2. ΑΝΑΛΥΣΙΣ
Πρώτον μέρος
Ο Σωκράτης συναντά τον Φαίδρον, όστις πηγαίνει περίπατον έξω της πόλεως με σκοπόν να μελετήση τον λόγον του Λυσίου, τον οποίον κρύβει υπό το ένδυμά του. Ο Σωκράτης ανακαλύπτει τον λόγον και τον αναγκάζει με τας παρακλήσεις του να του τον διαβάση. Καταφεύγουν εις σκιερόν μέρος του Ιλισού αφιερωμένον εις τας Νύμφας. Διαβάζεται ο λόγος του Λυσίου, του οποίου η υπόθεσις είναι ότι &ο αγαπώμενος πρέπει να ευνοή όχι τον εραστήν του, αλλά τον μη εραστήν&. Εις τον Σωκράτην δεν αρέσκει ο λόγος ως προς το ρητορικόν μέρος. Δι' ό αναγκάζεται από τον Φαίδρον με την ιδίαν βάσιν, την οποίαν ευρίσκει καλήν, ν' απαγγείλη ιδικόν του λόγον καλύτερον, διότι του εγέμιζον το στήθος αι ιδέαι των παλαιών ποιητών περί του έρωτος και τον ενέπνεον αι Μούσαι.
Ορίζει λοιπόν κατ' αρχάς τον έρωτα και τελειώνει απαριθμών τα κακά τα οποία, προξενεί ο εραστής εις τον αγαπώμενον νέον, εν ώ από την αισχύνην, διά το αισχρόν θέμα, σκεπάζει το πρόσωπόν του.
Αλλ' ο Φαίδρος είναι αδύνατον ν' αρκεσθή έως εδώ. Ζητεί από τον Σωκράτην να του απαριθμήση και τα καλά τα οποία προξενεί εις τον αγαπώμενον ο μη ερών. Ο Σωκράτης αρνείται κ' επιχειρεί να φύγη, αλλ' έξαφνα το δαιμόνιον, το σοφόν αυτό ασυνείδητον ελατήριον της ψυχής του, τον σταματά. Διότι εκφράσεις όχι καλάς θα είχον εκστομίσει. Οι λόγοι των, του Λυσίου και ο ιδικός του, ασφαλώς ύβρισαν τον έρωτα, διότι ο έρως δεν είναι μόνος εκείνος ο οποίος απαντάται μεταξύ των ναυτών, αλλ' είναι αυτό τούτο θεός. Ενθυμείται ότι ο Όμηρος ετυφλώθη διότι ύβρισε την Ελένην, δηλαδή το κάλλος, το όποιον είναι θείας καταγωγής, και ότι μόνον ο Στησίχορος, ο ποιητής, εσώθη διότι ανήρεσε με άλλο άσμα τας μομφάς του προς εκείνην. Έπρεπε και αυτός να παλινωδήση.
Ο δεύτερος λοιπόν λόγος του είναι ύμνος προς τον Έρωτα και το Κάλλος. Ακάλυπτος τώρα κ' ενθουσιασμένος ευρίσκει ότι έχομεν τεσσάρων ειδών μανίας και ότι εκ τούτων η ερωτική μανία δίδει ευτυχίαν εις την ψυχήν. Αλλ' η ψυχή μας αυτή, η αθάνατος και αγέννητος, ποία έχει ουσίαν, πόθεν ήλθε, πού πηγαίνει, τι αισθάνεται; Απαντών εις αυτά ο Σωκράτης αρχίζει τον περί ψυχής μύθον του. Η ψυχή αποτελείται από ένα ηνίοχον και δύο ίππους, ήτο δε πτερωτή, αλλ' απώλεσε τα πτερά της, διότι δεν κατώρθωσε να περάση εις τον επουράνιον τόπον και να ίδη τον Δία και τους θεούς, δηλαδή το καλόν, το αγαθόν και το αληθές, των οποίων η θέα τρέφει τα πτερά της ψυχής. Ένεκα λοιπόν του μεγάλου συνωστισμού των ψυχών, άπτερος πλέον η ψυχή πίπτει εις το κενόν, εμψυχώνεται εις ανθρώπους διαφόρους διά χιλιάδας έτη, μετά την παρέλευσιν των οποίων επανα[λα]μβάνει τον αγώνα της. Αι ενανθρωπίσασαι λοιπόν ψυχαί βλέπουσαι επί της γης ωραία σώματα ενθυμούνται το αιώνιον κάλλος και παρασύρονται εις έρωτα και πάθη. Ο ηνίοχος και ο καλός ίππος συγκρατούσι τον κακόν ίππον από την τάσιν του προς αισχράν πράξιν, και η ψυχή αγαπά θεωμένη μόνον, εν ώ ο αγαπώμενος αισθάνεται αντέρωτα. Κάμνει λοιπόν ο μετά φιλοσοφίας έρως των, ώστε να πτερούνται αι ψυχαί των μετά θάνατον.
Δεύτερον μέρος
Ο Σωκράτης κρίνων το έργον του λογογράφου Λυσίου και τα έργα των πολιτικών και νομοθετών αποφαίνεται ότι όχι το γράφειν αλλά το κακώς γράφειν φέρει αισχύνην. Αλλά διά να γράψη τις καλώς δεν αρκεί η ρητορική χωρίς την γνώσιν της αληθείας. Αναφέρει λεπτομερώς όλα τα είδη της ρητορικής και τας μεθόδους των ρητόρων, τα οποία δεν επιτυγχάνουν τον σκοπόν των. Επί παραδείγματι ο Λυσίας δεν ώρισεν εις την αρχήν τον έρωτα, με μεγάλην δε σύγχυσιν ανέπτυξε τα μέρη του θέματός του, ενώ αυτός ώρισε τον έρωτα ως μανίαν και με τας δύο φιλοσοφικάς μεθόδους, την αναλυτικήν και την συνθετικήν, επροχώρησεν εις το έργον του. Οι τοιουτοτρόπως φιλοσοφικώς εργαζόμενοι καλούνται διαλεκτικοί. Ενώ οι ρήτορες με τας ιδικάς μόνον γνώσεις μόλις το αλφάβητον του γράφειν λόγους γνωρίζουν.
Καλύτερος ρήτωρ ήτο ο Περικλής, διότι ακριβώς από τον φιλόσοφον Αναξαγόραν ήντλησεν. Οι ρήτορες λοιπόν πρέπει να γνωρίζωσι την ανθρωπίνην ψυχήν, έπειτα πρέπει να έχωσι σκοπόν την αλήθειαν και όχι το αληθοφανές. Κατόπιν εξετάζει την ευπρέπειαν και την απρέπειαν περί το γράφειν κ' ευρίσκει, αφού αναφέρει τον μύθον της ανακαλύψεως του γραπτού λόγου, ότι ο τελευταίος ούτος λόγος δεν είναι φάρμακον διαρκούς μνήμης, αλλ' απλής υπομνήσεως, ενώ ο προφορικός λόγος είναι αυτάρκης και σπείρεται εις ψυχάς ζώσας. Τέλος εξάγει συμπέρασμα περί του πώς πρέπει να εργάζεται και πώς να ονομάζεται ο αληθινός σοφός, δηλαδή ο φιλόσοφος. Κατόπιν συνιστών εις όλους τους συγγραφείς την φιλοσοφίαν, ευρίσκει ότι ο Ισοκράτης είναι καλύτερος του Λυσίου και παρέχει ελπίδας ως φιλοσοφικώτερος. Προσευχηθείς δε εις τον Πάνα διά να του δίδη εσωτερικήν ωραιότητα και να παρέχη εις τον νουν του σοφίαν και εις το σώμα του σωφροσύνην, επιστρέφει εις την πόλιν μαζί με τον Φαίδρον.