3. ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

4. ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Η Σκηνή του διαλόγου υποτίθεται μετά το 411 π. Χ., ότε ήλθεν εις Αθήνας ο Λυσίας, και προ του 399, ότε απέθανεν ο Σωκράτης, το κύριον πρόσωπον του διαλόγου. Πιθανώτατα όχι διαρκούντος του Πελοποννησιακού πολέμου και της τρομοκρατίας των 30, αλλά κατά το 403 ότε επέστρεψεν εις Πειραιά ο Λυσίας, όστις ήτο φυγάς.

Ο Λυσίας ο οποίος δημιουργεί την υπόθεσιν, διά της αναγνώσεως και ανασκευής τον ιδικού του λόγου, παρουσιάζεται ως φαύλος τον χαρακτήρα και άτεχνος λογογράφος. Το έργον του τούτο, το οποίον απεδείχθη ότι όντως εγράφη υπ' αυτού (Σπέγγελ) είναι μάλλον ερωτική επιστολή, ή πρόχειρον νεανικόν ρητορικόν δοκίμιον, γραφέν πιθανώς προ του 403, ότε ως γνωστόν διά του υπέρ του Ερατοσθένους λόγου του ενεφανίσθη ως ρήτωρ αξίας, λιτός, βραχύς, πιθανός, ίνα ασκήση το ευεργετικόν και πρακτικόν δικανικόν είδος του λόγου. Μικροπρεπής λοιπόν θα ήτο ο Πλάτων κατόπιν μακράς περιόδου ετών να επιχειρήση να στιγματίση τον άνθρωπον και την τέχνην του. Αλλ' εκ της αξίας των δικανικών λόγων του Λυσίου δεν δύναται να συμπαιράνη κανείς ότι δεν εξήσκει και κατόπιν τα άλλα είδη του λόγου και ότι οι μαθηταί του έπαυσαν να γράφουν τοιαύτας ρητορικάς τέχνας (4). Και δεικνύεται μεν ότι προεκάλουν την Ακαδήμειαν αι ρητορικαί σχολαί, του Λυσίου — Αντισθένους, όστις έσκωπτε τον Πλάτωνα Σάθωνα, και του Ισοκράτους, ο οποίος επικρίνεται εις τον Ευθύδημον και αμφιβόλως επαινείται εις τον Φαίδρον, αλλ' ο σκοπός του Πλάτωνος δεν ήτο να εξευτελίση τας ρητορικάς σχολάς και ν' αποσπάση από εκεί μαθητάς διά την φιλοσοφικήν του σχολήν (5).

Αφορμή μόνον της συγγραφής ήσαν αι προκλήσεις αυταί, αλλ' ο σκοπός είναι υψηλότερος πολύ· ο Πλάτων επιτίθεται κατ' αυτής της ρητορικής και υποσκάπτει τα θεμέλιά της· όπως εις την Πολιτείαν του αποδιώκει την ποίησιν, ούτω και εις τον Φαίδρον προσβάλλει, πολύ δικαιότερον, την ρητορικήν. Διείδε ότι βλάβης μάλλον ή ωφελείας πρόξενον έγινε και θα γίνη εις τον κόσμον το είδος τούτο του λόγου. Και παρασκευάζει μεν υπόδειγμα αληθούς ρητορικής, αλλά τούτο δεν είναι άλλο παρά η αληθής φιλοσοφία εις την ρητορικήν. Διότι η αλήθεια δεν χρειάζεται περιττά κοσμήματα, αλλ' απλουστάτην μέθοδον, όταν παραστή ανάγκη να φέρη πρακτικά αποτελέσματα, τα δε περιττά κοσμήματα συσκοτίζουν και πολλάκις διαστρέφουν την πρακτικήν επιστήμην. Όταν δε η ρητορική πρόκειται να πανηγυρίση ή να συγκινήση, δανείζεται τα πτερά της ποιήσεως, διότι δεν είναι αρκετά τα ταπεινά της μέσα.

Διά να φέρη εις πέρας τον μεγάλον σκοπόν του παρεισάγει ολόκληρον ιστορίαν της ρητορικής και παρουσιάζει τα διάφορα τεχνάσματα και την κενότητα των ρητόρων από του Τισίου, του πρώτου ρήτορος, και του Γοργίου μαθητού του πρώτου και διδασκάλου του Ισοκράτους, μέχρι του Περικλέους. Και τον μεν Περικλέα επαινεί ως φιλόσοφον ρήτορα, επίσης και τον Ισοκράτην ως πολλά υποσχόμενον διότι είναι φιλοφικώτερος του Λυσίου. Ακριβώς εάν είναι αληθής ο έπαινος του Ισοκράτους (ο συγγραφεύς εδώ παριστά τον Ισοκράτην και τον Λυσίαν όπως ήσαν κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου) εντός του Φαίδρου, όπου περιέχεται η σπουδαία παλινωδία του Σωκράτους εις τον έρωτα, ήτο ο κατάλληλος χώρος να παλινωδήση ο Πλάτων ως προς τον ρήτορα τούτον, διότι τον έψεξεν εις τον Ευθύδημον. Αλλ' ως είπομεν, εις το έργον του τούτο δεν φαίνεται κατεχόμενος από εμπάθειάν τινα, αλλά συναισθανόμενος την υπεροχήν του και εκ περιωπής κρίνων ελεεί τους δοκησισόφους τούτους ρήτορας λέγων, ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς κατ' αυτών, διότι γνωρίζουν μόλις τα στοιχεία της τέχνης των, πράγμα το οποίον δεν είναι απορριπτέον, αλλ' εις ουδέν συντελεί άνευ φιλοσοφικής μορφώσεως και μεθόδου.

Αλλά διά του Λυσίου προσβάλλων την ρητορικήν, η οποία ήτο η κυριωτάτη πνευματική και πολιτική παιδεία της πατρίδος του κατά τους χρόνους εκείνους τους άνευ κατευθύνσεως και μεγαλείου, είχεν ανώτερον και τελικόν σκοπόν να εξυμνήση την φιλοσοφίαν. Υποδεικνύει ούτω την μεγάλην σημασίαν της φιλοσοφίας εις πάσαν σκέψιν, παν αίσθημα, παν έργον και εξυψώνων τον προφορικόν λόγον, φανερώνει πόσον είναι αναγκαία η διδασκαλία αυτής, και ποίον το έργον της Ακαδημείας του. Και διά να καταστήση φανερώτερον τον τελικόν του σκοπόν αναλαμβάνει την ανάπτυξιν των θεωριών του εν συνάψει, και μάλιστα του περί κάλλους θέματος, το οποίον συσχετίζει με την εξέτασιν κυριωτάτου ηθικού ζητήματος της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, ήτις θεραπεύουσα γενικώς το καλόν, παρεξετράπη εις τον παιδέρωτα εις ευρυτάτην κλίμακα.

Ο Πλάτων ως φιλόσοφος και καλλιτέχνης εξετάζων και ζωγραφίζων την κοινωνικήν ζωήν της εποχής του ήτο αδύνατον να μη αναφέρη συχνά το φαινόμενον τούτο. Αλλ' εις τον Φαίδρον εξετάζει το ζήτημα ευρύτερον και σοβαρώτερον (ιδέ Λύσιν, Συμπόσιον). Αρχόμενος από της μεταφυσικής γενέσεως του κάλλους, διά φυσιολογικής αισθητικής, ερμηνεύει το πάθος του παιδέρωτος, το οποίον προσπαθεί να εξυψώση διά της φιλοσοφίας. Δεν είναι βεβαίως ψεκτός ο Πλάτων διότι περιέγραψε την εποχήν του. Η αιτία δε ήτις τον έκαμε να καταλήξη εις το ότι υπάρχει και &παιδεραστείν μετά φιλοσοφίας&, είναι διότι εξεκίνα από την τότε κοινωνικήν ανατροφήν, ήτις ήτο τοιαύτη ένεκα της μη πνευματικής θρησκείας, ένεκα της θέσεως της γυναικός, υποδεεστέρου όντος και απλώς παιδοποιητικής μηχανής γνησίων τέκνων, ένεκα της εθνικής τάσεως προς το καλόν, ένεκα των γυμνικών ασκήσεων και αγώνων, και ίσως ένεκα ασιατικών συνηθειών κληρονομηθεισών (6)· και δεύτερον διότι εκ του συστήματός του ορμώμενος εύρισκε φύσει υπάρχοντα εντός μας πόθον θέας και επομένως αισθητικόν έρωτα προς παν πλάσμα. Και είναι μεν αληθές ότι εις τον Φαίδρον, καίτοι δεικνύεται η ηθική πάλη του φιλοσόφου, καταδικάζεται όμως η μίξις δύο ανδρών. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να φθάση ο Πλάτων εις τα συμπεράσματα του σημερινού πολιτισμού, ο οποίος την homosexualité θεωρεί κεφάλαιον του εκφυλισμού, και τόσον έχει πεισθή περί τούτου, ώστε ζητεί ν' απαλλάξη της τιμωρίας τους ασκούντας το έργον ως σωματικώς ή ψυχικώς ανωμάλους και ακαταλογίστους (7), και ο οποίος έχει να επιδείξη μεγίστους καλλιτέχνας και ποιητάς χωρίς να έχωσι τον παθολογικόν αισθητικόν πόθον της θέας νέων.

&Ο τελικός λοιπόν σκοπός του έργου είναι η κατάκρισις, διά του Λυσίου, της ρητορικής και της σοφιστικής και η ανάπτυξις των πηγών του κάλλους, διά του έρωτος, ίνα δειχθή η αξία της φιλοσοφίας και της διδασκαλίας αυτής.&

Διά να διεξαγάγη το θέμα τούτο ο Πλάτων πορεύεται διά μακράς και τεχνικής οδού (8). Αναφέρει ποιήματα, θεότητας, συγγραφείς, παραθέτει την αρτιωτέραν ιστορίαν της ρητορικής, ζωγραφίζει τόσον θαυμασίως τους ίππους, ώστε να θεωρηθή εκ τούτου ότι ανήκεν εις την τάξιν των ιππέων, και παριστάνει ζωηρότατα τον Φαίδρον, τον παραβαλλόμενον προς τον Σιμμίαν και τον Θεαίτητον διά την φιλομάθειάν του, ο οποίος και εις το Συμπόσιον είναι ο &πατήρ του λόγου& περί έρωτος. Παρεμβάλλει την αρπαγήν της Ωρειθυίας και την απόπειραν της φυσικής εξηγήσεως των μύθων, τον μύθον των τεττίγων, τον μύθον του Θευθ και Θαμμούν, την σοφιστικήν ιστορίαν του Τισίου, αποδιώκων την ανίαν την οποίαν γεννούν οι δύο προ πάντων παρατιθέμενοι λόγοι, οι οποίοι έκαμαν τους αρχαίους να ψέξωσι το έργον ως ανιαρόν. Ο τρίτος λόγος περιλαμβάνει τον μεγάλον μύθον περί της ψυχής και την περιγραφήν του υπερουρανίου τόπου.

Οι μύθοι ούτοι αποδεικνύουν την αδυναμίαν του Πλάτωνος να ορίση τα διάφορα μεταφυσικά και φυσικά προβλήματα, και διά τούτο αναγκάζεται ν' αναπτύσση τους κόσμους των ιδεών του οραματιζόμενος ούτως ειπείν και καθοδηγούμενος από το φιλοσοφικόν του αίσθημα και την προφητικήν φαντασίαν του. Αλλά μήπως και σήμερον ακόμη, εις τα μεταφυσικά ζητήματα, ήρθη η αδυναμία της γνώσεως, την οποίαν ο Πλάτων εζήτησε ν' αναπληρώση διά των φιλοσοφικών του οραματισμών; Κ. Σ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ

Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ ΦΑΙΔΡΟΣ
9 of 82
3 pages left
CONTENTS
Chapters
Highlights