζητήματα της πολιτείας να συμβαίνουν εξ ίσου αδιαφιλονίκητα με τα έργα καθώς με τους λόγους. Διότι, ομοιάζει ότι συμβαίνει σχεδόν καθώς εις τα σώματα, όπου δεν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν εις παν σώμα την ιδίαν ασχολίαν, χωρίς να αποδειχθή ότι το ίδιον πράγμα άλλα μεν από τα σώματά μας τα βλάπτει, άλλα δε τα ωφελεί. Αφού και πολλαί από τας ασκήσεις και τα συσσίτια εις άλλα μεν ωφελούν τας πόλεις, εις τα κομματικά όμως είναι βλαβερά. Τούτο δε αποδεικνύουν τα παιδία των Μιλησίων και των Βοιωτών και των Θουρίων. Ωρισμένως δε αυτή η ασχολία φαίνεται ότι διέστρεψε και ένα παλαιόν νόμον και κατά φύσιν, δηλαδή τας αφροδισιακάς ηδονάς όχι μόνον των ανθρώπων αλλά και των ζώων. Και δι' αυτάς ημπορεί κανείς να προφασίζεται πρωτίστως τας ιδικάς σας πόλεις και από τας άλλας όσαι προσέχουν κυρίως εις τας ασκήσεις. Και είτε πρόκειται κανείς παίζων είτε σπουδάζων να εννοήση, πρέπει να εννοήση ότι, όταν η φύσις των αρρένων τρέχη να συναντήση την φύσιν του θήλεως προς τεκνοποιίαν, η σχετική προς αυτά ηδονή, φαίνεται ότι αποδίδεται κατά φύσιν, ενώ η συνάντησις των αρρένων προς άρρενα, και των θηλέων προς τα θήλεα είναι παρά φύσιν, είναι βαρύ πραξικόπημα προερχόμενον από ακράτειαν της ηδονής. Όλοι λοιπόν κατακρίνομεν τους Κρήτας διά τον μύθον του Γανυμήδους, ότε αυτοί τον έπλασαν και λέγομεν ότι εφόρτωσαν εις τον Δία αυτόν τον μύθον, επειδή επιστεύθη ότι οι νόμοι των εθεσπίσθηααν από τον Δία. διά να ακολουθούν δήθεν το παράδειγμα του Διός και να εκμεταλλεύωνται και αυτήν την ηδονήν. Και λοιπόν ο μεν μύθος ας πάγη στο καλό, όταν όμως οι άνθρωποι συσκέπτωνται περί νόμων, σχεδόν όλη η σκέψις ανήκει εις τας ηδονάς και τας λύπας (κακουχίας) είτε εντός της πόλεως είτε εις τας ιδιωτικάς των συνηθείας. Είναι δε ανοικταί, διά να ρέουν αι δύο αυταί πηγαί, και όστις μεν αντλεί από όπου πρέπει και όταν και όσον πρέπει γίνεται ευτυχής, αδιαφόρως είτε πόλις είναι αυτή είτε ιδιώτης είτε οποιονδήποτε ζώον, όστις όμως αντλεί χωρίς μέθοδον και συγχρόνως παρακαίρως θα έχη την αντίθετον ζωήν από εκείνον.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Καλά τα λέγεις κάπως αυτά, φίλε Ξένε, οπωσδήποτε όμως μας καταλαμβάνει απορία, τι πρέπει να απαντήσωμεν εις αυτά. Και όμως εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται ότι ορθώς διατάσσει ο νομοθέτης της Λακεδαίμονος να αποφεύγουν τας ηδονάς. Ως προς δε τους νόμους της Κνωσού, ο φίλος απ' εδώ, αν ευαρεστήται, θα μας βοηθήση. Αλλά οι Σπαρτιατικοί νόμοι ως προς τας ηδονάς μου φαίνεται ότι είναι οι καλλίτεροι νόμοι του κόσμου. Διότι εις ό,τι προ πάντων παρασύρονται οι άνθρωποι, δηλαδή εις τας μεγαλιτέρας ηδονάς και ύβρεις και κάθε είδους ανοησίας, αυτό το εξεδίωξε ο νόμος μας από όλην ανεξαιρέτως την χώραν, και δεν είναι δυνατόν να ιδή το βλέμμα σου, είτε εις τους αγρούς είτε εις τας πόλεις, όσας προσέχουν οι Σπαρτιάται, ούτε συμπόσια ούτε όλα τα άλλα, όσα συνοδεύουν αυτά και διεγείρουν όσον το δυνατόν όλας τας ηδονάς, ούτε υπάρχει κανείς, όστις θα απαντήση τραγουδιστήν μεθυσμένον και δεν θα του επιβάλη αμέσως την μεγαλιτέραν ποινήν, και ούτε αν προφασισθή ότι εορτάζει τα Διονύσια θα τον απολύση, καθώς είδα εγώ μίαν φοράν εις τον τόπον σας μέσα εις τας αμάξας, ομοίως δε και εις τον Τάραντα εις τα μέρη όλων των ιδικών σας αποίκων είδα όλην την πόλιν να είναι μεθυσμένοι κατά τας εορτάς των Διονυσίων. Εις τον τόπον μας όμως δεν συμβαίνει κανέν τοιούτον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λακεδαιμόνιε πατριώτη, όλα μεν αυτά είναι αξιέπαινα, όπου υπάρχουν μερικαί καρτερήσεις, όπου όμως δεν υπάρχουν, είναι κάπως βλακώδη. Λόγου χάριν αμέσως ημπορεί να σου επιτεθή αμοιβαίως κανείς από τους ιδικούς μας και να παρουσιάση την ελευθερίαν των γυναικών εις τον τόπον σας. Λοιπόν δι' όλα αυτά και εις τον Τάραντα και εις τον τόπον μας και εις τον τόπον σας φαίνεται ότι μία μόνον απάντησις τους αθωώνει, ότι δεν τα έχουν αυτά εσφαλμένως αλλά ορθά. Δηλαδή προς απάντησιν ο καθείς θα ειπή εις τον ερωτώντα ξένον, ο οποίος βλέπει τας παραδόξους συνηθείας του τόπου εκείνου: μην απορείς, καλέ ξένε. Αυτό είναι νόμιμος συνήθεια εις τον τόπον μας, ίσως όμως εις τον τόπον σας δι' αυτά υπάρχει άλλη συνήθεια. Αλλά τόρα, αγαπητοί κύριοι, δεν ομιλούμεν διά τους άλλους ανθρώπους, αλλά διά τους ιδίους τους νομοθέτας υπό έποψιν κακίας και αρετής. Επομένως ας ειπούμεν ακόμη περισσότερα περί όλης της μέθης. Διότι δεν είναι ασήμαντος αυτή η ασχολία ούτε ημπορεί να την διαγνώση ένας μηδαμινός νομοθέτης. Δεν ομιλώ δε γενικώς περί πόσεως οίνου ή όχι, αλλά περί της ιδίας της μέθης, αν πρέπει να την χρησιμοποιούμεν καθώς οι Σκύθαι και οι Πέρσαι και ακόμη οι Καρχηδόνιοι και Κελτοί και Ίβηρες και Θράκες, οι οποίοι όλοι είναι πολεμικαί φυλαί, ή καθώς σεις. Διότι σεις, καθώς είπες, εντελώς αποφεύγετε τον οίνον, οι Σκύθαι όμως και οι Θράκες τον πίνουν εντελώς άκρατον και αι γυναίκες των και οι ίδιοι, και τον χύνουν εις τα ενδύματά των και νομίζουν ότι εκτελούν έντιμον και αξιομακάριστον ασχολίαν. Οι Πέρσαι δε και εις τας άλλας τρυφηλότητας επιδίδονται πολύ, όσας σεις εκδιώκετε αλλά με περισσοτέραν τάξιν από αυτούς.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Αλλά, φίλτατέ μου, ημείς τρέπομεν εις φυγήν όλους αυτούς, εάν πάρωμεν τα όπλα εις το χέρι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αγαπητέ μου, μην το λέγεις αυτό. Διότι πάρα πολλαί φυγαί και καταδιώξεις έγιναν και θα γίνωνται απροβλέπτως, και δι' αυτό δεν πρέπει να θεωρούμεν αυτό ως αυταπόδεικτον όρον ως προς τας εντίμους ασχολίας ή μη, αλλά φιλονικούμενον, δηλαδή την νίκην και την ήτταν εις την μάχην. Ιδού δηλαδή ότι αι μεγαλίτεραι πολιτείαι νικούν εις την μάχην και υποτάσσουν τας μικροτέρας, καθώς οι Συρακούσιοι τους Λοκρούς, οι οποίοι μάλιστα νομίζονται ότι υπήρξαν οι νομομοφρονέστεροι εις εκείνα τα μέρη, τους δε Κείους οι Αθηναίοι. Και άπειρα άλλα παρόμοια παραδείγματα ημπορούμεν να εύρωμεν. Αλλά περί της ιδίας της ασχολίας πρέπει πάντοτε να ομιλούμεν και να προσπαθούμεν να πείθωμεν τον εαυτόν μας, τας δε νίκας και τας ήττας ας τας εξαιρέσωμεν από τον λόγον μας προς το παρόν και ας λέγωμεν ότι το τοιούτον μεν είναι έντιμον, το τοιούτον δε δεν είναι έντιμον. Πρώτον δε ακούσατε από εμέ πώς πρέπει να εξετάζωμεν δι' αυτά τα ζητήματα και το πρέπον και το απρεπές.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πώς εννοείς λοιπόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μου φαίνεται ότι όλοι όσοι επήραν να συζητήσουν κάποιαν ασχολίαν και απεφάσισαν να κατακρίνουν ή να επαινέσουν αυτήν, μόλις αναφέρουν το όνομά της, δεν κάμνουν διόλου καλά, αλλά κάμνουν το ίδιον, καθώς όταν κανείς επαινή το σιτάρι, ότι είναι τροφή θρεπτική, και αυτοί αμέσως κατακρίνουν χωρίς να εξετάσουν λεπτομερώς ούτε την κατεργασίαν του και την προσφοράν του, με ποίον τρόπον και εις ποίους και με ποίους και με ποίαν προετοιμασίαν του ατόμου και πώς πρέπει να την προσφέρουν. Τώρα λοιπόν το ίδιον μου φαίνεται ότι κάμνομεν και ημείς εις την συζήτησιν. Δηλαδή, μόλις ηκούσαμεν το όνομα της μέθης, αμέσως άλλοι μεν την κατακρίνομεν, άλλοι δε την επαινούμεν, πολύ μάλιστα παραλόγως. Διότι και από τα δύο μέρη φέρομεν μάρτυρας και εγκωμιαστάς, όταν την επαινούμεν, και άλλοι μεν έχομεν αξίωσιν ότι έχομεν δίκαιον διότι φέρομεν πολλούς μάρτυρας, άλλοι δε ότι βλέπομεν όσους δεν μεταχειρίζονται αυτήν να είναι νικηταί εις τας μάχας. Αλλά εξ άλλου και τούτο φιλονικείται μεταξύ μας. Και αν μεν επρόκειτο να συζητήσωμεν ομοίως και περί των άλλων νομίμων, δεν θα έμενα σύμφωνος εγώ τουλάχιστον, αλλά μόνον δι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή διά την μέθην έχω ευχαρίστησιν να ομιλήσω με άλλον τρόπον που κρίνω ορθόν εγώ, και θα προσπαθήσω, εάν βεβαίως ημπορέσω, να παραστήσω εμπρός σας την ορθήν μέθοδον δι' όλα αυτά, αφού μάλιστα χιλιάδες των χιλιάδων έθνη, τα οποία φιλονικούν δι' αυτά, θα έπαιρναν το μέρος εις την συζήτησιν της μιας από τας δύο πατρίδας μας.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και όμως, εάν έχωμεν καμμίαν ορθήν σκέψη περί των τοιούτων, δεν πρέπει να αποφύγωμεν τον κόπον να την ακούσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας σκεφθώμεν λοιπόν κάπως με τον εξής τρόπον. Πρόσεξε. Εάν κανείς επαινέση την συντήρησιν αιγών και ειπή ότι είναι καλόν κτήμα το ζώον τούτο, κάποιος άλλος όμως ιδή αίγας να βόσκουν χωρίς βοσκόν μέσα εις χωράφια καλλιεργημένα και να κάμνουν ζημίας και τας κατακρίνει καθώς και κάθε βόσκημα αδέσποτον ή με κανένα κακόν φύλακα και δι' αυτό τα κατακρίνη, άραγε την κατηγορίαν αυτού του ανθρώπου πρέπει να την παραδεχθώμεν ότι ημπορεί ποτέ να είναι οπωσδήποτε ορθή;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά άραγε καλός αρχηγός διά τα πλοία μας είναι κανείς, εάν κατέχη μόνον την ναυτικήν επιστήμην, είτε τον πιάνει η ναυτία είτε όχι, ή πώς πρέπει να λέγωμεν;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Διόλου μάλιστα, εάν βεβαίως χωριστά από την τέχνην έχη και αυτό το ελάττωμα που λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα όμως ο αρχηγός των στρατοπέδων; Άραγε, εάν κατέχη την πολεμικήν επιστήμην, είναι ικανός να κυβερνά, και αν ακόμη είναι δειλός εις τους κινδύνους και τον πιάνη ναυτία του μεθυστικού φόβου;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αν δε πάλιν δεν κατέχη την τέχνην και συγχρόνως είναι και δειλός;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Εννοείς κανένα εντελώς κακορρίζικον, και όχι αρχηγόν ανδρών, αλλά κάπως υπερβολικά εκθηλυσμένον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; ένα εγκωμιαστήν ή κατακριτήν οποιασδήποτε επιμιξίας, εις την οποίαν εδόθη εκ φύσεως να υπάρχη αρχηγός και να προκύπτη ωφέλεια, όταν υπάρχη αυτός, ο οποίος όμως ούτε την είδε ποτέ πώς συναλλάσσεται ορθώς με τον αρχηγόν της, αλλά πάντοτε την είδε αναρχικήν ή με κακούς άρχοντας συντροφευομένην, άραγε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι όσοι φιλοσοφούν ούτω πως διά τοιαύτας επιμιξίας ημπορούν να κατακρίνουν ή να επαινέσουν κάτι τι επιτυχημένον;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και πώς είναι δυνατόν, εάν δεν εσχετίσθησαν ποτέ καμμίαν τοιαύτην επιμιξίαν, όταν γίνεται ορθώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρόσεχε λοιπόν. Άραγε ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ως μίαν από τας πολλάς επιμιξίας τους συμποσιαστάς και τα συμπόσια;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πάρα πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτήν λοιπόν μήπως τάχα έως τόρα δεν την είδε κανείς ποτέ να γίνεται ορθώς; Και σεις μεν οι δύο είναι εύκολον να απαντήσετε ότι απολύτως ποτέ δεν την είδατε. Διότι αυτό δεν είναι συνήθεια του τόπου σας ούτε νόμιμον. Εγώ όμως έτυχα να ευρεθώ εις πολλάς και εις πολλά μέρη· και εκτός τούτου δι' όλας, ημπορώ να ειπώ, ερώτησα, και σχεδόν εις το σύνολόν της μεν δεν είδα να γίνεται καμμία ορθώς ούτε ήκουσα, αλλά μέρη μόνον μικρά και ολίγα, τα δε περισσότερα όλα σχεδόν γίνονται λανθασμένα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς τα εννοείς λοιπόν αυτά, καλέ Ξένε; Ειπέ μας ακόμη καθαρώτερα. Διότι ημείς μεν, καθώς είπες, από αμάθειαν, εις τοιαύτα πράγματα και αν ακόμη παρευρεθούμεν δεν θα ημπορέσωμεν ίσως αμέσως βέβαια να εννοήσωμεν τι γίνεται ορθώς και τι όχι εις αυτά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λογικά ομιλείς. Προσπάθησε όμως να το εννοήσης τόρα που σου το λέγω εγώ. Δηλαδή ότι μεν είναι ορθόν να υπάρχουν παντού εις όλας τας συναθροίσεις και επιμιξίας δι' οποιανδήποτε πράξιν ένας αρχηγός πάντοτε αυτό το εννοείς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως ελέγαμεν προ ολίγου ότι των πολεμιστών ο αρχηγός πρέπει να είναι ανδρείος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως ο ανδρείος ολιγώτερον τα χάνει από τον φόβον του παρά οι δειλοί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και αυτό είναι ορθόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν δε υπήρχε μέσον, ώστε να μη διορίζωμεν απολύτως εις το στρατόπεδον αρχηγόν φοβισμένον και ταρασσόμενον, άραγε αυτό δεν θα το εκάμναμεν με κάθε τρόπον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα όμως δεν ομιλούμεν βέβαια περί αρχηγού, ο οποίος θα εξουσιάζη εις στρατόπεδον μέσα εις τας συναναστροφάς ανθρώπων εχθρών προς εχθρούς με πόλεμον, αλλά εις φιλοφροσύνην φίλων, οι οποίοι θα συναναστραφούν φίλους με ειρήνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτή δε η συναναστροφή, εάν γίνη μαζί με μέθην, δεν ημπορεί να μην έχη θορύβους. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν; Βεβαίως εγώ νομίζω όλως το αντίθετον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν δεν χρειάζεται και εις αυτούς πρώτα πρώτα αρχηγός;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι; όσον εις κανέν άλλο πράγμα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν; Άραγε δεν πρέπει να τον προμηθευθούμεν αυτόν τον άνθρωπον ατάραχον, εάν ημπορή να γίνη αυτό;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως ως προς τας συναναστροφάς, καθώς φαίνεται, πρέπει αυτός να είναι φρόνιμος. Διότι διορίζεται φύλαξ και της υπαρχούσης φιλίας και προνοεί πώς να γεννηθή άλλη περισσοτέρα εξ αιτίας της συναναστροφής εκείνης.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά!
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν πρέπει να διορίζωμεν νηφάλιον και σοφόν αρχηγόν εις τους μεθυσμένους και όχι αντιθέτως; Διότι, ο μεθυσμένος αρχηγός των μεθυσμένων και ο νέος ο μη σοφός, αν δεν κάμη κανέν μέγα κακόν, πολύ θα τον κυνηγά η καλή τύχη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλή βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν είναι αληθές ότι, εάν μεν αυταί αι συναναστροφαί γίνωνται όσον το δυνατόν ορθώς εις τας πόλεις και τας κατακρίνη κανείς, διότι καταδικάζει αυτήν την ουσίαν του ζητήματος, ίσως θα κατέκρινε ορθώς, εάν όμως κατηγορή, διότι βλέπει ασχολίαν λανθασμένην όσον ημπορεί να γίνη, πρώτον μεν δεν είναι φανερόν ότι δεν γνωρίζει αυτήν την φοράν ότι η πράξις αυτή δεν γίνεται όρθιος, έπειτα δε παν πράγμα με αυτόν τον τρόπον ημπορεί να αποδειχθή πονηρόν, εάν δηλαδή εκτελή χωρίς κυρίαρχον και αρχηγόν νηφάλιον; Ή δεν αντιλαμβάνεσαι ότι ο μεθυσμένος διοικητής και κάθε είδους αρχηγός εις παν πράγμα όλα τα ανατρέπει, είτε πλοία είτε άρματα είτε στρατόπεδον, είτε οτιδήποτε είναι αυτό το οποίον διοικεί;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό που είπες είναι βεβαίως εντελώς αληθές, φίλε Ξένε. Αλλά το κατόπιν λέγε μας, εάν γίνεται ορθώς αυτό το νόμιμον των συμποσίων, τι καλόν άραγε θα μας κάμη; Καθώς λόγου χάριν εις αυτό που ελέγαμεν προηγουμένως, ότι δηλαδή εάν ένα στράτευμα εύρη καλόν αρχηγόν, ημπορεί να συμβή νίκη εις τους οπαδούς του, η οποία δεν είναι μικρόν αγαθόν, και διά τα άλλα ομοίως. Τόρα όμως, εάν παιδαγωγηθή καλά έν συμπόσιον, τι μεγάλο πράγμα ημπορεί να συμβή εις τους ιδιώτας ή εις την πόλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και πώς; όταν παιδαγωγηθή ένα παιδί ή ένας χορός καθώς πρέπει, τι σπουδαίον πράγμα θα ειπούμεν ότι αποκτά η πόλις; Ή αν μας αποτείνουν αυτήν την ερώτησιν ημπορούμεν να ειπούμεν, ότι από τον ένα μεν μικρά ωφέλεια προκύπτει εις την πόλιν, εάν όμως ερωτάς γενικώς η εκπαίδευσις των εκπαιδευθέντων ποίαν σπουδαίαν ωφέλειαν προξενεί εις την πόλιν, δεν είναι δύσκολον να ειπούμεν ότι, εάν μεν εκπαιδευθούν καλώς, ημπορούν να γίνουν άνδρες αγαθοί, όταν δε γίνουν τοιούτοι, και τα άλλα ημπορούν να εκτελούν καλώς, αλλά ακόμη ημπορούν και να νικούν τους εχθρούς. Η εκπαίδευσις λοιπόν φέρει και την νίκην, ενώ η νίκη κάποτε φέρει την απαιδευσίαν. Διότι πολλοί έγιναν υβριστικώτεροι από τας πολεμικάς νίκας και εφορτώθησαν άπειρα άλλα κακά από την ατασθαλίαν των, και η μεν παιδεία ποτέ δεν έγινε έως τόρα Καδμεία, ενώ νίκαι πολλαί τοιαύται συνέβησαν εις τον κόσμον και θα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μου φαίνεται, φίλε μου, ότι εννοείς ότι η κοινή συναναστροφή των συμποσίων κατέχει σπουδαίον κεφάλαιον της εκπαιδεύσεως, εάν γίνη ορθώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αμέ τι άλλο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς λοιπόν να μας ειπής κατόπιν ότι αυτό που είπαμεν τόρα είναι αληθές;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλέ Ξένε, το μεν αληθές, εις το να διισχυρισθή κανείς ότι αυτά είναι ούτως πως, αφού πολλοί τα διαφιλονικούν, είναι ιδιότης, η οποία ανήκει εις τον θεόν. Εάν όμως πρόκειται να ειπώ πώς φρονώ εγώ, δεν υπάρχει κανείς φθόνος, αφού βεβαίως ηρχίσαμεν τόρα να συζητούμεν περί νόμων και πολιτείας. (2)
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό λοιπόν ακριβώς ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν, το οποίον συ φρονείς περί των συζητουμένων εδώ ζητημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως πρέπει να κάμωμεν ούτω πως και να προσπαθήσωμεν μαζί σεις μεν να εννοήσετε, εγώ δε να συσφίξω τας εκφράσεις μου, διά να σας διαφωτίσω. Πρώτον όμως ακούσατε από εμέ το εξής. Την ιδικήν μας πόλιν όλοι οι Έλληνες την νομίζουν ότι είναι φιλόλογος και πολύλογος, όσον δε διά την Λακεδαίμονα και την Κρήτην, την μεν πρώτην βραχύλογον, την δε δευτέραν ότι μάλλον γυμνάζεται εις την πολύνοιαν παρά εις την πολυλογίαν. Προσέχω λοιπόν μήπως σας κάμω την εντύπωσιν ότι λέγω πολλά λόγια δι' ένα μικρόν ζήτημα, δηλαδή ότι διά την μέθην, η οποία είναι μηδαμινόν ζήτημα, ξεκοσκινίζω ένα παμμέγιστον λόγον. Και όμως η φυσική αυτού τακτοποίησις δεν είναι δυνατόν χωρίς μουσικήν ορθότητα να φέρη εις την συζήτησιν σαφές ούτε ικανοποιητικόν αποτέλεσμα. Η μουσική δε πάλιν χωρίς την γενικήν εκπαίδευσιν δεν είναι ικανή. Όλα δε αυτά απαιτούν παρά πολλούς λόγους. Κυττάξετε λοιπόν τι πρέπει να γίνη, δηλαδή αν πρέπει αυτά μεν να τα αφήσωμεν κατά μέρος, να μεταπηδήσωμεν δε εις κανένα άλλο θέμα περί των νόμων.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Αθηναίε Ξένε, ίσως δεν γνωρίζεις ότι ευτυχώς η ιδική μας οικογένεια είναι πρόξενος διά την πόλιν σας. Ίσως λοιπόν καθώς εις όλα τα παιδία, όταν ακούσουν ότι είναι πρόξενοι κάποιας πόλεως, γεννάται από αυτό κάποια εύνοια αμέσως από την παιδικήν ηλικίαν εις έκαστον από ημάς τους προξένους δι' αυτήν την πόλιν, ως να είναι δευτέρα πατρίς μας. Ομοίως λοιπόν τόρα συμβαίνει και εις εμέ. Διότι, όταν ήκουα ευθύς από την παιδικήν ηλικίαν από τα παιδία που έλεγαν «Καλέ Μέγιλλε, η πόλις σας μας έκαμε το δείνα κακόν ή καλόν», εκεί που ήκουα αυτά και εφιλονικούσα εναντίον αυτών προς χάριν σας απέκτησα όλην την συμπάθειαν μαζί σας, και δι' αυτό τόρα και η γλώσσα σας μου είναι προσφιλής, και αυτό που λέγουν οι περισσότεροι, ότι δηλαδή όσοι από τους Αθηναίους είναι ενάρετοι είναι κατ' εξοχήν τοιούτοι, μου φαίνεται ότι λέγεται πολύ ορθώς. Διότι μόνον αυτοί χωρίς εξαναγκασμόν εκ φύσεως κατά θείαν μοίραν είναι αληθώς και όχι προσποιητώς αγαθοί, επομένως όσον διά το άτομόν μου με θάρρος, ημπορείς να λέγης όσα σου αρέσει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και όμως, καλέ Ξένε, άκουσε και τον λόγον της αφεντιάς μου, και αφού τον παραδεχθής λέγε με θάρρος όσα θέλεις. Δηλαδή ίσως ήκουσες ότι εις τούτο το μέρος ο Επιμενίδης ανεδείχθη θείος ανήρ, ο οποίος ήτο οικειακός μας, αφού δε ήλθε εις τον τόπον σας δέκα έτη προ των Περσικών πολέμων συμφώνως με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξετέλεσε μερικάς θυσίας, τας οποίας του συνέστησε ο θεός, και μάλιστα ενώ οι Αθηναίοι εφοβούντο την Περσικήν εκστρατείαν, είπε ότι εντός μεν δέκα ετών δεν θα έλθουν, όταν όμως έλθουν, θα μας ξεφορτωθούν χωρίς να κατορθώσουν τίποτε από όσα ήλπισαν, και αφού πάθουν περισσότερα κακά από όσα θα κάμουν. Τότε λοιπόν εσχετίσθησαν φιλοξενικώς μαζί σας οι πρόγονοί μας και από τότε έχομεν μαζί σας συμπάθειαν εγώ και οι ιδικοί μας γονείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, καθώς φαίνεται, η αφεντιά σας είσθε έτοιμοι να ακούσετε. Η αφεντιά μου όμως όσον διά προθυμίαν είναι έτοιμος, να έχη όμως την ικανότητα δεν είναι τόσον εύκολον, οπωσδήποτε όμως πρέπει να δοκιμάσω. Πρώτον λοιπόν σύμφωνα με το ζήτημά μας ας ορίσωμεν η παιδεία τι πράγμα είναι άραγε και ποίαν δύναμιν έχει. Δηλαδή με αυτήν παραδεχόμεθα ότι ο αρχινισμένος τόρα λόγος μας θα προχωρήση έως ότου να φθάση εις τον Βάκχον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως ημπορούμεν να το κάνωμεν αυτό, εάν σου αρέση.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εγώ θα ειπώ τι πρέπει να νομίζωμεν ότι είναι η παιδεία, και σκεφθήτε σεις αν σας αρέσει αυτό που λέγω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγω λοιπόν και διισχυρίζομαι ότι όποιος άνθρωπος σκοπεύει να γίνη αγαθός έστω και εις το ελάχιστον πρέπει από την παιδικήν του ηλικίαν να καταγίνεται και αστείως και σοβαρώς εις τα σχετικά με το ιδιαίτερόν του ζήτημα· λόγου χάριν όποιος θέλει να γίνη καλός γεωργός ή οικοδόμος, αυτός μεν πρέπει να παίζη κτίζων κανέν από τα παιδακίστικα οικοδομήματα, εκείνος δε πάλιν καλλιεργών την γην, και όστις ανατρέφει τον καθένα από αυτούς τους δύο πρέπει να του κατασκευάση εργαλεία μικρά, ως απομίμησιν των αληθινών. Ωρισμένως δε και διά τα μαθήματα όσα είναι ανάγκη να τα προμελετήση να τα προμελετά· λόγου χάριν ο τέκτων να μετρά ή να σταφνίζη και ο πολεμικός να ιππεύη παίζων ή εκτελών κάτι παρόμοιον και να προσπαθή με τα παιγνίδια εκεί να στρέψη τας ηδονάς και τας επιθυμίας των παίδων, όπου όταν φθάσουν αυτοί πρέπει να λάβουν τέλος. Ως κυριώτερον λοιπόν εις την παιδείαν θεωρούμεν την ορθήν ανατροφήν, η οποία προ πάντων θα οδηγήση την ψυχήν του παίζοντος να αγαπήση μανιωδώς εκείνο, εις το οποίον θα είναι ανάγκη, όταν γίνη ανήρ, να τελειοποιηθή εις το πραγματικόν. Σκεφθήτε λοιπόν, καθώς σας είπα, αν έως εδώ σας αρέσει αυτό που λέγω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και τι ονομάζομεν παιδείαν ας μην το αφήσωμεν απροσδιόριστον. Δηλαδή τώρα μεν υβρίζοντες και επαινούντες του καθενός την ανατροφήν λέγομεν ότι άλλος μεν από ημάς είναι πεπαιδευμένος, άλλος δε ότι είναι απαίδευτος κάποτε και εις το εμπόριον και εις την ναυτιλίαν και διά πολλούς παρομοίους ανθρώπους πολύ καλά μαθημένους. Διότι, καθώς φαίνεται, ο ιδικός μας λόγος δεν περιστρέφεται εις τους θεωρούντας αυτά ως εκπαίδευσιν, αλλά μόνον η γυμνάζουσα από την παιδικήν ηλικίαν εις την αρετήν, και καθιστώσα αυτόν θιασώτην και εραστήν εις το να γίνη τέλειος πολίτης, ο οποίος να εξουσιάζη και να υποτάσσεται δικαίως. Αυτήν την ανατροφήν ξεχωρίζει, καθώς μου φαίνεται, ο λόγος μας αυτός και τώρα θέλει μόνον αυτήν να ονομάζη παιδείαν, εκείνην δε που αποβλέπει εις χρήματα ή καμμίαν άλλην που αποβλέπει εις πολιτικήν δύναμιν ή καμμίαν άλλην σοφίαν χωρίς νουν και δικαιοσύνην την θεωρεί βάναυσον και ανελευθέραν και αναξίαν απολύτως να ονομάζεται παιδεία. Ημείς λοιπόν ας μη διαφωνούμεν μεταξύ μας διά τας λέξεις, αλλά ας συμφωνήσωμεν εις αυτόν τον λόγον μας τώρα και ας τον αφήσωμεν να ισχύη, δηλαδή οι ορθώς εκπαιδευόμενοι σχεδόν γίνονται αγαθοί, και επομένως την παιδείαν δεν πρέπει ποτέ να την περιφρονούμεν, διότι έρχεται πρώτη από όλα τα αγαθά εις τους καλλιτέρους ανθρώπους. Και αν κάποτε μας φεύγη, και είναι δυνατόν να την επαναφέρωμεν, αυτό πρέπει να κάμη πάντοτε ο καθείς όσον ημπορεί εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά, και παραδεχόμεθα όσα λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως προ πολλού εσυμφωνήσαμεν ότι αγαθοί είναι όσοι είναι ικανοί να εξουσιάζουν τον εαυτόν των, κακοί δε όσοι δεν είναι ικανοί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας επαναλάβωμεν καθαρώτερα τι εννοούμεν άραγε με αυτό που λέγομεν. Και σας παρακαλώ να δεχθήτε να σας παραστήσω με εικόνα, εάν κάπως ημπορέσω να σας εκφράσω το τοιούτον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν πρέπει να θεωρήσωμεν έκαστον από τα άτομά μας ως ένα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ότι έχει μέσα του δύο συμβούλους αντιθέτους και ανοήτους, τους οποίους ονομάζομεν ηδονήν και λύπην;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εκτός δε αυτών των δύο πάλιν άλλας δύο γνώμας περί των μελλόντων, αι οποίαι κοινώς μεν ονομάζονται ελπίς, (πρόβλεψις), ιδιαιτέρως δε φόβος μεν ονομάζεται η προ της λύπης ελπίς, θάρρος δε η ελπίς η προηγουμένη του αντιθέτου. Έξω δε από όλα αυτά υπάρχει ο λογισμός, όστις υπολογίζει ποίον από αυτά είναι καλλίτερον ή χειρότερον, ο οποίος, όταν γίνη κοινή απόφασις της πόλεως, έχει το ιδιαίτερον όνομα νόμος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μόλις κάπως σε παρακολουθώ, οπωσδήποτε όμως λέγε τα ερχόμενα κατόπιν ως να παρακολουθώ.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και εγώ το ίδιον αισθάνομαι ότι συμβαίνει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Περί αυτών λοιπόν ας σκεφθώμεν ούτω πως. Πρέπει να θεωρήσωμεν έκαστον από ημάς ως θαύμα θείον, μεταξύ των ζώων το οποίον εδημιουργήθη από τους θεούς είτε ως παιγνίδιον είτε ως σοβαρόν έργον. Διότι αυτό βεβαίως δεν το γνωρίζομεν, αλλά τούτο μόνον, ότι αυτά τα πάθη μέσα μας ως να είναι νεύρα ή νήματα συνδετικά μας συσφίγγουν και μας σύρουν μεταξύ των, επειδή είναι αντίθετα εις αντιθέτους πράξεις, εκεί ακριβώς όπου είναι η χωριστή θέσις της αρετής και της κακίας. Διότι ο λόγος μας λέγει ότι πρέπει να ακολουθούμεν την μίαν από τας έλξεις πάντοτε και ποτέ να μην απομένωμεν πίσω από εκείνας και σύρωμεν με τα άλλα νεύρα εις το αντίθετον, και ότι αυτή είναι η χρυσή και ιερά διοίκησις του νου, η οποία ονομάζεται κοινός νόμος της πόλεως, και ότι αι άλλαι είναι σκληραί και σιδήριναι, ενώ αυτή είναι μαλακή ως χρυσή, αι δε άλλαι όμοιαι προς ποικίλας μορφάς. Οφείλομεν λοιπόν να ερχώμεθα επίκουροι πάντοτε εις την καλλίστην διοίκησιν του νόμου. Διότι, επειδή ο λογισμός είναι καλός και μειλίχιος και όχι εκβιαστικός, χρειάζεται υπηρέτας η διοίκησίς του, διά να νικά προς το καλόν μας το χρυσούν γένος τα άλλα γένη. Και λοιπόν ούτω πως η συζήτησις περί της αρετής ημπορεί να σωθή με την παραδοχήν ότι ημείς είμεθα θαυματουργήματα, και το να γινώμεθα κύριοι ή υποχείριοι του εαυτού μας θα εγίνετο κάπως σαφέστερον τι θέλει να ειπή, και ότι από μίαν πόλιν και από ένα ιδιώτην ο μεν ιδιώτης πρέπει να λάβη μέσα του λόγον αληθή περί τούτων των έλξεων και να ζη υπακούων εις αυτόν, η δε πόλις ή από κανένα θεόν ή από αυτόν ο οποίος ενόησε αυτά να παραλάβη τον λόγον, και, αφού τον θεσπίση ως νόμον, να συναλλάσσεται και με τον εαυτόν της και με τας άλλας πόλεις. Κατά αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα ήτο σαφέστερον να διατυπωθή και η κακία και η αρετή. Όταν δε τούτο φανή καθαρώτερα, τότε ίσως γίνουν ευνοητότεραι και η παιδεία και αι άλλαι ασχολίαι και μάλιστα και το ζήτημα της συναναστροφής εις τας οινοποσίας, το οποίον είναι μεν πιθανόν να νομισθή ως μεγάλη και περιττή μακρολογία, η οποία ελέχθη διά μηδαμινόν πράγμα, αλλά βεβαίως ημπορεί ίσως να αποδειχθή ότι δεν είναι αντάξιον προς το μήκος αυτής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλά το είπες και ας τελειώνωμεν οτιδήποτε είναι αντάξιον αυτής της συζητήσεώς μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λέγε λοιπόν. Όταν εις αυτό το θαυματούργημα προσφέρωμεν την μέθην, ποίαν ιδιότητα το κάμνομεν να έχη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πού αποβλέπεις λοιπόν και εξαναρωτάς αυτό;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη δεν αποβλέπω προς τίποτε, γενικώς όμως εξετάζω, όταν τούτο συγκοινωνήση με αυτό, ποίου είδους θα συμβή να γίνη. Θα προσπαθήσω δε να είπω καθαρώτερα ακόμη τι εννοώ. Δηλαδή ερωτώ το εξής: Άραγε κάμνει σφοδροτέρας τας ηδονάς και τας λύπας και τας εξάψεις και τους έρωτας η πόσις του οίνου;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά πάλιν τι κάμνει τας αισθήσεις και τας αναμνήσεις και τας γνώμας και τας φρονήσεις; Άραγε τας κάμνει επίσης σφοδροτέρας ή μήπως όλα αυτά τον εγκαταλείπουν, όταν το παρακάμη εις την μέθην;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα· τον εγκαταλείπουν εντελώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν επιστρέφει πάλιν οπίσω εις την ιδίαν ψυχικήν διάθεσιν, που είχε τότε που ήτο παιδάριον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ολίγον λοιπόν θα ημπορούσε αυτός τότε να συγκρατήση τον εαυτόν του.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βέβαια πολύ ολίγον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν δεν λέγομεν ότι είναι πονηρότατος ο τοιούτος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως, καθώς φαίνεται, δεν γίνεται παλίμπαις μόνον ο γέρων, αλλά και ο μεθυσμένος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λαμπρότατα το είπες, καλέ Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Υπάρχει λοιπόν λόγος, ο οποίος θα προσπαθήση να μας καταπείση ότι πρέπει να δοκιμάσωμεν αυτήν την πράξιν και να μη την αποφύγωμεν με όλας μας τας δυνάμεις που ημπορούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Φαίνεται ότι υπάρχει. Συ τουλάχιστον αυτό λέγεις και προ ολίγου ήσο έτοιμος να το ειπής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πραγματικώς ορθά το ενθυμείσαι. Και τόρα βεβαίως είμαι έτοιμος, αφού είπατε σεις οι δύο ότι θα έχετε την ευχαρίστησιν να με ακούσετε προθύμως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς δεν θα ακούσωμεν; Και αν όχι διά τίποτε άλλο, τουλάχιστον διά το αξιοθαύμαστον και παράδοξον ζήτημα, αν ίσως οφείλει κανείς να εμβάλλη τον εαυτόν του εκουσίως εις πλήρη ελεεινότητα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Θα εννοής της ψυχής ελεεινότητα. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα, καλέ μου φίλε, όταν εμβάλλη τον εαυτόν του εις πονηρίαν του σώματος και ισχνότητα και ασχημίαν και αδυναμίαν; Άραγε θα απορούμεν αν ίσως κανείς φθάση εις αυτήν την κατάστασιν εκουσίως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; όσοι πηγαίνουν μόνοι των εις τα ιατρεία, διά να πάρουν φάρμακον, θα νομίζωμεν ότι δεν γνωρίζουν ότι εις ολίγον καιρόν κατόπιν και διά πολλάς ημέρας θα έχουν το σώμα εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε, εάν επρόκειτο να το έχουν ούτω πως έως το τέλος, δεν θα εδέχοντο να ζουν; ή όσοι πηγαίνουν εις τας ασκήσεις και τους κόπους δεν γνωρίζομεν ότι προς στιγμήν γίνονται αδυνατισμένοι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Όλα αυτά τα γνωρίζομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και ακόμη ότι χάριν της κατόπιν ωφελείας των πηγαίνουν θεληματικώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Κάλλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν πρέπει λοιπόν και διά τας άλλας ασχολίας να σκεπτώμεθα κατά τον ίδιον τρόπον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως και διά την συναναστροφήν εις την οινοποσίαν δεν πρέπει να σκεπτώμεθα με τον ίδιον τρόπον, αν βεβαίως είναι δυνατόν εις αυτήν να υπάρξη ορθή σκέψις;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως, εάν αποδειχθή ότι μας παρέχει καμμίαν ωφέλειαν όχι κατωτέραν από την σωματικήν, τότε βεβαίως είναι προτιμοτέρα κατ' αρχήν από την σωμασκίαν, διότι αυτή μεν γίνεται με πόνους, εκείνη όμως όχι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, απορώ όμως πώς είναι δυνατόν να αντιληφθώμεν τοιούτον πράγμα εις αυτό.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει ακριβώς αυτό να προσπαθήσωμεν να ειπούμεν πλέον. Και ειπέ μου, σε παρακαλώ. Ημπορούμεν να αντιληφθώμεν δύο είδη φόβων σχεδόν αντίθετα μεταξύ των;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία λοιπόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τα εξής. Φοβούμεθα, νομίζω, τα κακά, όταν περιμένωμεν να συμβούν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά φοβούμεθα πολλάκις και την κοινήν γνώμην, διότι νομίζομεν ότι θα νομιζώμεθα κακοί, όταν κάμνωμεν ή λέγωμεν τίποτε από τα άσχημα, αυτόν δε ακριβώς τον φόβον ημείς βεβαίως, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι, τον ονομάζομεν καταισχύνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτά λοιπόν τα δύο είδη των φόβων έλεγα. Εκ των οποίων ο είς είναι αντίθετος προς τους πόνους και τους άλλους φόβους, και επίσης αντίθετος προς τας περισσοτέρας και σπουδαιοτέρας ηδονάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν και ο νομοθέτης και οποιοσδήποτε άλλος, έστω και αν αυτός ημπορή ελάχιστα να μας ωφελήση, δεν σέβεται τούτον τον φόβον με την μεγαλιτέραν τιμήν, και δεν τον ονομάζει εντροπήν, το δε αντίθετον προς αυτόν θάρρος δεν το ονομάζει αναίδειαν και δεν το θεωρεί μέγιστον κακόν και ιδιωτικώς και δημοσίως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν μας σώζει αυτός ο φόβος και εις πολλά άλλα και δεν μας προετοιμάζει την νίκην και σωτηρίαν εις τον πόλεμον τόσον υπερβολικά, όσον κανέν άλλο; Επομένως δύο είναι τα προπαρασκευάζοντα την νίκην, το θάρρος μεν εμπρός εις τους εχθρούς, ο φόβος δε εμπρός εις τους φίλους διά την άνανδρον καταισχύνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Επομένως οφείλει έκαστος από ημάς να γίνεται, άφοβος και περίτρομος. Διά ποίον όμως λόγον πρέπει να γίνη το έν ή το άλλο, το εξεκαθαρίσαμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως, ενώ θέλομεν να καταστήσωμεν έκαστον άφοβον, τον οδηγούμεν εις τον φόβον πολλών φόβων κάπως με νόμον, και τον κάμνομεν τοιούτον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα; Όταν προσπαθούμεν να κάμωμεν κανένα με δικαιοσύνην περίτρομρν, άραγε δεν πρέπει να τον συγκρούωμεν με την αναίδειαν και προγυμνάζοντες να τον κάμνωμεν να νικά τας ηδονάς του αντιτασσόμενος προς αυτάς; Ή μήπως διά να γίνη μεν τέλειος εις την ανδρείαν πρέπει να αντιτάσσεται προς την εσωτερικήν του δειλίαν και να νικά αυτήν, ενώ, αν βεβαίως μείνη αμαθής και αγύμναστος εις τα τοιαύτα αγωνίσματα οποιοσδήποτε, δεν θα ημπορέση να γίνη ούτε το ήμισυ από ό,τι θα εγίνετο ο ίδιος ως προς την αρετήν; Τόρα όμως είναι δυνατόν άραγε να γίνη τελείως σώφρων, εάν δεν αγωνισθή να φαίνεται αναιδής προς πολλάς παρακινητικάς ηδονάς και επιθυμίας και να τας αδική αντικρούων αυτάς, και εάν δεν νικήση με λόγον και με έργον και με τέχνην και εις τα παιγνίδια και εις τα σοβαρά έργα, παρά εάν δεν δοκιμάση αντιθέτως τα τοιαύτα παθήματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να έχη τον ορθόν λόγον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; έδωκε κανείς θεός εις τους ανθρώπους τοιούτον φάρμακον του φόβου, ώστε, όσον περισσότερον θελήση κανείς να πίνη από αυτό, τόσον περισσότερον να νομίζη ότι γίνεται δυστυχής εις εκάστην δόσιν, και να φοβήται όλα όσα έχει τόρα και όσα θα έχη εις το μέλλον, και εις το τέλος να καταντήση εις τρόμον δι' όλα τα πράγματα ο ανδρειότατος από τους ανθρώπους, αφού όμως αποκοιμηθή και ελευθερωθή από το ποτόν να γίνεται πάλιν ο ίδιος κάθε τόσον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και ποίον ποτόν τοιούτου είδους, καλέ ξένε, ημπορούμεν να ειπούμεν ότι εδόθη εις τους ανθρώπους;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κανέν· εάν όμως μας ήρχετο από πουθενά, θα ήτο εις τίποτε χρήσιμον διά τον νομοθέτην; λόγου χάριν θα ημπορούσαμεν να συζητήσωμεν πολύ καλά περί αυτού τα εξής με αυτόν: ειπέ μας, καλέ νομοθέτα, είτε διά τους Κρήτας είτε δι' οποιουσδήποτε άλλους νομοθετείς, πρώτον μεν θα εδέχεσο άραγε να είσαι ικανός να λαμβάνης έλεγχον περί της ανδρείας και δειλίας των πολιτών;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ναι, θα έλεγε βεβαίως πας τις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς όμως; Με ασφάλειαν και χωρίς μεγάλους κινδύνους ή με τα αντίθετα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και εδώ με ασφάλειαν θα παραδεχθή να ειπή πας τις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ημπορούσες όμως να μεταχειρισθής εις τους φόβους τούτους εκείνον, όστις δεν υπακούει εις εσέ να γίνη εις όλα καθώς τον θέλεις, οδηγών αυτόν και εξελέγχων μέσα εις τα παθήματα, ώστε να τον αναγκάζης να γίνεται άφοβος, άλλον προτρέπων και συμβουλεύων και τιμών και άλλον εξευτελίζων; Και, εάν μεν ασκηθή καλώς, να τον απολύσης ατιμώρητον, εάν δε ασκηθή κακώς, να του επιβάλης πρόστιμον; Ή κατ' αρχήν δεν θα έκαμνες χρήσιν αυτού του ποτού, μολονότι άλλως δεν έχεις κανέν παράπονον εναντίον του (του ποτού);
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και πώς δεν θα έκαμνε κανείς χρήσιν αυτού, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον, καλέ μου φίλε, αυτό θα ήτο σχετικώς με τα σημερινά αξιοθαύμαστος άσκησις ως προς την ευκολίαν δι' άτομα χωριστά και δι' ολίγους και δι' όσους θέλει κανείς κάθε τόσον, επομένως και όταν μόνος του κανείς εις την ερημίαν προεξοφλή την πρώτην εντροπήν, διότι νομίζει ότι δεν πρέπει να βλέπεται από κανένα πριν να γίνη καλά, και ούτω πως γυμνάζεται απέναντι των φόβων και μόνον ένα ποτόν προετοιμάζει αντί απείρων άλλων δυσκολιών, ορθώς θα εκτελή αυτό, και όταν κανείς έχη πεποίθησιν εις τον εαυτόν του ότι εκ φύσεως και μελέτης είναι καλά προετοιμασμένος και δεν διστάζη διόλου να γυμνάζεται μαζί με περισσοτέρους συμποσιαστάς και να αποδεικνύη ότι υπερβάλλει και υπερνικά την δύναμιν του ποτού, η οποία συνίσταται εις την αναγκαστικήν διαφοράν αυτού, ώστε να μη εκτελή ούτε έν μέγα σφάλμα από αναίδειαν ούτε να παθαίνη καμμίαν μεταβολήν ένεκα της αρετής του, εις την τελευταίαν όμως δόσιν του ποτού να απομακρύνεται πριν φθάση εις αυτήν, φοβούμενος μήπως όλοι οι άνθρωποι νικηθούν από το ποτόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα. Διότι βεβαίως, καλέ Ξένε, θα ήτο σώφρων και αυτός, αν πράξη ούτω πως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ειπούμεν πάλιν εις τον νομοθέτην τα εξής: Κύριε νομοθέτα, όσον βεβαίως διά τον φόβον σχεδόν ούτε κανείς θεός έδωκε φάρμακον εις τους ανθρώπους ούτε μόνοι μας εφευρήκαμεν. Και βεβαίως τους ταχυδακτυλουργούς δεν τους λογαριάζω. Αλλά διά την αφοβίαν και διά το υπερβολικόν και παράκαιρον θάρρος, τα οποία δεν χρειάζονται, άραγε υπάρχει ποτόν, ή πώς άλλως το εννοούμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως υπάρχει, θα ειπή, εννοών τον οίνον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε και αντίθετον είναι τούτο προς αυτό πού λέγομεν τώρα; Δηλαδή δεν κάμνει άραγε εκείνον που πίνει αυτό πρώτον μεν περισσότερον ιλαρόν από ό,τι ήτο προηγουμένως ο ίδιος και όσον περισσότερον δοκιμάζει από αυτό, τόσον περισσοτέρας ελπίδας δεν αποκτά και πεποίθησιν εις την δύναμίν του; Εις το τέλος μάλιστα δεν φορτώνεται ο τοιούτος απόλυτον παρουσιαστικότητα και ελευθερίαν ως να είναι σοφός, και απόλυτον αφοβίαν, ώστε και να ειπή οτιδήποτε χωρίς δισταγμόν, και ομοίως να διατάξη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό, νομίζω, ο καθείς θα το παραδεχθή.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ενθυμηθούμεν λοιπόν το εξής· ότι δύο πράγματα πρέπει να γυμνάζωνται εις την ψυχήν μας, το έν μεν πώς να έχωμεν όσον το δυνατόν περισσότερον θάρρος, το άλλο δε πώς να έχωμεν όσον το δυνατόν περισσότερον φόβον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτά που έλεγες διά την εντροπήν, καθώς νομίζομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά το ενθυμείσθε. Αφού όμως πρέπει να μελετάται εις τα τοιαύτα η ανδρεία και η αφοβία, τότε πρέπει να εξετάσωμεν μήπως άραγε τα αντίθετα πρέπει να θεραπεύωνται με τα αντίθετα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι λογικόν βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εις όσα πάθη λοιπόν επλάσθημεν να είμεθα υπερβολικά θαρραλέοι και θρασείς εις αυτά, καθώς φαίνεται, πρέπει να γυμναζώμεθα όσον το δυνατόν να είμεθα αδιάντροποι και γεμάτοι από θράσος, περίτρομοι όμως εις το να τολμώμεν κάθε τόσον να λέγωμεν ή να πάσχωμεν ή και να κάμνωμεν οτιδήποπε αισχρόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Έτσι φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν όλα αυτά εις τα οποία είμεθα τοιούτοι είναι η έξαψις, ο έρως, η υβριστικότης, η αμάθεια, η φιλοκέρδεια, η δειλία, και ακόμη τα εξής, ο πλούτος, το κάλλος, η ισχύς και όσα πάλιν μας μεθούν με ηδονήν και μας κάμνουν παράφρονας. Δι' αυτά δε ποίαν ηδονήν ευθηνοτέραν και αβλαβεστέραν από την της οινοποσίας, πρώτον μεν διά να αποκτήσωμεν πείραν, έπειτα δε διά να ασκηθώμεν, ημπορούμεν να αναφέρωμεν περισσότερον μετρημένην, οσονδήποτε και αν μας έλθη με προφύλαξιν; Δηλαδή ας προσέξωμεν. Εις μίαν ψυχήν κακότροπον και αγρίαν, από την οποίαν προέρχονται αναρίθμητοι αδικίαι, ποιον είναι επισφαλέστερον, να την δοκιμάσωμεν ερχόμενοι εις συναλλαγάς και κινδυνεύοντες δι' αυτάς, ή να την σχετισθούμεν με την εορτήν του Διονύσου; Ή διά μίαν ψυχήν, η οποία υπέκυψε εις τας αφροδισιακάς ηδονάς, πρέπει να λάβωμεν έλεγχον, αφού εμπιστευθώμεν τας θυγατέρας μας και τους υιούς μας και τας γυναίκας μας, και με τοιούτον κίνδυνον διά τους φιλτάτους μας, να ερευνήσωμεν το ήθος της ψυχής του; Και άπειρα άλλα βεβαίως ημπορεί να αναφέρη κανείς χωρίς να τελειώση ποτέ, διά να αποδείξη πόσον προτιμότερον είναι η παιγνιώδης εξέτασις δωρεάν χωρίς επιζήμιον μισθόν. Και λοιπόν όσον δι αυτό το ίδιον ούτε οι Κρήτες ούτε κανείς από τους άλλους ανθρώπους νομίζομεν ότι θα το διαφιλονικήση, ότι δηλαδή δεν είναι καθώς πρέπει αυτή η δοκιμή του ενός με τον άλλον, και είναι ανωτέρα από τας άλλας εξελέγξεις και ως προς την ευθηνίαν και την ασφάλειαν και την ταχύτητα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν ίσως είναι έν από τα χρησιμώτερα πράγματα, δηλαδή το να γνωρίζωμεν τας φύσεις και διαθέσεις των ψυχών με εκείνην την τέχνην, εις την οποίαν ανήκει η ιδιότης να καλλιεργή αυτά. Ανήκει δε, είπαμεν, καθώς νομίζω, εις την πολιτικήν. Δεν είναι έτσι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.