Συμπόσιον : ή περί έρωτος

***

Τελευταίος μένει ο Σωκράτης, εις τα λεγόμενα δε αυτού ακριβώς πρέπει να ζητηθή η Πλατωνική περί του Έρωτος θεωρία. Ζητεί εν πρώτοις την άδειαν ν' απευθύνη ολίγας ερωτήσεις εις τον Αγάθωνα, τον οποίον αναγκάζει να ομολογήση ότι ο Έρως δεν είνε ούτε ωραίος ούτε αγαθός, διά τον απλούστατον λόγον ότι ποθεί το ωραίον και μαζί με αυτό και τα αγαθά, τα οποία είνε επίσης ωραία· δεν ποθεί δε κανείς παρά εκείνο του οποίου στερείται. Επομένως ο Έρως στερείται και δεν έχει κάλλος. Και ο Σωκράτης αφίνει εδώ τον Αγάθωνα, ομολογούντα ότι, δεν ημπορεί να τα βάλη μαζί, του, διά να εκθέση όσα περί του Έρωτος εδιδάχθη από μίαν σοφήν ξένην, την εκ Μαντινείας Διοτίμαν. Αποτελεί ίσως τούτο σιωπηράν διαμαρτυρίαν διά την μέχρι της στιγμής εκείνης παραγνώρισιν της σημασίας της γυναικός επί τοιούτου θέματος.

Λοιπόν κατά την Διοτίμαν αυτήν ο Έρως δεν είνε ούτε ωραίος ούτε αγαθός, όπως απεδείχθη ήδη. Έπεται εκ τούτου ότι ο Έρως είνε άσχημος και κακός; Καθόλου, αφού υπάρχει και μέσον τι μεταξύ ωραιότητος και ασχημίας, μεταξύ αγαθότητος και κακίας.

Ουδέ καν θεός είνε ο Έρως, αφού στερείται των αγαθών και των ωραίων, πράγμα το οποίον δεν ημπορεί να λεχθή διά τους θεούς. Είνε λοιπόν θνητός; Ούτε· αλλ' όπως είνε μέσον τι μεταξύ ωραιότητος και ασχημίας, κατά τον αυτόν τρόπον είνε μέσον τι μεταξύ θνητού και αθανάτου. Με άλλας λέξεις ο Έρως είνε δαίμων μέγας, διότι παν δαιμόνιον είνε μέσον τι μεταξύ θεού και θνητού, μέσον διά του οποίου συμπληρώνεται το μεταξύ κενόν, εις τρόπον ώστε το σύμπαν αυτό συνδέεται προς εαυτό τοιουτοτρόπως, και διά του οποίου ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θείον.

Είνε δε ο Έρως του Πόρου και της Πενίας υιός, δηλαδή θεού και θνητής. Εντεύθεν εξηγείται και η φύσις αυτού. Από την μητέρα του έχει σύντροφον παντοτεινόν την ένδειαν, και αντί ωραίος και απαλός, είνε, εξ εναντίας, ξηρός και ταλαιπωρημένος και ανυπόδητος και άστεγος, μικρός και ταπεινός ων πάντοτε και μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι. Ως εκ του πατρός του δε πάλιν, είνε ανδρείος, άφοβος, ορμητικός, επινοητικώτατος δε, δεινός γόης και μάγος και σοφιστής, αποβλέπων πάντοτε εις τα ωραία και τα αγαθά και φιλοσοφών διά παντός του βίου.

Εις ολίγας λέξεις, έρως είνε η επιθυμία του κατέχειν το αγαθόν διά παντός, το διακρίνον δε αυτόν πάσης άλλης επιθυμίας του αγαθού, ήτις άλλως είνε κοινή εις όλους τους ανθρώπους, είνε τούτο, ότι δι' αυτού επιδιώκει τις να γεννήση, είτε κατά το σώμα είτε κατά την ψυχήν, μέσα εις το ωραίον. Αιτία δε τούτου είνε ότι η θνητή φύσις ζητεί κατά το δυνατόν την διακόνισιν και την αθανασίαν, διότι ο πόθος του αγαθού συνυπάρχει αναγκαίως μετά του πόθου της αθανασίας, αφού έρως είνε η επιθυμία του έχειν το αγαθόν διά παντός. Και τούτο μόνον διά της γεννήσεως είνε δυνατόν να το επιτύχη, καθόσον δι' αυτής καταλείπει άλλο νέον αντί του παλαιού. Ακολουθία τούτου είνε ότι οι μεν κατά τα σώματα εγκύμονες όντες τρέπονται προς τας γυναίκας, διά παιδογονίας αθανασίαν και μνήμην και ευδαιμονίαν, όπως νομίζουν, ποριζόμενοι διά τον έπειτα χρόνον πάντα· οι δε κατά τας ψυχάς, προς όσα αρμόζουν εις της ψυχής τας συλλήψεις και τα γεννήματα, προτιμώντες μεν και ούτοι, ως κυοφορούντες, τα ωραία σώματα από τα άσχημα, αλλ' επιδιώκοντες προ παντός το ψυχικόν κάλλος, μέσα εις το οποίον, όταν το εύρουν, θα γεννήσουν όσα εγκυμονούν, γινόμενοι αμέσως εύγλωττοι εις λόγους περί αρετής προς τον άνθρωπον τούτον και επιχειρούντες να τον διδάξουν.

Έως εδώ τα ερωτικά αποτελούν απλήν προπαρασκευήν διά να χωρήση τις προς τον τελικόν σκοπόν, όστις είνε η διά του έρωτος εξύψωσις του ανθρώπου μέχρι του θείου και όστις αποτελεί την ουσίαν της περί έρωτος πλατωνικής θεωρίας.

Η εξύψωσις αυτή γίνεται δι' αναβάσεως τρόπον τινά από βαθμίδος εις βαθμίδα, αρχής γινομένης εκ των κάτω. Πρώτην δε βαθμίδα αποτελεί η προσήλωσις προς ένα μόνον ωραίον σώμα. Αφού γεννήση τις ενταύθα λόγους καλούς και εννοήση ότι το εις ένα οιονδήποτε σώμα υπάρχον κάλλος είνε αδελφόν του εις άλλο σώμα υπάρχοντος, αναβαίνει εις τα δύο σώματα και από τούτων εις όλα τα ωραία σώματα. Έπειτα από των ωραίων σωμάτων αναβαίνει εις το ψυχικόν κάλλος, αρκούμενος εις αυτό και αυτό μόνον επιζητών, από τούτον δε, αφού αντιληφθή ότι το ωραίον είνε παντού το αυτό, προχωρεί εις τα ωραία έργα και από τούτων εις την ωραιότητα της μαθήσεως, έως ότου από μαθήσεως εις μάθησιν καταλήξη εις την γνώσιν αυτού του απολύτου καλού, του αναλλοιώτου και αιωνίου, του απηλλαγμένου από ανθρωπίνας σάρκας και χρώματα και την άλλην περισσήν ματαιότητα της ανθρωπίνης φύσεως, αυτού δηλαδή του θείου κάλλους του μοναδικού εις το είδος του.

Μόνον ο φθάσας μέχρι του τέλους αυτού ημπορεί να γεννήση όχι είδωλα αρετής, ως ερχόμενος εις συνάφειαν όχι με είδωλον, αλλ' αληθινήν αρετήν, ως ερχόμενος εις συνάφειαν με το αληθές.

***
6 of 85
Last page
CONTENTS
Chapters
Highlights