ΑΞΙΟΧΟΣ
(Ή περί θανάτου)
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ΚΛΕΙΝΙΑΣ
ΑΞΙΟΧΟΣ
Σωκράτης
Ενώ μετέβαινον εις το Κυνόσαργες και ήμην πλησίον του Ιλισσού, ήκουσα φωνήν ήτις έλεγε : «Σωκράτη, Σωκράτη». Ως δε έστρεψα και εξήταζα πόθεν ήτο η φωνή, βλέπω τον Κλεινίαν τον υιόν του Αξιόχου να τρέχη εις την Καλιρρόην μετά του μουσικού Δάμινος και του Χαρμίδου του υιού του Γλαύκωνος· ήσαν δε οι δύο ούτοι εις αυτόν, ο μεν διδάσκαλος της μουσικής, ο δε εραστής συγχρόνως και ερωμένος. Εθεώρησα καλόν, αφού αφήσω την ευθείαν οδόν, να τους ανταμώσω διά να συντροφεύσωμεν ευκολώτατα. Ο Κλεινίας δε δακρυσμένος μου λέγει:
Κλεινίας
Σωκράτη, τώρα είναι η περίστασις να δείξης την πάντοτε φημισμένην σοφίαν σου· ο πατήρ μου δηλαδή από μίαν αιφνηδίαν λιποθυμίαν είναι αδύνατος και πλησιάζει εις τα τέλος της ζωής του και λυπείται διά το τέλος τούτο, αν και πριν εχλεύαζεν όσους εφοβούντο τον θάνατον και περιέπαιζεν. Αφού λοιπόν πλησιάσης εις αυτόν, παρηγόρησέ τον, καθώς συνηθίζεις, διά να υπάγη όπου είναι πεπρωμένον χωρίς στεναγμούς και διά να εκτελεσθή υπ' εμού πλην των λοιπών και τούτο το ευσεβές προς αυτόν καθήκον.
Σωκράτης
Αλλά δεν θα σε δυσαρεστήσω, Κλεινία, διότι δεν με παρακινείς διά τι ποταπόν, αλλά διά τι όσιον. Ας σπεύσωμεν λοιπόν διότι αν το πράγμα έχη ως λέγεις, είναι ανάγκη ταχύτητος.
Κλεινίας
Μόνον όταν σε ίδη, Σωκράτη, θα αναλάβη· διότι και πολλάκις συνέβη εις αυτόν εκ μιας συμπτώσεως να αναλάβη.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν μετέβημεν το ταχύτερον, ακολουθήσαντες την παρά το τείχος οδόν παρά τας Ιτωνίας (διότι κατώκει πλησίον των πυλών παρά την Αμαζονίδα στήλην), ευρίσκομεν πλέον αυτόν κατά μεν το σώμα ρωμαλέον, κατά δε την ψυχήν αδύνατον, χωρίς να έχη κανένα να τον παραμυθήση, πολλάκις δε εγειρόμενον και στενάζοντα με δάκρυα και κρότους χειρών. Όταν δε είδον αυτόν, Αξίοχε, του είπον : Τι είναι αυτά; Πού είναι αι πριν καυχήσεις σου και τα συχνά εγκώμια των αρετών και το μέγα θάρρος σου; Διότι φαίνεσαι ως δειλός αγωνιστής, όστις ενώ φαίνεσαι γενναίος εις τα γυμνάσια, έχεις μείνει οπίσω εις τους αγώνας. Δεν λογαριάζεις περιεσκεμμένως την φύσιν, συ ανήρ τόσης ηλικίας και όστις έχεις ακούσει λόγους, και αν τίποτε άλλο δεν είσαι, είσαι Αθηναίος και γνωρίζεις το κοινόν βέβαια τούτο και από όλους λεγόμενον, ότι ο βίος είναι μία παρεπιδημία και ότι πρέπει, αφού διέλθωμεν τούτον μετριοπαθώς, με ευθυμίαν και μόνον χωρίς να παιανίζωμεν να απέλθωμεν όπου πρέπει; Το να κρατούμεθα όμως από την ζωήν τόσον τρυφερώς και τόσον δυνατά ως νήπια δεν είναι ίδιον σκεπτομένης ηλικίας.
Αξίοχος
Αληθή ταύτα είναι, Σωκράτη, και ορθά νομίζω ότι ομιλείς· αλλά δεν γνωρίζω πώς, αφού πλησιάσω εις αυτό το κακόν, οι μεν ισχυροί και περισσοί λόγοι σβύνονται χωρίς να εννοηθώσι και χάνουν την αξίαν των, επικρατεί δε φόβος τις κατά ποικίλον τρόπον κεντών τον νουν, ότι θα υστερηθώ του φωτός τούτου και των καλών, αηδής δε και μη ακούων τίποτε κάπου θα ευρεθώ σηπόμενος και μεταβαλλόμενος εις σκώληκας και ζωύφια.
Σωκράτης
Συνδέεις δηλαδή, Αξίοχε, ασκέπτως την αναισθησίαν με την αίσθησιν, και κάπως εναντία προς τον εαυτόν σου και κάμνεις και λέγεις, μη σκεπτόμενος ότι συγχρόνως μεν κλαίεις την αναισθησίαν, συγχρόνως δε λυπείσαι διά σήψεις και στερήσεις των ευχαρίστων ως να επρόκειτο να αποθάνης και μεταβής εις την άλλην ζωήν (1) και όχι ότι θα γίνης τελείως αναίσθητος όπως και προ της γενέσεως. Διότι όπως επί του πολιτεύματος του Δράκοντος ή του Κλεισθένους κανέν κακόν δεν ήτο περί σε, διότι δεν υπήρχες, ούτως ούτε μετά τον θάνατον θα γίνη, διότι συ δεν θα υπάρχης. Πάντα λοιπόν φλύαρον αποδίωξε, τούτο αφού εννοήσης ότι, αφού διαλυθή η σύνθεσις και αφού τοποθετηθή η ψυχή εις τον αρμόζοντα τόπον, το υπόλοιπον σώμα, επειδή είναι γεώδες και άλογον, δεν είναι άνθρωπος. Διότι ημείς μεν είμεθα ψυχή, έν ζώον αθάνατον κεκλεισμένον εις έν θνητόν φρούριον. Το δε σώμα τούτο διά κακόν προσήρμοσεν η φύσις, εις το οποίον τα μεν τερπνά είναι επιπόλαια και παροδικά και με περισσοτέρας λύπας ανακατευμένα, τα δε λυπηρά ακέραια και πολυχρόνια, ένεκα των οποίων αναγκαστικώς, επειδή είναι διεσπαρμένη εις τους πόρους η ψυχή συμπάσχουσα, επιθυμεί τον ουράνιον και συγγενή αυτής αιθέρα και διψά επιθυμούσα την εκεί δίαιταν και συναναστροφήν. Ώστε απαλλαγή από της ζωής είναι μεταβολή κακού εις καλόν.
Αξίοχος
Αφού λοιπόν, Σωκράτη, νομίζεις κακόν το ζην, πώς μένεις εν αυτώ και μάλιστα εξετάζεις περί αυτού, ενώ κατά τον νουν διαφέρεις περισσότερον από ημάς τους πολλούς;
Σωκράτης
Αξίοχε, δεν πιστοποιείς ακριβή περί εμού πράγματα, νομίζεις δε, καθώς πολλοί Αθηναίοι, επειδή εξετάζω ακριβώς τα πράγματα, ότι είμαι επιστήμων τινός. Εγώ δε θα ηυχόμην να γνωρίζω τα κοινά ταύτα. Τόσον μένω οπίσω. Και ταύτα δε, τα οποία λέγω, είναι απηχήσεις του σοφού Προδίκου, άλλα μεν αγορασμένα αντί δύο δραχμών, άλλα δε αντί τεσσάρων. Διότι δωρεάν ο ανήρ ούτος δεν διδάσκει κανένα, πάντοτε δε συνηθίζει να λέγη το του Επιχάρμου: «η δε χειρ την χείρα νίπτει· δόσε κάτι και θα λάβης κάτι». Και πριν παρά τω Καλλία τω υιώ του Ιππονίκου επιδεικνύμενος τόσα είπεν εναντίον της ζωής, ώστε εγώ τουλάχιστον διέγραψα σχεδόν την ζωήν και από εκείνον τον καιρόν επιθυμεί τον θάνατον η ψυχή μου, Αξίοχε.
Αξίοχος
Ποία δε ήσαν τα λεχθέντα ; $Σωκράτης Ημπορώ να σου είπω ταύτα τα οποία θα ενθυμηθώ. Είπε δηλαδή: Και ποία ηλικία δεν έχει λύπας ; Ευθύς άμα το νήπιον γεννηθή, μήπως δεν κλαίει αρχόμενον του ζην από λύπης; Δοκιμάζει όλας τας αλγηδόνας, κλαίων διότι είτε στερείται τινος, είτε διά την ζέστην, είτε διά το ψύχος ή διά τινα πληγήν, μη δυνάμενον να είπη τι αισθάνεται, κλαυθμηρίζον δε με φωνήν δυσαρεσκείας. Όταν έλθη εις ηλικίαν επτά ετών μετά πολλούς πόνους, παραδίδεται εις τους παιδαγωγούς και τους γραμματιστάς και τους παιδοτρίβας, οίτινες το τυραννούσιν· όταν πάλιν αυξηθή, έρχονται οι κριτικοί, οι γεωμέτραι, οι καθηγηταί και πολύ πλήθος αυθεντών. Όταν πάλιν εγγραφή εις τους εφήβους, έρχονται οι έφοροι και χειρότεροι φόβοι, έπειτα Λύκειον και Ακαδημία και γυμνασιαρχία και ράβδοι και απειρία κακών· και όλος ο καιρός του μειρακίου διατελεί υπό σωφρονιστάς και υπό την γνώμην περί των νέων της βουλής του Αρείου Πάγου. Όταν δε από ταύτα απαλλαγή, εισχωρούσι φροντίδες και σκέψεις, ποίαν οδόν του βίου θα χαράξη, και τα μετά ταύτα δεινά παρουσιάζουν τα πρώτα παιδικά και κατόπιν νηπιακά ως απλά φόβητρα: εκστρατείαι δηλαδή και τραύματα και συχνοί αγώνες. Έπειτα χωρίς κανείς να το εννοήση ήλθε το γήρας, εις το οποίον συρρέει όλον το φιλάσθενον της φύσεως και δυσκολοϊάτρευτον. Και αν μη κανείς το ταχύτερον ως χρέος αποδώση το ζην, ωσάν τοκογλύφος η φύσις παρουσιασθείσα, λαμβάνει ως ενέχυρον άλλου μεν την όρασιν, άλλου δε την ακοήν, πολλάκις δε και τα δύο. Και αν κανείς επιμείνη, παραλύει, βλάπτεται, εξαρθρούται. Αλλ' οι πολλοί ένεκα του γήρατος παρακμάζουσι και κατά τον νουν και κατά την παροιμίαν οι γέροντες γίνονται παλίμπαιδες.
Διά τούτο και οι θεοί γνωρίζοντες τα ανθρώπινα, όσους ανθρώπους αγαπώσι, ταχύτερον τους απαλλάττουσι του ζην. Ο Αγαμήδης λοιπόν και ο Τροφώνιος, οίτινες κατεσκεύασαν τον εν Δελφοίς ναόν του θεού, ευχηθέντες να συμβή εις αυτούς το άριστον, κοιμηθέντες πλέον δεν εξύπνησαν· και οι υιοί της Αργείας ιερείας ομοίως, όταν ηυχήθη η μήτηρ να ανταμείψη η Ήρα την ευσέβειάν των, επειδή καθυστέρησεν η άμαξα και ζευχθέντες αυτοί έφερον αυτήν εις τον ναόν, μετά την ευχήν την οποίαν έλαβον, την νύκτα απέθανον. Απαιτείται μακρός χρόνος να διηγηθώ τα των ποιητών, οι οποίοι με θειότερα στόματα τα του βίου προφητεύουσι· πόσον κλαίουν την ζωήν· έν δε μόνον, το αξιολογώτατον, θα ενθυμηθώ, το οποίον λέγει: «Ούτω οι θεοί προώρισαν εις τους δυστυχείς θνητούς, να ζώσι λυπημένοι». Ο δε Αμφιάραος τι λέγει; «Εκείνος τον οποίον εγκαρδίως ηγάπα και ο Ζευς ο κρατών την αιγίδα και ο Απόλλων, δεν έφθασεν εις το γήρας». Ο δε διδάσκων «να θρηνή ο γεννηθείς, διότι έρχεται εις τόσα κακά», πώς σου φαίνεται; Αλλά σταματώ μήπως παρά την υπόσχεσίν μου μακρύνω τον λόγον ενθυμούμενος και άλλων.
Ποίαν δε κανείς εκλέξας επιστήμην ή τέχνην δεν παραπονείται και δεν αγανακτεί διά την παρούσαν κατάστασιν; Τας χειρωνακτικάς αν ακολουθήσωμεν και βαναύσους, θα ίδωμεν ότι είναι εργασίαι ανδρών κοπιαζόντων από την μίαν νύκτα εις την άλλην και μόλις ποριζομένων τας τροφάς, οι οποίοι κλαίουσιν εαυτούς και οι οποίοι πάσαν αγρυπνίαν των πληρούσιν από στεναγμούς και φροντίδας. Αλλά αν τον ναυτικόν βίον ακολουθήσωμεν, ούτος διέρχεται διά τόσων κινδύνων και, ως είπεν ο Βίας, ο ναυτικός δεν είναι ούτε μεταξύ των αποθαμένων ούτε μεταξύ των ζώντων· διότι ο επίγειος άνθρωπος ως αμφίβιος ρίπτει εαυτόν εις το πέλαγος, αφιερών αυτόν εις την τύχην. Αλλ' η γεωργία είναι γλυκύ τι. Είναι φανερόν. Αλλά δεν είναι τάχα, καθώς λέγουν, όλη μία πληγή ήτις πάντοτε ευρίσκει πρόφασιν λύπης, διότι κλαίει τις τώρα μεν την ξηρασίαν, τώρα δε τας βροχάς, τώρα δε τας πλημμύρας, τώρα δε ασθένειαν βλάπτουσαν τα σπαρτά, τώρα δε θερμότητα άκαιρον, ή παγωνιάν; Αλλά η πολυτίμητος πολιτική—και παραβλέπω πολλά — από πόσα κακά ακολουθείται; την μεν χαράν έχει ωσάν φλεγμονήν με παλμούς και με σφυγμούς, την δε αποτυχίαν λυπηροτάτην και μυρίων θανάτων χειροτέραν. Διότι τις δύναται να είναι ευδαίμων ζων με τον όχλον, αν ήθελε επευφημισθή και επικροτηθή ως παίγνιον του λαού αποδιωκόμενον, συριττόμενον, ζημιούμενον, θνήσκον, ελεούμενον ; Πού, ω πολιτικέ Αξίοχε, απέθανεν ο Μιλτιάδης; πού δε ο Θεμιστοκλής ; πού δε ο Εφιάλτης; πού δε πριν οι δέκα στρατηγοί; ότε εγώ μεν δεν ήμην της γνώμης να καταδικασθώσιν, οι δε περί τον Θηραμένην και Καλλίξενον την ακόλουθον ημέραν προέδρους εγκαθέτους αφίσαντες κατεδίκασαν εις θάνατον ακρίτως τους άνδρας. Και όμως συ μόνος υπερήσπισες αυτούς και ο Ευρυπτόλεμος, ενώ συνεδρίαζον τριάκοντα χιλιάδες.
Αξίοχος
Ούτως εχουσι ταύτα, ω Σώκρατες, και εγώ βέβαια από εκείνον τον καιρόν αρκετά ειργάσθην εις το βήμα και κανέν πράγμα δεν μου εφάνη πλέον ενοχλητικόν των πολιτικών. Και τούτο είναι φανερόν εις όσους ηκολούθησαν το έργον τούτο. Διότι συ μεν ομιλείς ούτω διότι από μακράν παρατηρείς, ημείς δε γνωρίζομεν ακριβέστερον διότι έχομεν πείραν. Διότι ο λαός, ω φίλε Σωκράτη, είναι αχάριστος, ευμετάβλητος, σκληρός, φθονερός, απαίδευτος, διότι είναι μαζευμένος εκ συμμίκτου όχλου και από βιαίους φλυάρους· εκείνος δε όστις αναμιγνύεται με τούτον είναι πολύ αθλιώτερος.
Σωκράτης
Όταν λοιπόν, ω Αξίοχε, την ελευθεριωτάτην επιστήμην θεωρείς απευκταιοτάτην των λοιπών, πώς θα εννοήσωμεν τα λοιπά επιτηδεύματα; Δεν πρέπει να τα αποφεύγωμεν ; Ήκουσα δέ ποτε και τον Πρόδικον, όστις έλεγεν ότι ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε περί τους ζώντας, ούτε περί τους αποθανόντας.
Αξίοχος
Πώς λέγεις, Σωκράτη;
Σωκράτης
Ναι, διότι περί τους ζώντας ο θάνατος δεν υπάρχει, οι δε αποθανόντες δεν υπάρχουσιν. Ώστε ούτε περί σε τώρα είναι, διότι δεν έχεις αποθάνει, ούτε και αν ήθελες πάθει τι, θα είναι περί σε, διότι συ δεν θα υπάρχης. Ματαία λοιπόν είναι η λύπη ώστε να λυπήται ο Αξίοχος δια το μήτε ον, μήτε μέλλον να είναι περί τον Αξίοχον, και ομοία είναι η λύπη, ως να ελυπείτο τις περί της Σκύλλας ή του Κενταύρου, πραγμάτων τα οποία μήτε είναι περί σε, μήτε ύστερον μετά τον θάνατον θα είναι. Διότι ο φόβος υπάρχει εις τα όντα, εις δε τα μη όντα πώς είναι δυνατόν να είναι;
Αξίοχος
Συ μεν από την συνειθισμένην τώρα φλυαρίαν έχεις είπει ταύτα τα σοφά· αλλ' η φλυαρολογία αύτη έχει διακοσμηθή διά τα μειράκια· εμέ δε λυπεί η στέρησις των καλών της ζωής, έστω και αν πλέον πειστικούς λόγους τούτων είπης, Σωκράτη. Διότι ο νους αποπλανώμενος από ευφράδεις λόγους δεν ακούει, ούτε τα λεγόμενα ταύτα προσεγγίζουσι την ουσίαν, αλλ' εις μεν επίδειξιν και λέξεων ωραιότητα συντελούσιν, υστερούσιν όμως της αληθείας, τα παθήματα δε δεν ανέχονται σοφίσματα, αλλ' αρκούνται εις μόνους τους δυναμένους να φθάσουν μέχρι της ψυχής λόγους.
Σωκράτης
Συνδέεις δηλαδή, ω Αξίοχε, ασκέπτως την στέρησιν των καλών με την αίσθησιν των κακών, λησμονών ότι θα έχεις αποθάνει. Διότι λυπεί εκείνον, όστις στερείται των καλών, η αντικατάστασις τούτων διά των κακών, αλλ' ο μη υπάρχων ούτε την στέρησιν εννοεί· πώς λοιπόν θα επέλθη λύπη εις εκείνον όστις δεν θα λάβη γνώσιν της λύπης; Διότι εξ αρχής, ω Αξίοχε, τρόπον τινά μη μετά των άλλων αισθήσεων λαμβάνων υπ' όψιν μίαν αίσθησιν, ποτέ δεν ημπορείς να φοβηθής τον θάνατον· τώρα δε αδικείς τον εαυτόν σου φοβούμενος ότι θα στερηθής την ψυχήν. Εις δε την στέρησιν θέτεις και την στέρησιν της ψυχής και φοβείσαι μεν ότι δεν θα αισθάνεσαι, φαντάζεσαι δε ότι θα εννοήσης με αίσθησιν μίαν αίσθησιν ήτις δεν θα υπάρξη. Πλην του ότι είναι πολλοί και ωραίοι λόγοι περί της αθανασίας της ψυχής (διότι η ψυχή δεν είναι βέβαια φύσις θνητή) τόσα μεγάλα κατορθώματα διέπραξεν, ώστε κατεφρόνησε βίας μεγάλων θηρίων, διέπλευσε πελάγη, ωκοδόμησε πόλεις, ίδρυσε πολιτεύματα, ανέβλεψε δε εις τον ουρανόν και είδε τους κύκλους των άστρων και δρόμους ηλίου και σελήνης εκλείψεις και ταχείας επαναφοράς και ισημερίας και διττάς τροπάς χειμώνος και θέρους και ανατολάς και δύσεις πλειάδων και ανέμους και βροχάς και μεγάλα κτυπήματα κεραυνών και την σύνδεσιν των παθημάτων του κόσμου με τον αιώνα. Ταύτα βεβαίως δεν ήθελε κατορθώσει αν δεν ενυπήρχεν όντως θείον πνεύμα εις την ψυχήν, διά του οποίου να έχη των μεγάλων τούτων την οξύνοιαν και την γνώσιν.
Ώστε όχι εις θάνατον αλλ' εις αθανασίαν θα περιέλθης, ω Αξίοχε, ούτε θα στερηθής των καλών, αλλά θα έχης ειλικρινεστέραν απόλαυσιν, ούτε θα έχης αναμεμιγμένας με θνητόν σώμα τας ηδονάς, αλλ' αμιγείς όλων των λυπών. Διότι προς τα εκεί θα υπάγης απομονωθείς ταύτης της ειρκτής, εκεί όπου όλα είναι χωρίς πόνους και στεναγμούς και αγήρατα, βίος δε ήσυχος και χωρίς κακά, ευτυχών εις ησυχίαν ασάλευτον και πανταχόθεν θεωρών την φύσιν, φιλοσοφών όχι προς όχλον και προς θέατρον, αλλά προς μίαν γνησίαν αλήθειαν.
Αξίοχος
Με τον λόγον με έφερες εις εναντίας σκέψεις· δεν υπάρχει πλέον εις εμέ φόβος θανάτου, αλλά μάλιστα και επιθυμία, ίνα κατά τι και εγώ μιμηθείς τους ρήτορας περιττολογήσω. Συνήλθον από την ασθένειαν και έγινα νέος άνθρωπος.
Σωκράτης
Εάν δε θέλης και άλλον λόγον να ακούσης τον οποίον είπεν εις εμέ ο Γωβρύας, σου λέγω ότι είπεν, ότι κατά την διάβασιν του Ξέρξου ο πάππος και ομώνυμος αυτού απεστάλη εις Δήλον όπως επιτηρήση την νήσον εις την οποίαν εγεννήθησαν οι δύο θεοί, και έκ τινων χαλκίνων πινάκων τους οποίους από τους Υπερβορείους έφεραν ο Ώπις και η Εκαέργη, επληροφορήθη ακριβώς ότι μετά την διάλυσιν του σώματος η ψυχή μεταβαίνει εις άδηλον τόπον, εις υπόγειον κατοικίαν εις την οποίαν υπάρχουν τα ανάκτορα του Πλούτωνος όχι κατώτερα από την αυλήν του Διός, διότι η μεν γη κατέχει το μέσον του κόσμου, ο δε πόλος είναι σφαιροειδής, του οποίου το έτερον ημισφαίριον έλαχεν εις τους ουρανίους θεούς, το έτερον δε εις τους υποχθονίους. Ούτοι δε είναι οι μεν αδελφοί, οι δε παίδες αδελφών. Τα προπύλαια της εις τον Πλούτωνα οδού είναι περικλεισμένα με σιδηρά κλείθρα και κλείδας· αφού δε ταύτα ανοίξωσι, δέχεται ο ποταμός Αχέρων, μετά τον οποίον ο Κωκυτός, τους οποίους πρέπει αφού διέλθη τις διά πλοιαρίου, να οδηγηθή εις τον Μίνω και Ραδάμανθυν. Η κατοικία αύτη ονομάζεται πεδιάς της αληθείας.
Εδώ κάθηνται δικασταί οι οποίοι ανακρίνουσιν έκαστον από τους ερχομένους, ποίον βίον έκαστος έζησε και με ποία επιτηδεύματα ησχολήθη. Και να ψευσθή μεν είναι αδύνατον. Όσοι δε λοιπόν κατά το διάστημα της ζωής ηυνοήθησαν υπό καλής τύχης, ούτοι τοποθετούνται εις τον χώρον των ευσεβών, όπου αφθονούσι παντός είδους καρποί και όπου τρέχουσι πηγαί καθαρών υδάτων, υπάρχουσι δε παντός είδους λειμώνες με άνθη ποικίλα και κατοικίαι φιλοσόφων και θέατρα ποιητών και χοροί κύκλιοι και μουσικά ακούσματα και συμπόσια με ωραίας μελωδίας και ευωχίαι δωρεάν και απουσία λύπης και βίος γλυκύς· διότι ούτε ψύχος πολύ, ούτε ζέστη υπάρχει, αλλά συγκερασμένος αήρ διασκορπίζεται, αναμεμιγμένος με απαλάς ακτίνας ηλίου· εδώ εις τους μεμυημένους υπάρχει πρωτοκαθεδρία τις· και τας θρησκευτικάς τελετάς αυτοί εκεί συντελούσι. Πώς λοιπόν συ πρώτος δεν θα έχης μέρος εις τας τιμάς, αφού είσαι εκ του αυτού γένους των θεών ; Όσοι δε διήλθον τον βίον διά κακουργημάτων οδηγούνται εις το σκότος και το χάος των Ερινύων διά του ταρτάρου, όπου είναι ο τόπος των ασεβών και αι μη πληρούμεναι ποτέ υδρίαι των Δαναΐδων και η δίψα του Ταντάλου και τα σπλάγχνα του Τιτυού και η μη δυναμένη να φθάση εις το τέρμα πέτρα του Σισύφου, όπου από θηρία ξηρογλειφόμενοι και από λαμπάδας επιμόνως θερμαινόμενοι και με πάσαν κακήν μεταχείρισιν βασανιζόμενοι με αιωνίους τιμωρίας κατατυραννούνται.
Ταύτα μεν εγώ ήκουσα από τον Γωβρύαν, συ δε, ω Αξίοχε, ημπορείς να κρίνης. Διότι εγώ τούτο μόνον αληθώς γνωρίζω, ότι η ψυχή είναι αθάνανος, μετατεθείσα δε από τούτου του τόπου είναι και άλυπος· ώστε ή κάτω ή άνω πρέπει συ, ω Αξίοχε, να είσαι ευδαίμων, αφού έχεις διέλθει τον βίον σου ευσεβώς.
Αξίοχος
Εντρέπομαι, Σωκράτη, να σου είπω τι· τόσον απέχω από τον φόβον του θανάτου, ώστε τώρα και να αγαπώ αυτόν. Τόσον εμέ και ούτος ο λόγος καθώς και ο ουράνιος με έχει πείσει και τώρα περιφρονώ την ζωήν, επειδή θα μεταβώ εις ανωτέραν κατοικίαν. Τώρα δε ησύχως θα σκεφθώ πάλιν τα λεχθέντα· μετά μεσημβρίαν δε θα σε ίδω βέβαια, Σωκράτη, κοντά μου.
Σωκράτης
Θα κάμω όπως λέγεις, θα επανέλθω δε εις το Κυνόσαργες όπως περιπατήσω εκεί από όπου εδώ προσεκλήθην.