Β. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ
Προς κατανόησιν των διδασκαλιών του «Τιμαίου» και εν γένει πάντων των Ελλήνων φιλοσόφων πρέπει να έχωμεν πάντοτε προ οφθαλμών, ότι η έννοια ή η άποψις η δεσπόζουσα επί του πνεύματος αυτών είναι η της Τέχνης. Αντελαμβάνοντο τα πράγματα, και διενοούντο πάντες ως καλλιτέχναι. Διότι το θαυμάσιον αρχαίον Ελληνικόν πνεύμα ήτο κατά την φύσιν και την ουσίαν αυτού κυριολεκτικώς καλλιτέχνης. Προς παραγωγήν δε του καλλιτεχνήματος πλην του Καλλιτέχνου ή του Δημιουργού αναγκαίως συντρέχουσι πρώτον η Ιδέα ή το Παράδειγμα, καθ' ο γίνεται το έργον, και έπειτα η Ύλη, ήτις δέχεται και εμφανίζει την Ιδέαν αισθητώς. Ούτω και όλος ο αισθητός ούτος κόσμος είναι κατά τον Πλάτωνα καλλιτέχνημα, το οποίον έπλασεν ο θείος Δημιουργός κατά τας ιδέας, κατά τα εν αυτώ θεία, αυτοτελή και αιώνια νοήματα. Έκαστον ον εν τη φύσει είναι εμφάνισις και πραγμάτωσις αισθητή μιας ιδέας, ενός όντος νοητού. Και η μεν ιδέα είναι το πραγματικόν (όντως) ον, αιώνιον (αεί ον), αμετάβλητον, ακίνητον, το αυτό προς εαυτό (κατά τα αυτά ον) και διά της νοήσεως μόνης αντιληπτόν (νοητόν). Η επιστήμη την ιδέαν έχει ως αντικείμενον. Την ετέραν αρχήν του παντός, την Ύλην, ο Πλάτων υπολαμβάνει αΐδιον μεν, ουχί όμως ακίνητον, αλλά άμορφον καθ' εαυτήν και ασχημάτιστον, δεχομένην δε πάσαν μορφήν, απλούν χώρον. Η ιδέα ή το σύνολον των ιδεών, ο δημιουργός Νους είναι ως ο Πατήρ, η δε Ύλη ως η Μήτηρ, Τέκνον δ' αυτών είναι ο ορατός ούτος κόσμος. Τα φαινόμενα αυτού, τα αισθητά όντα, ρέοντα και μεταβαλλόμενα απαύστως και αφανιζόμενα, δεν έχουσιν αληθή ύπαρξιν, δεν είναι όντα, αλλά γινόμενα. Η αισθητή ύπαρξις δεν είναι όντως ον, αλλά το διάμεσον μεταξύ όντος και μη όντος, το οποίον πάντοτε γίνεται και ουδέποτε αληθώς είναι, αλλά μεταβάλλεται, γίνεται άλλο, είναι έτερον. Ταύτα δε είναι αντιληπτά μόνον υπό της αισθήσεως και της δόξης. Η γνώσις αυτών και της όλης φύσεως είναι λοιπόν αναγκαίως αβεβαία, είναι γνώσις κατ' εικασίαν (εικότα λόγον) και αναλογίαν, ενώ η επιστήμη των νοητών είναι βεβαία γνώσις. Διά τούτο ο Πλάτων δεν επραγματεύθη την Φυσικήν μεθ' όσης επιμελείας και ακριβείας τα άλλα μέρη της φιλοσοφίας. Κατ' εκείνον τον χρόνον η ατέλεια των φυσικών γνώσεων εγέννα αβεβαιότητα, ήτις την αναλογίαν και πιθανότητα καθίστα κύριον όργανον της φιλοσοφίας της φύσεως (σελ. 27).
Αλλ' αν ο Πλάτων κατεχόμενος υπό της καλλιτεχνικής επόψεως του Ελληνικού πνεύματος, του οποίου είναι τελεία ενσάρκωσις, παραλαμβάνει όρους και φράσεις εκ της τέχνης προς σαφεστέραν δήλωσιν των νοημάτων αυτού, όμως δεν πρέπει να δεχώμεθα παθητικώς το γράμμα, ουδέ τας υλικάς εικόνας να εκλαμβάνωμεν ως αυτόν τον νουν του φιλοσόφου. Ο Δημιουργός του λ. χ. δεν είναι τεράστιόν τι πρόσωπον διαπλάττον δεδομένα υλικά κατά τι πρότυπον, κατά τας ιδέας. Τοιαύται υλικαί παραστάσεις είναι ανάξιαι Θεού όλως νοητού και νοερού. Το άυλον πνεύμα, ίνα δημιουργήση, ίνα αποκαλυφθή ως πνεύμα, μόνον υλικόν έχει τον λόγον. Διά τούτο και η θρησκεία του Ύψους παριστά τον Θεόν δημιουργούντα τον κόσμον διά μόνου του λόγου.
«Και είπε· Γενηθήτω φως, και εγένετο φως». Αλλ' η δημιουργία είναι αναγκαία και αιώνιος, καθ' ότι ο Θεός αιωνίως καταλείπει την ερημίαν και απειρίαν αυτού, δημιουργεί, προσλαμβάνει διορισμούς, πέρατα, και εμφανίζεται εν τη φύσει, εν τω Υιώ — ίνα πάλιν επιστρέψη εις εαυτόν. Η επιστροφή αυτή, το Πνεύμα, είναι βέβαια ο τέλειος τρόπος της υπάρξεως της ιδέας. Το Ελληνικόν όμως πνεύμα ως ύψιστον τρόπον υπάρξεως του θείου συνέλαβε μόνον την εμφάνισιν, την φανέρωσιν αυτού διά της ύλης τελειουμένην εν τη καλλιτεχνία. Τοιούτου λοιπόν πνεύματος κατ' εξοχήν ερμηνευτής είναι ο Πλάτων, και εκ τούτου εξηγείται διατί και ούτος και ο Αριστοτέλης δεν ηδυνήθησαν να διαλλάξωσιν εντελώς τας δύο αρχάς, το πνεύμα και την ύλην.
Κατά τα ειρημένα λοιπόν έχομεν το ον και το γινόμενον. Το ον είναι ακίνητον, ταυτόν και νοητόν. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, άλλο και αισθητόν. Αλλ' ό,τι γίνεται γίνεται υπό τινος· άρα ο κόσμος έχει αιτίαν, διό εδημιουργήθη υπό του Θεού. Και επειδή ο Δημιουργός είναι αγαθός, διά τούτο και τον κόσμον έπλασεν αγαθόν, άριστον, κατά παράδειγμα αιώνιον και αναλλοίωτον (σελ. 29 Α). Ούτως η δημιουργία είναι κυρίως διακόσμησις (σ. 30 Α). Το πρότυπον, καθ' ο επλάσθη και διεκοσμήθη το παν, ήτο το τέλειον νοητόν ζώον, περιλαμβάνον πάντα τα νοητά ζώα. Διό, όπως ο δημιουργός είναι είς και το παράδειγμα έν, ούτως είς είναι και ο κόσμος πάντα περιλαμβάνων, έν μόνον ζώον αισθητόν λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα (σ. 31 Β).
Ο κόσμος λαβών ύπαρξιν είναι κατ' ανάγκην ορατός και αισθητός, διό συνέστη εκ πυρός και εκ γης. Αλλά δύο τινά δεν δύνανται να ενώνται ειμή διά τρίτου, διά τινος μέσου όρου, και ίνα αποτελέσωσιν έν στερεόν, πρέπει να ενώνται διά δύο μέσων όρων. Μεταξύ λοιπόν του πυρός και της γης ετέθησαν ο αήρ και το ύδωρ. Και ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων στοιχείου, διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν· περιέλαβε δε αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν να υπάρχη εκτός αυτού. Ο κόσμος άρα έγινε τέλειος και δεν υπόκειται εις νόσους, εις γήρας και εις θάνατον, διότι και ουδέν υπάρχει εκτός αυτού, όπερ θα ηδύνατο να επιδράση ολεθρίως επ' αυτού. (33 Α). Έλαβε δε σφαιρικόν σχήμα, όπερ είναι το τελειότατον και το κάλλιστον των σχημάτων, και ούτω κινείται ομοιομόρφως, στρεφόμενος κυκλικώς περί εαυτόν, εις τον αυτόν τόπον πάντοτε χωρίς να μεταβάλλη θέσιν. (33 Β - 34 Α).
Πρώτη όμως εδημιουργήθη η ψυχή του κόσμου, ήτις διεπέρασε το σώμα αυτού πανταχού (34 Β. C.). Ο δημιουργός αναμίξας πρώτον την αμετάβλητον και την μεταβλητήν ουσίαν (την φύσιν του αυτού και του ετέρου) έπλασε τρίτην ουσίαν. Έπειτα την διάμεσον ταύτην ουσίαν ανέμιξε με τας δύο πρώτας, και το όλον μίγμα διήρεσεν εις μέρη, τα οποία συνέδεσε κατά αριθμητικάς αναλογίας (35)· έπειτα διέταξε το όλον εις δύο συγκεντρικάς σφαίρας, των οποίων η εξωτερική είναι ο Ουρανός των απλανών αστέρων, εις τον οποίον έδωκε την κίνησιν του αυτού (αμεταβλήτου), την από δεξιών προς αριστερά. Εις δε την εσωτερικήν σφαίραν, ήτις αναλογεί προς τους ουρανούς των πλανητών, έδωκε την κίνησιν του ετέρου (μεταβλητού), από των αριστερών προς τα δεξιά, και υπέταξεν αυτήν εις το κράτος της εξωτερικής σφαίρας (36 Β - Δ). Η ψυχή του κόσμου ούτω μορφωθείσα και διπλήν έχουσα κίνησιν είναι ικανή να αντιλαμβάνηται τα μεταβλητά και αμετάβλητα, και να έχη δόξας αληθείς και τελείαν επιστήμην (36 D - 37 C).
Ο κόσμος δημιουργηθείς υπό του Θεού δεν δύναται να καταστραφή ειμή υπ' αυτού του Θεού. Αλλ' επειδή επλάσθη αγαθός και επειδή ο δημιουργός αυτού είναι αγαθός, δεν είναι δυνατόν να θέλη ούτος να τον καταστρέψη. Είναι άρα αΐδιος ο κόσμος, όπως και το αρχέτυπον αυτού (37 C - D.). Και διά τούτο, ίνα δηλ. ο κόσμος ούτος μετάσχη της αϊδιότητος, ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι κινητή εικών της ακινήτου αιωνιότητος, διότι, αν και ουδέποτε είναι, ούχ ήττον γίνεται πάντοτε· υπηρέτας δε του χρόνου έθεσεν εις τον ουρανόν τον Ήλιον, την Σελήνην και τους πέντε άλλους πλανήτας, οίτινες ορίζουσι και φυλάττουσι τους αριθμούς, δι' ων μετρείται ο χρόνος (38 C - 39 Ε).
Ο Θεός έπειτα εποίησε κατά τα τέσσαρα στοιχεία του κόσμου τέσσαρα είδη ζώων, τους ουρανίους θεούς, ήτοι τους αστέρας, τα πτηνά, τα ένυδρα και τα χερσαία. Πρώτους έπλασε τους αστέρας προ πάντων εκ πυρός, διά να είναι λαμπροί και ωραίοι. Τα θεία ταύτα ζώα, στρογγυλά όντα, έχουσι διπλήν κίνησιν, περιστρεφόμενα και προχωρούντα, και διακρίνονται των άλλων αστέρων διά την κανονικότητα των πορειών αυτών (39 Ε - 40 D). Οι θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, τας οποίας καλόν είναι να αποδεχώμεθα, αλλά είναι ανεπίδεκτοι συζητήσεως (40 D - 41 Α).
Τα θνητά όμως είδη ζώων δεν ήτο δυνατόν να πλάση αυτός ο Δημιουργός, διότι ούτω θα εγίνοντο και αυτά θεοί, διό ανέθηκε την δημιουργίαν του θνητού αυτών μέρους εις τους δημιουργηθέντας θεούς, αυτός δε ο αιώνιος Θεός έπλασε το αθάνατον και θείον μέρος αυτών (41 Α - D). Εδημιούργησε λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διέσπειρεν αυτάς εις τους διαφόρους αστέρας, ίνα εκείθεν γνωρίσωσι την φύσιν των πραγμάτων, την οποίαν έπειτα θα αναμιμνήσκωνται, όταν θα κατέλθωσιν εις τα γήινα σώματα (41D - Ε). Και όσαι μεν ζήσωσι με δικαιοσύνην, αύται θα επανέλθωσιν εις τον ίδιον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων (42 Α - C). Το σώμα τουναντίον επλάσθη υπό των άλλων θεών και απετελέσθη εκ πυρός, αέρος, ύδατος και γης. Η εισαγωγή όμως και η έξοδος της τροφής γεννά μεταβολάς και ούτως εμποδίζει τας λογικάς κινήσεις της ψυχής. Εκ τούτου πηγάζει η ανάγκη της αγωγής (42Γ - 44Δ). Οι θεοί εποίησαν την κεφαλήν στρογγύλην, διά να είναι κατοικία του νου, και έθεσαν αυτήν εις την κορυφήν του σώματος, το οποίον είναι το όχημα της κεφαλής. Εις το έμπροσθεν μέρος αυτής, εις το πρόσωπον, προσήρμοσαν τα όργανα των αισθήσεων (44 Δ - 45 Α) και ιδίως τα όμματα, τα οποία φέρουσι το φως (φωσφόρα). Η όρασις είναι η σπουδαιοτέρα των αισθήσεων, διότι δι' αυτής δυνάμεθα να γνωρίζωμεν την τάξιν του παντός και την βάσιν αυτής, τον αριθμόν, ούτω δε να ρυθμίζωμεν τας κινήσεις της διανοίας ημών, και να υψώμεθα εις την φιλοσοφικήν θεωρίαν και εις την ηθικήν τελείωσιν ημών αυτών (45 Β - 47 C). Και η ακοή δε, διά της οποίας αισθανόμεθα την αρμονίαν, συντελεί εις τον αυτόν σκοπόν (47 C. - Ε).
Ταύτα είναι τα διά του νου δημιουργηθέντα. Αλλ' εις την γένεσιν του κόσμου πλην του νου συνεργεί και η ανάγκη, ήτοι το στοιχείον, εις το οποίον πραγματοποιείται η δημιουργία, το οποίον δέχεται αυτήν, ως η ύλη δέχεται την ιδέαν του τεχνίτου (47 Ε - 48 Β). Τούτο είναι ο χώρος (η χώρα), όστις, δεν είναι ούτε πυρ, ούτε αήρ, ούτε ύδωρ, ούτε γη, διότι ταύτα δεν είναι ούτε πρώτα ούτε δεύτερα στοιχεία του παντός, αλλά απλώς καταστάσεις της ύλης (48 Β - 50 C), είναι τέσσαρα φαινόμενα είδη, εις τα οποία αντιστοιχούσι τα τέσσαρα νοητά είδη ή ιδέαι, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, τα οποία είναι αιώνια. Τα αισθητά είδη μεταβάλλονται διηνεκώς εις άλληλα· αι μεταμορφώσεις δε γίνονται αναγκαίως έν τινι, το οποίον μένει το αυτό, δύναται να γίνηται πάντα τα σώματα, δεν έχει καμμίαν ποιότητα και δύναται να δέχηται πάσας, είναι αόρατον, άμορφον, πανδεχές, και δεν δύναται να γίνηται αντιληπτόν διά της νοήσεως ως η ιδέα, ούτε διά της αισθήσεως, ως τα αισθητά, αλλά διά λογισμού νόθου, ήτοι διά συλλογισμού εξ αναλογίας. Εκ της δεξαμενής ή χώρας ταύτης, ήτις ύστερον εκλήθη ύλη, έξήλθον πάντα τα μερικά πράγματα, ως εκτίθεται εν τοις εξής.
Αλλά τα νοητά είδη υπάρχουσι πραγματικώς, ή είναι κενοί λόγοι; Ο Πλάτων αποκρίνεται ότι όντως υπάρχουσι, διότι είναι το αντικείμενον της νοήσεως, όπως τα αισθητά είναι το αντικείμενον της δόξης. Και επειδή η επιστήμη και η δόξα διαφέρουσιν, άρα διαφέρουσι και τα αντικείμενα αυτών (51 C. — 52 C).
Προ του κόσμου λοιπόν υπήρχον τα τρία ταύτα, το ον, η γένεσις και ο χώρος (52 Δ). Αλλ' εν τω χώρω ήσαν πανταχού τα τέσσαρα στοιχεία (λογικώς, ει μη χρονικώς) άνευ μορφής και αριθμητικών σχέσεων, και έπειτα έλαβον σχήμα και διάταξιν (53 Β). Αλλά και τα τέσσαρα εκείνα είδη είναι σύνθετα εξ άλλων στοιχείων, τα οποία είναι τρίγωνα απείρως σμικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά, την πυραμίδα (πυρ), το οκτάεδρον (αήρ) και το εικοσάεδρον (ύδωρ). Τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον (γην). Ούτω τα στερεά ταύτα συνδυαζόμενα, γεννώσι τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, εκ των οποίων έπειτα αποτελούνται τα μερικά σώματα (53 C. — 56 C). Ο Πλάτων ακολούθως εξετάζει τα όρια, εντός των οποίων γίνεται η μεταμόρφωσις της ύλης (56 C. — 57 Δ), τας εκ ταύτης προερχομένας μεταβολάς θέσεως και τας κινήσεις, αι οποίαι είναι αποτελέσματα ή αίτια των μεταβολών (57 Δ - 58 C), και τας ιδιότητας του πυρός, αέρος, ύδατος και γης (58 C. — 61 C).
Τα αισθήματα γεννώνται εκ της ενεργείας των μερικών σωμάτων επί του αισθανομένου υποκειμένου. Εξετάζονται λοιπόν πρώτον αι εντυπώσεις αι κοιναί εις όλον το σώμα (αι της αφής 61 C). Ούτω λ. χ. η βαρύτης ορίζεται ως η ιδιότης ην έχουσιν η γη, το ύδωρ, ο αήρ, το πυρ να έλκωσι προς εαυτά το όμοιον αυτών, η ιδιότης δε αύτη ενεργεί κατ' ευθύν λόγον της μάζης (62 C - 63 Ε).
Τινές των απτικών (σωματικών) εντυπώσεων συνοδεύονται υπό των αισθημάτων της ηδονής και του άλγους, των οποίων εξετάζονται τα αίτια (εν σελ. 64 Α - 65 Β). Έπειτα έρχονται αι άλλαι αισθήσεις, γεύσις, όσφρησις, ακοή και τελευταία η όρασις. Αι εντυπώσεις της γεύσεως, ως αι πλείσται των άλλων, γεννώνται διά συστολών και διαστολών, καθ' ας επικρατεί μάλιστα το τραχύ και το λείον. Αι της οσφρήσεως εντυπώσεις δεν έχουσι διωρισμένα είδη, διότι η οσμή είναι ατελές τι· οσμάς εκπέμπουσι μόνον σώματα σηπόμενα, διαλυόμενα ή εξατμιζόμενα. Ο ήχος είναι κίνησις μεταδιδομένη εις την ψυχήν υπό του αέρος, διά των ώτων, του εγκεφάλου και του αίματος. Ο ήχος είναι βαρύς, αν η κίνησις είναι βαρεία, οξύς, αν ταχεία, ομαλός και λείος, αν είναι ομοιόμορφος, τουναντίον δε τραχύς κ. λ. Το χρώμα είναι το εκ των σωμάτων απορρέον πυρ, του οποίου τα μόρια ενούνται με το πυρ των οφθαλμών· εκ της αριθμητικής αναφοράς των δύο πυρών γεννώνται τα διάφορα χρώματα (65 Β - 68 Δ). Τοιούτον είναι το σύμπαν υπό την έποψιν της ανάγκης. Αλλ' η πρώτη και αληθής αιτία πάντων είναι ο Θεός και διά τούτο πρέπει εις πάντα να ζητώμεν την γνώσιν αυτού (68 Ε - 69 Α).
Ο Πλάτων νυν επανέρχεται εις την γένεσιν της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν και αθάνατον μέρος αυτής επλάσθη υπό του θεού πατρός και ετέθη εις την κεφαλήν, το δε θνητόν εποιήθη υπό των κατωτέρων θεών και ετέθη εις τον κορμόν, χωριζόμενον από της κεφαλής διά του λαιμού. Επειδή δε η θνητή ψυχή είχε δύο μέρη, τα μεν θυμικόν έθεσαν εις τον θώρακα, το δε επιθυμητικόν εις την γαστέρα, χωριζομένην από του θώρακος διά του διαφράγματος. Το θυμικόν ετέθη πλησίον της κεφαλής, διά να δύναται να βοηθή τον εν τη κεφαλή λόγον κατά των επιθυμιών και ορέξεων. Η καρδία, ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος, ετέθη πλησίον, διά να μεταφέρη τα διατάγματα του λόγου και τα αισθήματα πανταχού του σώματος· πλησίον δε της καρδίας εφύτευσαν τον πνεύμονα, ίνα δροσίζη και ανακουφίζη αυτήν. Το μέρος δε το επιθυμούν τροφάς και ποτά και άλλα αναγκαία ετέθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφαλού ωσεί φάτνη, όπου δύναται να τρέφηται το άγριον τούτο θρέμμα και να τρέφη το όλον σώμα. Μετά ταύτα ακολουθεί η μελέτη του ήπατος και της χολής και των εντέρων. (69 Α - 72 Δ). Έπειτα έρχεται η της συστάσεως των άλλων μελών του σώματος. (72 Δ - 79 Ε).
Άλλα ζώα έπλασαν οι θεοί προς τροφήν των πρώτων, με άλλα σχήματα και με μόνον το τρίτον είδος ψυχής (θρεπτικόν), τα φυτά, τα οποία ζώσιν ακίνητα, ερριζωμένα εις το έδαφος (77 Α - C).
Ο «Τίμαιος» έπειτα περιγράφει πώς τα καθ' έκαστα συστατικά του σώματος διετάχθησαν και συνηρμόσθησαν, πώς διετέθησαν οι οχετοί αυτού προς άρδευσιν, πέψιν και θρέψιν του όλου. Οι οχετοί ούτοι είναι αι φλέβες εκτεινόμεναι καθ' όλον το σώμα. Το υγρόν το ρέον δι' αυτών, το αίμα, αποτελείται εκ των τροφών κοπτομένων εις μόρια εν τη κοιλία και φερομένων υπό του ρεύματος της αναπνοής εις τας φλέβας, όπου γίνονται θρεπτικός χυμός. Το σώμα, υπό την επίδρασιν των εξωτερικών πραγμάτων, υφίσταται διηνεκείς φθοράς· αύται όμως διηνεκώς επανορθούνται υπό του αίματος, του οποίου τα μέρη πληρούσι τα εν τω σώματι σχηματιζόμενα κενά. Αν αι φθοραί υπερβαίνωσι την επανόρθωσιν, το ζώον καταστρέφεται, αν τανάπαλιν, αυξάνεται. Διά της αρχής ότι το όμοιον έλκει το όμοιον εξηγείται ευχερώς η αύξησις κατά την νεότητα, ότε τα εισερχόμενα υπερβαίνουσι τα εξερχόμενα, η εξασθένησις κατά το γήρας, αι νόσοι και ο θάνατος (77 G. 81 Ε).
Εκ των νοσημάτων πρώτα περιγράφει τα του σώματος (82 Α - 86 Α). Έπειτα εξετάζει τα της ψυχής, ων μέγιστα είναι η αμαθία και η αφροσύνη και η υπερβολή ηδονής και λύπης (86 Β - 87 Β). Και τέλος διδάσκει τα της θεραπείας αυτών, ήτις επιτυγχάνεται, αν διά της γυμναστικής διατηρώμεν αρμονίαν μεταξύ σώματος και ψυχής, και μεταξύ των τριών μερών της ψυχής. Τιμώντες την αθάνατον ψυχήν, ήτις εδρεύουσα εν τη κεφαλή είναι ως θείος δαίμων εντός ημών, θα φθάσωμεν εις το άκρον αγαθόν (87 C. — 90C).
Εν τέλει γίνεται λόγος περί της γενέσεως των γυναικών και των άλλων ζώων. Όσοι εκ των ανδρών ήσαν δειλοί και διέπραξαν αδικίας, ούτοι κατά την δευτέραν γέννησιν μεταμορφούνται εις γυναίκας, οι κούφοι και οι φλύαροι εις πτηνά, και οι άλλοι ωσαύτως καταβιβάζονται εις ταπεινοτέρας υπάρξεις αναλόγως προς τας κακίας αυτών. Καταλήγει δε ο «Τίμαιος» επαναλαμβάνων τα εξής, εν οις συνοψίζεται το θέμα, η ουσία του όλου διαλόγου· «Απεδείχθη ότι ο κόσμος ούτος περιλαβών ζώα θνητά και αθάνατα και εξ αυτών πληρωθείς έγινε ζώον ορατόν περιέχον πάντα τα ορατά, εικών του νοητού Θεού, Θεός αισθητός μέγιστος και άριστος, κάλλιστος και τελειότατος, είς ων και μονογενής ο κόσμος ούτος».